ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ
ΣΥΝΘΕΣΗ: Δ. Θεοδώρου, Π.Ε.Δ.
Ε. Ευθυμίου, Α.Ε.Δ.
Γ. Ιωαννίδου-Παπά, Α.Ε.Δ.
Υπόθεση Αρ.: 5632/2026
ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
-ν-
1. Χ. Τ.
2. Μ. Α.
3. Α. Χ.
4. Σ. Π.
Κατηγορουμένων
Ημερομηνία: 06 Αυγούστου, 2026.
Εμφανίσεις:
Για τη Δημοκρατία: κ. Παπανικολάου
Για τον Κατηγορούμενο 1: κ. Δημητρίου με κα Αλεξάνδρου
Για την Κατηγορούμενη 2: κ. Στεφάνου
Για τον Κατηγορούμενο 3: κ. Κληρίδης
Για τον Κατηγορούμενο 4: κ. Γεωργίου
Κατηγορούμενοι 1 μέχρι 4 : παρόντες
ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ
Στις 19.06.2026, καταχωρήθηκε η παρούσα υπόθεση ενώπιον του παραπέμποντος Δικαστηρίου με σκοπό οι τέσσερις Κατηγορούμενοι να παραπεμφθούν σε δίκη ενώπιον του παρόντος Κακουργιοδικείου. Το σχετικό κατηγορητήριο, εμπεριείχε 50 κατηγορίες. Κάποιες εξ αυτών στρέφονταν εναντίον όλων των κατηγορούμενων, άλλες εναντίον κάποιων και, τέλος, κάποιες εναντίον μόνο ενός κατηγορούμενου. Δεν χρειάζεται, για σκοπούς της παρούσας απόφασης, να γίνει ειδική αναφορά στις κατηγορίες αυτές. Το παραπέμπον Δικαστήριο, παρέπεμψε την υπόθεση ενώπιον μας, για τις 03.08.2026, ημέρα κατά την οποία και οι τέσσερις Κατηγορούμενοι εμφανίστηκαν. Αξίζει να σημειωθεί ότι κατά τη διαδικασία της παραπομπής, η Κατηγορούσα Αρχή, μετά τον ορισμό της υπόθεσης για την ενώπιον μας εμφάνιση, ζήτησε όπως οι Κατηγορούμενοι 1 και 3 τεθούν υπό κράτηση, λόγω κινδύνου φυγοδικίας και διάπραξης άλλων αδικημάτων, και για τον Κατηγορούμενο 1, επιπροσθέτως, και λόγω κινδύνου να επηρεαστούν μάρτυρες, ενώ αναφορικά με τους Κατηγορουμένους 2 και 4, αποδέχθηκε, όπως αυτοί αφεθούν ελεύθεροι με συμφωνημένους μεταξύ τους όρους.
Ο συνήγορος του Κατηγορουμένου 1, έφερε ένσταση στο αίτημα της Κατηγορούσας Αρχής, ενώ ο συνήγορος του Κατηγορουμένου 3 δεν προέβαλε οποιαδήποτε ένσταση. Το παραπέμπον Δικαστήριο, με ενδιάμεση απόφαση του ημερομηνίας 23.06.2026, έκανε δεκτό το αίτημα της Κατηγορούσας Αρχής και διέταξε την κράτηση του Κατηγορουμένου 1 μέχρι και την ενώπιον μας εμφάνιση, και για τους τρεις λόγους επί των οποίων ζητήθηκε τούτη. Διέταξε επίσης και την κράτηση του Κατηγορουμένου 3, για την οποία δεν προβλήθηκε οποιαδήποτε ένσταση.
Ο Κατηγορούμενος 1 άσκησε έφεση εναντίον της απόφασης του παραπέμποντος Δικαστηρίου (Ποιν. Έφ. 167/2026), αμφισβητώντας την ορθότητα κάθε κρίσης του, προβάλλοντας τη θέση ότι ο Κατηγορούμενος 1 θα έπρεπε να αφεθεί ελεύθερος με όρους, καθότι, κατά τον ίδιο, η Κατηγορούσα Αρχή δεν παρουσίασε επαρκή μαρτυρία που να αποδεικνύει στον απαραίτητο βαθμό την ύπαρξη οποιουδήποτε εκ των τριών κινδύνων που επικαλέστηκε.
Το Εφετείο, με απόφαση του ημερομηνίας 10.07.2026 (στο εξής, για σκοπούς ευκολίας, «η εφετειακή κρίση»), απέρριψε την έφεση. Στο πλαίσιο της απόφασης του, εξέτασε διεξοδικά τον λόγο έφεσης που άπτεται του κινδύνου επηρεασμού μαρτύρων, και αφού υιοθέτησε τα όσα ανέφερε το παραπέμπον Δικαστήριο, αλλά και εξέφρασε επιπρόσθετες κρίσεις, έκρινε τον σχετικό λόγο έφεσης ανεδαφικό, και απέρριψε την έφεση. Προχώρησε δε να σημειώσει ότι: «Η πιο πάνω διαπίστωση μας καθιστά αχρείαστη την εξέταση των λόγων έφεσης 2 και 3 με τους οποίους προσβάλλεται η κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου αναφορικά με τον κίνδυνο φυγοδικίας και τον κίνδυνο διάπραξης άλλων αδικημάτων».
Ο Κατηγορούμενος 1, θεωρώντας την εφετειακή κρίση λανθασμένη, στις 29.07.2026 καταχώρησε την αίτηση 16/2026 στο Ανώτατο Δικαστήριο δυνάμει του άρθρου 9(3)(γ) του περί Απονομής της Δικαιοσύνης Νόμου, Ν. 33/1964, με την οποία επιδιώκει την χορήγηση άδειας για να λάβει απόφαση σε τρίτο και τελευταίο βαθμό επί νομικών θεμάτων, τα οποία προκύπτουν από την εφετειακή κρίση, επικαλούμενος ότι τούτα (τα νομικά θέματα) συναρτώνται με τη διαφοροποίηση πάγιας νομολογίας ή με μείζον ζήτημα δημοσίου συμφέροντος ή ότι αποτελούν ζήτημα γενικής δημόσιας σημασίας ή της συνοχής του δικαίου επί συγκρουόμενων ή αντιφατικών αποφάσεων δευτεροβάθμιας ποινικής δικαιοδοσίας ή με σκοπό την αντικατάσταση της απόφασης του Εφετείου. Τίποτα δεν έχει τεθεί ενώπιον μας ως προς την τύχη της εν λόγω αίτησης, ούτε καν ως προς το κατά πόσο τούτη έχει οριστεί από το Ανώτατο Δικαστήριο.
Κατά την ενώπιον μας πρώτη εμφάνιση (στις 03.08.2026), οι συνήγοροι όλων των Κατηγορουμένων ζήτησαν όπως η υπόθεση επαναοριστεί για απάντηση, αναφέροντας ότι υπολείπεται μαρτυρικό υλικό που δεν έχουν λάβει, καθώς επίσης και ότι αναμένουν από την Κατηγορούσα Αρχή να προχωρήσει σε περαιτέρω έρευνες και να λάβει επιπρόσθετο μαρτυρικό υλικό, στη βάση των τοποθετήσεων των Κατηγορουμένων, ή άλλων τρίτων προσώπων, στους έκαναν ειδική αναφορά. Η Κατηγορούσα Αρχή συγκατατέθηκε όπως η υπόθεση οριστεί, εκ νέου, για απάντηση, και κατά συνέπεια το Δικαστήριο όρισε τούτη, για τον σκοπό αυτό, στις 18.09.2026 και ώρα 09:00 π.μ..
Μετά τον ορισμό αυτό, ο εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής ζήτησε, όπως οι Κατηγορούμενοι 1 και 3 παραμείνουν υπό κράτηση για τους ίδιους λόγους που διέταξε τούτη το παραπέμπον Δικαστήριο, του οποίου την κρίση επικύρωσε το Εφετείο, ενώ οι Κατηγορούμενοι 2 και 4, όπως αφεθούν ελεύθεροι με τους ίδιους όρους που είχαν τεθεί από το παραπέμπον Δικαστήριο. Οι συνήγοροι των Κατηγορουμένων τήρησαν την ίδια στάση, που τήρησαν και ενώπιον του παραπέμποντος Δικαστηρίου. Δηλαδή, ο συνήγορος του Κατηγορουμένου 1 έφερε ένσταση στο αίτημα, και οι συνήγοροι των Κατηγορουμένων 2, 3 και 4 δεν έφεραν ένσταση σε αυτό.
Αξίζει εδώ να σημειωθεί ότι το κατηγορητήριο που καταχωρήθηκε ενώπιόν μας, εμπεριέχει 30, αντί 50, κατηγορίες, πλην όμως δεν μεταβάλλει, καθ’ οιονδήποτε ουσιαστικό τρόπο, τα όσα αποδίδοντο στους κατηγορούμενους μέσω του κατηγορητηρίου που καταχωρήθηκε ενώπιον του παραπέμποντος Δικαστηρίου. Στην ουσία, στο ενώπιόν μας κατηγορητήριο, δεν περιλήφθηκαν μεγάλος αριθμός κατηγοριών Συνωμοσίας, που εμπεριεχόταν στο προηγούμενο κατηγορητήριο, και κάποιες κατηγορίες του εν λόγω κατηγορητηρίου, συγχωνεύθηκαν σε άλλες, με αποτέλεσμα να παρατηρείται η ανωτέρω αριθμητική διάσταση. Εν ολίγοις, στο ενώπιόν μας κατηγορητήριο, στο βαθμό που αφορά στον Κατηγορούμενο 1, παρατηρούνται όλες οι αποδιδόμενες, μέσω του κατηγορητηρίου του παραπέμποντος Δικαστηρίου, σε αυτόν αξιόποινες ενέργειες, πλην οι μη περιληφθείσες συνωμοσίες.
Ο συνήγορος του Κατηγορουμένου 1, ετοίμασε για το σκοπό αυτό, 68σέλιδη αγόρευση, την οποία και παρέδωσε στο Δικαστήριο, και ακολούθως ζήτησε άδεια όπως, αφενός τονίσει κάποια από τα σημεία που εκεί καταγράφονται, και αφετέρου προβεί σε επιπρόσθετα επιχειρήματα, πράγμα το οποίο και έπραξε, αφού προηγουμένως του δόθηκε σχετική άδεια.
Από πλευράς της Κατηγορούσας Αρχής, ο εκπρόσωπος της, παρέδωσε στο Δικαστήριο τρία σετ του μαρτυρικού υλικού που συλλέχθηκε για την παρούσα υπόθεση, και επικαλέστηκε τα όσα αναφέρθηκαν στην υπόθεση Ζορπάς ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 103/2024 και 108/2024, απόφαση ημερομηνίας 03.06.2024. Ως εισηγήθηκε, δεδομένης της εφετειακής κρίσης, στη βάση των όσων σχετικών αναφέρθηκαν στην υπόθεση Ζορπάς (ανωτέρω), το παρόν Δικαστήριο είναι δεσμευμένο, από αυτή (την εφετειακή κρίση), με αποτέλεσμα το ζήτημα της κράτησης του Κατηγορουμένου 1 να μπορεί να εξεταστεί εκ νέου μόνο στη βάση διαφοροποίησης των δεδομένων που περιέβαλλαν την προγενέστερη κράτηση, και δη αυτή που προέκυψε ως αποτέλεσμα της επικυρωθείσας, από το Εφετείο, κρίσης του παραπέμποντος Δικαστηρίου. Επί τούτου, πρόσθεσε ότι τίποτα δεν έχει διαφοροποιηθεί, που να επιτρέπει την εκ νέου εξέταση του θέματος. Εν πάση περιπτώσει, στη βάση διευκρινιστικών ερωτήσεων που τέθηκαν από πλευράς του Δικαστηρίου, και τούτο συνεπεία σχετικών εγειρόμενων ζητημάτων από πλευράς του συνήγορου του Κατηγορουμένου 1, ο εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής πρόσθεσε και τα εξής:
Η εκκρεμότητα της αίτησης του Κατηγορουμένου 1 στο Ανώτατο Δικαστήριο για λήψη άδειας για τριτοβάθμια εξέταση του ζητήματος της κράτησης, δεν απαλλάσσει το παρόν Δικαστήριο από τη δέσμευση του από την εφετειακή κρίση, και, κατά συνέπεια, τα όσα αναφέρθηκαν στην υπόθεση Ζορπάς (ανωτέρω), συνεχίζουν να εφαρμόζονται. Επίσης, στο βαθμό που η Κατηγορούσα Αρχή επικαλείται τον κίνδυνο επηρεασμού μαρτύρων, αυτός ο κίνδυνος αφορά μόνο στον Παραπονούμενο, Μ.Κ.1 στο κατηγορητήριο.
Γενικότερα, είναι η θέση του εκπρόσωπου της Κατηγορούσας Αρχής ότι από το ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρικό υλικό, προκύπτει αβίαστα η εμπλοκή του Κατηγορουμένου 1 στα αδικήματα που τον αφορούν, ο οποίος, εν πάση περιπτώσει, ως και το παραπέμπον Δικαστήριο ανέφερε, στη βάση του μαρτυρικού υλικού, φέρεται να ήταν ο «ενορχηστρωτής αυτής της οργάνωσης [...], ο οποίος έλεγχε τόσο τον τρίτο Κατηγορούμενο όσο και τη δεύτερη Κατηγορούμενη...».
Επιπροσθέτως, με αναφορά σε άλλη εκκρεμούσα υπόθεση εναντίον του Κατηγορουμένου 1, στην οποία έγινε αναφορά ενώπιον του παραπέμποντος Δικαστηρίου, αλλά και στα όσα ο παραπονούμενος κατήγγειλε περί προσπάθειας τρίτων να τον επηρεάσουν, ο εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής ζήτησε την κράτηση του Κατηγορουμένου 1 και επί των τριών λόγων που επιτρέπουν σχετική κρίση.
Ο συνήγορος του Κατηγορουμένου 1, τόσο με τη γραπτή αγόρευση του, όσο και με τα όσα πρόσθεσε, προφορικώς, ζήτησε την απόλυση του πελάτη του με όρους. Επί τούτου τα επιχειρήματα του κινήθηκαν, στην ουσία, σε τρεις άξονες.
Πρώτον, ότι συνεπεία της καταχώρησης της αίτησης 16/2026 στο Ανώτατο Δικαστήριο, η εφετειακή κρίση δεν μπορεί να θεωρηθεί τελεσίδικη και κατ' εφαρμογή των όσων αναφέρθηκαν σε άλλες αποφάσεις (στις οποίες, ειδικώς, παρέπεμψε), το παρόν Δικαστήριο δεν δεσμεύεται από την εφετειακή κρίση και οφείλει να εξετάσει το ζήτημα της κράτησης εξ΄υπαρχής επί όλων των θεμάτων που το περιβάλλουν.
Δεύτερον, ότι, εν πάση περιπτώσει, υπάρχει ουσιώδης διαφοροποίηση των δεδομένων (έκανε ειδικές αναφορές σε τέτοια διαφοροποιητικά, για τον ίδιο, στοιχεία), κάτι που επιτρέπει την εκ νέου εξέταση του ζητήματος.
Τρίτον, στο βαθμό που είναι δυνατό να επανεξεταστεί το ζήτημα τη κράτησης, τότε, (α) η μαρτυρία που κατέχει η Κατηγορούσα Αρχή είναι τόσο αντινομική και στερείται της αναγκαίας δυναμικής, ώστε να μπορεί να αποτελέσει τη βάση για κρίση περί πιθανότητας καταδίκης του Κατηγορουμένου 1, με αποτέλεσμα να μην πληρείται το αναγκαίο κριτήριο που άπτεται του κινδύνου φυγοδικίας, (β) μία απλή εκκρεμούσα υπόθεση εναντίον του Κατηγορουμένου, ο οποίος, σε κάθε περίπτωση, είναι λευκού ποινικού μητρώου, δεν μπορεί να αποτελέσει τη βάση για κρίση περί ροπής του προς στο έγκλημα, ώστε να προκύπτει και επιπρόσθετη κρίση περί ύπαρξης κινδύνου, αν αφεθεί ελεύθερος, να διαπράξει άλλα αδικήματα, και, τέλος, (γ) στη βάση των όσων έχει θέσει η Κατηγορούσα Αρχή ενώπιον του Δικαστηρίου, ο κίνδυνος επηρεασμού μαρτύρων αφορά μόνο τον Παραπονούμενο (Μ.Κ.1 στο κατηγορητήριο), με αποτέλεσμα, στη βάση των όσων προέκυψαν μετά την καταγγελία του τελευταίου περί προσπάθειας επηρεασμού του, με γνώμονα τα όσα σχετικά αποφασίστηκαν στην υπόθεση Μαρίνου Αντώνης ν. Αστυνομίας (2009) 2 Α.Α.Δ. 350, δεν προκύπτει ο επικαλούμενος από την Κατηγορούσα Αρχή κίνδυνος.
Τέλος, με λεπτομερή αναφορά στο ενώπιον μας μαρτυρικό υλικό, στις διάφορες θέσεις των Κατηγορουμένων στις ανακριτικές τους καταθέσεις, και γενικότερα στα όσα οι διάφοροι μάρτυρες ισχυρίστηκαν σε σχέση με τον Παραπονούμενο, ο συνήγορος του Κατηγορουμένου 1, υποστήριξε ότι δεν υπάρχει πιθανότητα καταδίκης του Κατηγορουμένου 1 στα αδικήματα που αντιμετωπίζει και εν πάση περιπτώσει, παρατηρείται, τουλάχιστον πλημμελής διερεύνηση της υπόθεσης.
Κρίνουμε ορθότερο αρχικώς να καταπιαστούμε με το κατά πόσο τυγχάνουν εφαρμογής το όσα αποφασίστηκαν στην υπόθεση Ζορπάς ανωτέρω, αλλά και στη V.B. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 113/2022, απόφαση ημερομηνίας 21.06.2022, δεδομένης της καταχώρησης από πλευράς του Κατηγορουμένου 1 της αίτησης 16/2026 στο Ανώτατο Δικαστήριο.
Με κάθε σεβασμό στη σχετική εισήγηση του συνηγόρου του Κατηγορουμένου 1, τούτη δεν μας βρίσκει σύμφωνους. Η αίτηση δυνάμει του άρθρου 9(3)(γ) του Ν.33/1964, δεν αποτελεί δικαιωματική διαδικασία αμφισβήτησης της δευτεροβάθμιας κρίσης, παρά μόνο εγχείρημα για εξασφάλιση άδειας καταχώρησης μιας τέτοιας διαδικασίας. Ως αναφέρθηκε στην Αναφορικά με την Αίτηση της Χάρης Κυριακίδης ΔΕΠΕ, Αίτηση 15/2025, η οποία καταχωρήθηκε, δυνάμει του άρθρου 9(3)(γ) του Ν. 33/1964, απόφαση ημερομηνίας 16.01.2026, «Η παροχή άδειας στη βάση του εν λόγω άρθρου δεν συναρτάται με το εσφαλμένο ή μη της απόφασης που εξεδόθη από το Εφετείο. Ούτε και άπτεται του κατά πόσο το Ανώτατο Δικαστήριο εναρμονίζεται ή όχι με την κρίση του Εφετείου. Εξαρτάται αποκλειστικά και μόνο από τη συνδρομή των προϋποθέσεων του εν λόγω άρθρου». Κατά συνέπεια, μόνο με τη συνδρομή των προϋποθέσεων του εν λόγω άρθρου είναι δυνατό να παραχωρηθεί αιτούμενη άδεια από το Ανώτατο Δικαστήριο. Μόνο τότε θα είναι δυνατός ο τριτοβάθμιος έλεγχος ως προς την εφετειακή κρίση και μόνο για τους ειδικούς λόγους για τους οποίους θα δοθεί μία τέτοια άδεια. Ως εκ των ανωτέρω, η εκκρεμότητα και μόνο της αίτησης 16/2026, δεν απαλλάσσει το παρόν Δικαστήριο από τη δέσμευση του έναντι της εφετειακής κρίσης στο βαθμό που αυτή αφορά στο ζήτημα της κράτησης του Κατηγορούμενου 1.
Δεδομένων των ανωτέρω, στο βαθμό που αφορά τον κίνδυνο επηρεασμού μαρτυρίας, το παρόν Δικαστήριο δεν επιτρέπεται να επανεξετάσει το ζήτημα κράτησης, παρά μόνο στη βάση διαφοροποίησης των δεδομένων που περιέβαλλαν την προγενέστερη διαταγή κράτησης του Κατηγορουμένου 1, και δη την εφετειακή κρίση (βλ. Ζορπάς και V.B ανωτέρω).
Εν προκειμένω, σε συμφωνία με τα όσα ισχυρίζεται ο συνήγορος του Κατηγορουμένου 1, ενώπιον μας, έχουν τεθεί τέτοια διαφοροποιητικά στοιχεία που επιτρέπουν την εκ νέου εξέταση του ζητήματος της κράτησης επί του κινδύνου επηρεασμού μαρτυρίας. Πρόκειται για τα όσα προκύπτουν συνεπεία της τοποθέτησης του εκπροσώπου της Κατηγορούσας Αρχής, κατά το στάδιο των αγορεύσεων, ως προς τον μάρτυρα που η τελευταία θεωρεί ότι υπάρχει κίνδυνος να επηρεαστεί.
Για σκοπούς ευχερέστερης κατανόησης και σαφήνειας, κρίνουμε σημαντικό να υποδείξουμε ότι το Εφετείο, κατά την ενασχόληση του με τα όσα αποφασίστηκαν στην υπόθεση Μαρίνου ανωτέρω, έκρινε ότι τούτα δεν τύγχαναν εφαρμογής στην περίπτωση του Κατηγορουμένου 1, καθότι η Κατηγορούσα Αρχή, τόσο ενώπιον του παραπέμποντος Δικαστηρίου, όσο και ενώπιον του Εφετείου, δεν επικαλείτο κίνδυνο επηρεασμού του Παραπονούμενου μόνο, αλλά και άλλων μαρτύρων. Υπέδειξε, δε, επί τούτου, ότι η καταγγελία από πλευράς του Παραπονούμενου της προσπάθειας να τον επηρεάσουν, δεν μπορεί να αποκλείσει τον κίνδυνο να επηρεαστούν και άλλοι μάρτυρες, με αποτέλεσμα να καταλήξει ότι ορθώς το παραπέμπον Δικαστήριο διέταξε την κράτηση του Κατηγορουμένου 1 επί της ύπαρξης του κινδύνου αυτού.
Εν προκειμένω, ο εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής, ενώπιόν μας, με ξεκάθαρο τρόπο, πέραν της μίας φοράς, ανέφερε ότι ο κίνδυνος επηρεασμού μαρτύρων τον οποίο επικαλείται για σκοπούς της κράτησης του Κατηγορουμένου 1, αφορά μόνο τον Παραπονούμενο και όχι οποιοδήποτε άλλο μάρτυρα. Στη βάση της τοποθέτησης αυτής του εκπροσώπου της Κατηγορούσας Αρχής, παρατηρείται διαφοροποίηση των δεδομένων που περιβάλουν το ζήτημα της κράτησης, στο βαθμό που τούτο εδράζεται επί του κινδύνου επηρεασμού μαρτύρων, με αποτέλεσμα να επιτρέπεται η εκ νέου εξέταση του.
Κρίνεται σημαντικό να σημειωθεί ότι, στη βάση των όσων έχουν τεθεί ενώπιον μας, ο Παραπονούμενος, μέσω των καταθέσεων του (ημερομηνιών 12.06.2026 και 16.06.2026), προχώρησε και κατάγγειλε στην Αστυνομία την κατά τον ίδιο προσπάθεια επηρεασμού του, με αποτέλεσμα να ακολουθήσει διερεύνηση της συγκεκριμένης καταγγελίας, η οποία οδήγησε στην καταχώρηση της ποινικής υπόθεσης 180Χ/2026 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου εναντίον δύο προσώπων, τα οποία κατονομάστηκαν από τον Παραπονούμενο. Τα δεδομένα αυτά προσομοιάζουν κατά πολύ με την υπόθεση Μαρίνου (ανωτέρω), όπου, και σε εκείνη την περίπτωση, ζητήθηκε η κράτηση του εκεί Κατηγορουμένου στη βάση πιθανότητας επηρεασμού συγκεκριμένης αλλοδαπής με την οποία τούτος, κατά τον ουσιώδη χρόνο, διατηρούσε σχέση. Όπως και εδώ, έτσι και εκεί, η αλλοδαπή αυτή κοπέλα, προέβη σε σχετική καταγγελία της προσπάθειας επηρεασμού της, η οποία διερευνήθηκε και ακολούθως, οδήγησε σε νέα ποινική υπόθεση εναντίον του εκεί Κατηγορουμένου, για προσπάθεια επηρεασμού μάρτυρα. Η κρίση του Εφετείου στη Μαρίνου (ανωτέρω), επί του προκειμένου, ήταν η εξής: «Προκύπτει όμως πως η Κατηγορούσα Αρχή δεν είχε επικαλεστεί κίνδυνο επηρεασμού οποιουδήποτε μάρτυρα άλλου από τη φίλη του εφεσείοντα. Στάση κατανοητή ενόψει και της φύσης της υπόλοιπης μαρτυρίας, πέρα από τη μαρτυρία της φίλης του εφεσείοντα, στην οποία η Κατηγορούσα Αρχή στηρίζει την υπόθεση της. Αλλά και σε σχέση με αυτή τη μάρτυρα προκύπτει από τα στοιχεία επηρεασμού η οποία απέτυχε με αποτέλεσμα, στη βάση εκείνης ακριβώς της μαρτυρίας, να είχε προσαφθεί ξεχωριστή κατηγορία εναντίον του εφεσείοντα για τα τηλεφωνικά μηνύματα που αναφέρθηκαν».
Κατ' αναλογία, και εν προκειμένω, ο Παραπονούμενος έχει καταγγείλει τη συγκεκριμένη προσπάθεια επηρεασμού του, η οποία, και οδήγησε στην καταχώρηση ποινικής υπόθεσης, με αποτέλεσμα, στη βάση των όσων αποφασίστηκαν στη Μαρίνου (ανωτέρω), να θεωρούμε ορθή τη θέση του συνηγόρου του Κατηγορουμένου 1 ότι δεν είναι δυνατόν, στη βάση των δεδομένων αυτών, να καταλήξουμε ότι αν ο Κατηγορούμενος 1 αφεθεί ελεύθερος με όρους, υπάρχει ο κίνδυνος να επηρεαστεί ο Παραπονούμενος, ο μόνος, δηλαδή, μάρτυρας της Κατηγορούσας Αρχής του οποίου, το ενδεχόμενο επηρεασμού επικαλείται η Κατηγορούσα Αρχή.
Έχοντας καταλήξει ως ανωτέρω, δεδομένης της ξεκάθαρης απόφασης του Εφετείου να μην εξετάσει τους λόγους έφεσης 2 και 3, και κατά συνέπεια να μην αποφανθεί επί της ορθότητας της κρίσης του παραπέμποντος Δικαστηρίου ως προς την ύπαρξης κινδύνου φυγοδικίας και κινδύνου διάπραξης άλλων αδικημάτων, κατ' αναλογία των όσων αναφέρθηκαν στις υποθέσεις S.M. v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 75/2021, απόφαση ημερομηνίας 06.07.2021, ECLI:CY:AD:2021:B299 (στην οποία μας παρέπεμψε ο συνήγορος του κατηγορούμενου 1) και Μιχάλης Γεωργίου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 290/2024, απόφαση ημερομηνίας 09.12.2024, κρίνουμε ότι το ζήτημα της κράτησης του Κατηγορουμένου 1 επί των δύο αυτών κινδύνων, δύναται και πρέπει να εξεταστεί εξ υπαρχής από το παρόν Δικαστήριο, χωρίς να δεσμευόμαστε από τις σχετικές κρίσεις του παραπέμποντος Δικαστηρίου, δεδομένης της δικαιωματικής αμφισβήτησης τους από τον Κατηγορούμενο 1 μέσω της έφεσης που άσκησε και της μη κρίσης του Εφετείου επί τούτης.
Κατά συνέπεια, κρίνεται αναγκαίο στο σημείο αυτό να καταγραφούν, με εντελώς συνοπτικό τρόπο, οι γενικές αρχές που διέπουν την εξουσία του Δικαστηρίου να διατάξει την κράτηση Κατηγορουμένου κατά τη διάρκεια της δίκης του.
Οι αρχές που διέπουν την εξουσία του Δικαστηρίου να διατάζει την κράτηση κατηγορούμενου κατά τη διάρκεια της δίκης του, έχουν αναφερθεί με λεπτομέρεια στην απόφαση του παραπέμποντος Δικαστηρίου και παρέλκει η ανάγκη της εδώ επανάληψής τους. Ενδεικτικώς και μόνο σημειώνουμε ότι η νομολογία έχει αναγνωρίσει τρεις λόγους, ο κάθε ένας από τους οποίους μπορεί από μόνος του να δικαιολογήσει την κράτηση: τον κίνδυνο φυγοδικίας, την πιθανότητα διάπραξης, στο μεταξύ, άλλων αδικημάτων και το ενδεχόμενο επηρεασμού μαρτυρίας.
Οι παράμετροι στη βάση των οποίων στηρίζεται ο κίνδυνος φυγοδικίας (Γεωργίου ν. Αστυνομίας, ΠΕ 163/2024, 26.07.2024, Ε.Ι.Κ. ν. Αστυνομίας, ΠΕ 186/2024, 24.07.2024, Στυλιανού ν. Δημοκρατίας, ΠΕ 78/24, 08.04.2024, Γενικός Εισαγγελέας v. Γ.Ν., ΠΕ 145/23, 21.07.2023, Κοτσούδη ν. Αστυνομίας, ΠΕ 131/20, 20.08.2020, ECLI:CY:AD:2020:B288, ECLI:CY:AD:2020:B288, Dydi v. Αστυνομίας, ΠΕ 103/20, 03.09.2020, Νικήτα ν. Δημοκρατίας (2011) 2 ΑΑΔ 54, Τσεκούρα ν. Δημοκρατίας (2010) 2 ΑΑΔ 32, Νικολάου ν. Αστυνομίας (2008) 2 ΑΑΔ 790, Θεοχάρους κ.α. ν. Δημοκρατίας (2002) 2 ΑΑΔ 48, Βασιλείου ν. Αστυνομίας (1997) 2 ΑΑΔ 7) είναι η σοβαρότητα του αδικήματος και το συνεπαγόμενο ενδεχόμενο αυστηρής τιμωρίας, η πιθανότητα καταδίκης, όπως προκύπτει μέσα από το μαρτυρικό υλικό, και οι προσωπικές συνθήκες του κατηγορουμένου (π.χ. δεσμοί με την Κυπριακή Δημοκρατία).
Η σοβαρότητα του αδικήματος, δεν απομονώνεται και δεν διαφεύγει από την προσοχή ότι κάθε κατηγορούμενος τεκμαίρεται αθώος. Δυνατόν να προκύπτει από το ύψος της ποινής, αλλά και την ίδια τη φύση των αδικημάτων και την τιμωρία που δυνατόν να υπάρξει, σε περίπτωση καταδίκης. Η πιθανολόγηση καταδίκης, προκύπτει από την ισχύ του μαρτυρικού υλικού, κρινόμενου στην όψη του. Στο στάδιο αυτό, δεν εξετάζεται η ύπαρξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης, ούτε το Δικαστήριο προβαίνει σε κρίσεις επί της δεκτότητας ή αξιολόγησης του μαρτυρικού υλικού, ούτε σε τελική διαπίστωση γεγονότων ή εξαγωγή συμπερασμάτων. Το δε κριτήριο της πιθανολόγησης καταδίκης, είναι χαμηλότερο από εκείνο της απόδειξης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Το Δικαστήριο μπορεί να βασιστεί ακόμα και σε εξ ακοής μαρτυρία (Παναγή ν. Αστυνομίας, ΠΕ 152/2024, 25.06.2024) ή και μαρτυρία συγκατηγορούμενου. Αποφασίζει κατά πόσον η πιθανότητα καταδίκης προκύπτει από το σύνολο του μαρτυρικού υλικού, εκτιμώμενου στην όψη του, έστω και αν υπάρχει εύλογη προσδοκία αθώωσης. Στην πιθανολόγηση, λαμβάνεται υπόψη και η κατάθεση του κατηγορούμενου. Ως έχει επαρκώς νομολογηθεί, ο παράγοντας της πιθανότητας καταδίκης, δεν διενεργείται με μια αποσπασματική διεργασία στη βάση μαθηματικών ποσοστώσεων, αλλά ως μια ενιαία διαδικασία. Πρόκειται δε, για κρίση περί πιθανολόγησης καταδίκης, παρά την ενδεχόμενη διαπίστωση εύλογης προσδοκίας αθώωσης (βλ. Dydi και Τσεκκούρα (ανωτέρω). Ως δε έχει υποδειχθεί στις μόλις αναφερόμενες αποφάσεις, δεν θα πρέπει το Δικαστήριο, κατά τη διεργασία του ως προς τη στάθμιση πιθανότητας καταδίκης, να προβαίνει σε ατελέσφορες παρατηρήσεις, οι οποίες δυνατό να επηρεάσουν οτιδήποτε που ανήκει στην κυρίως δίκη.
Ανάμεσα στις προσωπικές συνθήκες του κατηγορούμενου, είναι και οι δεσμοί του με τον τόπο στον οποίο γίνεται η δίκη. Εάν υπάρχουν δεσμοί με την Κυπριακή Δημοκρατία, δυνατόν να λειτουργούν αποτρεπτικά σε σχέση με την πιθανότητα διαφυγής του κατηγορουμένου και τη μη εμφάνισή του στη δίκη[1]. Ωστόσο, δεν επενεργούν, από μόνοι τους, ως ασπίδα, ώστε να υπερφαλαγγίσουν τη σοβαρότητα του αδικήματος ή αδικημάτων για τα οποία διώκεται ο κατηγορούμενος και δεν εξαλείφουν με κάποιον αυτονόητο τρόπο τον κίνδυνο φυγοδικίας. Η ανυπαρξία οποιωνδήποτε δεσμών, συνηθέστερα, καθιστά υπαρκτό τον κίνδυνο φυγοδικίας[2].
Θα προχωρήσουμε, στο σημείο αυτό, να εξετάσουμε το κατά πόσο δικαιολογείται η κράτηση του Κατηγορουμένου 1 στη βάση του κινδύνου φυγοδικίας, με γνώμονα τις ανωτέρω αναφερόμενες σχετικές αρχές που διέπουν το ζήτημα. Η σοβαρότητα των αδικημάτων που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος, εξόφθαλμα προκύπτει, τόσο από την ανώτατη προβλεπόμενη στον νόμο ποινή για αυτά, όσο και από την ίδια τη φύση τους. Προφανώς δεν τιμωρούνται με τον ίδιο τρόπο όλα τα αδικήματα που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος 1. Αξίζει ωστόσο να σημειωθεί ότι, για το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες (βλ. Κατηγορίες 8 και 30), της εκβίασης (βλ. Κατηγορίες 5 και 6), της κλοπής από θεματοφύλακα (βλ. Κατηγορία 16) και της πρόκλησης εκτέλεσης εγγράφου με ψευδείς και δόλιες παραστάσεις (βλ. Κατηγορία17), η ανώτατη προβλεπόμενη στον νόμο ποινή είναι αυτή των 14 ετών, με τις λοιπές κατηγορίες που αντιμετωπίζει, να αφορούν αδικήματα για τα οποία προβλέπονται χαμηλότερες ανώτατες ποινές.
Ως προς την πιθανότητα καταδίκης του Κατηγορουμένου 1, με κάθε σεβασμό στην αντίθετη εισήγηση του συνήγορου του, το ενώπιον μας μαρτυρικό υλικό, στην όψη του, και υπό τις αρχές που διέπουν την εξέταση του στο παρόν στάδιο (ως αυτές αναπτύχθηκαν ανωτέρω), επαρκεί, κατά τη γνώμη μας, για να προκύψει κρίση περί πιθανότητας καταδίκης του στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Έχουμε μελετήσει με προσοχή όλο το μαρτυρικό υλικό που μας έχει δοθεί από την Κατηγορούσα Αρχή, και θεωρούμε αχρείαστο να αναφερθούμε με λεπτομέρεια σε αυτό. Έχουμε αναγνώσει προς τούτο την απόφαση του παραπέμποντος Δικαστηρίου, η οποία, ως ήδη σημειώσαμε ανωτέρω, δεν μας δεσμεύει. Ωστόσο, θεωρούμε ότι ο αδελφός Δικαστής, που εξέδωσε τούτη, καταγράφει με επαρκή, σαφή, και πλήρως κατατοπιστικό τρόπο, το τι προκύπτει (στην όψη του και μόνο) από το μαρτυρικό υλικό που τέθηκε ενώπιόν του, το οποίο είναι και το ενώπιόν μας μαρτυρικό υλικό. Για σκοπούς ευκολίας, αφού και εμείς καταλήγουμε στα ίδια συμπεράσματα, υιοθετούμε τις εκεί αναφορές του, οι οποίες ήταν οι εξής:
«Αναφορικά με την πιθανότητα καταδίκης των Κατηγορουμένων 1 και 3 για τα αδικήματα που αντιμετωπίζουν, αυτή εξετάζεται μέσα από τη μαρτυρία που τίθεται ενώπιον του Δικαστηρίου. Το μαρτυρικό υλικό εξετάζεται στην όψη του, χωρίς το Δικαστήριο να υπεισέρχεται σε αξιολόγησή του. Περιορίζεται στην εξέταση της δύναμης του αποδεικτικού υλικού, και όχι στην εις βάθος ανάλυση του, με σκοπό να διαπιστωθεί κατά πόσο πιθανολογείται καταδίκη (Ευριπίδου v. Αστυνομίας (2007) 2 Α.Α.Δ. 337, Μαλά v. Αστυνομίας (2008) 2 Α.Α.Δ. 135, Αργύρη v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 195/2020, ημερ. 23/12/2020). Στην προκειμένη περίπτωση έχω εξετάσει το μαρτυρικό υλικό το οποίο έχει κατατεθεί ως Τεκμήριο Α. Όπως διαφαίνεται από το μαρτυρικό υλικό που τέθηκε ενώπιον μου, ο Παραπονούμενος αναφέρεται σε μεγάλο αριθμό περιπτώσεων όπου οι Κατηγορούμενοι 1 και 3 του απέσπασαν χρήματα με απειλές, ψέματα, τεχνάσματα και φοβέρες. Όλα ξεκίνησαν, όπως αναφέρει, όταν πούλησε το έτος 2021 δύο χωράφια στην Π. συνιδιοκτησίας δικής του και της αποβιώσασας αδερφής του. Το μερίδιο του από τα εν λόγω χωράφια το πούλησε στην εταιρεία του Κατηγορούμενου 4, ήτοι την O. LTD, έναντι ποσού €2,300,000.00, (τα σχετικά συμβόλαια αναφορικά με τις εν λόγω δοσοληψίες έχουν προσκομιστεί από τον Παραπονούμενο). Από την εν λόγω πώληση έλαβε μάλιστα προκαταβολή ύψους €250,000.67 Τα προβλήματα για τον Παραπονούμενο ξεκίνησαν αμέσως μετά την ανωτέρω πώληση. Συγκεκριμένα, περί τον ένα μήνα μετά την εν λόγω πώληση των ακινήτων του, σε συνάντηση στο γραφείο ενοικιάσεως αυτοκινήτων που διατηρεί ο Κατηγορούμενος 1 στην Π., εμφανίστηκε ένας άγνωστος σε αυτόν άνδρας, ο οποίος του ανέφερε ότι είχε πουλημένα τα χωράφια του για το ποσό των €8,500,000 και του ζήτησε αποζημίωση ύψους €250,000, επειδή ο Παραπονούμενος πούλησε τα χωράφια του αλλού. Ο Κατηγορούμενος 1 τότε ανέφερε στον Παραπονούμενο, ότι θα μεσολαβήσει ο ίδιος για να δεχθεί ο άγνωστος αυτός άνδρας να λάβει μόνο €40,000 ως αποζημίωση και να εξοφλήσει. Ο Παραπονούμενος λόγω φόβου αποδέχτηκε και έδωσε το εν λόγω ποσό των €40,000. Ακολούθησαν και άλλες πολλές περιπτώσεις όπου οι Κατηγορούμενοι 1 και 3 απέσπασαν χρήματα από τον Παραπονούμενο με ψευδείς παραστάσεις και απειλές. Δεν κρίνω σκόπιμο να αναφερθώ σε κάθε μία περίπτωση ξεχωριστά. Ο Παραπονούμενος αναφέρεται σε κάθε μία περίπτωση με λεπτομέρεια στις καταθέσεις του. Αξίζει απλά να σημειωθεί ότι σύμφωνα με τις καταθέσεις του Παραπονούμενου, οι Κατηγορούμενοι 1 και 3 ( μαζί με την Κατηγορούμενη 2), έφτασαν στο σημείο να εκμεταλλευτούν το ερωτικό ενδιαφέρον που εξέφρασε ο Παραπονούμενος για την Κατηγορούμενη 2, προκειμένου να του αποσπάσουν περιουσία. Επί της ουσίας, σε διάφορες περιπτώσεις, ισχυριζόμενοι ότι δήθεν η Κατηγορούμενη 2 χρειαζόταν χρήματα για διάφορους λόγους, απαιτούσαν όπως καταβάλει ο Παραπονούμενος τα χρήματα αυτά. Η εξασφάλιση των χρημάτων γινόταν με τη χρήση απειλών. Τα χρήματα μάλιστα αυτά δεν καταβάλλονταν στην Κατηγορούμενη 2 αλλά στο Κατηγορούμενο 3. Ο Παραπονούμενος αναφέρεται σε περιστατικό όπου κλήθηκε στο γραφείο του Κατηγορούμενου 1 και ακολούθως εκεί, στην παρουσία και των Κατηγορουμένων 3 και 4 αναγκάστηκε με απειλές και αγριάδες να τροποποιήσει την αρχική συμφωνία που υπέγραψε για την πώληση των ακινήτων του με την εταιρεία του Κατηγορούμενου 4, O. LTD. Επί της ουσίας, σύμφωνα με την τροποποιητική συμφωνία θα μειωνόταν η τιμή πώλησης των χωραφιών του Παραπονούμενου προς την εταιρεία O. LTD κατά €500,000. Ως αντάλλαγμα ο Παραπονούμενος θα λάμβανε τρία άλλα διαμερίσματα που θα ανήγειρε ο Κατηγορούμενος 4 μαζί με ένα τρίτο πρόσωπο, τον Μ.Κ. 28, στο συγκρότημα διαμερισμάτων A. Resort στην Π.. Ο Παραπονούμενος στην κατάθεση του ημερομηνίας 13/03/2026 αναφέρει ότι τον είχαν εκεί στο γραφείο του Κατηγορούμενου 1 περί τις δύο ώρες «με το ζόρι», προκειμένου να υπογράψει την τροποποιητική συμφωνία. Τελικά, ο Παραπονούμενος αναγκάστηκε να υπογράψει τη συμφωνία. Αναφορικά με τα συμβόλαια των αγορασθέντων διαμερισμάτων, αυτά τα κράτησε ο Κατηγορούμενος 1 προκειμένου, όπως του 78 ανέφερε, να του τα φυλάξει. Σύμφωνα με τη κατάθεση της Λοχία, Μ.Κ. 36 κατόπιν έρευνας της ιδίας στο Κτηματολόγιο δεν υπάρχει κατατεθειμένο κανένα πωλητήριο έγγραφο προς όφελος του Παραπονουμένου. Αντιθέτως υπάρχει κατατεθειμένο αγοραπωλητήριο διαμερίσματος που βρίσκεται στο συγκρότημα διαμερισμάτων A. Resort στην Π.., προς όφελος όμως του Κατηγορουμένου 1. Προς όφελος του Κατηγορούμενου 1 μεταβιβάστηκε επίσης χωράφι του Παραπονούμενου στις Αγγλισίδες αξίας €300,000 και με δηλωμένη τιμή πώλησης €180,000. Ο Παραπονούμενος από την εν λόγω αγοραπωλησία έλαβε, ως ισχυρίζεται, μόνο €300. Ο Παραπονούμενος είχε αγοράσει αυτό το χωράφι το έτος 2007 με δάνειο και ακόμα το χρωστούσε. Ο λόγος που εξέφρασε την επιθυμία του να το πωλήσει ήταν προκειμένου να εξοφλήσει το χρέος του. Σημειώνεται ότι η Μ.Κ. 36 προέβη σε ενδελεχή έρευνα των περιουσιακών στοιχείων του Κατηγορούμενου 1, συμπεριλαμβανομένων των περιουσιακών στοιχείων των εταιρειών στις οποίες είναι ο τελικός δικαιούχος. Όπως αναφέρεται από την Μ.Κ. 36 στην κατάθεση της, τα εισοδήματα του Κατηγορούμενου 1 μαζί με της συζύγου του τα τελευταία 10 χρόνια δεν μπορούν να δικαιολογήσουν την τόσο μεγάλης αξίας περιουσία που αποκτήθηκε από μέρους του την περίοδο αυτή. Ο Παραπονούμενος έφτασε στο σημείο εξαιτίας αυτών των απειλών και της διασπάθισης της περιουσίας του από τους Κατηγορούμενους 1 και 3 να εγκαταλείψει το σπίτι του και να πάει να μείνει στην μάντρα ενός φίλου του, του Μ.Κ 5, στο Φ. Ο Μ.Κ.5 στην κατάθεση του επιβεβαιώνει τους ισχυρισμούς του Παραπονούμενου.
Ενόψει της ενώπιον μου μαρτυρίας, χωρίς να προβαίνω σε οποιαδήποτε αξιολόγηση του μαρτυρικού υλικού που τέθηκε ενώπιον μου, θεωρώ ότι με βάση αυτό, υπάρχει ορατή πιθανότητα καταδίκης των Κατηγορουμένων 1 και 3 στις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν, χωρίς βεβαίως η διαθέσιμη μαρτυρία να αποκλείει κάθε λογική προσδοκία για αθώωση τους».
Επαναλαμβάνουμε ότι η ανωτέρω περιγραφή του παραπέμποντος Δικαστηρίου ως προς το τι προκύπτει από το μαρτυρικό υλικό που συνελέχθηκε κατά τη διερεύνηση της παρούσας υπόθεσης, μας βρίσκει πλήρως σύμφωνους. Στη βάση δε των ανωτέρω, είναι με ασφάλεια που καταλήγουμε ότι η Κατηγορούσα Αρχή ικανοποίησε και το κριτήριο της πιθανότητας καταδίκης του Κατηγορουμένου 1, στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει.
Κρίνουμε, σημαντικό, στο σημείο αυτό, να αναφέρουμε ότι, ο τρόπος που μας ζήτησε ο συνήγορος του Κατηγορουμένου 1 να αντικρίσουμε το μαρτυρικό υλικό, είναι ανεπίτρεπτος, ως διεργασία, για το στάδιο αυτό. Πρόκειται για μικροσκοπική αντιμετώπιση, η οποία εμπεριέχει, απαραίτητα, και το στοιχείο της αξιολόγησης της μαρτυρίας, διεργασία η οποία, ως έχει νομολογηθεί, δεν είναι επιτρεπτή στο παρόν στάδιο (βλ. Εφετειακή κρίση, Ποιν. Έφ. 167/2026). Ως δε σημειώθηκε στις υποθέσεις Dydi και Τσεκκούρα (ανωτέρω), κατά τη διεργασία του, ως προς τη στάθμιση πιθανότητας καταδίκης, το Δικαστήριο δεν επιτρέπεται να προβαίνει σε ατελέσφορες παρατηρήσεις, οι οποίες δυνατό να επηρεάσουν οτιδήποτε που ανήκει στην κυρίως δίκη. Κρίνουμε, εν προκειμένω, ότι, η ενασχόληση μας με τα εξειδικευμένα θέματα τα οποία ανέπτυξε ο συνήγορος του Κατηγορουμένου 1 στην αγόρευση του, επιβάλουν και εκείνες τις ατελέσφορες παρατηρήσεις, οι οποίες προφανώς θα επηρεάσουν θέματα που ανήκουν στην κυρίως δίκη. Σημειώνουμε, φυσικά, ότι, ούτε αμφισβητούμε, ούτε και κατακρίνουμε, καθ' οιονδήποτε τρόπο, την εύλογη, ως θεωρεί, προσδοκία του Κατηγορουμένου 1 για αθώωση του στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει, προσδοκία, ωστόσο, η οποία δεν επενεργεί ανασταλτικά ως προς την πλήρωση του κριτηρίου της πιθανότητας καταδίκης.
Έχοντας κρίνει ως ανωτέρω, και δη ότι πληρούνται τα δύο πρώτα κριτήρια που εδώ απασχολούν, προχωρούμε τώρα στο τρίτο κριτήριο, και δη αυτό της ποινής που τυχόν να επιβληθεί στον Κατηγορούμενο 1, εάν και εφόσον κριθεί ένοχος στα αδικήματα που αντιμετωπίζει.
Δεδομένης της ανώτατης προβλεπόμενης στον νόμο ποινής για τα αδικήματα στα οποία αναφορά έγινε ανωτέρω, αλλά και του τρόπου δράσης που αποδίδεται στον Κατηγορούμενο, τόσο στις λεπτομέρειες τον σχετικών κατηγοριών που αντιμετωπίζει, όσο και στη βάση των όσων τους αποδίδει ο Παραπονούμενος, αλλά και του ύψους του εσόδου που φέρεται να αποκόμισε από παράνομες δραστηριότητες, στη βάση των λεπτομερειών της κατηγορίας 30 (€1.891.000), κρίνουμε ότι σε περίπτωση καταδίκης του, υπάρχει σοβαρό ενδεχόμενο να του επιβληθούν πολυετείς ποινές φυλάκισης.
Επομένως, προχωρούμε τώρα να καταγράψουμε τα όσα προκύπτουν σε σχέση με τις προσωπικές συνθήκες του Κατηγορουμένου 1. Δεν υπάρχει αμφιβολία, ούτε και αμφισβητείται, ότι πρόκειται για Κύπριο πολίτη, πατέρα τριών ανήλικων τέκνων, έγγαμο, με λευκό ποινικό μητρώο, με σταθερή επαγγελματική δραστηριότητα στη Δημοκρατία, με μόνιμη κατοικία, και προβλήματα υγείας. Ως προς τα προβλήματα υγείας, ότι αντιμετωπίζει σοβαρό πρόβλημα πνευμοθώρακα, για το οποίο υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση και θα χρειαστεί και δεύτερη τέτοια επέμβαση, καθώς επίσης και με πρόβλημα υπέρτασης, για το οποίο λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή. Επίσης παρουσιάζει αγχώδη διαταραχή με φοβικά στοιχεία. Τα πιο πάνω αναφέρθηκαν από τον συνήγορο του και δεν αμφισβητήθηκαν από την Κατηγορούσα Αρχή. Μπορούμε δε, στη βάση τους, και εν απουσία άλλης σχετικής θέσης, να καταλήξουμε και στο ότι δεν φαίνεται να συνδέεται με οποιαδήποτε ξένη χώρα.
Στο βαθμό που αφορά τα προβλήματα υγείας του Κατηγορουμένου, και παρά το γεγονός ότι δεν τέθηκε, ειδικώς, οτιδήποτε που να θέλει τούτα, άνευ άλλου, να αποτελούν λόγο, για να διαταχθεί η απόλυσης του, κρίνουμε ορθό να σημειώσουμε ότι τα προβλήματα υγείας ενός Κατηγορουμένου, μπορούν να αποτελέσουν λόγο για να διαταχθεί η απόλυση του, μόνο στην περίπτωση που η γενικότερη κατάσταση της υγείας του θα θεωρηθεί ως ασυμβίβαστη με την κράτηση του, υπό την έννοια ότι η κράτηση του θα απολήγει στο να διενεργείται κατά παράβαση των άρθρων 2 και 3 της ΕΣΔΑ. Το βάρος δε απόδειξης μιας τέτοιας παραβίασης, είναι αυτό του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, και βαραίνει τον διάδικο που το εγείρει (βλ. Aykout (ανωτέρω)).
Στη βάση των όσων έχουν τεθεί ενώπιον μας, οι προσωπικές συνθήκες του Κατηγορουμένου 1, δεν μπορούν να θεωρηθούν ως ιδιάζουσες ή ουσιωδώς διαφορετικές από τις πλείστες των περιπτώσεων που απασχόλησαν τα Δικαστήρια μας στο πλαίσιο εξέτασης του παράγοντα της φυγοδικίας και αφορούσαν σε Κατηγορούμενους Κύπριους πολίτες. Στην ουσία, τίποτα από τα όσα σχετικά τέθηκαν ενώπιον μας δεν διαφοροποιούνται οι προσωπικές συνθήκες του Κατηγορουμένου 1 από τις μέσες αναμενόμενες συνθήκες κάθε άλλου Κύπριου πολίτη, με αποτέλεσμα, το κατά πόσο τούτες υπερφαλαγγίζουν τον κίνδυνο φυγοδικίας, να εξαρτάται στην ουσία, από τη σοβαρότητα των αδικημάτων, την πιθανότητα καταδίκης του, και την ποινή που τυχόν θα του επιβληθεί, στη βάση, πάντα, και της ανώτατης προνοούμενης στον νόμο ποινής. Εν προκειμένω, ως υποδείχθηκε ανωτέρω, ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει πλειάδα κατηγοριών που αφορούν σε αδικήματα με ανώτατη προβλεπόμενη ποινή τα 14 έτη, και με περιστάσεις διάπραξης τους, οι οποίες οδηγούν σε εκτίμηση, στην οποία ήδη προβήκαμε, για πιθανότητα επιβολής πολυετούς ποινής φυλάκισης. Στη βάση αυτής της κρίσης, αλλά και της ανωτέρω ειδικής κρίσης μας ως προς τις προσωπικές συνθήκες του Κατηγορουμένου, κρίνουμε ότι οι τελευταίες δεν υπερφαλαγγίζουν τον διαφαινόμενο κίνδυνο φυγοδικίας, με αποτέλεσμα να αποτελεί κατάληξη μας ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε στον απαραίτητο βαθμό ότι αν ο Κατηγορούμενος αφεθεί ελεύθερος, ελλοχεύει ο κίνδυνος τούτος να φυγοδικήσει.
Η κατάληξη μας αυτή, στην ουσία, σφραγίζει και την τύχη του υπό εξέταση ζητήματος, αφού, ο παράγοντας της φυγοδικίας, ως αυτόνομος, επαρκεί, εκεί που αποδεικνύεται, για να δικαιολογήσει τη διαταγή κράτησης ενός Κατηγορουμένου μεσούσης της δίκης του.
Ωστόσο, για σκοπούς πληρότητας, και για να είναι καταγεγραμμένη η σχετική κρίση μας, σε περίπτωση εφετειακής ανατροπής της ανωτέρω κατάληξης μας περί ύπαρξης κινδύνου φυγοδικίας, προχωρούμε να εξετάσουμε και το κατά πόσο η Κατηγορούσα Αρχή ικανοποίησε και τον παράγοντα του κινδύνου διάπραξης άλλων αδικημάτων.
Συναφώς, όταν εξετάζεται ο κίνδυνος διάπραξης άλλων αδικημάτων, με αναφορές σε άλλες εκκρεμούσες υποθέσεις, η εξέταση δεν διενεργείται στη βάση της πιθανότητας καταδίκης, στις εν λόγω υποθέσεις, ούτε της δυναμικής και αξίας του μαρτυρικού υλικού που κατέχει η Κατηγορούσα Αρχή, στη βάση του οποίου διατάχθηκε ή εκκρεμούσε δίωξη του, αλλά στη βάση, ακριβώς, της εκκρεμότητας της δίωξης, σε συνδυασμό με άλλες εγγενείς ενδείξεις, όπως η φύση των αδικημάτων (τόσο της εκκρεμούσας, όσο και της κυρίως υπόθεσης), οι ημερομηνίες της φερόμενης διάπραξης τους, ο αριθμός των κατηγοριών, ο αποδιδόμενος στον Κατηγορούμενο τρόπος δράσης, το ιστορικό του Κατηγορουμένου, ο χαρακτήρας του, κ.ο.κ., οι οποίες ενδείξεις θα μπορούσαν να αποτελέσουν τη βάση για κρίση περί της ύπαρξης τέτοιου κινδύνου (βλ. Γεν. Εισαγγελέας ν. Κίτσιου, Ποιν. Έφ.111/2025, απόφαση ημερομηνίας 29.05.2025, Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ.47/2024, απόφαση ημερομηνίας 11.03.2024, Matznetter v. Austria, Appl. 2178/64, απόφαση ημερομηνίας 10.11.1969, Χριστούδια ν. Αστυνομίας (2001) 2 Α.Α.Δ. 968 και Κωνσταντινίδης ν. Δημοκρατίας (1997) 2 Α.Α.Δ. 109).
Ως είναι νομολογημένο δεν απαιτείται από πλευράς της Κατηγορούσας Αρχής ακριβής μαρτυρία για κατάληξη σε συμπέρασμα πιθανολόγησης διάπραξης άλλων αδικημάτων. Μια τέτοια πιθανολόγηση, δύναται να στοιχειοθετηθεί, τόσο από εκκρεμούσες ποινικές υποθέσεις, από ποινικές υποθέσεις των οποίων αναμένεται η καταχώρηση, το ποινικό μητρώο του Κατηγορουμένου, η ακόμα και τα όσα αποδίδονται στον Κατηγορούμενο στην ποινική του δίωξη, στο πλαίσιο της οποίας επιζητείται η κράτησή του (βλ. Λόρενς ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ 303/2025, απόφαση ημερομηνίας 12.01.2026, Χριστούδιας (ανωτέρω) και Σκούρος ν. Αστυνομίας (2011) 2 Α.Α.Δ 140).
Ενδεικτικώς, στην υπόθεση Σκούρος (ανωτέρω) όσο και στην υπόθεση Χριστούδιας (ανωτέρω), η κράτηση των εκεί Κατηγορουμένων διατάχθηκε πρωτοδίκως και επικυρώθηκε εφετειακώς, στη βάση του ότι ο κίνδυνος διάπραξης άλλων αδικημάτων, προέκυπτε από τον αποδιδόμενο στον Κατηγορούμενο τρόπο δράσης, στη βάση των λεπτομερειών του κατηγορητηρίου της ποινικής υπόθεσης που αντιμετώπιζαν, στο πλαίσιο της οποίας ζητήθηκε η κράτησή τους.
Με γνώμονα τις πιο πάνω αρχές, αποτελεί κρίση μας ότι η Κατηγορούσα Αρχή ικανοποίησε και τον παράγοντα του κινδύνου διάπραξης άλλων αδικημάτων, αν ο Κατηγορούμενος 1 αφεθεί ελεύθερος, και τούτο γιατί, στη βάση των όσων βρίσκονται ενώπιον μας, στοιχειοθετείται τέτοια πιθανολόγηση ,αφού φέρεται ο Κατηγορούμενος 1, αφενός να έχει συνωμοτήσει με σκοπό να παρέμβει σε δικαστική διαδικασία (βλ. εκκρεμούσα υπόθεση εναντίον του – 53Χ/2026 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας), αλλά, επιπροσθέτως, στη βάση του ενώπιον μας κατηγορητηρίου, φέρεται να κατηγορείται για σωρεία επαναλαμβανόμενων περιστατικών, τα οποία έλαβαν χώρα κατά το χρονικό διάστημα 2022‑2024, και τα οποία έχουν συνάφεια μεταξύ τους με κύριο στόχο την απόσπαση περιουσιακών στοιχείων, πολύ μεγάλης αξίας, με χρησιμοποιηθείσες μεθόδους, όπως, απειλές, εκβίαση, ψευδείς παραστάσεις, και γενικότερα δόλια συμπεριφορά.
Επομένως, στη βάση του συνδυασμού της εκκρεμούσας εναντίον του Κατηγορουμένου 1 υπόθεσης και του τρόπου δράσης που του αποδίδεται στη βάση των λεπτομερειών των κατηγοριών του παρόντος κατηγορητηρίου, με γνώμονα τα όσα σημειώθηκαν στην ανωτέρω αναφερόμενη νομολογία που διέπει το υπό εξέταση ζήτημα, αποτελεί κατάληξη μας ότι η Κατηγορούσα Αρχή κατάφερε να στοιχειοθετήσει τον κίνδυνο διάπραξης άλλων αδικημάτων αν ο Κατηγορούμενος 1 αφεθεί ελεύθερος.
Κατά συνέπεια, και για τους δύο λόγους, στους οποίους ειδικώς, αναφερθήκαμε ανωτέρω, κρίνουμε το αίτημα για την κράτηση του Κατηγορουμένου δικαιολογημένο.
Αν και δεν προβλήθηκε σχετικός λόγος ένστασης, κρίνουμε σημαντικό να σημειώσουμε ότι ο συνολικός χρόνος της κράτησης (από την έκδοση της απόφασης του παραπέμποντος Δικαστηρίου, μέχρι και την επόμενη δικάσιμο – 18.09.2026), δεν μπορεί να θεωρηθεί ως υπερβολικός υπό τις περιστάσεις, ώστε να προκύπτει άνευ άλλου, ανάγκη απόλυσης του Κατηγορουμένου 1 υπό όρους.
Ως εκ των ανωτέρω, κατά συνέπεια, δεδομένης και της στάσης που τηρεί ο Κατηγορούμενος 3 στο αίτημα που τον αφορά, αλλά και οι Κατηγορούμενοι 2 και 4 στη δική τους αιτούμενη, σχετική, μεταχείριση, οι Κατηγορούμενοι 1 και 3 να παραμείνουν υπό κράτηση μέχρι την επόμενη δικάσιμο, οι δε Κατηγορούμενοι 2 και 4, να αφεθούν ελεύθεροι υπό τους ίδιους όρους που έθεσε το παραπέμπον Δικαστήριο.
(Υπ.) .…………..…………..………..
Δ. Θεοδώρου, Π.Ε.Δ.
(Υπ.) ………...……….………….......
Ε. Ευθυμίου, A.Ε.Δ.
(Υπ.) ……....…….….………………..
Γ. Ιωαννίδου-Παπά, Α.E.Δ.
ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ
ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ
[1] Shimon Mistriel Aykout v. Αστυνομίας, ΠΕ 160/2024, 16.07.2024.
[2] Shimon Mistriel Aykout v. Αστυνομίας, ΠΕ 160/2024, 16.07.2024, Μωυσίδης v. Αστυνομίας (2005) 2 ΑΑΔ 138.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο