Δημοκρατία ν. R. AL A., Αρ. Υπόθεσης: 2134/25, 30/7/2026
print
Τίτλος:
Δημοκρατία ν. R. AL A., Αρ. Υπόθεσης: 2134/25, 30/7/2026

ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ

ΕΝΩΠΙΟΝ:  Δ. Θεοδώρου, Π.Ε.Δ.

            Ε. Ευθυμίου, A.Ε.Δ.

            Γ. Ιωαννίδου-Παπά, Α.E.Δ.

                                                           

Αρ. Υπόθεσης: 2134/25

 

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

-v-

R. AL A.        

Κατηγορούμενος

 

 

Ημερομηνία: 30 Ιουλίου 2026.

 

Εμφανίσεις:

Για την Κατηγορούσα Αρχή: κος Μ. Κουτσόφτας

Για κατηγορούμενο: κος Κ. Ταμπούρλας

Κατηγορούμενος: Παρών

 

 

Α Π Ο ΦΑ Σ Η

 

Σκιαγράφηση του κατηγορητηρίου, παραδεκτά γεγονότα και η προσκομισθείσα μαρτυρία

 

Από τις 8 κατηγορίες που καταλογίζονται στον κατηγορούμενο, προέβηκε σε δήλωση παραδοχής σε ό,τι αφορά την πρώτη κατηγορία[1] και η διαδικασία προχώρησε σε ακρόαση για τις κατηγορίες 2‑8.

 

Ειδικότερα, σε σχέση με τον Περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόμο Κεφ.105 και των περί της Χωρικής Θάλασσας Νόμων, Ν.45/1964, ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει το αδίκημα της συνδρομής σε απαγορευμένο μετανάστη να εισέλθει στη Δημοκρατία[2] (κατηγορία 3), και της υποβοήθησης παράνομης εισόδου υπηκόων τρίτης χώρας στο έδαφος της Δημοκρατίας[3] (κατηγορία 4).

 

Αναφορικά με τη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών κατά του Διεθνικού Οργανωμένου Εγκλήματος, κατηγορείται για συμμετοχή σε λαθρεμπόριο μεταναστών[4], (κατηγορία 5) και για συμμετοχή σε οργανωμένη εγκληματική ομάδα[5] (κατηγορία 8).

 

Τέλος, σε σχέση με αδικήματα του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, κατηγορείται για το αδίκημα της μεταφοράς προσώπων δια της υδάτινης οδού με υπερφορτωμένο σκάφος[6], (κατηγορία 2), για το αδίκημα της συμμετοχής και αποδοχής διάπραξης εγκλημάτων στο πλαίσιο εγκληματικής ομάδας[7] (κατηγορία 6) και για το αδίκημα της συμμετοχής σε εγκληματική οργάνωση[8] (κατηγορία 7).

 

Μέσα από τις λεπτομέρειες των κατηγοριών, αυτό που ουσιαστικά αποδίδεται στον κατηγορούμενο είναι ότι στις 03.03.2025, ως πλοηγός της βάρκας, τέλεσε τα αδικήματα που αφορούν οι κατηγορίες 2, 3, 4 και 5. Του προσάπτεται επίσης ότι με την πράξη του να οδηγήσει τη βάρκα, συμμετείχε σε εγκληματική ομάδα δηλαδή συμμετείχε ενεργά, στη Σ., τον Λ. και τα Διεθνή χωρικά ύδατα, σε ποινικά κολάσιμες δραστηριότητες σχετιζόμενες με το λαθρεμπόριο μεταναστών ως το αντικείμενο των κατηγοριών 6, 7 και 8.

 

Η διαδικασία προχώρησε σε ακρόαση, στο πλαίσιο της οποίας το μεγαλύτερο μέρος του μαρτυρικού υλικού κατατέθηκε ως παραδεκτό γεγονός. Για την πλευρά της Κατηγορούσας Αρχής έδωσε μαρτυρία, ο A. I. (Μ.Κ.1), ενώ μετά που ο κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία, επέλεξε να δώσει μαρτυρία ενόρκως.

 

Κατατέθηκαν στο πλαίσιο της διαδικασίας, ως παραδεκτό γεγονός, το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 1-6, πλην συγκεκριμένων αναφορών στα Τεκμήρια 2, 3 και 4.

 

Ως Τεκμήρια 7.1 και 7.2 κατατέθηκαν η ανακριτική κατάθεση του κατηγορούμενου ημερομηνίας 05/03/2025 στη μητρική του γλώσσα και η πιστή μετάφραση της στα ελληνικά.

 

Μέσα από τα παραδεκτά γεγονότα, το κοινό έδαφος μπορεί να συνοψιστεί ως ακολούθως:

 

Στις 03.03.2025, λίγο μετά τα μεσάνυχτα, μέλη της Μονάδας Λιμενικής και Ναυτικής Αστυνομίας κλήθηκαν στον Ναυτικό Σταθμό Λεμεσού προς εκτέλεση υπηρεσίας, κατόπιν οδηγιών για άμεση διενέργεια θαλάσσιας περιπολίας, μετά από πληροφορία και διόπτευση αναφορικά με σκάφος σε κατάσταση κινδύνου στη θαλάσσια περιοχή βορειοανατολικά του Κάβο Γκρέκο.

 

Για τον σκοπό αυτό απέπλευσε η αστυνομική άκατος «Ποσειδών», επανδρωμένη με επταμελές πλήρωμα. Περί τις τρεις ώρες μετά τον απόπλου, εντοπίστηκε μικρό ταχύπλοο σκάφος, χωρίς υπερκατασκευές, μήκους περίπου επτά μέτρων, εφοδιασμένο με εσσωλέμβια μηχανή, το οποίο ήταν ακινητοποιημένο στη θάλασσα. Το σκάφος δεν έφερε όνομα, λιμένα νηολόγησης ή οποιοδήποτε άλλο διακριτικό στοιχείο ταυτοποίησης.

 

Στο σκάφος επέβαιναν δεκαοκτώ (18) πρόσωπα, όλοι άνδρες, οι οποίοι, βάσει των εξωτερικών χαρακτηριστικών και της ομιλίας τους, διαπιστώθηκε ότι ήταν αραβικής καταγωγής. Στη βάση του μεγέθους του μεγέθους του, το σκάφος ήταν έκδηλα υπερφορτωμένο και μη ασφαλές και, ως εκ τούτου, επικίνδυνο για τους επιβαίνοντες (βλ. Τεκμήριο 1).

 

Από τον έλεγχο που ακολούθησε, καθώς και από τις συνομιλίες με τους επιβαίνοντες, διαπιστώθηκε ότι το σκάφος είχε ακινητοποιηθεί λόγω μηχανικής βλάβης, γεγονός που είχε ως αποτέλεσμα την αδυναμία ολοκλήρωσης του ταξιδιού τους. Τα μέλη της Λιμενικής και Ναυτικής Αστυνομίας προέβησαν στη διάσωση όλων των επιβαινόντων, οι οποίοι διαπιστώθηκε ότι βρίσκονταν σε καλή κατάσταση της υγείας τους. Ακολούθως διενεργήθηκε έρευνα επί του σκάφους από το πλήρωμα της ακάτου.

 

Το ακυβέρνητο σκάφος ρυμουλκήθηκε από την άκατο «Ποσειδών». Ωστόσο, κατά τη διάρκεια της πορείας προς τον λιμένα, λόγω των επικρατουσών καιρικών συνθηκών, το ρυμουλκούμενο σκάφος ανετράπη και τελικώς βυθίστηκε.

 

Κατά τη διαδικασία καταγραφής των στοιχείων των διασωθέντων για σκοπούς ταυτοποίησης, ορισμένοι εξ αυτών δήλωσαν ότι είχαν αναχωρήσει από την Τουρκία με τελικό προορισμό την Κύπρο, ενώ άλλοι ανέφεραν ότι είχαν αναχωρήσει από τη Συρία, επίσης με τελικό προορισμό την Κύπρο.

 

Περί ώρα 18:00 της ίδιας ημέρας, η άκατος «Ποσειδών» κατέπλευσε στον Ναυτικό Σταθμό Λάρνακας, όπου οι διασωθέντες αποβιβάστηκαν και παραδόθηκαν στις αρμόδιες υπηρεσίες για τις περαιτέρω ενέργειες.

 

Με τη συνδρομή διερμηνέα καταγράφηκαν τα στοιχεία των διασωθέντων. Όλοι ήταν άνδρες και δήλωσαν ως χώρα καταγωγής τους τη Σ. Ο κατηγορούμενος δήλωσε τα πλήρη προσωπικά του στοιχεία και ως χώρα καταγωγής τη Σ., χωρίς, ωστόσο, να κατέχει οποιοδήποτε επίσημο έγγραφο προς επιβεβαίωση της ταυτότητάς του (βλ. Τεκμήριο 2).

 

Μετά την ολοκλήρωση των ανακρίσεων από μέλη της Αστυνομικής Διεύθυνσης Λάρνακας, εξασφαλίστηκε δικαστικό ένταλμα σύλληψης εναντίον του κατηγορουμένου για αδικήματα που αφορούν παραβάσεις της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών κατά του Διεθνικού Οργανωμένου Εγκλήματος. Ο κατηγορούμενος συνελήφθη, αφού προηγουμένως τηρήθηκαν όλες οι προβλεπόμενες από τον νόμο διαδικασίες.

 

Κατά τη σύλληψή του, ο κατηγορούμενος προέβη στην ακόλουθη δήλωση:

«Έδωσα και εγώ 3.000 δολάρια. Οδήγησαν και άλλοι τη βάρκα

 

Ακολούθως, ο Αστυφύλακας 1591 Στέφανος Χ''Γεωργίου προέβη στη λήψη των βιομετρικών στοιχείων του κατηγορουμένου. Ο τελευταίος άσκησε το δικαίωμά του να τύχει νομικής συμβουλής πριν από τη λήψη της ανακριτικής του κατάθεσης.

 

Στη συνέχεια, κατόπιν της συγκατάθεσης του κατηγορουμένου, η οποία παρασχέθηκε παρουσία της συνηγόρου του, παραλήφθηκε ως τεκμήριο από τον ίδιο αστυφύλακα, το κινητό τηλέφωνο του κατηγορουμένου, ήτοι συσκευή μάρκας Samsung Galaxy A15, μπλε χρώματος.

 

Το σύνολο των πιο πάνω γεγονότων στη βάση της παραδεκτής μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, υιοθετείται ως εύρημα του Δικαστηρίου.

 

Επιπλέον, τα πιο κάτω αποτελούν το ουσιώδες περιεχόμενο της ανακριτικής κατάθεσης του κατηγορουμένου, όπως αυτή τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου.

 

Στην ανακριτική του κατάθεση, ο κατηγορούμενος ανέφερε ότι ασχολείται επαγγελματικά με το βάψιμο επίπλων, ότι είναι έγγαμος και πατέρας τεσσάρων παιδιών. Παράλληλα, αρνήθηκε οποιαδήποτε σχέση ή ανάμειξη με τα πρόσωπα για τα οποία ερωτήθηκε κατά την ανάκριση, καθώς και οποιαδήποτε εμπλοκή του στα γεγονότα που διερευνώνταν αναφορικά με τη μεταφορά των μεταναστών στην Κυπριακή Δημοκρατία. Θέση του περιορίστηκε στον ισχυρισμό ότι ήταν απλός επιβάτης του σκάφους και ότι είχε καταβάλει το ποσό των 3.000 δολαρίων Ηνωμένων Πολιτειών ως κόμιστρο για τη μεταφορά του.

 

Περαιτέρω, ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε ότι η πραγματική χώρα καταγωγής του είναι ο Λ. Εξήγησε δε ότι, κατά τη διαδικασία καταγραφής των στοιχείων του μετά τη διάσωσή του στο λιμάνι, δήλωσε ψευδώς ως χώρα καταγωγής τη Σ., ισχυριζόμενος ότι ενήργησε κατ' αυτόν τον τρόπο από φόβο μήπως επιστραφεί στον Λ.

 

H Ακροαματική Διαδικασία

 

Ο Μ.Κ.1 A. I., αναγνώρισε και υιοθέτησε ενόρκως την κατάθεση που έδωσε  στην αστυνομία στη μητρική του γλώσσα Έγγραφο Α.1 (σε ελληνική μετάφραση, Έγγραφο Α.2). Ο μάρτυρας γενικότερα ανέφερε ότι κατάγεται από τη Σ., είναι έγγαμος και πατέρας πέντε ανήλικων τέκνων και ότι αποφάσισε να μεταβεί στην Κυπριακή Δημοκρατία με σκοπό την εξεύρεση εργασίας και την εξασφάλιση οικονομικών πόρων για τη συντήρηση της οικογένειάς του. Όπως κατέθεσε, η μεταφορά του στην Κύπρο οργανώθηκε μέσω του πατέρα του, ο οποίος κατέβαλε το ποσό των 3.000 δολαρίων Ηνωμένων Πολιτειών ως κόμιστρο σε διαμεσολαβητή για τη θαλάσσια μεταφορά του στην Κύπρο.

 

Ειδικότερα, ανέφερε ότι, στις 27.02.2025, αναχώρησε από το χωριό του και μεταφέρθηκε στην πόλη Α. της Σ. Από εκεί, με τη χρήση ταξί και με τη βοήθεια προσώπου του οποίου τα στοιχεία δεν γνώριζε, μεταφέρθηκε στον Λ. Εκεί παρέμεινε, μαζί με ακόμη εννέα άτομα, σε οικία όπου τους δόθηκαν οδηγίες να παραμείνουν μέχρι νεότερης ειδοποίησης.

 

Ισχυρίστηκε ότι, κατά τις νυκτερινές ώρες της 01.03.2025 (Σάββατο), λίγο πριν τα μεσάνυχτα, δύο άγνωστα πρόσωπα τους επιβίβασαν σε όχημα και τους μετέφεραν σε παραλιακή περιοχή, όπου επρόκειτο να αναχωρήσουν δια θαλάσσης. Εκεί επιβιβάστηκαν σε πλαστική λέμβο μήκους περίπου έξι μέτρων και ακολούθησαν ακόμη επτά πρόσωπα. Ο κατηγορούμενος ήταν ο οδηγός της βάρκας.

 

Περαιτέρω, κατέθεσε ότι κατά τις βραδινές ώρες της Κυριακής, η μηχανή της βάρκας έπαυσε να λειτουργεί, ενώ ταυτόχρονα στην λέμβο άρχισε να εισρέει νερό, το οποίο, οι επιβαίνοντες προσπάθησαν να απομακρύνουν χρησιμοποιώντας πλαστικά μπουκάλια, μέχρις ότου, λίγες ώρες αργότερα, εντοπίστηκαν από σκάφος της Αστυνομίας και μεταφέρθηκαν με ασφάλεια στην Κυπριακή Δημοκρατία.

 

Κατά την αντεξέτασή του, ο μάρτυρας εξετάστηκε εκτενώς επί του συνόλου της μαρτυρίας του. Προέκυψε μέσα από την αντεξέταση, ότι, ο Μ.Κ.1 είδε τον κατηγορούμενο για πρώτη φορά μόνον κατά την επιβίβασή του στη λέμβο, ο οποίος αφού τους καταμέτρησε, ανέλαβε πρώτος την πλοήγηση της λέμβου. Περαιτέρω διευκρινίστηκε στα πλαίσια της αντεξέτασης, ότι ουδέποτε είχε δει τον κατηγορούμενο κατά το προηγούμενο χρονικό διάστημα της παραμονής του στον Λ. ή κατά τη μεταφορά του προς την παραλία. Ανέφερε επίσης ότι, κατά τη διάρκεια της περίπου τριήμερης παραμονής του στην οικία όπου διέμεναν πριν από την αναχώρηση, τόσο ο ίδιος όσο και οι λοιποί αλλοδαποί, τελούσαν υπό αυστηρούς περιορισμούς, χωρίς να τους επιτρέπεται να εξέλθουν της οικίας ή ακόμη και να ανοίξουν τις κουρτίνες των παραθύρων.

 

Ο κατηγορούμενος, όπως έχει ήδη αναφερθεί, κατέθεσε ενόρκως προς υπεράσπισή του. Κατά την κυρίως εξέτασή του αναγνώρισε και υιοθέτησε το περιεχόμενο της έγγραφης δήλωσης που ο ίδιος συνέταξε στη μητρική του γλώσσα (Έγγραφο Β), καθώς και της επίσημης μετάφρασής της στην ελληνική γλώσσα (Έγγραφο Β1).

 

Κατέθεσε ότι κατάγεται από τον Λ. και εργάζεται ως βαφέας επίπλων. Ήταν η θέση του ότι, κατά τη διάρκεια του ταξιδιού, χειρίστηκε τη λέμβο, όπως έπραξαν και άλλοι επιβαίνοντες, πλην όμως μόνο για χρονικό διάστημα περίπου δύο ωρών. Αρνήθηκε ότι εισέπραξε οποιοδήποτε χρηματικό ποσό ως κόμιστρο ή ότι είχε οποιαδήποτε συμμετοχή ή ανάμειξη σε εγκληματική οργάνωση ή οργανωμένη εγκληματική ομάδα. Αντιθέτως, υποστήριξε ότι και ο ίδιος ήταν ένας εκ των μεταναστών που επιθυμούσαν να μεταβούν στην Κυπριακή Δημοκρατία προς εξεύρεση εργασίας και ότι, όπως και οι λοιποί επιβαίνοντες, κατέβαλε το ποσό των €3.000 ως κόμιστρο για τη μεταφορά του, με σκοπό να εργαστεί και να συνδράμει οικονομικά για την συντήρηση της οικογένειάς του.

 

Κατά την αντεξέτασή του εξετάστηκε επί του συνόλου της εκδοχής που προέβαλε. Η αντεξέταση επικεντρώθηκε κυρίως αφενός στην οικονομική του κατάσταση και στην προέλευση των χρηματικών ποσών που, κατά τους ισχυρισμούς του, κατέβαλε για τη μεταφορά του και, αφετέρου, στις δηλώσεις στις οποίες προέβη προς τα μέλη της Αστυνομίας σε σχέση με την καταγωγή του μετά την επιχείρηση διάσωσης και μεταφοράς των επιβαινόντων στην Κυπριακή Δημοκρατία.

 

Μετά το πέρας της μαρτυρίας, η σκυτάλη δόθηκε στον εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής και τον συνήγορο της Υπεράσπισης, οι οποίοι κατέθεσαν και υιοθέτησαν γραπτές αγορεύσεις, καταλήγοντας, ως αναμένετο, σε εκ διαμέτρου αντίθετα αποτελέσματα και εισηγήσεις.

 

Έχουμε μελετήσει το σύνολο των αναφορών των ευπαίδευτων δικηγόρων, τις οποίες δεν κρίνουμε πρόσφορο να επαναλάβουμε. Εν συντομία, στην τελική του αγόρευση ο κύριος Κουτσόφτας υποστηρίζει, με αναφορά στην μαρτυρία, ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποδείξει την υπόθεση της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, ενώ στον αντίποδα, ο κύριος Ταμπούρλας, με αναφορά στα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος, εισηγείται ότι δεν έχει αποδειχθεί καμία εκ των κατηγοριών 2-8.

 

Αξιολόγηση Μαρτυρίας

 

Κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον μας, αξιοποιήσαμε το πλεονέκτημα που παρέχει η ζωντανή διαδικασία της δίκης, καθώς το Δικαστήριο βρίσκεται σε προνομιακή θέση να παρακολουθεί, να ακούει και να εκτιμά άμεσα τους μάρτυρες που καταθέτουν[9]. Εξετάσαμε προσεκτικά το περιεχόμενο της μαρτυρίας κάθε μάρτυρα, λαμβάνοντας υπόψη, μεταξύ άλλων, το στάδιο κατά το οποίο προέκυψε η κατάθεσή του, την πηγή και την αξιοπιστία της γνώσης του, τυχόν προσωπικό συμφέρον ή προκατάληψη, τις δυνατότητές του να αντιληφθεί τα επίδικα γεγονότα, τη μνημονική του ικανότητα, καθώς και τους λόγους για τους οποίους ήταν σε θέση να ανακαλεί ή να πιστεύει τα περιστατικά που περιέγραψε.

 

Συνεκτιμήσαμε, επίσης, τη σαφήνεια, την αμεσότητα και τη συνοχή των απαντήσεών του, καθώς και τυχόν υπερβολές, αντιφάσεις ή ανακολουθίες, τις οποίες διακρίναμε από τις επουσιώδεις αποκλίσεις. Λάβαμε ακόμη υπόψη τη γενικότερη ειλικρίνειά του και τον τρόπο με τον οποίο παρουσίασε τα γεγονότα. Παράλληλα, αποφύγαμε να προσδώσουμε δυσανάλογη βαρύτητα στα εξωτερικά γνωρίσματα της συμπεριφοράς των μαρτύρων κατά την κατάθεσή τους. Αναγνωρίσαμε ότι η εικόνα που παρουσιάζει ένας μάρτυρας δεν αντανακλά κατ’ ανάγκην την πραγματική αξιοπιστία του και ότι η συμπεριφορά του στο εδώλιο ενδέχεται να οφείλεται σε ποικίλους παράγοντες, οι οποίοι δεν συνδέονται απαραιτήτως με πρόθεση ψεύδους ή παραπλάνησης.

 

Κατά την αποτίμηση της μαρτυρίας δεν περιοριστήκαμε στην αυτοτελή αξιολόγηση της αξιοπιστίας κάθε μάρτυρα, αλλά εξετάσαμε το σύνολο των καταθέσεων σε συνδυασμό με την υπόλοιπη αποδεικτική ύλη, προβαίνοντας σε συγκριτική αξιολόγηση όλων των σχετικών στοιχείων.

 

Επιπρόσθετα, επισημαίνεται ότι η αποδοχή ενός μάρτυρα ως αξιόπιστου, δεν συνεπάγεται αυτομάτως ότι κάθε στοιχείο της κατάθεσής του διαθέτει και αντίστοιχη αποδεικτική ισχύ. Η γενική αξιοπιστία ενός μάρτυρα αποτελεί διαφορετικό ζήτημα από την αποδεικτική βαρύτητα της συγκεκριμένης μαρτυρίας του, καθώς τα δύο αυτά στοιχεία δεν ταυτίζονται πάντοτε[10].

 

Περαιτέρω, κρίνεται σκόπιμο να υπομνησθεί ότι οι ισχυρισμοί και οι υποβολές των συνηγόρων, εφόσον δεν υποστηρίζονται από την προσκόμιση σχετικής αποδεικτικής μαρτυρίας, στερούνται αυτοτελούς αποδεικτικής αξίας και παραμένουν απλοί ισχυρισμοί[11].

 

Με βάση τις πιο πάνω αρχές προχωρούμε στην αξιολόγηση του συνόλου της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον μας.

 

Μ.Κ.1

 

To μεγαλύτερο εύρος της μαρτυρίας του Μ.Κ.1, τουτέστιν ο τρόπος που προγραμματίστηκε και έγινε το ταξίδι, το ύψος του κομίστρου που κατέβαλε και οι συνθήκες κάτω από τις οποίες ταξίδεψε, δεν αμφισβητείται. Η ουσιώδης, για σκοπούς της παρούσας, όμως, θέση του M.K.1, η οποία εκφράστηκε μεν με βεβαιότητα, ότι ο Κατηγορούμενος παρέμεινε ο μοναδικός χειριστής της λέμβου καθ' όλη τη διάρκεια του ταξιδιού, δεν συνάδει με τα διδάγματα της κοινής λογικής και της ανθρώπινης εμπειρίας, λαμβανομένης ιδίως υπόψη της αποδεκτής, κατά τα άλλα, μεγάλης διάρκειας του ταξιδιού και των συνθηκών υπό τις οποίες αυτό πραγματοποιήθηκε. Κατά την αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων, το Δικαστήριο οφείλει να συνεκτιμά όχι μόνο το περιεχόμενο της μαρτυρίας και τον τρόπο με τον οποίο αυτή δίδεται, αλλά και κατά πόσο η εκδοχή που προβάλλεται είναι συμβατή με τα διδάγματα της κοινής λογικής, της ανθρώπινης εμπειρίας και τις πιθανότητες των πραγμάτων. Η κοινή λογική δεν αποτελεί αυτοτελές αποδεικτικό μέσο, ούτε μπορεί να υποκαταστήσει την άμεση μαρτυρία ή τα αντικειμενικά αποδεικτικά στοιχεία. Αποτελεί, όμως, θεμιτό κριτήριο ελέγχου της αξιοπιστίας μιας μαρτυρικής εκδοχής και της εσωτερικής και εξωτερικής της συνοχής. Η αξιολόγηση της αξιοπιστίας ενός μάρτυρα δεν εξαρτάται αποκλειστικά από τον τρόπο με τον οποίο αυτός καταθέτει ή από τη βεβαιότητα με την οποία υποστηρίζει την εκδοχή του. Αποτελεί πάγια αρχή του αγγλικού δικαίου ότι η μαρτυρία πρέπει να αξιολογείται υπό το φως του συνόλου του αποδεικτικού υλικού, των πιθανοτήτων της υπόθεσης και των διδαγμάτων της κοινής λογικής και της ανθρώπινης εμπειρίας.

 

Όπως επισημάνθηκε στην απόφαση Onassis and Calogeropoulos v Vergottis[12], η αξιολόγηση της αξιοπιστίας υπερβαίνει την απλή παρατήρηση της συμπεριφοράς του μάρτυρα και απαιτεί τη συνεκτίμηση των αντικειμενικών γεγονότων και των πιθανοτήτων των πραγμάτων. Ομοίως, στην R v Turner[13], το Αγγλικό Εφετείο αναγνώρισε ότι τα δικαστήρια δικαιούνται να αξιοποιούν την κοινή ανθρώπινη εμπειρία «ordinary human experience» κατά την εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, ενώ στην R v E[14] υπογράμμισε ότι υπάρχουν ζητήματα τα οποία δεν απαιτούν εξειδικευμένη γνώση αλλά μπορούν να κριθούν με βάση την κοινή λογική.

 

H ίδια προσέγγιση υιοθετήθηκε και μέσα από τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Η κοινή λογική αποτελεί αναπόσπαστο στοιχείο της δικαστικής αξιολόγησης της μαρτυρίας και της εξαγωγής συμπερασμάτων από τα αποδεδειγμένα γεγονότα. Δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις στις οποίες το Ανώτατο Δικαστήριο παρενέβη ανατρέποντας πρωτόδικες αποφάσεις, επειδή τα συμπεράσματα στα οποία κατέληξαν τα πρωτόδικα Δικαστήρια δεν ήταν συμβατά με την κοινή λογική ή δεν υποστηρίζονταν ευλόγως από το αποδεικτικό υλικό. Ενδεικτικά, στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Κυριάκου[15] κρίθηκε ότι η πρωτόδικη αξιολόγηση δεν ήταν ιδιαίτερα ελκυστική στην κοινή λογική, ενώ στις υποθέσεις Ισιδώρου ν. GM Christofi Enterprises Ltd και Άλλης[16] και Maifoshis ν. The Police[17], το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι είτε τα ευρήματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου αντίκειντο στην κοινή λογική, είτε ότι τα αποδεδειγμένα περιστατικά θα έπρεπε εύλογα να είχαν οδηγήσει σε διαφορετική κατάληξη.

 

Βεβαίως, η επίκληση της κοινής λογικής ως κριτηρίου ελέγχου της ορθότητας ενός δικαστικού συλλογισμού, δεν μπορεί να γίνεται κατά τρόπο αφηρημένο ή αποκομμένο από τα ιδιαίτερα περιστατικά κάθε υπόθεσης. Αντιθέτως, η ορθότητα ή μη της εφαρμογής της εξαρτάται από τα συγκεκριμένα γεγονότα, τις συνθήκες και τις ιδιομορφίες της εκάστοτε υπόθεσης. Συνεπώς, συμπεριφορά η οποία, υπό ορισμένες περιστάσεις, θα μπορούσε να θεωρηθεί απολύτως συμβατή με την κοινή λογική, ενδέχεται, υπό διαφορετικά πραγματικά δεδομένα, να οδηγεί σε αντίθετο συμπέρασμα, ακριβώς επειδή οι ιδιαίτερες συνθήκες της κάθε περίπτωσης διαφοροποιούν την ερμηνεία και την αξιολόγηση των ανθρώπινων αντιδράσεων και συμπεριφορών[18].

 

Υπό το πρίσμα των πιο πάνω αρχών, η εκδοχή του Μ.Κ.1 ότι ο κατηγορούμενος παρέμεινε ο μοναδικός χειριστής της λέμβου επί περίπου (κατά το ελάχιστον) είκοσι τέσσερις συνεχόμενες ώρες και κατά το μέγιστο, ήτοι μέχρι την επιχείρηση διάσωσης, 40 ώρες αποτελεί ακροασφαλές υπόβαθρου για την εξαγωγή ασφαλούς ευρήματος. Η εκδοχή αυτή δεν συνάδει με τα διδάγματα της κοινής λογικής και της ανθρώπινης εμπειρίας, λαμβανομένων υπόψη της διάρκειας του ταξιδιού, των επικρατουσών θαλάσσιων συνθηκών και των φυσικών ορίων της ανθρώπινης αντοχής, για την οποία θεωρούμε ότι δεν απαιτείται εξειδικευμένη μαρτυρία. Τοιουτοτρόπως, δεν αποδεχόμαστε και τη θέση που ο ίδιος ο Μ.Κ.1 ανέφερε, ότι και ο ίδιος, καθ’ όλη τη διάρκεια του ταξιδιού, ήταν συνεχώς ξύπνιος. Δεχόμαστε όμως τη θέση του Μ.Κ.1 ότι, το πρώτο άτομο που οδήγησε τη βάρκα ήταν ο κατηγορούμενος και ότι ο κατηγορούμενος ήταν το άτομο που χειριζόταν τη βάρκα όταν αυτή σταμάτησε να λειτουργεί, καθώς επίσης και το λοιπό μέρος της μαρτυρίας του. Γενικότερα, ο μάρτυρας αυτός άφησε πολύ καλή εντύπωση, χωρίς να διαφανεί η οποιαδήποτε διάθεση να ψευδορκήσει και, σαφώς, χωρίς να φανεί ότι είχε οποιοδήποτε αλλότριο κίνητρο για τη μαρτυρία του εναντίον του κατηγορούμενου. Τουναντίον, μάλιστα,  εντοπίσαμε ότι ο μάρτυρας ανέφερε χωρίς ίχνος ενδοιασμού ότι δεν γνώριζε εάν ο κατηγορούμενος ήταν μέλος της άλλης ομάδας, των 7 ατόμων που έφτασαν στο σημείο αναχώρησης μετά τη δική του ομάδα, χωρίς φυσικά να μας διαφεύγει ότι, μαζί με τον κατηγορούμενο, οι επιβαίνοντες της βάρκας ήταν 18 άτομα.

 

Ο Κατηγορούμενος

 

Στρεφόμαστε στον κατηγορούμενο. Η αντεξέταση του κατηγορουμένου επικεντρώθηκε αφενός στην οικονομική του κατάσταση και αφετέρου στις δηλώσεις στις οποίες προέβη προς τις αστυνομικές αρχές αμέσως μετά τη διάσωση των επιβαινόντων στη βάρκα. Ως προς την οικονομική του κατάσταση, ο κατηγορούμενος ανέφερε ότι οι μηνιαίες απολαβές του ανέρχονταν σε 300 δολάρια, ενώ οι μηνιαίες ανάγκες της οικογένειάς του υπερέβαιναν τα 1000 δολάρια. Υπό το φως των πιο πάνω δεδομένων, ο κ. Κουτσόφτας υπέβαλε στον κατηγορούμενο ότι δεν ήταν εύλογο να είχε κατορθώσει να εξασφαλίσει το απαιτούμενο ποσό για τη μετάβασή του στην Κύπρο. Ο κατηγορούμενος απάντησε ότι το σχετικό ποσό το είχε εξασφαλίσει μέσω δανεισμού από φίλους του, προκειμένου να καταβάλει το κόμιστρο του ταξιδιού. Από μόνη της η αδυναμία να δοθεί ικανοποιητική εξήγηση από τον μάρτυρα για τον τρόπο που θα διασφαλιζόταν η πληρωμή του κομίστρου του και η αποπληρωμή του χρέους προς τους δανειστές του, αν και δεν κρίνεται πειστική, φρονούμε ότι λίγη επίδραση θα μπορούσε να έχει στην αξιολόγηση της μαρτυρίας του. Σε συνδυασμό όμως με τη διάσταση που παρατηρείται στις θέσεις του αναφορικά με το κόμιστρο, θεωρούμε ότι πλήττουν σφόδρα την αξιοπιστία του. Στην κατάθεσή του ενώπιον του Δικαστηρίου (Έγγραφο Β), ο κατηγορούμενος αναφέρει ότι αυτός πλήρωσε 3 χιλιάδες ευρώ για το ταξίδι του. Η εν λόγω θέση του έρχεται σε αντίθεση τόσο με την απάντηση που έδωσε κατά την εκτέλεση του εντάλματος σύλληψης εναντίον του (Τεκμήριο 6) όσο και με τη θέση που έδωσε στην ανακριτική του κατάθεση (Τεκμήριο 7.1 στην Αραβική και σε Ελληνική μετάφραση, Τεκμήριο 7.2) και συγκεκριμένα στην ερώτηση και απάντηση 21 όπου ανέφερε ότι πλήρωσε 3 χιλιάδες δολάρια για τη μεταφορά του στην Κύπρο. Αυτή η ανακολουθία σε ό,τι αφορά το είδος του νομίσματος θα μπορούσε, υπό διαφορετικές περιστάσεις, να χαρακτηριστεί ως δευτερεύουσας σημασίας. Στην παρούσα υπόθεση όμως, σε συνδυασμό με την ανωτέρω διαπίστωση περί της δυνατότητάς καταβολής του κομίστρου που δεν έπεισε, το ζήτημα αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα και οι μεταβαλλόμενες θέσεις του κατηγορουμένου, έχουν πλήξει την αξιοπιστία του σφόδρα. Αναμενόταν από τον κατηγορούμενο, που ως αιτιάται είναι ένας βιοπαλαιστής που η δεινή οικονομική του κατάσταση τον ανάγκασε να εγκαταλείψει την οικογένεια του, να μπορεί να θυμάται επακριβώς το είδος του νομίσματος στο οποίο κατέβαλε το κόμιστρο, και κατά συνέπεια και το ακριβές χρέος του προς τους δανειστές του. Εν πάση περιπτώσει, ο ισχυρισμός του κατηγορούμενου ότι κατέβαλε 3 χιλιάδες ευρώ προς τους διακινητές με σκοπό να μεταφερθεί στη Δημοκρατία, δεν συμβαδίζει με τον τρόπο δράσης των διακινητών, ως αυτός εξάγεται από τα όσα σχετικά ανέφερε ο Μ.Κ.1, τα οποία και δεν αμφισβητήθηκαν από την Υπεράσπιση, στη βάση των οποίων η καταβολή του κομίστρου γίνεται μετά την επιτυχή μετάβαση του μεταφερόμενου στον προορισμό του, και τούτο, προφανώς, εν είδει διασφάλισης κινήτρου από πλευράς των διακινητών για σκοπούς επιτυχούς κατάληξης του ταξιδιού. Για τους λόγους αυτούς, ο ισχυρισμός του κατηγορούμενου ότι για την μεταφορά του στην Κύπρο μέσω της επίδικης βάρκας κατέβαλε στους διακινητές οικονομικό κόμιστρο, δεν μπορεί να γίνει δεκτός.

 

Αυτή όμως δεν είναι η μόνη πτυχή για την οποία αποφασίσαμε να κρίνουμε τον κατηγορούμενο ως αναξιόπιστο μάρτυρα.

 

Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται και στις αντιφάσεις που παρατηρήθηκαν στις δηλώσεις του κατηγορουμένου αναφορικά με την καταγωγή του. Η συνολική εικόνα που παρουσίασε επί του ζητήματος αυτού, ήταν ιδιαιτέρως δυσμενής για τον κατηγορούμενο.

 

Ειδικότερα, κατά την αρχική συλλογή πληροφοριών από τα μέλη του πληρώματος διάσωσης, ο κατηγορούμενος δήλωσε ότι κατάγεται από τη Σ. Ακολούθως, κατά τη λήψη της ανακριτικής του κατάθεσης, όταν του τέθηκε ευθέως ότι η πραγματική χώρα καταγωγής του είναι ο Λ., παραδέχθηκε ότι είχε δηλώσει ψευδώς ως χώρα καταγωγής του τη Σ. Ως αιτιολογία προέβαλε ότι φοβόταν πως, εάν αποκάλυπτε ότι κατάγεται από τον Λίβανο, οι αρχές θα τον επέστρεφαν εκεί, όπου, κατά τους ισχυρισμούς του, κινδύνευε η ζωή του λόγω της εμπόλεμης κατάστασης.

 

Παρά ταύτα, ενώπιον του Δικαστηρίου διαφοροποίησε εκ νέου τη θέση του. Όταν του υποβλήθηκε ότι είχε ήδη παραδεχθεί πως ψευδώς δήλωσε ότι κατάγεται από τη Σ., απάντησε ότι δεν είχε πει ψέματα και, στη συνέχεια, ισχυρίστηκε ότι είναι τόσο Σ. όσο και Λ., προσθέτοντας ότι μεγάλωσε στον Λ. και ότι είχε επισκεφθεί τη Σ. μόνο μία φορά.

 

Η εκδοχή αυτή, δεν συνάδει ούτε με τα όσα ο ίδιος είχε δηλώσει κατά την αρχική προφορική του ανάκριση από τις αρχές, ούτε με τα όσα παραδέχθηκε στη συνέχεια κατά την ανακριτική του κατάθεση. Πρόκειται για εμφανή μεταβολή των δύο αυτών (συγκρουόμενων, εν πάση περιπτώσει, μεταξύ τους), θέσεων του, επί ενός ουσιώδους ζητήματος, η οποία δεν συνοδεύτηκε από οποιαδήποτε εύλογη ή πειστική εξήγηση.

 

Η συμπεριφορά αυτή οδηγεί, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, σε δύο σημαντικά συμπεράσματα.

 

Πρώτον, ο κατηγορούμενος επιδίωξε εξαρχής να αποκρύψει από τις αρχές ότι αποτελούσε το μοναδικό πρόσωπο μεταξύ των επιβαινόντων που δεν καταγόταν από τη Σ. Από το σύνολο της ενώπιον του Δικαστηρίου αποδεκτής μαρτυρίας, προκύπτει ότι όλοι οι ενήλικοι επιβαίνοντες ανακρίθηκαν από την Α.Δ.Ε., όπως καταγράφεται στα Τεκμήρια 3 και 4, και όλοι δήλωσαν ως χώρα καταγωγής τους τη Σ. Ο ίδιος ο κατηγορούμενος εντάχθηκε αρχικά στην ίδια κατηγορία, αποκρύπτοντας την πραγματική του καταγωγή. Στη συνέχεια παραδέχθηκε το ψευδές της αρχικής δήλωσής του και επιχείρησε να το δικαιολογήσει επικαλούμενος φόβο επιστροφής στον Λ. Εντούτοις, ενώπιον του Δικαστηρίου, εγκατέλειψε και αυτή ακόμη την εκδοχή, προβάλλοντας για πρώτη φορά τον ισχυρισμό περί διπλής καταγωγής. Η διαδοχική αυτή μεταβολή των ισχυρισμών του δεν μπορεί να θεωρηθεί ως αποτέλεσμα σύγχυσης ή λανθασμένης έκφρασης. Αντιθέτως, καταδεικνύει πρόθεση προσαρμογής της εκδοχής του ώστε να καλύψει αμφότερες τις αναφορές του.

 

Κρίνουμε ακόμα σημαντικό να τονίσουμε ότι, ο ισχυρισμός του Μ.Κ.1 ότι κατά την επιβίβασή του στη βάρκα, το πρόσωπο που βρισκόταν στο τιμόνι, ως οδηγός και χειριστής τούτης, ήταν ο κατηγορούμενος, στην ουσία, δεν αμφισβητήθηκε. Εκείνο που επιδιώχθηκε μέσω του συνηγόρου Υπεράσπισης ήταν να καταδειχθεί ότι η όποια τυχόν ενέργεια του κατηγορούμενου να οδηγήσει και ή γενικότερα να χειριστεί τον έλεγχο της βάρκας, ήταν το αποτέλεσμα συνεργασίας όλων των επιβαινόντων τούτης, με μόνο σκοπό την διασφάλιση της επιτυχίας του ταξιδιού και δη την άφιξή τους στη Δημοκρατία. Ο ανάλογος, ωστόσο, ισχυρισμός του κατηγορούμενου, ως αυτός εμφαίνεται στο Έγγραφο Β (Δήλωσή του), θέλει τον ίδιο να ενεργεί ως οδηγός και ή χειριστής της βάρκας μόνο κατόπιν απαίτησης συνεπιβατών του, αφήνοντας να εννοηθεί ότι τέτοιες ενέργειές του έλαβαν χώρα σε κάποιο προχωρημένο στάδιο ταξιδιού, και όχι από την εκκίνηση του. Ελλείπει δε από τη μαρτυρία του κατηγορούμενου οποιαδήποτε θέση που να θέλει τους συνεπιβάτες του στη βάρκα να του έχουν ζητήσει να βοηθήσει ως προς τον χειρισμό και ή οδήγηση τούτης πέραν της μίας φοράς. Ωστόσο, ο ισχυρισμός του Μ.Κ.1 ότι ο κατηγορούμενος ήταν το πρόσωπο που επιδίωκε να θέσει εκ νέου σε λειτουργία τη μηχανή της βάρκας μετά που παρουσίασε μηχανικό πρόβλημα, επίσης δεν αμφισβητήθηκε από πλευράς της Υπεράσπισης.

 

Ένας άλλος ισχυρισμός του Μ.Κ.1, ο οποίος δεν αμφισβητήθηκε από την Υπεράσπιση, ήταν αυτός που θέλει τον κατηγορούμενο, ακριβώς πριν τον απόπλουν της βάρκας, να καταμετρά τους επιβαίνοντες, ενέργεια που δεν συμβαδίζει με την ιδιότητα που ο κατηγορούμενος επιδίωξε να αποδώσει στον εαυτό του, και δη αυτήν του απλού επιβάτη που κατέβαλε κόμιστρο για να καταφέρει να καταφθάσει στη Δημοκρατία.

 

Οι τρεις τελευταίες πιο πάνω παρατηρήσεις μας σε σχέση με τη μαρτυρία του κατηγορούμενου σε συνδυασμό με τα όσα σχετικά ανέφερε ο Μ.Κ.1, δεν γίνονται στη βάση του ότι ο τελευταίος κρίνεται αξιόπιστος και κατά συνέπεια, η μαρτυρία του αποδεκτή, κάτι εντελώς ανεπίτρεπτο, αλλά στη βάση του ότι οι σχετικοί ισχυρισμοί του Μ.Κ.1 δεν αμφισβητήθηκαν κατά τον χρόνο που προώθησε τούτους ενώπιον του Δικαστηρίου, με αποτέλεσμα, σε συνδυασμό και με τις λοιπές αντιφάσεις και αδυναμίες που παρουσιάζει η μαρτυρία του κατηγορούμενου, στις οποίες αναφερθήκαμε ανωτέρω, να μην νιώθουμε ασφάλεια να αποδεχτούμε τους αντικρουστικούς σχετικούς ισχυρισμούς του τελευταίου.

 

Εν κατακλείδι, η όλη παρουσία του στο εδώλιο, δεν άφησε καλή εντύπωση. Χωρίς κανένα δισταγμό καταλήξαμε ότι η μαρτυρία του στερείται οποιασδήποτε πειστικότητας. Μας έδωσε την εντύπωση ότι προσπαθούσε να αποφύγει οποιανδήποτε αναφορά, η οποία θα μπορούσε να τον φέρει σε δυσμενή θέση, ενώ οι πιο πάνω επισημάνσεις μας έπληξαν σφόδρα την αξιοπιστία του. Επιπλέον, εντοπίσαμε προσπάθεια παραπλάνησης, η οποία διαφάνηκε κατά την αντεξέταση του, όπως πιο πάνω καταγράψαμε, με τη διαφοροποίηση των θέσεων του, κατά το δοκούν.

 

Παρα την απόφαση μας σε σχέση με την αναξιοπιστία του Κατηγορούμενου εντοπίσαμε τρια στοιχεία της όλης μαρτυρία του κατηγορούμενου στα οποία μπορούμε να προσδώσουμε βαρύτητα ως δηλώσεις εναντίον συμφέροντος[19]. Το πρώτο είναι η γνώση του σε σχέση με το καθεστώς των επιβατών της βάρκας. Μέσα από την κατάθεσή του στην Αστυνομία και μέσα από την ένορκη μαρτυρία του και συγκεκριμένα την προσπάθεια ταύτισής του με το καθεστώς του σύνολο των επιβαινόντων της βάρκας ( Στο Έγγραφο Β, «Πλήρωσα κι’ εγώ, όπως και οι άλλοι επιβάτες €3000 για να έρθω στη Κύπρο να δουλέψω και να βοηθήσω την οικογένειά μου») προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος είχε πλήρη γνώση και αντίληψη για το καθεστώς των επιβαινόντων στην βάρκα και την πρόθεση τους, (ως ήταν και η δική του) να εισέλθουν παράνομα στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Επιπλέον μέσα από την μαρτυρία του ενώπιον του Δικαστηρίου προκύπτει πλήρης γνώση του σε ότι αφορά την ασφάλεια του σκάφους, ζήτημα που σε κάθε περίπτωση αποτελεί μέρος των παραδεκτών γεγονότων ως η διαπίστωση του Aστυνόμου Β’ Νικολαΐδη, ως αυτή καταγράφεται στην κατάθεσή του, Τεκμήριο 1.Το τρίτο στοιχείο αφορά στην αποδοχή του κατηγορούμενου ότι στο σημείο εκκίνησης της βάρκας κατέφθασε μόνος του.Επιπλέον των πιο πάνω παραδεκτών γεγονότων, με βάση την ενώπιον του Δικαστηρίου τεθείσα μαρτυρία και την αξιολόγηση της, καταλήγουμε στα περαιτέρω κάτωθι ευρήματα.

 

Οι 17 εκ των 18 επιβαινόντων στη βάρκα επιβάτες (εξαιρουμένου δηλαδή του κατηγορούμενου), κατέφθασαν στο σημείο που βρισκόταν η βάρκα σε δύο ομάδες (μία αποτελούμενη από 10 άτομα και μία αποτελούμενη από 7 άτομα), συνοδευόμενες από άλλα πρόσωπα που φέρονται να ενεργούσαν για λογαριασμό των διακινητών. O κατηγορούμενος αποδέχεται ότι στο σημείο εκκίνησης της βάρκας κατέφθασε μόνος του. Κατά την επιβίβαση της ομάδας της οποίας μέλος ήταν και ο Μ.Κ.1 στη βάρκα, οδηγός της ήταν ο κατηγορούμενος, ο οποίος, πριν τον απόπλουν, καταμέτρησε όλους τους επιβαίνοντες, και ακολούθως έθεσε σε κίνηση την βάρκα με σκοπό την έναρξη του ταξιδιού. Τουλάχιστον για τα αρχικά στάδια του ταξιδιού, χειριστής και οδηγός της βάρκας ήταν ο κατηγορούμενος. Ο κατηγορούμενος είναι και το πρόσωπο το οποίο, μετά που η μηχανή της βάρκας παρουσίασε πρόβλημα, επιδίωξε να επαναθέσει τούτη σε λειτουργία και ή, σε κάθε περίπτωση, να αντιμετωπίσει το σχετικό μηχανικό πρόβλημα. Ο Μ.Κ.1, σε καμία περίπτωση δεν οδήγησε και ή χειρίστηκε τη βάρκα κατά το επίδικο ταξίδι. Ο κατηγορούμενος είναι Λ. υπήκοος, και δη ο μόνος ενήλικας επιβαίνοντας που δεν είναι Σ. καταγωγής. Ο κατηγορούμενος δεν κατέβαλε οποιοδήποτε κόμιστρο για σκοπούς μεταφοράς του από τον Λ. στη Δημοκρατία μέσω της επίδικης βάρκας. Το όλο ταξίδι, στη βάση του μεγέθους της βάρκας και της υπερφόρτωσης του από 18 άτομα, αλλά και του εύρους του (του ταξιδιού), ΤΟ καθιστούσε πολύ επικίνδυνο, το δε σκάφος που χρησιμοποιήθηκε, ανασφαλές, ανασφάλεια την οποία ο κατηγορούμενος γνώριζε, ως ευθαρσώς παραδέχθηκε κατά την διά ζώσης μαρτυρία του. Όλοι οι επιβαίνοντες της βάρκας αποτελούν, στη βάση των προνοιών του Κεφ. 105, απαγορευμένους μετανάστες. (Άρθρο 6(1)(λ) του Κεφ.105)

 

Περαιτέρω, καταλήγουμε ότι ο κατηγορούμενος τελούσε σε πλήρη γνώση του παράνομου χαρακτήρα του ταξιδίου. Γνώριζε ότι οι επιβαίνοντες ήταν υπήκοοι τρίτων χωρών που επρόκειτο να εισέλθουν παράνομα στη Δημοκρατία διά θαλάσσης.

 

Μετά την κατάληξη μας στα πιο πάνω ευρήματα, θα προχωρήσουμε να εξετάσουμε κατά πόσο η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποδείξει την υπόθεση της και την ενοχή του κατηγορουμένου στον απαιτούμενο βαθμό.

 

Αν και εκ του περισσού, ας λεχθεί ότι το βάρος απόδειξης της συνδρομής των συστατικών στοιχείων των επίδικων αδικημάτων βρίσκεται στους ώμους της Κατηγορούσας Αρχής, η οποία οφείλει να αποδείξει την υπόθεσή της στο επίπεδο του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας[20]. Εντούτοις, η βεβαιότητα που απαιτείται για την έκδοση δικαστικής απόφασης, δεν ταυτίζεται με την απόλυτη μαθηματική βεβαιότητα. Πρόκειται για εκείνο το επίπεδο βεβαιότητας, που, στο πλαίσιο της λογικής και της ορθής δικανικής κρίσης, αρκεί ώστε να ικανοποιήσει τη συνείδηση του Δικαστηρίου[21]. Αντίθετα, σε περίπτωση που, μετά την ολοκλήρωση της αξιολόγησης της μαρτυρίας και τη διαμόρφωση των πραγματικών ευρημάτων, εξακολουθεί να υφίσταται, έστω και σε λανθάνουσα μορφή, εύλογη αμφιβολία[22], η κατάληξη σε αθωωτική απόφαση αποτελεί μονόδρομο[23].

 

Στην παρούσα υπόθεση, οι κατηγορίες που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος, μπορούν, για σκοπούς εξέτασης, να διακριθούν σε τρεις επιμέρους ομάδες.

 

Ειδικότερα, όπως ήδη έχει αναφερθεί, ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει κατηγορίες που στηρίζονται στις διατάξεις του Περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόμου, Κεφ. 105 (κατηγορίες 3 και 4), κατηγορίες που εδράζονται στις διατάξεις των άρθρων 2 και 8 του Κυρωτικού Νόμου 11(ΙΙΙ)/2003 Περί της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών (κατηγορίες 5 και 8), καθώς και κατηγορίες που απορρέουν από τις πρόνοιες του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (κατηγορίες 2, 6 και 7).

 

Οι κατηγορίες 3 και 4 βασίζονται στον ισχυρισμό ότι ο κατηγορούμενος ενεργούσε ως πλοηγός της βάρκας που εν τέλει ρυμουλκήθηκε από την Λιμενική Αστυνομία και, υπό την ιδιότητα αυτή, συνέδραμε ή παρείχε βοήθεια σε δεκαεπτά (17) απαγορευμένους μετανάστες, προκειμένου να εισέλθουν στο έδαφος της Δημοκρατίας. Περαιτέρω, με την κατηγορία 5 του καταλογίζεται συμμετοχή σε λαθρεμπόριο μεταναστών. Κοινό γνώρισμα όλων των πιο πάνω κατηγοριών αποτελεί ο ισχυρισμός ότι οι επίδικες πράξεις συνδέονται με την επίτευξη της εισόδου των μεταναστών στη Δημοκρατία.

 

Ο κ. Ταμπούρλας υποστήριξε στα πλαίσια της γραπτής του αγόρευσης, ότι, εφόσον η επίδικη βάρκα αναχαιτίστηκε ενώ βρισκόταν σε διεθνή ύδατα, τα καταλογιζόμενα στον κατηγορούμενο αδικήματα δεν διαπράχθηκαν στα όρια της κυριαρχίας της Κυπριακής Δημοκρατίας και ως εκ τούτου δεν χωρεί εφαρμογή του εθνικού δικαίου.

 

Επιπλέον, η Υπεράσπιση αμφισβήτησε ότι πληρούται το συστατικό στοιχείο της εισόδου των μεταναστών στη Δημοκρατία. Προωθείται η θέση ότι επειδή το σκάφος ρυμουλκήθηκε και οδηγήθηκε από την Λιμενική Αστυνομία στο Κάβο Γκρέκο, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι οι μετανάστες εισήλθαν στη Δημοκρατία. Ερείδοντας την επιχειρηματολογία του στην πιο πάνω θέση, προέβαλε περαιτέρω ότι τα Κυπριακά Δικαστήρια στερούνται δικαιοδοσίας να επιληφθούν της παρούσας υπόθεσης, επικαλούμενος απόφαση του Μόνιμου Κακουργιοδικείου Λάρνακας με άλλη σύνθεση.

 

Υπό τις περιστάσεις αυτές, καθίσταται αναγκαίο αφενός να εξεταστεί κατά πόσο έχει πράγματι συντελεστεί παράνομη είσοδος των μεταναστών στη Δημοκρατία, αφετέρου το ζήτημα της δυνατότητας εφαρμογής του εθνικού νόμου. Εάν και δεν διευκρινίζεται από τον κ. Ταμπούρλα, οι ως άνω θέσεις άπτονται του ζητήματος της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου σε σχέση με τις κατηγορίες 3, 4, 6 και 7, αλλά και απόδειξης των συστατικών στοιχείων της κατηγορίας 5.

 

Κατά συνέπεια, λόγω της κεντρικής σημασίας που έχουν αμφότερα τα ζητήματα για την επίλυση της υπόθεσης, κρίνουμε ότι πρέπει να εξεταστούν κατά προτεραιότητα.

 

Θα ξεκινήσουμε από το ζήτημα της επίτευξης της εισόδου των μεταναστών στη Δημοκρατία. Καίριο σημείο επιχειρηματολογίας, αποτελεί το παραδεκτό γεγονός ότι η ανακοπή της επίδικης βάρκας (για σκοπούς διάσωσης) πραγματοποιήθηκε σε διεθνή ύδατα και ως εκ τούτου δεν είχε επέλθει η είσοδος των επιβαινόντων στη Δημοκρατία. Επί τούτου, δηλαδή, αμφισβητείται αφενός η δικαιοδοσία των Κυπριακών Δικαστηρίων για τις κατηγορίες 3, 4, 6 και 7, και αφετέρου η πλήρωση των αντικειμενικών στοιχείων των αδικημάτων των κατηγοριών 3,4 και 5.

 

Καθοδήγηση ως προς το επίδικο ζήτημα, παρέχει η απόφαση του Αγγλικού Εφετείου στην υπόθεση R v. Bani[24]. Σχετικά, με το υπό εξέταση ζήτημα, ενδιαφέρουν οι παράγραφοι 102, 103 και 104 της απόφασης Bani, οι οποίες αποτελούν το σημαντικότερο μέρος της αιτιολογίας του Εφετείου, διότι προσδιορίζουν τόσο τον χρόνο τέλεσης του αδικήματος της διευκόλυνσης παράνομης εισόδου κατά το άρθρο 25 του Immigration Act 1971 όσο και το απαιτούμενο υποκειμενικό στοιχείο (mens rea). Η συλλογιστική αυτή βασίζεται στη θεμελιώδη διάκριση μεταξύ της άφιξης (arrival) και της εισόδου (entry) στο Ηνωμένο Βασίλειο, όπως αυτή είχε ήδη διατυπωθεί στην απόφαση R v Kakaei[25] και επαναβεβαιώθηκε στην Bani.

 

Είναι σημαντικό να παραθέσουμε αυτούσιο το κείμενο των παραγράφων 102, 103, και 104.

 

102.    The offence is complete when the facilitating act is done. This will usually be before the outcome of a Channel crossing can be known. At the point of setting out many outcomes are possible, including being picked up and taken lawfully into the United Kingdom, landing on a beach, sinking, or being turned back by the French authorities.

103.    The prosecution case is that at the time when the act of facilitation was done the facilitator and the migrants planned that they would steer towards England, perhaps a particular place in England, but would land wherever they could if they were not first intercepted. This would mean that they planned that the migrants would enter the United Kingdom unlawfully if that was the only way of entering the United Kingdom which proved possible. It is likely that in many cases this will be a realistic view of the evidence. If the jury is sure that this was the case, is that a proper basis for conviction?

104.    We have been addressed about what has been described as mens rea, and by reference to the concept of conditional intent. This has an important role to play in offences committed jointly, see R v. Jogee [2016] UKSC 8, at [90]-[95]. We accept that this principle is relevant in deciding whether a plan which contemplates several different outcomes only one of which is a criminal offence, may nevertheless constitute a crime. Here, however, the mental element is defined by statute. What is required is a planned entry into the United Kingdom without leave, or an attempted entry without leave. The person planning to enter or attempting to enter is the person who is assisted by the facilitator. The offence is complete if at the time of doing the act which facilitates the plan the facilitator knows or has reasonable cause for believing that the act facilitates the commission of a breach or attempted breach of immigration law by (in these cases) entry into the United Kingdom without leave.

 

Και σε δική μας ελεύθερη μετάφραση:

 

102.    Το αδίκημα ολοκληρώνεται κατά τον χρόνο τέλεσης της πράξης της διευκόλυνσης. Αυτό συνήθως συμβαίνει πριν καταστεί δυνατό να είναι γνωστή η έκβαση της διέλευσης της Μάγχης. Κατά τον χρόνο της αναχώρησης είναι δυνατές πολλές διαφορετικές εκβάσεις, μεταξύ των οποίων η περισυλλογή των μεταναστών και η νόμιμη μεταφορά τους στο Ηνωμένο Βασίλειο, η αποβίβασή τους σε κάποια παραλία, η βύθιση του σκάφους ή η αναχαίτισή τους και η επιστροφή τους από τις γαλλικές αρχές.

103.    Η θέση της κατηγορούσας αρχής είναι ότι, κατά τον χρόνο κατά τον οποίο τελέσθηκε η πράξη της διευκόλυνσης, τόσο ο διευκολύνων όσο και οι μετανάστες είχαν σχεδιάσει να κατευθυνθούν προς την Αγγλία, ενδεχομένως προς συγκεκριμένο σημείο της Αγγλίας, πλην όμως να αποβιβασθούν όπου θα ήταν δυνατόν, εάν προηγουμένως δεν αναχαιτίζονταν από τις αρμόδιες αρχές. Αυτό σημαίνει ότι το σχέδιό τους προέβλεπε πως οι μετανάστες θα εισέρχονταν παράνομα στο Ηνωμένο Βασίλειο, εφόσον αυτό αποτελούσε τον μοναδικό εφικτό τρόπο εισόδου στη χώρα. Είναι πιθανό ότι σε πολλές υποθέσεις αυτή θα αποτελεί μία ρεαλιστική εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων. Εάν οι ένορκοι πεισθούν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι αυτή ήταν η πραγματική κατάσταση, συνιστά τούτο επαρκή βάση για καταδίκη;

104.    Έγινε εκτενής αναφορά ενώπιόν μας στο υποκειμενικό στοιχείο του αδικήματος (mens rea) και ειδικότερα στην έννοια της υπό αίρεση πρόθεσης (conditional intent). Η έννοια αυτή διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στα αδικήματα που τελούνται από περισσότερα πρόσωπα από κοινού, όπως επισημάνθηκε στην απόφαση R v Jogee [2016] UKSC 8, στις παραγράφους 90–95. Αποδεχόμαστε ότι η αρχή αυτή είναι συναφής κατά την εξέταση του κατά πόσον ένα σχέδιο το οποίο προβλέπει περισσότερες από μία πιθανές εκβάσεις, εκ των οποίων μόνο μία συνιστά ποινικό αδίκημα, μπορεί εντούτοις να θεμελιώσει ποινική ευθύνη. Στην προκειμένη περίπτωση, όμως, το υποκειμενικό στοιχείο καθορίζεται ρητώς από τον νόμο. Εκείνο που απαιτείται είναι η ύπαρξη σχεδίου για είσοδο στο Ηνωμένο Βασίλειο χωρίς την απαιτούμενη άδεια ή για απόπειρα τέτοιας εισόδου. Το πρόσωπο που σχεδιάζει να εισέλθει ή επιχειρεί να εισέλθει είναι το πρόσωπο το οποίο λαμβάνει τη συνδρομή του διευκολύνοντος. Το αδίκημα στοιχειοθετείται εφόσον, κατά τον χρόνο τέλεσης της πράξης που διευκολύνει την υλοποίηση του σχεδίου, ο διευκολύνων γνωρίζει ή έχει εύλογη αιτία να πιστεύει ότι η πράξη του διευκολύνει την τέλεση ή την απόπειρα τέλεσης παράβασης της μεταναστευτικής νομοθεσίας, η οποία (σ’ αυτές τις υποθέσεις)  συνίστατο στην είσοδο στο Ηνωμένο Βασίλειο χωρίς τη νόμιμη άδεια.

 

Στην παράγραφο 102, το Δικαστήριο επισημαίνει ότι το αδίκημα της διευκόλυνσης ολοκληρώνεται κατά τον χρόνο που παρέχεται η συνδρομή προς τους μετανάστες και όχι όταν ολοκληρωθεί η διέλευση της Μάγχης ή όταν διαπιστωθεί η τελική έκβαση του ταξιδιού. Το Δικαστήριο παρατηρεί ότι κατά την αναχώρηση ενός μικρού σκάφους είναι αδύνατο να προβλεφθεί εάν οι επιβαίνοντες θα περισυλλεγούν από τη Συνοριοφυλακή, θα οδηγηθούν σε καθορισμένο σημείο εισόδου, θα αποβιβασθούν σε μη ελεγχόμενη ακτή, θα αναχαιτισθούν από τις γαλλικές αρχές ή ακόμη και εάν το ταξίδι θα ολοκληρωθεί. Επομένως, η ύπαρξη ή μη ποινικής ευθύνης δεν μπορεί να εξαρτάται από γεγονότα μεταγενέστερα της πράξης του κατηγορουμένου, διότι αυτά βρίσκονται εκτός του ελέγχου του.

 

Η παράγραφος 104 ολοκληρώνει τη συλλογιστική αυτή, διευκρινίζοντας ότι τα γεγονότα που ακολουθούν - όπως η αναχαίτιση του σκάφους από τη Συνοριοφυλακή ή η ασφαλής μεταφορά των επιβαινόντων σε λιμένα - δεν επηρεάζουν αναδρομικά τη στοιχειοθέτηση του αδικήματος. Τα μεταγενέστερα περιστατικά έχουν αποκλειστικά αποδεικτική σημασία, καθώς μπορούν να αξιοποιηθούν μόνο για να εξακριβωθεί ποιο ήταν το πραγματικό σχέδιο των μεταναστών κατά τον χρόνο που παρασχέθηκε η διευκόλυνση. Η ποινική ευθύνη εξακολουθεί να εξαρτάται αποκλειστικά από τη γνώση ή την εύλογη πεποίθηση του κατηγορουμένου κατά τον κρίσιμο χρόνο τέλεσης της πράξης.

 

Η προσέγγιση αυτή είναι απολύτως συνεπής με τις γενικές αρχές του αγγλικού ποινικού δικαίου περί συνέργειας και συμμετοχής σε έγκλημα, σύμφωνα με τις οποίες ο συνεργός ευθύνεται βάσει της πρόθεσής του και της γνώσης του κατά τον χρόνο της συνδρομής και όχι βάσει περιστατικών που προκύπτουν μεταγενέστερα. Η έμφαση στο υποκειμενικό στοιχείο αντανακλά επίσης τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση R v Jogee[26], σύμφωνα με την οποία η ποινική συμμετοχή προϋποθέτει απόδειξη πρόθεσης παροχής βοήθειας ή ενθάρρυνσης για την τέλεση του συγκεκριμένου αδικήματος και δεν μπορεί να στηρίζεται σε απλή πρόβλεψη ενός πιθανού αποτελέσματος.

 

Παράλληλα, η ερμηνεία αυτή εναρμονίζεται με τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και ιδίως με την αρχή ότι τα πρόσωπα που αναζητούν διεθνή προστασία δεν μπορούν να στερούνται στην πράξη το δικαίωμα πρόσβασης στη διαδικασία ασύλου μέσω υπέρμετρα διασταλτικής ερμηνείας των ποινικών διατάξεων. Η διάκριση μεταξύ «άφιξης» και «εισόδου» αναγνωρίζει ότι ένας αιτών άσυλο μπορεί να προσεγγίσει τα σύνορα ενός κράτους προκειμένου να ζητήσει προστασία χωρίς η συμπεριφορά αυτή να συνιστά αφ' εαυτής παράνομη είσοδο κατά την έννοια της μεταναστευτικής νομοθεσίας. Η προσέγγιση αυτή είναι συμβατή τόσο με τη Σύμβαση της Γενεύης του 1951 όσο και με τη νομολογία του ΕΔΔΑ σχετικά με την αποτελεσματική πρόσβαση στη διαδικασία ασύλου.

 

Επομένως, οι παράγραφοι 102–104 της Bani καθιερώνουν μια κρίσιμη αρχή: το αδίκημα του άρθρου 25 του Immigration Act 1971 (αδίκημα υποβοήθησης - όμοιο με εκείνο του άρθρου 19Α του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου) είναι αδίκημα συμπεριφοράς και όχι αποτελέσματος. Η στοιχειοθέτησή του εξαρτάται από το εάν, κατά τον χρόνο παροχής της διευκόλυνσης, ο κατηγορούμενος γνώριζε ή είχε εύλογη αιτία να πιστεύει ότι το σχέδιο των μεταναστών περιλάμβανε παράνομη είσοδο στο Ηνωμένο Βασίλειο. Η μεταγενέστερη επιτυχία ή αποτυχία του σχεδίου δεν μπορεί να δημιουργήσει ούτε να αποκλείσει αναδρομικά την ποινική ευθύνη.

 

Η ίδια συλλογιστική βρίσκει εφαρμογή και στην παρούσα υπόθεση. Η μεταφορά προσώπων στην ξηρά κατόπιν επιχείρησης έρευνας και διάσωσης στην παρούσα υπόθεση πραγματοποιήθηκε προς εκπλήρωση διεθνούς υποχρέωσης προστασίας της ανθρώπινης ζωής και δεν απονείμει στους διασωθέντες οποιοδήποτε δικαίωμα εισόδου ούτε μεταβάλλει το νομικό καθεστώς της εισόδου τους. Το ζήτημα της νομιμότητας της εισόδου εξακολουθεί να κρίνεται αποκλειστικά βάσει της εφαρμοστέας μεταναστευτικής νομοθεσίας. Η αντίθετη εκδοχή θα οδηγούσε σε αποτέλεσμα ασύμβατο τόσο με τη λογική όσο και με τον σκοπό της σχετικής νομοθεσίας.

 

Θα αρκούσε δηλαδή ένας διακινητής να οδηγήσει σκόπιμα το σκάφος μέχρι σημείου όπου ενεργοποιούνται οι διεθνείς υποχρεώσεις έρευνας και διάσωσης, ώστε στη συνέχεια να υποστηρίζει ότι η είσοδος πραγματοποιήθηκε αποκλειστικά μέσω της επέμβασης των κρατικών αρχών και, συνεπώς, ήταν νόμιμη. Μια τέτοια ερμηνεία θα είχε ως αποτέλεσμα να παρέχει ουσιαστική προστασία στη δράση των κυκλωμάτων διακίνησης μεταναστών και να διευκολύνει την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού τους.

 

Εφαρμόζοντας τα πιο πάνω στην υπό κρίση υπόθεση, κρίνουμε ότι η μεταφορά των μεταναστών στα χωρικά ύδατα της Δημοκρατίας με σκάφος της Λιμενικής Αστυνομίας, κατόπιν της επιχείρησης διάσωσης, δεν μεταβάλλει τον νομικό χαρακτήρα της εισόδου τους. Δεδομένου ότι οι ίδιοι είχαν ως σκοπό να εισέλθουν στη Δημοκρατία χωρίς να κατέχουν τη νόμιμη άδεια προς τούτο, η είσοδός τους παραμένει παράνομη, ανεξάρτητα από τον τρόπο με τον οποίο ολοκληρώθηκε η μεταφορά τους. Κατά συνέπεια, καταλήγουμε ότι το στοιχείο της παράνομης εισόδου στη Δημοκρατία έχει αποδειχθεί.

 

Αφού διαπιστώσαμε ότι πληρούται το στοιχείο της εισόδου στη Δημοκρατία, θα επανέλθουμε στην εξέταση κατά πόσο αποδείχθηκαν και τα λοιπά συστατικά στοιχεία καθενός από τα αδικήματα που αποδίδονται στον κατηγορούμενο μετά και την εξέταση του δεύτερου σκέλους της επιχειρηματολογίας του κ. Ταμπούρλα.

 

Οι κατηγορίες 6 και 7 αφορούν, αντιστοίχως, τα αδικήματα της συμμετοχής και αποδοχής διάπραξης εγκλημάτων που τελούνται στο πλαίσιο εγκληματικής οργάνωσης, καθώς και της συμμετοχής σε εγκληματική οργάνωση, κατά παράβαση των άρθρων 63Β και 63Α του Ποινικού Κώδικα.

 

Σύμφωνα με το κατηγορητήριο, οι πράξεις που αποδίδονται στον κατηγορούμενο φέρονται να έλαβαν χώρα στη Σ., στον Λ. και σε διεθνή χωρικά ύδατα. Επομένως, το αντικείμενο της παρούσας κρίσης αφορά την εφαρμογή διατάξεων του Κυπριακού Ποινικού Κώδικα σε συμπεριφορά η οποία, κατά τον ισχυρισμό της Κατηγορούσας Αρχής, εκδηλώθηκε αποκλειστικά εκτός της εδαφικής επικράτειας της Κυπριακής Δημοκρατίας.

 

Υπό τα δεδομένα αυτά, προέχει να εξεταστεί κατά πόσο οι σχετικές διατάξεις του Ποινικού Κώδικα έχουν εξωεδαφική εφαρμογή, ώστε να θεμελιώνεται η δικαιοδοσία των Δικαστηρίων της Δημοκρατίας επί των συγκεκριμένων κατηγοριών. Η εδαφική κυριαρχία αποτελεί τη βάση άσκησης κρατικής δικαιοδοσίας, ενώ η εξωεδαφική δικαιοδοσία επιτρέπεται μόνο στις περιπτώσεις που αναγνωρίζει το διεθνές δίκαιο. Προηγουμένως ο κανόνας ήταν πολύ πιο ευέλικτος. Η αρχή που διατυπώθηκε στην υπόθεση France v. Turkey[27] αποτέλεσε για πολλές δεκαετίες το σημείο αναφοράς για την άσκηση κρατικής δικαιοδοσίας στο διεθνές δίκαιο. Σύμφωνα με την κλασική διατύπωσή της, τα κράτη διατηρούν ελευθερία δράσης, εκτός εάν συγκεκριμένος κανόνας του διεθνούς δικαίου περιορίζει ή απαγορεύει την άσκηση της σχετικής αρμοδιότητας.

 

Ωστόσο, η μεταγενέστερη εξέλιξη του διεθνούς δικαίου οδήγησε σε σημαντικό περιορισμό της ευρείας αυτής αντίληψης. Η υιοθέτηση πολυάριθμων διεθνών συμβάσεων, η ανάπτυξη του εθιμικού διεθνούς δικαίου και η διεύρυνση της διεθνούς δικαιοδοτικής πρακτικής, επέφεραν σαφέστερους κανόνες ως προς τα όρια της κρατικής δικαιοδοσίας, ιδίως στους τομείς του δικαίου της θάλασσας, της προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και του διεθνούς ποινικού δικαίου. Ως αποτέλεσμα, η αρχή που καθιερώθηκε ως Lotus, δεν θεωρείται πλέον ότι παρέχει στα κράτη απεριόριστη διακριτική ευχέρεια άσκησης δικαιοδοσίας, αλλά εφαρμόζεται υπό το πρίσμα των ειδικότερων κανόνων που έχουν διαμορφωθεί μεταγενέστερα.

 

Η ίδια η νομολογία του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης έχει επιβεβαιώσει ότι η αρχή εξακολουθεί να αποτελεί αφετηρία της ανάλυσης της κρατικής δικαιοδοσίας, χωρίς όμως να έχει τον απόλυτο χαρακτήρα που της αποδόθηκε κατά την αρχική της διατύπωση. Η σύγχρονη θεωρία υποστηρίζει ότι η άσκηση κρατικής δικαιοδοσίας δεν εξαρτάται αποκλειστικά από την απουσία διεθνούς απαγόρευσης, αλλά πρέπει να αξιολογείται υπό το φως του συνόλου των εφαρμοστέων κανόνων του διεθνούς δικαίου και της ανάγκης διασφάλισης της ισορροπίας μεταξύ της κρατικής κυριαρχίας και της διεθνούς συνεργασίας.

 

Μέσα από τα σύγχρονα συγγράμματα, αποτελεί καθιερωμένη αρχή ότι η ποινική δικαιοδοσία κάθε κράτους εκτείνεται, κατά κανόνα, μόνο μέχρι τα όρια της κρατικής του κυριαρχίας, όπως αυτά καθορίζονται από το διεθνές δίκαιο[28].

 

Αποτελεί δε περαιτέρω, πάγια αρχή τόσο του ποινικού όσο και του αστικού δικαίου, ότι η ύπαρξη ή μη δικαιοδοσίας συνιστά ζήτημα το οποίο το Δικαστήριο οφείλει να εξετάζει σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, ακόμα και αυτεπαγγέλτως, δεδομένου ότι πρόκειται για ζήτημα θεμελιώδους σημασίας.

 

Με βάση τα πραγματικά ευρήματα του Δικαστηρίου, η επίδικη βάρκα εντοπίστηκε αρχικά σε απόσταση είκοσι (20) ναυτικών μιλίων από τις ακτές του Κάβο Γκρέκο. Κατά την πορεία της εξέλιξης της επιχείρησης διάσωσής, με βάση τα παραδεκτά γεγονότα (βλ. κατάθεση Αστυνόμου Β’, Νικολαΐδη), η βάρκα εντοπίστηκε σε διαφορά τρεισήμισι (3,5) ναυτικών μιλιών από την αρχική της θέση, χωρίς να διευκρινίζεται εάν η διαφορά ήταν αυξητική της αρχικής απόστασης η όχι. Σύμφωνα με το άρθρο 3 των περί της Χωρικής Θάλασσας Νόμων, Ν.45/1964, η χωρική θάλασσα της Δημοκρατίας εκτείνεται μέχρι τα δώδεκα (12) ναυτικά μίλια από τις γραμμές βάσης. Κατά το άρθρο 2 του ίδιου Νόμου, ως γραμμές βάσης νοούνται οι γραμμές κατά μήκος των ακτών της Δημοκρατίας, των οποίων οι γεωγραφικές συντεταγμένες έχουν κατατεθεί στον Γενικό Γραμματέα του ΟΗΕ. Εν προκειμένω, δεν προσκομίστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία από την οποία να προκύπτει η ακριβής θέση των γραμμών βάσης. Παρά ταύτα, καθίσταται σαφές μέσα από τα παραδεκτά γεγονότα, ότι ακόμα και στο ευνοϊκό σενάριο (ότι δηλαδή η αρχική απόσταση των είκοσι ναυτικών μιλίων μειώθηκε κατά τρεισήμισι ναυτικά μίλια), ο απλός μαθηματικός υπολογισμός οδηγεί αβίαστα στο συμπέρασμα ότι, όταν εν τέλει εντοπίστηκε η βάρκα από τη ομάδα διάσωσής, δεν βρισκόταν εντός της ζώνης των δώδεκα ναυτικών μιλίων και, κατ' επέκταση, εντός της χωρικής θάλασσας της Δημοκρατίας.

 

Ανεξάρτητα, όμως, από το πιο πάνω ζήτημα, ιδιαίτερη σημασία έχει το γεγονός ότι στις λεπτομέρειες των κατηγοριών 6 και 7, ως τόποι τέλεσης των αδικημάτων αναφέρονται αποκλειστικά η Σ., ο Λ. και τα Διεθνή Χωρικά Ύδατα. Καμία αναφορά δεν γίνεται σε τέλεση των επίδικων πράξεων εντός των χωρικών υδάτων ή γενικότερα της εδαφικής κυριαρχίας της Κυπριακής Δημοκρατίας.

 

Οι διατάξεις των άρθρων 5 και 6 του Ποινικού Κώδικα, που εντάσσονται στο κεφάλαιο με τίτλο «Εφαρμογή εντός και εκτός της Εδαφικής Κυριαρχίας», καθορίζουν τις περιπτώσεις στις οποίες ο Κώδικας εφαρμόζεται σε πράξεις που τελούνται εκτός της Δημοκρατίας. Καμία από τις περιπτώσεις αυτές δεν καλύπτει, υπό τα πραγματικά περιστατικά της παρούσας υπόθεσης, πράξεις που φέρονται να διαπράχθηκαν στη Σ., στον Λ. ή σε διεθνή χωρικά ύδατα. Ως εκ τούτου, οι διατάξεις του Ποινικού Κώδικα δεν μπορούν να τύχουν εφαρμογής στην παρούσα περίπτωση.

 

Το ίδιο συμπέρασμα δεν μεταβάλλεται ούτε από το άρθρο 10 του Νόμου 11(ΙΙΙ)/2003. Η διάταξη αυτή, παρά την επιφύλαξη των άρθρων 5 και 6 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, απονέμει δικαιοδοσία στα Δικαστήρια της Δημοκρατίας αποκλειστικά για αδικήματα που τελούνται κατά παράβαση των διατάξεων της Σύμβασης και όχι για αδικήματα που στηρίζονται στις διατάξεις του Ποινικού Κώδικα, όταν οι πράξεις αυτές φέρονται να έχουν τελεστεί εκτός της εδαφικής κυριαρχίας της Δημοκρατίας, όπως συμβαίνει στην προκείμενη περίπτωση. Συνεπώς, οι πράξεις που αποδίδονται στον κατηγορούμενο δεν φέρονται να τελέστηκαν σε χώρο επί του οποίου η Κυπριακή Δημοκρατία ασκεί εδαφική κυριαρχία, ώστε να ενεργοποιείται η εφαρμογή του εθνικού ποινικού δικαίου.

 

Υπό το φως όλων των πιο πάνω, καταλήγουμε ότι οι κατηγορίες 6 και 7 δεν μπορούν να υποστηριχθούν νομικά, και, ως εκ τούτου, είναι αναπόφευκτα έκθετες σε απόρριψη.

 

Στρεφόμαστε τώρα στις λοιπές κατηγορίες που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει.

 

Η κατηγορία 2, η οποία, ομοίως με τις κατηγορίες 6 και 7, εδράζεται στις διατάξεις του Ποινικού Κώδικα και συγκεκριμένα στο άρθρο 240, το οποίο ποινικοποιεί τη μεταφορά ή τη συμβολή στη μεταφορά προσώπων, έναντι κομίστρου, μέσω υδάτινης οδού με σκάφος το οποίο είναι ανασφαλές, είτε λόγω της κατάστασης στην οποία βρίσκεται, είτε λόγω υπερφόρτωσης. Η διάταξη προβλέπει ότι το αδίκημα διαπράττεται τόσο όταν ο δράστης ενεργεί με άμεση γνώση των περιστάσεων, όσο και όταν ενεργεί εξ αμελείας, ενώ ως προβλεπόμενες κυρώσεις ορίζονται ποινή φυλάκισης μέχρι δώδεκα (12) έτη, ή χρηματική ποινή μέχρι εκατό χιλιάδες ευρώ (€100.000), ή και οι δύο αυτές ποινές σωρευτικά.

 

Στην παρούσα υπόθεση, η ουσία της κατηγορίας, συνίσταται στον ισχυρισμό ότι ο κατηγορούμενος συνέβαλε στην μεταφορά δεκαεπτά παράνομων μεταναστών με σκάφος το οποίο ήταν ανασφαλές. Επομένως, για τη στοιχειοθέτηση του αδικήματος απαιτείται η εξέταση τόσο της συμπεριφοράς του κατηγορουμένου, όσο και του τόπου τέλεσης της αξιόποινης πράξης.

 

Κατά συνέπεια, το πρώτο ζήτημα που χρήζει διερεύνησης, αφορά το κατά πόσο το επίδικο αδίκημα μπορεί να θεωρηθεί ότι τελέστηκε εντός των χωρικών υδάτων της Δημοκρατίας, ώστε να θεμελιώνεται η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου, όπως αναπτύχθηκε πιο πάνω σε σχέση με τις κατηγορίες 6 και 7. Η απάντηση στο ζήτημα αυτό δεν εξαρτάται αποκλειστικά από το εάν ο κατηγορούμενος χειριζόταν ο ίδιος το σκάφος κατά τη χρονική στιγμή που αυτό εισήλθε στα χωρικά ύδατα, αλλά από το κατά πόσο η συμπεριφορά του αποτέλεσε ουσιώδη συμβολή στη συνολική διαδικασία μεταφοράς των επιβαινόντων προς την Κυπριακή Δημοκρατία.

 

Από την αξιολόγηση της ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρίας και τα ευρήματα που έχουν πιο πάνω καταγραφεί, προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος είχε αναλάβει την πλοήγηση της επίδικης βάρκας πρώτος αλλά και κατά το μεγαλύτερο μέρος του θαλάσσιου ταξιδιού. Εν τέλει, στην Κύπρο μεταφέρθηκαν όλοι μετά την επέμβαση των αρμοδίων αρχών και την επιτυχή επιχείρηση διάσωσης των επιβαινόντων. Ως εκ τούτου, ο κατηγορούμενος δεν κυβερνούσε το σκάφος κατά την τελική φάση της εισόδου στα χωρικά ύδατα της Δημοκρατίας, αφού παρεμβλήθηκε η επιχείρηση διάσωσης.

 

Το γεγονός αυτό, ωστόσο, δεν αναιρεί, ούτε περιορίζει τη συμβολή του στη μεταφορά των μεταναστών. Το κρίσιμο στοιχείο της υπόθεσης δεν είναι ποιος είχε τον φυσικό έλεγχο του σκάφους κατά την τελευταία χρονική στιγμή πριν από την άφιξη στη Δημοκρατία, αλλά εάν ο κατηγορούμενος συμμετείχε ουσιωδώς στην πραγματοποίηση της μεταφοράς των επιβαινόντων προς την Κύπρο. Υπό το πρίσμα αυτό, η πολύωρη πλοήγηση του σκάφους από τον ίδιο αποτέλεσε αναπόσπαστο και καθοριστικό μέρος της διαδικασίας μεταφοράς, χωρίς το οποίο η μεταφορά δεν θα μπορούσε να ολοκληρωθεί με τον τρόπο που τελικά πραγματοποιήθηκε.

 

Εξάλλου, η επιχείρηση διάσωσης δεν διέκοψε την αιτιώδη ακολουθία των γεγονότων ούτε δημιούργησε νέα και ανεξάρτητη διαδικασία μεταφοράς. Αντιθέτως, οι επιβαίνοντες οδηγήθηκαν στην Κυπριακή Δημοκρατία ακριβώς ως συνέπεια της θαλάσσιας μεταφοράς που είχε ήδη εξελιχθεί μέχρι εκείνο το χρονικό σημείο. Η διαδικασία της μεταφοράς των επιβαινόντων δεν διακόπηκε, ούτε ολοκληρώθηκε πριν από την επέμβαση των αρμόδιων αρχών. Αντιθέτως, αυτή περατώθηκε μόνο όταν οι επιβαίνοντες αποβιβάστηκαν με ασφάλεια στην επικράτεια της Κυπριακής Δημοκρατίας, κατόπιν της επιχείρησης διάσωσης που πραγματοποιήθηκε στη θάλασσα. Η επιχείρηση αυτή δεν συνιστά αυτοτελές ή ανεξάρτητο γεγονός, αλλά αποτελεί μέρος της ίδιας αδιάσπαστης αλληλουχίας περιστατικών που οδήγησαν στην ολοκλήρωση της μεταφοράς των προσώπων στη Δημοκρατία. Κατά συνέπεια, η πράξη της συνδρομής στη μεταφορά εκτείνεται και καλύπτει το τελικό αποτέλεσμα της εισόδου των μεταναστών στη Δημοκρατία, με αποτέλεσμα να θεωρείται ότι το αδίκημα τελέστηκε και εντός των χωρικών υδάτων της Δημοκρατίας. Ως εκ τούτου, το παρόν Δικαστήριο διαθέτει την αναγκαία κατά τόπον δικαιοδοσία για την εκδίκαση της συγκεκριμένης κατηγορίας.

 

Σε σχέση με το στοιχείο του ανασφαλούς σκάφους, τα αποδεικτικά δεδομένα οδηγούν αβίαστα στο συμπέρασμα ότι η επίδικη βάρκα δεν πληρούσε στοιχειώδεις προϋποθέσεις ασφαλούς μεταφοράς επιβατών. Συγκεκριμένα, προέκυψε ότι το σκάφος είχε μήκος περίπου έξι (6) με επτά (7) μέτρων, ενώ σε αυτό επέβαιναν συνολικά δεκαοχτώ (18) άτομα, συμπεριλαμβανομένου και του κατηγορουμένου. Ο αριθμός των επιβαινόντων σε συνδυασμό με τις περιορισμένες διαστάσεις της βάρκας καταδεικνύει, ακόμη και χωρίς την ανάγκη εξειδικευμένης πραγματογνωμοσύνης, ότι αυτή ήταν υπερφορτωμένη σε βαθμό που δημιουργούσε προφανή και σοβαρό κίνδυνο για την ασφάλεια όλων των επιβαινόντων.

 

Η πιο πάνω διαπίστωση επιβεβαιώνεται και από την παραδεκτή ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία, ως πιο πάνω καταγράφεται, αλλά και από την σχετική παραδοχή του κατηγορουμένου κατά την διά ζώσης μαρτυρία του. Κατά συνέπεια, το  συγκεκριμένο συστατικό στοιχείο του αδικήματος έχει αποδειχθεί.

 

Παρά τη γνώση αυτή, ο κατηγορούμενος επέλεξε να αναλάβει την πλοήγηση του σκάφους και να συνεχίσει την πορεία του προς την Κυπριακή Δημοκρατία, παρέχοντας ουσιαστική συμβολή στη μεταφορά των επιβαινόντων.

 

Λαμβάνοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω πραγματικά δεδομένα και τη σχετική νομολογία, καταλήγουμε ότι αποδεικνύεται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας πως ο κατηγορούμενος, ενεργώντας με γνώση των περιστάσεων, συνέβαλε ουσιωδώς στη μεταφορά των δεκαεπτά (17) μεταναστών με σκάφος το οποίο ήταν αντικειμενικά ανασφαλές λόγω της υπερφόρτωσής του. Ως εκ τούτου, στοιχειοθετούνται όλα τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του αδικήματος της κατηγορίας 2.

 

Αναφορικά με το αδίκημα που περιγράφεται στην κατηγορία 3, επισημαίνεται ότι το άρθρο 19(ζ) του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου, Κεφ. 105, προβλέπει ότι διαπράττει αδίκημα οποιοδήποτε πρόσωπο παρέχει συνδρομή ή βοήθεια σε απαγορευμένο μετανάστη προκειμένου αυτός να εισέλθει ή να παραμείνει στη Δημοκρατία κατά παράβαση των διατάξεων του Νόμου ή των Κανονισμών που έχουν εκδοθεί δυνάμει αυτού. Επιπρόσθετα, το ίδιο άρθρο καταλαμβάνει και την περίπτωση προσώπου που είναι ιδιοκτήτης σκάφους το οποίο χρησιμοποιείται για τη μεταφορά απαγορευμένου μετανάστη στη Δημοκρατία. Ως κύρωση προβλέπεται ποινή φυλάκισης μέχρι δέκα (10) έτη ή χρηματική ποινή μέχρι πενήντα χιλιάδες ευρώ (€50.000), ή και οι δύο αυτές ποινές σωρευτικά.

 

Από το σαφές νομικό γράμμα της πιο πάνω διάταξης, προκύπτει ότι βασικό συστατικό στοιχείο του αδικήματος αποτελεί η απόδειξη ότι ο κατηγορούμενος, με πράξεις ή παραλείψεις του, παρείχε ουσιαστική συνδρομή ή βοήθεια σε απαγορευμένο μετανάστη, διευκολύνοντας την είσοδό του στη Δημοκρατία, κατά παράβαση της ισχύουσας μεταναστευτικής νομοθεσίας. Δεν απαιτείται η αποκλειστική ή κύρια συμμετοχή του δράστη στην παράνομη είσοδο, αλλά αρκεί η διαπίστωση ότι η συμπεριφορά του συνέβαλε ουσιωδώς στην πραγμάτωση του απαγορευμένου αποτελέσματος.

 

Εφαρμόζοντας τις πιο πάνω αρχές στα πραγματικά περιστατικά της παρούσας υπόθεσης, προκύπτει ότι κανένα από τα πρόσωπα που επέβαιναν στη βάρκα δεν κατείχε νόμιμη άδεια εισόδου ή άλλο δικαιολογητικό που να τους επιτρέπει την είσοδο στη Δημοκρατία, και ότι αποτελούσαν απαγορευμένους μετανάστες στη βάση των προνοιών του Κεφ. 105. Επιπλέον, όπως έχει ήδη κριθεί, η είσοδός τους στη Δημοκρατία ολοκληρώθηκε επιτυχώς, στοιχείο το οποίο συνιστά κρίσιμο πραγματικό δεδομένο για την αξιολόγηση της υπόθεσης.

 

Περαιτέρω, από το σύνολο της παραδεκτής και αξιόπιστης μαρτυρίας, προκύπτει, πέραν πάσης εύλογης αμφιβολίας, ότι ο κατηγορούμενος διαδραμάτισε ενεργό, ουσιώδη και καθοριστικό ρόλο στη μεταφορά των επιβαινόντων. Ειδικότερα, στη βάση των ευρημάτων μας, ο κατηγορούμενος ήταν το πρόσωπο που προέβη στην καταμέτρηση των επιβαινόντων πριν από την έναρξη του ταξιδιού. Περαιτέρω, ήταν ο πρώτος που ανέλαβε τη διακυβέρνηση του σκάφους, και ήταν και εκείνος που το πλοήγησε κατά το μεγαλύτερο μέρος της θαλάσσιας διαδρομής και το πληγούσε ακόμα όταν η μηχανή χάλασε.

 

Τα πιο πάνω περιστατικά, εξεταζόμενα τόσο αυτοτελώς όσο και σωρευτικά, καταδεικνύουν ότι η συμμετοχή του κατηγορουμένου δεν ήταν ούτε περιστασιακή, ούτε δευτερεύουσα, αλλά συνιστούσε ουσιώδη συμβολή στην εκτέλεση της μεταφοράς των επιβαινόντων.

 

Υπό το φως των πιο πάνω περιστατικών, καθίσταται εμφανές ότι οι ενέργειες του κατηγορουμένου δεν περιορίστηκαν σε παθητική παρουσία επί του σκάφους, αλλά συνιστούσαν ουσιαστική και αποτελεσματική συνδρομή προς τους υπόλοιπους επιβαίνοντες για την πραγματοποίηση της παράνομης εισόδου τους στη Δημοκρατία. Η ανάληψη της πλοήγησης του σκάφους αποτέλεσε καθοριστικό παράγοντα για την ολοκλήρωση της μεταφοράς, και, κατ' επέκταση, για την είσοδο των απαγορευμένων μεταναστών στην επικράτεια της Δημοκρατίας.

 

Ως εκ τούτου, από το σύνολο των αποδεικτικών δεδομένων προκύπτει ότι στοιχειοθετούνται όλα τα απαιτούμενα αντικειμενικά στοιχεία του αδικήματος της κατηγορίας 3, που προβλέπεται στο άρθρο 19(ζ) του Κεφ. 105, και ότι ο κατηγορούμενος, μέσω της πιο πάνω συμπεριφοράς του, παρείχε ουσιαστική βοήθεια και συνδρομή στους δεκαεπτά (17) απαγορευμένους μετανάστες, διευκολύνοντας την παράνομη είσοδό τους στη Δημοκρατία.

 

Στρεφόμαστε τώρα στο αδίκημα της κατηγορίας 4. Η συνδυασμένη ανάγνωση του άρθρου 19Α(1) του Κεφ. 105, του σκοπού της σχετικής νομοθετικής ρύθμισης, των διατάξεων της Οδηγίας 2002/90/ΕΚ και της Απόφασης-Πλαισίου 2002/946/ΔΕΥ, καθώς και των αρχών που διέπουν την ερμηνεία των ποινικών διατάξεων, προκύπτει ότι ο νομοθέτης δεν αρκέστηκε στην απαίτηση της εκ προθέσεως παροχής βοήθειας προς υπήκοο τρίτης χώρας για παράνομη είσοδο στη Δημοκρατία. Αντιθέτως, με τη νομοθετική τροποποίηση του άρθρου 19Α(1), επέλεξε να προσθέσει ως αυτοτελές συστατικό στοιχείο του αδικήματος τον σκοπό της αποκόμισης κέρδους.

 

Η προσθήκη αυτή δεν μπορεί να θεωρηθεί τυχαία ή πλεοναστική. Αποτελεί πάγια ερμηνευτική αρχή ότι κάθε λέξη που χρησιμοποιείται σε νομοθετικό κείμενο τεκμαίρεται ότι επιλέχθηκε με συγκεκριμένο σκοπό και ότι πρέπει, κατά το δυνατόν, να αποδίδεται αυτοτελές κανονιστικό περιεχόμενο σε όλες τις λέξεις που χρησιμοποιεί ο νομοθέτης. Επομένως, η έννοια του «σκοπού αποκόμισης κέρδους» δεν μπορεί να εξομοιωθεί ούτε με την απλή πρόθεση τέλεσης της πράξης, ούτε με την παρεμπίπτουσα αποκόμιση οποιουδήποτε οικονομικού ή υλικού οφέλους.

 

Η ερμηνεία αυτή ενισχύεται και από το ενωσιακό δίκαιο. Τόσο η Οδηγία 2002/90/ΕΚ, όσο και η Απόφαση-Πλαίσιο 2002/946/ΔΕΥ, διακρίνουν σαφώς μεταξύ της απλής υποβοήθησης της παράνομης εισόδου και της υποβοήθησης που τελείται για κερδοσκοπικούς λόγους, αντιμετωπίζοντας τη δεύτερη περίπτωση ως ιδιαίτερης απαξίας μορφή συμπεριφοράς. Αντίστοιχη είναι και η ανάλυση του Γενικού Εισαγγελέα De La Tour στην υπόθεση C-460/23, όπου επισημαίνεται ότι ο κερδοσκοπικός σκοπός συνιστά ιδιαίτερο υποκειμενικό στοιχείο (special intent), διακριτό από τον γενικό δόλο που απαιτείται για την τέλεση της πράξης.

 

Υπό το φως των πιο πάνω, το Δικαστήριο κρίνει ότι η φράση «με σκοπό την αποκόμιση κέρδους» εισάγει απαίτηση απόδειξης ειδικού δόλου. Δεν αρκεί, επομένως, η διαπίστωση ότι ο κατηγορούμενος αποκόμισε κάποιο οικονομικό όφελος ως αποτέλεσμα της συμπεριφοράς του. Απαιτείται να αποδειχθεί ότι η παροχή της βοήθειας αποτέλεσε το μέσο για την επίτευξη του συγκεκριμένου σκοπού, δηλαδή ότι η αποκόμιση κέρδους ήταν το κίνητρο που καθόρισε τη συμπεριφορά του κατά τον χρόνο τέλεσης της πράξης.

 

Στην παρούσα υπόθεση, η αποδεκτή μαρτυρία καταδεικνύει ότι ο κατηγορούμενος συμμετείχε ενεργά στην πλοήγηση του σκάφους, και, ότι δεν κατέβαλε κόμιστρο. Το εύρημα αυτό, όμως, δεν αρκεί, αφ' εαυτού, για να θεμελιώσει τον απαιτούμενο από τον νόμο ειδικό σκοπό. Το όφελος που αποκόμισε συνδέεται άμεσα με τη διευκόλυνση της δικής του παράνομης μεταφοράς και δεν αποδεικνύει ότι ενήργησε με σκοπό την αποκόμιση κέρδους από την υποβοήθηση της εισόδου των λοιπών επιβαινόντων.

 

Ενόψει των πιο πάνω, το Δικαστήριο δεν ικανοποιείται ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε, πέραν πάσης εύλογης αμφιβολίας, την ύπαρξη του ειδικού υποκειμενικού στοιχείου που απαιτεί το άρθρο 19Α(1) του Κεφ. 105. Ως εκ τούτου, δεν στοιχειοθετείται το αδίκημα της κατηγορίας 4.

 

Η κατηγορία 5 αφορά, ως έχουμε αναφέρει προηγουμένως, το αδίκημα της συμμετοχής σε λαθρεμπόριο μεταναστών κατά παράβαση του Πρωτοκόλλου ΙΙΙ κατά του Λαθρεμπορίου Μεταναστών δια Εδάφους, Θαλάσσης και Αέρος της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών κατά του Διεθνικού Οργανωμένου Εγκλήματος. Η Κυπριακή Δημοκρατία με τον Νόμο 11(ΙΙΙ)/2003 κύρωσε και ένταξε στην εσωτερική έννομη τάξη τη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών κατά του Διεθνικού Οργανωμένου Εγκλήματος και τα Πρωτόκολλα της.

 

Από τον συνδυασμό των πιο πάνω διατάξεων, προκύπτει ότι το Πρωτόκολλο ποινικοποιεί τη λαθραία διακίνηση μεταναστών, νοούμενη ως η εξασφάλιση της παράνομης εισόδου προσώπου σε κράτος του οποίου δεν είναι υπήκοος ή μόνιμος κάτοικος, όταν η πράξη τελείται με σκοπό την αποκόμιση, άμεσα ή έμμεσα, οικονομικού ή άλλου υλικού οφέλους. Ως εκ τούτου, για την στοιχειοθέτηση του αδικήματος, απαιτείται, αφενός, η συνδρομή πράξεων που διευκολύνουν ή εξασφαλίζουν την παράνομη είσοδο, και, αφετέρου, η απόδειξη ότι η συμπεριφορά αυτή αποσκοπούσε στην αποκόμιση άμεσου ή έμμεσου οικονομικού ή άλλου υλικού οφέλους.

 

Η διατύπωση του Πρωτοκόλλου διαφοροποιείται ουσιωδώς από εκείνη του άρθρου 19Α(1) του Κεφ. 105. Ενώ η τελευταία διάταξη απαιτεί την απόδειξη ειδικού σκοπού αποκόμισης κέρδους, το Πρωτόκολλο αρκείται στην επιδίωξη άμεσου ή έμμεσου οικονομικού ή άλλου υλικού οφέλους. Η διαφοροποίηση αυτή δεν είναι απλώς λεκτική αλλά ουσιαστική και δεν επιτρέπει την ταύτιση των δύο νομοθετικών ρυθμίσεων ούτε την υιοθέτηση ενιαίας ερμηνευτικής προσέγγισης.

 

Στην παρούσα υπόθεση, το Δικαστήριο έχει ήδη καταλήξει ότι ο κατηγορούμενος διαδραμάτισε ουσιώδη και ενεργό ρόλο στην παράνομη μεταφορά των επιβαινόντων, αναλαμβάνοντας την πλοήγηση του σκάφους από την αρχή και κατά το μεγαλύτερο μέρος της διαδρομής.

 

Το περαιτέρω ζήτημα είναι κατά πόσο η συμπεριφορά του εντάσσεται στην έννοια της λαθραίας διακίνησης μεταναστών, ήτοι αν η συμμετοχή του στη μεταφορά συνδεόταν με την αποκόμιση άμεσου ή έμμεσου οικονομικού ή άλλου υλικού οφέλους. Επί του ζητήματος αυτού, το Πρωτόκολλο δεν απαιτεί την ύπαρξη άμεσου οικονομικού ανταλλάγματος. Ρητώς αναγνωρίζει ότι το απαιτούμενο όφελος μπορεί να είναι και έμμεσο, αρκεί να αποτελεί το αντάλλαγμα για τη συμμετοχή στη διευκόλυνση της παράνομης εισόδου.

 

Ως έχουμε ήδη αναφέρει πιο πάνω, αποτελούν ευρήματα του Δικαστηρίου, ότι ο κατηγορούμενος δεν κατέβαλε κόμιστρο για τη μεταφορά του στην Κύπρο, ότι καταμέτρησε τους επιβαίνοντες πριν ξεκινήσει η βάρκα, ότι ήταν ο πρώτος οδηγός και ο οδηγός κατά το μεγαλύτερο μέρος του θαλάσσιου ταξιδιού αλλά και το άτομο που οδηγούσε όταν η μηχανή της βάρκας σταμάτησε να λειτουργεί, ότι ήταν ο μοναδικός επιβάτης με Λ. και όχι Σ. καταγωγή αλλά και ότι ήταν ο μοναδικός επιβάτης που έφτασε στο σημείο αναχώρησης μόνος του και όχι ως μέλος των δυο ομάδων, όπως στα ευρήματα του Δικαστηρίου περιγράφεται.

 

Ο συνδυασμός των πιο πάνω ευρημάτων, θεωρούμε ότι μπορούν να οδηγήσουν στο ασφαλές συμπέρασμα ότι η απαλλαγή του κατηγορούμενου από την υποχρέωση καταβολής του χρηματικού ποσού που κατέβαλαν οι λοιποί επιβαίνοντες για τη μεταφορά τους, συνιστά σαφές οικονομικό όφελος, έστω και έμμεσο, αφού ο κατηγορούμενος εξοικονόμησε δαπάνη την οποία διαφορετικά θα ήταν υποχρεωμένος να καταβάλει. Το όφελος αυτό δεν προέκυψε τυχαία ούτε παρεμπιπτόντως, αλλά ήταν κατά την κρίση μας το συμφωνημένο αντάλλαγμα για τη συμμετοχή του στην υλοποίηση της παράνομης μεταφοράς.

 

Περαιτέρω, ως καταγράφουμε στα ευρήματα μας πιο πάνω, ο κατηγορούμενος τελούσε σε πλήρη γνώση του παράνομου χαρακτήρα της επιχείρησης και ότι γνώριζε ότι οι επιβαίνοντες ήταν υπήκοοι τρίτων χωρών που επρόκειτο να εισέλθουν παράνομα στη Δημοκρατία διά θαλάσσης. Υπό τις περιστάσεις αυτές, αποδεικνύεται πέραν πάσης εύλογης αμφιβολίας ότι ο κατηγορούμενος συμμετείχε εκ προθέσεως στη λαθραία διακίνηση μεταναστών με αντάλλαγμα την αποκόμιση έμμεσου οικονομικού οφέλους, όπως απαιτεί το άρθρο 6 του Πρωτοκόλλου.

 

Ως εκ τούτου, η κατηγορία 5 έχει αποδειχθεί.

 

Απομένει προς εξέταση η κατηγορία 8, με την οποία αποδίδεται στον κατηγορούμενο η συμμετοχή σε οργανωμένη εγκληματική ομάδα, κατά παράβαση των άρθρων 2 και 4 του Νόμου 11(ΙΙΙ)/2003, σε συνδυασμό με το άρθρο 5(1)(α)(ii)(a) της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών κατά του Διεθνικού Οργανωμένου Εγκλήματος.

 

Το άρθρο 5 της Σύμβασης καθιερώνει ως αυτοτελές ποινικό αδίκημα, διακριτό από το βασικό έγκλημα που τελεί η εγκληματική ομάδα, την ενεργό συμμετοχή προσώπου στις εγκληματικές δραστηριότητες οργανωμένης εγκληματικής ομάδας. Για τη στοιχειοθέτηση του αδικήματος δεν αρκεί η διαπίστωση ότι ο κατηγορούμενος συμμετείχε στη διάπραξη ενός αδικήματος το οποίο εξυπηρετούσε τους σκοπούς μιας εγκληματικής ομάδας. Απαιτείται επιπλέον να αποδειχθεί ότι γνώριζε τον σκοπό και τη γενική εγκληματική δραστηριότητα της ομάδας ή, τουλάχιστον, την πρόθεσή της να διαπράξει τα συγκεκριμένα εγκλήματα, καθώς και ότι η δική του συμμετοχή συνιστούσε ενεργό συμβολή στην εγκληματική δράση της ομάδας.

 

Περαιτέρω, το άρθρο 2 της Σύμβασης ορίζει ότι ως οργανωμένη εγκληματική ομάδα νοείται δομημένη ομάδα τριών ή περισσότερων προσώπων, η οποία υφίσταται για ορισμένο χρονικό διάστημα, ενεργεί συντονισμένα και επιδιώκει τη διάπραξη σοβαρών εγκλημάτων με σκοπό την αποκόμιση άμεσου ή έμμεσου οικονομικού ή άλλου υλικού οφέλους. Από τον ορισμό αυτό προκύπτει ότι η ποινική ευθύνη δεν θεμελιώνεται αποκλειστικά από τη συμμετοχή στη διάπραξη του βασικού αδικήματος, αλλά προϋποθέτει την απόδειξη ουσιαστικού συνδέσμου του κατηγορουμένου με την οργανωμένη εγκληματική δομή και την εγκληματική επιδίωξή της.

 

Στην παρούσα υπόθεση, το Δικαστήριο έχει ήδη καταλήξει ότι ο κατηγορούμενος συμμετείχε εν γνώσει του στη λαθραία διακίνηση μεταναστών, γεγονός που οδήγησε στην απόδειξη της κατηγορίας 5. Το εύρημα αυτό, όμως, δεν οδηγεί αυτομάτως και στην κατάφαση της κατηγορίας 8. Τα δύο αδικήματα είναι αυτοτελή και προϋποθέτουν διαφορετικά συστατικά στοιχεία. Η απόδειξη συμμετοχής στη λαθραία διακίνηση μεταναστών δεν συνεπάγεται, χωρίς περαιτέρω αποδεικτικά δεδομένα, ότι ο δράστης συμμετείχε και σε οργανωμένη εγκληματική ομάδα κατά την έννοια της Σύμβασης.

 

Εξετάζοντας το σύνολο της ενώπιόν μας μαρτυρίας, διαπιστώνουμε ότι ο κατηγορούμενος συμφώνησε να πλοηγήσει το σκάφος ως αντάλλαγμα για την απαλλαγή του από την υποχρέωση καταβολής κομίστρου. Η συμπεριφορά αυτή αποδείχθηκε και αξιολογήθηκε κατά την εξέταση της πέμπτης κατηγορίας. Ωστόσο, πέραν των περιστατικών αυτών, δεν προέκυψε οποιαδήποτε αξιόπιστη μαρτυρία ότι ο κατηγορούμενος είχε ενταχθεί στην οργανωτική δομή του κυκλώματος ή ότι είχε αναλάβει προκαθορισμένο ρόλο στο πλαίσιο της εγκληματικής του δραστηριότητας.

 

Ειδικότερα, δεν αποδείχθηκε ότι συμμετείχε στον σχεδιασμό της επιχείρησης, στη στρατολόγηση ή επιλογή των μεταναστών, στην είσπραξη των χρηματικών ποσών που καταβλήθηκαν ως κόμιστρο, στον συντονισμό της μεταφοράς ή στη λήψη αποφάσεων αναφορικά με την εκτέλεση της επιχείρησης. Ούτε προέκυψε ότι είχε οποιαδήποτε εξουσία ή αρμοδιότητα έναντι των λοιπών εμπλεκομένων ή ότι αποτελούσε σταθερό ή διαρκές μέλος της εγκληματικής ομάδας.

 

Παράλληλα, δεν αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε την έκταση, τη δομή ή τον τρόπο λειτουργίας της ομάδας πέραν του απολύτως αναγκαίου μέτρου για τη διεκπεραίωση της δικής του μεταφοράς. Η επικοινωνία του με ένα πρόσωπο που τον οδήγησε στο σημείο εκκίνησης, καταδεικνύουν ασφαλώς ότι γνώριζε πως η μεταφορά οργανώθηκε από τρίτους, δεν αρκούν, όμως, χωρίς περαιτέρω αποδεικτικά στοιχεία, για να συναχθεί πέραν πάσης εύλογης αμφιβολίας ότι είχε γνώση της ύπαρξης οργανωμένης εγκληματικής ομάδας, της δομής της ή του ευρύτερου εγκληματικού σχεδίου που αυτή εξυπηρετούσε.

 

Ασφαλώς, η οργάνωση της μεταφοράς, η διαδρομή που ακολουθήθηκε, η εμπλοκή περισσοτέρων προσώπων και ο διεθνικός χαρακτήρας της δραστηριότητας καταδεικνύουν την ύπαρξη οργανωμένης επιχείρησης λαθραίας διακίνησης μεταναστών. Περαιτέρω, δεν χωρεί αμφιβολία ότι πληρούται το στοιχείο του διεθνικού χαρακτήρα της εγκληματικής δραστηριότητας, αφού η μεταφορά συνδέθηκε με περισσότερα του ενός κράτη και εξελίχθηκε, μεταξύ άλλων, μέσω διεθνών χωρικών υδάτων, πριν από τον εντοπισμό του σκάφους από τις κυπριακές αρχές.

 

Η διαπίστωση αυτή, όμως, δεν αρκεί αφ' εαυτής για τη θεμελίωση της ποινικής ευθύνης του κατηγορουμένου για συμμετοχή στην οργανωμένη εγκληματική ομάδα. Η ύπαρξη εγκληματικής ομάδας αποτελεί διαφορετικό ζήτημα από τη συμμετοχή συγκεκριμένου προσώπου σε αυτή. Η Κατηγορούσα Αρχή όφειλε να αποδείξει ότι ο κατηγορούμενος εντάχθηκε εν γνώσει του στην εγκληματική δράση της ομάδας και ανέλαβε ενεργό ρόλο προς εξυπηρέτηση των σκοπών της. Τέτοια μαρτυρία δεν προσκομίστηκε.

 

Λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο της αποδεκτής μαρτυρίας και εφαρμόζοντας την αρχή ότι κάθε στοιχείο του ποινικού αδικήματος πρέπει να αποδεικνύεται πέραν πάσης εύλογης αμφιβολίας, κρίνουμε ότι παραμένει εύλογη αμφιβολία ως προς το κατά πόσο ο κατηγορούμενος συμμετείχε ενεργά σε οργανωμένη εγκληματική ομάδα, κατά την έννοια των άρθρων 2 και 5 της Σύμβασης. Επομένως, η Κατηγορούσα Αρχή δεν απέδειξε όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της κατηγορίας 8, και, ως εκ τούτου, ο κατηγορούμενος δικαιούται αθώωσης και ως προς την εν λόγω κατηγορία.

 

Καταληκτικά, η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποδείξει την υπόθεση της και την ενοχή του κατηγορούμενου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας στις κατηγορίες 2, 3 και 5, σε αντίθεση με τις κατηγορίες 4, 6, 7 και 8.

 

Συνεπώς, βρίσκουμε ένοχο τον κατηγορούμενο στις κατηγορίες 2, 3 και 5, ενώ αθωώνεται και απαλλάσσεται στις κατηγορίες 4, 6, 7 και 8.

 

 

(Υπ.)……………………………………

Δ. Θεοδώρου, Π.Ε.Δ.

 

 

(Υπ.)……………………………………

Ε. Ευθυμίου, Α.Ε.Δ.

 

 

(Υπ.)……………………………………

Γ. Ιωαννίδου-Παπά, Α.Ε.Δ.

 

Πιστόν Αντίγραφο

 

 

Πρωτοκολλητής

 



[1] Κατηγορία του απαγορευμένου μετανάστη κατά παράβαση των άρθρων 2, 6 (1)(α) (ι)(κ)(λ)(μ) (2) και 19(2) του περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόμου, Κεφάλαιο 105, όπως αυτός τροποποιήθηκε δυνάμει του άρθρου 5(1)(3) του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, των άρθρων 2 και 3 του περί Χωρικής Θαλάσσης Νόμου, Νόμος 45/1964, καθώς και τον Κανονισμό 5 και 6 της Κ.Δ.Π.242/72

[2] Κατά παράβαση των άρθρων 2, 6(1)(α)(ι)(κ)(λ)(μ)(2) και 19(ζ) του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου, του περί της Χωρικής Θάλασσας Νόμου, καθώς και των Κανονισμών 5 και 6 της Κ.Δ.Π.242/72.

[3] Κατά παράβαση των άρθρων 2, 6(1)(α)(λ) και 19(1)Α 19Β(1) του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου Κεφάλαιο 105, του 5(1)(3) και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφάλαιο 154 των άρθρων 2 και 3 του περί της Χωρικής Θάλασσας Νόμου, Νόμος 45/1964 και τον Κανονισμό 5 και 6 της Κ.Δ.Π.242/72

[4] Κατά παράβαση των άρθρων 2 και 8 του κυρωτικού νόμου, Ν.11(ΙΙΙ/2003) περί της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών κατά του διεθνικού οργανωμένου εγκλήματος και των συμπληρωματικών σε αυτήν πρωτοκόλλων, καθώς και των άρθρων 3(Α), 4, 6 (1)(Α)(2)(Π)(3)(Α)(Β) του πρωτοκόλλου ΙΙΙ της εν λόγω σύμβασης.

[5] Κατά παράβαση των άρθρων 2 και 4 του Νόμου 11.ΙΙΙ/2003 και του άρθρου 5(1)(Α)(ΙΙ)(A) της σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών κατά του διεθνικού οργανωμένου εγκλήματος και των συμπληρωματικών σε αυτήν πρωτοκόλλων

[6] Κατά παράβαση των άρθρων 20 και 240 του Ποινικού Κώδικα Κεφάλαιο 154.

[7] Κατά παράβαση των άρθρων 63Β(1) (α) (2) (3) του Ποινικού Κώδικα Κεφάλαιο 154.

[8] Κατά παράβαση των άρθρων 63A και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφάλαιο 154

[10] Θεοχαρίδης ν. Ιωάννου κ.ά (2012) 1Β ΑΑΔ 1311, 1319-1322, Ευσταθίου ν. Μιχαήλ, Πολιτική Έφεση 269/12, ημερομηνίας 23/7/19, ECLI:CY:AD:2019:A341.

[11] Ησαΐας Ιωαννίδης ν. Αστυνομίας (2012) 2 ΑΑΔ 640.

[12] [1968] 2 Lloyd's Rep 403

[13] [1975] QB 834

[18] Βούτουνος ν. Αστυνομίας (2008) 2 Α.Α.Δ. 71

[19] Γαβριήλ v. Δημοκρατίας (2009) 2 Α.Α.Δ. 693

[20] Charitonos and others v. The Republic (1971) 2 CLR 40.

[21] Μαμαλικόπουλος κ.ά. ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 25 και 29/2014, ημερομηνίας 20.9.2018

[22] lurking doubt

[23] Munteanu v. Δημοκρατίας (2013) 2 ΑΑΔ 459

[27] Ευρέως νομικά γνωστή ως η υπόθεση The S.S. "Lotus" Judgment, 7 September 1927, P.C.I.J., Series A, No. 10,

[28] Ε. Ρούκουνας, Διεθνές Δίκαιο, Τεύχος Β΄, 2η έκδ., 2006, James Crawford, Brownlie's Principles of Public International Law, 9η έκδ., Oxford University Press και Malcolm N. Shaw, International Law, Cambridge University Press.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο