ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ν. ΝΕΟΦΥΤΟΣ ΟΡΦΑΝΙΔΗΣ, Αρ. Yπόθεσης: 20592/2022, 29/6/2026
print
Τίτλος:
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ν. ΝΕΟΦΥΤΟΣ ΟΡΦΑΝΙΔΗΣ, Αρ. Yπόθεσης: 20592/2022, 29/6/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ.

Αρ. Yπόθεσης: 20592/2022

 

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ

 

Κατηγορούσα Αρχή

ν.

 

ΝΕΟΦΥΤΟΣ ΟΡΦΑΝΙΔΗΣ

Κατηγορούμεvος

 

Ημερομηνία: 29 Ιουνίου 2026

 

Εμφανίσεις:

 

Για την Κατηγορούσα Αρχή: Ο κ. Ζ. Κούμουρου.

Για τον Κατηγορούμενο: Η κα. Β Ιωάννου.

Κατηγορούμενος: παρών.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

O κατηγορούμενος αντιμετωπίζει 3 κατηγορίες για το αδίκημα της επίθεσης που προκαλεί πραγματική σωματική βλάβη κατά παράβαση του άρθρου 243 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (1η κατηγορία), της απειλής κατά παράβαση του άρθρου 91 Α του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (2η κατηγορία) και της Δημόσιας Εξύβρισης κατά παράβαση του άρθρου 99 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (3η κατηγορία).

 

Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 1ης κατηγορίας, ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι την 1/07/2022 και μεταξύ των ωρών 00:00 – 07:00 στην οδό Βουκεφαλίας στη Λάρνακα παράνομα επιτέθηκε στην Παναγιώτα Μοδέστου από τη Λάρνακα και προξένησε σε αυτήν πραγματική σωματική βλάβη.

 

Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 2ης κατηγορίας, ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι στον ίδιο τόπο και χρόνο που αναφέρεται στην 1η κατηγορία προκάλεσε τρόμο στην Παναγιώτα Μοδέστου από τη Λάρνακα απειλώντας την ότι με παράνομη πράξη θα της κάνει κακό λέγοντας της: «να δεις τι εννά σου κάμω και εν φοούμε κανέναν».

 

Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 3ης κατηγορίας, ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι στον ίδιο τόπο και χρόνο που αναφέρεται στην 1η κατηγορία ευρισκόμενος σε δημόσιο μέρος εξύβρισε την Παναγιώτα Μοδέστου από τη Λάρνακα με τις λέξεις «παλαβή, μαλακισμένη, φτανή» με τέτοιο τρόπο που ενδέχετο να προκαλέσει σε παρευρισκόμενο πρόσωπο επίθεση.

 

Ο Κατηγορούμενος δήλωσε μη παραδοχή στην κατηγορία που αντιμετωπίζει και ως εκ τούτου, η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Για να αποδείξει την υπόθεσή της η πλευρά της Κατηγορούσας Αρχής κάλεσε 2 μάρτυρες. Κατατέθηκαν επίσης 4 τεκμήρια.

 

Μετά την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον του Κατηγορούμενου και αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του σύμφωνα με το άρθρο 74 (1) (γ) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, ο Κατηγορούμενος επέλεξε να καταθέσει ενόρκως.  

 

Δεν θα προβώ σε εκτενή και λεπτομερή παράθεση των όσων κατέθεσε ο κάθε μάρτυρας στο Δικαστήριο αφού το σύνολο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της διαδικασίας και το έχω κατά νου. Για σκοπούς πληρότητας θα περιοριστώ σε μια συνοπτική αναφορά στα ουσιώδη σημεία της μαρτυρίας έκαστου μάρτυρα.[1]  Οι αναφορές όλων των μαρτύρων ως επίσης και τα τεκμήρια που κατατέθηκαν αξιολογήθηκαν πλήρως έστω και αν αυτά δεν αναφέρονται ρητά στην απόφαση χωρίς να είναι αναγκαία η καταγραφή του περιεχομένου τους κάτι το οποίο θα γίνει εκεί όπου κριθεί αναγκαίο.[2]

 

Πρώτος μάρτυρας για την κατηγορούσα Αρχή ήταν η παραπονούμενη (ΜΚ1) η οποία κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασης της την κατάθεση της το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε (Τεκμήριο 1). Συνοπτικά, η ΜΚ1 ανέφερε ότι

διατηρούσε σχέση με τον κατηγορούμενο  από τον Ιανουάριο του 2022. Τη νύχτα της 30/06/2022 βρισκόταν μαζί του στο αυτοκίνητό του, όταν, μετά από λογομαχία για τη σχέση τους, εκείνος την έβρισε με τις λέξεις «παλαβή, μαλακισμένη, φτανή» και την απείλησε με τη φράση «να δεις τι εννά σου κάμω και εν φοούμαι κανέναν». Όπως εξήγησε δια ζώσης η ΜΚ1 οι φράσεις αυτές της προκάλεσαν φόβο. Ο κατηγορούμενος ήθελε να κατέβει η ΜΚ1 από το αυτοκίνητο. Στη συνέχεια, ενώ οδηγούσε ο κατηγορούμενος, την ενημέρωσε ότι θα την πήγαινε στην Αστυνομία Αραδίππου για να την κατεβάσει, όμως τελικά κατέληξε σε χώρο στάθμευσης υπεραγοράς στη Λάρνακα όπου κοιμήθηκε μέσα στο όχημα ενώ η ίδια βρισκόταν μέσα στο όχημα. Αργότερα όταν ξύπνησε ο κατηγορούμενος, τη μετέφερε έξω από το σπίτι της και της ζήτησε να κατέβει. Η ίδια δεν κατέβηκε από το αυτοκίνητο και του είπε να περιμένει γιατί ήθελε να μιλήσουν. Όταν εκείνη ζήτησε να συζητήσουν, ο κατηγορούμενος την τράβηξε από τα χέρια έξω από το αυτοκίνητο για αρκετά μέτρα, της έβαλε τρικλοποδιά και έπεσε κάτω, γονάτισε πάνω στο πόδι της και την κοιλιά της και άρχισε να την κτυπά με μπουνιές σε όλο της το σώμα. Του έλεγε να σταματήσει και να την αφήσει γιατί δεν ανέπνεε και της έκλεισε το στόμα με το χέρι.  Τότε τον άρπαξε από την φανέλα και την άρπαξε και αυτός από τη φανέλα και της έσκισε τη φανέλα. Μετά την άφησε και αποχώρησε.

 

Δεύτερη μάρτυρας για την Κατηγορούσα Αρχή ήταν η Δρ. Ζορίτσα Λάζοβιτς (ΜΚ2) η οποία κατέθεσε ως Τεκμήριο 4 την ιατρική γνωμάτευση που ετοίμασε για την παραπονούμενη το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε.

Η ΜΚ2 ανέφερε ότι υπηρετεί στο Τμήμα Ατυχημάτων και Επειγόντων Περιστατικών του Νοσοκομείου Λάρνακας. Ειδικότερα, σύμφωνα με την ΜΚ2 κλινικά διαπιστώθηκαν εκδορές τραχήλου, άνω θώρακα, μώλωπες και εκδορές αντιβραχίου αριστερά, εκδορές και ερυθρότητα ονυχοφόρων φαλάγγων 2ου, 3ου, 4ου και 5ου δαχτύλου αριστερού άνω άκρου, εκδορές 4ου και 5ου δαχτύλου δεξιού άνω άκρου, μώλωπες μηρού αριστερά διαστάσεων 12Χ3 εκατοστά και 2Χ2 εκατοστά μώλωπες αντιβραχίονα δεξιά.  Έγινε ακτινολογικός έλεγχος και η ασθενής έλαβε εξιτήριο.

 

Περαιτέρω, κατατέθηκε εκ συμφώνου και για την αλήθεια του περιεχομένου της η κατάθεση της αστυφύλακος 2174 Β. Σεργίου ως Τεκμήριο 2, στην οποία αναφέρεται ότι στις 9/7/2022 στο Τμήμα Μικροπαραβάσεων Λάρνακας έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο 3 ως η κατάθεση που λήφθηκε από τον κατηγορούμενο αφού πρώτα του επέδωσε τα δικαιώματα υπόπτων/κατηγορουμένων.

 

Ο κατηγορούμενος κατέθεσε ενόρκως υιοθετώντας το περιεχόμενο της ανακριτικής του κατάθεσης (Τεκμήριο 3). Συνοπτικά, στην κατάθεση του αναφέρει ότι στις 30/06/2022 μετέβη από τη Λεμεσό στη Λάρνακα με το όχημα του και συνάντησε την παραπονούμενη και τον αδελφό της, με τους οποίους πήγαν για φαγητό. Αργότερα, όταν επέστρεψαν έξω από το σπίτι της ΜΚ1, η ΜΚ1 αρνείτο να κατέβει από το αυτοκίνητό του παρά τις επανειλημμένες εκκλήσεις του. Για τον λόγο αυτό κάλεσε τον αδελφό της για να την πάρει αλλά η ΜΚ1 αρνήθηκε και δεν ήθελε να κατεβεί.

 

Σύμφωνα με τον κατηγορούμενο, η ΜΚ1 έχυσε καφέδες μέσα στο αυτοκίνητο του καθώς οδηγούσε προς την Αστυνομία Αραδίππου τον χτυπούσε, τον κλωτσούσε, τραβούσε το τιμόνι και τις ταχύτητες. Μετά την επιστροφή έξω από το σπίτι της ΜΚ1, αυτή συνέχισε να αρνείται να κατέβει από το όχημα και περαιτέρω ανέφερε ότι τα ξημερώματα του ούρησε μέσα στο αυτοκίνητο. Το πρωί, αφού εκείνη συνέχισε να αρνείται να αποχωρήσει, την έβγαλε από το αυτοκίνητο κρατώντας την από τα χέρια και αφού την κατέβασε την κρατούσε από τα χέρια κάτω στο πεζοδρόμιο για να ηρεμήσει και τότε του έκοψε την αλυσίδα και τον σταυρό που φορούσε και του έσκισε τη φανέλα. Τότε ο κατηγορούμενος της τράβηξε τη δική της φανέλα και της την έσχισε. Ήταν η θέση του ότι ο ίδιος δεν χτύπησε την ΜΚ1, ούτε την έβρισε, ούτε την απείλησε.

 

Μέσα στα πλαίσια της ζωντανής ατμόσφαιρας της δίκης είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου. Παρακολούθησα τις αντιδράσεις τους, φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο που απαντούσαν, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητά τους ή την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν, παράγοντες που, σύμφωνα με τη νομολογία, ενέχουν ιδιαίτερη σπουδαιότητα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας.[3] Δεν παραγνωρίζω βέβαια ότι τα πιο πάνω στοιχεία μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία ενός μάρτυρα, αλλά δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας του.[4] Αξιολόγησα τη μαρτυρία τους λαμβάνοντας υπόψη το περιεχόμενο, την ποιότητα και τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία και έχω λάβει καθοδήγηση από σειρά παραγόντων όπως, μεταξύ άλλων, την πειστικότητα, λογική και εσωτερική συνοχή της μαρτυρίας, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων των μαρτύρων, τη λογικοφάνεια και αληθοφάνεια της εκδοχής τους, την ύπαρξη ή μη υπερβολών ή ουσιωδών αντιφάσεων, το όποιο προσωπικό συμφέρον ή προκατάληψη τους, τις ευκαιρίες που είχαν για να αντιληφθούν τα διαδραματιζόμενα, τη μνήμη τους και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή για να πιστεύουν σε αυτά στα οποία κατέθεσαν, τη φιλαλήθεια τους και τον τρόπο αφήγησης των γεγονότων όπως επίσης  και το βαθμό στον οποίο συνάδει η μαρτυρία με το περιεχόμενο των διαφόρων εγγράφων που κατατέθηκαν ως Τεκμήρια.

 

Έχω επίσης κατά νου την καλά εμπεδωμένη αρχή ότι η μαρτυρία εξετάζεται μέσα στο συνολικό της πλαίσιο και όχι αποσπασματικά και μικροσκοπικά.[5] Μικρές ασυνέπειες, μικροδιαφορές και μικρές αντιφάσεις σε επουσιώδη θέματα δεν καταρρίπτουν την αξιοπιστία των μαρτύρων αλλά αντίθετα ενδυναμώνουν την ειλικρίνεια τους και δείχνουν ότι δεν υπήρξε προσχεδιασμός και ή συνεννόηση μεταξύ των μαρτύρων στην εκδοχή που μετέφεραν στον Δικαστήριο.[6]  Έχω επίσης κατά νου την αρχή ότι δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα που κρίθηκε από το Δικαστήριο ως αξιόπιστος.[7]

 

Η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν έχει περιοριστεί μόνο στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα ξεχωριστά αλλά την έχω συσχετίσει, αντιπαραβάλει και διερευνήσει με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων, υποβάλλοντας τη στη βάσανο της συνεκτίμησης στο πλαίσιο του συνόλου της μαρτυρίας και υποβάλλοντας επίσης το περιεχόμενο της μαρτυρίας έκαστου μάρτυρα στη βάσανο της λογικής και της ανθρώπινης πείρας με βάση την προσέγγιση που η Νομολογία επιτάσσει στο θέμα αυτό.[8]

 

Έχω επίσης κατά νου την αρχή ότι η αποδοχή κάποιων μαρτύρων ως αξιόπιστων δεν εξυπακούει πως τα όσα είπαν υπέχουν και ανάλογης αποδεικτικής βαρύτητας αφού η γενικότερη αξιοπιστία των μαρτύρων δεν εναρμονίζεται πάντοτε με την αποδεικτική δύναμη της μαρτυρίας τους.[9] Τέλος, είχα πάντα κατά νου ότι η αποτίμηση της αξιοπιστίας ενός μάρτυρα είναι έργο διακριτό και εντελώς αποσυναρτημένο από οποιοδήποτε βάρος απόδειξης.[10]  Σημειώνω, περαιτέρω, ότι οι  υποβολές των  συνηγόρων από μόνες τους δεν έχουν καμιά αποδεικτική αξία και  αν δεν προσαχθεί  αργότερα αντίστοιχη μαρτυρία παραμένουν απλώς μετέωροι ισχυρισμοί.[11]

 

Αποτελεί καλά θεμελιωμένη αρχή ότι έκαστος μάρτυρας θα πρέπει να αντεξετάζεται επί όλων των αμφισβητούμενων γεγονότων. Σχετικές, ως προς τις συνέπειες παράλειψης αντεξέτασης είναι η αποφάσεις  Frederickou Schools Co Ltd κ.α. ν. Acuac Inc (2002) 1 ΑΑΔ 1527, Πιριλίδη ν. Δήμου Λεμεσού, Ποινική Έφεση 331/2015, ημερομηνίας 11/12/2017, ECLI:CY:AD:2017:B454, όπου επαναλήφθηκε η αρχή πως η παράλειψη αντεξέτασης γενικά θεωρείται ως αποδοχή της εκδοχής που θέτει ο μάρτυρας. Έχω βέβαια υπόψη μου ότι όπως λέχθηκε  στην απόφαση Προδρόμου ν. Δημοκρατίας (1999) 2 ΑΑΔ 260, «ο εν λόγω κανόνας έχει ευρύτερο πεδίο εφαρμογής στις πολιτικές παρά στις ποινικές υποθέσεις». Επιπλέον, είναι καλά νομολογημένο ότι η υπεράσπιση οφείλει να θέσει τα ζητήματα που έχει κατά νουν στους μάρτυρες κατηγορίας, ώστε να έχουν τη δυνατότητα να απαντήσουν δεόντως.[12] Σημειώνω τέλος ότι αποτελεί καλά εμπεδωμένη αρχή, η οποία ισχύει τόσο στο αστικό όσο και στο ποινικό δίκαιο, ότι η αξιολόγηση λαμβάνει χώρα επί σημείων που αφορούν τα επίδικα θέματα.[13] 

 

Σε ότι αφορά τις αρχές που διέπουν την αξιολόγηση μαρτυρίας πραγματογνώμονα έχει νομολογηθεί ότι ο ρόλος και το καθήκον ενός εμπειρογνώμονα είναι να εφοδιάσει το Δικαστήριο με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για τον έλεγχο της ακρίβειας των συμπερασμάτων του ώστε να μπορέσει το Δικαστήριο να διαμορφώσει τη δική του ανεξάρτητη κρίση με την εφαρμογή αυτών των κριτηρίων πάνω στα γεγονότα που αποδεικνύει η μαρτυρία.[14]  Σε κάθε περίπτωση, το Δικαστήριο οφείλει να καταλήξει στα δικά του ανεξάρτητα συμπεράσματα, έχοντας υπόψη τη μαρτυρία εμπειρογνωμοσύνης η οποία έγινε αποδεκτή και κρίθηκε αξιόπιστη, χωρίς όμως να είναι και αναγκαίο να την αποδεχθεί.[15] Το Δικαστήριο μπορεί να διαφοροποιήσει τη θέση του και να μη δεχθεί τη μαρτυρία ενός εμπειρογνώμονα, νοουμένου ότι υπάρχουν οι συνθήκες εκείνες που να δικαιολογούν τέτοια κατάληξη.[16]

 

Κατά την αξιολόγηση μαρτυρίας εμπειρογνώμονα, ισχύουν οι ίδιοι νομολογιακοί κανόνες όπως για κάθε άλλο μάρτυρα[17], με μόνη ίσως διαφορά ότι η συμπεριφορά εμπειρογνωμόνων στο εδώλιο του μάρτυρα, κατά γενικό κανόνα, δεν θεωρείται τόσο σημαντική για τους σκοπούς εκτιμήσεως της αξιοπιστίας του, όπως στην περίπτωση ενός μάρτυρα πάνω σε γεγονότα.[18]

 

Κρίνω σκόπιμο να αρχίσω με την αξιολόγηση της ιατρικής μαρτυρίας και ειδικότερα, της ΜΚ2 η οποία προσήλθε στο Δικαστήριο προκειμένου να καταθέσει υπό την ιδιότητα της ως πραγματογνώμονας. Ως προς τη σημασία  ιατρικής μαρτυρίας σε υποθέσεις όπως η παρούσα, σχετικό είναι το πιο κάτω απόσπασμα από την απόφαση Γεωργίου ν. Αστυνομίας (1997) 2 Α.Α.Δ. 439, όπου αναφέρθηκαν τα ακόλουθα:

 

«Η ιατρική μαρτυρία σε τέτοιες υποθέσεις είναι πολύ ζωτικής σημασίας. Αποτελεί και πραγματική μαρτυρία η οποία συνιστά αξιόπιστο βοήθημα και σταθερό οδηγό για την κρίση της αξιοπιστίας των μαρτύρων (βλ. Σοφοκλή ν. Λεωνίδου (1993) 1 Α.Α.Δ. 1003, 1010, Knell v. Αστυνομίας (1994) 2 Α.Α.Δ. 51).»

 

Λαμβάνοντας υπόψη τα όσα η εν λόγω μάρτυρας ανέφερε ως προς τα προσόντα της καθώς επίσης και τη μη αμφισβήτηση αυτών από την πλευρά της Υπεράσπισης, δέχομαι ότι η ΜΚ2 κατέθεσε στο Δικαστήριο υπό την ιδιότητα της ως πραγματογνώμονας. Όπως προκύπτει και από τη σύνοψη της μαρτυρίας, η πλευρά της Υπεράσπισης δεν αμφισβήτησε με οποιοδήποτε τρόπο το περιεχόμενο της έκθεσης που η ΜΚ2 ετοίμασε και κατέθεσε στο Δικαστήριο ούτε παρουσιάστηκε διιστάμενη μαρτυρία σε σχέση με τα όσα η ΜΚ2 κατέθεσε. Η ΜΚ2 εξήγησε με ενάργεια και με τη δέουσα σαφήνεια και επιστημονικότητα τα ευρήματα της ως αυτά καταγράφονται στην ιατρική έκθεση που ετοίμασε Τεκμήριο 4.

 

Έχοντας κατά νου το περιεχόμενο της έκθεσης (Τεκμήριο 4) που η ΜΚ2  κατέθεσε στο Δικαστήριο, τα όσα η εν λόγω μάρτυρας κατέθεσε επίσης δια ζώσης ενώπιον του Δικαστηρίου και των αναφορών και δεδομένων στα οποία η ΜΚ2 στηρίχθηκε προκειμένου να καταλήξει στα συμπεράσματα της καταλήγω ότι επρόκειτο για αξιόπιστη μάρτυρα η οποία με τη μαρτυρία της έχει θέσει το αναγκαίο επιστημονικό υπόβαθρο για τον έλεγχο της ακρίβειας των συμπερασμάτων της ώστε να μπορέσει το Δικαστήριο να διαμορφώσει τη δική του ανεξάρτητη κρίση. Συνακόλουθα η μαρτυρία της ΜΚ2 κρίνεται αξιόπιστη και γίνεται αποδεκτή.

 

Η παραπονούμενη, ΜΚ1 δημιούργησε εξαιρετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Περιέγραψε το επίδικο περιστατικό απλά, με την όλη έκφραση της και τον τρόπο με τον οποίο κατέθετε να είναι φυσικός και αυθόρμητος. Ο τρόπος που περιέγραψε τα συμβάντα δήλωναν μάρτυρα που κατέθετε την πραγματική διάσταση τους χωρίς να υπάρχει, αλλά ούτε καν να υποβόσκει προσπάθεια απόκρυψης της αλήθειας. Ουδέν προέκυψε από την αντεξέταση της ΜΚ1 που να αλλοιώνει την αντικειμενικότητα και αξιοπιστία της.

 

Εξετάζοντας τη μαρτυρία της συνολικά δεν εντοπίζω εγγενή προβλήματα αξιοπιστίας και διαπιστώνω ότι αυτή χαρακτηρίζεται από σαφήνεια, σταθερότητα, συνεκτικότητα και πειστικότητα. Η ΜΚ1 επεξήγησε με ενάργεια όλα όσα διαμείφθηκαν κατά την επίδικη ημέρα ενώ απαντούσε αυθόρμητα και χωρίς αμφιταλαντεύσεις στις ερωτήσεις που της τέθηκαν κατά την αντεξέταση χωρίς να υποπέσει σε αντιφάσεις.

 

Η ΜΚ1 αντεξεταζόμενη παρέμεινε σταθερή στις αναφορές της σε σχέση με την επίθεση που δέχθηκε από τον κατηγορούμενο την επίδικη ημέρα, αρνούμενη ότι η ίδια χτύπησε τον κατηγορούμενο. Με απλότητα, φυσικότητα και πηγαίο αυθορμητισμό εξήγησε απαντώντας σε πολλές ερωτήσεις που της τέθηκαν στην αντεξέταση επί του ζητήματος αναφέροντας με ειλικρίνεια ότι ναι μεν της είχε ζητήσει ο κατηγορούμενος να κατέβει από το όχημα του και μάλιστα όχι μόνο μία φορά όπως ειλικρινά δέχθηκε, πλην όμως η ίδια δεν επιθυμούσε να κατέβει και δεν κατέβηκε καθότι ήθελε να μιλήσουν για τη σχέση τους αφού η ίδια επιθυμούσε να ξεκαθαρίσουν την κατάσταση στην οποία βρίσκονταν εξηγώντας ότι επειδή η ίδια ήθελε να μιλήσουν ο κατηγορούμενος νευρίασε.  

 

Περαιτέρω οι αναφορές της σε τράβηγμα από τα χέρια και χτύπημα στο πόδι καθώς και τράβηγμα και σκίσιμο της φανέλας της συνάδουν και με τα ευρήματα της ΜΚ2 η οποία διαπίστωσε εκχυμώσεις και εκδορές στα συγκεκριμένα σημεία του σώματος της ΜΚ1. Σε αυτό το σημείο θα πρέπει να λεχθεί ότι η ΜΚ1 παρουσίασε μία τάση υπερβολής σε σχέση με την περιγραφή των χτυπημάτων και δη ότι ο κατηγορούμενος της χτυπούσε σε όλο της το σώμα και ότι η ίδια είχε μελανιές παντού κάτι που δεν συνάδει με την ενώπιον του Δικαστηρίου αποδεκτή ιατρική μαρτυρία αφού δεν προκύπτει ότι η ΜΚ1 είχε μελανιές σε όλο της το σώμα παρά μόνο στα σημεία που ανέφερε η ΜΚ2 και στα οποία έχει γίνει αναφορά πιο πάνω. Συνεπώς, δεν αποδέχομαι αυτές τις αναφορές της ΜΚ1. Η μη αποδοχή βέβαια αυτής της αναφοράς της δεν καθιστά και το υπόλοιπο της μαρτυρίας της ως αναξιόπιστο δεδομένου ότι, ως εξήγησα και πιο πάνω, η ΜΚ1 κρίνεται αξιόπιστη μάρτυρας. Αποτελεί καλά εμπεδωμένη νομολογιακή αρχή ότι όταν ένας μάρτυρας έχει κριθεί αξιόπιστος, είναι δυνατόν η μαρτυρία του, συγκρινόμενη με το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό που τυχόν υπάρχει, σε ένα μέρος της να γίνει αποδεκτή και σε άλλο μέρος της να απορριφθεί.[19] Η πιο πάνω αναφορά δεν είναι τέτοια που να προκαλεί ρήγμα στην αξιοπιστία της ΜΚ1 και αποδίδεται απλώς σε μία τάση υπερβολής της ΜΚ1 σε σχέση με την έκταση και ένταση των χτυπημάτων και της βλάβης χωρίς αυτό να αποτελεί ένδειξη ή προσπάθεια αναλήθειας εκ μέρους της. Αξιοσημείωτο είναι άλλωστε το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος δέχθηκε τόσο στην ανακριτική του κατάθεση όσο και δια ζώσης ενώπιον του Δικαστηρίου ότι τράβηξε την ΜΚ1 από τα χέρια βγάζοντας την από το αυτοκίνητο του μετά την άρνηση της ΜΚ1 να κατέβει με τη θέληση της από αυτό. Δέχθηκε επίσης στην ανακριτική του κατάθεση ότι τράβηξε την ΜΚ1 από τη φανέλα και της την έσκισε.   

 

Σε ότι αφορά τις αναφορές της ΜΚ1 δια ζώσης ότι ήταν κλειδωμένη στο όχημα του κατηγορούμενου χωρίς να είχε αναφέρει στην κατάθεση της ότι ήταν κλειδωμένη καθίσταται σαφές ότι πρόκειται για μία επουσιώδης απόκλιση καθότι η παραπονούμενη με ειλικρίνεια και ευθύτητα δέχθηκε ότι ο κατηγορούμενος της είχε ζητήσει να κατέβει από το όχημα του και μάλιστα όχι μόνο μια φορά με την ίδια να αρνείται επειδή ήθελε να μιλήσουν για τη σχέση τους. Με άλλα λόγια ήταν δική της επιθυμία να μην κατέβει από το όχημα του κατηγορούμενου και αυτό το δήλωσε δια ζώσης χωρίς ενδοιασμούς και περιστροφές.  

 

Καταληκτικά, εξετάζοντας τη μαρτυρία της ΜΚ1 συνολικά δεν έχω εντοπίσει οποιαδήποτε ουσιώδη αντίφαση στη μαρτυρία της, η οποία παρέμεινε ακλόνητη κατά την αντεξέταση. Η ΜΚ1 με σαφήνεια, ειλικρίνεια, ευθύτητα, αυθεντικά, γνήσια, πηγαία και με φιλαλήθεια ανέφερε με λεπτομέρεια και παραστατικότητα τα όσα ο κατηγορούμενος της έκανε και δεν έχω κανένα ενδοιασμό ή δισταγμό και καμία αμφιβολία να δεχθώ την μαρτυρία της για τα επίδικα γεγονότα και να την κρίνω αξιόπιστη και με ασφάλεια να βασιστώ στη μαρτυρία της.

 

Ενδεικτικό της ειλικρίνειας της ΜΚ1 ήταν και το γεγονός ότι δέχθηκε ότι και η ίδια τράβηξε τον κατηγορούμενο από την φανέλα του μετά τη βίαιη απομάκρυνση της από το όχημα του χωρίς τη θέληση της θέση που συνάδει και με τα ευρήματα της ΜΚ2 περί εκδορών στις φάλαγγες των χεριών της.

 

Συνακόλουθα, η ΜΚ1 κρίνεται αξιόπιστη μάρτυρας και με εξαίρεση το σημείο της μαρτυρίας της στο οποίο έχω αναφερθεί, η μαρτυρία της γίνεται αποδεκτή.

 

Ο κατηγορούμενος καταθέτοντας ενόρκως δεν έκανε καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Η μαρτυρία του χαρακτηρίζεται από ασάφεια, γενικότητα, έλλειψη αυθορμητισμού και δεν παρουσιάζει την αναγκαία σταθερότητα, θετικότητα, πειστικότητα και συνοχή ώστε να μπορεί να γίνει δεκτή. Ο κατηγορούμενος περιέπεσε επίσης σε αντιφάσεις αναιρώντας τις αναφορές στις οποίες είχε προβεί στην κατάθεση του το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε. Παραθέτω κάποια ενδεικτικά και μόνο παραδείγματα των αναφορών του που επιβεβαιώνουν την αδυναμία της εκδοχής που παρουσίασε στο Δικαστήριο.

 

Ενδεικτικό της ανειλικρίνειας του κατηγορούμενου ήταν το γεγονός ότι ενώ στην ανακριτική του κατάθεση την οποία υιοθέτησε ανέφερε ότι ουδέποτε απείλησε ή έβρισε την ΜΚ1, αντεξεταζόμενος διαφοροποίησε τη θέση του λέγοντας τελικά ότι δεν θυμόταν αν την απείλησε και την έβρισε επειδή, όπως ισχυρίστηκε, πέρασαν πολλά χρόνια και δεν θυμάται, αφήνοντας ουσιαστικά ανοικτό το ενδεχόμενο να προέβη σε αυτές τις πράξεις.

 

Αξιοσημείωτο ήταν βέβαια το γεγονός ότι ενώ ο ίδιος θυμόταν διάφορες άλλες λεπτομέρειες όπως για παράδειγμα ότι είχε φέρει καφέ ο αδερφός της ΜΚ1 στην ίδια την επίδικη ημέρα παρά το ότι πέρασαν πολλά χρόνια, εντούτοις δεν θυμόταν αν είχε απειλήσει και βρίσει την ΜΚ1. Προφανώς πρόκειται για μία ουσιώδη διαφοροποίηση θέσης από την οποία αναδύεται και η προσπάθεια του να μην πει την αλήθεια στο Δικαστήριο. Κρίνω σκόπιμο να παραθέσω αυτούσια αποσπάσματα από τις απαντήσεις του κατηγορούμενου κατά την αντεξέταση του από τα οποία αναδύεται και αδυναμία της εκδοχής που παρουσίασε στο Δικαστήριο:

 

«A.      Να την απειλήσω όχι, που μόνη της ελάλε διάφορα πράγματα.

E.        Δεν της είπες "Να δεις τι θα σου κάμω και δεν φοούμαι κανένα";

A.        Έχει και 4 χρόνια τούτο, δεν θυμάμαι ακριβώς, γιατί έχει και 4 χρόνια, που το 2022.

E.        Δεν την έβρισες με τις λέξεις "είσαι παλαβή, είσαι μαλακισμένη, είσαι φτανή";

A.        Πάλι δεν θυμάμαι.  Έχει αρκετά χρόνια.»

 

Και σε άλλο σημείο:

 

«E.      Σου υποβάλλω ότι απείλησες την ότι θα της κάμεις κακό αν δεν κατεβεί που το αυτοκίνητο, τι έχεις να πεις;

A.        Για την απειλή δεν θυμάμαι.

E.        Ούλλα θυμάσαι τα, δεν θυμάσαι αν την απείλησες ή όχι;

A.        Ήταν στο finish που έφευγα εκείνο.

E.        Άρα έγινε;

A.        Δεν θυμάμαι στο finish που έφυγα.

E.        Ένα λεπτό, θυμάσαι ότι έγινε στο finish αλλά δεν θυμάσαι ότι έγινε η απειλή;

A.        Ναι.»

 

Περαιτέρω ενδεικτικό της αναλήθειας του Κατηγορούμενου και της προσπάθειας του να μην παρουσιάσει την πραγματική διάσταση των όσων εκτυλίχθηκαν ήταν και η ακόλουθη αναφορά του κατά την αντεξέταση του:

 

«Ε.      Δεν την τράβηξες να την κατεβάσεις που το αυτοκίνητο;

A.           Την έπιασα και κατέβηκε κανονικά και έκατσε στο πεζοδρόμιο και εγίνηκε τι εγίνηκε…»

 

Ενώ αρχικά ισχυριζόταν ότι απλά την έβγαλε από το όχημα του χωρίς βία και χωρίς να γίνει κάτι, στη συνέχεια διαφοροποιεί τη θέση του παραδεχόμενος ότι αφού την κατέβασε από το όχημα «εγίνηκε τι εγίνηκε…» όπως χαρακτηριστικά ανέφερε.

 

Περαιτέρω, ενώ στην κατάθεση του ο κατηγορούμενος λέει ευθαρσώς ότι έπιασε την ΜΚ1 από τα χέρια και την κρατούσε κάτω στο πεζοδρόμιο για να ηρεμήσει αντεξεταζόμενος, ισχυρίστηκε ότι ήταν ευγενικά που πήρε την ΜΚ1 από το αυτοκίνητο χωρίς καμία βία διαφοροποιώντας τη θέση που είχε προβάλει στην κατάθεση του ότι την κατέβασε από το αυτοκίνητο κρατώντας την από τα χέρια κάτω στο πεζοδρόμιο. Δεν συνάδει η ισχυριζόμενη ευγενική απομάκρυνση της ΜΚ1 από το αυτοκίνητο με την αναφορά ότι την κρατούσε ουσιαστικά από τα χέρια καθηλωμένη κάτω στο πεζοδρόμιο. Περαιτέρω η προσπάθεια του να παρουσιάσει το γεγονός της απομάκρυνσης της ΜΚ1 από το όχημα του χωρίς άσκηση βίας δεν έπεισε αφού δεν συνάδει με τις αρχικές αναφορές του ως αυτές καταγράφηκαν στην κατάθεση του και τις οποίες υιοθέτησε δια ζώσης.

Ούτε έπεισε η θέση του κατηγορούμενου ότι οι εκχυμώσεις και οι εκδορές στο σώμα της ΜΚ1, τις οποίες δεν αμφισβήτησε, προκλήθηκαν από το γεγονός ότι του χτυπούσε η ίδια όπως ισχυρίστηκε, αφού ο ίδιος δεν ήταν σε θέση να εξειδικεύσει τις γενικές και αόριστες αναφορές του σε χτυπήματα.

 

Εξετάζοντας λοιπόν τη μαρτυρία του κατηγορούμενου στο σύνολο της και έχοντας δώσει πιο πάνω κάποια ενδεικτικά και μόνο παραδείγματα του όλου τρόπου που απαντούσε και της έκδηλης αδυναμίας του να δώσει σταθερές, σαφείς και πειστικές απαντήσεις σε απλές ερωτήσεις που του τέθηκαν, καταλήγω ότι η μαρτυρία του δεν ήταν ειλικρινής και την απορρίπτω στο σύνολο της.

 

Τα πιο πάνω τρωτά σημεία στη μαρτυρία του Κατηγορούμενου και οι πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου κλονίζουν το υπόβαθρο της αξιοπιστίας του σε βαθμό που η απόδοση οποιασδήποτε βαρύτητας στη μαρτυρία του να καθίσταται ακροσφαλής.

 

Συνακόλουθα, απορρίπτω τη μαρτυρία του κατηγορούμενου στην ολότητα της με εξαίρεση τα σημεία στα οποία προβαίνει σε παραδοχές στην κατάθεση του και στα οποία έχω αναφερθεί πιο πάνω. Αποτελεί καλά εμπεδωμένη αρχή ότι το Δικαστήριο μπορεί να αξιολογήσει το περιεχόμενο της γραπτής του κατάθεσης, η οποία βρίσκεται κατατεθειμένη ενώπιον του. Θεμελιακή επί του προκειμένου είναι η απόφαση Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας (1989) 2 ΑΑΔ 109, όπου υιοθετηθήκαν οι αρχές της αγγλικής υπόθεσης Findlay Duncan 73 Cnm. App R. 359. Στην απόφαση Κωνσταντίνου (ανωτέρω), υποδείχθηκε ότι μπορεί να αποδοθεί μεγαλύτερη βαρύτητα στο μέρος εκείνο της κατάθεσης, το οποίο συνθέτει παραδοχή στο αδίκημα ή περιέχει δηλώσεις ενάντια στα συμφέροντα του κατηγορουμένου.[20]

 

Στην κατάθεση του ο κατηγορούμενος παραδέχεται ότι πήρε από τα χέρια την ΜΚ1 χωρίς τη θέληση της ενώ καθόταν στο όχημα του, την κατέβασε στο πεζοδρόμιο και την κρατούσε από τα χέρια κάτω στο πεζοδρόμιο.

 

Στη βάση της πιο πάνω αξιολόγησης της ενώπιον μου μαρτυρίας προβαίνω στα ακόλουθα ευρήματα σε σχέση με τα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση:

 

Η Παναγιώτα Μοδέστου (ΜΚ1) διατηρούσε σχέση με τον κατηγορούμενο  από τον Ιανουάριο του 2022. Στις 30/06/2022 το βράδυ η ΜΚ1 βρισκόταν μαζί με τον κατηγορούμενο στο αυτοκίνητό του, όταν, μετά από λογομαχία για τη σχέση τους, ο κατηγορούμενος την αποκάλεσε «παλαβή, μαλακισμένη, φτανή» και της είπε τη φράση «να δεις τι εννά σου κάμω και εν φοούμαι κανέναν». Οι φράσεις αυτές προκάλεσαν φόβο στην ΜΚ1. Ο κατηγορούμενος ήθελε να κατέβει η ΜΚ1 από το αυτοκίνητο του ενώ η ΜΚ1 δεν επιθυμούσε να κατέβει και δεν κατέβαινε παρά το ότι της είχε ζητήσει ο κατηγορούμενος να κατέβει, αφού η ΜΚ1 ήθελε να μιλήσουν για τη σχέση τους. Ακολούθως, ενώ οδηγούσε ο κατηγορούμενος, ενημέρωσε την ΜΚ1 ότι θα την πήγαινε στην Αστυνομία Αραδίππου για να την κατεβάσει, όμως τελικά κατέληξε σε χώρο στάθμευσης υπεραγοράς στη Λάρνακα αφού δεν βρήκε το δρόμο για τον αστυνομικό σταθμό όπου κοιμήθηκε μέσα στο όχημα του ενώ η ΜΚ1 βρισκόταν επίσης μέσα στο όχημα του κατηγορούμενου. Αργότερα όταν ξύπνησε ο κατηγορούμενος, μετέφερε με το όχημα του την ΜΚ1 έξω από το σπίτι της και της ζήτησε να κατέβει. Η ίδια δεν κατέβηκε από το αυτοκίνητο και του είπε να περιμένει γιατί ήθελε να μιλήσουν. Όταν εκείνη ζήτησε να συζητήσουν, ο κατηγορούμενος την τράβηξε από τα χέρια έξω από το αυτοκίνητο, απομακρύνοντας την από το όχημα του χωρίς τη θέληση της, την κρατούσε από τα χέρια κάτω στο πεζοδρόμιο, γονάτισε πάνω στο πόδι της και την κοιλιά της. Η ΜΚ1 τράβηξε τον Κατηγορούμενο από την φανέλα και ο κατηγορούμενος τράβηξε και αυτός την ΜΚ1 από τη φανέλα την οποία έσχισε. Ακολούθως ο κατηγορούμενος άφησε την ΜΚ1 και αυτή αποχώρησε από το μέρος. Η ΜΚ1 εξετάστηκε από την Δρ. Ζορίτσα Λάζοβιτς (ΜΚ2) την 1/7/2022 και ώρα 10:00 στο Τμήμα Ατυχημάτων και Επειγόντων Περιστατικών του Νοσοκομείου Λάρνακας και ετοίμασε σχετική έκθεση με τα ευρήματα της (Τεκμήριο 4).

 

Από την εξέταση της ΜΚ1 κλινικά διαπιστώθηκαν εκδορές τραχήλου, άνω θώρακα, μώλωπες και εκδορές αντιβραχίου αριστερά, εκδορές και ερυθρότητα ονυχοφόρων φαλάγγων 2ου, 3ου, 4ου και 5ου δαχτύλου αριστερού άνω άκρου, εκδορές 4ου και 5ου δαχτύλου δεξιού άνω άκρου, μώλωπες μηρού αριστερά διαστάσεων 12Χ3 εκατοστά και 2Χ2 εκατοστά μώλωπες αντιβραχίονα δεξιά.  Έγινε ακτινολογικός έλεγχος και η ΜΚ1 έλαβε εξιτήριο.

 

Η αστυφύλακας 2174 Β. Σεργίου στις 9/7/2022 στο Τμήμα Μικροπαραβάσεων Λάρνακας έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο (Τεκμήριο 3).

 

Μετά την αξιολόγηση της ενώπιον του Δικαστηρίου τεθείσας μαρτυρίας και στην κατάληξη στα πιο πάνω ευρήματα, θα προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσο η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει την ενοχή του κατηγορούμενου στο αδίκημα που αντιμετωπίζει.

 

Tο βάρος απόδειξης της σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων των αδικημάτων που προσάπτονται στον Κατηγορούμενο το έχει η Κατηγορούσα Αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλαδή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας.[21] Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας που προσάπτεται στον Κατηγορούμενο χωρίς να επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι.[22] Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής.[23] 

 

Η πιο πάνω υποχρέωση είναι άσχετη από την απόρριψη ή όχι της εκδοχής του κατηγορουμένου, αφού τυχόν απόρριψη της εκδοχής ενός κατηγορούμενου  καθίσταται μοιραία για την υπεράσπιση μόνο όταν η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής παραμένει ισχυρή στο τέλος, ώστε να οδηγήσει με την απαιτούμενη ασφάλεια σε καταδίκη.[24]

 

Στην Γενικός Εισαγγελέας v. Ανδρέα Ευριπίδου (2002) 2 ΑΑΔ 246 επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι:

 

«Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής.»

Σαφώς, όμως, η βεβαιότητα, η οποία αναζητείται στη Δικαστική απόφαση δεν είναι αυτή της απόλυτης μαθηματικής βεβαιότητας, αλλά το είδος της βεβαιότητας που ικανοποιεί την κρίση και τη συνείδηση των Δικαστών στα πλαίσια της λογικής.[25]

 

Στην Τούμπας v. Δημοκρατίας (1984) 2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος v. Δημοκρατίας (1985) 2 C.L.R. 97 επισημαίνεται ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας.

 

Επίθεση με πραγματική σωματική βλάβη:

 

Η 1η κατηγορία στηρίζεται στο άρθρο 243 του Ποινικού Κώδικα, ΚΕΦ. 154, το οποίο διαλαμβάνει τα ακόλουθα:

 

«243. Όποιος διαπράττει επίθεση που προκαλεί πραγματική σωματική βλάβη, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση τριών χρόνων».[26]

 

Η έννοια της «σωματικής βλάβης»  καθορίζεται στο άρθρο 4 του Ποινικού Κώδικα,  Κεφ. 154 ως εξής:

 

«Σωματική βλάβη» σημαίνει σωματική βλάβη, ασθένεια ή διαταραχή είτε μόνιμη, είτε προσωρινή.

 

Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι (α)  η επίθεση εναντίον άλλου προσώπου (β) η πρόκληση σε αυτό πραγματικής σωματικής βλάβης.

 

Ο όρος «επίθεση» χρησιμοποιείται με την έννοια ότι περιλαμβάνει «assault» και «battery». Η επίθεση διαπράττεται όταν κατηγορούμενος, παράνομα (unlawfully), προκαλεί σε άλλο πρόσωπο φόβο άσκησης άμεσης βίας (assault) ή όπου ασκεί παράνομα βία σε άλλο πρόσωπο (battery).[27]

 

Επίθεση είναι οποιαδήποτε πράξη που γίνεται με πρόθεση ή με μεγάλη αδιαφορία (recklessly) να προκαλέσει και που προκαλεί σε ένα άλλο πρόσωπο το φόβο ότι θα ασκηθεί άμεση ή παράνομη βία εναντίον του.[28] Ο όρος χρησιμοποιείται με την έννοια της πραγματικής ή σκοπούμενης (intended) χρήσης παράνομης βίας σε κάποιο άλλο πρόσωπο χωρίς τη συγκατάθεση του. Περαιτέρω, επίθεση μπορεί να διαπραχθεί χωρίς ο κατηγορούμενος να αγγίξει το άλλο πρόσωπο.[29]

 

Έχει νομολογηθεί ότι η μεγάλη αδιαφορία, που μπορεί να στοιχειοθετήσει εναλλακτικά το συστατικό στοιχείο της πρόθεσης στο αδίκημα, καλύπτει τις περιπτώσεις όπου ο παραβάτης, πριν ενεργήσει, είτε παραβλέπει την πιθανότητα του κινδύνου, είτε, αφού συνειδητοποιήσει την ύπαρξη του κινδύνου, παραταύτα προβαίνει στις ενέργειες του.[30] Μια τέτοια ενέργεια συνεπάγεται αδιαφορία για τις πιθανές συνέπειες των πράξεων του. Το αδίκημα στοιχειοθετείται παρόλο που ο κατηγορούμενος δεν είχε πρόθεση να εξασκήσει τη βία που επέφερε το τελικό αποτέλεσμα, αν αποδειχθεί ότι αυτός υπήρξε αδιάφορος (reckless) ως προς το κατά πόσο ο παραπονούμενος θα υφίστατο άμεση και παράνομη βία.[31]

 

Περαιτέρω, δεν είναι απαραίτητο η άδικη επίθεση να είναι άμεση. Στο σύγγραμμα

Russel on Crime, 11η έκδοση, τόμος 1, σελ. 729, γίνεται αναφορά στην υπόθεση Scott vShepherd (1773) 2 W.BL 892 όπου ρίχθηκε από τον εναγόμενο ένα αντικείμενο σε κάποια αγορά το οποίο τινάχθηκε από χέρι σε χέρι από διάφορα άτομα και τελικά κτύπησε τον ενάγοντα βγάζοντας του το μάτι και ο εναγόμενος κρίθηκε υπόλογος για επίθεση και βιαιοπραγία. Το ίδιο κρίθηκε και στην υπόθεση Short vLovejoy (1752) BullN.P. 16 όπου κάποιος έσπρωξε ένα μεθυσμένο προς άλλο πρόσωπο με αποτέλεσμα το τελευταίο πρόσωπο να τραυματισθεί.

 

Η πραγματική σωματική βλάβη ορίζεται στο άρθρο 4 του Ποινικού Κώδικα ως «ασθένεια ή διαταραχή, είτε μόνιμη είτε προσωρινή».

 

Ως προς το τι συνιστά πραγματική σωματική βλάβη παραπέμπω στις αποφάσεις RvMiller (1954) 2 All E.R. 529, 534, Αστυνομία ν. Ανδρέα Ιωάννου (1989) 2 ΑΑΔ 61 και Georghiades vPolice (1985) 2 CLR 56. Στην

Georghiades vPolice (1985) 2 CLR 56, το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι οι  επιφανειακές εκδορές στο πρόσωπο με ερέθισμα, αποτελούν πραγματική σωματική βλάβη, εντός της νομικής ερμηνείας του όρου για σκοπούς του άρθρου 243 του Κεφαλαίου 154. Αντίστοιχα, στο Σύγγραμμα Archbold, 36η έκδοση παρ.2634 η πραγματική σωματική βλάβη περιγράφεται ως βλάβη η οποία δεν χρειάζεται κατ' ανάγκη να είναι μόνιμου χαρακτήρα, μήτε τέτοια ώστε να εντάσσεται εντός της νομικής ερμηνείας του όρου της βαριάς σωματικής βλάβης.[32] Χρειάζεται όμως να διαπιστωθεί ως πραγματικό γεγονός η σωματική βλάβη, η απουσία της οποίας θα κατέτασσε την περίπτωση εντός των πλαισίων της κοινής επίθεσης.[33]  Ακόμη και επίθεση που προκαλεί υστερική νευρική κατάσταση θεωρείται ως πραγματική σωματική βλάβη.[34]

 

Στην υπό εξέταση περίπτωση όπως προκύπτει από τα ευρήματα του Δικαστηρίου, ο κατηγορούμενος τράβηξε από τα χέρια την ΜΚ1 έξω από το αυτοκίνητο του, απομακρύνοντας την από το όχημα του με τη βία και χωρίς τη θέληση της, αφού την έβγαλε από το όχημα του την κράτησε από τα χέρια της κάτω στο πεζοδρόμιο, γονάτισε πάνω στο πόδι της και την κοιλιά της ενώ την τράβηξε από τη φανέλα την οποία έσχισε. Οι πιο πάνω πράξεις προκάλεσαν στην ΜΚ1 εκδορές τραχήλου, άνω θώρακα, μώλωπες και εκδορές αντιβραχίου αριστερά, εκδορές και ερυθρότητα ονυχοφόρων φαλάγγων 2ου, 3ου, 4ου και 5ου δαχτύλου αριστερού άνω άκρου, εκδορές 4ου και 5ου δαχτύλου δεξιού άνω άκρου, μώλωπες μηρού αριστερά διαστάσεων 12Χ3 εκατοστά και 2Χ2 εκατοστά μώλωπες αντιβραχίονα δεξιά, δηλαδή πραγματική σωματική βλάβη εντός της έννοιας του Νόμου.

 

Ως εκ τούτου, έχουν αποδειχθεί στον απαιτούμενο βαθμό όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της 1ης κατηγορίας και ο Κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας στην 1η κατηγορία.

 

2η κατηγορία - Απειλή:

 

Το αδίκημα της απειλής κωδικοποιείται στο άρθρο 91 Α του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 το οποίο διαλαμβάνει τα ακόλουθα:

 

«Απειλή

 

91Α. Πρόσωπο το οποίο προκαλεί σε άλλον τρόμο ή ανησυχία απειλώντας τον με βία ή άλλη παράνομη πράξη ή παράλειψη, διαπράττει αδίκημα και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία (3) έτη.»

Καθίσταται σαφές ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι α) η απειλή άσκησης βίας ή τέλεσης παράνομης πράξης, και β) η πρόκληση τρόμου ή ανησυχίας στο πρόσωπο που απειλείται.

 

Στην Ιωσήφ v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση αρ. 41/2021, 28/9/2022, ECLI:CY:AD:2022:B369, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με την έννοια της απειλής:

 

 «το τι συνιστά απειλή, είναι ζήτημα πραγματικό, το οποίο κρίνεται σε συνάρτηση με τις περιστάσεις της κάθε υπόθεσης.  Ειδικότερα, κρίνεται αντικειμενικά, από το περιεχόμενο των όσων εκστομίζονται, ως και το αποτέλεσμα που αυτά προκαλούν στο πρόσωπο που απευθύνονται».

 

Περαιτέρω, διαφωτιστικό είναι και το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου στην υπόθεση Κούσουλος ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 119/2021, ημερομηνίας 20.1.2022, ECLI:CY:AD:2022:B13:

 

"Το τι συνιστά απειλή είναι ζήτημα πραγματικό, το οποίο κρίνεται σε συνάρτηση με τις περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Στη Νετζιήπ ν. Αστυνομίας (1992) 2 ΑΑΔ 1, όπου εξετάστηκαν οι πρόνοιες του Άρθρου 91(γ) του Κεφ. 154, αναφέρθηκε ότι η απειλή πρέπει να έχει πραγματικό έρεισμα και να δημιουργεί εξ αντικειμένου τη δυνατότητα εκφοβισμού του θύματος. Τα αποφασισθέντα σ΄ εκείνη την υπόθεση εφαρμόζονται κατ΄ αναλογία και στην παρούσα.

 

Ως προς την πρόκληση τρόμου ή ανησυχίας στον απειλούμενο αυτό εξετάζεται με βάση την υποκειμενική αντίληψη του απειλούμενου. Σχετική είναι η αγγλική υπόθεση DPP v. Ramos [2000] All E.R. (D) 544, όπου εξετάστηκε το Άρθρο 4 του αγγλικού Public Order Act 1986, που αφορά το αδίκημα «fear or provocation of violence», όπου τονίστηκε ότι αυτό που έχει σημασία είναι η υποκειμενική αντίληψη του απειλούμενου, παρά τη στατιστική πιθανότητα άσκησης βίας σε σύντομο χρόνο.

 

Ο κατηγορούμενος πρέπει να είχε πρόθεση εκφοβισμού του παραπονούμενου, έστω και αν δεν είχε σκοπό να διενεργήσει πράξη βίας ή παράνομη πράξη. Αυτή είναι η ένοχη διάνοια για τη διάπραξη του αδικήματος."

 

Είναι επίσης αδιαμφισβήτητο και νομολογιακά εμπεδωμένο, ότι η ένοχη διάνοια ή πρόθεση διάπραξης ενός ποινικού αδικήματος (εν προκειμένω η πρόθεση εκφοβισμού του προσώπου που δέχεται την απειλή) ως πνευματικό στοιχείο δεν είναι πάντοτε δεκτικό θετικής και άμεσης μαρτυρίας αλλά ως αναγόμενο αποκλειστικά στην πνευματική λειτουργία του κατηγορουμένου μπορεί να αποδειχθεί με την τεκμηρίωση στοιχείων και περιστατικών που περιβάλλουν την υπόθεση.

 

Όπως προκύπτει από την ενώπιον του Δικαστηρίου αποδεκτή μαρτυρία και ευρήματα δυνάμει αυτής ο κατηγορούμενος απευθυνόμενος προς την παραπονούμενη της είπε τη φράση «να δεις τι εννά σου κάμω και εν φοούμαι κανέναν».

 

Αντικειμενικά ιδωμένη και σε συνάρτηση με τις συνθήκες υπό τις οποίες λέχθηκε, η φράση που εκστόμισε ο κατηγορούμενος όπως αυτές προκύπτουν από την ενώπιον του Δικαστηρίου αποδεκτή μαρτυρία και ευρήματα δυνάμει αυτής, ήταν ικανή να προκαλέσει εξ αντικειμένου φόβο ή ανησυχία στο πρόσωπο στο οποίο απευθυνόταν, ήτοι την παραπονούμενη, ανεξαρτήτως του εάν ο κατηγορούμενος δεν είχε σκοπό να υλοποιήσει την απειλή του.

 

Αυτό ήταν και το φυσικό επακόλουθο της ενέργειάς του αυτής, ήτοι να εκστομίσει την εν λόγω φράση, αφού σύμφωνα με τη μαρτυρία της παραπονούμενης, η οποία έγινε αποδεκτή ως αξιόπιστη, η ίδια όντως φοβήθηκε και ανησύχησε στο άκουσμα της. Δεν επρόκειτο, δηλαδή, για «κενή απειλή», δηλαδή απειλή η οποία λόγω του εξωπραγματικού χαρακτήρα της ή των συνθηκών κάτω από τις οποίες διατυπώθηκε, δεν θα μπορούσε να στοιχειοθετήσει πρόθεση εκφοβισμού. Ούτε επρόκειτο για φράση η οποία δεν θα μπορούσε εύλογα να εκληφθεί ως απειλητική από την παραπονούμενη.

 

Συνακόλουθα, έχουν αποδειχθεί στον απαιτούμενο βαθμό τα συστατικά στοιχεία της 2ης Κατηγορίας και ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας στην 2η κατηγορία.

 

3η κατηγορία - Το αδίκημα της Δημόσιας Εξύβρισης:

 

Το αδίκημα της δημόσιας εξύβρισης κωδικοποιείται στο άρθρο 99 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 το οποίο διαλαμβάνει τα ακόλουθα:

 

«99. Όποιος, σε δημόσιο χώρο ή σε χώρο που δεν είναι δημόσιος με τέτοιο τρόπο ή κάτω από συνθήκες ώστε να ενδέχεται να ακουστεί από οποιοδήποτε πρόσωπο που βρίσκεται σε δημόσιο χώρο, εξυβρίζει άλλο με τέτοιο τρόπο που ενδέχεται να προκαλέσει σε παρευρισκόμενο πρόσωπο επίθεση, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση ενός μήνα ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις εβδομήντα πέντε λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές.»

 

Όπως προκύπτει από το περιεχόμενο του άρθρου 99 τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα: (α) Ο κατηγορούμενος να εξυβρίσει άλλον (β) Η εξύβριση να γίνεται με τέτοιο τρόπο που ενδέχεται να προκαλέσει σε παρευρισκόμενο πρόσωπο επίθεση και (γ) Η εξύβριση να γίνεται σε δημόσιο χώρο ή σε χώρο που δεν είναι δημόσιος με τέτοιο τρόπο ή κάτω από συνθήκες ώστε να ενδέχεται να ακουστεί από οποιοδήποτε πρόσωπο που βρίσκεται σε δημόσιο χώρο.

 

Το τι αποτελεί εξύβριση δεν καθορίζεται στον Ποινικό Κώδικα. Αποτελεί θέμα πραγματικό που αποφασίζεται από το Δικαστήριο στο πλαίσιο των γεγονότων της υπόθεσης και έχοντας υπόψη τις επικρατούσες απόψεις περί ηθικής και ευπρέπειας. Στην υπόθεση Brutus v. Cozens (1972) 2 All E.R. 1297 αναφέρθηκε, μεταξύ άλλων, ότι ο μέσος συνετός άνθρωπος αντιλαμβάνεται την ύβρη όταν τη βλέπει ή την ακούει.[35] Το κριτήριο λοιπόν είναι καθαρά αντικειμενικό.

 

Επιπρόσθετα στην Αχιλλέως ν. Αστυνομίας (1996) 2 Α.Α.Δ. 98  επισημάνθηκε ότι δεν χρειάζεται απόδειξη ότι προκλήθηκε οποιοσδήποτε παρευρισκόμενος να επιτεθεί. Είναι αρκετό ότι, όπως ρητά προβλέπει το άρθρο 99, ήταν ενδεχόμενο από την εξύβριση να αντιδράσει επιθετικά παριστάμενο πρόσωπο. Κάτι τέτοιο συνάγεται στην κάθε περίπτωση από τις περιστάσεις στο σύνολο τους. Στην Αχιλλέως (ανωτέρω) κρίθηκε ως ορθή η απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι η λέξη «καραγκιόζης» που είχε εκστομίσει η εφεσείουσα εναντίον Αστυνομικού, στον τόπο και υπό τις συνθήκες που χρησιμοποιήθηκε ήταν υβριστική και εκδήλωνε περιφρόνηση προς το πρόσωπο προς το οποίο εκστομίστηκε. 

 

Όσον αφορά το τι συνιστά δημόσιο χώρο, στις ερμηνευτικές διατάξεις του Κεφ. 154 διαλαμβάνονται τα ακόλουθα στο άρθρο 4:

 

“δημόσιος χώρος” ή “δημόσιο υποστατικό” περιλαμβάνει δημόσια διάβαση και κτίριο, μέρος ή τόπο φυσικής άνεσης, όπου κάθε φορά το κοινό έχει δικαίωμα ή άδεια εισόδου, είτε χωρίς όρους είτε με όρο πληρωμής, καθώς και κτίριο ή χώρο που χρησιμοποιείται κάθε φορά για δημόσια ή θρησκευτική συγκέντρωση, για συνάθροιση ή ως δικαστήριο σε δημόσια συνεδρίαση.

Περαιτέρω, ο όρος δημόσιος χώρος ερμηνεύθηκε στις υποθέσεις Ευθυμιάδης ν. Αστυνομίας (1991) 2 Α.Α.Δ. 25, Anthony Castelow and another v. The Police (1970) 2 C.L.R. 141, Μιχαήλ κ.α ν. Αστυνομίας (1997) 2 Α.Α.Δ. 362

Ιωάννου  v. Αστυνομίας (2010) 2 Α.Α.Δ. 493.

 

Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την ενώπιον του Δικαστηρίου αποδεκτή μαρτυρία και ευρήματα δυνάμει αυτής, ο κατηγορούμενος εκστόμισε τις λέξεις «παλαβή, μαλακισμένη, φτανή» ενώ βρισκόταν στο χώρο στάθμευσης υπεραγοράς, δηλαδή σε χώρο στον οποίο το κοινό είχε πρόσβαση. Η παραπονούμενη άκουσε τις επίδικες λέξεις ενώ βρισκόταν σε δημόσιο χώρο εντός της έννοιας του Νόμου. Περαιτέρω, σε ότι αφορά τις λέξεις που εκστόμισε ο κατηγορούμενος, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι αυτές απευθυνόμενες στην παραπονούμενη, με τον τρόπο που εκφράστηκαν, δεν εμπίπτουν στα αποδεκτά όρια της ηθικής και της ευπρέπειας της κοινωνίας μας και δύνανται να προσβάλουν τον αποδέκτη αυτών. Αντικειμενικά πρόκειται για υβριστικές λέξεις.

 

Περαιτέρω, η χρήση των επίδικων λέξεων από τον κατηγορούμενο, με τον τρόπο που έγινε, όταν δηλαδή η παραπονούμενη βρισκόταν με τον παραπονούμενο σε χώρο στάθμευσης προσπαθώντας να συζητήσει για τη σχέση τους, βεβαίως, είχε, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, τη δυναμική ώστε να προκαλέσουν  σε παριστάμενο πρόσωπο, επίθεση.

 

Συνακόλουθα, έχουν αποδειχθεί στον απαιτούμενο βαθμό τα συστατικά στοιχεία της 3ης Κατηγορίας και ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας στην 3η κατηγορία.

 

Καταληκτικά, ο Κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας σε όλες τις κατηγορίες που αυτός αντιμετωπίζει.  

 

(Υπ.) ………………………..

Μ. Λ. Λοΐζου, Ε.Δ.

Πιστό Αντίγραφο

Πρωτοκολλητής



[1] Καννάουρου κ.ά ν. Σταδιώτη κ.ά. (1990) 1 Α.Α.Δ. 35

[2] G & K Exclusive Fashions Ltd v. Παπαδοπούλου κ.ά (2001) 1 ΑΑΔ 88 και Al Watani κ.ά. ν. Παπαδόπουλου (2001) 1Γ ΑΑΔ 1924).

[3] C & A Pelecanos Associates Ltd v. Ανδρέα Πελεκάνου (1999) 1 Α.Α.Δ. 1273. Ομήρου v. Δημοκρατίας (2001) 2 Α.Α.Δ. 506.

[4] Νικολάου Νίκος ν. Aντώνη Παπαϊωάνου (2011) 1 Α.Α.Δ. 1797.

[5] Παύλου ν. Αστυνομίας (1998) 2 ΑΑΔ 68), Πέτρου ν. Αστυνομίας (1994) 2 ΑΑΔ 76 και Χ"Δημητρίου ν. Δημοκρατίας (1998) 2 ΑΑΔ 104, 118). 

[6] Κουδουνάρης ν. Αστυνομίας (1991) 2 ΑΑΔ 320, 322, Ξυδίας ν. Αστυνομίας (1993) 2 ΑΑΔ 217 και Γιαννίδης ν. Δημοκρατίας (2002) 2 ΑΑΔ 143, 155.

[7] Kadis v. Nicolaou (1986) 1 C.L.R 212, 216, Χρίστου ν. Khoreva (2002) 1 ΑΑΔ 454, Ιωάννου ν. Κουννίδη (1998) 1 Α.Α.Δ. 1215, FRANGOUS P.S. LIMITED κ.α. v. ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΕΡΓΑΣΙΑΚΩΝ ΣΧΕΣΕΩΝ, Ποινική Έφεση Αρ. 233/2020, ECLI:CY:AD:2022:B277, 4/7/2022, Κυριάκου ν. Αστυνομίας (2002) 2 ΑΑΔ, 499.

[8] Scott Graham Brierley v. Αστυνομίας, (2012) 2 ΑΑΔ 476, ημερ. 19/7/12, Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα (1992) 1 Α.Α.Δ 1056 Κυριακίδης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, Π.Ε 185/2012, ημερομηνίας 19.4.2018, ECLI:CY:AD:2018:A179, Χριστοφίνης ν. Φραντζή Πολ. Έφεση328/2011, ECLI:CY:AD:2017:A202, ημερομηνίας 31.5.2017.

[9] Ευσταθίου ν. Μιχαήλ κ.α., Πολ. Έφεση 269/12, Λεμονάρης Αιμίλιος ν. Γιάννη Βιολάρη (2016) 1 ΑΑΔ 378

[10] Αγαθοκλέους κ.α. ν. Αστυνομίας (2001) 2 Α.Α.Δ. 316 και Αθανασίου κ.α. ν. Κουνούνη (1997)  1 Α.Α.Δ. 614)

[11] Ησαΐας Ιωαννίδης ν. Αστυνομίας (2012) 2 ΑΑΔ 640.

[12] Tekinder Pal κ.ά. ν. Δημοκρατίας (2010) 2 ΑΑΔ 551.

[13] βλ. Χριστίνα Ρασποπούλου ν. Θεοδώρα Μακρή, Ποινική Έφεση αρ.287/2015, ημερομηνίας 11.5.2017, ECLI:CY:AD:2017:B171.

[14]Andreas Anastassiades v. R. (1977) 2 C.L.R. 97,  Philippou v. Odysseos (1989) 1 C.L.R. 1., Cybarco Ltd v Silvia Kovascik (2001) 1 A.A.Δ. 2013 Davie v. Edinborough Magistrate (1953) S.C. 34, Vassiliko Cement Works v. Stavrou (1978) 1 C.L.R. 389, Νικολάου ν. Σταύρου (1982) 1 Α.Α.Δ 746, Constantinides ν. Mavrogenis (1983) 1 C.L.R. 663,  Pouris v. R (1983) 2 C.L.R. 170,  Καουρής ν. Δημητρίου κ.ά. (2008) 1(Β) Α.Α.Δ. 967.

[15] Νικολάου ν Δημοκρατίας (2000) 2 Α.Α.Δ. 390, Ψάλτης ν Αστυνομίας (2001) 2 Α.Α.Δ. 113, Τυμπιώτης ν Δημοκρατίας (2004) 2 Α.Α.Δ. 612 και Χριστοφίδης ν Αστυνομίας (2007) 2 Α.Α.Δ. 25, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Αλέξανδρου Κωστάκη, ανήλικου, μέσω των γονέων και φυσικών κηδεμόνων του, Χρήστου και Μαρίας Κωστάκη (2008) 1 Α.Α.Δ. 432.

[16] Cross on Evidence 5η έκδοση, σελ. 446, Phipson on Evidence 11η έκδοση σελ. 510, παραγρ. 1286, R. v. Matheson [1958] 2 All E.R. 87, Kouppis v. Republic (1977) 2 C.L.R. 361, Anastassiades v. Republic (1977) 2 C.L.R. 97, Khadar v. Republic (1977) 2 C.L.R. 132 και Vasilico Cement Works Ltd. v. Stavrou (1976) 1 C.L.R. 389, Muskita Aluminium Industries Ltd και Άλλοι ν. Alsako Aluminium Ltd και Άλλων (Aρ. 2) (2009) 1 ΑΑΔ 1481.

[17] Ψάλτης v. Αστυνομίας (2001) 2 Α.Α.Δ. 113) και Κίτση v. Γενικού Εισαγγελέα (2001)1 Β Α.Α.Δ. 1077

[18] Joy v Yeoman (1981) 2 All E.R. 21, Αθηνής ν Δημοκρατίας (1990) 2 Α.Α.Δ. 47.

[19] Κυριάκου ν. Αστυνομίας (2002) 2 ΑΑΔ, 499, Mohamed v. Δημοκρατίας (2010) 2 ΑΑΔ 266, Τιμοθέου ν. Αστυνομίας Ποιν.Έφεση 24/12 ημερ. 23/10/2012, Ιωσηφίδης ν. Αστυνομίας Ποιν Έφεση 243/12 ημερ. 2/5/2014, Frangous P.S. Limited κ.α. v. Διευθυντή Τμήματος Εργασιακών Σχέσεων, Ποινική Έφεση Αρ. 233/2020, 4/7/2022, ECLI:CY:AD:2022:B277,

 

[20] Σχετικές, επίσης, είναι οι αποφάσεις Γαβριήλ ν. Δημοκρατίας (2009) 2 ΑΑΔ 693, Χαραλάμπους ν. Δημοκρατίας Ποινικές Εφέσεις 96/2016, 100/2016 και 101/16, ημερομηνίας 17/11/2017, Σταματίου ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση αρ. 163/2018, ημερομηνίας 11/3/2020, ECLI:CY:AD:2020:B101 και Γιώρκας ν. Αστυνομίας Ποινική Έφεση 27/2021, ημερομηνίας 16/3/2022.

[21] Charitonos and others v. The Republic (1971) (1971) 2 CLR 40, Woolmighton v. D.P.P. (1935) AC 462.

[22] Λοϊζου v. Αστυνομίας (1989) 2 Α.Α.Δ. 363, Σωτηριάδης v. Αστυνομίας (1991) 2 Α.Α.Δ. 482, Γενικός Εισαγγελέας v. Σπύρος Σπύρου (2002) 2 ΑΑΔ 71 και Sener Erbekci v. Δημοκρατίας (2005) 2 Α.Α.Δ. 434).

[23] Φλουρής v. Αστυνομίας (1989) 2 Α.Α.Δ. 401.

[24] Τρύφωνος ν. Αστυνομία Ποινική Έφεση 41/2019, ημερομηνίας 8.4.2020, ECLI:CY:AD:2020:B119 και  Kafalos v. The Queen 19 CLR 121).

[25] Μαμαλικόπουλος κ.ά. ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 25 και 29/2014, ημερομηνίας 20.9.2018,  Rex v. Dickman (1910) 5 Cr.App.R. 135 και Miller v. Minister of Pensions (1947) 2 All E.R. 372.

[26] Για σκοπούς πληρότητας σημειώνεται ότι το άρθρο 243 τροποποιήθηκε με τον περί Ποινικού Κώδικα (Τροποποιητικός) (Αρ. 3) Νόμος του 2025 (Ν. 212(I)/2025) Ε.Ε., Παρ.Ι(I), Αρ.1171, 12/12/2025 και προστέθηκε το ακόλουθο εδάφιο:

(2)(α) Όποιος διαπράττει επίθεση που προκαλεί πραγματική σωματική βλάβη σε δημόσιο λειτουργό, ιατρό, νοσηλευτή, μαία ή όργανο τήρησης της τάξης κατά την άσκηση των καθηκόντων τους ή σε άλλο πρόσωπο που παρέχει συνδρομή σε αυτούς, είναι ένοχος αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τέσσερα (4) χρόνια.

 

(β) Για σκοπούς του παρόντος εδαφίου-

 

(i) "ιατρός" σημαίνει πρόσωπο εγγεγραμμένο στο Μητρώο Ιατρών σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Εγγραφής Ιατρών Νόμου και περιλαμβάνει ειδικευόμενο ιατρό.

 

(ii) "μαία" σημαίνει πρόσωπο εγγεγραμμένο στο Μητρώο Μαιών δυνάμει των διατάξεων του περί Νοσηλευτικής και Μαιευτικής Νόμου. και

 

(iii) "νοσηλευτής" σημαίνει πρόσωπο εγγεγραμμένο στο Μητρώο Νοσηλετών δυνάμει των διατάξεων του περί Νοσηλευτικής και Μαιευτικής Νόμου.

[27] Πετρόπουλος ν Αστυνομίας (2003) 2 ΑΑΔ 574, 579.

[28] R. v. Venna (1975) 3 All ER 788, 794.

[29] R. v. Rolphe (1953) 36 Cr. App. R. 4 και Fagon v. Metropolitan Police Commissioner (1988) 3 All ER 445). Βλέπε επίσης Archbold Pleading and Practice, 39η έκδοση, παρ. 2634, σελ. 1071-2

[30] βλ. R. v. Lawrence (1981) 1 All ER 974, 982, R. v. Caldwell (1981) 1 All ER 964, 966 και Archbold, 42η έκδοση παρ. 17-25).

[31] Kimber (1983) 77 Cr. App. R. 225, 228, D.P.P. v. Morgan (1975) 2 All ER 347, 363-364.

[32] «Actual bodily harm need not be an injury of permanent character, nor need it amount to what could be considered to be grevious  bodily harm.»

[33] Αχτάρ ν Αστυνομίας (2010) 2 Α.Α.Δ 397.

[34] RvMiller (1954) 2 All E.R. 529, 534. 

[35] «An ordinary sensible man knows an insult when he sees or hears it».


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο