ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ.
Αρ. Yπόθεσης: 5770/2025
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ
Κατηγορούσα Αρχή
ν.
R. S. Z. E.
Κατηγορούμεvος
Ημερομηνία: 19 Ιανουαρίου 2026
Εμφανίσεις:
Για την Κατηγορούσα Αρχή: Ο κ. Ζ. Κούμουρου.
Για τον Κατηγορούμενο: κα Γαμβρουδίου.
Κατηγορούμενος: παρών.
ΑΠΟΦΑΣΗ
Η κυκλοφορία της απόφασης υπόκειται σε περιορισμό και απαγορεύεται η οποιαδήποτε δημοσίευση ή δημοσιοποίηση της χωρίς την άδεια του εκδικάζοντος Δικαστηρίου.
O κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τις ακόλουθες 3 κατηγορίες:
(α) Άσεμνη επίθεση εναντίον γυναίκας κατά παράβαση του άρθρου 151 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 και των άρθρων 2, 3, 5 (α), 11 του Περί Πρόληψης και καταπολέμησης της Βίας κατά των γυναικών και της ενδοοικογενειακής βίας Νόμου, Ν. 115(Ι)/2021 (1η κατηγορία).
(β) Άσεμνη πράξη κατά παράβαση των άρθρων 35, 176 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (2η κατηγορία).
(γ) Παράνομη παραμονή στη Δημοκρατία κατά παράβαση των άρθρων 2 (1) (2), 19 και 20 του Περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόμου, Κεφ. 105 (3η κατηγορία).
Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 1ης κατηγορίας, ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι στις 17/5/2025 στην παραλία Φάρου στα Περβόλια στην επαρχία Λάρνακας παράνομα και άσεμνα επιτέθηκε κατά της ΝΝ.
Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 2ης κατηγορίας ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι στον ίδιο τόπο και χρόνο που αναφέρεται στην 1η κατηγορία διενήργησε δημόσια άσεμνη πράξη, δηλαδή έδειξε τα γεννητικά του όργανα στην ΝΝ.
Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 3ης κατηγορίας ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι μεταξύ των ημερομηνιών 17/9/2024 - 24/9/2025 συμπεριλαμβανομένων, ενώ δεν ήταν μόνιμος κάτοικος της Κυπριακής Δημοκρατίας παρέμεινε στο έδαφος της Δημοκρατίας χωρίς την άδεια του λειτουργού μετανάστευσης.
Ο Κατηγορούμενος δήλωσε μη παραδοχή στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει και ως εκ τούτου, η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Για να αποδείξει την υπόθεσή της η πλευρά της Κατηγορούσας Αρχής κάλεσε 4 μάρτυρες. Κατατέθηκαν επίσης 6 τεκμήρια.
Μετά την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον του Κατηγορούμενου και αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του σύμφωνα με το άρθρο 74 (1) (γ) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, ο Κατηγορούμενος επέλεξε να καταθέσει ενόρκως και δεν κάλεσε οποιοδήποτε μάρτυρα.
Δεν θα προβώ σε εκτενή και λεπτομερή παράθεση των όσων κατέθεσε ο κάθε μάρτυρας στο Δικαστήριο αφού το σύνολο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της διαδικασίας και το έχω κατά νου. Για σκοπούς πληρότητας θα περιοριστώ σε μια συνοπτική αναφορά στα ουσιώδη σημεία της μαρτυρίας έκαστου μάρτυρα.[1]
Οι αναφορές όλων των μαρτύρων ως επίσης και τα τεκμήρια που κατατέθηκαν αξιολογήθηκαν πλήρως έστω και αν αυτά δεν αναφέρονται ρητά στην απόφαση χωρίς να είναι αναγκαία η καταγραφή του περιεχομένου τους κάτι το οποίο θα γίνει εκεί όπου κριθεί αναγκαίο.[2]
Πρώτος μάρτυρας για την κατηγορούσα Αρχή ήταν ο ΧΧ (ΜΚ1) ο οποίος κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του την κατάθεση το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε (Τεκμήριο 1). Συνοπτικά, ανέφερε ότι στις 17/5/2025 ενώ βρισκόταν στο κουρείο του στα Περβόλια τον πήρε τηλέφωνο η φίλη του η ΝΝ και του ανέφερε ότι πήγε κάποιος εκεί στη θάλασσα και άρχισε να της μιλάει και να την αγγίζει και πώς έβγαλε έξω τα γεννητικά του όργανα και της τα έδειξε. Αμέσως ο ίδιος πήγε στο μέρος με τη μηχανή του και είδε ένα αυτοκίνητο που ερχόταν προς τα πάνω του και του έκανε σήμα να σταματήσει. Του ζήτησε να έρθει μαζί του και αυτός αρνήθηκε και την ίδια ώρα ο ΜΚ1 πήρε τηλέφωνο την ΝΝ και της είπε να ξεκινήσει να έρχεται προς το μέρος του. Στη συνέχεια, είπε του άγνωστου άντρα να μη φύγει από το μέρος και να τον ακολουθήσει και αφού πήρε τη μηχανή του κατευθύνθηκε προς το μέρος που ήταν το αυτοκίνητο της ΝΝ την οποία βρήκε μπροστά από το αυτοκίνητό της σοκαρισμένη. Την ρώτησε αν είναι αυτός ο άντρας που την πείραξε και η ΝΝ του απάντησε καταφατικά. Όταν ρώτησε τον άγνωστο άνδρα αν πείραξε τη γυναίκα του αυτός απάντησε αρνητικά. Ο ΜΚ1 ξαναρώτησε την ΝΝ αν είναι αυτός που την πείραξε και του απάντησε και πάλι καταφατικά και τότε πήγε να πάρει την πόρτα του αυτοκινήτου του άντρα ο οποίος τότε αμέσως την έκλεισε. Έδωσε μια κλωτσιά πάνω στην πόρτα του αυτοκινήτου, την άνοιξε και πήγε να του πάρει τα κλειδιά για να μην μπορέσει να φύγει από το μέρος μέχρι να έρθει η αστυνομία. Δεν τον άφησε και ξεκίνησε να αντιδρά και τότε του πήρε τα κλειδιά και τότε ο άντρας άρχισε να ζητά στον ΜΚ1 συγνώμη λέγοντας του «συγνώμη φίλε συγνώμη». Την ίδια ώρα ενώ τηλεφωνούσε στην αστυνομία είδε ότι περνούσε με τη μηχανή του από το σημείο ο φίλος του Κυριάκος και του ζήτησε να σταματήσει και να τους βοηθήσει μέχρι να έρθει η αστυνομία. Μόλις απάντησε το τηλέφωνο η αστυνομία και άρχισε να αναφέρει το περιστατικό ο άντρας αυτός έσκυψε στο ταμπλό του αυτοκινήτου του έβγαλε ένα μαχαίρι και άρχισε να γδέρνεται μόνος του με το μαχαίρι. Μόλις άρχισε να κάνει αυτό το πράγμα ο φίλος του ΜΚ1 ο Κυριάκος του είπε να φύγουν από το μέρος. Τέλος, σε σχετική ερώτηση που του υποβλήθηκε υπέδειξε τον κατηγορούμενο ως το πρόσωπο το οποίο αναφέρει στην κατάθεση του.
Δεύτερος μάρτυρας για την κατηγορούσα Αρχή ήταν ο Κυριάκος Αντωνίου (ΜΚ2) ο οποίος κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του την κατάθεση το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε (Τεκμήριο 2). Συνοπτικά, ανέφερε ότι στις 17/5/2025 ενώ έκανε βόλτα με τη μοτοσυκλέτα του στην παραλία του φάρου στα Περβόλια είδε τον ΧΧ (ΜΚ1) τον οποίον γνωρίζει και ο όποιος του έγνεψε να σταματήσει και τότε άκουσε τον ΧΧ μαζί με ένα αλλοδαπό πρόσωπο να φωνάζουν για το λόγο ότι ο αλλοδαπός φαίνεται να παρενόχλησε τη σύντροφο του ΧΧ, ΝΝ. Κατά τη λογομαχία που είχαν άκουσε τον ΧΧ να λέει στον αλλοδαπό άντρα ότι θα πάει στην αστυνομία και τότε είδε το αλλοδαπό πρόσωπο το οποίο καθόταν μέσα στο αυτοκίνητο του να παίρνει ένα κουζινομάχαιρο με το δεξί του χέρι και να αρχίζει να χαρακώνεται μόνο του πάνω στο αριστερό χέρι. Στη συνέχεια ο ίδιος είπε στον ΧΧ να φύγουν από εκεί και ο ΧΧ του ζήτησε να πάει πίσω του για να πάνε στην αστυνομία. Τέλος, σε σχετική ερώτηση που του υποβλήθηκε υπέδειξε τον κατηγορούμενο ως το αλλοδαπό πρόσωπο το οποίο αναφέρει στην κατάθεση του.
Τρίτος μάρτυρας για την κατηγορούσα Αρχή ήταν ο Αστ. 673 Ιάκωβος Ιακώβου (ΜΚ3) ο οποίος κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του την κατάθεση το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε (Τεκμήριο 3). Συνοπτικά, ανέφερε ότι υπηρέτει στην Αστυνομική Διεύθυνση Λάρνακας και είναι τοποθετημένος στον Αστυνομικό Σταθμό Κιτίου. Στις 17/5/2025 ενώ βρισκόταν καθήκον προσήλθε στον σταθμό η ΝΝ από Περβόλια συνοδευόμενη από τον συμβίο της ΧΧ και κατήγγειλε ότι την ίδια ημέρα και περί ώρα 13:50 ενώ βρισκόταν στην παραλία Φάρος στα περβόλια, δέχθηκε άσεμνη επίθεση και άσεμνη πράξη από άγνωστο άνδρα αλλοδαπής καταγωγής. Σύμφωνα με την περιγραφή τόσο του αυτοκινήτου όσο και του άγνωστου άνδρα ο ΜΚ3 επισκέφθηκε την περιοχή όπου εντόπισε τον κατηγορούμενο ο οποίος οδηγήθηκε στον αστυνομικό σταθμό Κιτίου. Στην παρουσία του η παραπονούμενη είδε και αναγνώρισε τον ύποπτο τον οποίο επίσης αναγνώρισε και ο συμβίος της ΧΧ. Από εξετάσεις στο μηχανογραφημένο σύστημα της υπηρεσίας αλλοδαπών και μετανάστευσης διαπίστωσε ότι ο κατηγορούμενος βρίσκεται παράνομα στο έδαφος της κυπριακής δημοκρατίας αφού η αίτηση του ως πολιτικός πρόσφυγας έχει απορριφθεί. Τέλος, σε σχετική ερώτηση που του υποβλήθηκε υπέδειξε τον κατηγορούμενο ως πρόσωπο το οποίο αναφέρει ως ύποπτο στην κατάθεση του.
Τέταρτη και τελευταία μάρτυρας για την Κατηγορούσα Αρχή ήταν η Παραπονούμενη, ΝΝ (ΜΚ4) η οποία κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασης της την κατάθεση της περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε (Τεκμήριο 4). Συνοπτικά, ανέφερε ότι τα τελευταία 5 χρόνια ζει στα Περβόλια με τον σύντροφο της ΧΧ. Στις 17/5/25 και γύρω στις 13:45 πήγε στην παραλία των Περβολιών κοντά στον Φάρο, στάθμευσε το αυτοκίνητο της και κατέβηκε από τις σκάλες προς τη θάλασσα. Ήταν μόνη της στην παραλία, έβαλε την πετσέτα της στην άμμο και ξάπλωνε κάτω και έκανε ηλιοθεραπεία και την ίδια στιγμή άκουγε ένα podcast. Μπροστά της βρισκόταν μια κυρία η οποία έκανε και η ίδια ηλιοθεραπεία. Καθώς ήταν ξαπλωμένη κάτω και έβλεπε τον ουρανό, ένας άνδρας που δεν είχε ξαναδεί στη ζωή της, ήρθε και στάθηκε στη δεξιά της πλευρά και τον κοίταξε. Άρχισε να της μιλάει αλλά ήταν άγνωστος προς την ίδια, οπότε του είπε ότι δεν θέλει να μιλήσει μαζί του αλλά επέμενε. Ύστερα από λίγο της είπε αν θέλει ο ίδιος να της κάνει μασάζ και του είπε ότι δεν θέλει να του μιλήσει αλλά συνέχιζε να της μιλάει. Ύστερα από λίγο την πλησίασε και κάθισε δίπλα της, την κοιτούσε επίμονα και άρχισε να αισθάνεται έντονα φόβο. Εκείνη τη στιγμή ήθελε να σηκωθεί και να φύγει αλλά ήταν πολύ φοβισμένη. Πήρε τα προσωπικά της αντικείμενα επειδή φοβόταν ότι μπορούσε να κλέψει τα αντικείμενα της. Καθώς καθόταν δίπλα της με το αριστερό του χέρι άγγιξε τον δεξί της ώμο και με το δεξί του χέρι προσπάθησε να αγγίξει την ίδια. Τότε κούνησε το χέρι της και του είπε «μην με αγγίζεις». Μετά από αυτό σηκώθηκε και σηκώθηκε και εκείνος. Στεκόταν μπροστά της και έκανε περίεργες γκριμάτσες, λες και ήθελε κάτι από την ίδια. Ύστερα προσπάθησε να πάρει τα πράγματα της και να φύγει από το μέρος και εκείνη τη στιγμή τον είδε να βγάζει το πέος του έξω από το παντελόνι του. Εκείνη τη στιγμή πήρε τηλέφωνο τον σύντροφο της και άρχισε να περπατάει προς το αυτοκίνητο. Στη συνέχεια αναφέρει όλα τα γεγονότα σχετικά με την άφιξη του συντρόφου της στο μέρος και το γεγονός ότι η ίδια αναγνώρισε τον κατηγορούμενο στην παρουσία του συντρόφου της. Τέλος, σε σχετική ερώτηση που της υποβλήθηκε υπέδειξε τον κατηγορούμενο ως το πρόσωπο το οποίο προέβη στις εναντίον της ενέργειες στις οποίες αναφέρθηκε στην κατάθεση της.
Ο Κατηγορούμενος έδωσε ένορκη μαρτυρία. Κατά την κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι τη συγκεκριμένη μέρα ήταν στη θάλασσα με το αυτοκίνητο του. Άφησε το αυτοκίνητο του στο πάρκινγκ για να κάνει ένα περπάτημα και μετά επέστρεψε πίσω και βρήκε τους 2 άντρες με μια γυναίκα να προσπαθούν να κλέψουν κάτι από το αυτοκίνητο του. Ανέφερε ότι έκλεψαν 3.500 ευρώ και το κλειδί και φώναζε μαζί τους και του πήραν τα κλειδιά του με το ζόρι και του είπαν ότι θα πάνε στον σταθμό για να κάνουν μια καταγγελία. Μετά πήρε τηλέφωνο στον σταθμό και έμεινε εκεί ώσπου να έρθει η Αστυνομία. Αρνήθηκε ότι μίλησε ή άγγιξε ή έδειξε τα γεννητικά του όργανα στην Παραπονούμενη. Περαιτέρω ανέφερε ότι απολογήθηκε επειδή ξέρει ότι είναι αθώος.
Μέσα στα πλαίσια της ζωντανής ατμόσφαιρας της δίκης είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου. Παρακολούθησα τις αντιδράσεις τους, φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο που απαντούσαν, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητά τους ή την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν, παράγοντες που, σύμφωνα με τη νομολογία, ενέχουν ιδιαίτερη σπουδαιότητα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας.[3] Δεν παραγνωρίζω βέβαια ότι τα πιο πάνω στοιχεία μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία ενός μάρτυρα, αλλά δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας του.[4] Αξιολόγησα τη μαρτυρία τους λαμβάνοντας υπόψη το περιεχόμενο, την ποιότητα και τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία και έχω λάβει καθοδήγηση από σειρά παραγόντων όπως, μεταξύ άλλων, την πειστικότητα, λογική και εσωτερική συνοχή της μαρτυρίας, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων των μαρτύρων, τη λογικοφάνεια και αληθοφάνεια της εκδοχής τους, την ύπαρξη ή μη υπερβολών ή ουσιωδών αντιφάσεων, το βαθμό στον οποίο συνάδει με το περιεχόμενο των διαφόρων εγγράφων που κατατέθηκαν ως Τεκμήρια όπως επίσης και την ύπαρξη οποιουδήποτε προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης.
Πρέπει περαιτέρω να αναφερθεί ότι η μαρτυρία εξετάζεται στο σύνολο της και όχι αποσπασματικά και δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται μικροσκοπικά αλλά μέσα στο συνολικό της πλαίσιο.[5] Μικρές ασυνέπειες, μικροδιαφορές και μικρές αντιφάσεις σε επουσιώδη θέματα δεν καταρρίπτουν την αξιοπιστία των μαρτύρων αλλά αντίθετα ενδυναμώνουν την ειλικρίνεια τους και δείχνουν ότι δεν υπήρξε προσχεδιασμός και ή συνεννόηση μεταξύ των μαρτύρων στην εκδοχή που μετέφεραν στον Δικαστήριο.[6]
Έχω επίσης κατά νου την αρχή ότι δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα που κρίθηκε από το Δικαστήριο ως αξιόπιστος.[7] Η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν έχει περιοριστεί μόνο στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα ξεχωριστά αλλά την έχω συσχετίσει, αντιπαραβάλει και διερευνήσει με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων, υποβάλλοντας τη στη βάσανο της συνεκτίμησης στο πλαίσιο του συνόλου της μαρτυρίας και υποβάλλοντας επίσης το περιεχόμενο της μαρτυρίας έκαστου μάρτυρα στη βάσανο της λογικής και της ανθρώπινης πείρας με βάση την προσέγγιση που η Νομολογία επιτάσσει στο θέμα αυτό.[8]
Έχω επίσης κατά νου την αρχή ότι η αποδοχή κάποιων μαρτύρων ως αξιόπιστων δεν εξυπακούει πως τα όσα είπαν υπέχουν και ανάλογης αποδεικτικής βαρύτητας αφού η γενικότερη αξιοπιστία των μαρτύρων δεν εναρμονίζεται πάντοτε με την αποδεικτική δύναμη της μαρτυρίας τους.[9] Τέλος, είχα πάντα κατά νου ότι η αποτίμηση της αξιοπιστίας ενός μάρτυρα είναι έργο διακριτό και εντελώς αποσυναρτημένο από οποιοδήποτε βάρος απόδειξης.[10]
Επιπλέον, σε ό,τι αφορά αδικήματα βίας κατά γυναίκας, δεν απαιτείται ενισχυτική μαρτυρία, ούτε αυτοπροειδοποίηση του Δικαστηρίου, ως έχει ρυθμιστεί νομοθετικά με τον περί της Πρόληψης και της Καταπολέμησης της βίας κατά των Γυναικών και της Ενδοοικογενειακής Βίας και περί Συναφών Θεμάτων, Ν.115(Ι)/2021, άρθρο 29 το οποίο προνοεί τα ακόλουθα:
«Για την απόδειξη αδικήματος βίας κατά γυναίκας δεν είναι απαραίτητη η αναζήτηση ενισχυτικής μαρτυρίας της ένορκης ή ανώμοτης μαρτυρίας παιδιού ή της ένορκης μαρτυρίας γυναίκας, ούτε η αυτοπροειδοποίηση του Δικαστηρίου για τον κίνδυνο καταδίκης με μόνη την ένορκη ή ανώμοτη μαρτυρία παιδιού ή την ένορκη μαρτυρία γυναίκας».
Σύμφωνα δε με το ερμηνευτικό άρθρο 2:
«βία» σημαίνει πράξη, παράλειψη ή σεξουαλική πράξη χωρίς συναίνεση ή συμπεριφορά με την οποία δύναται να προκληθεί βλάβη στο θύμα και περιλαμβάνει σωματική, λεκτική, σεξουαλική, ψυχολογική, οικονομική και κάθε άλλης μορφής βία ή πόνο έναντι γυναίκας, κάθε απειλή για τέτοια πράξη, καθώς και εξαναγκασμό ή αυθαίρετη στέρηση της ελευθερίας, είτε αυτά διενεργούνται στον δημόσιο είτε στον ιδιωτικό βίο·
«βία με βάση το φύλο» σημαίνει βία ασκούμενη κατά γυναίκας, λόγω του φύλου της ή βία που επηρεάζει δυσανάλογα τη γυναίκα·»
Συνεπώς για τα αδικήματα των κατηγοριών 1 και 2 που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος δεν απαιτείται ενισχυτική μαρτυρία, ούτε αυτοπροειδοποίηση του Δικαστηρίου.
Να αναφέρω στο σημείο αυτό ότι έχει επισημανθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο στις ΣΣ v Δημοκρατίας και V.V.M. v. Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις 147/2016 και 148/2016, 20.11.2019, ότι όπου οι κατηγορίες θεμελιώνονται επίσης και σε νόμο που έχει καταργήσει τον κανόνα αναζήτησης ενισχυτικής μαρτυρίας δεν απαιτείται αναζήτησης τέτοιας μαρτυρίας, καθότι καταστρατηγούνται η πολιτική και ο σκοπός του συγκεκριμένου νόμου. Όπως επισημάνθηκε στην AFK ν Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις 44/2018 και 91/2018, 6.12.2019, «πρόκειται για το φαινόμενο ανομοιομορφίας του Νόμου σε ένα κατ' εξοχήν ευαίσθητο πεδίο του δικαίου στο οποίο είχαμε την ευκαιρία να αναφερθούμε πολύ πρόσφατα στις Ποινικές Εφέσεις Αρ. 147/16 και 148/16, ημερ. 20.11.2019, Σ.Σ. ν. Δημοκρατίας και V.V.M. v. Δημοκρατίας, υποδεικνύοντας την ανάγκη για ενιαία νομοθετική ρύθμιση και εκσυγχρονισμό».
Περαιτέρω, όπως επισημάνθηκε στην ΣΣ ν Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις 97/2022, 98/2022, 114/2022 και 115/2022, 16.11.2022, «η υποχρέωση πλέον για αναζήτηση ενισχυτικής μαρτυρίας δεν δημιουργείται, όπως συνέβαινε με βάση τον καταργηθέντα κανόνα πρακτικής, από το γεγονός και μόνο ότι ο μάρτυρας είναι παραπονούμενος σε σεξουαλικό αδίκημα. Η ανάγκη για αναζήτηση ενισχυτικής μαρτυρίας προκύπτει από τα χαρακτηριστικά και τις ιδιαιτερότητες της μαρτυρίας του συγκεκριμένου μάρτυρα και όχι από τη φύση του αδικήματος».
Ο ΜΚ1 άφησε στο Δικαστήριο πολύ θετική εντύπωση ως μάρτυρας αλήθειας. Κατέθεσε με απλότητα και πηγαίο τρόπο, χωρίς υπεκφυγές ή υπερβολές, παρέμεινε σταθερός στις θέσεις του, οι οποίες ήταν πειστικές και είχαν λογική συνοχή, χωρίς να εντοπίζονται οποιεσδήποτε αντιφάσεις στα λεγόμενά του ενώ γενικότερα εξέπεμπε με τον τρόπο που κατέθετε μία βεβαιότητα, συνάδουσα με πρόσωπο που λέει την αλήθεια. Ήταν σε θέση να εξηγήσει λογικά και πειστικά την κατάσταση στην οποία εντόπισε την παραπονούμενη στη σκηνή λέγοντας χαρακτηριστικά ότι ήταν σοκαρισμένη και έτρεμε όπως το ψάρι. Αντεξεταζόμενος ήταν επίσης σταθερός και σαφής στις τοποθετήσεις του ως προς το πως εκτυλίχθηκαν τα γεγονότα εξηγώντας ότι ο δρόμος που εντόπισε τον κατηγορούμενο είναι ένας δρόμος και ότι ουσιαστικά τον βρήκε την ώρα που άρχισε να φεύγει και συναντήθηκαν στα μισά του δρόμου. Εξήγησε περαιτέρω ότι η Αστυνομία δεν πρόλαβε να έρθει λόγω του ότι ο κατηγορούμενος ανέσυρε μαχαίρι και άρχισε να αυτοτραυματίζεται γεγονός που τους ανάγκασε να φύγουν από τη σκηνή.
Υπό το φως των πιο πάνω διαπιστώσεων μου ο ΜΚ1 κρίνεται αξιόπιστος μάρτυρας και αποδέχομαι την μαρτυρία του στην ολότητα της.
Ο ΜΚ2 άφησε επίσης θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Εξήγησε με σαφήνεια το τι ακριβώς υπέπεσε στην αντίληψη του την επίδικη ημέρα χωρίς να περιπέσει σε αντιφάσεις. Ταυτόχρονα, ήταν σε θέση να εξηγήσει στο Δικαστήριο με σταθερότητα την κατάσταση στην οποία εντόπισε και ο ίδιος την Παραπονούμενη την επίδικη ημέρα, ήτοι ότι ήταν σοκαρισμένη. Ταυτόχρονα υπήρξε ειλικρινής στην αντεξέταση του λέγοντας ότι ο ίδιος δεν ήταν παρών κατά τη διάρκεια του περιστατικού με την Παραπονούμενη αφού ο ίδιος κλήθηκε να πάει στο μέρος αργότερα από τον φίλο της Παραπονούμενης. Η μαρτυρία του κρίνεται αξιόπιστη και γίνεται αποδεκτή στην ολότητα της.
Ο ΜΚ3 άφησε επίσης θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Παρέθεσε με ειλικρίνεια και αντικειμενικότητα τη δική του εμπλοκή στη διερεύνηση της υπόθεσης και αναφέρθηκε με λεπτομέρεια στις ενέργειες στις οποίες είχε προβεί. Εξήγησε με σταθερότητα ότι όταν εντόπισε τον κατηγορούμενο στο επίδικο μέρος αυτός ήταν σοκαρισμένος και είχε πληγές στο αριστερό του χέρι οι οποίες φαίνεται να προκλήθηκαν από μαχαίρι. Εξετάζοντας τη μαρτυρία του συνολικά, ο ΜΚ3 κρίνεται αξιόπιστος μάρτυρας και αποδέχομαι την μαρτυρία του στην ολότητα της.
Η παραπονούμενη, ΜΚ4 δημιούργησε εξαιρετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Περιέγραψε το επίδικο περιστατικό απλά, με την όλη έκφραση της και τον τρόπο με τον οποίο κατέθετε να είναι φυσικός και αυθόρμητος. Δεν έχω οποιαδήποτε αμφιβολία ότι τα γεγονότα εξελίχθηκαν και διαδραματίστηκαν όπως η ΜΚ4 τα παρέθεσε χωρίς δόση υπερβολής ή και αναλήθειας. Τουναντίον. Ο τρόπος που περιέγραψε τα συμβάντα δήλωναν μάρτυρα που κατέθετε την πραγματική διάσταση τους χωρίς να υπάρχει, αλλά ούτε καν να υποβόσκει προσπάθεια απόκρυψης της αλήθειας ή παρουσίασης των γεγονότων με τρόπο που θα υποστήριζε την εκδοχή της. Ουδέν προέκυψε από την αντεξέταση της ΜΚ4 που να αλλοιώνει την αντικειμενικότητα και αξιοπιστία της.
Εξετάζοντας τη μαρτυρία της συνολικά διαπιστώνω ότι αυτή χαρακτηρίζεται από σαφήνεια, σταθερότητα, συνεκτικότητα και πειστικότητα. Η ΜΚ4 επεξήγησε με ενάργεια όλα όσα διαμείφθηκαν κατά την επίδικη ημέρα ενώ απαντούσε αυθόρμητα και χωρίς αμφιταλαντεύσεις στις ερωτήσεις που της τέθηκαν κατά την αντεξέταση χωρίς να υποπέσει σε αντιφάσεις. Ήταν σε θέση να εξηγήσει να εξηγήσει με λεπτομέρεια και ακρίβεια όσα έλαβαν χώρα την επίδικη ημέρα, ενώ παρέμεινε σαφής και σταθερή στις τοποθετήσεις της σε σχέση τόσο με το άγγιγμα που δέχθηκε από τον κατηγορούμενο όσο και για την επίδειξη των γεννητικών του οργάνων. Επανάλαβε με σταθερότητα και ειλικρίνεια ότι ως αποτέλεσμα των ενεργειών του κατηγορούμενου η ίδια φοβήθηκε και σοκαρίστηκε. Ενδεικτικό της ειλικρίνειας της ήταν και το γεγονός ότι η ίδια δεν μπορούσε να προσδιορίσει με ακρίβεια τη διάρκεια του αγγίγματος που δέχθηκε αναφέροντας με ειλικρίνεια ότι ήταν κάποια δευτερόλεπτα χωρίς να μπορεί να πει με ακρίβεια.
Έχοντας αυτοπροειδοποιηθεί κατάλληλα κρίνω ότι μπορώ να στηριχθώ στη μαρτυρία της ΜΚ4 για όλα τα επίδικα θέματα χωρίς την αναζήτηση ενισχυτικής μαρτυρίας. Η ΜΚ4 με σαφήνεια, ειλικρίνεια, ευθύτητα, αυθεντικά, γνήσια, πηγαία και με φιλαλήθεια ανέφερε με λεπτομέρεια και παραστατικότητα τα όσα ο κατηγορούμενος της έκανε και δεν έχω κανένα ενδοιασμό ή δισταγμό και καμία αμφιβολία να δεχθώ την μαρτυρία της για τα επίδικα γεγονότα και να την κρίνω αξιόπιστη και με ασφάλεια να βασιστώ στη μαρτυρία της.
Υπό το φως των πιο πάνω διαπιστώσεων μου η ΜΚ4 κρίνεται αξιόπιστη μάρτυρας και αποδέχομαι την μαρτυρία της στην ολότητα της.
Ο κατηγορούμενος καταθέτοντας ενόρκως δεν έκανε καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Η μαρτυρία του χαρακτηρίζεται από ασάφεια, γενικότητα, έλλειψη αυθορμητισμού και δεν παρουσιάζει την αναγκαία σταθερότητα, θετικότητα, πειστικότητα και συνοχή ώστε να μπορεί να γίνει δεκτή. Παραθέτω κάποια ενδεικτικά και μόνο παραδείγματα των αναφορών του που επιβεβαιώνουν την αδυναμία της εκδοχής που παρουσίασε στο Δικαστήριο.
Καταρχάς θα πρέπει να σημειωθεί ότι η θέση του περί κλοπής χρημάτων από το αυτοκίνητο του την επίδικη ημέρα από τους μάρτυρες κατηγορίας τέθηκε για πρώτη φορά κατά τη δια ζώσης μαρτυρία του χωρίς να τεθούν αυτοί οι ισχυρισμοί στους μάρτυρες κατηγορίας. Ούτε και τα περί μαχαιρώματος του από τον ΜΚ1 τέθηκαν, οι οποίες αναφορές δεν ήταν πειστικές αφού αδυνατούσε να αναφέρει με σαφήνεια και καθαρότητα υπό ποιες συνθήκες δήθεν δέχθηκε μαχαιριές, ενώ στην πραγματικότητα διαφοροποιούσε τη θέση του συνεχώς λέγοντας για πρώτη φορά στην αντεξέταση του ότι αμυνόταν και κλωτσούσε.
Δεν έπεισαν ούτε οι αναφορές του ότι δήθεν έκανε καταγγελία για κλοπή στην Αστυνομία αλλά ότι η Αστυνομία δεν έκανε καλά τη δουλειά της. Αξιοσημείωτο είναι άλλωστε το γεγονός ότι ούτε αυτές οι θέσεις τέθηκαν στον ΜΚ3 καθώς και ότι όπως άλλωστε δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός ο κατηγορούμενος, ανακρινόμενος, τήρησε το δικαίωμα της σιωπής. Περαιτέρω, δεν έπεισαν ούτε οι αναφορές του ως προς την απολογία του προς τον ΜΚ1. Αρχικά ανέφερε ότι απολογήθηκε επειδή ήταν αθώος θέση η οποία δεν είναι ούτε λογική ούτε πειστική, στη συνέχεια διαφοροποίησε τη θέση του λέγοντας ότι απολογήθηκε γιατί φοβήθηκε επειδή του είπαν ότι θα τον πάρουν στην πατρίδα του, ενώ κατά την αντεξέταση του διαφοροποίησε και πάλι τη θέση του λέγοντας ότι δεν απολογήθηκε για να την διαφοροποιήσει και πάλι στη συνέχεια της αντεξέτασης του λέγοντας εν τέλει ότι απολογήθηκε επειδή τον χτύπησε ο ΜΚ1.
Είναι κατά την κρίση του Δικαστηρίου σαφές, ότι ως ζήτημα κοινής λογικής κάποιος ο οποίος δεν εμπλέκεται σε κάτι επιλήψιμο δεν αναμένεται υπό παρόμοιες περιστάσεις να έχει αυτή την αντίδραση, ήτοι απολογητική στάση. Συνεπώς, το κίνητρο του κατηγορούμενου ήταν η επίγνωση ενοχής και η εν λόγω συμπεριφορά του δεν επιδέχεται άλλης λογικής ερμηνείας ή εξήγησης εκτός από επίγνωση της ενοχής.
Εξετάζοντας λοιπόν τη μαρτυρία του κατηγορούμενου στο σύνολο της και έχοντας δώσει πιο πάνω κάποια ενδεικτικά και μόνο παραδείγματα του όλου τρόπου που απαντούσε και της έκδηλης αδυναμίας της να δώσει σταθερές, σαφείς και πειστικές απαντήσεις σε απλές ερωτήσεις που του τέθηκαν, καταλήγω ότι η μαρτυρία του δεν ήταν ειλικρινής και την απορρίπτω στο σύνολο της. Τα πιο πάνω τρωτά σημεία στη μαρτυρία του Κατηγορούμενου και οι πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου κλονίζουν το υπόβαθρο της αξιοπιστίας του σε βαθμό που η απόδοση οποιασδήποτε βαρύτητας στη μαρτυρία του να καθίσταται ακροσφαλής. Συνακόλουθα, απορρίπτω τη μαρτυρία του κατηγορούμενου στην ολότητα της.
Επιπλέον όπως ήδη αναφέρθηκε όλοι οι ισχυρισμοί και θέσεις που εξέφρασε ο κατηγορούμενος κατά την προφορική κυρίως εξέταση και αντεξέταση του ενώπιον του Δικαστηρίου δεν είχαν τεθεί στους μάρτυρες κατηγορίας κατά την αντεξέταση τους από την Υπεράσπιση. Αποτελεί καλά θεμελιωμένη αρχή ότι έκαστος μάρτυρας θα πρέπει να αντεξετάζεται επί όλων των αμφισβητούμενων γεγονότων. Σχετικές, ως προς τις συνέπειες παράλειψης αντεξέτασης είναι οι αποφάσεις Frederickou Schools Co Ltd κ.α. ν. Acuac Inc (2002) 1 ΑΑΔ 1527, Πιριλίδη ν. Δήμου Λεμεσού, Ποινική Έφεση 331/2015, ημερομηνίας 11.12.2017, ECLI:CY:AD:2017:B454, όπου επαναλήφθηκε η αρχή πως η παράλειψη αντεξέτασης γενικά θεωρείται ως αποδοχή της εκδοχής που θέτει ο μάρτυρας. Έχω βέβαια υπόψη μου ότι όπως λέχθηκε στην απόφαση Προδρόμου ν. Δημοκρατίας (1999) 2 ΑΑΔ 260, «ο εν λόγω κανόνας έχει ευρύτερο πεδίο εφαρμογής στις πολιτικές παρά στις ποινικές υποθέσεις». Παρά ταύτα και στο πλαίσιο των ποινικών υποθέσεων τυχόν παράλειψη αντεξέτασης επί ουσιώδους σημείου έχει κριθεί ότι αφήνει αλώβητη τη σχετική μαρτυρία του μάρτυρα επί του συγκεκριμένου σημείου. Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση Παπαεπιφανείου ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 16/2021, ημερομηνίας 19.10.2021. Επιπλέον, είναι καλά νομολογημένο ότι η Υπεράσπιση οφείλει να θέσει τα ζητήματα που έχει κατά νουν στους μάρτυρες κατηγορίας, ώστε να έχουν τη δυνατότητα να απαντήσουν δεόντως. Σχετική είναι απόφαση Tekinder Pal κ.ά. ν. Δημοκρατίας (2010) 2 ΑΑΔ 551.
Συνεπώς ο κατηγορούμενος κρίνεται αναξιόπιστος και η μαρτυρία του απορρίπτεται.
Στη βάση της πιο πάνω αξιολόγησης της ενώπιον μου μαρτυρίας προβαίνω στα ακόλουθα ευρήματα σε σχέση με τα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση:
Η παραπονούμενη ΝΝ (ΜΚ4) τα τελευταία 5 χρόνια ζει στα Περβόλια με τον σύντροφο της ΧΧ (ΜΚ1). Στις 17/5/25 και γύρω στις 13:45 πήγε στην παραλία των Περβολιών κοντά στον Φάρο, στάθμευσε το αυτοκίνητο της και κατέβηκε από τις σκάλες προς τη θάλασσα. Ήταν μόνη της στην παραλία, έβαλε την πετσέτα της στην άμμο και ξάπλωνε κάτω και έκανε ηλιοθεραπεία και την ίδια στιγμή άκουγε ένα podcast. Μπροστά της βρισκόταν μια κυρία η οποία έκανε και η ίδια ηλιοθεραπεία. Καθώς ήταν ξαπλωμένη κάτω και έβλεπε τον ουρανό, ο κατηγορούμενος που δεν είχε ξαναδεί στη ζωή της, ήρθε και στάθηκε στη δεξιά της πλευρά και τον κοίταξε. Άρχισε να της μιλάει αλλά ήταν άγνωστος προς την ίδια, οπότε του είπε ότι δεν θέλει να μιλήσει μαζί του αλλά επέμενε. Ύστερα από λίγο της είπε αν θέλει ο ίδιος να της κάνει μασάζ και του είπε ότι δεν θέλει να του μιλήσει αλλά συνέχιζε να της μιλάει. Ύστερα από λίγο την πλησίασε και κάθισε δίπλα της, την κοιτούσε επίμονα και άρχισε να αισθάνεται έντονα φόβο. Εκείνη τη στιγμή ήθελε να σηκωθεί και να φύγει αλλά ήταν πολύ φοβισμένη. Πήρε τα προσωπικά της αντικείμενα επειδή φοβόταν ότι μπορούσε να κλέψει τα αντικείμενα της. Καθώς καθόταν δίπλα της, με το αριστερό του χέρι άγγιξε τον δεξί της ώμο και με το δεξί του χέρι προσπάθησε να αγγίξει την ίδια. Τότε κούνησε το χέρι της και του είπε «μην με αγγίζεις». Μετά από αυτό σηκώθηκε και σηκώθηκε και εκείνος. Στεκόταν μπροστά της και έκανε περίεργες γκριμάτσες, όπως να δαγκώνει τα χείλη του και να κοιτάζει το σώμα της από πάνω μέχρι κάτω λες και ήθελε κάτι από την ίδια. Ύστερα προσπάθησε να πάρει τα πράγματα της και να φύγει από το μέρος και εκείνη τη στιγμή τον είδε να βγάζει το πέος του έξω από το παντελόνι του και της έδειξε τα γεννητικά του όργανα. Εκείνη τη στιγμή πήρε τηλέφωνο τον σύντροφο της, ΜΚ1 και άρχισε να περπατάει προς το αυτοκίνητο της. Καθώς πήγαινε προς το αυτοκίνητο της ένας άλλος άνδρας ήρθε και την ρώτησε αν είναι εντάξει. Εκείνος ο άνδρας είδε τον κατηγορούμενο που ήταν γύρω της και την ρώτησε αν είχε κάποιο πρόβλημα και του είπε "ναι ναι" και συνέχισε να περπατάει προς το αυτοκίνητο. Ο ΧΧ (ΜΚ1) απάντησε το τηλεφώνημα και του είπε τι έγινε και πού βρισκόταν και άμεσα έφυγε από το κουρείο του και μετέβη στο σημείο με τη μοτοσικλέτα του. Καθώς μιλούσε με τον ΧΧ (ΜΚ1) και περπατούσε προς τις σκάλες της παραλίας για να πάει στο αυτοκίνητο της είδε τον κατηγορούμενο που την άγγιξε μπροστά της, οπότε ξανακατέβηκε από τις σκάλες για να πάει στον άλλο άνδρα που την ρώτησε προηγουμένως αν είναι εντάξει, επειδή ένιωθε ασφαλής εκεί. Πήγε σε εκείνον τον άνδρα και έμεινε εκεί μέχρι να έρθει ο σύντροφος της. Ύστερα από λίγο ο ΧΧ (ΜΚ1) την ξαναπήρε τηλέφωνο και την ρώτησε πώς μοιάζει ο άνδρας που την άγγιξε. Ήταν πολύ σοκαρισμένη εκείνη τη στιγμή και δεν μπορούσε να του πει, και τότε ο ΧΧ (ΜΚ1) της είπε να ανέβει τις σκάλες για να τον βρει επειδή ερχόταν.
Ο ΜΚ1, σύντροφος της παραπονούμενης στις 17/5/2025 αφού τον πήρε τηλέφωνο η παραπονούμενη και τον ενημέρωσε για το τι έλαβε χώρα, πήγε αμέσως στο μέρος με τη μηχανή και είδε ένα αυτοκίνητο που ερχόταν προς τα πάνω του και του έκανε σήμα να σταματήσει. Του ζήτησε να έρθει μαζί του και αυτός αρνήθηκε και την ίδια ώρα ο ΜΚ1 πήρε τηλέφωνο την παραπονούμενη και της είπε να ξεκινήσει να έρχεται προς το μέρος του. Στη συνέχεια, είπε του κατηγορούμενου να μη φύγει από το μέρος και να τον ακολουθήσει και αφού πήρε τη μηχανή του κατευθύνθηκε προς το μέρος που ήταν το αυτοκίνητο της παραπονούμενης την οποία βρήκε μπροστά από το αυτοκίνητό της σοκαρισμένη. Την ρώτησε αν είναι αυτός ο άντρας που την πείραξε και η παραπονούμενη του απάντησε καταφατικά. Όταν ρώτησε τον κατηγορούμενο αν πείραξε την παραπονούμενη αυτός απάντησε αρνητικά. Ο ΜΚ1 ξαναρώτησε την παραπονούμενη αν είναι αυτός που την πείραξε και του απάντησε και πάλι καταφατικά. Όταν απάντησε καταφατικά, ο κατηγορούμενος προσπάθησε να κλείσει την πόρτα του αυτοκινήτου του και να φύγει, και τότε ο ΜΚ1 έδωσε μια κλωτσιά πάνω στην πόρτα του αυτοκινήτου, την άνοιξε και πήγε να του πάρει τα κλειδιά για να μην μπορέσει να φύγει από το μέρος μέχρι να έρθει η αστυνομία. Δεν τον άφησε και ξεκίνησε να αντιδρά και τότε του πήρε τα κλειδιά και τότε ο κατηγορούμενος άρχισε να ζητά στον ΜΚ1 συγνώμη λέγοντας του «συγνώμη φίλε συγνώμη». Την ίδια ώρα ενώ ο ΜΚ1 τηλεφωνούσε στην αστυνομία είδε ότι περνούσε με τη μηχανή του από το σημείο ο φίλος του ο ΜΚ2, και του ζήτησε να σταματήσει και να τους βοηθήσει μέχρι να έρθει η αστυνομία, πράγμα που έπραξε ο ΜΚ2. Μόλις απάντησε το τηλέφωνο η αστυνομία και άρχισε να αναφέρει ο ΜΚ1 το περιστατικό ο κατηγορούμενος έσκυψε στο ταμπλό του αυτοκινήτου του έβγαλε ένα μαχαίρι το οποίο κρατούσε με το δεξί χέρι και άρχισε να γδέρνεται μόνος του με το μαχαίρι πάνω στο αριστερό του χέρι. Τότε ο ΜΚ1, ΜΚ2 και η παραπονούμενη εγκατέλειψαν το μέρος και πήγαν στον αστυνομικό σταθμό, όπου η παραπονούμενη ανέφερε τι έγινε και περιέγραψε το πρόσωπο που της επιτέθηκε. Ύστερα από λίγο ο επί καθήκοντι αστυνομικός έφυγε από τον σταθμό και επέστρεψε με τον κατηγορούμενο, τον οποίο η παραπονούμενη αναγνώρισε ως το πρόσωπο που της επιτέθηκε. Περαιτέρω, τόσο ο ΜΚ1 όσο και ο ΜΚ2 αναγνώρισαν τον κατηγορούμενο.
Από εξετάσεις στο μηχανογραφημένο σύστημα της υπηρεσίας αλλοδαπών και μετανάστευσης ο ΜΚ3 διαπίστωσε ότι ο κατηγορούμενος βρίσκεται παράνομα στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας αφού η αίτηση του ως πολιτικός πρόσφυγας έχει απορριφθεί.
Tο βάρος απόδειξης της σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων των αδικημάτων που προσάπτονται στον Κατηγορούμενο το έχει η Κατηγορούσα Αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλαδή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας.[11] Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου των κατηγοριών που προσάπτονται στην Κατηγορούμενη 1 χωρίς να επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι.[12] Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής.[13]
Η πιο πάνω υποχρέωση είναι άσχετη από την απόρριψη ή όχι της εκδοχής του κατηγορουμένου, αφού τυχόν απόρριψη της εκδοχής ενός κατηγορούμενου καθίσταται μοιραία για την υπεράσπιση μόνο όταν η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής παραμένει ισχυρή στο τέλος, ώστε να οδηγήσει με την απαιτούμενη ασφάλεια σε καταδίκη.[14] Στην Γενικός Εισαγγελέας v. Ανδρέα Ευριπίδου (2002) 2 ΑΑΔ 246 επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι:
«Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής.»
Σαφώς, όμως, η βεβαιότητα, η οποία αναζητείται στη Δικαστική απόφαση δεν είναι αυτή της απόλυτης μαθηματικής βεβαιότητας, αλλά το είδος της βεβαιότητας που ικανοποιεί την κρίση και τη συνείδηση των Δικαστών στα πλαίσια της λογικής.[15]
Στην Τούμπας v. Δημοκρατίας (1984) 2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος v. Δημοκρατίας (1985) 2 C.L.R. 97 επισημαίνεται ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας.
Η κατηγορία 1 στηρίζεται στο άρθρο 151 του Ποινικού Κώδικα, ΚΕΦ. 154, το οποίο προνοεί:
«Όποιος παράνομα και άσεμνα επιτίθεται εναντίον γυναίκας, είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα πέντε χρόνια.»
Το άρθρο 151 του Κεφ. 154, μοιάζει στο λεκτικό με το άρθρο 14(1) του Sexual Offences Act 1956. Για στοιχειοθέτηση του αδικήματος της άσεμνης επίθεσης πρέπει να αποδειχθεί (α) η επίθεση, (β) η πρόθεση επίθεσης και (γ) το άσεμνο της επίθεσης.
Στην απόφαση R. v. Court (1989) A.C. 28, αποφασίστηκε ότι η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει (α) ότι ο Κατηγορούμενος επί σκοπώ επιτέθηκε στο θύμα (β) ότι η επίθεση ή η επίθεση με τις συνακόλουθες περιστάσεις, μπορεί να θεωρηθεί στα μάτια των ορθώς σκεπτόμενων πολιτών ως άσεμνη και (γ) ότι υπάρχει πρόθεση διάπραξης τέτοιου αδικήματος. Αποφασίστηκε επίσης ότι αν τα γεγονότα είναι τέτοια που μπορούν να επιδέχονται ερμηνεία είτε της αθώας είτε της άσεμνης πράξης, η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει όχι μόνο την εκ προθέσεως επίθεση αλλά και το άσεμνο της συμπεριφοράς, η δε νοητική διάθεση ή κίνητρο του Κατηγορουμένου είναι αποδεκτά ως μαρτυρία για να καταδειχθούν ή όχι οι προϋποθέσεις της άσεμνης επίθεσης.
Είναι επίσης αδιαμφισβήτητο και νομολογιακά εμπεδωμένο, ότι η ένοχη διάνοια ή πρόθεση διάπραξης ενός ποινικού αδικήματος ως πνευματικό στοιχείο δεν είναι πάντοτε δεκτικό θετικής και άμεσης μαρτυρίας αλλά ως αναγόμενο αποκλειστικά στην πνευματική λειτουργία του κατηγορουμένου μπορεί να αποδειχθεί με την τεκμηρίωση στοιχείων και περιστατικών που περιβάλλουν την υπόθεση. Τεκμαίρεται ότι κάθε πρόσωπο έχει την πρόθεση να επιφέρει τις φυσικές συνέπειες των πράξεων του. Το τεκμήριο είναι μαχητό, αλλά εάν δεν ανατραπεί θα ισχύσει.[16]
Όσον αφορά την επίθεση, στην υπόθεση Fagan Metropolitan v. Police Commissioner (1968) 3 All E.R. 442, λέχθηκε ότι επίθεση μπορεί να διαπραχθεί ακόμη και με την τοποθέτηση του χεριού σε άλλον. Στην υπόθεση R. v. Dungey (1864) 4 F. & F. 99, αποφασίστηκε ότι το φίλημα με βία αποτελεί επίθεση.
Στην υπόθεση R. v. Venna (1975) 3 L.R. 737, 743, αποφασίστηκε ότι το νοητικό στοιχείο της πρόθεσης αποδεικνύεται είτε με άμεση μαρτυρία, είτε τεκμαίρεται από τις περιστάσεις και γεγονότα της υπόθεσης. Η συγκατάθεση σαφώς είναι παράγοντας που αίρει την ποινική ευθύνη - βλ. R. v. Lang (1975) Cr. L.R. 65.
Όσον αφορά την έννοια του παράνομου, αυτή προδιαγράφει την ανυπαρξία νόμιμου σκοπού, όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Police v. Djioppou (1972) 10 J.S.C. 1365.
Για το τί συνιστά άσεμνη επίθεση παραπέμπω στις πιο κάτω υποθέσεις:
Στην υπόθεση R. v. Court, ανωτέρω, θεωρήθηκε ως άσεμνη επίθεση, κτυπήματα στα οπίσθια μιας 12χρονης όπου το κίνητρο, κατά την παραδοχή του Κατηγορουμένου, ήταν φετιχισμός για το μέρος εκείνο του ανθρώπινου σώματος.
Στην υπόθεση R. v. Maurice Leeson 52 Cr. App. R. 185, θεωρήθηκε άσεμνη επίθεση το φιλί σε ένα κορίτσι ενάντια στη θέληση του συνοδευόμενο με εισηγήσεις συνουσίας ή συναφείς δραστηριότητες.
Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Ηροδότου, Ποινική Έφεση Αρ. 120/13, ημερ. 30.3.15, στην οποία το Εφετείο θεώρησε εσφαλμένη την προσέγγιση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι η «άσεμνη επίθεση» πρέπει να εμπεριέχει το στοιχείο της πρόκλησης φόβου στο θύμα ότι θα του ασκηθεί άμεση και παράνομη βία, αναφέρθηκε ότι το αδίκημα της άσεμνης επίθεσης συντελείται όταν υπάρχει άμεση σωματική βία, υπό άσεμνες περιστάσεις. Συγκεκριμένα αναφέρθηκαν τα εξής:
«Όταν τέτοια βία ασκείται χωρίς τη συναίνεση του άλλου ή έστω με τη συγκατάθεσή του, η οποία όμως δεν μπορεί να θεωρηθεί ως έγκυρη κατά νόμο συναίνεση, τότε πρόκειται για άσεμνη επίθεση (βλ. R. V. McCormack [1969] 3 All ER 371). Η έννοια της άσεμνης επίθεσης διευκρινίστηκε κατ΄ εφαρμογή της McCormack έτι περαιτέρω στην υπόθεση Faulkner v. Talbot [1981] WLR 1528:
«An assault is any intentional touching of another person without the consent of the person and without lawful excuse. It need not necessarily be hostile or rude or aggressive, as some of the cases seem to indicate.»
Εάν το άγγιγμα, εξηγείται κατωτέρω, είναι άσεμνο, τότε πρόκειται για άσεμνη επίθεση.
Συνεπώς, εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο θεώρησε το φόβο ότι θα ασκηθεί άμεση και παράνομη βία ως συστατικό στοιχείο, υπό τις περιστάσεις, του αδικήματος.»
Η έννοια της άσεμνης επίθεσης αποδίδεται στον ορισμό που έδωσε η Δικαστική Επιτροπή της Βουλής των Λόρδων στην υπόθεση R. v. Court (1988) 2 All E.R. 221: Ένα πρόσωπο είναι ένοχο άσεμνης επίθεσης όταν επιτίθεται στο θύμα με πρόθεση όχι μόνο να επιτεθεί, αλλά να επιτεθεί άσεμνα, δηλαδή κατά τρόπο που τα ορθώς σκεπτόμενα πρόσωπα θα θεωρούσαν άσεμνο. Μια πράξη είναι άσεμνη αν συνοδεύεται από απρεπή συμπεριφορά προς το θύμα (Beal v. Kelley (1951) 2 All ER 763). Η πρόθεση αποδεικνύεται είτε άμεσα, όπως π.χ. ομολογία, είτε έμμεσα εκ των περιστάσεων της υπόθεσης, υπό τις προϋποθέσεις που επιτρέπεται συμπερασματικά τέτοιο εύρημα (βλ. επίσης R. v. Sutton (1977) 3 All E.R. 746).
Στη συγκεκριμένη περίπτωση ο κατηγορούμενος (α) επί σκοπώ επιτέθηκε στην παραπονούμενη, κοιτώντας την επίμονα και αγγίζοντας με το αριστερό του χέρι τον δεξί της ώμο ενώ ταυτόχρονα με το δεξί του χέρι προσπάθησε να αγγίξει την ίδια, (β) η επίθεση αυτή χωρίς αμφιβολία ήταν άσεμνη αφού έθεσε το χέρι του στον ώμο της και ο ίδιος έκανε διάφορες γκριμάτσες δαγκώνοντας τα χείλη του και κοιτώντας το σώμα της από πάνω μέχρι κάτω και (γ) ο κατηγορούμενος είχε πρόθεση διάπραξης αυτού του αδικήματος αφού οι αμέσως πιο πάνω ενέργειες του δεν ήταν αθώες, αλλά σκόπιμες με πρόθεση άσεμνης συμπεριφοράς, ειδικότερα λαμβανομένου υπόψη και του γεγονότος ότι πριν την αγγίξει της μίλησε και την ρώτησε αν ήθελε να της κάνει μασάζ και ενώ η παραπονούμενη του είπε δεν θέλει να μιλήσει μαζί του αυτός επέμεινε και προέβη στις πιο πάνω πράξεις.
Συνακόλουθα, η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της 1ης κατηγορίας.
Ο κατηγορούμενος κατηγορείται, επίσης, ότι διενήργησε άσεμνη πράξη, κατά παράβαση του άρθρου 176 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154.
Το άρθρο 176 διαλαμβάνει τα ακόλουθα:
«όποιος διενεργεί δημόσια άσεμνη πράξη, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση δύο χρόνων».
Όσον αφορά το τι συνιστά δημόσιο χώρο, στις ερμηνευτικές διατάξεις του Κεφ. 154 διαλαμβάνονται τα ακόλουθα στο άρθρο 4:
“δημόσιος χώρος” ή “δημόσιο υποστατικό” περιλαμβάνει δημόσια διάβαση και κτίριο, μέρος ή τόπο φυσικής άνεσης, όπου κάθε φορά το κοινό έχει δικαίωμα ή άδεια εισόδου, είτε χωρίς όρους είτε με όρο πληρωμής, καθώς και κτίριο ή χώρο που χρησιμοποιείται κάθε φορά για δημόσια ή θρησκευτική συγκέντρωση, για συνάθροιση ή ως δικαστήριο σε δημόσια συνεδρίαση
Περαιτέρω, ο όρος δημόσιος χώρος ερμηνεύθηκε στις υποθέσεις Ευθυμιάδης ν. Αστυνομίας (1991) 2 Α.Α.Δ. 25, Anthony Castelow and another v. The Police (1970) 2 C.L.R. 141, Μιχαήλ κ.α ν. Αστυνομίας (1997) 2 Α.Α.Δ. 362
Ιωάννου v. Αστυνομίας (2010) 2 Α.Α.Δ. 493.
Στην προκείμενη περίπτωση από την ενώπιον του Δικαστηρίου αποδεκτή μαρτυρία και ευρήματα δυνάμει αυτής ο κατηγορούμενος έβγαλε το πέος του έξω από το παντελόνι του και έδειξε στην Παραπονούμενη τα γεννητικά του όργανα ενώ η ίδια βρισκόταν στην παραλία. Πρόκειται για πράξη που χαρακτηρίζεται από θρασύτητα, αισχρότητα, έλλειψη ευπρέπειας, προσβάλλει τη δημόσια αιδώ και, σαφώς, εμπίπτει στην έννοια της «άσεμνης πράξης» ως αυτή αναφέρεται στο άρθρο 176 του Π.Κ. Περαιτέρω, το περιστατικό έλαβε χώρα σε δημόσιο χώρο, ως ερμηνεύεται από το άρθρο 4 του Ποινικού Κώδικα αφού ο κατηγορούμενος βρισκόταν στην παραλία.
Συνακόλουθα, η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της 2ης κατηγορίας.
Τέλος, ο κατηγορούμενος κατηγορείται και για το αδίκημα της παράνομης παραμονής στη Δημοκρατία κατά παράβαση των προνοιών των άρθρων 2, 19 και 20 του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμος (ΚΕΦ.105). Από την ενώπιον μου αποδεκτή μαρτυρία και ευρήματα δυνάμει αυτής, προκύπτει ότι από εξετάσεις στο μηχανογραφημένο σύστημα της υπηρεσίας αλλοδαπών και μετανάστευσης τις οποίες πραγματοποίησε ο ΜΚ3, αυτός διαπίστωσε ότι ο κατηγορούμενος βρίσκεται παράνομα στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας αφού η αίτηση του ως πολιτικός πρόσφυγας έχει απορριφθεί.
Συνακόλουθα, η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της 3ης κατηγορίας.
Καταληκτικά, ο Κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας σε όλες τις κατηγορίες που αυτός αντιμετωπίζει.
(Υπ.) ………………………..
Μ. Λ. Λοΐζου, Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
[1] Καννάουρου κ.ά ν. Σταδιώτη κ.ά. (1990) 1 Α.Α.Δ. 35
[2] G & K Exclusive Fashions Ltd v. Παπαδοπούλου κ.ά (2001) 1 ΑΑΔ 88 και Al Watani κ.ά. ν. Παπαδόπουλου (2001) 1Γ ΑΑΔ 1924).
[3] C & A Pelecanos Associates Ltd v. Ανδρέα Πελεκάνου (1999) 1 Α.Α.Δ. 1273. Ομήρου v. Δημοκρατίας (2001) 2 Α.Α.Δ. 506.
[4] Νικολάου Νίκος ν. Aντώνη Παπαϊωάνου (2011) 1 Α.Α.Δ. 1797.
[5] Παύλου ν. Αστυνομίας (1998) 2 ΑΑΔ 68), Πέτρου ν. Αστυνομίας (1994) 2 ΑΑΔ 76 και Χ"Δημητρίου ν. Δημοκρατίας (1998) 2 ΑΑΔ 104, 118).
[6] Κουδουνάρης ν. Αστυνομίας (1991) 2 ΑΑΔ 320, 322, Ξυδίας ν. Αστυνομίας (1993) 2 ΑΑΔ 217 και Γιαννίδης ν. Δημοκρατίας (2002) 2 ΑΑΔ 143, 155.
[7] Kadis v. Nicolaou (1986) 1 C.L.R 212, 216, Χρίστου ν. Khoreva (2002) 1 ΑΑΔ 454, Ιωάννου ν. Κουννίδη (1998) 1 Α.Α.Δ. 1215, FRANGOUS P.S. LIMITED κ.α. v. ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΕΡΓΑΣΙΑΚΩΝ ΣΧΕΣΕΩΝ, Ποινική Έφεση Αρ. 233/2020, ECLI:CY:AD:2022:B277, 4/7/2022, Κυριάκου ν. Αστυνομίας (2002) 2 ΑΑΔ, 499.
[8] Scott Graham Brierley v. Αστυνομίας, (2012) 2 ΑΑΔ 476, ημερ. 19/7/12, Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα (1992) 1 Α.Α.Δ 1056 Κυριακίδης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, Π.Ε 185/2012, ημερομηνίας 19.4.2018, ECLI:CY:AD:2018:A179, Χριστοφίνης ν. Φραντζή Πολ. Έφεση328/2011, ECLI:CY:AD:2017:A202, ημερομηνίας 31.5.2017.
[9] Ευσταθίου ν. Μιχαήλ κ.α., Πολ. Έφεση 269/12, Λεμονάρης Αιμίλιος ν. Γιάννη Βιολάρη (2016) 1 ΑΑΔ 378
[10] Αγαθοκλέους κ.α. ν. Αστυνομίας (2001) 2 Α.Α.Δ. 316 και Αθανασίου κ.α. ν. Κουνούνη (1997) 1 Α.Α.Δ. 614)
[11] Charitonos and others v. The Republic (1971) (1971) 2 CLR 40, Woolmighton v. D.P.P. (1935) AC 462.
[12] Λοϊζου v. Αστυνομίας (1989) 2 Α.Α.Δ. 363, Σωτηριάδης v. Αστυνομίας (1991) 2 Α.Α.Δ. 482, Γενικός Εισαγγελέας v. Σπύρος Σπύρου (2002) 2 ΑΑΔ 71 και Sener Erbekci v. Δημοκρατίας (2005) 2 Α.Α.Δ. 434).
[14] Τρύφωνος ν. Αστυνομία Ποινική Έφεση 41/2019, ημερομηνίας 8.4.2020, ECLI:CY:AD:2020:B119 και Kafalos v. The Queen 19 CLR 121).
[15] Μαμαλικόπουλος κ.ά. ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 25 και 29/2014, ημερομηνίας 20.9.2018, Rex v. Dickman (1910) 5 Cr.App.R. 135 και Miller v. Minister of Pensions (1947) 2 All E.R. 372.
[16] Yousef ν. Δημοκρατίας (1993) 2 Α.Α.Δ. 284 και Σταυρινού ν. Δημοκρατίας (2008) 2 Α.Α.Δ. 706.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο