Δημοκρατία ν. M. M. F. κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 10299/25, 7/8/2026
print
Τίτλος:
Δημοκρατία ν. M. M. F. κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 10299/25, 7/8/2026

ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ
ΣΥΝΘΕΣΗ:      Δ. Θεοδώρου, Π.Ε.Δ.

                           Ε. Ευθυμίου, Α.Ε.Δ.

                           Γ. Ιωαννίδου‑ Παπά, Α.Ε.Δ.

 

 

 

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

 

-ν-

 

1. M. M. F.

                                                                    2. S. Q.

                                                                    3. N. al S.

 4. Gh. Al B.

                                                                    5. J. Al.

 

Κατηγορουμένων

 

7 Αυγούστου 2026

 

Εμφανίσεις:

 

Για Κατηγορούσα Αρχή: κ. Αντωνίου

Για κατηγορούμενο 1: κ. Σιαηλής

Για κατηγορούμενο 3: κ.Σιαηλής για κ. Αθανασίου

Για κατηγορούμενο 5: κ. Σιαηλής για κ. Μερακλής

 

 

ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ

(εκ πρώτης όψεως)

 

 

Οι κατηγορούμενοι 1,3 και 5 (ο κατηγορούμενος 4 παραδέχτηκε και του επιβλήθηκε ποινή, ενώ για τον κατηγορούμενο 2 διακόπηκε η διαδικασία μετά το πέρας της παρουσίασης της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής), αντιμετωπίζουν από κοινού επτά κατηγορίες. Συγκεκριμένα αντιμετωπίζουν κατηγορία συνωμοσίας για φόνο[1] (κατηγορία 1) , κατηγορία συνωμοσίας για διάπραξη κακουργήματος[2] (κατηγορία 2), κατηγορία απόπειρας φόνου[3] (κατηγορία 3), κατηγορία εμπρησμού[4] (κατηγορία 4), κατηγορία παράνομης κατοχής πυροβόλου όπλου κατηγορία Β[5](κατηγορία 5), κατηγορία κατοχής πυροβόλου όπλου με σκοπό τη βλάβη σε πρόσωπο[6] (κατηγορία 6) και κατηγορία κλεπταποδοχής[7] (κατηγορία 7).

 

Επιπρόσθετα οι κατηγορούμενοι 3 και 5 αντιμετωπίζουν, από κοινού, τις κατηγορίες 8 μέχρι και 16, οι οποίες μετά από ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου επιτράπηκε να προστεθούν στο κατηγορητήριο. Οι κατηγορίες 8 μέχρι και 11, αφορούν το αδίκημα της παράνομης κατοχής πυροβόλου όπλου κατηγορίας Β[8] αναφορικά με τέσσερα διαφορετικά πιστόλια που περιγράφονται στις λεπτομέρειες κάθε κατηγορίας. Με την κατηγορία 12, τους καταλογίζεται η παράνομη κατοχή αεροβόλου όπλου διαμετρήματος 4,5 χιλιοστομέτρων[9]. Με την 13η κατηγορία, τους καταλογίζεται παράνομη κατοχή εκρηκτικών υλών[10] και συγκεκριμένα παράνομη κατοχή 37 φυσιγγίων πυροβόλου όπλου 9 χιλιοστών με την εκρηκτική τους ύλη, με την κατηγορία 14 τους καταλογίζεται παράνομη κατοχή πυρομαχικών[11] και συγκεκριμένα 4 γεμιστήρων πιστολιού, ενώ οι κατηγορίες 15 και 16 αφορούν την κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου A με σκοπό την προμήθεια σε άλλο πρόσωπο[12] που αφορούν σε 1 κιλό και 94.96 γραμμάρια μεθαμφεταμίνης και 34.87 κοκαΐνης αντίστοιχα.

 

Η ακρόαση της υπόθεσης ήταν μακρά και κατέθεσαν στο σύνολό τους για την Κατηγορούσα Αρχή 14 μάρτυρες, ενώ επιπλέον δηλώθηκε πλειάδα παραδεκτών γεγονότων. Μετά το πέρας της παρουσίασης της υπόθεσης για την Κατηγορούσα Αρχή, οι συνήγοροι του κατηγορούμενου 1 και κατηγορούμενου 5 υπέβαλαν εισήγηση προς το Δικαστήριο δυνάμει του Άρθρου 74.1(β) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου ότι δεν έχει αποδειχθεί εναντίον των κατηγορουμένων 1 και 5 εκ πρώτης όψεως υπόθεση ώστε να υποχρεούνται να προβάλουν την υπεράσπισή τους. Η συνήγορος του κατηγορούμενου 3, δεν υπέβαλε εισήγηση.

 

Ο κ. Σιαηλής εκπροσωπώντας τον κατηγορούμενο 1 κατέθεσε και υιοθέτησε στο Δικαστήριο εμπεριστατωμένη γραπτή αγόρευση. Ομοίως εμπεριστατωμένη γραπτή αγόρευση κατάθεσε ο κ. Μερακλής σε σχέση με τον κατηγορούμενο 5.

 

Στον αντίποδα ο ευπαίδευτος εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής παρουσίασε γραπτό σημείωμα ενώπιον του Δικαστηρίου, αναλύοντας τη μαρτυρία, με παραπομπή σε σύγγραμμα. Δεν κρίνουμε σκόπιμο να αναφερθούμε με λεπτομέρεια στο τι έχει συμπεριληφθεί γραπτώς από τους παράγοντες της δίκης αφού στα πλαίσια της ανάλυσης του σκεπτικού μας θα αναφερθούμε σε όλα εκείνα τα σημεία που θεωρούμε κρίσιμα για την κατάληξή μας.

 

Νομική πτυχή – Εκ πρώτης όψεως υπόθεση

 

Η εξέταση του ζητήματος κατά πόσον έχει θεμελιωθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση προς απάντηση πραγματοποιείται μετά την ολοκλήρωση της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής. Κατά το στάδιο αυτό, το Δικαστήριο δεν καλείται να αποφανθεί επί της ενοχής ή της αθωότητας του κατηγορουμένου, αφού τέτοια κρίση προϋποθέτει την αξιολόγηση του συνόλου της μαρτυρίας που τελικώς θα τεθεί ενώπιόν του. Η εξέταση περιορίζεται αποκλειστικά στο κατά πόσον η μαρτυρία που έχει προσαχθεί είναι επαρκής ώστε να δικαιολογεί την κλήση του κατηγορουμένου σε απολογία ή, αντιθέτως, επιβάλλεται η διακοπή της διαδικασίας, λόγω απουσίας εκ πρώτης όψεως υπόθεσης («no case to answer»).

Η νομολογία[13] έχει παγίως καθορίσει ότι η διακοπή της διαδικασίας στο παρόν στάδιο δικαιολογείται μόνο σε δύο περιπτώσεις. Πρώτον, όταν η μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής αποτυγχάνει να στοιχειοθετήσει ένα ή περισσότερα από τα ουσιώδη συστατικά στοιχεία του αποδιδόμενου αδικήματος. Δεύτερον, όταν η προσαχθείσα μαρτυρία είναι τόσο εγγενώς αντινομική, αντιφατική ή προδήλως στερούμενη αξιοπιστίας, ώστε κανένα λογικό Δικαστήριο, ενεργώντας δικαστικώς, να μην μπορούσε να στηρίξει επί αυτής καταδικαστική απόφαση.

Το εφαρμοστέο κριτήριο είναι αντικειμενικό. Το Δικαστήριο εξετάζει κατά πόσον έχει προσαχθεί μαρτυρία η οποία, εφόσον γίνει δεκτή ως αληθής, καλύπτει όλα τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος. Εάν απουσιάζει μαρτυρία ως προς οποιοδήποτε ουσιώδες στοιχείο του αδικήματος, δεν υφίσταται εκ πρώτης όψεως υπόθεση προς απάντηση.

Η ύπαρξη, όμως, μαρτυρίας η οποία, κατ' όψη, καλύπτει όλα τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων δεν αποκλείει, αφ' εαυτής, τη διακοπή της διαδικασίας. Και στην περίπτωση αυτή, το Δικαστήριο εξετάζει τη μαρτυρία αποκλειστικά στην όψη της και όχι κατόπιν αξιολόγησης της αξιοπιστίας ή του αποδεικτικού της βάρους. Για να δικαιολογείται η διακοπή της διαδικασίας, η αντινομία, η αντίφαση ή η έλλειψη αξιοπιστίας πρέπει να είναι τόσο πρόδηλη και θεμελιώδης ώστε να προκύπτει από την ίδια τη μαρτυρία ή από την αντεξέταση, χωρίς να απαιτείται στάθμιση ή αξιολογική κρίση. Το ελάττωμα πρέπει να είναι τέτοιας έκτασης ώστε κανένα λογικό Δικαστήριο να μην μπορεί να το υπερβεί κατά το στάδιο της τελικής αξιολόγησης της μαρτυρίας.

Το κρίσιμο ερώτημα είναι κατά πόσον ένα λογικό Δικαστήριο θα μπορούσε, στηριζόμενο αποκλειστικά στη μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής, όπως αυτή παρουσιάζεται στο υψηλότερο δυνατό επίπεδό της («at its highest»), να καταλήξει σε καταδικαστική απόφαση. Εάν η απάντηση είναι καταφατική, τότε υφίσταται εκ πρώτης όψεως υπόθεση και ο κατηγορούμενος καλείται να απαντήσει στην κατηγορία.

Αντιθέτως, ζητήματα που αφορούν την αξιοπιστία των μαρτύρων, την αποδοχή ή απόρριψη της μαρτυρίας τους, τη στάθμιση αντιφατικών εκδοχών ή την εξαγωγή συμπερασμάτων από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού δεν αποτελούν αντικείμενο εξέτασης στο παρόν στάδιο, εκτός εάν η μαρτυρία έχει καταρρεύσει σε τέτοιο βαθμό ώστε να καθίσταται αντικειμενικά αδύνατη η στήριξη καταδικαστικής κρίσης. Η αξιολόγηση τέτοιων ζητημάτων αποτελεί έργο του Δικαστηρίου κατά την τελική εκδίκαση της υπόθεσης και όχι κατά την εξέταση του κατά πόσον υφίσταται εκ πρώτης όψεως υπόθεση.

Η προσέγγιση αυτή συνάδει με τη θεμελιώδη αρχή ότι η υπεράσπιση δεν υποχρεούται να θεραπεύσει ελλείψεις της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής ούτε να συμπληρώσει αποδεικτικά κενά με την προσαγωγή δικής της μαρτυρίας. Όταν η Κατηγορούσα Αρχή αποτυγχάνει να θεμελιώσει εκ πρώτης όψεως υπόθεση ή όταν η μαρτυρία της έχει εκθεμελιωθεί σε τέτοιο βαθμό ώστε να μην μπορεί αντικειμενικά να στηρίξει καταδίκη, το Δικαστήριο οφείλει να διακόψει τη διαδικασία και να απαλλάξει τον κατηγορούμενο.

Τέλος, κατά την άσκηση της πιο πάνω δικαιοδοσίας, το Δικαστήριο δύναται να περιορίζεται σε συνοπτική αιτιολόγηση της κρίσης του, χωρίς να υπεισέρχεται σε αναλυτική αξιολόγηση ή στάθμιση της προσαχθείσας μαρτυρίας, καθότι τέτοια αξιολόγηση αποτελεί αντικείμενο της τελικής κρίσης επί της ουσίας της υπόθεσης[14].

 

Εξέταση της εισήγησης για τον Κατηγορούμενο 1

 

Ο κ. Αντωνίου έθεσε ευθέως ότι η σύνδεση του 1ου κατηγορουμένου με τα επίδικα γεγονότα δεν προκύπτει από οποιαδήποτε άμεση παρουσία του στη σκηνή του πυροβολισμού ή του εμπρησμού, αλλά από σειρά περιστατικών τα οποία, κατά τη θέση της Κατηγορούσας Αρχής, καταδεικνύουν τη συμμετοχή του στην προπαρασκευή και οργάνωση της εγκληματικής δραστηριότητας που αποτυπώνεται στις κατηγορίες τις οποίες αντιμετωπίζει από κοινού με τους λοιπούς κατηγορουμένους. Ειδικότερα, η Κατηγορούσα Αρχή στηρίζει την υπόθεσή της στη σύνδεση του 1ου κατηγορουμένου με το όχημα το οποίο, κατά τη θέση της, χρησιμοποιήθηκε για τη διάπραξη της απόπειρας φόνου και του εμπρησμού και το οποίο φέρεται να ήταν κλοπιμαίο.

Κρίνουμε σκόπιμο να αναφερθούμε, επιγραμματικά, στη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιόν μας, χωρίς, ασφαλώς, να προβαίνουμε σε αξιολόγηση της αξιοπιστίας ή της αποδεικτικής της βαρύτητας στο παρόν στάδιο.

Ο ΜΚ1 ανέφερε ότι μετέβη μαζί με τους κατηγορουμένους 3 και 5 στην Π., με σκοπό να παραλάβουν δύο αυτοκίνητα τα οποία, σύμφωνα με όσα του είχε αναφέρει ο 5ος κατηγορούμενος, είχαν αγοραστεί. Eνώ ανέμεναν να συναντήσουν τον 1ο κατηγορούμενο στην οικία του, εν τέλει τον συνάντησαν σε συγκεκριμένο σημείο, σε αδιέξοδο, την τοποθεσία του οποίου ο τελευταίος τους απέστειλε μέσω εφαρμογής κινητού τηλεφώνου. Σύμφωνα πάντοτε με τη μαρτυρία του ΜΚ1, εκεί συνάντησαν τον 1ο κατηγορούμενο, ο οποίος τους παρέδωσε δύο αυτοκίνητα, ένα λευκό και ένα πράσινο (με αριθμούς εγγραφής EΧΧ637- στο εξής «το πράσινο όχημα»). Ο ΜΚ1 ανέλαβε την οδήγηση του πράσινου αυτοκινήτου, ο 5ος κατηγορούμενος του λευκού, ενώ ο 3ος κατηγορούμενος οδηγούσε το όχημα με το οποίο είχαν μεταβεί στην Π.

Προς υποστήριξη της πιο πάνω εκδοχής παρουσιάστηκε το Τεκμήριο 17, το οποίο περιλαμβάνει καταγραφές κλειστού κυκλώματος παρακολούθησης από την ημερομηνία κατά την οποία φέρεται να έλαβε χώρα η παράδοση των δύο οχημάτων. Όπως αναφέρεται στο Έγγραφο Γ5, στις σχετικές καταγραφές εμφανίζονται, μαζί με το όχημα του 3ου κατηγορουμένου, δύο οχήματα να κατευθύνονται προς το αδιέξοδο όπου ο ΜΚ1 τοποθετεί την παράδοση των οχημάτων και, ακολούθως, να αποχωρούν από το σημείο. Καταγράφεται επίσης λευκό διπλοκάμπινο όχημα, το οποίο, κατά τη θέση της Κατηγορούσας Αρχής, προσομοιάζει με το όχημα του 1ου κατηγορούμενου.

Υπό το πρίσμα αυτό, η Κατηγορούσα Αρχή προβάλλει τη θέση ότι ο χρόνος και οι περιστάσεις υπό τις οποίες ο 1ος κατηγορούμενος παρέδωσε το πρασινο όχημα στους κατηγορουμένους 3 και 5 — με ιδιαίτερη έμφαση στο γεγονός ότι, σύμφωνα με τη μαρτυρία, η παράδοση φέρεται να πραγματοποιήθηκε την ίδια ημέρα κατά την οποία το πράσινο όχημα είχε κλαπεί— συνιστούν επαρκή ένδειξη, για τους σκοπούς του παρόντος σταδίου, ότι γνώριζε την κλοπιμαία προέλευσή του. Περαιτέρω, εισηγείται ότι από τα ίδια περιστατικά μπορεί να συναχθεί ότι ο 1ος κατηγορούμενος γνώριζε και συμμετείχε στην προοριζόμενη χρήση του πράσινου οχήματος για τη διάπραξη των αδικημάτων που ακολούθησαν.

Έχουμε μελετήσει το σύνολο της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιόν μας αναφορικά με την εμπλοκή και τη διασύνδεση του 1ου κατηγορουμένου. Σε ό,τι αφορά τις Κατηγορίες 1–6, η μαρτυρία που τον αφορά, στην ουσία, αρχίζει και εξαντλείται στην παράδοση των δύο οχημάτων, ένα εκ των οποίων, το πράσινο όχημα, φέρεται να ήταν κλοπιμαίο και να χρησιμοποιήθηκε στη συνέχεια για τη διάπραξη των αδικημάτων που αποτελούν το αντικείμενο των εν λόγω κατηγοριών.

Από το σημείο της παράδοσης και εντεύθεν, όμως, η αποδεικτική αλυσίδα ως προς την εμπλοκή του 1ου κατηγορουμένου στη μετέπειτα χρήση του επίδικου οχήματος διακόπτεται. Από την ενώπιόν μας μαρτυρία προκύπτει ότι, μετά την παράδοσή του στους κατηγορουμένους 3 και 5 στην Επαρχία Π., το πράσινο όχημα εξήλθε από τον έλεγχο του 1ου κατηγορουμένου. Κυριότερα, δεν έχει τεθεί ενώπιόν μας οποιαδήποτε μαρτυρία από την οποία να μπορεί να συναχθεί, έστω εκ πρώτης όψεως, ότι ο 1ος κατηγορούμενος γνώριζε τον σκοπό για τον οποίο επρόκειτο να χρησιμοποιηθεί το όχημα. Η απουσία τέτοιας μαρτυρίας είναι ουσιώδης, αφού η απαιτούμενη γνώση ή πρόθεση αποτελεί αναγκαίο στοιχείο για τη στοιχειοθέτηση, έναντί του, των κατηγοριών 1–6.

Κατά συνέπεια, κρίνουμε ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του 1ου κατηγορουμένου, ώστε να κληθεί να προβάλει την υπεράσπισή του αναφορικά με τις Κατηγορίες 1, 2, 3, 4, 5 και 6.

Διαφορετική είναι, ωστόσο, η κατάληξή μας ως προς την κατηγορία 7. Το σύνολο της ενώπιόν μας μαρτυρίας και, ειδικότερα, η μαρτυρία που αφορά τον χρόνο, τις περιστάσεις, τις ενέργειες και τη συμπεριφορά του 1ου κατηγορουμένου κατά την παράδοση του πράσινου οχήματος στους κατηγορουμένους 3 και 5, κρίνεται, υπό το φως των αρχών που διέπουν το παρόν στάδιο της διαδικασίας, επαρκές για να θεμελιώσει εκ πρώτης όψεως υπόθεση σε σχέση με την εν λόγω Κατηγορία.

Καταλήγουμε, επομένως, ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του 1ου κατηγορουμένου ως προς την Κατηγορία 7, ώστε αυτός να κληθεί να προβάλει την υπεράσπισή του επ’ αυτής μόνο σε ότι αφορά το όχημα με αριθμούς εγγραφής EΧΧ637.

 

Εξέταση της εισήγησης για τον Κατηγορούμενο 5

 

Οι τοποθετήσεις του κ. Μερακλή, όπως αυτές εμφαίνονται στην αγόρευσή του, επί της ουσίας κινούνται σε δυο πυλώνες. Διαχωρίζει στην  ουσία,  τα γεγονότα της Π., δηλαδή τα γεγονότα που αφορούν στις κατηγορίες 1‑7 από τα γεγονότα που αφορούν στη Δ., κατηγορίες 8‑16.

 

Σε σχέση με τη μαρτυρία που αφορά στις κατηγορίες 8-16, θεωρεί ότι ο αποκλεισμός της μαρτυρίας για τη λήψη γενετικού υλικού είναι μονόδρομος αφού αυτό λήφθηκε χωρίς την παρουσία δικηγόρου, νομοθετική υποχρέωση που προκύπτει για τις ανακριτικές πράξεις σε σχέση με ανήλικους ενώ απαραίτητα θέτει ότι θα πρέπει να αποκλειστεί και επειδή λήφθηκε χωρίς την έγκυρη συγκατάθεση του κατηγορούμενου 5.

 

Αναφορικά με τον ισχυρισμό περί μη συμμόρφωσης με τη διαδικασία που προβλέπει η νομοθεσία για τη λήψη της συγκατάθεσης και των δειγμάτων γενετικού υλικού από τον 5ο κατηγορούμενο, παρατηρούμε ευκόλως ότι, όλη ανεξαρτήτως η επιχειρηματολογία του κ. Μερακλή, που αφορά στην διαδικασία λήψης του γενετικού υλικού (ήτοι τις διαφορές μεταξύ του Ελληνικού και Αραβικού κειμένου συγκατάθεσης- Τεκμήρια 65.1 και 65.2 είτε στις θέσεις περί προφορικής ενημέρωσης προς τον κατηγορούμενο 5), εδράζεται αποκλειστικά στις αναφορές των μαρτύρων κατηγορίας, μέρος των θέσεων των οποίων ζητά από το Δικαστήριο να αποδεχτεί και μέρος των θέσεων των οποίων ζητά από το Δικαστήριο να απορρίψει. Συνακόλουθα, προκύπτει ως πασιφανές ακόμα και μέσα από την επιχειρηματολογία του ίδιου του συνηγόρου ότι οι σχετικές τοποθετήσεις, των εν λόγω μαρτύρων, αφορούν αποκλειστικά σε ζητήματα που ανάγονται στην αξιολόγηση της μαρτυρίας και ως εκ τούτου, δεν μπορούν να κριθούν στο στάδιο της διαδικασίας που βρισκόμαστε.

 

Μελετήσαμε και τη παρεπόμενη θέση του κ. Μερακλή που αφορά στις επιταγές του περί Παιδιών σε Σύγκρουση με τον Νόμο, Ν. 55(Ι)/2021. Σε σχέση με την επίκληση του άρθρου 7 Νόμου 55(Ι)/2021, είναι η θέση του κ. Μερακλή ότι το δικαίωμα του κατηγορουμένου 5 σε νομική συνδρομή και εκπροσώπηση από δικηγόρο παραβιάστηκε κατά τρόπο που επιβάλλει τη διακοπή της διαδικασίας στο παρόν στάδιο.

Από την εξέταση του σχετικού νομοθετικού πλαισίου προκύπτει ότι ο Νόμος 55(Ι)/2021 αποδίδει ιδιαίτερη βαρύτητα στην έγκαιρη και ουσιαστική πρόσβαση του παιδιού σε νομική συνδρομή. Το άρθρο 7(5) κατοχυρώνει τη συνδρομή δικηγόρου χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση και, σε κάθε περίπτωση, πριν ή κατά τη διεξαγωγή ανάκρισης ή τη λήψη κατάθεσης, ενώ το άρθρο 7(6) εξειδικεύει το περιεχόμενο του δικαιώματος, περιλαμβάνοντας τόσο την κατ’ ιδίαν επικοινωνία με τον δικηγόρο όσο και την παροχή διευκρινίσεων και συμβουλών κατά την ανάκριση ή κατάθεση. Περαιτέρω, το άρθρο 7(9) καθορίζει περιπτώσεις στις οποίες η συνδρομή και/ή εκπροσώπηση από δικηγόρο διασφαλίζεται σε κάθε περίπτωση.

Οι πιο πάνω διατάξεις πρέπει, ωστόσο, να εξεταστούν σε συνάρτηση με το άρθρο 27 του Νόμου 55(Ι)/2021. Ειδικότερα, προκειμένου περί παιδιού υπό σύλληψη και κράτηση, το άρθρο 27(2) προβλέπει ότι η ανάκριση ή/και η λήψη κατάθεσης διενεργείται στην παρουσία, μεταξύ άλλων, του δικηγόρου του, ενώ, σε περίπτωση απουσίας δικηγόρου, το άρθρο 27(3) προβλέπει την αναβολή της διαδικασίας για εύλογο χρονικό διάστημα μέχρι την παρουσία του. Ο ίδιος, όμως, ο νομοθέτης προβλέπει στο άρθρο 27(4), κατ’ εξαίρεση και υπό τις εκεί αυστηρά καθοριζόμενες προϋποθέσεις, τη δυνατότητα διεξαγωγής ανάκρισης ή λήψης κατάθεσης στην απουσία δικηγόρου.

Ιδιαίτερη σημασία έχει συναφώς και το άρθρο 27(5), σύμφωνα με το οποίο η απόφαση για διεξαγωγή ανάκρισης στην απουσία δικηγόρου δυνάμει του εδαφίου (4) δύναται να προσβληθεί ενώπιον του Δικαστηρίου. Η πρόνοια αυτή καταδεικνύει ότι η απουσία δικηγόρου δεν οδηγεί, αφ’ εαυτής και χωρίς περαιτέρω εξέταση, στο συμπέρασμα ότι η διενεργηθείσα ανακριτική διαδικασία στερείται αυτομάτως έννομων αποτελεσμάτων. Αντιθέτως, ο ίδιος ο Νόμος προβλέπει μηχανισμό δικαστικού ελέγχου της απόφασης για διεξαγωγή της ανάκρισης χωρίς την παρουσία δικηγόρου, στο πλαίσιο του οποίου δύνανται να εξεταστούν οι περιστάσεις υπό τις οποίες αυτή λήφθηκε και κατά πόσο συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις του εδαφίου (4).

Τούτο ενισχύει την άποψη ότι η διαπίστωση της απουσίας δικηγόρου δεν αρκεί, από μόνη της, για να επιφέρει στο παρόν στάδιο τη διακοπή της ποινικής διαδικασίας. Ακόμη και στην αυστηρότερη περίπτωση της ανάκρισης ή λήψης κατάθεσης παιδιού, ο Νόμος αναγνωρίζει, υπό εξαιρετικές περιστάσεις, τη δυνατότητα διενέργειάς της χωρίς την παρουσία δικηγόρου και υποβάλλει τη σχετική απόφαση σε δικαστικό έλεγχο.

Κατά μείζονα λόγο, στην υπό εξέταση περίπτωση, όπου η επίδικη ενέργεια συνίστατο όχι σε ανάκριση ή λήψη κατάθεσης αλλά σε λήψη παρειακών επιχρισμάτων για σκοπούς εξέτασης DNA, υπό συγκεκριμένες συνθήκες για τις οποίες τέθηκε ενώπιον μας μαρτυρία, δεν προκύπτει από τις πιο πάνω διατάξεις ότι η απουσία δικηγόρου κατά την ίδια τη λήψη του δείγματος συνεπάγεται αυτοδικαίως και από αυτό το στάδιο, παραβίαση του άρθρου 7 ή καθιστά τη διαδικασία παράνομη και συνακόλουθα την μαρτυρία σε σχέση με τα αποτελέσματα των εξετάσεων DNA, μαρτυρία απαράδεκτη. Το όλο ζήτημα αφορά ένα πλέγμα γεγονότων περιλαμβανομένης της εξέτασης κατά πόσο η συγκατάθεση δόθηκε ελεύθερα και κατόπιν της προσήκουσας ενημέρωσης, καθώς και κατά πόσο είχαν διασφαλιστεί εν γένει τα δικαιώματα του παιδιού- κατηγορούμενου 5 σε ενημέρωση και νομική συνδρομή και αποτελούν ζητήματα τα οποία συναρτώνται με τις συγκεκριμένες περιστάσεις και τη μαρτυρία που υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου.

Οφείλουμε δε να τονίσουμε ότι το όλο επιχείρημα από πλευράς του κ. Μερακλή,  εγείρεται με ασύνηθη τρόπο σε μη κατάλληλο, κατά την κρίση μας στάδιο της διαδικασίας και ως εκ τούτου δεν μπορεί να εξεταστεί. Η νομιμότητα της εξασφάλισης της συγκεκριμένης μαρτυρίας θα έπρεπε να είχε τεθεί προς κρίση με έγκαιρη ένσταση, ώστε να ακολουθήσει, εφόσον αυτό ήταν αναγκαίο, διαδικασία δίκης εντός δίκης, για τη διαπίστωση δεσμευτικών για το ζήτημα ευρημάτων στη βάση των οποίων θα προκύψουν τα πραγματικά περιστατικά υπό τα οποία λήφθηκε η συγκατάθεση και εξασφαλίστηκε η σχετική μαρτυρία. Δίχως την εμβόλιμη αυτή διαδικασία, δεν υπάρχουν ενώπιον του Δικαστηρίου τα αναγκαία πραγματικά ευρήματα ούτε το απαιτούμενο αποδεικτικό υπόβαθρο για την εξέταση του ζητήματος. Υπό τις περιστάσεις αυτές, η προβολή του σχετικού ισχυρισμού στο παρόν στάδιο δεν παρέχει στο Δικαστήριο τη δυνατότητα να αποφανθεί επί πραγματικών ζητημάτων που ουδέποτε αποτέλεσαν αντικείμενο αποδεικτικής διερεύνησης.

Υπό το φως των πιο πάνω, το κατά πόσο στην προκείμενη περίπτωση υπήρξε παραβίαση των δικαιωμάτων του Κατηγορουμένου 5 δεν μπορεί, κατά την κρίση μας, να αποφασιστεί αφηρημένα ή αποκλειστικά με αναφορά στην φυσική απουσία ή παρουσία δικηγόρου κατά συγκεκριμένη ανακριτική ενέργεια. Απαιτείται να διαπιστωθούν τα πραγματικά περιστατικά υπό τα οποία διενεργήθηκε η επίδικη ενέργεια, η φύση της, κατά πόσο ο Κατηγορούμενος είχε προηγουμένως ουσιαστική πρόσβαση σε νομική συμβουλή και, όπου ο Νόμος απαιτούσε παρουσία δικηγόρου, κατά πόσο αυτή διασφαλίστηκε ή συνέτρεχε νόμιμη περίπτωση παρέκκλισης.

Συνακόλουθα καταλήγουμε ότι τα ζητήματα αυτά είναι άρρηκτα συνδεδεμένα με τη σχετική μαρτυρία και τα ευρήματα στα οποία θα καταλήξει το Δικαστήριο μετά την αξιολόγησή της. Ως εκ τούτου, δεν θεωρούμε ότι, στο παρόν στάδιο και πριν από τη διαπίστωση των αναγκαίων πραγματικών δεδομένων, στοιχειοθετείται βάση για τη διακοπή της διαδικασίας.

Τέλος, ο συνήγορος του κατηγορούμενου 5 παρέπεμψε στην απόφαση του Μόνιμου Κακουργιοδικείου Λεμεσού στην υπόθεση 2282/2016, Δημοκρατία ν.Έλληνα κ.α[15]στην οποία αναλύθηκε σε απόφαση για το εκ πρώτης όψεως στάδιο η σημασία της απόφασης R v Trustham[16], καθώς και των αρχών που αποτυπώνονται στο σύγγραμμα Abuse of Process in Criminal Proceedings[17], σύμφωνα με τις οποίες ο ύποπτος πρέπει να έχει την ευκαιρία να δώσει ενδεχόμενη αθώα εξήγηση, η οποία να αποτελεί αντικείμενο διερεύνησης από τις ανακριτικές αρχές.

Ο κ. Μερακλής υποστηρίζει ότι ο κατηγορούμενος 5 ουδέποτε ανακρίθηκε σε σχέση με τα αδικήματα που αφορούν την κατοχή των πυροβόλων όπλων, των πυρομαχικών και των ναρκωτικών που εντοπίστηκαν στο υποστατικό στη Δένεια και ότι, ως εκ τούτου, στερήθηκε της δυνατότητας να παράσχει τη δική του εκδοχή επί των γεγονότων και να υποδείξει στις ανακριτικές αρχές στοιχεία ή μάρτυρες που ενδεχομένως να επηρέαζαν την πορεία της διερεύνησης.

Δεν διαφωνούμε με την ως άνω γενική αρχή. Πράγματι, η υποχρέωση των ανακριτικών αρχών να παρέχουν στον ύποπτο την ευκαιρία να εκθέσει την εκδοχή του και να προβάλει οποιαδήποτε εξήγηση κρίνει ότι τον απαλλάσσει από τις υπό διερεύνηση υποψίες αποτελεί ουσιώδη πτυχή της δίκαιης ανακριτικής διαδικασίας. Η αρχή αυτή αποσκοπεί στη διασφάλιση της πληρότητας της αστυνομικής έρευνας και της δυνατότητας διερεύνησης πιθανών υπερασπιστικών ισχυρισμών πριν από την καταχώριση της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου.

Ωστόσο, η εφαρμογή της πιο πάνω αρχής εξαρτάται πάντοτε από τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Στην υπό κρίση περίπτωση, η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής δεν αφορά σύνθετες οικονομικές συναλλαγές ή πραγματικά περιστατικά το άνομο των οποίων εξαρτάται κατ' ουσίαν από την παροχή εξηγήσεων εκ μέρους του υπόπτου, όπως η υπόθεση Έλληνα. Αντιθέτως, αφορά την ανεύρεση πυροβόλων όπλων, πυρομαχικών και ναρκωτικών σε συγκεκριμένο υποστατικό, δηλαδή κατοχή περιουσίας που από το νόμο απαγορεύεται καθώς και τη σύνδεση του κατηγορουμένου με τα ανευρεθέντα αντικείμενα μέσω της λοιπής μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιόν μας.

Περαιτέρω δεν μπορούμε να τονίσουμε τον θεωρητικό χαρακτήρα της θέσης του κ. Μερακλή και ευθέως αναφέρουμε ότι δεν μας υποδείχθηκε ποια συγκεκριμένη αθωωτική εκδοχή ο κατηγορούμενος 5 στερήθηκε της δυνατότητας να προβάλει κατά το ανακριτικό στάδιο, ούτε με ποιο τρόπο η έγκαιρη προβολή της θα μπορούσε να οδηγήσει σε διαφορετική ή πληρέστερη διερεύνηση εκ μέρους της Αστυνομίας. Η γενική επίκληση του δικαιώματος παροχής εξηγήσεων δεν αρκεί αφ' εαυτής για να καταδείξει ότι προκλήθηκε ουσιώδης βλάβη ή ότι επηρεάστηκε η δυνατότητα του κατηγορουμένου να υπερασπιστεί αποτελεσματικά τον εαυτό του κατά την ακροαματική διαδικασία.

Υπό τις περιστάσεις αυτές, δεν κρίνουμε ότι η μη ανάκριση του κατηγορουμένου 5 επί των συγκεκριμένων αδικημάτων, αφ' εαυτής ενεργοποιεί τις αρχές στις οποίες  αναφέρθηκε το Μόνιμο Κακουργιοδικείο Λεμεσού στην υπόθεση Έλληνα (ανωτέρω). Αν και εκ του περισσού να αναφέρουμε ότι ο κατηγορούμενος 5 διατηρεί, ασφαλώς, το δικαίωμα να προβάλει οποιαδήποτε υπερασπιστική εκδοχή κατά το στάδιο της υπεράσπισής του, όπως διατηρούσε το δικαίωμα να προβάλει την υπερασπιστική του γραμμή κατά την παράθεση της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής, η βασιμότητα της οποίας θα αξιολογηθεί υπό το φως του συνόλου της αποδεκτής μαρτυρίας.

 

Κατηγορούμενοι 3 και 5

 

Στρεφόμαστε τώρα στην επάρκεια της μαρτυρίας εναντίον των κατηγορουμένων 3 και 5 για όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν.

Ξεκινώντας από τις κατηγορίες 8-16, για σκοπούς στοιχειοθέτησης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης, κρίνουμε ότι η ενώπιόν μας μαρτυρία είναι επαρκής για το παρόν στάδιο της διαδικασίας. Η σύνδεσή αμφοτέρων των κατηγορουμένων 3 και 5 με τα επίδικα αδικήματα προκύπτει, μεταξύ άλλων, από τα ευρήματα γενετικού υλικού, όπως αυτά καταγράφονται στο Τεκμήριο 76 και στις σχετικές εκθέσεις, Τεκμήρια 76.1 έως 76.3. Από την ενώπιόν μας μαρτυρία προκύπτει ότι γενετικό υλικό του εντοπίστηκε σε αριθμό δειγμάτων που λήφθηκαν από το υποστατικό στη Δ., όπου ανευρέθηκαν, μεταξύ άλλων, τα πυροβόλα όπλα, τα ναρκωτικά και τα φυσίγγια. Κατά την κρίση μας, τα πιο πάνω στοιχεία αρκούν, για τους σκοπούς του παρόντος σταδίου, ώστε να θεμελιώσουν εκ πρώτης όψεως σύνδεση των κατηγορουμένων 3 και 5 με το επίδικο υποστατικό και τα αντικείμενα που εντοπίστηκαν σε αυτό και τούτο στη βάση και της μαρτυρίας που υπάρχει ενώπιον μας, πρόκειται για ένα μικρό λυόμενο υποστατικό με ελάχιστα διαχωριστικά μέρη, με το γενετικό υλικό αμφοτέρων των κατηγορουμένων 3 και 5 να εντοπίζεται σε μεγάλο αριθμό σημείων με αποτέλεσμα ο κατηγορούμενος 5 να είχε πλήρη πρόσβαση και έλεγχο εντός του υποστατικού να μην μπορεί να αποκλειστεί ως ενδεχόμενο στο πλαίσιο μόνο της αντικειμενικής θεώρησης της μαρτυρίας . Η τελική αποδεικτική αξία των ευρημάτων αυτών αποτελεί ζήτημα που θα αξιολογηθεί κατά το πέρας της δίκης, σε συνδυασμό με το σύνολο της λοιπής μαρτυρίας που αφορά το υποστατικό στη Δ., περιλαμβανομένης και της διαρρύθμισης του χώρου, της θέσης των αντικειμένων και των σημείων από τα οποία λήφθηκαν τα επιμέρους δείγματα γενετικού υλικού.

Σε ό,τι αφορά τις κατηγορίες 1-7, έχοντας εξετάσει το σύνολο της μαρτυρίας στην όψη της και χωρίς να υπεισερχόμαστε σε ζητήματα αξιοπιστίας ή τελικής αποδεικτικής αξιολόγησης, συντασσόμαστε με τη θέση του κ. Αντωνίου ότι έχει τεθεί επαρκής περιστατική μαρτυρία, ικανή να στοιχειοθετήσει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των κατηγορουμένων 3 και 5. Δεν παραγνωρίζουμε ότι η πραγματική αποδεικτική βαρύτητα της περιστατικής αυτής μαρτυρίας θα αναδειχθεί κατά το στάδιο της τελικής αξιολόγησης, όταν τα επιμέρους αποδεικτικά στοιχεία εξεταστούν μεμονωμένα και σε συνδυασμό μεταξύ τους. Στο παρόν στάδιο, το Δικαστήριο περιορίζεται στην εξέταση του κατά πόσον η ενώπιόν του μαρτυρία είναι τέτοια ώστε, εφόσον γίνει αποδεκτή, να μπορεί να στηρίξει καταδικαστική απόφαση.

Προς τον σκοπό αυτό, παρατηρούμε ότι υφίσταται μαρτυρία η οποία συνδέει τους κατηγορουμένους 3 και 5 με τα αδικήματα των κατηγοριών 1 έως 7. Ειδικότερα, από την ενώπιόν μας μαρτυρία προκύπτουν στοιχεία που αφορούν την παραλαβή και διακίνηση του φερόμενου ως κλοπιμαίου πράσινου οχήματος ων οχημάτων, την ταυτοποίηση του ως το όχημα που χρησιμοποιήθηκε από τους δράστες, καθώς και το γεγονός ότι εντός του συγκεκριμένου οχήματος ανευρέθηκαν παγούρι που περιείχε βενζίνη και άδειο πλαστικό μπουκάλι ίδιου τύπου με εκείνο που, σύμφωνα με τη μαρτυρία, χρησιμοποιήθηκε κατά τον εμπρησμό. Περαιτέρω, υπάρχει μαρτυρία ότι οι κατηγορούμενοι 3 και 5 μετέβησαν στο επίμαχο υποστατικό κατά την ίδια ημέρα και πριν από τη διάπραξη των αδικημάτων, παρατηρώντας τον χώρο. Τέλος στη βάση των όσων ο ΜΚ1 ισχυρίστηκε είχε την ευκαιρία να παρακολουθήσει εικόνες από πλάνα κλειστού κυκλώματος κατά την διάπραξη των αδικημάτων και στη βάση του σωματότυπου του δραστών ισχυρίστηκε ότι τούτοι φέρουν χαρακτηριστικά των κατηγορουμένων 3 και 5, μαρτυρία που ομοίως θα αξιολογηθεί στο κατάλληλο στάδιο.

Υπό το φως των αρχών που διέπουν την εξέταση υποβολής ότι δεν στοιχειοθετείται εκ πρώτης όψεως υπόθεση, κρίνουμε ότι τα πιο πάνω στοιχεία, εφόσον ληφθούν στην όψη τους, είναι επαρκή ώστε να οδηγήσουν στο συμπέρασμα ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποδείξει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των κατηγορουμένων 3 και 5 αναφορικά με το σύνολο με των κατηγοριών που αντιμετωπίζουν με την ίδια επισήμανση που γίνεται ανωτέρω, δηλαδή αναφορικά με την κατηγορία 7 καλούνται σε απολογία μόνο αναφορικά με το πράσινο όχημα.

 

Καταληκτικά η εισήγηση της υπεράσπισης για τον κατηγορούμενο 5 ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του για όλες τις κατηγορίες απορρίπτεται. Ο κατηγορούμενος 5 καλείται να προβάλει την υπεράσπιση του σε σχέση με το σύνολο των κατηγοριών που αντιμετωπίζει ως πιο πάνω διευκρινίζεται.

 

Η ταυτόσημη εισήγηση της υπεράσπισης για τον 1ον κατηγορούμενο πετυχαίνει σε σχέση με τις κατηγορίες 1-6 από τις οποίες αυτός αθωώνεται και απαλλάσσεται. Ο κατηγορούμενος 1 καλείται να προβάλει την υπεράσπιση του σε σχέση με την κατηγορία 7 ως πιο πάνω διευκρινίζεται.

 

Τέλος, ο κατηγορούμενος 3 καλείται να προβάλει την υπεράσπιση του σε σχέση με το σύνολο των κατηγοριών που αντιμετωπίζει ως πιο πάνω διευκρινίζεται.

 

 

(Υπ.)……………………………………

Δ. Θεοδώρου, Π.Ε.Δ.

 

 

(Υπ.)……………………………………

Ε. Ευθυμίου, Α.Ε.Δ.

 

 

(Υπ.)……………………………………

Γ. Ιωαννίδου-Παπά, Α.Ε.Δ.

 

Πιστόν Αντίγραφο

 

 

Πρωτοκολλητής

 

 



[1] κατά παράβαση του Άρθρου 217 του Ποινικού Κώδικα

[2] κατά παράβαση των Άρθρων 371 και 315(α) του Ποινικού Κώδικα

[3] κατά παράβαση των Άρθρων 20, 21 και 214(α) του Ποινικού Κώδικα

[4] κατά παράβαση των Άρθρων 20, 21 και 315(α) του Ποινικού Κώδικα

[5] κατά παράβαση των Άρθρων 2, 4 και 51 του πρώτου Παραρτήματος του περί Πυροβόλων και μη Πυροβόλων Όπλων

[6] κατά παράβαση του Άρθρου 92 του Ποινικού Κώδικα

[7] κατά παράβαση του Άρθρου 306(α) του Ποινικού Κώδικα

[8] κατά παράβαση των Άρθρων 2, 4, 51 και του πρώτου Παραρτήματος, μέρος 2, του περί Πυροβόλων και μη Πυροβόλων Όπλων Νόμου 113(Ι)/2004, όπως τροποποιήθηκε

[9] κατά παράβαση των Άρθρων 2, 23(α) και (β) του περί Πυροβόλων και μη Πυροβόλων Όπλων Νόμου 113(Ι)/2004,

[10] κατά παράβαση των Άρθρων 2 και 4 του περί Εκρηκτικών Υλών Νόμου, Κεφ. 54

[11] κατά παράβαση του Άρθρου 6(4) του περί Πυροβόλων και μη Πυροβόλων Όπλων Νόμου

[12] κατά παράβαση των Άρθρων 2, 3, 5, 6 (1, 3, 30 και 31(α) του πρώτου πίνακα και του τρίτου πίνακα του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου

[13] Πρακτική του 1962 (Practice Note (1962) 1 All ER 448, R. v. Hipson (1969) Cr. L.R. 85, R. v. Galbraith [1981] 2 All ER 1060, Azinas v. Police (1981) 2 CLR 9, Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου (1990) 2 ΑΑΔ 133, Παναγιώτου ν. Αστυνομίας (2000) 2 ΑΑΔ 191, Γεωργίου v. Αστυνομίας (2005) 2 ΑΑΔ 515, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Δράκου (2012) 2 ΑΑΔ 851, Mariano v. Αστυνομίας (2015) 2 ΑΑΔ 808, Ι.Π.Κ. Ηχοκίνηση Λτδ ν. Σιέγγερη (2016) 2 ΑΑΔ 851, Silver Leaf Developments Ltd v. Στυλιανού, ΠΕ 120/2019, 01.07.2021, ECLI:CY:AD:2021:B301, ECLI:CY:AD:2021:B301, Fowles v. A.M.G., ΠΕ 57/22, 08.05.2023, ECLI:CY:AD:2023:B152, ECLI:CY:AD:2023:B152, Νικολάου ν. Δημοκρατίας, ΠΕ 125/2021, 14.03.2024.

[14] Παναγιώτου κ.ά. v. Αστυνομίας (2000) 2 ΑΑΔ 191, Νικολάου ν. Δημοκρατίας, ΠΕ 125/2021, 14.03.2024.

[15] Απόφαση ημερομηνίας 15/05/2019

[16] 27.11.97 Crown Ct

[17] Τhird EditionDavid YoungMark Summers and David Corker


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο