ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ν. ΨΨ, Αρ. Yπόθεσης: 4367/2022, 29/6/2026
print
Τίτλος:
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ν. ΨΨ, Αρ. Yπόθεσης: 4367/2022, 29/6/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ.

Αρ. Yπόθεσης: 4367/2022

 

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ

 

Κατηγορούσα Αρχή

ν.

 

ΨΨ

 

Κατηγορούμεvος

 

Ημερομηνία: 29 Ιουνίου 2026

 

Εμφανίσεις:

Για την Κατηγορούσα Αρχή: Ο κ. Ζ. Κούμουρου.

Για τον Κατηγορούμενο: Ο κ. Π. Ζαπούνης.

Κατηγορούμενος: παρών.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

O κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τις ακόλουθες 2 κατηγορίες:

 

(α)       Απερίσκεπτες και αμελείς πράξεις κατά παράβαση των άρθρων 236 (α) και 35 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154  (1η κατηγορία).

 

(β)       Απειλή κατά παράβαση του άρθρου 91Α του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (2η κατηγορία).

 

Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 1ης κατηγορίας, ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι στις 20/9/2021 και ώρα 15:15 στο Μενεού της Επαρχίας Λάρνακας οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμό εγγραφής [ ] με αλόγιστο, βεβιασμένο ή αμελή τρόπο με αποτέλεσμα να θέσει σε κίνδυνο τη ζωή του Βασίλη Παστού από το Μενεού.  

 

Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 2ης κατηγορίας ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι στον ίδιο τόπο και χρόνο που αναφέρεται στην 1η κατηγορία, προκάλεσε τρόμο στον Βασίλη Παστού από το Μενεού απειλώντας τον ότι με παράνομη πράξη θα του κάνει κακό λέγοντας του διάφορες εκφράσεις. 

 

Ο Κατηγορούμενος δήλωσε μη παραδοχή στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει και ως εκ τούτου, η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Για να αποδείξει την υπόθεσή της η πλευρά της Κατηγορούσας Αρχής κάλεσε 1 μάρτυρα. Κατατέθηκαν επίσης 6 τεκμήρια.

 

Μετά την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον του Κατηγορούμενου και αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του σύμφωνα με το άρθρο 74 (1) (γ) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, ο Κατηγορούμενος κατέθεσε ενόρκως.

 

Δεν θα προβώ σε εκτενή και λεπτομερή παράθεση των όσων κατέθεσε ο κάθε μάρτυρας στο Δικαστήριο αφού το σύνολο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της διαδικασίας και το έχω κατά νου. Για σκοπούς πληρότητας θα περιοριστώ σε μια συνοπτική αναφορά στα ουσιώδη σημεία της μαρτυρίας έκαστου μάρτυρα.[1]  

 

Οι αναφορές όλων των μαρτύρων ως επίσης και τα τεκμήρια που κατατέθηκαν αξιολογήθηκαν πλήρως έστω και αν αυτά δεν αναφέρονται ρητά στην απόφαση χωρίς να είναι αναγκαία η καταγραφή του περιεχομένου τους κάτι το οποίο θα γίνει εκεί όπου κριθεί αναγκαίο.[2]

Μοναδικός μάρτυρας για την κατηγορούσα Αρχή ήταν ο παραπονούμενος κ. Βασίλης Παστού (ΜΚ1) ο οποίος κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του την κατάθεση του το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε (Τεκμήριο 1). Συνοπτικά, ανέφερε ότι από την 1η Μαΐου 2015 ενοικιάζει το περίπτερο «Το Πέρασμα» στο Μενεού. Το συμβόλαιο ενοικίασης έληξε τον Μάιο του 2021, αλλά λόγω των μέτρων που ίσχυσαν κατά την περίοδο της πανδημίας παρέμεινε στο υποστατικό ενώ το ζήτημα το ανέλαβαν οι δικηγόροι του αφού ζητούσε αποζημίωση για να το εγκαταλείψει. Ανέφερε ότι από τον Μάιο που έληξε το συμβόλαιο εμφανίστηκε ο κατηγορούμενος, ο οποίος ισχυριζόταν ότι είναι εγγονός του ιδιοκτήτη με τον οποίο είχε συνάψει τη συμφωνία, και τον πίεζε να αποχωρήσει από το περίπτερο ώστε να αξιοποιήσει το ακίνητο. Στις 20/09/2021, περίπου στις 14:30, ο ΜΚ1 μετέβη στο περίπτερο και καθώς πήγαινε στον χώρο στάθμευσης του περιπτέρου είδε ένα πρόσωπο σταθμευμένο με όχημα BMW στον χώρο όπου συνήθως στάθμευε. Επρόκειτο για τον κατηγορούμενο και όταν του ζήτησε να μετακινήσει το όχημα, ο κατηγορούμενος κατέβηκε από το αυτοκίνητο και άρχισε να τον εξυβρίζει. Τότε ο παραπονούμενος του είπε ότι η υπόθεση είναι στους δικηγόρους και θα πάει Δικαστήριο και τότε ο κατηγορούμενος του είπε να κατέβει από το αυτοκίνητο του για να τον «δέρει».  Ακολούθως, ο παραπονούμενος έκανε κίνηση ότι καλούσε την αστυνομία αλλά λόγω της αναστάτωσης του τη δεδομένη στιγμή δεν τα έβρισκε να πάρει τηλέφωνο. Τότε, όταν ο κατηγορούμενος νόμισε ότι παραπονούμενος καλούσε την Αστυνομία, ο κατηγορούμενος προσπάθησε να φύγει με το όχημα του «ξερογυριστός» χτυπώντας του στο αριστερό του χέρι με τη δεξιά πίσω πλευρά  του αυτοκινήτου του. Περαιτέρω, ο ΜΚ1 ανέφερε ότι την ώρα που τον έβριζε ο κατηγορούμενος τον απείλησε με τη φράση: «να φέρω τράκτορ να το ρίψω τζαι να του βάλω φωθκιά».

 

Ο κατηγορούμενος, ως έχω αναφέρει προηγουμένως, κατέθεσε ενόρκως. Κατά την κυρίως εξέταση του κατέθεσε γραπτή δήλωση το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε (Τεκμήριο 3). Συνοπτικά, ανέφερε ότι η θεία του είναι ιδιοκτήτρια αγροτεμαχίου 13 σκαλών στο Μενεού, το οποίο απέκτησε από τον παππού του περίπου 10 χρόνια πριν. Στο αγροτεμάχιο υπάρχει περίπτερο, το οποίο η θεία είχε ενοικιάσει στην κόρη του κατηγορούμενου. Σύμφωνα με τον κατηγορούμενο, η ενοικίαση αφορούσε μόνο το περίπτερο και όχι το υπόλοιπο χωράφι και το περίπτερο το λειτουργούσε ο κατηγορούμενος. Ο κατηγορούμενος και ο παππούς του συνέχιζαν να επισκέπτονται και να καλλιεργούν το χωράφι καθ’ όλη τη διάρκεια της ενοικίασης. Οι πελάτες του περιπτέρου στάθμευαν συνήθως σε χώρο δίπλα στο περίπτερο και όχι στην κληματαριά που βρισκόταν περίπου 200 μέτρα μακριά. Η μίσθωση του περιπτέρου έληξε τον Μάιο του 2021. Η θεία του κατηγορούμενου δεν επιθυμούσε ανανέωση, όμως ο ενοικιαστής δεν παρέδωσε το περίπτερο, με αποτέλεσμα να κινηθούν δικαστικές διαδικασίες έξωσης. Μετά την επίδοση της αγωγής έξωσης, ο παππούς του, όταν επισκεπτόταν μόνος του το χωράφι, δεχόταν επανειλημμένες λεκτικές προκλήσεις και ύβρεις από τον παραπονούμενο. Στην άλλη πλευρά του χωραφιού υπήρχε κληματαριά με χώρο στάθμευσης δύο αυτοκινήτων και αποθήκη εργαλείων. Εκεί στάθμευαν πάντοτε ο κατηγορούμενος και ο παππούς του.

 

Στις 20/09/2021 μετέβη μόνος του στο χωράφι για γεωργικές εργασίες. Ενώ βρισκόταν στην αποθήκη, άκουσε αυτοκίνητο να πλησιάζει και διαπίστωσε ότι ήταν ο παραπονούμενος. Ο τελευταίος στάθμευσε δίπλα στο όχημά του και άρχισε να του φωνάζει λέγοντας του ότι ο κόσμος να χαλάσει δεν θα φύγουν από το περίπτερο. O κατηγορούμενος αγνόησε τα σχόλια, καθώς είχε ενημερωθεί από τον παππού του ότι ο παραπονούμενος συνήθιζε να προκαλεί τον παππού του κάτι που έκανε και στον ίδιο τον κατηγορούμενο. Περαιτέρω, ο παραπονούμενος κατευθύνθηκε προς το όχημα του του κατηγορούμενου και του είπε «θα σας σάσω καλά ούλλους σας». Ο κατηγορούμενος τότε τον αγνόησε τελείως  αφού δεν υπήρχε λόγος σύμφωνα με τον ίδιο να έρθει σε διάλογο μαζί του, μπήκε στο αυτοκίνητο του, έκανε όπισθεν και έφυγε από το μέρος.  

 

Μέσα στα πλαίσια της ζωντανής ατμόσφαιρας της δίκης είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου. Παρακολούθησα τις αντιδράσεις τους, φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο που απαντούσαν, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητά τους ή την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν, παράγοντες που, σύμφωνα με τη νομολογία, ενέχουν ιδιαίτερη σπουδαιότητα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας.[3] Δεν παραγνωρίζω βέβαια ότι τα πιο πάνω στοιχεία μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία ενός μάρτυρα, αλλά δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας του.[4] Αξιολόγησα τη μαρτυρία τους λαμβάνοντας υπόψη το περιεχόμενο, την ποιότητα και τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία και έχω λάβει καθοδήγηση από σειρά παραγόντων όπως, μεταξύ άλλων, την πειστικότητα, λογική και εσωτερική συνοχή της μαρτυρίας, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων των μαρτύρων, τη λογικοφάνεια και αληθοφάνεια της εκδοχής τους, την ύπαρξη ή μη υπερβολών ή ουσιωδών αντιφάσεων, το όποιο προσωπικό συμφέρον ή προκατάληψη τους, τις ευκαιρίες που είχαν για να αντιληφθούν τα διαδραματιζόμενα, τη μνήμη τους και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή για να πιστεύουν σε αυτά στα οποία κατέθεσαν, τη φιλαλήθεια τους και τον τρόπο αφήγησης των γεγονότων όπως επίσης  και το βαθμό στον οποίο συνάδει η μαρτυρία με το περιεχόμενο των διαφόρων εγγράφων που κατατέθηκαν ως Τεκμήρια.

 

Έχω επίσης κατά νου την καλά εμπεδωμένη αρχή ότι η μαρτυρία εξετάζεται μέσα στο συνολικό της πλαίσιο και όχι αποσπασματικά και μικροσκοπικά.[5] Μικρές ασυνέπειες, μικροδιαφορές και μικρές αντιφάσεις σε επουσιώδη θέματα δεν καταρρίπτουν την αξιοπιστία των μαρτύρων αλλά αντίθετα ενδυναμώνουν την ειλικρίνεια τους και δείχνουν ότι δεν υπήρξε προσχεδιασμός και ή συνεννόηση μεταξύ των μαρτύρων στην εκδοχή που μετέφεραν στον Δικαστήριο.[6]

 

Έχω επίσης κατά νου την αρχή ότι δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα που κρίθηκε από το Δικαστήριο ως αξιόπιστος.[7]

 

Η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν έχει περιοριστεί μόνο στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα ξεχωριστά αλλά την έχω συσχετίσει, αντιπαραβάλει και διερευνήσει με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων, υποβάλλοντας τη στη βάσανο της συνεκτίμησης στο πλαίσιο του συνόλου της μαρτυρίας και υποβάλλοντας επίσης το περιεχόμενο της μαρτυρίας έκαστου μάρτυρα στη βάσανο της λογικής και της ανθρώπινης πείρας με βάση την προσέγγιση που η Νομολογία επιτάσσει στο θέμα αυτό.[8]

 

Έχω επίσης κατά νου την αρχή ότι η αποδοχή κάποιων μαρτύρων ως αξιόπιστων δεν εξυπακούει πως τα όσα είπαν υπέχουν και ανάλογης αποδεικτικής βαρύτητας αφού η γενικότερη αξιοπιστία των μαρτύρων δεν εναρμονίζεται πάντοτε με την αποδεικτική δύναμη της μαρτυρίας τους.[9] Τέλος, είχα πάντα κατά νου ότι η αποτίμηση της αξιοπιστίας ενός μάρτυρα είναι έργο διακριτό και εντελώς αποσυναρτημένο από οποιοδήποτε βάρος απόδειξης.[10]  

 

Σημειώνω, περαιτέρω, ότι οι  υποβολές των  συνηγόρων από μόνες τους δεν έχουν καμιά αποδεικτική αξία και  αν δεν προσαχθεί  αργότερα αντίστοιχη μαρτυρία παραμένουν απλώς μετέωροι ισχυρισμοί.[11]

 

Αποτελεί καλά θεμελιωμένη αρχή ότι έκαστος μάρτυρας θα πρέπει να αντεξετάζεται επί όλων των αμφισβητούμενων γεγονότων. Σχετικές, ως προς τις συνέπειες παράλειψης αντεξέτασης είναι η αποφάσεις  Frederickou Schools Co Ltd κ.α. ν. Acuac Inc (2002) 1 ΑΑΔ 1527, Πιριλίδη ν. Δήμου Λεμεσού, Ποινική Έφεση 331/2015, ημερομηνίας 11/12/2017, ECLI:CY:AD:2017:B454, όπου επαναλήφθηκε η αρχή πως η παράλειψη αντεξέτασης γενικά θεωρείται ως αποδοχή της εκδοχής που θέτει ο μάρτυρας. Έχω βέβαια υπόψη μου ότι όπως λέχθηκε  στην απόφαση Προδρόμου ν. Δημοκρατίας (1999) 2 ΑΑΔ 260, «ο εν λόγω κανόνας έχει ευρύτερο πεδίο εφαρμογής στις πολιτικές παρά στις ποινικές υποθέσεις».

Επιπλέον, είναι καλά νομολογημένο ότι η υπεράσπιση οφείλει να θέσει τα ζητήματα που έχει κατά νουν στους μάρτυρες κατηγορίας, ώστε να έχουν τη δυνατότητα να απαντήσουν δεόντως.[12]

 

Σημειώνω τέλος ότι αποτελεί καλά εμπεδωμένη αρχή, η οποία ισχύει τόσο στο αστικό όσο και στο ποινικό δίκαιο, ότι η αξιολόγηση λαμβάνει χώρα επί σημείων που αφορούν τα επίδικα θέματα.[13] 

 

Προχωρώ στην αξιολόγηση της μαρτυρίας του παραπονούμενου κ. Βασίλη Παστού  (ΜΚ1). Ο παραπονούμενος, ΜΚ1 δημιούργησε εξαιρετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Κατέθεσε με απλότητα και πηγαίο τρόπο, χωρίς υπεκφυγές ή υπερβολές, παρέμεινε σταθερός στις θέσεις του, οι οποίες ήταν πειστικές και είχαν λογική συνοχή, χωρίς να εντοπίζονται οποιεσδήποτε αντιφάσεις στα λεγόμενά του ενώ γενικότερα εξέπεμπε με τον τρόπο που κατέθετε μία βεβαιότητα, συνάδουσα με πρόσωπο που λέει την αλήθεια.

 

Περιέγραψε το επίδικο περιστατικό απλά, με την όλη έκφραση του και τον τρόπο με τον οποίο κατέθετε να είναι φυσικός και αυθόρμητος. Δεν έχω οποιαδήποτε αμφιβολία ότι τα γεγονότα εξελίχθηκαν και διαδραματίστηκαν όπως ο ΜΚ1 τα παρέθεσε χωρίς δόση υπερβολής ή και αναλήθειας. Τουναντίον. Ο τρόπος που περιέγραψε τα συμβάντα δήλωναν μάρτυρα που κατέθετε την πραγματική διάσταση τους χωρίς να υπάρχει, αλλά ούτε καν να υποβόσκει προσπάθεια απόκρυψης της αλήθειας ή παρουσίασης των γεγονότων με τρόπο που θα υποστήριζε την εκδοχή του. Ουδέν προέκυψε από την αντεξέταση του ΜΚ1 που να αλλοιώνει την αντικειμενικότητα και αξιοπιστία του.

 

Ήταν σε θέση να εξηγήσει στο Δικαστήριο με τη δέουσα σαφήνεια, ακρίβεια και σταθερότητα τις πράξεις και κινήσεις του κατηγορούμενου προς το πρόσωπο του την επίδικη ημέρα. Αντεξεταζόμενος παρέμεινε σταθερός στην αναφορά του ότι το επίδικο περιστατικό εκτυλίχθηκε στο χώρο πάρκινγκ του περιπτέρου δίπλα από το περίπτερο και όχι 200 μέτρα μακριά από το περίπτερο. Ήταν επίσης σαφής και σταθερός στις τοποθετήσεις του ότι ο ίδιος αρχικά βρισκόταν μέσα στο αυτοκίνητο και στη συνέχεια κατέβηκε.

 

Εξήγησε επίσης λογικά και πειστικά σε διάφορα σημεία της αντεξέτασης του ότι παρά το ότι φοβήθηκε από τη συμπεριφορά του κατηγορούμενου εντούτοις δεν έφυγε από το μέρος αφού εκεί ήταν η εργασία του αφού λειτουργούσε το περίπτερο την επίδικη ημέρα.

 

Περαιτέρω, σε σχετικές ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν κατά την αντεξέταση του σε σχέση με την απόσταση που είχε από το όχημα του κατηγορούμενου εξήγησε με ευκρίνεια και σταθερότητα σε διάφορα σημεία της αντεξέτασης του ότι αυτή ήταν περίπου 6 μέτρα.

 

Παρέμεινε επίσης σταθερός στη θέση του ότι κατά τον χρόνο που έλαβε χώρα το κτύπημα στο αριστερό του χέρι από το αυτοκίνητο του κατηγορούμενου ο ίδιος στεκόταν έξω και δίπλα από το αυτοκίνητο του σε απόσταση περίπου 1 ½ μέτρο εξηγώντας με λεπτομέρεια ότι ο κατηγορούμενος επιχείρησε να φύγει «ξερογυριστός» όπως χαρακτηριστικά ανέφερε κάνοντας κίνηση «ζίκι ζάκα».  

 

Περαιτέρω, σταθερότητα αναδύθηκε και στη θέση του ότι ο κατηγορούμενος τον κτύπησε πάνω στο αριστερό του χέρι την ώρα που ο κατηγορούμενος γύρισε το αυτοκίνητο για να φύγει με την πισινή πόρτα του συνοδηγού. Ήταν επίσης ειλικρινής στην αναφορά του ότι το χτύπημα ήταν ελαφρύ.

 

Αντεξεταζόμενος παρέμεινε επίσης σταθερός και σαφής στις αναφορές του χωρίς να υποπέσει σε αντιφάσεις ότι ο ίδιος δεν έβρισε τον κατηγορούμενο.

 

Εξετάζοντας τη μαρτυρία της συνολικά διαπιστώνω ότι αυτή χαρακτηρίζεται από σαφήνεια, σταθερότητα, συνεκτικότητα και πειστικότητα. Ο ΜΚ1 επεξήγησε με ενάργεια όλα όσα διαμείφθηκαν κατά την επίδικη ημέρα ενώ απαντούσε αυθόρμητα και χωρίς αμφιταλαντεύσεις στις ερωτήσεις που του τέθηκαν κατά την αντεξέταση χωρίς να υποπέσει σε αντιφάσεις.

Αξιολογώντας την όλη παρουσία του στο εδώλιο του μάρτυρα δεν έχω ίχνος αμφιβολίας για την ειλικρίνεια του. Ήταν άμεσος και σταθερός στις απαντήσεις του χωρίς υπεκφυγές και χωρίς προσπάθεια δημιουργίας εντυπώσεων που θα καταδείκνυε επιδίωξη του να πείσει για κάτι που δεν έγινε με τον τρόπο που περιέγραψε, χωρίς να έχω εντοπίσει αντιφάσεις ικανές να κλονίσουν την αξιοπιστία του.

 

Υπό το φως των πιο πάνω διαπιστώσεων μου ο ΜΚ1 κρίνεται αξιόπιστος μάρτυρας και αποδέχομαι την μαρτυρία του στην ολότητα της.

 

Ο κατηγορούμενος καταθέτοντας ενόρκως δεν έκανε καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Η μαρτυρία του χαρακτηρίζεται από ασάφεια, γενικότητα, έλλειψη αυθορμητισμού και δεν παρουσιάζει την αναγκαία σταθερότητα, θετικότητα, πειστικότητα και συνοχή ώστε να μπορεί να γίνει δεκτή. Περαιτέρω, περιέπεσε σε αντιφάσεις και αναιρούσε συνεχώς τις αναφορές του. Παραθέτω κάποια ενδεικτικά και μόνο παραδείγματα των αναφορών του που επιβεβαιώνουν την αδυναμία της εκδοχής που παρουσίασε στο Δικαστήριο.

 

Ο Κατηγορούμενος στην κατάθεση του Τεκμήριο 6 η οποία του υποδείχθηκε κατά την αντεξέταση του αποδεχόμενος ότι αυτό ήταν το περιεχόμενο της κατάθεσης που έδωσε στην Αστυνομία όταν ερωτήθηκε κατά πόσο είχε πάει την επίδικη ημέρα στο επίδικο μέρος ανέφερε γενικά και αόριστα ότι δεν θυμόταν ημερομηνία. Ερωτηθείς μάλιστα να αναφέρει κατά πόσο ήρθε σε διαλογική συζήτηση με τον παραπονούμενο ευθαρσώς απάντησε αρνητικά. Περαιτέρω, αρνήθηκε ότι ο ίδιος απείλησε ή ότι κτύπησε με το όχημα του τον παραπονούμενο ενώ ερωτηθείς εάν έχει κάτι άλλο να αναφέρει είπε πως εκτός από τον Μάιο που πήγε και ανέφερε στον παραπονούμενο ότι αναμένει την έξωση, όσες φορές πάει στο χωράφι βρίσκει οπουδήποτε αλλού (να παρκάρει) εκτός από το κομμάτι του περιπτέρου.

 

Στη γραπτή του δήλωση Τεκμήριο 3 παραθέτει μία λεπτομερή καταγραφή των όσων κατά τη θέση του εκτυλίχθηκαν την επίδικη ημέρα, τα οποία όμως πέρα του ότι συνιστούν μία νέα διαφοροποιημένη εκδοχή για την οποία ουδόλως έπεισε ως προς τον λόγο που δεν την είχε αναφέρει ευθύς εξαρχής όταν του λήφθηκε ανακριτική κατάθεση από την Αστυνομία, το περιεχόμενο της έρχεται σε αντίφαση τόσο με δια ζώσης αναφορές του όσο και με αναφορές στην κατάθεση του.

 

Ειδικότερα, ενώ ισχυρίστηκε ότι δεν είχε κανένα λόγο να έρθει σε διαπληκτισμό μαζί με τον παραπονούμενο αφού ήταν θέμα χρόνου να φύγει από τον επίδικο χώρο στο πλαίσιο της διαδικασίας έξωσης, επιδιώκοντας ουσιαστικά να παρουσιάσει μία αρμονική σχέση, ταυτόχρονα, σε άλλο σημείο της δια ζώσης μαρτυρίας του ανέφερε ότι τόσο ο ίδιος όσο και ο παππούς του δέχονταν προκλήσεις από τον παραπονούμενο τις οποίες όμως ουδόλως εξειδίκευσε.

 

Περαιτέρω, ενώ στη γραπτή του δήλωση προσπάθησε να παρουσιάσει μία εκδοχή ότι ο ίδιος την επίδικη ημέρα δεν αντέδρασε στις φωνές του παραπονούμενου, ότι δεν του μίλησε, δεν ήρθε σε διάλογο μαζί του και ότι απλώς τον αγνόησε φεύγοντας, αντεξεταζόμενος, διαφοροποίησε τη θέση του λέγοντας ότι τελικά μίλησε με τον παραπονούμενο την επίδικη ημέρα. Στην κατάθεση του Τεκμήριο 6 επίσης προβάλλει επίσης διαφοροποιημένη εκδοχή από αυτή που πρόβαλε αντεξεταζόμενος, λέγοντας ότι δεν μίλησε με τον παραπονούμενο.

 

Αντεξεταζόμενος ο κατηγορούμενος πρόβαλε και νέα εκδοχή από αυτή που ανέφερε στη γραπτή του δήλωση Τεκμήριο 3 αναφερόμενος σε συγκεκριμένες φράσεις που κατ’ ισχυρισμό του είπε ο παραπονούμενος, ήτοι «τι κάμνεις δαμέ ρε κοπελλούι;», ότι μάλιστα ο κατηγορούμενος του απάντησε ότι είναι του παππού του, και ότι τότε του απάντησε ο παραπονούμενος "Να φύγεις που δαμέ, ούτε ρίζεις ούτε τίποτε». Πρόκειται για θέσεις που πέραν του ότι τις είχε προβάλει για πρώτη φορά στην αντεξέταση του έρχονται ταυτόχρονα σε αντίφαση με τις προηγούμενες αναφορές του στη γραπτή του δήλωση Τεκμήριο 3 στην οποία ισχυρίστηκε ότι αυτό που του είπε ο παραπονούμενος ήταν «εννά σας σάσω καλά ούλλους» και ότι ο κατηγορούμενος τον αγνόησε και δεν του είπε τίποτα. Έρχονται επίσης σε αντίφαση και με τις αναφορές του στη γραπτή του κατάθεση στην οποία ισχυρίστηκε ότι δεν μίλησε με τον παραπονούμενο.

 

Δεν έπεισαν ούτε οι αναφορές του ως προς τον λόγο που δεν ανέφερε ο κατηγορούμενος στην ανακριτική του κατάθεση Τεκμήριο 6 όλα αυτά που ανέφερε στη γραπτή του δήλωση Τεκμήριο 3, ήτοι ότι ήταν κουρασμένος τη στιγμή που συνελήφθη και πήγε για κατάθεση. Άλλωστε, σε άλλο σημείο, επί αυτού ζητήματος της μη αναφοράς στην κατάθεση του των γεγονότων που αναφέρει στη γραπτή του δήλωση, διαφοροποίησε τη θέση του περί κούρασης λέγοντας ότι εν τέλει ο λόγος που δεν ανέφερε στην ανακριτική του κατάθεση (Τεκμήριο 6) όλα αυτά που αναφέρει στη γραπτή του δήλωση (Τεκμήριο 3) ήταν ότι δεν το θεώρησε τόσο σημαντικό και ότι δεν είχε αντιληφθεί ότι θα εξελισσόταν η υπόθεση. Δεν συνάδει με την κοινή λογική ότι κάποιο πρόσωπο που δέχτηκε κατ’ ισχυρισμό βρισιές και απειλές όταν του δόθηκε η ευκαιρία να αναφερθεί σε αυτές δεν προέβη σε αναφορά τους για τους λόγους που ανέφερε ο κατηγορούμενος.

 

Αξιοσημείωτο ήταν άλλωστε και το γεγονός ότι ενώ στη γραπτή του δήλωση Τεκμήριο 3 δεν αναφέρει ο κατηγορούμενος ότι τον εξύβρισε ο παραπονούμενος εντούτοις, αντεξεταζόμενος πρόβαλε νέα εκδοχή, ήτοι ότι την επίδικη ημέρα τον είχε βρίσει ο κατηγορούμενος. Σε άλλο μάλιστα σημείο της αντεξέτασης του αναφερόμενος και πάλι στην παράλειψη του να αναφερθεί στην ανακριτική του κατάθεση σε όλα αυτά που ανέφερε στη γραπτή του δήλωση Τεκμήριο 3 είπε ευθαρσώς μεταξύ άλλων «…δεν ήθελα να μπλέκω άλλο στο ότι ξιτιμαστήκαμε…» αναιρώντας και πάλι τη θέση του ως αυτή προβλήθηκε στη γραπτή του δήλωση Τεκμήριο 3 ότι δεν μίλησε με τον παραπονούμενο και ότι απλώς τον αγνόησε.

 

Τα πιο πάνω καθιστούν τη μαρτυρία του μη πειστική και δεικνύουν κατά τρόπο εμφανή την προσπάθεια του να μην πει την αλήθεια στο Δικαστήριο.

 

Εξετάζοντας λοιπόν τη μαρτυρία του κατηγορούμενου στο σύνολο της και έχοντας δώσει πιο πάνω κάποια ενδεικτικά και μόνο παραδείγματα του όλου τρόπου που απαντούσε και της έκδηλης αδυναμίας του να δώσει σταθερές, σαφείς και πειστικές απαντήσεις σε απλές ερωτήσεις που του τέθηκαν, καταλήγω ότι η μαρτυρία του δεν ήταν ειλικρινής και την απορρίπτω στο σύνολο της. Τα πιο πάνω τρωτά σημεία στη μαρτυρία του Κατηγορούμενου και οι πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου κλονίζουν το υπόβαθρο της αξιοπιστίας του σε βαθμό που η απόδοση οποιασδήποτε βαρύτητας στη μαρτυρία του να καθίσταται ακροσφαλής.

 

Συνακόλουθα, ο κατηγορούμενος κρίνεται αναξιόπιστος και απορρίπτω τη μαρτυρία του κατηγορούμενου στην ολότητα της.

 

Στη βάση της πιο πάνω αξιολόγησης της ενώπιον μου μαρτυρίας προβαίνω στα ακόλουθα ευρήματα σε σχέση με τα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση:

 

Στις 20/09/2021 ο Βασίλης Παστού είχε μεταβεί με το όχημα του στο Μενεού  για να εργαστεί στο περίπτερο με την ονομασία «Το Πέρασμα» το οποίο ενοικίαζε η κόρη του από τρίτο πρόσωπο και ειδικότερα, τη θεία του κατηγορούμενου. Το συμβόλαιο ενοικίασης έληξε τον Μάιο του 2021 αλλά οι ενοικιαστές παρέμειναν στο υποστατικό ενώ το ζήτημα το ανέλαβαν οι δικηγόροι. Από τον Μάιο που έληξε το συμβόλαιο ο κατηγορούμενος πίεζε τον ΜΚ1 να αποχωρήσει από το περίπτερο ώστε να αξιοποιήσει το ακίνητο. Στις 20/09/2021, περίπου στις 14:30, ο ΜΚ1 μετέβη στο περίπτερο και καθώς πήγαινε στον χώρο στάθμευσης του περιπτέρου είδε τον κατηγορούμενο σταθμευμένο με όχημα μάρκας BMW στον χώρο όπου συνήθως στάθμευε ο ΜΚ1. Όταν ο παραπονούμενος ζήτησε από τον κατηγορούμενο να μετακινήσει το όχημα του, ο κατηγορούμενος κατέβηκε από το αυτοκίνητο και άρχισε να του εκστομίζει διάφορες φράσεις ενώ απευθυνόμενος στον ΜΚ1 του είπε την ακόλουθη φράση: «να φέρω τράκτορ να το ρίψω τζαι να του βάλω φωθκιά», προκαλώντας στον ΜΚ1 φόβο. Τότε, ο ΜΚ1 είπε στον κατηγορούμενο ότι η υπόθεση είναι στους δικηγόρους και θα πάει Δικαστήριο και τότε ο κατηγορούμενος του είπε να κατέβει από το αυτοκίνητο του.  Ακολούθως, ο ΜΚ1 έκανε κίνηση ότι καλούσε την αστυνομία και τότε ο κατηγορούμενος έφυγε από το μέρος με το όχημα του εκκινώντας το όχημα του απότομα προς την κατεύθυνση του ΜΚ1 και χτυπώντας ελαφρώς τον ΜΚ1 στο αριστερό του χέρι με τη δεξιά πίσω πλευρά του αυτοκινήτου του κατηγορούμενου κατά την έξοδο του από τον χώρο στάθμευσης του περιπτέρου, όταν ο ΜΚ1 στεκόταν έξω από το δικό του όχημα.  

Μετά την αξιολόγηση της ενώπιον του Δικαστηρίου τεθείσας μαρτυρίας και στην κατάληξη του Δικαστηρίου στα πιο πάνω ευρήματα θα προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσο η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει την ενοχή του κατηγορούμενου στα αδικήματα που αντιμετωπίζει.

 

Αμφότεροι οι συνήγοροι αγόρευσαν υποστηρίζοντας τις εκατέρωθεν θέσεις και εισηγήσεις τους. Έχω θέσει ενώπιον μου τα όσα ανέφεραν αμφότερες οι πλευρές με τις αγορεύσεις τους. Νοείται ότι θα εξετάσω τις θέσεις και τα επιχειρήματα που προβλήθηκαν στο βαθμό που απαιτείται για τις ανάγκες της υπόθεσης έχοντας πάντα κατά νου ότι δεν αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της αιτιολόγησης δικαστικής απόφασης ειδική αναφορά ή πραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται.[14] Επισημαίνω, ωστόσο, ότι τα επιχειρήματα αμφότερων των πλευρών υπήρξαν, σε όλη τους την εμβέλεια, αντικείμενο σκέψης και προβληματισμού από το Δικαστήριο χωρίς να υπάρχει ανάγκη ειδικής επίκλησης τους.[15]

 

Προτού προχωρήσω στην εξέταση της ουσίας των κατηγοριών και κρίση ως προς την ενοχή ή όχι του κατηγορούμενου, θα πρέπει να εξεταστούν κατά λογική προτεραιότητα οι ισχυρισμοί της Υπεράσπισης για παραβίαση του δικαιώματος του κατηγορούμενου για δίκαιη δίκη. Ειδικότερα, σύμφωνα με τη σχετική εισήγηση της Υπεράσπισης, έχει παραβιαστεί το δικαίωμα του κατηγορούμενου για διάγνωση της ποινικής του ευθύνης εντός ευλόγου χρόνου.

 

Το δικαίωμα εκάστου κατηγορουμένου σε διάγνωση της ποινικής του ευθύνης εντός εύλογου χρόνου αποτελεί συνταγματικό του δικαίωμα, το οποίο κατοχυρώνεται στο άρθρο 30 του Συντάγματος. Τα στοιχεία που λαμβάνονται υπόψη για τον καθορισμό του εύλογου χρόνου για τη διαπίστωση της ποινικής ευθύνης κάποιου κατηγορουμένου συνοψίζονται στη σχετική νομολογία. Ενδεικτικά παραπέμπω στις υποθέσεις Μενελάου ν. Αστυνομίας (2004) 2 ΑΑΔ 407 και Κάζανου ν. Eφόρου Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Ποινική Έφεση 96/19, ημερομηνίας 28/7/2020, ECLI:CY:AD:2020:B272. Στην απόφαση Κάζανου (ανωτέρω) με αναφορά στη πάγια νομολογία υποδείχθηκαν οι τρεις παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη για την κρίση περί της ύπαρξης καθυστέρησης. Συγκεκριμένα λέχθηκαν τα ακόλουθα:

 

«Στην Procurator Fiscal v. Watson (2002) 4 All E.R. 1 (απόφαση της Δικαστικής Επιτροπής του Ανακτοβουλίου) αναφέρθηκε ότι η προσέγγιση υπό του Δικαστηρίου τυχόν παραβίασης του δικαιώματος για δίκη εντός εύλογου χρόνου θα πρέπει να αφορά  τρεις παράγοντες και οι οποίοι θα πρέπει να εξετάζονται:  (α) η πολυπλοκότητα της υπόθεσης, (β) η συμπεριφορά του Κατηγορουμένου και (γ) ο τρόπος χειρισμού της υπόθεσης υπό τις διοικητικές και δικαστικές αρχές.»

 

Επιπλέον, στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευσταθίου (2009) 2 AΑΔ 376, υπεδείχθη ότι η διαπίστωση της ενδεχόμενης παραβίασης του θεμελιώδους δικαιώματος ενός κατηγορούμενου για δίκη εντός εύλογου χρόνου δεν εξετάζεται in abstracto, αλλά τίθεται υπό τη βάσανο του συνυπολογισμού ύπαρξης και άλλων παραμέτρων, που να δείχνουν ότι υπό τις περιστάσεις δεν μπορεί να διεξαχθεί δίκαιη δίκη. Αποτελεί θεμελιακή νομολογιακή αρχή πως όταν ο κατηγορούμενος ευθύνεται για την καθυστέρηση δεν μπορεί να επικαλείται παραβίαση του δικαιώματος δίκης εντός εύλογου χρόνου με βάση το άρθρο 30 του Συντάγματος.[16]

 

Στο σύγγραμμα του Λ.Α Σισιλιάνου Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, Ερμηνεία κατ’ άρθρο, 2η έκδοση, σελ. 297–298, τίθεται ότι στις ποινικές υποθέσεις για σκοπούς εξέτασης του κατά πόσο έγινε σεβαστή η εγγύηση του εύλογου χρόνου, το επίμαχο χρονικό διάστημα, κατά κανόνα, λήγει με την έκδοση της απόφασης εκείνης που κρίνει το βάσιμο της κατηγορίας και εφόσον είναι καταδικαστική, προσδιορίζει την ποινή.

 

Περαιτέρω ως υποδεικνύεται στο σύγγραμμα Harris, O’ Boyle and Wabrick: Law of the European Convention on Human Rights, 4η έκδοση, σελ. 441, παρόλο που ο κατηγορούμενος δεν έχει υποχρέωση να συνεργάζεται ενεργά με τις Δικαστικές αρχές και έχει δικαίωμα να κάνει πλήρη χρήση των διαδικαστικών του δικαιωμάτων, τυχόν καθυστέρηση που προκύπτει από τα πιο πάνω δεν μπορεί να καταλογιστεί στο κράτος. Έτσι, έχει κριθεί ότι η συχνή αλλαγή δικηγόρων ή οι αναβολές που οφείλονται στην υγεία του κατηγορουμένου αποτελούν αντικειμενικά δεδομένα που δεν μπορούν να καταλογιστούν στο κράτος. Σχετικά παραπέμπω στην υπόθεση König ν. Germany προσφυγή 6232/73, ημερομηνίας 28/6/1978, παρ. 103 και Krakolinig v. Austria 33992/07, (2012) παρ. 27, αντίστοιχα. 

 

Περαιτέρω, ως επεξηγείται στο σύγγραμμα Law of the European Convention on Human Rights σελ.441 (ανωτέρω), μεταξύ των στοιχείων που λαμβάνονται υπόψη από το ΕΔΑΔ για την εξέταση της πολυπλοκότητας της υπόθεσης είναι και η ανάγκη για λήψη μαρτυρίας εμπειρογνώμονα. Σχετική επίσης είναι και η υπόθεση Wemhoff v. Germany, προσφυγή 2122/1964, ημερομηνίας 27/6/1968 και το σύγγραμμα Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ανωτέρω), σελ. 292.  

 

Σύμφωνα με την εισήγηση της Υπεράσπισης το Δικαστήριο πρέπει να διακόψει τη δίκη και να απαλλάξει τον κατηγορούμενο λόγω της κατ’ ισχυρισμό παραβίασης του δικαιώματος του κατηγορούμενου για διάγνωση της ποινικής του ευθύνης εντός εύλογου χρόνου. Προβάλλει η Υπεράσπιση ότι η υπόθεση η οποία δεν ήταν πολύπλοκη εξελίχθηκε σε μία ατέρμονη διαδικασία με αποτέλεσμα να έχουν παρέλθει 4 και πλέον έτη, ότι ο κατηγορούμενος δεν ευθύνεται για την καθυστέρηση επειδή ως προβάλλει η Υπεράσπιση ήταν πάντα συνεργάσιμος και σε όλες τις δικασίμους ήταν παρών και δεν ζήτησε ποτέ αναβολή ή καθυστέρησε τη δικαστική διαδικασία. Προβάλλεται περαιτέρω ότι η υπόθεση αναβαλλόταν είτε από το Δικαστήριο είτε από κατηγορούσα αρχή η οποία σύμφωνα πάντα με τη σχετική εισήγηση ζητούσε επανειλημμένα αναβολές για ασήμαντους και αδικαιολόγητους λόγους.

 

Προβάλλεται επίσης ότι στον χρόνο που διέρρευσε απεβίωσε ο παππούς του κατηγορούμενου ο οποίος, σύμφωνα με τη σχετική εισήγηση, θα μπορούσε να δώσει μαρτυρία για τις προκλήσεις που δεχόταν από τον παραπονούμενο μετά την έγερση της διαδικασίας έξωσης από το περίπτερο και θα μπορούσε επίσης, σύμφωνα πάντα με τη σχετική εισήγηση, να δώσει μαρτυρία ότι η κληματαριά απέχει περί τα 200 μέτρα από το περίπτερο για να δείξει, συνεχίζει η εισήγηση, την αναξιοπιστία του παραπονούμενου.

 

Από το περιεχόμενο του φακέλου προκύπτει ότι η παρούσα υπόθεση καταχωρίστηκε στις 9/5/2022 (περίπου 7 μήνες μετά την καταγγελία του παραπονούμενου στην Αστυνομία) και τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου στις 23/6/2022. Μέχρι την ημερομηνία έναρξης της ακροαματικής διαδικασίας στις 2/3/2026 δόθηκαν συνολικά 14 αναβολές εκ των οποίων οι 7 εξαιτίας του κατηγορούμενου (λόγω απουσίας του αλλά και σε 1 περίπτωση λόγω αιτήματος για λήψη μαρτυρικού),  οι υπόλοιπες 6 αναβολές εγκρίθηκαν κατόπιν υποβολής αιτήματος από την κατηγορούσα αρχή. Τέλος, δόθηκε 1 φορά αναβολή από το Δικαστήριο λόγω απουσίας του φυσικού δικαστή της υπόθεσης σε 1 δικάσιμο. Επομένως, καθίσταται σαφές ότι τα όσα η Υπεράσπιση προβάλλει στο γραπτό κείμενο της αγόρευσης της περί συνεργασίας του κατηγορούμενου και μη υποβολής αιτημάτων από πλευράς του ή μη επίδειξη συμπεριφοράς που συνέτεινε στην καθυστέρηση δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα.

 

Ακολούθως η ακροαματική διαδικασία άρχισε στις 2/3/2026, ακούστηκαν 2 μάρτυρες, χρειάστηκαν 3 δικάσιμοι για την ολοκλήρωση της μαρτυρίας και των τελικών αγορεύσεων και ολοκληρώθηκε με την απόφαση του Δικαστηρίου να εκδίδεται 3 μήνες μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας.

 

Έχοντας υπόψη το σύνολο των πιο πάνω καταλήγω ότι δεν παρουσιάστηκε καθυστέρηση στην διεκπεραίωση της υπόθεσης ή καθυστέρηση που επηρέασε το δικαίωμα του κατηγορουμένου για διάγνωση της ποινικής του ευθύνης εντός εύλογου χρόνου. Το αντικειμενικό δεδομένο της παρέλευσης 4 ετών από την ημερομηνία καταχώρισης της υπόθεσης από μόνο του δεν αποβαίνει μοιραίο ως προς το δικαίωμα του κατηγορούμενου για δίκη εντός ευλόγου χρόνου. Θα πρέπει, σύμφωνα με τις νομολογιακές αρχές, η παραβίαση του να κρίνεται έχοντας υπόψη και άλλες παραμέτρους όπως ο επηρεασμός στην υπεράσπιση του κατηγορούμενου έτσι που να πλήττεται η διεξαγωγή δίκαιης δίκης. Στην υπό κρίση περίπτωση δεν έχει τεθεί οτιδήποτε που θα δημιουργούσε έστω και την υποψία ότι η πάροδος αυτού του χρονικού διαστήματος, επηρέασε το δικαίωμα αυτό του κατηγορούμενου.

 

Η θέση που έχει προβληθεί περί του θανάτου του παππού του κατηγορούμενου ο οποίος κατ’ ισχυρισμό θα μπορούσε να δώσει μαρτυρία για την υπόθεση ήταν γενική και αόριστη χωρίς να καταδειχθεί πως επηρεάστηκε ο κατηγορούμενος αφού αφενός ο παππούς του δεν ήταν παρών στο επίδικο περιστατικό και, αφετέρου ο κατηγορούμενος ο οποίος ήταν σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του γνώστης του επίδικου χώρου είχε τη δυνατότητα να αντεξετάσει και αντεξέτασε μέσω του συνηγόρου του σε σχέση με τον επίδικο χώρο.

 

Στην πραγματικότητα δεν τέθηκε οποιαδήποτε σαφής, απτή και συγκεκριμένη εισήγηση από την Υπεράσπιση που θα δημιουργούσε έστω και την υποψία ότι η πάροδος αυτού του χρονικού διαστήματος, επηρέασε το δικαίωμα του κατηγορούμενου σε δίκαια δίκη. Ο κατηγορούμενος ήταν σε θέση να αντεξετάσει τον ΜΚ1 προβάλλοντας τις θέσεις του χωρίς να προκύψει κάτι που να καταδεικνύει έστω και στο ελάχιστο ότι λόγω παρέλευσης του χρόνου αυτού επηρεάστηκαν τα δικαιώματα του.   

 

Συνεπώς, η σχετική εισήγηση απορρίπτεται.

 

Καταληκτικά, σημειώνω ότι μέσα από την ακροαματική διαδικασία προκύπτει ξεκάθαρα ότι δεν υπήρξε οποιοσδήποτε επηρεασμός της υπεράσπισης του Κατηγορούμενου.

 

Μετά την εξέταση της εισήγησης περί παραβίασης του δικαιώματος του Κατηγορούμενου να τύχει δίκαιης δίκης, θα προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσο η μαρτυρία που έχει κριθεί ως αποδεκτή και αξιόπιστη πληροί τα συστατικά στοιχεία των  αδικήματων που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος.

 

Tο βάρος απόδειξης της σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων των αδικημάτων που προσάπτονται στον Κατηγορούμενο το έχει η Κατηγορούσα Αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλαδή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας.[17] Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου των κατηγοριών που προσάπτονται στον Κατηγορούμενο χωρίς να επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι.[18] Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής.[19] 

 

Η πιο πάνω υποχρέωση είναι άσχετη από την απόρριψη ή όχι της εκδοχής του κατηγορουμένου, αφού τυχόν απόρριψη της εκδοχής ενός κατηγορούμενου  καθίσταται μοιραία για την υπεράσπιση μόνο όταν η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής παραμένει ισχυρή στο τέλος, ώστε να οδηγήσει με την απαιτούμενη ασφάλεια σε καταδίκη.[20] Στην Γενικός Εισαγγελέας v. Ανδρέα Ευριπίδου (2002) 2 ΑΑΔ 246 επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι:

 

«Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής.»

 

Σαφώς, όμως, η βεβαιότητα, η οποία αναζητείται στη Δικαστική απόφαση δεν είναι αυτή της απόλυτης μαθηματικής βεβαιότητας, αλλά το είδος της βεβαιότητας που ικανοποιεί την κρίση και τη συνείδηση των Δικαστών στα πλαίσια της λογικής.[21]

 

Στην Τούμπας v. Δημοκρατίας (1984) 2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος v. Δημοκρατίας (1985) 2 C.L.R. 97 επισημαίνεται ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας.

 

1η κατηγορία – Απερίσκεπτες και αμελείς πράξεις:

 

Το αδίκημα των απερίσκεπτων και αμελών πράξεων κωδικοποιείται στο άρθρο 236 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 το οποίο διαλαμβάνει, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα:

 

«Απερίσκεπτες και αμελείς πράξεις

236. Όποιος, με τέτοιο αλόγιστο τρόπο, βεβιασμένο ή αμελή, ώστε να θέτει σε κίνδυνο ανθρώπινη ζωή ή να είναι ενδεχόμενο να προκαλέσει σωματική βλάβη σε άλλο-

 

(α) οδηγεί όχημα ή ιππεύει σε οποιαδήποτε δημόσια διάβαση ή

 

 

είναι ένοχος πλημμελήματος».

 

Καθίσταται σαφές ότι για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα χρειάζεται να αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος: (α) οδηγούσε όχημα, (β) σε δημόσια διάβαση, (γ) με αλόγιστο, βεβιασμένο ή αμελή τρόπο ώστε να είναι ενδεχόμενο να προκαλέσει βλάβη σε άλλο.

 

Σύμφωνα με τις ερμηνευτικές διατάξεις του Νόμου «δημόσια διάβαση» περιλαμβάνει κάθε κύρια οδό, αγορά, πλατεία, οδό, γέφυρα ή άλλη διάβαση, που χρησιμοποιείται νόμιμα από το κοινό.

 

Διαφωτιστική, εν προκειμένω, είναι η απόφαση Μαυρομμάτης v. Δημοκρατίας (1996) 2 Α.Α.Δ. στην οποία γίνεται ανάλυση της εννοίας της αμέλειας σε σχέση ειδικότερα με το άρθρο 236 του Ποινικού Κώδικα. Επί του θέματος της ποινικής αμέλειας, εξηγεί το Ανώτατο Δικαστήριο, ότι έχει δημιουργηθεί μια κλίμακα ευθύνης όσον αφορά το βαθμό αμέλειας που απαιτείται για διάφορα αδικήματα του Ποινικού Κώδικα. Η «υπαίτιος αμέλεια» συνιστά τον υψηλότερο βαθμό αμέλειας και εμπεριέχει το στοιχείο της αλόγιστης πράξης (recklessness). Το άρθρο 236 του Κεφ. 154 αποκλείει, ως εκ της διατυπώσεως του, την υπαίτιο αμέλεια. Εντούτοις, η αμέλεια που απαιτείται από το άρθρο 236 παραμένει ψηλότερου και σοβαρότερου βαθμού από την αμέλεια που απαιτείται για την αστική ευθύνη (civil negligence). Λέχθηκαν χαρακτηριστικά τα ακόλουθα:

 

«Το άρθρο 236 του Κεφ. 154 αποκλείει, όπως είπαμε και προηγουμένως, ως εκ της διατυπώσεώς του την υπαίτιο αμέλεια (βλ. Gavalas, ανωτέρω). Ο βαθμός αμέλειας που απαιτείται εξικνείται μόνο στη βεβιασμένη ή αμελή πράξη. Πριν αναλύσουμε περισσότερο τον απαιτούμενο από το άρθρο 236 βαθμό αμέλειας, θα πρέπει να αναφέρουμε για σκοπούς συμπλήρωσης του όλου φάσματος της αμέλειας, το βαθμό αμέλειας που απαιτείται από το άρθρο 8 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου του 1972, (Ν.86/72) που εξισώνεται με την αμέλεια του αστικού δικαίου (βλ. Charalambous v. The Police (1982) 2 C.L.R. 134, 143 και Rayas ανωτέρω).

 

Η αμέλεια που απαιτείται από το άρθρο 236 είναι σοβαρότερου βαθμού από την αμέλεια που απαιτείται για την αστική ευθύνη (civil negligence) ή την ποινική ευθύνη του άρθρου 8 του νόμου 86/72. Ο βαθμός αποτελεί θέμα διακριτικής ευχέρειας και συναρτάται απόλυτα με τα περιστατικά της υπόθεσης (βλ. Gavalas v. The Police ανωτέρω, στη σελ. 135). Το κριτήριο που προκύπτει από τη νομολογία είναι αντικειμενικό και συναρτάται πάντοτε με τη συμπεριφορά του μέσου εύλογου ανθρώπου.

 

Στην υπόθεση Gavalas επιχειρήθηκε η διαφοροποίηση της έννοιας της αμέλειας αναλόγως του κατά πόσο η αμέλεια ανάγεται στο actus reus του αδικήματος ή στο mens rea. Η διαφοροποίηση όμως αυτή δεν έχει σημασία στην παρούσα υπόθεση και συνεπώς δεν προτιθέμεθα να ασχοληθούμε μαζί της». 

 

Σε κάθε περίπτωση το θέμα κατά πόσο η αμέλεια που έχει επιδειχθεί είναι τέτοια που μπορεί να καταλήξει σε καταδίκη, είναι πάντα πραγματικό και εξαρτάται από τα γεγονότα κάθε συγκεκριμένης περίπτωσης, (βλ. Kannas v. The Police (1968) 2 C.L.R. 29Mylordis v. The Police (1981) 2 C.L.R. 219).

 

Στην προκειμένη περίπτωση, ως προκύπτει από τα ευρήματα του Δικαστηρίου, ο κατηγορούμενος ενήργησε με αλόγιστο και απερίσκεπτο τρόπο, οδηγώντας το όχημά του με απότομη εκκίνηση προς την κατεύθυνση όπου βρισκόταν ο παραπονούμενος  χτυπώντας του με το αυτοκίνητο του ελαφρώς στο αριστερό του χέρι. Υπό τις περιστάσεις, ο αλόγιστος και βεβιασμένος τρόπος με τον οποίο ενήργησε ο κατηγορούμενος εκφεύγει του βαθμού της αστικής αμέλειας και απολήγει σε τέτοια περιφρόνηση ως προς την ασφάλεια και σωματική ακεραιότητα του θύματος, ώστε να πληροί τις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 236(α) του Π.Κ.

 

Περαιτέρω, αυτή η συμπεριφορά έλαβε χώρα σε δημόσια διάβαση εντός της έννοιας του Νόμου αφού έλαβε χώρα στον χώρο στάθμευσης του επίδικου περιπτέρου στον οποίο χώρο μπορούσαν να σταθμεύουν οι επισκέπτες του περιπτέρου και συνεπώς επρόκειτο για διάβαση που χρησιμοποιείτο νόμιμα από το κοινό.   

 

Συνακόλουθα, έχουν αποδειχθεί στον απαιτούμενο βαθμό τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της 1ης Κατηγορίας και ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας στην 1η κατηγορία.

 

2η κατηγορία – Απειλή:

 

Το αδίκημα της απειλής κωδικοποιείται στο άρθρο 91 Α του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 το οποίο διαλαμβάνει τα ακόλουθα:

 

«Απειλή

91Α. Πρόσωπο το οποίο προκαλεί σε άλλον τρόμο ή ανησυχία απειλώντας τον με βία ή άλλη παράνομη πράξη ή παράλειψη, διαπράττει αδίκημα και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία (3) έτη.»

 

Καθίσταται σαφές ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι α) η απειλή άσκησης βίας ή τέλεσης παράνομης πράξης, και β) η πρόκληση τρόμου ή ανησυχίας στο πρόσωπο που απειλείται.

 

Στην Ιωσήφ v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση αρ. 41/2021, 28/9/2022, ECLI:CY:AD:2022:B369, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με την έννοια της απειλής:

 

 «το τι συνιστά απειλή, είναι ζήτημα πραγματικό, το οποίο κρίνεται σε συνάρτηση με τις περιστάσεις της κάθε υπόθεσης.  Ειδικότερα, κρίνεται αντικειμενικά, από το περιεχόμενο των όσων εκστομίζονται, ως και το αποτέλεσμα που αυτά προκαλούν στο πρόσωπο που απευθύνονται».

 

Περαιτέρω, διαφωτιστικό είναι και το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου στην υπόθεση Κούσουλος ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 119/2021, ημερομηνίας 20.1.2022, ECLI:CY:AD:2022:B13:

 

"Το τι συνιστά απειλή είναι ζήτημα πραγματικό, το οποίο κρίνεται σε συνάρτηση με τις περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Στη Νετζιήπ ν. Αστυνομίας (1992) 2 ΑΑΔ 1, όπου εξετάστηκαν οι πρόνοιες του Άρθρου 91(γ) του Κεφ. 154, αναφέρθηκε ότι η απειλή πρέπει να έχει πραγματικό έρεισμα και να δημιουργεί εξ αντικειμένου τη δυνατότητα εκφοβισμού του θύματος. Τα αποφασισθέντα σ΄ εκείνη την υπόθεση εφαρμόζονται κατ΄ αναλογία και στην παρούσα.

 

Ως προς την πρόκληση τρόμου ή ανησυχίας στον απειλούμενο αυτό εξετάζεται με βάση την υποκειμενική αντίληψη του απειλούμενου. Σχετική είναι η αγγλική υπόθεση DPP v. Ramos [2000] All E.R. (D) 544, όπου εξετάστηκε το Άρθρο 4 του αγγλικού Public Order Act 1986, που αφορά το αδίκημα «fear or provocation of violence», όπου τονίστηκε ότι αυτό που έχει σημασία είναι η υποκειμενική αντίληψη του απειλούμενου, παρά τη στατιστική πιθανότητα άσκησης βίας σε σύντομο χρόνο.

 

Ο κατηγορούμενος πρέπει να είχε πρόθεση εκφοβισμού του παραπονούμενου, έστω και αν δεν είχε σκοπό να διενεργήσει πράξη βίας ή παράνομη πράξη. Αυτή είναι η ένοχη διάνοια για τη διάπραξη του αδικήματος."

 

Είναι επίσης αδιαμφισβήτητο και νομολογιακά εμπεδωμένο, ότι η ένοχη διάνοια ή πρόθεση διάπραξης ενός ποινικού αδικήματος ως πνευματικό στοιχείο δεν είναι πάντοτε δεκτικό θετικής και άμεσης μαρτυρίας αλλά ως αναγόμενο αποκλειστικά στην πνευματική λειτουργία του κατηγορουμένου μπορεί να αποδειχθεί με την τεκμηρίωση στοιχείων και περιστατικών που περιβάλλουν την υπόθεση.[22]

 

Όπως προκύπτει από την ενώπιον του Δικαστηρίου αποδεκτή μαρτυρία και ευρήματα δυνάμει αυτής ο κατηγορούμενος απευθυνόμενος προς τον παραπονούμενο εκστόμισε την ακόλουθη φράση: «να φέρω τράκτορ να το ρίψω τζαι να του βάλω φωθκιά» και ακολούθως εκκίνησε με το όχημα του απότομα χτυπώντας ελαφρώς τον παραπονούμενο στο χέρι. Αντικειμενικά ιδωμένη και σε συνάρτηση με τις συνθήκες υπό τις οποίες λέχθηκε η φράση που εκστόμισε ο κατηγορούμενος όπως αυτή προκύπτει από τα ευρήματα του Δικαστηρίου ήταν ικανή να προκαλέσει εξ αντικειμένου φόβο ή ανησυχία στο πρόσωπο στο οποίο απευθυνόταν, ήτοι τον παραπονούμενο, ανεξαρτήτως του εάν ο κατηγορούμενος δεν είχε σκοπό να υλοποιήσει την απειλή του.

 

Αυτό ήταν και το φυσικό επακόλουθο της ενέργειάς του αυτής, ήτοι να εκστομίσει την εν λόγω φράση, αφού σύμφωνα με τη μαρτυρία του παραπονούμενου, η οποία έγινε αποδεκτή ως αξιόπιστη, ο ίδιος όντως φοβήθηκε και ανησύχησε στο άκουσμα της για την ασφάλεια του. Δεν επρόκειτο, δηλαδή, για «κενή απειλή», δηλαδή απειλή η οποία λόγω του εξωπραγματικού χαρακτήρα της ή των συνθηκών κάτω από τις οποίες διατυπώθηκε, δεν θα μπορούσε να στοιχειοθετήσει πρόθεση εκφοβισμού. Ούτε επρόκειτο για φράση η οποία δεν θα μπορούσε εύλογα να εκληφθεί ως απειλητική από τον παραπονούμενο.

 

Συνακόλουθα, έχουν αποδειχθεί στον απαιτούμενο βαθμό τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της 2ης Κατηγορίας και ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας στην 2η κατηγορία.

 

Καταληκτικά, ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας σε όλες τις κατηγορίες που αυτός αντιμετωπίζει.

 

 

(Υπ.) ………………………..

Μ. Λ. Λοΐζου, Ε.Δ.

 

Πιστό Αντίγραφο

 

Πρωτοκολλητής

 



[1] Καννάουρου κ.ά ν. Σταδιώτη κ.ά. (1990) 1 Α.Α.Δ. 35

[2] G & K Exclusive Fashions Ltd v. Παπαδοπούλου κ.ά (2001) 1 ΑΑΔ 88 και Al Watani κ.ά. ν. Παπαδόπουλου (2001) 1Γ ΑΑΔ 1924).

[3] C & A Pelecanos Associates Ltd v. Ανδρέα Πελεκάνου (1999) 1 Α.Α.Δ. 1273. Ομήρου v. Δημοκρατίας (2001) 2 Α.Α.Δ. 506.

[4] Νικολάου Νίκος ν. Aντώνη Παπαϊωάνου (2011) 1 Α.Α.Δ. 1797.

[5] Παύλου ν. Αστυνομίας (1998) 2 ΑΑΔ 68), Πέτρου ν. Αστυνομίας (1994) 2 ΑΑΔ 76 και Χ"Δημητρίου ν. Δημοκρατίας (1998) 2 ΑΑΔ 104, 118). 

[6] Κουδουνάρης ν. Αστυνομίας (1991) 2 ΑΑΔ 320, 322, Ξυδίας ν. Αστυνομίας (1993) 2 ΑΑΔ 217 και Γιαννίδης ν. Δημοκρατίας (2002) 2 ΑΑΔ 143, 155.

[7] Kadis v. Nicolaou (1986) 1 C.L.R 212, 216, Χρίστου ν. Khoreva (2002) 1 ΑΑΔ 454, Ιωάννου ν. Κουννίδη (1998) 1 Α.Α.Δ. 1215, FRANGOUS P.S. LIMITED κ.α. v. ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΕΡΓΑΣΙΑΚΩΝ ΣΧΕΣΕΩΝ, Ποινική Έφεση Αρ. 233/2020, ECLI:CY:AD:2022:B277, 4/7/2022, Κυριάκου ν. Αστυνομίας (2002) 2 ΑΑΔ, 499.

[8] Scott Graham Brierley v. Αστυνομίας, (2012) 2 ΑΑΔ 476, ημερ. 19/7/12, Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα (1992) 1 Α.Α.Δ 1056 Κυριακίδης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, Π.Ε 185/2012, ημερομηνίας 19.4.2018, ECLI:CY:AD:2018:A179, Χριστοφίνης ν. Φραντζή Πολ. Έφεση328/2011, ECLI:CY:AD:2017:A202, ημερομηνίας 31.5.2017.

[9] Ευσταθίου ν. Μιχαήλ κ.α., Πολ. Έφεση 269/12, Λεμονάρης Αιμίλιος ν. Γιάννη Βιολάρη (2016) 1 ΑΑΔ 378

[10] Αγαθοκλέους κ.α. ν. Αστυνομίας (2001) 2 Α.Α.Δ. 316 και Αθανασίου κ.α. ν. Κουνούνη (1997)  1 Α.Α.Δ. 614)

[11] Ησαΐας Ιωαννίδης ν. Αστυνομίας (2012) 2 ΑΑΔ 640.

[12] Tekinder Pal κ.ά. ν. Δημοκρατίας (2010) 2 ΑΑΔ 551.

[13] βλ. Χριστίνα Ρασποπούλου ν. Θεοδώρα Μακρή, Ποινική Έφεση αρ.287/2015, ημερομηνίας 11.5.2017, ECLI:CY:AD:2017:B171.

[14] Θεμιστοκλέους ν. Δημοκρατίας ECLI:CY:AD:2019:B4, Ποιν. Έφ. Αρ. 176/2018, ημερομηνίας 11.01.2019, ECLI:CY:AD:2019:B4 και Οδυσσέα ν. Αστυνομίας (1999) 2 Α.Α.Δ. 490.

[15] BITONIC LTD v. BΑNK OF MOSCOW-BANK JOINT STOCK COMPANY ΠΡΩΗΝ JOINT STOCK COMMERCIAL BANK "BANK OF MOSCOW" (OPEN JOINT-STOCK COMPANY), Πολιτική ΄Εφεση Αρ. 117/2018, ECLI:CY:AD:2022:A113, 16/3/2022.

[16] Γενικός Εισαγγελέας ν. Βαρνάβα (1999) 2 ΑΑΔ 638, Κουλλαπής ν. Αστυνομίας (2000) 2 ΑΑΔ 273, και Πέτρου ν. Δήμου Γεροσκήπου, Ποινικές Εφέσεις 141 και 142/2021, ημερομηνίας 20/12/2023.

[17] Charitonos and others v. The Republic (1971) (1971) 2 CLR 40, Woolmighton v. D.P.P. (1935) AC 462.

[18] Λοϊζου v. Αστυνομίας (1989) 2 Α.Α.Δ. 363, Σωτηριάδης v. Αστυνομίας (1991) 2 Α.Α.Δ. 482, Γενικός Εισαγγελέας v. Σπύρος Σπύρου (2002) 2 ΑΑΔ 71 και Sener Erbekci v. Δημοκρατίας (2005) 2 Α.Α.Δ. 434).

[19] Φλουρής v. Αστυνομίας (1989) 2 Α.Α.Δ. 401.

[20] Τρύφωνος ν. Αστυνομία Ποινική Έφεση 41/2019, ημερομηνίας 8.4.2020, ECLI:CY:AD:2020:B119 και  Kafalos v. The Queen 19 CLR 121).

[21] Μαμαλικόπουλος κ.ά. ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 25 και 29/2014, ημερομηνίας 20.9.2018,  Rex v. Dickman (1910) 5 Cr.App.R. 135 και Miller v. Minister of Pensions (1947) 2 All E.R. 372.

[22] Yousef ν. Δημοκρατίας (1993) 2 Α.Α.Δ. 284 και Σταυρινού ν. Δημοκρατίας (2008) 2 Α.Α.Δ. 706


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο