ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ν. CHEFOR BRAMDON, Αρ. Yπόθεσης: 10306/2025, 19/2/2026
print
Τίτλος:
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ν. CHEFOR BRAMDON, Αρ. Yπόθεσης: 10306/2025, 19/2/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ.

Αρ. Yπόθεσης: 10306/2025

 

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ

 

Κατηγορούσα Αρχή

ν.

 

CHEFOR BRAMDON

 

Κατηγορούμεvος

 

Ημερομηνία: 19 Φεβρουαρίου 2026

 

Εμφανίσεις:

Για την Κατηγορούσα Αρχή: o κ. Ζ. Κούμουρου

Για τον Κατηγορούμενο: ο κ. Χ. Δημητρίου

Κατηγορούμενος: παρών.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

O κατηγορούμενος αντιμετωπίζει 2 κατηγορίες για το αδίκημα της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου κατά παράβαση των άρθρων 331, 333, 335 και 339 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 (1η και 2η κατηγορία)

 

Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 1ης κατηγορίας, ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι στις 14/9/2025 και ώρα19:25 στο Αεροδρόμιο Λάρνακας εν γνώση του και δολίως έθεσε σε κυκλοφορία πλαστό έγγραφο, ήτοι το πλαστό διαβατήριο Καμερούν με αριθμό [ ].

 

 

Περαιτέρω, σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 2ης κατηγορίας, ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι στον ίδιο τόπο και χρόνο που αναφέρεται στην 1η κατηγορία εν γνώση του και δολίως έθεσε σε κυκλοφορία πλαστό έγγραφο, ήτοι πλαστή άδεια παραμονής και εργασίας Πολωνίας με αριθμό [ ].

 

Ο Κατηγορούμενος δήλωσε μη παραδοχή στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει και ως εκ τούτου, η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Για να αποδείξει την υπόθεσή της η πλευρά της Κατηγορούσας Αρχής κάλεσε 2 μάρτυρες. Κατατέθηκαν επίσης 6 τεκμήρια.

 

Μετά την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον του Κατηγορούμενου και αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του σύμφωνα με το άρθρο 74 (1) (γ) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, ο Κατηγορούμενος κατέθεσε ενόρκως και δεν κάλεσε οποιοδήποτε μάρτυρα.  

 

Στο σημείο αυτό και πριν παραθέσω τη μαρτυρία που παρουσιάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου θα πρέπει να λεχθεί ότι μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας κατατέθηκε εκ συμφώνου και για την αλήθεια του περιεχομένου της ως Τεκμήριο 5 έκθεση Πραγματογνωμοσύνης που ετοιμάστηκε από την Υπηρεσία Εγκληματολογικών Ερευνών της Αστυνομίας Κύπρου στην οποία καταγράφεται ότι τόσο το διαβατήριο Καμερούν με αριθμό [ ] (το έγγραφο που αναφέρεται στις λεπτομέρειες αδικήματος της 1ης κατηγορίας) όσο και η άδεια παραμονής και εργασίας Πολωνίας με αριθμό [ ] (το έγγραφο που αναφέρεται στις λεπτομέρειες αδικήματος της 2ης κατηγορίας) είναι πλαστά έγγραφα. Συνεπώς, το Δικαστήριο προβαίνει σε ανάλογο εύρημα.

 

Επομένως, αυτό το οποίο παρέμεινε ουσιαστικά ως επίδικο θέμα είναι κατά πόσον ο κατηγορούμενος είχε γνώση της πλαστότητας των εγγράφων και είχε με δόλο κυκλοφορήσει τα έγγραφα αυτά ως γνήσια.

 

Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω προχωρώ με την παράθεση της ενώπιον μου μαρτυρίας.

Δεν θα προβώ σε εκτενή και λεπτομερή παράθεση των όσων κατέθεσε ο κάθε μάρτυρας στο Δικαστήριο αφού το σύνολο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της διαδικασίας και το έχω κατά νου. Για σκοπούς πληρότητας θα περιοριστώ σε μια συνοπτική αναφορά στα ουσιώδη σημεία της μαρτυρίας έκαστου μάρτυρα.[1]  Οι αναφορές όλων των μαρτύρων ως επίσης και τα τεκμήρια που κατατέθηκαν αξιολογήθηκαν πλήρως έστω και αν αυτά δεν αναφέρονται ρητά στην απόφαση χωρίς να είναι αναγκαία η καταγραφή του περιεχομένου τους κάτι το οποίο θα γίνει εκεί όπου κριθεί αναγκαίο.[2]

 

Πρώτος μάρτυρας για την κατηγορούσα Αρχή ήταν η Α/Αστυφύλακας 4667 Αναστασία Ανδρέου (ΜΚ1) η οποία κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασης της την κατάθεση της το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε (Τεκμήριο 1). Συνοπτικά, η ΜΚ1 ανέφερε ότι υπηρετεί στην Αστυνομική Διεύθυνση Επαρχίας Λάρνακας και είναι τοποθετημένη στο Τμήμα Ανιχνεύσεως Εγκλημάτων. Στις 14/09/2025 και ώρα 23:00 στο αεροδρόμιο Λάρνακας στα πλαίσια διερεύνησης υπόθεσης που αφορούσε το αδίκημα της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου με ύποπτο τον κατηγορούμενο παρέλαβε από το Α/Αστ. Αντώνη Πούλλο ένα διαβατήριο το οποίο κατέθεσε ως Τεκμήριο 2 και μία άδεια παραμονής και εργασίας Πολωνίας την οποία κατέθεσε ως Τεκμήριο 3.

 

Δεύτερος μάρτυρας για την κατηγορούσα Αρχή ήταν ο Α/Αστ. 0913 Αντώνης Πούλλος (ΜΚ2) ο οποίος κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του την κατάθεση του το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε (Τεκμήριο 4). Συνοπτικά, ανέφερε ότι υπηρετεί στην ΥΑΜ Αρχηγείου και είναι τοποθετημένος στο Κέντρο Ελέγχου Διαβατηρίων του Αεροδρομίου Λάρνακας. Αναφέρθηκε στις συνθήκες υπό τις οποίες ο κατηγορούμενος του παρουσίασε το διαβατήριο και την άδεια διαμονής και εργασίας Πολωνίας (Τεκμήρια 2 και 3 αντίστοιχα) και την διαπίστωση του ότι δεν παρουσίαζαν τις απαραίτητες δικλείδες ασφαλείας και φαίνονταν να είναι πλαστά. Πρόσθεσε ότι σε σχέση με το διαβατήριο πάνω στη σελίδα που αναγράφονται τα στοιχεία και η φωτογραφία του διαβατηρίου έχει επικολληθεί άλλη σελίδα με στοιχεία και φωτογραφία του προσώπου που προσήλθε για διαβατηριακό έλεγχο. Στη συνέχεια αναφέρθηκε στις ενέργειες που έλαβε και ειδικότερα το γεγονός ότι οδήγησε το αλλοδαπό πρόσωπο το οποίο αναγνώρισε ως τον κατηγορούμενο στο γραφείο αναχωρήσεων και του επέστησε την προσοχή στον νόμο. Περαιτέρω, αναφέρθηκε στους ισχυρισμούς που έδωσε ο κατηγορούμενος στον ΜΚ2 σε σχέση με τα εν λόγω έγγραφα. Την ίδια μέρα τον πληροφόρησε για τα αδικήματα που διέπραξε ήτοι της κυκλοφορίας πλαστών εγγράφων και αφού του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο αυτός απάντησε: «I am sorry». Αναφέρθηκε επίσης στο καθεστώς του κατηγορούμενου στην Κύπρο μετά από έλεγχο που διενήργησε στο σύστημα της Υπηρεσίας Ασύλου και ειδικότερα ότι επρόκειτο για αιτητή ασύλου η αίτηση του οποίου είχε απορριφθεί πρωτοβάθμια με την προσφυγή του στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας να εκκρεμεί. Στη συνέχεια συνέλαβε τον κατηγορούμενο για το αυτόφωρο αδίκημα της κυκλοφορίας πλαστών εγγράφων και αφού του επέστησε την προσοχή του στον Νόμο απάντησε «I am sorry».

 

Ο κατηγορούμενος κατέθεσε ενόρκως. Ειδικότερα, κατέθεσε ως Τεκμήριο 6 γραπτή δήλωση την οποία υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του. Συνοπτικά, ανέφερε ότι κατάγεται από το Καμερούν και διαμένει στην Κύπρο εδώ και 5 χρόνια ως αιτητής διεθνούς προστασίας. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου εργάστηκε ως κηπουρός ενώ ταυτόχρονα απασχολείτο διαδικτυακά σε μια εταιρεία με έδρα την Πολωνία. Ανέφερε ότι το προηγούμενο διαβατήριό του έληξε στις 7 Μαΐου 2024 και για την ανανέωσή του επικοινώνησε με το Προξενείο του Καμερούν στην Κύπρο. Του δόθηκαν οι οδηγίες να ακολουθήσει τη διαδικασία μέσω της επίσημης κυβερνητικής ιστοσελίδας και ενημερώθηκε ότι επειδή επρόκειτο για ανανέωση και όχι για αρχική έκδοση, η φυσική του παρουσία για βιομετρικά δεδομένα δεν ήταν απαραίτητη. Ακολούθησε πιστά όλες τις επίσημες οδηγίες και πλήρωσε το απαιτούμενο τέλος των 850 ευρώ όπως του υποδείχθηκε. Μετά από κάποιο χρονικό διάστημα έλαβε ένα τηλεφώνημα από ένα άτομο που γνώριζε όλες τις λεπτομέρειες της αίτησής του και του παρουσιάστηκε ως εξουσιοδοτημένος λειτουργός. Συναντήθηκαν έξω από το τμήμα Αλλοδαπών και Μετανάστευσης στη Λευκωσία, ένα μέρος όπου εύλογα υπέθεσε ότι θα μπορούσε να βρίσκεται κάποιος που ενεργεί εκ μέρους του Προξενείου. Ήταν καλοντυμένος, συμπατριώτης του και η συνολική συμπεριφορά του έδινε την ξεκάθαρη εντύπωση κρατικού λειτουργού, δεν υπήρχε καμία ένδειξη ή λόγος για να υποψιαστεί ότι η διαδικασία ήταν παράνομη. Παρέλαβε το διαβατήριο και στα μάτια του έμοιαζε με ένα τυπικό διαβατήριο του Καμερούν. Σε μεταγενέστερο στάδιο η εταιρεία με την οποία συνεργαζόταν τον ενημέρωσε ότι λόγω της καλής του απόδοσης μπορούσε να ταξιδέψει στην Πολωνία για μια θέση που απαιτείτο η φυσική του παρουσία. Του έστειλαν την άδεια εργασίας με ταχυμεταφορά  και ήταν πλήρης, επίσημη και απολύτως συμβατή με αυτό που περίμενε από έναν Ευρωπαίο εργοδότη, δεν υπήρχε κάποια υποψία ότι το έγγραφο ήταν πλαστό. Η εταιρεία δεν του υποσχέθηκε άσυλο, του εξήγησε ωστόσο ότι θα ήταν νόμιμος εργαζόμενος στην Πολωνία. Βάσει αυτού πίστευε ειλικρινά ότι οι εκκρεμείς διαδικασίες ασύλου στην Κύπρο θα τερματίζονταν μέσω της νόμιμης μετεγκατάστασής του σε νέο κράτος μέλος. Πρόσθεσε ότι καθ' όλη τη διάρκεια αυτής της διαδικασίας ενέργησε με καλή πίστη ακολουθώντας τις επίσημες οδηγίες, χωρίς πρόθεση αδικοπραγίας και χωρίς καμία ένδειξη που θα μπορούσε να τον οδηγήσει να υποψιαστεί ότι τα έγγραφα ή ότι οι διαδικασίες που εμπλέκονταν ήταν παράνομες. Περαιτέρω, ισχυρίστηκε ότι ο αστυνομικός που τον σταμάτησε στο αεροδρόμιο δεν κατέγραψε τις λεπτομερείς απαντήσεις του στις ερωτήσεις που του υπέβαλε. Ειδικότερα, ανέφερε ότι όσον αφορά το διαβατήριο ενημέρωσε τον αστυνομικό ότι το παρέλαβε από έναν συμπατριώτη του στον οποίο είχε παραπεμφθεί μέσω της διαδικασίας που είχε ξεκινήσει επίσημα μέσω του Προξενείου και της κυβερνητικής ιστοσελίδας της χώρας του. Πρόσθεσε ότι διευκρίνισε το ίδιο στον αστυνομικό σχετικά με την άδεια εργασίας η οποία του στάλθηκε από την εταιρεία που τον είχε προσλάβει και ενήργησε βάσει των οδηγιών της. Σε σχέση με την αναφορά του «I am sorry» στον αστυνομικό του αεροδρομίου ήταν η θέση του ότι σοκαρίστηκε όταν του είπε ότι είναι προβληματικά τα έγγραφα και ήταν μια ενστικτώδης αντίδραση λόγω του άγχους και της σύγχυσής του τη δεδομένη στιγμή και απολογήθηκε για την αναστάτωση και την παρεξήγηση πιστεύοντας ότι πρέπει να υπάρχει κάποιο λάθος σχετικά με τα έγγραφα και όχι επειδή γνώριζε ότι ήταν πλαστά ή αποδεχόταν την οποιανδήποτε ενοχή.

Μέσα στα πλαίσια της ζωντανής ατμόσφαιρας της δίκης είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου. Παρακολούθησα τις αντιδράσεις τους, φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο που απαντούσαν, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητά τους ή την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν, παράγοντες που, σύμφωνα με τη νομολογία, ενέχουν ιδιαίτερη σπουδαιότητα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας.[3] Δεν παραγνωρίζω βέβαια ότι τα πιο πάνω στοιχεία μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία ενός μάρτυρα, αλλά δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας του.[4] Αξιολόγησα τη μαρτυρία τους λαμβάνοντας υπόψη το περιεχόμενο, την ποιότητα και τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία και έχω λάβει καθοδήγηση από σειρά παραγόντων όπως, μεταξύ άλλων, την πειστικότητα, λογική και εσωτερική συνοχή της μαρτυρίας, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων των μαρτύρων, τη λογικοφάνεια και αληθοφάνεια της εκδοχής τους, την ύπαρξη ή μη υπερβολών ή ουσιωδών αντιφάσεων, το βαθμό στον οποίο συνάδει με το περιεχόμενο των διαφόρων εγγράφων που κατατέθηκαν ως Τεκμήρια όπως επίσης και την ύπαρξη οποιουδήποτε προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης.

 

Πρέπει περαιτέρω να αναφερθεί ότι η μαρτυρία εξετάζεται στο σύνολο της και όχι αποσπασματικά και δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται μικροσκοπικά αλλά μέσα στο συνολικό της πλαίσιο.[5] Μικρές ασυνέπειες, μικροδιαφορές και μικρές αντιφάσεις σε επουσιώδη θέματα δεν καταρρίπτουν την αξιοπιστία των μαρτύρων αλλά αντίθετα ενδυναμώνουν την ειλικρίνεια τους και δείχνουν ότι δεν υπήρξε προσχεδιασμός και ή συνεννόηση μεταξύ των μαρτύρων στην εκδοχή που μετέφεραν στον Δικαστήριο.[6]

 

Έχω επίσης κατά νου την αρχή ότι δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα που κρίθηκε από το Δικαστήριο ως αξιόπιστος.[7] Η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν έχει περιοριστεί μόνο στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα ξεχωριστά αλλά την έχω συσχετίσει, αντιπαραβάλει και διερευνήσει με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων, υποβάλλοντας τη στη βάσανο της συνεκτίμησης στο πλαίσιο του συνόλου της μαρτυρίας και υποβάλλοντας επίσης το περιεχόμενο της μαρτυρίας έκαστου μάρτυρα στη βάσανο της λογικής και της ανθρώπινης πείρας με βάση την προσέγγιση που η Νομολογία επιτάσσει στο θέμα αυτό.[8]

 

Έχω επίσης κατά νου την αρχή ότι η αποδοχή κάποιων μαρτύρων ως αξιόπιστων δεν εξυπακούει πως τα όσα είπαν υπέχουν και ανάλογης αποδεικτικής βαρύτητας αφού η γενικότερη αξιοπιστία των μαρτύρων δεν εναρμονίζεται πάντοτε με την αποδεικτική δύναμη της μαρτυρίας τους.[9] Τέλος, είχα πάντα κατά νου ότι η αποτίμηση της αξιοπιστίας ενός μάρτυρα είναι έργο διακριτό και εντελώς αποσυναρτημένο από οποιοδήποτε βάρος απόδειξης.[10]  

 

Η εντύπωση που το Δικαστήριο αποκόμισε από την Α/Αστυφύλακα 4667 Αναστασία Ανδρέου (ΜΚ1) ήταν θετική. Εξήγησε με ενάργεια τις δικές της ενέργειες και εμπλοκή στην υπόθεση και η μαρτυρία της παρέμεινε αδιαμφησβήτητη. Η μαρτυρία την ήταν αξιόπιστη και την αποδέχομαι στην ολότητα της.

 

Η εντύπωση που το Δικαστήριο αποκόμισε από τον Α/Αστ. 0913 Αντώνη Πούλλο (ΜΚ2) ήταν επίσης θετική. Εξετάζοντας τη μαρτυρία του συνολικά διαπιστώνω ότι αυτή χαρακτηρίζεται από σαφήνεια, σταθερότητα και συνεκτικότητα. Ο ΜΚ2 επεξήγησε με ενάργεια τις ενέργειες στις οποίες προέβη στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης και της ανακοπής του κατηγορούμενου στο αεροδρόμιο κατά τον διαβατηριακό έλεγχο ενώ απαντούσε αυθόρμητα και χωρίς αμφιταλαντεύσεις στις ερωτήσεις που του τέθηκαν κατά την αντεξέταση του. Εξήγησε με αυθορμητισμό και σταθερότητα ότι ο ίδιος δεν ήταν ο ανακριτής της υπόθεσης ενώ δήλωσε ευθαρσώς ότι δεν έκανε οποιαδήποτε ενέργεια για να διερευνήσει τους ισχυρισμούς του κατηγορούμενου εξηγώντας ταυτόχρονα ότι η δική του αρμοδιότητα περιοριζόταν στις ενέργειες που έλαβε, ήτοι ο διαβατηριακός έλεγχος και η σύλληψη του κατηγορούμενου κατά τον έλεγχο αυτό όταν ο κατηγορούμενος προσπάθησε να αναχωρήσει από τη Δημοκρατία παρουσιάζοντας τα πλαστά έγγραφα Τεκμήρια 2 και 3.

 

Περαιτέρω, ενδεικτικό της ειλικρίνειας του ΜΚ2 ήταν και οι απαντήσεις που έδωσε αντεξεταζόμενος σε σχέση με τη γνώση του κατηγορούμενου για την πλαστότητα των επίδικων εγγράφων, όπου δήλωσε ευθαρσώς ότι ο ίδιος δεν είναι σε θέση να γνωρίζει κατά πόσο γνώριζε ή όχι ο κατηγορούμενος.

 

Υπό το φως των πιο πάνω διαπιστώσεων μου ο ΜΚ2 κρίνεται αξιόπιστος μάρτυρας και αποδέχομαι την μαρτυρία του στην ολότητα της.

 

Ο κατηγορούμενος καταθέτοντας ενόρκως δεν έκανε καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Η μαρτυρία του χαρακτηρίζεται από ασάφεια, γενικότητα, έλλειψη αυθορμητισμού και δεν παρουσιάζει την αναγκαία σταθερότητα, θετικότητα, πειστικότητα και συνοχή ώστε να μπορεί να γίνει δεκτή. Περαιτέρω, ο κατηγορούμενος περιέπεσε σε αντιφάσεις. Παραθέτω κάποια ενδεικτικά και μόνο παραδείγματα των αναφορών του που επιβεβαιώνουν την αδυναμία της εκδοχής που παρουσίασε στο Δικαστήριο.

 

Ενώ ισχυρίστηκε και δήλωνε κατά την κυρίως εξέταση του ότι ακολούθησε όλες τις νόμιμες διαδικασίες για την έκδοση των επίδικων εγγράφων, αντεξεταζόμενος, ερωτηθείς να αναφέρει στο Δικαστήριο ποια είναι η νόμιμη διαδικασία για την έκδοση άδειας παραμονής και εργασίας στην Πολωνία, δήλωσε ευθαρσώς ότι ο ίδιος δεν γνωρίζει ποια ήταν η νόμιμη διαδικασία. Ερωτηθείς στη συνέχεια να εξηγήσει για ποιο λόγο τότε ισχυρίζεται ότι ακολούθησε τη νόμιμη διαδικασία αφού δεν γνωρίζει καν ποια είναι αυτή, διαφοροποίησε τη θέση του λέγοντας γενικά και αόριστα ότι αυτό που εννοούσε είναι ότι παρουσίασε ένα νόμιμο διαβατήριο.

 

Περαιτέρω, σε σχέση με την άδεια εργασίας Τεκμήριο 3 για την οποία ισχυρίστηκε ότι του προωθήθηκε από την εταιρεία που τον είχε προσλάβει και ότι ενήργησε βάσει των οδηγιών της ουδόλως εξήγησε στο Δικαστήριο ποιες ήταν οι οδηγίες που κατ’ ισχυρισμό έλαβε. Σε άλλο μάλιστα σημείο της αντεξέτασης του διαφοροποίησε τη θέση του περί οδηγιών που έλαβε λέγοντας απλώς ότι του ζητήθηκε μόνο το διαβατήριο του και στη συνέχεια του προωθήθηκε η άδεια. Ασάφεια, γενικότητα και έλλειψη αυθορμητισμού αναδύθηκε και σε σχέση με τις αναφορές του για την εταιρεία που θα τον εργοδοτούσε σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του στην Πολωνία. Αν και κλήθηκε προς τούτο κατά την αντεξέταση ουδόλως απάντησε σε σχέση με το τι θα έκανε στην Πολωνία το οποίο, ως ισχυρίστηκε, θα απαιτούσε τη φυσική του παρουσία στην Πολωνία από τη στιγμή που η δουλειά του, σύμφωνα πάντα με τους ισχυρισμούς του, ήταν να απαντά ηλεκτρονικά μηνύματα το οποίο έκανε εξ αποστάσεως. Περαιτέρω, σε άλλο σημείο της αντεξέτασης του ισχυρίστηκε για πρώτη φορά κατά την αντεξέταση του ότι εκτός από την άδεια εργασίας η εταιρεία του είχε στείλει και το συμβόλαιο εργασίας το οποίο ουδέποτε παρουσίασε στο Δικαστήριο.

 

Ασάφεια και γενικότητα αναδύθηκε και σε σχέση με την τοποθέτηση του ότι οι διαδικασίες για την έκδοση διαβατηρίων στο Καμερούν είναι διαφορετικές, όπως ανέφερε, από περιοχή σε περιοχή, παρουσιάζοντας τον εαυτό του ως να έχει θετική γνώση περί τούτου. Όταν κλήθηκε να εξηγήσει στο Δικαστήριο σε ποιες διαφορές αναφέρεται δεν ήταν σε θέση να το πράξει αναφέροντας απλώς γενικά και αόριστα ότι υπάρχουν διαφορές.  

 

Δεν έπεισαν ούτε οι αναφορές του σε σχέση με την ισχυριζόμενη εκ μέρους του διαδικασία που ακολούθησε για την ανανέωση του επίδικου διαβατηρίου και για το πως το επίδικο διαβατήριο περιήλθε στην κατοχή του. Ειδικότερα, αρχικά ανέφερε ότι επικοινώνησε τηλεφωνικά με το Προξενείο του Καμερούν στην Κύπρο και του εξήγησαν τηλεφωνικά τη διαδικασία που έπρεπε να ακολουθήσει μέσω της ιστοσελίδας του Καμερούν την οποία και έκανε. Στη συνέχεια αφού έκανε την αίτηση έδωσε στο Δικαστήριο 3 διαφορετικές εκδοχές σε σχέση με τον τρόπο που τελικά έλαβε το επίδικο διαβατήριο (Τεκμήριο 2) οι οποίες ήταν ενδεικτικές της αναλήθειας, της ανειλικρίνειας του και της προσπάθειας του να δώσει μία άλλη διάσταση η οποία δεν έπεισε ότι ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Ειδικότερα, σε κάποιο σημείο ισχυρίστηκε ότι το διαβατήριο του το έδωσε ένας συμπατριώτης του τον οποίο γνώρισε μέσω της διαδικτυακής διαδικασίας της αίτησης του. Σε άλλο σημείο ισχυρίστηκε ότι τον κάλεσε ένα άγνωστο πρόσωπο, το οποίο δεν γνώριζε και το όνομα του οποίου δεν ήταν καν σε θέση να αναφέρει στο Δικαστήριο το οποίο όμως γνώριζε τα στοιχεία της αίτησης του και για αυτόν τον λόγο πίστεψε ότι ήταν κάποιος αρμόδιος λειτουργός. Σε άλλο σημείο διαφοροποιώντας εκ νέου τη θέση του ισχυρίστηκε ότι το διαβατήριο το παρέλαβε από έναν συμπατριώτη του στον οποίο είχε παραπεμφθεί μέσω της διαδικασίας που είχε ξεκινήσει επίσημα μέσω του Προξενείου.  

 

Ενδεικτικό της αναλήθειας του ήταν και οι ασταθείς και αντιφατικές του τοποθετήσεις σε σχέση με το που συναντήθηκε με το πρόσωπο από το οποίο έλαβε το επίδικο διαβατήριο. Σε κάποιο σημείο ισχυρίστηκε ότι το έλαβε έξω από τα γραφεία της Υπηρεσίας Αλλοδαπών και Μετανάστευσης ενώ σε άλλο σημείο, αντεξεταζόμενος διαφοροποίησε τη θέση του λέγοντας ότι το έλαβε έξω από τα γραφεία του Προξενείου. Περαιτέρω, ενώ είπε ότι του εξηγήθηκε η διαδικασία ανανέωσης του διαβατηρίου του δεν ανέφερε ότι του είχε επεξηγηθεί ότι θα επικοινωνούσε κάποιος λειτουργός μαζί του. Μάλιστα, αντεξεταζόμενος και κληθείς να αναφέρει με ποιο τρόπο του εξήγησαν τηλεφωνικά ότι θα λάμβανε το διαβατήριο αφού κατά τη θέση του, του εξηγήθηκε η διαδικασία τηλεφωνικά, δεν ήταν σε θέση να δώσει οποιαδήποτε απάντηση, πόσο μάλλον πειστική και λογική, λέγοντας γενικά και αόριστα ότι γνωρίζει ότι όταν γίνεται η αίτηση διαδικτυακά οι αρχές θα πάρουν τα στοιχεία σου.

 

Ουδόλως συνάδει με την κοινή λογική, ούτε πείθει η θέση (σύμφωνα και πάλι με την μία από τις 3 διαφορετικές εκδοχές που έδωσε στο Δικαστήριο ως αναφέρθηκαν πιο πάνω) ότι σε διαδικασία – διαδικτυακής μάλιστα - ανανέωσης διαβατηρίου κάποιο άγνωστο πρόσωπο σε καλεί και ενώ δεν γνωρίζεις αυτό το πρόσωπο εντούτοις προβαίνεις σε συνάντηση μαζί του έξω από οποιοδήποτε κτίριο για να λάβεις ένα επίσημο έγγραφο.

 

Δεν έπεισε ούτε σε σχέση με την ειλικρινή, κατ’ ισχυρισμό, πεποίθηση του ότι οι εκκρεμείς εκκρεμείς διαδικασίες ασύλου στην Κύπρο θα τερματίζονταν μέσω της μετεγκατάστασής του σε νέο κράτος μέλος από τη στιγμή που ως τέθηκε και δεν αμφισβητήθηκε ο ίδιος μη αποδεχόμενος την απόρριψη της αίτησης του σε πρώτο βαθμό, άσκησε προσφυγή επιδιώκοντας τον παραμερισμό της απορριπτικής απόφασης. Ουδόλως εξήγησε με ποιο τρόπο θα τερματίζονταν οι διαδικασίες αφού ο ίδιος εξακολουθούσε να προωθεί προσφυγή.

 

Περαιτέρω, δεν έπεισαν ούτε οι αναφορές του σε σχέση με το συγγνώμη που απάντησε στον ΜΚ2 σε δύο διαφορετικά χρονικά σημεία, ήτοι όταν τον πληροφόρησε για τα αδικήματα που διέπραξε ήτοι της κυκλοφορίας πλαστών εγγράφων και αφού του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο καθώς και σε μεταγενέστερο χρόνο όταν ο ΜΚ2 συνέλαβε τον κατηγορούμενο για το αυτόφωρο αδίκημα της κυκλοφορίας πλαστών εγγράφων και αφού του επέστησε την προσοχή του στον Νόμο. Σε μία προσπάθεια του να αιτιολογήσει την απολογητική του στάση προς τον ΜΚ2 ανέφερε ότι σοκαρίστηκε όταν ενημερώθηκε ότι ήταν προβληματικά τα έγγραφα λόγω του άγχους και της σύγχυσής του τη δεδομένη στιγμή και απολογήθηκε για την αναστάτωση και την παρεξήγηση. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι είχε αυτοπεποίθηση για τα έγγραφα και ότι απολογήθηκε επειδή δημιούργησε πρόβλημα στην Αστυνομία. Μάλιστα στην προσπάθεια του να δικαιολογήσει τη στάση του ισχυρίστηκε ότι ο ΜΚ2 δεν του είχε πει ότι είναι αδίκημα, θέση η οποία όμως ουδέποτε τέθηκε στον ΜΚ2 κατά την αντεξέταση του. Ουδόλως αμφισβητήθηκε από την Υπεράσπιση ότι ο ΜΚ2 πληροφόρησε τον κατηγορούμενο για το αυτόφωρο αδίκημα της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου. Περαιτέρω, είναι κατά την κρίση του Δικαστηρίου σαφές ότι ως ζήτημα κοινής λογικής κάποιος ο οποίος δεν εμπλέκεται ή δεν γνωρίζει κάτι το επιλήψιμο δεν αναμένεται υπό παρόμοιες περιστάσεις να έχει αυτή την αντίδραση, ήτοι απολογητική στάση σε δύο διαφορετικά χρονικά σημεία. Αφού η κατ’ ισχυρισμό θέση του ήταν ότι δεν γνώριζε ότι ήταν πλαστά και γι’ αυτό σοκαρίστηκε θα μπορούσε να αναφέρει ξεκάθαρα τη θέση του και όχι να απολογηθεί. Τα όσα προσπάθησε να παρουσιάσει σε σχέση με την απολογητική του στάση αποτελούν απλώς μια απέλπιδα προσπάθεια να απεκδυθεί των ευθυνών του.

 

Περαιτέρω, ο κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ότι ο ΜΚ2 που τον συνέλαβε στο αεροδρόμιο δεν κατέγραψε τις απαντήσεις του στις ερωτήσεις που του υπέβαλε. Η θέση αυτή επίσης δεν τέθηκε στον ΜΚ2 κατά την αντεξέταση του από την Υπεράσπιση προκειμένου αυτός να τοποθετηθεί.

 

Αποτελεί καλά θεμελιωμένη αρχή ότι έκαστος μάρτυρας θα πρέπει να αντεξετάζεται επί όλων των αμφισβητούμενων γεγονότων. Σχετικές, ως προς τις συνέπειες παράλειψης αντεξέτασης είναι οι αποφάσεις   Frederickou Schools Co Ltd κ.α. ν. Acuac Inc (2002) 1 ΑΑΔ 1527, Πιριλίδη ν. Δήμου Λεμεσού, Ποινική Έφεση 331/2015, ημερομηνίας 11.12.2017, ECLI:CY:AD:2017:B454, όπου επαναλήφθηκε η αρχή πως η παράλειψη αντεξέτασης γενικά θεωρείται ως αποδοχή της εκδοχής που θέτει ο μάρτυρας. Έχω βέβαια υπόψη μου ότι όπως λέχθηκε  στην απόφαση Προδρόμου ν. Δημοκρατίας (1999) 2 ΑΑΔ 260, «ο εν λόγω κανόνας έχει ευρύτερο πεδίο εφαρμογής στις πολιτικές παρά στις ποινικές υποθέσεις». Παρά ταύτα και στο πλαίσιο των ποινικών υποθέσεων τυχόν παράλειψη αντεξέτασης επί ουσιώδους σημείου έχει κριθεί ότι αφήνει αλώβητη τη σχετική μαρτυρία του μάρτυρα επί του συγκεκριμένου σημείου. Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση Παπαεπιφανείου ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 16/2021, ημερομηνίας 19.10.2021. Επιπλέον, είναι καλά νομολογημένο ότι η Υπεράσπιση οφείλει να θέσει τα ζητήματα που έχει κατά νουν στους μάρτυρες κατηγορίας, ώστε να έχουν τη δυνατότητα να απαντήσουν δεόντως. Σχετική είναι απόφαση Tekinder Pal κ.ά. ν. Δημοκρατίας (2010) 2 ΑΑΔ 551.

 

Εξετάζοντας λοιπόν τη μαρτυρία του κατηγορούμενου στο σύνολο της και έχοντας δώσει πιο πάνω κάποια ενδεικτικά και μόνο παραδείγματα του όλου τρόπου που απαντούσε και της έκδηλης αδυναμίας του να δώσει σταθερές, σαφείς και πειστικές απαντήσεις σε απλές ερωτήσεις που του τέθηκαν, καταλήγω ότι η μαρτυρία του δεν ήταν ειλικρινής και την απορρίπτω στο σύνολο της. Τα πιο πάνω τρωτά σημεία στη μαρτυρία του Κατηγορούμενου και οι πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου κλονίζουν το υπόβαθρο της αξιοπιστίας του σε βαθμό που η απόδοση οποιασδήποτε βαρύτητας στη μαρτυρία του να καθίσταται ακροσφαλής. Συνακόλουθα, απορρίπτω τη μαρτυρία του κατηγορούμενου στην ολότητα της.

 

Στη βάση της πιο πάνω αξιολόγησης της ενώπιον μου μαρτυρίας προβαίνω στα ακόλουθα ευρήματα σε σχέση με τα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση:

 

Στις 14/9/2025 ενώ ο ΜΚ2 ο οποίος υπηρετεί στην ΥΑΜ Αρχηγείου και είναι τοποθετημένος στο Κέντρο Ελέγχου Διαβατηρίων του Αεροδρομίου Λάρνακας βρισκόταν στη θυρίδα 19 στον τομέα αναχωρήσεων του αεροδρομίου Λάρνακας προσήλθε ο κατηγορούμενος με σκοπό να αναχωρήσει με την πτήση W64627 με προορισμό την Αθήνα και του παρουσίασε ένα διαβατήριο Καμερούν με αριθμό ΑΑ366426 (Τεκμήριο 2) και μία άδεια παραμονής και εργασίας Πολωνίας με αριθμό RR4501211 (Τεκμήριο 3). Κατά τον έλεγχο που διενήργησε διαπίστωσε ότι η άδεια παραμονής Τεκμήριο 3 είναι πλαστή καθότι η μέθοδος εκτύπωσης της φωτογραφίας του κατόχου είναι διαφορετική από τις αντίστοιχες γνήσιες. Επίσης κατά τον διαβατηριακό έλεγχο που διενήργησε διαπίστωσε ότι το διαβατήριο ήταν καταχωρημένο στο FIND ως κλοπιμαίο με ημερομηνία καταγγελίας τις 28/02/2025. Σε περαιτέρω έλεγχο που διενήργησε στο διαβατήριο διαπίστωσε ότι οι δικλείδες ασφαλείας δεν ανταποκρίνονταν όπως τα αντίστοιχα γνήσια έγγραφα και ως εκ τούτου φαινόταν εκ πρώτης όψεως εξ ολοκλήρου πλαστό. Ο ΜΚ2 διαπίστωσε ότι πάνω στη σελίδα που αναγράφονται τα στοιχεία και η φωτογραφία του διαβατηρίου έχει επικολληθεί άλλη σελίδα με τα στοιχεία και φωτογραφία του κατηγορούμενου. Την ίδια μέρα και ώρα 19:48 τον πληροφόρησε για τα αδικήματα που διέπραξε, ήτοι της κυκλοφορίας πλαστών εγγράφων και αφού του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο αυτός απάντησε: «I am sorry». Από έλεγχο που διενήργησε στο σύστημα της Υπηρεσίας Ασύλου ο ΜΚ2 σε σχέση με το καθεστώς του κατηγορούμενου διαπίστωσε ότι επρόκειτο για αιτητή ασύλου η αίτηση του οποίου είχε απορριφθεί πρωτοβάθμια και εκκρεμεί η προσφυγή του στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας. Ακολούθως και ώρα 19:55 συνέλαβε τον κατηγορούμενο για το αυτόφωρο αδίκημα που διέπραξε ήτοι της κυκλοφορίας πλαστών εγγράφων και αφού του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο αυτός απάντησε: «I am sorry». Στις 14/09/2025 και ώρα 23:00 στο αεροδρόμιο Λάρνακας στα πλαίσια διερεύνησης υπόθεσης που αφορούσε το αδίκημα της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου με ύποπτο τον κατηγορούμενο η ΜΚ1 παρέλαβε από τον ΜΚ2 το επίδικο διαβατήριο Τεκμήριο 2 και την επίδικη άδεια παραμονής και εργασίας Πολωνίας Τεκμήριο 3. Τα Τεκμήρια 2 και 3 εξετάστηκαν από την Υπηρεσία Εγκληματολογικών Ερευνών της Αστυνομίας Κύπρου και το αποτέλεσμα της εξέτασης ήταν ότι πρόκειται για πλαστά έγγραφα. Προς τούτο ετοιμάστηκε και σχετική Έκθεση Πραγματογνωμοσύνης - Τεκμήριο 5.

 

Μετά την αξιολόγηση της ενώπιον του Δικαστηρίου τεθείσας μαρτυρίας και στην κατάληξη στα πιο πάνω ευρήματα, θα προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσο η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει την ενοχή του κατηγορούμενου στα αδικήματα που αντιμετωπίζει.

 

Αμφότεροι οι συνήγοροι αγόρευσαν υποστηρίζοντας τις εκατέρωθεν θέσεις και εισηγήσεις τους. Έχω θέσει ενώπιον μου τα όσα ανέφεραν αμφότερες οι πλευρές με τις αγορεύσεις τους. Νοείται ότι θα εξετάσω τις θέσεις και τα επιχειρήματα που προβλήθηκαν στο βαθμό που απαιτείται για τις ανάγκες της υπόθεσης έχοντας πάντα κατά νου ότι δεν αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της αιτιολόγησης δικαστικής απόφασης ειδική αναφορά ή πραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται.[11] Επισημαίνω, ωστόσο, ότι τα επιχειρήματα αμφότερων των πλευρών υπήρξαν, σε όλη τους την εμβέλεια, αντικείμενο σκέψης και προβληματισμού από το Δικαστήριο χωρίς να υπάρχει ανάγκη ειδικής επίκλησης τους.[12]

 

Προτού προχωρήσω, θα πρέπει να εξεταστούν κατά λογική προτεραιότητα οι ισχυρισμοί της Υπεράσπισης περί πλημμελούς διερεύνησης από την πλευρά της Αστυνομίας. Ειδικότερα, στο γραπτό κείμενο της αγόρευσης της Υπεράσπισης γίνεται αναφορά στην παράλειψη της Αστυνομίας να διερευνήσει τους ισχυρισμούς του Κατηγορούμενου και με παραπομπή σε νομολογία του ΕΔΑΔ προβάλλεται ουσιαστικά ισχυρισμός για παραβίαση του δικαιώματος του κατηγορούμενου σε δίκαια δίκη.

 

Στη Νικολάου ν. Δημοκρατίας (2014) 2 Α.Α.Δ. 376 επαναβεβαιώθηκε ότι το δικαίωμα για δίκαιη δίκη επεκτείνεται και στο στάδιο των ανακρίσεων (βλ. Panovits v. Cyprus Application No. 4268/04 ημερ. 11.12.08) και ότι στην κατάλληλη περίπτωση σοβαρές παραλείψεις των ανακριτικών αρχών δυνατόν να οδηγήσουν και σε απαλλαγή ενός κατηγορούμενου (βλ. Κάππελος ν. Δημοκρατίας (2007) 2 Α.Α.Δ.241). Όμως, για να οδηγηθούν τα πράγματα σε τέτοια εξέλιξη, οι παραλείψεις πρέπει να θέτουν τον κατηγορούμενο σε μειονεκτική θέση έναντι της Κατηγορούσας Αρχής (βλ. Sofri and Others v. Italy (2004) Crim. L.R.846) και το βάρος απόδειξης, ότι όντως ο κατηγορούμενος έχει τεθεί σε μειονεκτική θέση, το φέρει η Υπεράσπιση και αποσείεται στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων (βλ. Monat v. DPP (2001) 2 Cr. App.R.23 και Τσεκούρα ν. Δημοκρατίας (2012) 2 Α.Α.Δ 563).

 

Περαιτέρω, έχει επισημανθεί σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου ότι το ερώτημα κατά πόσο μια δίκη είναι δίκαιη αποτιμάται στο πλαίσιο του συνόλου της δίκης, ακριβώς διότι μόνο σε αυτό το πλαίσιο μπορεί να διαπιστωθεί αν η δίκη υπήρξε δίκαιη. Περαιτέρω, ο ισχυρισμός για παραβίαση του δικαιώματος δίκαιης δίκης δεν εξετάζεται μεμονωμένα ούτε κατ' αφηρημένο τρόπο (in abstracto) αλλά συγκεκριμένα και υπό το φως της κάθε δεδομένης υπόθεσης (in concreto).[13]

Εν προκειμένω, ο Κατηγορούμενος δεν εισηγήθηκε κάτι συγκεκριμένο και δεν εξήγησε με ποιο τρόπο επηρεάστηκε δυσμενώς στην προώθηση της Υπεράσπισης του από τις ισχυριζόμενες παραλείψεις της διερεύνησης. Ειδικότερα, ο κατηγορούμενος δίδοντας μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου είχε τη δυνατότητα να προβάλει όλους τους ισχυρισμούς και θέσεις του σε σχέση με τα επίδικα γεγονότα και ειδικότερα τη θέση του ότι δεν γνώριζε ότι τα επίδικα έγγραφα ήταν πλαστά. Τα όσα επί του προκειμένου ανέφερε ο κατηγορούμενος δεν έγιναν αποδεκτά από το Δικαστήριο κατόπιν αξιολόγησης της μαρτυρίας του κατηγορούμενου για τους λόγους που εκτενώς παρατίθενται κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας.

 

Ο κατηγορούμενος σε κανένα στάδιο δεν ισχυρίστηκε ότι δεν ήταν σε θέση να προβάλει στο Δικαστήριο τις θέσεις του ή ότι δεν ήταν σε θέση να προσκομίσει στο Δικαστήριο οποιαδήποτε μαρτυρία που επιθυμούσε να προσκομίσει ένεκα της μη διερεύνησης των ισχυρισμών του. Αντίθετα, προέβη σε μία εκτενή γραπτή δήλωση προβάλλοντας όλους τους ισχυρισμούς και θέσεις του σε σχέση με την παρούσα υπόθεση.  

 

Με άλλα λόγια, δεν έχει καταδειχθεί με ποιο τρόπο η μη λήψη γραπτής ανακριτικής κατάθεσης από τον κατηγορούμενο ή η μη διερεύνηση των ισχυρισμών τους οποίους έδωσε στην Αστυνομία κατά τη σύλληψη του στο αεροδρόμιο επηρέασε καθ' οιονδήποτε τρόπο το δικαίωμα του κατηγορούμενου σε δίκαιη δίκη. Δεν έχει εν προκειμένω καταδειχθεί ότι η μη λήψη γραπτής ανακριτικής κατάθεσης από τον κατηγορούμενο ή η μη διερεύνηση των ισχυρισμών τους οποίους έδωσε στην Αστυνομία είχε οποιαδήποτε επίπτωση στην προώθηση της Υπεράσπισης του Κατηγορούμενου ή στην αμφισβήτηση της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής, ούτε έχει καταδειχθεί ότι αποστέρησε από τον κατηγορούμενο τη δυνατότητα να προτάξει εκδοχές ή να αντιτάξει τοποθετήσεις ενάντια εκείνων της Κατηγορούσας Αρχής ή ακόμη και να αμφισβητήσει το καλόπιστο της δίωξης. Δεν τέθηκε δηλαδή οτιδήποτε απτό και συγκεκριμένο σε αυτήν την κατεύθυνση.

 

Βάσει των πιο πάνω, οι ισχυρισμοί περί πλημμελούς διερεύνησης δεν έγινε κατορθωτό να πείσουν, έστω και στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων ότι οι προβαλλόμενες ως παραλείψεις της Αστυνομίας στο ανακριτικό στάδιο ήταν τέτοιας φύσης ή έκτασης που ο Κατηγορούμενος  τέθηκε σε δυσμένεια κατά την προώθηση της υπεράσπισής του. Η σχετική εισήγηση απορρίπτεται.

 

Καταληκτικά, σημειώνω ότι μέσα από την ακροαματική διαδικασία προκύπτει ξεκάθαρα ότι δεν υπήρξε οποιοσδήποτε επηρεασμός της υπεράσπισης του Κατηγορούμενου.

 

Μετά την εξέταση της εισήγησης περί παραβίασης του δικαιώματος του Κατηγορούμενου να τύχει δίκαιης δίκης, θα προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσο η μαρτυρία που έχει κριθεί ως αποδεκτή και αξιόπιστη πληροί τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος.

 

Tο βάρος απόδειξης της σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων των αδικημάτων που προσάπτονται στον Κατηγορούμενο το έχει η Κατηγορούσα Αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλαδή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας.[14] Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου των κατηγοριών που προσάπτονται στην Κατηγορούμενη 1 χωρίς να επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι.[15] Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής.[16] 

 

Η πιο πάνω υποχρέωση είναι άσχετη από την απόρριψη ή όχι της εκδοχής του κατηγορουμένου, αφού τυχόν απόρριψη της εκδοχής ενός κατηγορούμενου  καθίσταται μοιραία για την υπεράσπιση μόνο όταν η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής παραμένει ισχυρή στο τέλος, ώστε να οδηγήσει με την απαιτούμενη ασφάλεια σε καταδίκη.[17] Στην Γενικός Εισαγγελέας v. Ανδρέα Ευριπίδου (2002) 2 ΑΑΔ 246 επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι:

 

«Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής.»

 

Σαφώς, όμως, η βεβαιότητα, η οποία αναζητείται στη Δικαστική απόφαση δεν είναι αυτή της απόλυτης μαθηματικής βεβαιότητας, αλλά το είδος της βεβαιότητας που ικανοποιεί την κρίση και τη συνείδηση των Δικαστών στα πλαίσια της λογικής.[18]

 

Στην Τούμπας v. Δημοκρατίας (1984) 2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος v. Δημοκρατίας (1985) 2 C.L.R. 97 επισημαίνεται ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας.

 

Το αδίκημα της 1ης και 2ης κατηγορίας θεμελιώνεται στο άρθρο 339 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 το οποίο προνοεί τα ακόλουθα:

 

«339. Όποιος γνωρίζει και θέτει με δόλιο τρόπο σε κυκλοφορία πλαστό έγγραφο, είναι ένοχος ποινικού αδικήματος του ίδιου είδους και υπόκειται στην ίδια ποινή ωσάν είχε πλαστογραφήσει το πράγμα για το οποίο γίνεται λόγος.»

 

Στην υπόθεση Λεωνίδου ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 85/2020, ημερομηνίας 28/6/2021, ECLI:CY:AD:2021:B284, αναφέρθηκαν τα εξής σε σχέση με την απόδειξη του αδικήματος της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου:

 

«Να πούμε το αυτονόητο ότι είναι δυνατό κάποιος να έχει διαπράξει το αδίκημα της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου, που είναι αυτοτελές αδίκημα, χωρίς να έχει ο ίδιος πλαστογραφήσει το έγγραφο. Η γνώση και ο δόλος, συστατικά στοιχεία του αδικήματος της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου, δεν είναι απαραίτητο να αποδεικνύονται με άμεση μαρτυρία αλλά μπορεί να συμπεραίνονται από τα ίδια τα περιστατικά της υπόθεσης (Γερμανού ν. Αστυνομίας (2009) 2 ΑΑΔ, 127).»

 

Αν και στο λεκτικό του άρθρου 339 δεν καθορίζεται η έννοια του όρου «θέτει εις κυκλοφορία», εντούτοις, σύμφωνα με το άρθρο 4 του Ποινικού Κώδικα, η φράση «θέτει σε κυκλοφορία ένα πράγμα», σημαίνει και περιλαμβάνει το να χρησιμοποιεί ή να χειρίζεται πράγμα ή το να αποπειράται να χρησιμοποιήσει ή να χειριστεί τέτοιο πράγμα και το να αποπειράται την υποκίνηση άλλου σε χρήση ή χειρισμό ή ενέργεια σε τέτοιο πράγμα.

 

Επίσης, ο όρος «θέτει σε κυκλοφορία» για σκοπούς του αδικήματος της κυκλοφορίας πλαστού έγγραφου, έχει κριθεί ότι περιλαμβάνει τη χρήση, προσφορά, δημοσίευση, ως επίσης και την παράδοση του εγγράφου  (βλ.  R v. Gambling [1974] 2 All E.R. 479). Στην Αγγλία έχει κριθεί ότι αποστολή φωτοαντιγράφου πλαστής απόδειξης συνιστούσε κυκλοφορία του πλαστού εγγράφου (βλ. R v. Harris [1965] 3 All ER 206, 208).

 

Το τι εστί πλαστό έγγραφο έχει επεξηγηθεί στην υπόθεση  Georghiou v. Republic (1984) 2 CLR 65, όπου κρίθηκε πως: «No forgery is committed unless the document tells a lie about itself.» 

 

Περαιτέρω, στο σύγγραμμα  Blackstone's Criminal Practice 2025 παρ. Β.6.2, (ηλεκτρονική έκδοση), τίθενται τα κριτήρια που λαμβάνονται υπόψη, ώστε κάποιο έγγραφο να θεωρηθεί  πλαστό:

 

«The concept of falsity, as applied to documents or instruments, is not always the same as that of falsity in statements. A lie is a false statement, but documents containing lies or false statements are not always regarded as false instruments.

As far as offences under the Forgery and Counterfeiting Act 1981 are concerned, an instrument is only false if it purports to be something it is not, or if it 'tells a lie' about its own authorship, origins or history. Conversely, such an instrument might be false in one or more of those respects, despite being a true and accurate statement of the matters with which it deals (as where an exact copy of a genuine document purports to be the original)

 

Προκύπτει, συνεπώς, ότι κάποιο έγγραφο είναι πλαστό όταν εμφανίζεται να είναι κάτι που δεν είναι στην πραγματικότητα ή όταν λέει κάποιο ψέμα σε σχέση με το πρόσωπο που το κατήρτισε, την προέλευση ή την ιστορία του.

 

Επιπροσθέτως, ως προς το συστατικό στοιχείο του δόλου, ήτοι το στοιχείο της πρόθεσης καταδολίευσης, σημειώνω ότι αυτό δεν συνδέεται μόνον με την πρόκληση οικονομικής ζημιάς. Ούτε και χρειάζεται συγκεκριμένο και στοχευμένο αποδέκτη η πρόθεση καταδολίευσης. Αρκεί η πρόθεση να καταδολιευτεί κάποιος γενικά, νοουμένου όμως, ότι δυνητικά, υφίσταται ένα τέτοιο πρόσωπο (βλ. Georghiou [ανωτέρω]). Δεν μπορεί δηλαδή η πρόθεση καταδολίευσης να πλανάται αφηρημένα - in abstracto. Σύμφωνα με το άρθρο 334 πρόθεση καταδολίευσης τεκμαίρεται οποτεδήποτε υπάρχει συγκεκριμένο πρόσωπο, εξακριβωμένο ή όχι που δύναται να καταδολιευτεί με το έγγραφο. Πρώτιστο αντικείμενο της πρόθεσης καταδολίευσης είναι το προσωπικό όφελος και όχι κατ' ανάγκη η πρόκληση ζημιάς στο θύμα (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Μαυρέα κ.ά Ποινικές Εφέσεις 13/2022, 14/2022, 15/2022, 16/2022, 17/2022 & 18/2022, ημερομηνίας 25/2/2025).

 

Είναι επίσης αδιαμφισβήτητο και νομολογιακά εμπεδωμένο ότι το στοιχείο της γνώσης συνήθως ανάγεται αποκλειστικά στην πνευματική λειτουργία του κατηγορουμένου και ως στοιχείο της νοητικής διεργασίας του ανθρώπου σπάνια μπορεί να αποδειχθεί με άμεση μαρτυρία, ως λ.χ. μια παραδοχή. Η κατηγορούσα αρχή μπορεί να το αποδείξει με την τεκμηρίωση στοιχείων και περιστατικών που περιβάλλουν την υπόθεση και αποδεικνύουν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τη γνώση. Κατά κανόνα συνάγεται μέσα από τα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης. Οποιαδήποτε εξήγηση του κατηγορούμενου που δημιουργεί αμφιβολία στο δικαστήριο για την ύπαρξη αυτού του στοιχείου, δηλαδή της γνώσης, οδηγεί στην αθώωση του  (Σάββα ν. Δημοκρατίας (1993) 2 ΑΑΔ 258 και Yussef v. Δημοκρατίας (1993) 2 ΑΑΔ 289)

 

Στην υπό κρίση υπόθεση ο κατηγορούμενος αδιαμφισβήτητα κυκλοφόρησε τα πλαστά επίδικα έγγραφα στην προσπάθεια του να αναχωρήσει από την Κυπριακή Δημοκρατία παρουσιάζοντας τα στον ΜΚ2. Οι εξηγήσεις που έδωσε για τις συνθήκες υπό τις οποίες βρέθηκαν στην κατοχή του ήταν ελλιπείς, συγκεχυμένες και αντιφατικές και απορρίφθηκαν από το Δικαστήριο για τους λόγους που αναφέρονται στην αξιολόγηση της μαρτυρίας.  Βέβαια, το γεγονός ότι το Δικαστήριο απορρίπτει την εκδοχή ενός κατηγορούμενου δεν συνιστά αφ'  εαυτού στοιχείο περιστατικής μαρτυρίας εναντίον του (Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας (1999) 2 ΑΑΔ 260).  Παραμένει όμως δεδομένο ότι ο κατηγορούμενος βρέθηκε να κατέχει πλαστό διαβατήριο – Τεκμήριο 2 και πλαστή άδεια εργασίας και παραμονής – Τεκμήριο 3 και να τα χρησιμοποιεί με τρόπο ώστε να αποκομίσει όφελος, εν προκειμένω την αναχώρηση του από την Κυπριακή Δημοκρατία παρά το γεγονός ότι είχε το καθεστώς αιτητή πολιτικού ασύλου με την προσφυγή του να εκκρεμεί.  Αυτή είναι περιστατική μαρτυρία.[19] 

 

Αποτελεί καλά εμπεδωμένη αρχή ότι στις περιπτώσεις όπου η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής στηρίζεται σε περιστατική μαρτυρία το Δικαστήριο θα πρέπει όχι μόνο να κρίνει κατά πόσον τα γεγονότα συμβιβάζονται με την ενοχή του κατηγορουμένου, αλλά θα πρέπει να βεβαιωθεί ότι δεν συμβιβάζονται με οποιοδήποτε άλλο λογικό συμπέρασμα παρά το ότι ο κατηγορούμενος διέπραξε το αδίκημα.  Τα διάφορα περιστατικά της υπόθεσης τότε μόνο μπορούν να οδηγήσουν σε καταδίκη εάν, σωρευτικά αποτιμούμενα, δεν επιδέχονται λογικά άλλης ερμηνείας ή εξήγησης από την ενοχή του κατηγορούμενου.  Κατά τα άλλα η περιστατική μαρτυρία, όχι μόνο δεν υπολείπεται της άμεσης μαρτυρίας, αλλά τείνει να περιορίσει τις πιθανότητες του ανθρώπινου λάθους (Fournides vRepublic (1976) 2 CLR 73, Αθηνής ν. Δημοκρατίας (1990) 2 ΑΑΔ 41, 55Παφίτης ν. Δημοκρατίας (1999) 2 ΑΑΔ 444).

Σε αυτό το σημείο θα πρέπει να λεχθούν και τα ακόλουθα σε σχέση με τη συμπεριφορά του Κατηγορούμενου κατά την επίδικη ημέρα όπως αυτή προκύπτει από την ενώπιον του Δικαστηρίου αποδεκτή μαρτυρία και ευρήματα δυνάμει αυτής και ειδικότερα την απολογητική του στάση προς τον ΜΚ2 σε δύο διαφορετικά χρονικά σημεία κατά την πληροφόρηση του για τα αδικήματα που διέπραξε και κατά τη σύλληψη του.  

 

Όσον αφορά την μετέπειτα συμπεριφορά δράστη ενός εγκλήματος στο σύγγραμμα Το Δίκαιο της Απόδειξης των Ηλιάδη και Σάντη, 2η έκδοση σελ. 570-571, αναφέρεται ότι:  

 

«Υπό προϋποθέσεις, η συμπεριφορά του κατηγορούμενου μετά τη διάπραξη του αδικήματος είναι δυνατόν να θεωρηθεί ως περιστατική μαρτυρία ενοχής υπό τα ίδια κριτήρια αξιολόγησης ψεμάτων του κατηγορούμενου ως ενισχυτικής (ή περιστατικής) μαρτυρίας [βλ. Κεφάλαιο 13 - ενισχυτική μαρτυρία] (Shaib v Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 188/2014, ημερ. 17.7.15, Steer v R (2008) A Crim R 106, Quinland v R (2006)164 A Crim R. 106). Τέτοιο συμπέρασμα που πρέπει να συνάδει με συμπεριφορά σχετιζόμενη μόνο με ενοχή του κατηγορούμενου στο επίδικο αδίκημα και όχι σε άλλο αδίκημα ή ξένους προς το επίδικο αδίκημα λόγους (R v Cook (2004) NSWCCA 52) μπορεί να συναχθεί από το γεγονός ότι εγκατέλειψε τη σκηνή του εγκλήματος, επιχείρησε να αντισταθεί κατά τη σύλληψη ή παρέλειψε να εμφανιστεί στη δίκη. Παρόμοια συμπεράσματα του μπορεί να εξαχθούν από ενέργειες του να αποκρύψει ή να καταστρέψει μαρτυρία…»

 

Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Παπανικόλα  Ποινική Έφεση Αρ.: 214/2021, 20 Δεκεμβρίου 2023, απασχόλησε το Εφετείο η προσπάθεια διαφυγής και απόκρυψης του κατηγορούμενου ως στοιχείο περιστατικής μαρτυρίας, το οποίο εντάσσεται, ως υπέδειξε το Εφετείο, στην ενότητα «συμπεριφορά κατά ή μετά το αδίκημα». Λέχθηκαν χαρακτηριστικά τα ακόλουθα:

 

«Όπως συνάγεται, μια τέτοια επίμαχη συμπεριφορά ενός κατηγορουμένου εξετάζεται, κατ' αναλογίαν πάντα, με τα ίδια κριτήρια αξιολόγησης δηλώσεων οι οποίες δυνατόν να συνιστούν ψεύδη κατηγορουμένου για σκοπούς τυχόν ενίσχυσης άλλης μαρτυρίας (Κωνσταντίνου v. Δημοκρατίας (1999) 2 Α.Α.Δ. 260). Κατ' αναλογίαν λοιπόν, για να αποτελέσει η εξεταζόμενη εδώ συμπεριφορά περιστατική μαρτυρία θα πρέπει να είναι: (i) σκόπιμη, (ii) να αφορά σε ουσιώδες ζήτημα (iii) να αποδεικνύεται με ανεξάρτητη μαρτυρία ή με παραδοχή και (iv) το κίνητρο για αυτή να είναι η επίγνωση ενοχής και η ανησυχία για την αποκάλυψη της αλήθειας.»

 

Επανερχόμενη στα γεγονότα της υπό κρίση υπόθεσης, καθίσταται σαφές από την ενώπιον του Δικαστηρίου αποδεκτή μαρτυρία και ευρήματα δυνάμει αυτής ότι ο κατηγορούμενος την επίδικη ημέρα σε δύο διαφορετικά χρονικά σημεία κατά την πληροφόρηση του για τα αδικήματα που διέπραξε και κατά τη σύλληψη του. 

Είχε απολογητική στάση προς τον ΜΚ2 ζητώντας του συγνώμη. Είναι κατά την κρίση του Δικαστηρίου σαφές, ως έχει ήδη αναφερθεί και πιο πάνω, ότι ως ζήτημα κοινής λογικής κάποιος ο οποίος δεν εμπλέκεται ή δεν γνωρίζει κάτι το επιλήψιμο δεν αναμένεται υπό παρόμοιες περιστάσεις να έχει αυτή την απολογητική αντίδραση. Συνεπώς, το κίνητρο του κατηγορούμενου ήταν η επίγνωση ενοχής και η εν λόγω συμπεριφορά του δεν επιδέχεται άλλης λογικής ερμηνείας ή εξήγησης εκτός από επίγνωση της ενοχής του και αποτελεί στοιχείο περιστατικής μαρτυρίας ενοχής του κατηγορούμενου.

 

Καταληκτικά, η κατοχή και η κυκλοφορία, εν προκειμένω, των πλαστών επίδικων εγγράφων προς αποκόμιση οφέλους, ήτοι της αναχώρησης από την Κυπριακή Δημοκρατία, ελλείψει άλλης εξήγησης που να μπορούσε έστω να προκαλέσει αμφιβολία, δεν μπορεί να οδηγήσει σε άλλο συμπέρασμα, παρά στο ότι ο κατηγορούμενος είχε την απαιτούμενη για να καταδικαστεί γνώση. Περαιτέρω, ο προφανής δόλιος σκοπός του κατηγορούμενου μέσω της κυκλοφορίας των επίδικων εγγράφων ήταν να εξαπατήσει τον ΜΚ2 στο αεροδρόμιο Λάρνακας σε σχέση με γνησιότητα των εγγράφων προκειμένου να αναχωρήσει από την Κυπριακή Δημοκρατία.

 

Στη Βασιλείου v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 51/2021, 17/3/2022, ECLI:CY:AD:2022:D117 ο εφεσείων καταδικάστηκε για κυκλοφορία πληρεξουσίων εγγράφων. Το επίδικο θέμα περιορίστηκε στο κατά πόσον ο εφεσείων είχε γνώση της πλαστότητας των εγγράφων και είχε με δόλο κυκλοφορήσει τα έγγραφα αυτά ως γνήσια πληρεξούσια. Προβλήθηκε ισχυρισμός κατ’ έφεση ότι το Πρωτόδικο Δικαστήριο χρησιμοποίησε την ανώμοτη δήλωση εναντίον του υπό συνθήκες που να αντιστρατεύονται τη δίκαιη δίκη και ότι αντιστράφηκε το βάρος απόδειξης. Το Ανώτατο Δικαστήριο επικυρώνοντας την καταδίκη ανέφερε χαρακτηριστικά τα ακόλουθα:

 

«Ο εφεσείων αδιαμφισβήτητα κυκλοφόρησε τα πλαστά πληρεξούσια.  Η εξήγηση που έδωσε για τις συνθήκες υπό τις οποίες βρέθηκαν στην κατοχή του ήταν ελλιπείς και ορθά δεν έγιναν δεκτές από το δικαστήριο.  Βέβαια, το γεγονός ότι το δικαστήριο απορρίπτει την εκδοχή ενός κατηγορούμενου δεν συνιστά αφ'  εαυτού στοιχείο περιστατικής μαρτυρίας εναντίον του (Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας (1999) 2 ΑΑΔ 260).  Παραμένει όμως δεδομένο ότι ο εφεσείων βρέθηκε να κατέχει πλαστά πληρεξούσια και να τα χρησιμοποιεί με τρόπο ώστε να αποκομίζει όφελος χιλιάδων ευρώ.  Αυτή είναι περιστατική μαρτυρία.  Το ερώτημα είναι κατά πόσον θα μπορούσε εξ αυτής να στοιχειοθετηθεί η γνώση του εφεσείοντα.  Η γνώση, ως στοιχείο της νοητικής διεργασίας του ανθρώπου σπάνια μπορεί να αποδειχθεί με άμεση μαρτυρία, ως λ.χ. μια παραδοχή.  Κατά κανόνα συνάγεται μέσα από τα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης (Σταυρινού ν. Δημοκρατίας (2008) 2 ΑΑΔ 706).»

 

Και ως προς το ζήτημα της γνώσης και του δόλου κατέληξε στα εξής:

 

«Η κατοχή και η κυκλοφορία, εν προκειμένω, των πλαστών πληρεξουσίων προς αποκόμιση μεγάλου κέρδους με την πώληση ξένων κτημάτων, ελλείψει άλλης εξήγησης που να μπορούσε έστω να προκαλέσει αμφιβολία, δεν μπορεί να οδηγήσει σε άλλο συμπέρασμα, παρά στο ότι ο εφεσείων είχε την απαιτούμενη για να καταδικαστεί γνώση.»

 

Στο σημείο αυτό θα πρέπει να αναφέρω τα ακόλουθα σε σχέση με την εισήγηση του ευπαίδευτου συνήγορου του κατηγορούμενου ότι εν προκειμένω παραβιάστηκαν οι αρχές που έθεσε το ΕΔΑΔ στην πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση Karakasidis v. Greece (Application no. 46737/20), 16/12/2025 όπου διαπιστώθηκε ότι υπήρξε παράβαση των άρθρων 6 § 1 και §2 της ΕΣΔΑ,. Με κάθε σεβασμό δεν με βρίσκει σύμφωνη αυτή η εισήγηση. Στην Karakasidis (ανωτέρω) ο κατηγορούμενος καταδικάστηκε για κλεπταποδοχή. Δεν υπήρχε μαρτυρία ότι τα αντικείμενα ήταν κλοπιμαία που ήταν συστατικό στοιχείο του αδικήματος, παρά μόνο ότι βρέθηκαν στην κατοχή του. Τονίσθηκε ότι η αποτυχία του κατηγορούμενου να αποδείξει την ιδιοκτησία των αντικειμένων που βρέθηκαν στην κατοχή του διακρίνεται από την υποχρέωση της κατηγορούσας αρχής να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την παράνομη προέλευση τους και τη γνώση του κατηγορούμενου για αυτή. Ελλείψει τέτοιας μαρτυρίας κρίθηκε ότι η καταδίκη του στη βάση της αποτυχίας του να αποδείξει την ιδιοκτησία των αντικειμένων ισοδυναμούσε με αντιστροφή του βάρους απόδειξης παραβιάζοντας το τεκμήριο αθωότητας του κατηγορούμενου. Ειδικότερα, λέχθηκαν χαρακτηριστικά τα ακόλουθα:

 

«15. The domestic courts’ conclusions were therefore not the result of prima facie evidence which the applicant had failed to rebut. The Court cannot find that the evidence adduced by the prosecution constituted a case against the applicant which would have called for an explanation from him (see Telfner, cited above, § 18). The domestic courts in essence shifted the burden of proof from the prosecution to the applicant, in violation of the principles relating to the presumption of innocence.»

 

Εν προκειμένω, δεν υπάρχουν τέτοια δεδομένα αφού από την ενώπιον του Δικαστηρίου αποδεκτή μαρτυρία και ευρήματα δυνάμει αυτής στοιχειοθετούνται στον απαιτούμενο βαθμό όλα τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος. Συνεπώς, η σχετική εισήγηση απορρίπτεται.

 

Συνακόλουθα, για τους λόγους που εξήγησα πιο πάνω, η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων της 1ης και 2ης κατηγορίας.

 

 

 

 

 

Καταληκτικά, ο Κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας στην 1η και 2η κατηγορία που αυτός αντιμετωπίζει.

 

 

 

 

 

 

 

(Υπ.) ………………………..

Μ. Λ. Λοΐζου, Ε.Δ.

 

Πιστό Αντίγραφο

 

Πρωτοκολλητής



[1] Καννάουρου κ.ά ν. Σταδιώτη κ.ά. (1990) 1 Α.Α.Δ. 35

[2] G & K Exclusive Fashions Ltd v. Παπαδοπούλου κ.ά (2001) 1 ΑΑΔ 88 και Al Watani κ.ά. ν. Παπαδόπουλου (2001) 1Γ ΑΑΔ 1924).

[3] C & A Pelecanos Associates Ltd v. Ανδρέα Πελεκάνου (1999) 1 Α.Α.Δ. 1273. Ομήρου v. Δημοκρατίας (2001) 2 Α.Α.Δ. 506.

[4] Νικολάου Νίκος ν. Aντώνη Παπαϊωάνου (2011) 1 Α.Α.Δ. 1797.

[5] Παύλου ν. Αστυνομίας (1998) 2 ΑΑΔ 68), Πέτρου ν. Αστυνομίας (1994) 2 ΑΑΔ 76 και Χ"Δημητρίου ν. Δημοκρατίας (1998) 2 ΑΑΔ 104, 118). 

[6] Κουδουνάρης ν. Αστυνομίας (1991) 2 ΑΑΔ 320, 322, Ξυδίας ν. Αστυνομίας (1993) 2 ΑΑΔ 217 και Γιαννίδης ν. Δημοκρατίας (2002) 2 ΑΑΔ 143, 155.

[7] Kadis v. Nicolaou (1986) 1 C.L.R 212, 216, Χρίστου ν. Khoreva (2002) 1 ΑΑΔ 454, Ιωάννου ν. Κουννίδη (1998) 1 Α.Α.Δ. 1215, FRANGOUS P.S. LIMITED κ.α. v. ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΕΡΓΑΣΙΑΚΩΝ ΣΧΕΣΕΩΝ, Ποινική Έφεση Αρ. 233/2020, ECLI:CY:AD:2022:B277, 4/7/2022, Κυριάκου ν. Αστυνομίας (2002) 2 ΑΑΔ, 499.

[8] Scott Graham Brierley v. Αστυνομίας, (2012) 2 ΑΑΔ 476, ημερ. 19/7/12, Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα (1992) 1 Α.Α.Δ 1056 Κυριακίδης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, Π.Ε 185/2012, ημερομηνίας 19.4.2018, ECLI:CY:AD:2018:A179, Χριστοφίνης ν. Φραντζή Πολ. Έφεση328/2011, ECLI:CY:AD:2017:A202, ημερομηνίας 31.5.2017.

[9] Ευσταθίου ν. Μιχαήλ κ.α., Πολ. Έφεση 269/12, Λεμονάρης Αιμίλιος ν. Γιάννη Βιολάρη (2016) 1 ΑΑΔ 378

[10] Αγαθοκλέους κ.α. ν. Αστυνομίας (2001) 2 Α.Α.Δ. 316 και Αθανασίου κ.α. ν. Κουνούνη (1997)  1 Α.Α.Δ. 614)

[11] Θεμιστοκλέους ν. Δημοκρατίας ECLI:CY:AD:2019:B4, Ποιν. Έφ. Αρ. 176/2018, ημερομηνίας 11.01.2019, ECLI:CY:AD:2019:B4 και Οδυσσέα ν. Αστυνομίας (1999) 2 Α.Α.Δ. 490.

[12] BITONIC LTD v. BΑNK OF MOSCOW-BANK JOINT STOCK COMPANY ΠΡΩΗΝ JOINT STOCK COMMERCIAL BANK "BANK OF MOSCOW" (OPEN JOINT-STOCK COMPANY), Πολιτική ΄Εφεση Αρ. 117/2018, ECLI:CY:AD:2022:A113, 16/3/2022.

[13] Ρίκκος Ερωτοκρίτου κ.α. v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 53/17 κ.α., ημερ. 15.12.2017, ECLI:CY:AD:2017:B465, ECLI:CY:AD:2017:B465, Παπανδρέας Αθανάση v. Δημοκρατίας (2016) 2(Β) Α.Α.Δ. 867).

[14] Charitonos and others v. The Republic (1971) (1971) 2 CLR 40, Woolmighton v. D.P.P. (1935) AC 462.

[15] Λοϊζου v. Αστυνομίας (1989) 2 Α.Α.Δ. 363, Σωτηριάδης v. Αστυνομίας (1991) 2 Α.Α.Δ. 482, Γενικός Εισαγγελέας v. Σπύρος Σπύρου (2002) 2 ΑΑΔ 71 και Sener Erbekci v. Δημοκρατίας (2005) 2 Α.Α.Δ. 434).

[16] Φλουρής v. Αστυνομίας (1989) 2 Α.Α.Δ. 401.

[17] Τρύφωνος ν. Αστυνομία Ποινική Έφεση 41/2019, ημερομηνίας 8.4.2020, ECLI:CY:AD:2020:B119 και  Kafalos v. The Queen 19 CLR 121).

[18] Μαμαλικόπουλος κ.ά. ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 25 και 29/2014, ημερομηνίας 20.9.2018,  Rex v. Dickman (1910) 5 Cr.App.R. 135 και Miller v. Minister of Pensions (1947) 2 All E.R. 372.

[19] Βασιλείου v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 51/2021, 17/3/2022, ECLI:CY:AD:2022:D117


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο