ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ.
Αρ. Yπόθεσης: 502/2022
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ
Κατηγορούσα Αρχή
ν.
ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΚΑΨΟΣ
Κατηγορούμεvος
Ημερομηνία: 27 Μαΐου 2026
Εμφανίσεις:
Για την Κατηγορούσα Αρχή: Η κα. Α. Γιάλλουρου.
Για τον Κατηγορούμενο: Αυτοπροσώπως.
Κατηγορούμενος: παρών.
ΑΠΟΦΑΣΗ
Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει 3 κατηγορίες για το αδίκημα της Κοινής Επίθεσης κατά παράβαση του άρθρου 242 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (1η, 2η και 3η κατηγορία), 1 κατηγορία για το αδίκημα της Απειλής κατά παράβαση του άρθρου 91 Α του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (4η κατηγορία) και 1 κατηγορία για το αδίκημα της Ανησυχίας κατά παράβαση των άρθρου 95 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (5η κατηγορία).
Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 1ης κατηγορίας, ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι στις 13/09/2021 και περί ώρα 17:00 στα Πάνω Λεύκαρα της Επαρχίας Λάρνακας παρανόμως επιτέθηκε στον Χρίστο Χάματσο από τη Νήσου.
Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 2ης κατηγορίας, ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι στον ίδιο τόπο και χρόνο που αναφέρεται στην 1η κατηγορία παρανόμως επιτέθηκε στον Κώστα Χρυσοστόμου από την Πάφο.
Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 3ης κατηγορίας, ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι στον ίδιο τόπο και χρόνο που αναφέρεται στην 1η κατηγορία παρανόμως επιτέθηκε στον Μιχάλη Βασιάδη από την Πάφο.
Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 4ης κατηγορίας, ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι στον ίδιο τόπο και χρόνο που αναφέρεται στην 1η κατηγορία προκάλεσε τρόμο στον Χρίστο Χάματσο από τη Νήσου απειλώντας τον ότι με παράνομη πράξη θα του κάνει κακό λέγοντας του ότι θα του σπάσει τη φωτογραφική μηχανή του.
Τέλος, σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 5ης κατηγορίας, ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι στον ίδιο τόπο και χρόνο που αναφέρεται στην 1η κατηγορία χωρίς εύλογη αιτία προκάλεσε θόρυβο ή ταραχή σε δημόσιο μέρος με τέτοιο τρόπο που ενδέχετο να προκαλέσει διασάλευση της ειρήνης.
Ο Κατηγορούμενος δήλωσε μη παραδοχή στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει και ως εκ τούτου, η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Για να αποδείξει την υπόθεσή της η πλευρά της Κατηγορούσας Αρχής κάλεσε 8 μάρτυρες.
Μετά την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον του Κατηγορούμενου και αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του σύμφωνα με το άρθρο 74 (1) (γ) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, ο Κατηγορούμενος επέλεξε να καταθέσει ενόρκως και κάλεσε και 1 μάρτυρα. Κατατέθηκαν τέλος 16 τεκμήρια.
Δεν θα προβώ σε εκτενή και λεπτομερή παράθεση των όσων κατέθεσε ο κάθε μάρτυρας στο Δικαστήριο αφού το σύνολο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της διαδικασίας και το έχω κατά νου. Για σκοπούς πληρότητας θα περιοριστώ σε μια συνοπτική αναφορά στα ουσιώδη σημεία της μαρτυρίας έκαστου μάρτυρα.[1]
Οι αναφορές όλων των μαρτύρων ως επίσης και τα τεκμήρια που κατατέθηκαν αξιολογήθηκαν πλήρως έστω και αν αυτά δεν αναφέρονται ρητά στην απόφαση χωρίς να είναι αναγκαία η καταγραφή του περιεχομένου τους κάτι το οποίο θα γίνει εκεί όπου κριθεί αναγκαίο.[2]
Πρώτος μάρτυρας για την κατηγορούσα Αρχή ήταν ο Α/Αστυφύλακας 1850 Α. Κακουλής (ΜΚ1) ο οποίος κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του την κατάθεση του το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε (Τεκμήριο 1). Συνοπτικά, αναφέρθηκε στις ανακριτικές ενέργειες στις οποίες προέβη στο πλαίσιο διερεύνησης της παρούσας υπόθεσης. Στις 13/9/2021 και ώρα 18:55 παρέδωσε στον κατηγορούμενο τα δικαιώματα υπόπτων/κατηγορουμένων (Τεκμήριο 2) τα οποία αρνήθηκε να υπογράψει αναφέροντας του ότι θα κάνει ο ίδιος τον δικηγόρο. Την ίδια μέρα έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο (Τεκμήριο 3) και τον κατηγόρησε γραπτώς (Τεκμήριο 4).
Δεύτερος μάρτυρας για την κατηγορούσα Αρχή ήταν ο Μιχάλης Βασιάδης (ΜΚ2) ο οποίος κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασης της την κατάθεση του το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε (Τεκμήριο 5). Συνοπτικά, ανέφερε ότι κατάγεται από τη Λευκωσία και έχει σπίτι στα Πάνω Λεύκαρα και κάποτε διαμένουν σε αυτό. Από τις 11/9/2021 μένουν μαζί με τη σύζυγο του Χρυστάλλα Αντωνίου Βασιάδη στα Πάνω Λεύκαρα. Στις 13/9/2021 και περί ώρα 16:30 ενώ ήταν στο σπίτι του με τη σύζυγο του και η κύρια πόρτα του σπιτιού ήταν ανοικτή, είδε ένα νεόνυμφο ζευγάρι να περνάει από το σπίτι του μαζί με ένα φωτογράφο και να βγάζουν φωτογραφίες. Μετά από λίγα λεπτά άκουσε δυνατές φωνές και βγήκε έξω από την πόρτα του σπιτιού του και είδε τον γείτονα τους – κατηγορούμενο να συζητάει με τους νεόνυμφους και τον φωτογράφο. Έμπαινε μπροστά τους και τους εμπόδιζε να βγάζουν φωτογραφίες και τους έλεγε ότι είναι το σπίτι του εκεί και είναι προσωπικά δεδομένα. Ο φωτογράφος τότε τον ρώτησε ποιο είναι το σπίτι του για να μην το φωτογραφήσει αλλά ο κατηγορούμενος τους είπε ότι είναι όλα δικά του. Όταν το ζευγάρι προσπάθησε να φωτογραφηθεί σε άλλο σημείο τότε ο κατηγορούμενος άρχισε με τον ώμο του να σπρώχνει τόσο τον φωτογράφο όσο και τον γαμπρό. Μετά από αυτό το ζευγάρι προχώρησε πιο μπροστά και πέρασε μία μεγάλη καμάρα και προσπάθησε να βγάλει φωτογραφίες εκεί. Ο δρόμος εκεί είναι πολύ στενός και χωράει μόνο δύο άτομα όταν είναι δίπλα ο ένας στον άλλο. Εκείνη την στιγμή ο ΜΚ2 ήταν δίπλα στον φωτογράφο και τότε ο κατηγορούμενος προσπάθησε να περάσει δίπλα από τον φωτογράφο και δεν τα κατάφερε και τότε πήγε προς το μέρος του ΜΚ2 και άρχισε να τον σπρώχνει συνέχεια με δύναμη με τον δεξί του ώμο με αποτέλεσμα από τη δύναμη του σπρωξίματος ο ΜΚ2 να πάει λίγο προς τα εμπρός χωρίς όμως να καταφέρει να περάσει. Ο σκοπός του ήταν να μπει μπροστά από τους νεόνυμφους για να σταματήσει τη φωτογράφηση. Ακολούθως, όταν ο κατηγορούμενος δεν κατάφερε να περάσει άρχισε να φωνάζει στον γαμπρό λέγοντας του «κτύπα με κτύπα με»» αλλά ο γαμπρός δεν είπε ούτε έκανε οτιδήποτε. Μετά από αυτό ήρθε στο μέρος η Αστυνομία και ο Δήμαρχος Λευκάρων και τότε ο κατηγορούμενος ησύχασε και έκατσε έξω από το σπίτι του.
Τρίτη μάρτυρας για την κατηγορούσα Αρχή ήταν η κα Χρυστάλλα Βασιάδη (ΜΚ3) η οποία κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασης της την κατάθεση της το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε (Τεκμήριο 6). Συνοπτικά ανέφερε ότι είναι η σύζυγος του ΜΚ2 και έχουν σπίτι στα Πάνω Λεύκαρα κοντά στην εκκλησία του Τιμίου Σταυρού και δίπλα από το σπίτι του κατηγορούμενου. Στις 13/9/2021 βρισκόταν μαζί με τον σύζυγο της ΜΚ2 στην αυλή του σπιτιού τους και το ξεπόρτι ήταν ανοικτό. Σε κάποια στιγμή πρόσεξε κάποιο αντρόγυνο να περνά μαζί με ένα φωτογράφο και κατάλαβε ότι επρόκειτο να βγάλουν φωτογραφίες καθότι λόγω του τοπίου καθημερινά έρχονται και βγάζουν φωτογραφίες. Αφού προχώρησαν πιο πάνω από το σπίτι τους άκουσε φωνές και κατάλαβε ότι ήταν ο κατηγορούμενος ο οποίος δεν ήθελε το αντρόγυνο να βγάζει φωτογραφίες πράγμα το οποίο, σύμφωνα με την ΜΚ3, ο κατηγορούμενος κάνει τακτικά. Ο σύζυγος της πήγε προς το μέρος που ήταν οι φωνές και λόγω του ότι η ίδια φοβήθηκε πήγε αμέσως και τηλεφώνησε στην Αστυνομία. Μετά το τηλεφώνημα είδε τον κατηγορούμενο να σπρώχνει με τον ώμο του τον φωτογράφο. Η ίδια έκανε πίσω και στο μέρος ήρθε η Αστυνομία και ο Δήμαρχος Λευκάρων.
Τέταρτος μάρτυρας για την κατηγορούσα Αρχή ήταν ο Αστυφύλακας 2808 Ρένος Σολωμού (ΜΚ4) ο οποίος κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του την κατάθεση του το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε (Τεκμήριο 7). Συνοπτικά ανέφερε ότι στις 13/9/2021 ανέλαβε καθήκον στον αστυνομικό σταθμό Λευκάρων από τις 08:00 – 20:00 της ίδιας μέρας και περί ώρα 17:00 ενώ ήταν περιπολία έλαβε τηλεφώνημα από τον Αστυφύλακα 625 Ζ. Ζήνωνος ο οποίος του ανέφερε ότι υπήρχε κάποιο πρόβλημα στην οδό Χρ. Σεντουκάρη στα Πάνω Λεύκαρα. Επισκέφθηκε το μέρος όπου εκεί βρήκε τον Κατηγορούμενο και αφού τον ρώτησε ποιο είναι το πρόβλημα που αντιμετωπίζει αυτός του ανέφερε ότι υπάρχουν νεόνυμφοι με ένα φωτογράφο στην περιοχή και δεν φορούν μάσκες. Ακολούθως του υπέδειξε τα εν λόγω πρόσωπα. Ο ΜΚ4 διαπίστωσε ότι ο φωτογράφος φορούσε τη μάσκα του ενώ οι 2 νεόνυμφοι δεν την φορούσαν καθότι φωτογραφίζονταν. Εκεί τους ρώτησε όλους τι είχε συμβεί και του ανέφεραν ότι ο κατηγορούμενος δεν δεχόταν να φωτογραφίζεται το ζευγάρι και ότι τους έσπρωξε με τον ώμο και ήθελαν να καταγγείλουν το γεγονός αυτό στην Αστυνομία. Τότε τους κάλεσε όλους να έρθουν στον αστυνομικό σταθμό για καταθέσεις πράγμα που έπραξαν. Σύμφωνα με τον ΜΚ4 ο κατηγορούμενος δεν τον ενημέρωσε ότι είχε χτυπηθεί παρά μόνο ότι δεν φορούσαν τις μάσκες τους.
Πέμπτος μάρτυρας για την κατηγορούσα Αρχή ήταν ο κ. Χρίστος Χάματσος (ΜΚ5) ο οποίος κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του την κατάθεση του το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε (Τεκμήριο 8). Συνοπτικά ανέφερε ότι είναι φωτογράφος και στις 13/9/2021 και περί ώρα 16:30 βρισκόταν στα Πάνω Λεύκαρα κοντά στην εκκλησία όπου θα έβγαζε φωτογραφίες ενός ζευγαριού που είχε παντρευτεί στις 11/9/2021. Σε ένα στενό δίπλα από την εκκλησία άρχισαν να βγάζουν φωτογραφίες. Σε κάποια στιγμή στη μέση περίπου του στενού εμφανίστηκε ένας κύριος τον οποίο αναγνώρισε ως τον κατηγορούμενο και τους είπε να σταματήσουν να βγάζουν φωτογραφίες γιατί είναι όλα δικά του εκεί. Του ζήτησε να του υποδείξει ποιο είναι το σπίτι του και αυτός απάντησε ότι είναι όλα δικά του. Τον ξαναρώτησε και του απάντησε ότι είναι όλα δικά του και είναι προσωπικά δεδομένα. Ενώ βρισκόντουσαν στον δρόμο ο κατηγορούμενος άρχισε αμέσως να σπρώχνει τόσο τον ίδιο τον ΜΚ5 όσο και τον γαμπρό και απειλούσε ότι θα του σπάσει τη φωτογραφική του μηχανή. Ο κατηγορούμενος με δύναμη με τον ώμο του συνέχισε και τους έσπρωχνε τόσο τον ίδιο όσο και τον γαμπρό. Στη συνέχεια για να μην δημιουργηθούν περισσότερα προβλήματα προχώρησαν πιο πάνω όπου ήρθε και ο Δήμαρχος Λευκάρων και η Αστυνομία στους οποίους ανέφεραν τι έγινε.
Έκτος μάρτυρας για την κατηγορούσα Αρχή ήταν ο κ. Κώστας Χρυσοστόμου (ΜΚ6) ο οποίος κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του την κατάθεση του το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε (Τεκμήριο 9). Συνοπτικά ανέφερε ότι διαμένει στο χωριό Καλλέπια της Πάφου μαζί με την σύζυγο του. Παντρεύτηκαν στις 11/9/2021 και στις 13/9/2021 πήγαν στα Λεύκαρα με τον φωτογράφο τους για να βγάλουν φωτογραφίες. Ο φωτογράφος τους πήγε σε ένα στενό δίπλα από την εκκλησία του χωριού. Στα μέσα περίπου του στενού ενώ έβγαζαν φωτογραφίες είχε ένα κύριο τον οποίο αναγνώρισε ως τον κατηγορούμενο ο οποίος καθόταν έξω από τον δρόμο και πήγε κοντά τους και τους είπε να μην βγάζουν φωτογραφίες γιατί εκεί είναι το σπίτι του και είναι προσωπικά δεδομένα. Τότε ο φωτογράφος τους τον ρώτησε αρκετές φορές ποιο είναι το σπίτι του για να μην το βγάλουν φωτογραφία αλλά αυτός αρνήθηκε να τους πει λέγοντα τους ότι είναι προσωπικά δεδομένα. Στη συνέχεια πήγαν εκεί κάποιοι γείτονες και τους ενημέρωσαν ότι δεν είχαν πρόβλημα αυτοί να βγάλουν φωτογραφίες στα δικά τους σπίτια. Τότε ο κατηγορούμενος τους είπε ότι είναι όλα δικά του. Όταν άρχισαν να βγάζουν φωτογραφίες τότε ο κατηγορούμενος μπήκε στη μέση τους και αρχικά με τον ώμο του έσπρωξε με δύναμη τον φωτογράφο και μετά πήγε και προς το μέρος του ΜΚ6 και τον έσπρωξε και τον ίδιο με τον ώμο του με αποτέλεσμα να πάει λίγο προς τα πίσω. Όταν τους έσπρωξε απείλησε τον φωτογράφο ότι θα του σπάσει τη φωτογραφική του μηχανή. Στη συνέχεια ήρθε η Αστυνομία. Ακολούθως για να μην δημιουργήσουν περαιτέρω προβλήματα έφυγαν από το μέρος και πήγαν λίγο πιο κάτω για να φωτογραφηθούν.
Έβδομος μάρτυρας για την κατηγορούσα Αρχή ήταν ο κ. Σοφοκλής Σοφοκλέους (ΜΚ7). Συνοπτικά ανέφερε ότι υπό την ιδιότητα του Δημάρχου των Λευκάρων κλήθηκε και πήγε στο μέρος την επίδικη ημέρα. Ο ίδιος δεν ήταν παρών όταν έγινε το επίδικο περιστατικό αφού κλήθηκε στο μέρος και πήγε στη συνέχεια. Δεν ήταν σε θέση να θυμάται με ακρίβεια ποιος τον κάλεσε να πάει στο μέρος. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 10 επιστολή που είχε προωθήσει στον Αστυνομικό Σταθμό Λευκάρων με αφορμή το επίδικο περιστατικό αναφέροντας ότι δεν συμμερίζεται ο Δήμος τις υπερβολικές, όπως τις χαρακτηρίζει στην επιστολή, αντιδράσεις του κατηγορούμενου σε σχέση με το ζήτημα της φωτογράφησης νεόνυμφων ζευγαριών στα δρομάκια των Λευκάρων στην οποία επισύναψε και επιστολή που είχε προωθήσει το έτος 2018 στην Επίτροπο Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων.
Όγδοος μάρτυρας για την κατηγορούσα Αρχή ήταν ο Αστυφύλακας 625 Ζήνωνας Ζήνωνος (ΜΚ8). Συνοπτικά ανέφερε ότι υπηρετεί στον Αστυνομικό Σταθμό Λευκάρων και υπηρετούσε σε αυτόν τον σταθμό και στις 13/9/21. Ήταν ο εξεταστής της υπόθεσης και έλαβε 2 μαρτυρικές καταθέσεις από τους παραπονούμενους.
Ο κατηγορούμενος, ως έχω αναφέρει προηγουμένως, κατέθεσε ενόρκως. Κατά την κυρίως εξέταση του υιοθέτησε την ανακριτική του κατάθεση – Τεκμήριο 3. Δια ζώσης προέβη σε αριθμό αναφορών σε σχέση με περιστατικά που έλαβαν χώρα τόσο στο παρελθόν πριν το επίδικο περιστατικό όσο και μετά το επίδικο περιστατικό και τα οποία αφορούσαν διάφορα παράπονα και ισχυρισμούς σε σχέση με τη συμπεριφορά του Μιχάλη Βασιάδη (ΜΚ2) προς το πρόσωπο του. Στην ανακριτική του κατάθεση αρνείται τη διάπραξη οποιουδήποτε αδικήματος, και προβάλλει τη θέση ότι ο φωτογράφος τον απείλησε ότι θα τον κάνει του κρεβατιού αν δεν φύγει από το δρομάκι και την ίδια απειλή του έκανε και ο γαμπρός και ότι του είπε ότι εάν δεν τους αφήσει να φωτογραφηθούν θα τον κτυπήσει. Την ίδια απειλή έκανε και η νύφη λέγοντας του ότι θα τον κτυπήσει εάν δεν φύγει από το δρομάκι. Επειδή οι απειλές ήταν επαναλαμβανόμενες και έντονες τους είπε ότι θα αναγκαστεί να τους καταγγείλει στην Αστυνομία. Αναφέρεται επίσης σε θέατρο που έπαιξε ο γαμπρός ο οποίος διπλώθηκε και προσποιήθηκε ότι τον κτύπησε ο κατηγορούμενος και του είπε ότι κάνει ψευτιές. Στη συνέχεια αναφέρει ότι μετά που ήρθε στη σκηνή και ο Μιχάλης Βασιάδης με τη σύζυγο του προσπάθησε να τηλεφωνήσει και να καταγγείλει την υπόθεση στην Αστυνομία επειδή είχαν πει φωνακτά ότι θα ψευδομαρτυρήσουν εναντίον του. Στη συνέχεια μίλησε με τον αστυνομικό των Λευκάρων επ’ ονόματι Ρένο και του είπε ότι έχει συνεργείο μπροστά από το σπίτι του και προσπαθούν να βγάλουν φωτογραφίες. Περαιτέρω, ανέφερε ότι στη συνέχεια τους ενθάρρυνε ο Μιχάλης Βασιάδης να βγάλουν φωτογραφίες μπροστά από το ανοικτό παράθυρο του σπιτιού τους και τότε προσπάθησε να παρέμβει μεταξύ του φωτογράφου και του νιόπαντρου ζεύγους και τότε ο φωτογράφος τον χτύπησε με την αγκώνα του.
Περαιτέρω, ο κατηγορούμενος παρουσίασε και 1 μάρτυρα. Πρόκειται για τη σύζυγο του κατηγορούμενο κα. Έλενα Λουσνίκοβα (ΜΥ1). Η ΜΥ1 συνοπτικά ανέφερε ότι εκείνη την ημέρα 13/09/21 ήταν στην πόρτα του σπιτιού τους, στο σκαλοπάτι. Τότε ήρθε ένας φωτογράφος με ένα ζευγάρι νιόπαντρους και τους τοποθέτησε μπροστά από την πόρτα τους και ο κατηγορούμενος τους είπε ότι δεν επιθυμούν να βγάλουν φωτογραφίες του σπιτιού τους και αυτοί επέμεναν ότι ήθελαν εκεί. Ο φωτογράφος έβαλε τη νύφη στο παγκάκι που είναι απέναντι από την πόρτα τους και ο γαμπρός στάθηκε περίπου 2 μέτρα από αυτό το παγκάκι και σιγά σιγά γονάτισε κάτω στο πάτωμα και φώναζε "Εκτύπησεν με" για τον άντρα της. Περαιτέρω ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος δέχθηκε κτύπημα από τον φωτογράφο και πήγε και ο γαμπρός πάνω του έτοιμος να τον κτυπήσει και ο άντρας της για την προστασία του είπε «Κτύπα με - κτύπα με».
Μέσα στα πλαίσια της ζωντανής ατμόσφαιρας της δίκης είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου. Παρακολούθησα τις αντιδράσεις τους, φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο που απαντούσαν, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητά τους ή την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν, παράγοντες που, σύμφωνα με τη νομολογία, ενέχουν ιδιαίτερη σπουδαιότητα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας.[3] Δεν παραγνωρίζω βέβαια ότι τα πιο πάνω στοιχεία μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία ενός μάρτυρα, αλλά δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας του.[4] Αξιολόγησα τη μαρτυρία τους λαμβάνοντας υπόψη το περιεχόμενο, την ποιότητα και τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία και έχω λάβει καθοδήγηση από σειρά παραγόντων όπως, μεταξύ άλλων, την πειστικότητα, λογική και εσωτερική συνοχή της μαρτυρίας, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων των μαρτύρων, τη λογικοφάνεια και αληθοφάνεια της εκδοχής τους, την ύπαρξη ή μη υπερβολών ή ουσιωδών αντιφάσεων, το βαθμό στον οποίο συνάδει με το περιεχόμενο των διαφόρων εγγράφων που κατατέθηκαν ως Τεκμήρια όπως επίσης και την ύπαρξη οποιουδήποτε προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης.
Έχω επίσης κατά νου την αρχή ότι δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα που κρίθηκε από το Δικαστήριο ως αξιόπιστος.[5] Η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν έχει περιοριστεί μόνο στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα ξεχωριστά αλλά την έχω συσχετίσει, αντιπαραβάλει και διερευνήσει με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων, υποβάλλοντας τη στη βάσανο της συνεκτίμησης στο πλαίσιο του συνόλου της μαρτυρίας και υποβάλλοντας επίσης το περιεχόμενο της μαρτυρίας έκαστου μάρτυρα στη βάσανο της λογικής και της ανθρώπινης πείρας με βάση την προσέγγιση που η Νομολογία επιτάσσει στο θέμα αυτό.[6]
Έχω επίσης κατά νου την αρχή ότι η αποδοχή κάποιων μαρτύρων ως αξιόπιστων δεν εξυπακούει πως τα όσα είπαν υπέχουν και ανάλογης αποδεικτικής βαρύτητας αφού η γενικότερη αξιοπιστία των μαρτύρων δεν εναρμονίζεται πάντοτε με την αποδεικτική δύναμη της μαρτυρίας τους.[7] Τέλος, είχα πάντα κατά νου ότι η αποτίμηση της αξιοπιστίας ενός μάρτυρα είναι έργο διακριτό και εντελώς αποσυναρτημένο από οποιοδήποτε βάρος απόδειξης.[8]
Σημειώνω, περαιτέρω, ότι οι υποβολές των συνηγόρων από μόνες τους δεν έχουν καμιά αποδεικτική αξία και αν δεν προσαχθεί αργότερα αντίστοιχη μαρτυρία παραμένουν απλώς μετέωροι ισχυρισμοί.[9] Περαιτέρω, αποτελεί καλά θεμελιωμένη αρχή ότι έκαστος μάρτυρας θα πρέπει να αντεξετάζεται επί όλων των αμφισβητούμενων γεγονότων. Σχετικές, ως προς τις συνέπειες παράλειψης αντεξέτασης είναι οι αποφάσεις Frederickou Schools Co Ltd κ.α. ν. Acuac Inc (2002) 1 ΑΑΔ 1527, Πιριλίδη ν. Δήμου Λεμεσού, Ποινική Έφεση 331/2015, ημερομηνίας 11.12.2017, ECLI:CY:AD:2017:B454, όπου επαναλήφθηκε η αρχή πως η παράλειψη αντεξέτασης γενικά θεωρείται ως αποδοχή της εκδοχής που θέτει ο μάρτυρας. Έχω βέβαια υπόψη μου ότι όπως λέχθηκε στην απόφαση Προδρόμου ν. Δημοκρατίας (1999) 2 ΑΑΔ 260, «ο εν λόγω κανόνας έχει ευρύτερο πεδίο εφαρμογής στις πολιτικές παρά στις ποινικές υποθέσεις». Παρά ταύτα και στο πλαίσιο των ποινικών υποθέσεων τυχόν παράλειψη αντεξέτασης επί ουσιώδους σημείου έχει κριθεί ότι αφήνει αλώβητη τη σχετική μαρτυρία του μάρτυρα επί του συγκεκριμένου σημείου.[10]
Επιπλέον, είναι καλά νομολογημένο ότι η υπεράσπιση οφείλει να θέσει τα ζητήματα που έχει κατά νουν στους μάρτυρες κατηγορίας, ώστε να έχουν τη δυνατότητα να απαντήσουν δεόντως.[11]
Σημειώνω τέλος ότι αποτελεί καλά εμπεδωμένη αρχή, η οποία ισχύει τόσο στο αστικό όσο και στο ποινικό δίκαιο, ότι η αξιολόγηση λαμβάνει χώρα επί σημείων που αφορούν τα επίδικα θέματα.[12]
Ο Α/Αστυφύλακας 1850 Α. Κακουλής (ΜΚ1) άφησε στο Δικαστήριο πολύ θετική εντύπωση. Εξετάζοντας τη μαρτυρία του συνολικά διαπιστώνω ότι αυτή χαρακτηρίζεται από σαφήνεια, σταθερότητα και συνεκτικότητα. Ο ΜΚ1 επεξήγησε με ενάργεια τις ενέργειες στις οποίες προέβη στο πλαίσιο της διερεύνησης της παρούσας υπόθεσης ενώ απαντούσε αυθόρμητα και χωρίς αμφιταλαντεύσεις στις ερωτήσεις που του τέθηκαν κατά την αντεξέταση του.
Αντεξεταζόμενος επανέλαβε με σαφήνεια και σταθερότητα ότι ο κατηγορούμενος αρνήθηκε να υπογράψει τα δικαιώματα που του παρέδωσε, αρνήθηκε να συνεργαστεί και προχώρησε στην ανακριτική του κατάθεση αφού έκανε σχετική σημείωση περί της άρνησης του στο έντυπο δικαιωμάτων. Με την ίδια σταθερότητα αρνήθηκε τις υποβολές περί ύπαρξης άλλου εντύπου ενώ απέρριψε με σαφήνεια και αυθορμητισμό τις θέσεις που του υποβλήθηκαν περί εχθρικής στάσης των αστυνομικών των Λευκάρων προς το πρόσωπο του κατηγορούμενου.
Υπό το φως των πιο πάνω διαπιστώσεων μου ο ΜΚ1 κρίνεται αξιόπιστος μάρτυρας και αποδέχομαι τη μαρτυρία του.
Ο Μιχάλης Βασιάδης (ΜΚ2) άφησε στο Δικαστήριο πολύ θετική εντύπωση ως μάρτυρας αλήθειας. Κατέθεσε με απλότητα και πηγαίο τρόπο, χωρίς υπεκφυγές ή υπερβολές, παρέμεινε σταθερός στις θέσεις του, οι οποίες ήταν πειστικές και είχαν λογική συνοχή, χωρίς να εντοπίζονται οποιεσδήποτε αντιφάσεις στα λεγόμενά του ενώ γενικότερα εξέπεμπε με τον τρόπο που κατέθετε μία βεβαιότητα, συνάδουσα με πρόσωπο που λέει την αλήθεια. Εξετάζοντας τη μαρτυρία του συνολικά διαπιστώνω ότι αυτή χαρακτηρίζεται από σαφήνεια, σταθερότητα, συνεκτικότητα και πειστικότητα.
Ο ΜΚ2 επεξήγησε με ενάργεια όλα όσα διαμείφθηκαν κατά την επίδικη ημέρα ενώ απαντούσε αυθόρμητα και χωρίς αμφιταλαντεύσεις στις ερωτήσεις που του τέθηκαν. Παρά την εκτενή ανεξέταση του από τον κατηγορούμενο επαναλάμβανε με σταθερότητα ότι είδε τον κατηγορούμενο να σπρώχνει τόσο τον φωτογράφο όσο και τον γαμπρό που βρίσκονταν εκεί, εξηγώντας ότι τα σπρωξίματα δεν έλαβαν χώρα ταυτόχρονα με τον κατηγορούμενο να μπαίνει συνεχώς μπροστά στον φωτογράφο και τον γαμπρό για να εμποδίσει τη φωτογράφηση.
Ήταν σε θέση να εξηγήσει επίσης λογικά και πειστικά ότι κατά τη διάρκεια των 10 – 15 λεπτών που κράτησε το επίδικο επεισόδιο δεν μπορούσε να είναι σε θέση να εξηγήσει και να θυμάται που στεκόταν ακριβώς το κάθε πρόσωπο επαναλαμβάνοντας ότι πρόκειται για ένα στενό δρομάκι με τον κατηγορούμενο να μπαίνει ανάμεσα τους σπρώχνοντας για να εμποδίσει τη φωτογράφηση.
Αρνήθηκε εμφαντικά τις υποβολές περί κτυπήματος του κατηγορούμενου από τον φωτογράφο. Παραθέτω πιο κάτω αυτούσιες τις σχετικές ερωτήσεις και απαντήσεις από τις οποίες αναδύεται η σταθερότητα και ο αυθορμητισμός του ΜΚ2:
Ε. Με κτύπησε ο φωτογράφος διπλώθηκα κάτω και είπα "Αου, κτύπησε με"
A. Όχι.
E. Και σηκώνοντας πάνω το κεφάλι μου για να σταθώ βλέπω μπροστά μου τον γαμπρό έτοιμος να με κτυπήσει, με εχθρικές διαθέσεις και εσείς ήσασταν εδώ (δείχνει δίπλα του σε απόσταση 20 εκατοστών από τον ίδιο)
A. Όχι, δεν είναι όπως τα λες.
E. Και του είπα του γαμπρού για να τον αποθαρρύνω και να του δείξω ότι είμαι ενάντια στη βία "Κτύπαμε - κτύπαμε"
A. Στέκεσουν πάνω στα σκαλιά εκείνη τη στιγμή και έκανες το παλικάρι και έλεγες πολλά πράγματα και έκανες αυτές τις κινήσεις σαν να θες να κτυπήσεις τον γαμπρό που ήταν πιο χαμηλά.
Υπό το φως των πιο πάνω διαπιστώσεων μου ο ΜΚ2 κρίνεται αξιόπιστος μάρτυρας και αποδέχομαι τη μαρτυρία του στην ολότητα της.
Προχωρώ στη Χρυστάλλα Βασιάδη (ΜΚ3) η οποία επίσης άφησε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Περιέγραψε με απλότητα, σταθερότητα και συνεκτικότητα όσα υπέπεσαν στην αντίληψη της κατά την επίδικη ημέρα. Αντεξεταζόμενη παρέμεινε σταθερή στα όσα είχε αναφέρει στην κατάθεση της την οποία και υιοθέτησε χωρίς να υποπέσει σε αντιφάσεις ενώ παρέμεινε επίσης σταθερή στη θέση της ότι είδε τον κατηγορούμενο να σπρώχνει τον φωτογράφο.
Αξιοσημείωτο της ενάργειας και αποφασιστικότητας με την οποία κατέθετε ήταν και το γεγονός ότι όταν ο κατηγορούμενος αναφερόταν σε έκθεση έργων στο σπίτι του από την γυναίκα του η ίδια επαναλάμβανε ότι αυτό το οποίο περιέγραφε ο κατηγορούμενος ήταν ένα άλλο γεγονός που αφορούσε μία άλλη χρονική στιγμή το οποίο δεν είχε σχέση με το επίδικο περιστατικό επαναλαμβάνοντας σε διάφορα σημεία της αντεξέτασης της ότι την επίδικη ημέρα η ίδια είδε τον κατηγορούμενο να σπρώχνει τον φωτογράφο, να φωνάζει και να λέει «κτύπαμε – κτύπαμε». Ενδεικτικό της ειλικρίνειας της ήταν και το γεγονός ότι η ίδια ανέφερε ότι δεν είχε δει το σπρώξιμο στον σύζυγο της ΜΚ2 παρά μόνο στον φωτογράφο με την ίδια να επαναλαμβάνει ότι μεταφέρει στο Δικαστήριο ό,τι είδε την επίδικη ημέρα. Ενδεικτικό της αμεσότητας και του αυθορμητισμού με τον οποίο απαντούσε η μάρτυρας σε όλες τις ερωτήσεις που της υποβλήθηκαν ήταν και η ακόλουθη αναφορά της όταν της υποβλήθηκε ότι ο κατηγορούμενος μιλούσε πολιτισμένα κατά τη διάρκεια του επίδικου περιστατικού:
E. Εγώ και έβλεπα και άκουγα και μιλούσα πολιτισμένα με όλους εκεί.
Α. Αφού γίνουνταν, υπήρχε ένταση μεγάλη, εάν δεν υπήρχε ένταση δεν θα γίνονταν τα τηλεφωνήματα (αναφερόμενη στις κλήσεις προς την Αστυνομία και τον Δήμαρχο). Πώς μπορεί να ισχυρίζεται τώρα ότι απαντούσε πολιτισμένα; Τέλος πάντων.
Επιπρόσθετα, η μαρτυρία της ΜΚ3 συνάδει με την ήδη αποδεκτή ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία. Υπό το φως των πιο πάνω διαπιστώσεων μου η ΜΚ3 κρίνεται αξιόπιστη μάρτυρας και αποδέχομαι τη μαρτυρία της στην ολότητα της.
Προχωρώ στον Αστυφύλακα 2808 Ρένο Σολωμού (ΜΚ4) ο οποίος άφησε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Περιέγραψε με ενάργεια τη δική του εμπλοκή στην υπόθεση καθώς και τα όσα υπέπεσαν στην αντίληψη του όταν αφίχθηκε στο μέρος ενώ δεν εντοπίζονται οποιεσδήποτε αντιφάσεις στη μαρτυρία του ικανές να κλονίσουν την αξιοπιστία του.
Αντεξεταζόμενος παρέμεινε σταθερός στη θέση του ότι όταν ο ίδιος πήγε στο μέρος και συνάντησε τον κατηγορούμενο αυτός του είπε για τις μάσκες που δεν φορούσαν ο φωτογράφος και ο γαμπρός και ότι δεν του είχε αναφέρει οτιδήποτε για κατ’ ισχυρισμό κτύπημα που δέχθηκε ο κατηγορούμενος.
Υπό το φως των πιο πάνω διαπιστώσεων μου ο ΜΚ4 κρίνεται αξιόπιστος μάρτυρας και αποδέχομαι τη μαρτυρία του στην ολότητα της.
Ο κ. Χρίστος Χάματσος (ΜΚ5) άφησε εξαιρετική εντύπωση στο Δικαστήριο ως μάρτυρας αλήθειας. Εξετάζοντας τη μαρτυρία του συνολικά διαπιστώνω ότι ήταν σε θέση να περιγράψει με απλότητα, συνεκτικότητα, λεπτομέρεια και σαφήνεια τι έλαβε χώρα την επίδικη ημέρα, χωρίς υπεκφυγές ή υπερβολές, παρέμεινε σταθερός στις θέσεις του, οι οποίες ήταν πειστικές και είχαν λογική συνοχή, χωρίς να εντοπίζονται οποιεσδήποτε αντιφάσεις στα λεγόμενά του ενώ γενικότερα εξέπεμπε με τον τρόπο που κατέθετε μία βεβαιότητα, συνάδουσα με πρόσωπο που λέει την αλήθεια.
Ήταν σε θέση να εξηγήσει με σαφήνεια τι ακριβώς έλαβε χώρα κατά την επίδικη ημέρα και πως ακριβώς συμπεριφέρθηκε ο κατηγορούμενος. Μετέφερε στο Δικαστήριο με λεπτομέρεια, σαφήνεια και παραστατικότητα τις ενέργειες του κατηγορούμενου προς το πρόσωπο του αλλά και των υπόλοιπων προσώπων που ήταν στο μέρος. Εξήγησε με σαφήνεια ότι ο κατηγορούμενος ήταν προκλητικός και έμπαινε ανάμεσα τους με σκοπό να τους εμποδίσει να βγάλουν φωτογραφίες σπρώχνοντας τόσο τον ίδιο όσο και τον γαμπρό ΜΚ6. Εξήγησε επίσης με σαφήνεια και πειστικότητα ότι η προκλητική και έντονη συμπεριφορά του κατηγορούμενου ο οποίος ήταν θυμωμένος και φώναζε σε συνδυασμό και με την απειλή που δέχθηκε από τον κατηγορούμενο ότι θα του έσπαζε τη φωτογραφική του μηχανή τον έκαναν να καταλάβει ότι μπορούσε να υλοποιήσει την απειλή του εξηγώντας ότι εάν δεν αποχωρούσαν οι ίδιοι από το μέρος δεν ξέρει ποιο θα ήταν το αποτέλεσμα. Εξήγησε επίσης με ενάργεια ότι ο κατηγορούμενος έμπαινε μπροστά τους και έκανε κινήσεις και ήταν τόσο προκλητικός που, όπως χαρακτηριστικά ανέφερε, χρειαζόσουν μεγάλη ψυχραιμία για να μην βρεθείς στα χέρια μαζί του και ότι ήταν η πρώτη φορά στη ζωή του που αντιμετώπισε μία τέτοια συμπεριφορά.
Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ5 παρέμεινε σταθερός και σαφής στις αναφορές του ως προς το πως εκτυλίχθηκαν τα γεγονότα χωρίς να υποπέσει σε αντιφάσεις ικανές να κλονίσουν την αξιοπιστία του. Επαναλάμβανε με σταθερότητα ότι ο ίδιος είχε ζητήσει από τον κατηγορούμενο να του δείξει που είναι το σπίτι του προκειμένου να μην το φωτογραφήσουν αφού ο ίδιος δεν επιθυμούσε πλην όμως ο κατηγορούμενος αρνείτο να του απαντήσει λέγοντας του ότι ήταν όλα δικά του και ότι είναι προσωπικά δεδομένα και ότι δεν θα του έδινε λογαριασμό.
Απέρριψε κατ’ επανάληψη και με σταθερότητα τις υποβολές περί κτυπήματος στον κατηγορούμενο επαναλαμβάνοντας εμφαντικά ότι κανένας δεν κτύπησε τον κατηγορούμενο, ούτε τον άγγιξαν αντίθετα ο κατηγορούμενος με διάφορες εξυπνάδες όπως ο ίδιος της χαρακτήρισε τους προκαλούσε συνεχώς.
Επιπρόσθετα, η μαρτυρία του ΜΚ5 συνάδει με την ήδη αποδεκτή ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία. Υπό το φως των πιο πάνω διαπιστώσεων μου ο ΜΚ5 κρίνεται αξιόπιστος μάρτυρας και αποδέχομαι τη μαρτυρία του στην ολότητα της.
Προχωρώ στον κ. Κώστα Χρυσοστόμου (ΜΚ6) που ήταν ο γαμπρός που θα φωτογραφιζόταν με τη σύζυγο του στα Λεύκαρα ο οποίος δημιούργησε εξαιρετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Κατέθεσε με απλότητα και πηγαίο τρόπο, χωρίς υπεκφυγές ή υπερβολές, παρέμεινε σταθερός στις θέσεις τους, οι οποίες ήταν πειστικές και είχαν λογική συνοχή, χωρίς να εντοπίζονται οποιεσδήποτε αντιφάσεις στα λεγόμενά του ενώ γενικότερα εξέπεμπε με τον τρόπο που κατέθετε μία βεβαιότητα, συνάδουσα με πρόσωπο που λέει την αλήθεια. Ήταν σαφής και σταθερός στη θέση του ότι δέχθηκε επίθεση τη συγκεκριμένη μέρα από τον κατηγορούμενο ο οποίος τον έσπρωξε ενώ η ένταση της φωνής του κατηγορούμενου ήταν απότομη και ο κατηγορούμενος επιθετικός.
Περιέγραψε το επίδικο περιστατικό απλά, με την όλη έκφραση του και τον τρόπο με τον οποίο κατέθετε να είναι φυσικός και αυθόρμητος. Δεν έχω οποιαδήποτε αμφιβολία ότι τα γεγονότα εξελίχθηκαν και διαδραματίστηκαν όπως ο ΜΚ6 τα παρέθεσε χωρίς δόση υπερβολής ή και αναλήθειας. Τουναντίον. Ο τρόπος που περιέγραψε τα συμβάντα δήλωναν μάρτυρα που κατέθετε την πραγματική διάσταση τους χωρίς να υπάρχει, αλλά ούτε καν να υποβόσκει προσπάθεια απόκρυψης της αλήθειας ή παρουσίασης των γεγονότων με τρόπο που θα υποστήριζε την εκδοχή του. Ουδέν προέκυψε από την αντεξέταση του ΜΚ6 που να αλλοιώνει την αντικειμενικότητα και αξιοπιστία του.
Παρά την εκτενή του αντεξέταση από τον κατηγορούμενο ο ΜΚ6 απαντούσε σε όλες τις ερωτήσεις που του τέθηκαν με αυθορμητισμό και αμεσότητα παραμένοντας σταθερός στη θέση του ότι ο κατηγορούμενος την επίδικη ημέρα τον έσπρωξε ενώ έσπρωξε και τον φωτογράφο απειλώντας τον ότι θα του σπάσει την φωτογραφική του μηχανή. Απέρριψε με σταθερότητα τις υποβολές του κατηγορούμενου περί χτυπημάτων που δέχθηκε ο κατηγορούμενος από τον φωτογράφο και τον ίδιο ενώ επαναλάμβανε σε διάφορά σημεία της αντεξέτασης του ότι η συμπεριφορά του κατηγορούμενου ήταν τόσο προκλητική την επίδικη ημέρα που όπως χαρακτηριστικά ανέφερε ο ΜΚ6 οποιοσδήποτε έβλεπε τον κατηγορούμενο την επίδικη ημέρα θα σκεφτόταν ότι προσπαθούσε να τους εκνευρίσει με σκοπό να τον χτυπήσουν. Παραθέτω αυτούσιες κάποιες εκ των αναφορών του οι οποίες αναδεικνύουν την ειλικρίνεια αλλά και τον αυθορμητισμό με τον οποίο απαντούσε σε όλες τις ερωτήσεις που του τέθηκαν σε σχέση με όλα όσα βίωσε την επίδικη ημέρα:
A. Τι μου είπετε;
E. Σας έλεγα "χτύπα με, χτύπα με".
A. Μα αφού ο σκοπός σας αυτός ήταν.
E. Σας είπα αυτό το πράμα;
A. Δεν θυμάμαι.
E. Σας υποβάλλω ότι σας είπα "χτύπα με, χτύπα με" για να σας αποτρέψω να με χτυπήσετε και να σας δείξω ότι εγώ είμαι ενάντια στη βία.
A. Ο σκοπός σας που τη στιγμή που πήγαμε εκεί, η συμπεριφορά σας ήταν τόσο προκλητική που οποιοσδήποτε σας έβλεπε θα σκεφτόταν ότι προσπαθεί να εκνευρίσει τους ανθρώπους με σκοπό τον να χτυπήσουν.
E. Σας υποβάλλω ότι προσπαθείτε να πείτε ψέματα στο Δικαστήριο για να δικαιολογηθείτε.
A. Γιατί να δικαιολογηθώ; Κατηγορούμαι για κάτι. Ξαναρώτησα και πριν. Ήρθα που την Καλέπια, δεν πήγα δουλειά, για να δικαιολογήσω τι;
Περαιτέρω, ο ΜΚ6 με ξεκάθαρο και σαφή τρόπο απέρριψε τις υποβολές περί συνεννόησης του με τον φωτογράφο εξηγώντας ότι ο ίδιος έφυγε από το σημείο και πήγε μόνος του στην Αστυνομία χωρίς τον φωτογράφο και ούτε ο ίδιος γνωρίζει εάν ο φωτογράφος πήγε να δώσει κατάθεση.
Επιπρόσθετα, η μαρτυρία του ΜΚ6 συνάδει και με την ενώπιον του Δικαστηρίου αποδεκτή μαρτυρία. Υπό το φως των πιο πάνω διαπιστώσεων μου ο ΜΚ6 κρίνεται αξιόπιστος μάρτυρας και αποδέχομαι την μαρτυρία του στην ολότητα της.
Ο κ Σοφοκλής Σοφοκλέους, ΜΚ7 ήταν ο Δήμαρχος ο οποίος κλήθηκε και πήγε στο μέρος την επίδικη ημέρα. Ο ΜΚ7 δεν ήταν παρών στο επίδικο περιστατικό και η μαρτυρία του περιορίστηκε στο ότι ο Δήμος Λευκάρων γενικά δεν συμμεριζόταν τις αντιδράσεις του Κατηγορούμενου σε σχέση με το ζήτημα της φωτογράφησης νεόνυμφων ζευγαριών στα Λέυκαρα τις οποίες θεωρούσε υπερβολικές. Δεν έχω διαπιστώσει οποιαδήποτε προσπάθεια του ΜΚ7 να πει ψέματα στο Δικαστήριο και καταλήγω ότι επρόκειτο για αξιόπιστο μάρτυρα. Ταυτόχρονα, σημειώνω ότι η μαρτυρία του ουδόλως βοηθάει στην επίλυση των επίδικων θεμάτων.
Ο Αστυφύλακας 624 Ζ. Ζήνωνος (ΜΚ8) άφησε στο Δικαστήριο θετική εντύπωση. Εξετάζοντας τη μαρτυρία του συνολικά διαπιστώνω ότι αυτή χαρακτηρίζεται από σαφήνεια, σταθερότητα και συνεκτικότητα. Ο ΜΚ8 επεξήγησε με ενάργεια τις ενέργειες στις οποίες προέβη στο πλαίσιο της διερεύνησης της παρούσας υπόθεσης ενώ απαντούσε αυθόρμητα και χωρίς αμφιταλαντεύσεις στις ερωτήσεις που του τέθηκαν κατά την αντεξέταση του.
Αντεξεταζόμενος ανέφερε με ειλικρίνεια ότι πράγματι υπήρξε μία καταγγελία εναντίον του από τον Κατηγορούμενο η οποία όμως είχε τελειώσει επομένως δεν υφίστατο οποιοιδήποτε κώλυμα προκειμένου να προβεί στις ενέργειες που προέβη, θέση που εν πάση περιτπτώσει δεν αμφισβητήθηκε από την Υπεράσπιση.
Παρεμβάλλω στο σημείο αυτό ότι ο ίδιος ο κατηγορούμενος αντεξεταζόμενος από την Κατηγορούσα Αρχή ανέφερε ότι πράγματι έλαβε απάντηση στο παράπονο που υπέβαλε, σύμφωνα με την οποία ενημερώθηκε ότι ο ΜΚ8 είχε εκτελέσει τα καθήκοντα του και θα μπορούσε εάν το επιθυμούσε να έκανε καταγγελία στην αρχή διερεύνησης παραπόνων κατά της Αστυνομίας κάτι που δεν έπραξε ο κατηγορούμενος.
Ο ΜΚ8 ήταν επίσης σαφής και σταθερός στις αναφορές του ότι σε ότι αφορά τους ισχυρισμούς του κατηγορούμενου ότι ήταν αυτός που χτυπήθηκε από τους παραπονούμενους ότι η υπόθεση διαβιβάστηκε στη Νομική Υπηρεσία για να τους υποδείξει ποιοι και πότε θα οδηγηθούν στο Δικαστήριο και η απόφαση της Νομικής Υπηρεσίας ήταν να καταχωριστεί υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου. Απέρριψε εμφαντικά τις θέσεις περί ύπαρξης ελλείψεων στη διερεύνηση ενώ σε σχετική υποβολή που του τέθηκε από τον κατηγορούμενο σε σχέση με την ύπαρξη βίντεο από την επίδικη σκηνή ο ΜΚ8 ανέφερε ότι δεν υπήρχε τέτοια αναφορά στις καταθέσεις.
Περαιτέρω, σε σχετικές ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν κατά την αντεξέταση του εξήγησε με σταθερότητα ότι ο κατηγορούμενος του τηλεφώνησε την επίδικη ημέρα γύρω στις 16:30 και του ανέφερε ότι υπάρχει θέμα με φωτογράφο και νεόνυμφους που φωτογραφίζονται στην περιοχή κοντά στο σπίτι του και ότι υπάρχει αναστάτωση και ότι δεν φοράνε μάσκες. Απέρριψε κατηγορηματικά τη θέση ότι του είχε αναφέρει ο κατηγορούμενος ότι τον χτύπησε ο φωτογράφος με τον αγκώνα του στο στομάχι, λέγοντας χωρίς περιστροφές και ενδοιασμούς ότι δεν του ανέφερε τέτοιο πράγμα ο κατηγορούμενος.
Με την ίδια σταθερότητα απέρριψε τις υποβολές που του τέθηκαν περί έχθρας εναντίον του κατηγορούμενου εξηγώντας ότι ο ίδιος εργάζεται πάντα με επαγγελματισμό και χωρίς συναίσθημα.
Επιπρόσθετα, η μαρτυρία του ΜΚ8 συνάδει και με την ενώπιον του Δικαστηρίου αποδεκτή μαρτυρία. Υπό το φως των πιο πάνω διαπιστώσεων μου ο ΜΚ8 κρίνεται αξιόπιστος μάρτυρας και αποδέχομαι την μαρτυρία του στην ολότητα της.
Ο κατηγορούμενος καταθέτοντας ενόρκως δεν έκανε καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Η μαρτυρία του χαρακτηρίζεται από ασάφεια, γενικότητα, έλλειψη αυθορμητισμού και δεν παρουσιάζει την αναγκαία σταθερότητα, θετικότητα, πειστικότητα και συνοχή ώστε να μπορεί να γίνει δεκτή. Περαιτέρω, περιέπεσε σε αντιφάσεις. Παραθέτω κάποια ενδεικτικά και μόνο παραδείγματα των αναφορών του που επιβεβαιώνουν την αδυναμία της εκδοχής που παρουσίασε στο Δικαστήριο.
Καταρχάς θα πρέπει να σημειωθεί ότι ήταν εμφανές τόσο από τον τρόπο με τον οποίο αντεξέταζε όλους τους μάρτυρες κατηγορίας όσο και από το γεγονός ότι ενόρκως πριν υιοθετήσει την ανακριτική του κατάθεση ξεκίνησε με μία δήλωση ότι δεν επιθυμεί τη φωτογράφηση των σπιτιών του από επαγγελματίες οι οποίοι αμείβονται και προκαλούν οχληρία, ότι ο κατηγορούμενος διακατεχόταν από πολύ έντονα συναισθήματα σε σχέση με το ζήτημα της επίσκεψης φωτογράφων στα Λεύκαρα με νιόπαντρα ζευγάρια και όχι μόνο και βρισκόταν σε μία εμφανή συναισθηματική φόρτιση η οποία κατέστη σαφές ότι επηρέασε την ικανότητα του να παραθέσει με ακρίβεια και ειλικρίνεια πως εκτυλίχθηκαν τα γεγονότα την επίδικη ημέρα.
Ειδικότερα, ισχυρίστηκε δια ζώσης ότι ο ΜΚ1 που του έλαβε την κατάθεση δεν έγραφε αυτά που του έλεγε θέση την οποία δεν είχε υποβάλει στον ΜΚ1 στον οποίο απλώς υπέβαλε ότι τον διέκοπτε συνεχώς. Περαιτέρω ενώ ισχυρίστηκε πρώτη φορά δια ζώσης ότι ο ΜΚ1 δεν έγραφε όλα όσα του έλεγε δεν εξήγησε για ποιο λόγο ο Κατηγορούμενος υπέγραψε την ανακριτική του κατάθεση ως ορθή και αληθή.
Κακή εντύπωση προκάλεσαν επίσης και οι εκτεταμένες αναφορές του οι οποίες χρονικά αρχίζουν από το 2018 σε σχέση με διάφορα περιστατικά φερόμενης αντιπαλότητας του ίδιου με τον κ. Μιχάλη Βασιάδη (ΜΚ2) σε μία έντονη προσπάθεια του να δείξει ότι ο ΜΚ5 είχε εχθρικά συναισθήματα για τον ίδιο τη στιγμή που κατά την αντεξέταση του ΜΚ5 δεν του υποβλήθηκαν όλες αυτές οι αναφορές προκειμένου ο ίδιος να τοποθετηθεί κατά παράβαση της καλά εμπεδωμένης αρχής ότι η Υπεράσπιση οφείλει να θέσει τα ζητήματα που έχει κατά νουν στους μάρτυρες κατηγορίας, ώστε να έχουν τη δυνατότητα να απαντήσουν δεόντως.[13]
Ενδεικτικό της προσπάθειας του να μην αναφέρει την αλήθεια στο Δικαστήριο ήταν και το γεγονός ότι παρουσίασε διάφορα ιατρικά πιστοποιητικά σε σχέση με τον ώμο του και το πόδι του σε μία εμφανή προσπάθεια του να παρουσιάσει τον εαυτό του ως ανήμπορο να πράξει ότι του καταλογίζεται προσπάθεια η οποία όμως απέτυχε. Ο ίδιος ξεκάθαρα παραδέχθηκε ότι πήγαινε από το ένα μέρος στο άλλο σε μία προσπάθεια του να αποτρέψει τη παράνομη κατά τον ίδιο φωτογράφηση των προσωπικών του δεδομένων και συνεπώς παρά την προσπάθεια του να παρουσιάσει τον εαυτό του ως ταλαιπωρημένο και ανήμπορο να προβεί στις πράξεις που του καταλογίζονται αυτή η προσπάθεια ήταν απλώς μία απέλπιδα προσπάθεια αποφυγής των ευθυνών του. Επιπρόσθετα, σε ότι αφορά τα πιστοποιητικά που κατέθεσε ο κατηγορούμενος στο Δικαστήριο ως Τεκμήρια 11 και 12 πρόκειται λοιπόν για εξ ακοής μαρτυρία η οποία ασφαλώς δεν αποκλείεται μόνο γιατί είναι εξ ακοής, όμως κατά την αξιολόγηση της[14] και όταν αποφασίζεται η αποδεικτική αξία και βαρύτητα που θα της αποδοθεί, το Δικαστήριο πρέπει να εξετάζει όλα τα σχετικά στοιχεία που την περιβάλλουν.[15] Το Δικαστήριο θα ανέμενε την παρουσία των συντακτών των εν λόγω εγγράφων προκειμένου να είναι αφενός σε θέση να εξηγήσουν τις αναφορές τους παρέχοντας τις δέουσες λεπτομέρειες, αφού μόνο έτσι θα μπορούσε το Δικαστήριο να ελέγξει την ακρίβεια των συγκεκριμένων αναφορών, και αφετέρου, να τεθούν οι αναφορές τους στη βάσανο της αντεξέτασης. Δεν δόθηκε οποιαδήποτε εξήγηση για την απουσία των υπό αναφορά προσώπων από το Δικαστήριο προκειμένου αυτοί να αντεξεταστούν, ενώ δεν φαίνεται να μην ήταν εύλογο και εφικτό για την πλευρά του Κατηγορούμενου, που έχει παρουσιάσει αυτή τη μαρτυρία, να είχε κλητεύσει ως μάρτυρες στη διαδικασία τα πρόσωπα που έκαμαν τις αρχικές δηλώσεις. Ούτε υπήρξε οποιαδήποτε εισήγηση ότι κάτι τέτοιο δεν θα ήταν εύλογο και εφικτό. Τα στοιχεία που έχω ενώπιον μου σε σχέση με την εξ ακοής μαρτυρία που δόθηκε στο Δικαστήριο δεν μου επιτρέπουν να της αποδώσω τα εχέγγυα της εγκυρότητας, ακεραιότητας και πιστότητας που κατά την κρίση μου πρέπει να χαρακτηρίζουν την εξ ακοής μαρτυρία πριν αποδοθεί σε αυτήν βαρύτητα. Με αυτά τα δεδομένα, κρίνω ότι υπό τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες έχει προσαχθεί η εξ ακοής μαρτυρία, δεν διευκολύνεται η ορθή αξιολόγηση της βαρύτητας της εν λόγω μαρτυρίας. Συνακόλουθα, δεν μπορώ να αποδώσω οποιαδήποτε βαρύτητα στις συγκεκριμένες αναφορές αφού υπό τις περιστάσεις που αυτές έχουν παρουσιασθεί κρίνω ότι θα ήταν ακροσφαλές να στηριχθεί το Δικαστήριο σε αυτές για σκοπούς εξαγωγής ευρημάτων.
Περαιτέρω, ενδεικτικό της αναλήθειας του κατηγορούμενου ήταν και το γεγονός ότι αντεξεταζόμενος διαφοροποιούσε τις αναφορές του όπως αυτές προβάλλονται στην ανακριτική του κατάθεση καθιστώντας σαφές ότι δεν ήρθε στο Δικαστήριο για να πει την αλήθεια. Ειδικότερα, αντεξεταζόμενος έκανε αναφορά ότι ήταν 2 τελικά οι φορές που πήγαν και ήρθαν ο φωτογράφος και οι νεόνυμφοι για να βγάλουν φωτογραφίες και όχι μία όπως αναφέρει στην κατάθεση του. Περαιτέρω, ενώ κατά την ανακριτική του κατάθεση έλεγε ότι τον απειλούσαν ότι θα τον κάνουν του κρεβατιού κατά την κυρίως εξέταση του διά ζώσης και πάλι διαφοροποίησε τη θέση του λέγοντας ότι του έλεγαν ότι θα τον κάνουν μαύρο από το ξύλο.
Δεν έπεισαν ούτε οι αναφορές του ότι καθόλη τη διάρκεια του επεισοδίου ο ίδιος δεν είχε νευριάσει και ήταν ψύχραιμος. Ενδεικτικό της αναλήθειας του είναι το γεγονός ότι στην ανακριτική του κατάθεση αναφέρεται ευθαρσώς σε τεταμένη ατμόσφαιρα παρά την προσπάθεια του αντεξεταζόμενος να παρουσιάσει μία εικόνα ότι ο ίδιος παρέμεινε ψύχραιμος.
Καθόλου πειστική και στερούμενη οποιασδήποτε λογικής ήταν και η αναφορά του ότι όταν δήθεν είδε τον γαμπρό έτοιμο να του κτυπήσει αντί να προστατευτεί αυτός του έλεγε «κτύπα με κτύπα με». Δεν συνάδει με την κοινή λογική ότι ένας άνθρωπος του οποίου απειλείται τη δεδομένη στιγμή η σωματική του ακεραιότητα η αντίδραση του στην άσκηση βίας να είναι η φράση «κτύπα με κτύπα με». Αντίθετα συνάδει με την κοινή λογική ότι μία τέτοια φράση ισοδυναμεί με πρόκληση για κτύπημα από αυτόν που την εκστομίζει. Μάλιστα ο κατηγορούμενος κατά την αντεξέταση του γαμπρού ΜΚ6 ισχυρίστηκε ότι του είπε αυτή τη φράση για να του δείξει δήθεν ότι δεν συμφωνεί με τη βία θέση η οποία επίσης στερείται οποιουδήποτε λογικού ερείσματος.
Περαιτέρω, ενδεικτικό της αναλήθειας του κατηγορούμενου και την έντονης και συνεχούς του προσπάθειας να παρουσιάσει στο Δικαστήριο μία εικόνα που δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα ήταν και τα ακόλουθα. Ενώ ισχυρίστηκε ότι οι απειλές ότι θα τον κτυπούσαν ήταν επαναλαμβανόμενες, εντούτοις ο ίδιος όταν πήρε τηλέφωνο την αστυνομία τους ανέφερε ότι υπάρχει συνεργείο με φωτογράφο μπροστά από το σπίτι του και προσπαθούν να βγάλουν φωτογραφίες. Προσπάθησε δηλαδή να παρουσιάσει ότι δεχόταν όλη αυτήν την έντονη απειλητική συμπεριφορά από τον φωτογράφο, τον γαμπρό και τη νύφη και η έγνοια του κατηγορούμενου όταν πήρε τηλέφωνο την Αστυνομία σύμφωνα πάντα με τα όσα ο ίδιος δήλωσε στην ανακριτική του κατάθεση ήταν να αναφέρει στην αστυνομία ότι υπάρχει συνεργείο με φωτογράφο μπροστά από το σπίτι του και προσπαθούν να βγάλουν φωτογραφίες. Δεν συνάδει με την κοινή λογική ότι ένας άνθρωπος που δέχεται μία τέτοια συμπεριφορά όπως προσπάθησε να την παρουσιάσει ο κατηγορούμενος, την ώρα που επιτυγχάνει επικοινωνία με την Αστυνομία να μην αναφέρει ότι δέχεται μία τέτοια επίθεση. Ούτε αναμένεται σύμφωνα με την κοινή λογική ότι σε μία τέτοια περίπτωση το πρόσωπο που δέχεται μία τέτοια επίθεση θα έχει την έγνοια να κάνει αναφορά για τις μάσκες στον Αστυνομικό που αφίχθη στη σκηνή. Σημειώνω ότι ουδόλως αμφισβητήθηκε ότι πράγματι ο κατηγορούμενος μόλις αφίχθη ο ΜΚ4 στη σκηνή, ο κατηγορούμενος του είπε για τις μάσκες.
Τα πιο πάνω καθιστούν τη μαρτυρία του κατηγορούμενου μη πειστική και δεικνύουν κατά τρόπο εμφανή την προσπάθεια του να μην πει τη αλήθεια στο Δικαστήριο. Εξετάζοντας λοιπόν τη μαρτυρία του κατηγορούμενου στο σύνολο της και έχοντας δώσει πιο πάνω κάποια ενδεικτικά και μόνο παραδείγματα του όλου τρόπου που απαντούσε και της έκδηλης αδυναμίας του να δώσει σταθερές, σαφείς και πειστικές απαντήσεις σε απλές ερωτήσεις που του τέθηκαν, καταλήγω ότι η μαρτυρία του δεν ήταν ειλικρινής και την απορρίπτω στο σύνολο της. Τα πιο πάνω τρωτά σημεία στη μαρτυρία του Κατηγορούμενου και οι πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου κλονίζουν το υπόβαθρο της αξιοπιστίας του σε βαθμό που η απόδοση οποιασδήποτε βαρύτητας στη μαρτυρία του να καθίσταται ακροσφαλής.
Συνακόλουθα, ο κατηγορούμενος κρίνεται αναξιόπιστος και απορρίπτω τη μαρτυρία του κατηγορούμενου στην ολότητα της.
Προχωρώ στην αξιολόγηση της μαρτυρίας της Έλενας Λουσνίκοβα (ΜΥ1) η οποία δεν έκανε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο ως μάρτυρας αλήθειας. Η μαρτυρία της ιδωμένη στην ολότητα της δεν παρουσιάζει την αναγκαία σταθερότητα, συνεκτικότητα, πειστικότητα και συνοχή προκειμένου να γίνει αποδεκτή. Προσπάθησε να παρουσιάσει μία κατάσταση πραγμάτων η οποία ούτε λογική ούτε πειστική ήταν ενώ ήταν εμφανής η προσπάθεια της να βοηθήσει τον κατηγορούμενο που είναι σύζυγος της. Παραθέτω κάποια ενδεικτικά και μόνο παραδείγματα των αναφορών της.
Αστάθεια αναδύθηκε στις τοποθετήσεις ως προς το τι έκανε ο σύζυγος της την ώρα που ήρθε ο φωτογράφος. Αρχικά ισχυρίστηκε ότι καθόταν και δεν σηκώθηκε, μετά ισχυρίστηκε ότι σηκώθηκε και μετά ισχυρίστηκε ότι δεν θυμόταν τελικά αν σηκώθηκε ή όχι.
Ακολούθως αντεξεταζόμενη ισχυρίστηκε για πρώτη φορά στην αντεξέταση της ότι απείλησαν τον άντρα της ότι θα τον κάνουν μαύρο αλλά δεν μπορούσε ακριβώς να πει ποιος το είπε χωρίς όμως να εξηγήσει λογικά και πειστικά γιατί δεν μπορούσε να πει. Δεν έπεισε ούτε η θέση της ότι ενώ απειλείτο ο σύζυγος της και ενώ η ίδια ανησυχούσε εντούτοις παρέμεινε θεατής. Δεν ήταν επίσης σε θέση να εξηγήσει λογικά και πειστικά για ποιο λόγο αφού κατά την ίδια ήταν μάρτυρας σε επεισόδιο όπου ο κατηγορούμενος δέχθηκε επίθεση και απειλές δεν πήγε να καταγγείλει αυτό το περιστατικό στην Αστυνομία. Αξιοσημείωτο είναι άλλωστε και το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος δεν έκανε οποιαδήποτε αναφορά στην ανακριτική του κατάθεση ότι ήταν παρούσα και η σύζυγος του η οποία είδε τη έγινε και θα μπορούσε να δώσει κατάθεση.
Περαιτέρω, σε άλλο σημείο της αντεξέτασης της ανέφερε ότι δεν πήγε να κάνει καταγγελία γιατί δεν υπολόγισε ότι θα προχωρούσαν τόσο σοβαρά, όπως ανέφερε τα πράγματα και ότι θα έκαναν καταγγελία εναντίον του άντρα της. Δεν αναμένεται λογικά από κάποιο πρόσωπο που είναι μάρτυρας σε επίθεση που δέχεται ο σύζυγος αυτού του προσώπου να μην καταγγέλλει την ισχυριζόμενη επίθεση στις αστυνομικές αρχές επειδή δεν ήξερε ότι θα κατάγγελλαν τον άντρα της. Εάν τα όσα ανέφερε ήταν γνήσια τότε θα αναμενόταν λογικά να προβεί σε σχετική καταγγελία και όχι να έκανε καταγγελία εάν και εφόσον μάθαινε ότι θα προχωρούσε η υπόθεση.
Τα πιο πάνω τρωτά σημεία στη μαρτυρία της ΜΥ1 και οι πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου κλονίζουν το υπόβαθρο της αξιοπιστίας της σε βαθμό που η απόδοση οποιασδήποτε βαρύτητας στη μαρτυρία του να καθίσταται ακροσφαλής.
Συνακόλουθα, η ΜΥ1 κρίνεται αναξιόπιστη και απορρίπτω τη μαρτυρία της στην ολότητα της.
Στη βάση της πιο πάνω αξιολόγησης της ενώπιον μου μαρτυρίας προβαίνω στα ακόλουθα ευρήματα σε σχέση με τα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση:
Στις 13/9/2021 και περί ώρα 16:30 ο κ. Χρίστος Χάματσος (ΜΚ5) ο οποίος είναι φωτογράφος βρισκόταν στα Πάνω Λεύκαρα κοντά στην εκκλησία όπου θα έβγαζε φωτογραφίες ενός νεόνυμφου ζευγαριού και ειδικότερα του Κώστα Χρυσοστόμου (ΜΚ6) και της συζύγου του που είχαν παντρευτεί στις 11/9/2021. Σε ένα στενό δίπλα από την εκκλησία άρχισαν να βγάζουν φωτογραφίες. Σε κάποια στιγμή στη μέση περίπου του στενού εμφανίστηκε ο κατηγορούμενος και τους είπε να σταματήσουν να βγάζουν φωτογραφίες γιατί είναι όλα δικά του εκεί. Ο ΜΚ5 του ζήτησε να του υποδείξει ποιο είναι το σπίτι του και ο κατηγορούμενος απάντησε ότι είναι όλα δικά του. Τον ξαναρώτησε και του απάντησε ότι είναι όλα δικά του και είναι προσωπικά δεδομένα και ότι δεν θα του έδινε λογαριασμό. Ακολούθως και ενώ βρισκόντουσαν στον δρόμο προσπαθώντας να φωτογραφήσει το ζευγάρι ο κατηγορούμενος άρχισε να σπρώχνει με δύναμη με τον ώμο του τόσο τον ίδιο τον ΜΚ5 όσο και τον γαμπρό ΜΚ6 και απειλούσε τον ΜΚ5 ότι θα του σπάσει τη φωτογραφική του μηχανή. Ο κατηγορούμενος ήταν προκλητικός και έμπαινε ανάμεσα τους με σκοπό να τους εμποδίσει να βγάλουν φωτογραφίες σπρώχνοντας τόσο τον ΜΚ5 όσο και τον γαμπρό ΜΚ6. Κατά την εξέλιξη του περιστατικού οι γείτονες του κατηγορούμενου Μιχάλης Βασιάδης (ΜΚ2) και Χρυστάλλα Βασιάδη (ΜΚ3) άκουσαν τις δυνατές φωνές και βγήκαν στο δρόμο όπου είδαν τον γείτονα τους – κατηγορούμενο να συζητάει με τους νεόνυμφους και τον φωτογράφο. Ο ΜΚ2 πήγε δίπλα στον φωτογράφο και ο κατηγορούμενος προσπάθησε να περάσει δίπλα από τον φωτογράφο και δεν τα κατάφερε και τότε πήγε προς το μέρος του ΜΚ2 και άρχισε να τον σπρώχνει με δύναμη με τον δεξί του ώμο με αποτέλεσμα από τη δύναμη του σπρωξίματος ο ΜΚ2 να πάει λίγο προς τα εμπρός χωρίς όμως να καταφέρει να περάσει. Ο κατηγορούμενος προσπαθούσε να μπει μπροστά από τους νεόνυμφους για να σταματήσει τη φωτογράφηση. Ακολούθως, όταν ο κατηγορούμενος δεν κατάφερε να περάσει άρχισε να φωνάζει στον γαμπρό ΜΚ6 λέγοντας του «κτύπα με κτύπα με»» αλλά ο γαμπρός δεν είπε ούτε έκανε οτιδήποτε. Ο ΜΚ2 είδε το σπρώξιμο στον ΜΚ5 και τον ΜΚ6 και η ΜΚ3 είδε το σπρώξιμο στον ΜΚ2. Η προκλητική και έντονη συμπεριφορά του κατηγορούμενου ο οποίος ήταν θυμωμένος και φώναζε σε συνδυασμό και με την αναφορά του κατηγορούμενου προς τον ΜΚ5 ότι θα του έσπαζε τη φωτογραφική του μηχανή έκαναν τον ΜΚ5 να ανησυχήσει αφού κατάλαβε ότι μπορούσε να υλοποιήσει την απειλή του με αποτέλεσμα να αποχωρήσουν προκειμένου να μην δημιουργηθούν περαιτέρω προβλήματα. Στη συνέχεια στο μέρος πήγε η Αστυνομία και ειδικότερα ο Αστυφύλακας 2808 Ρένος Σολωμού (ΜΚ4) ο οποίος ενώ ήταν περιπολία στα Λεύκαρα έλαβε τηλεφώνημα από τον Αστυφύλακα 625 Ζ. Ζήνωνος ο οποίος του ανέφερε ότι υπήρχε κάποιο πρόβλημα στην οδό Χρ. Σεντουκάρη στα Πάνω Λεύκαρα. Επισκέφθηκε το μέρος όπου εκεί βρήκε τον Κατηγορούμενο και αφού τον ρώτησε ποιο είναι το πρόβλημα που αντιμετωπίζει αυτός του ανέφερε ότι υπάρχουν νεόνυμφοι με ένα φωτογράφο στην περιοχή και δεν φορούν μάσκες. Ακολούθως του υπέδειξε τα εν λόγω πρόσωπα. Ο ΜΚ4 τους ρώτησε όλους τι είχε συμβεί και του ανέφεραν ότι ο κατηγορούμενος δεν δεχόταν να φωτογραφίζεται το ζευγάρι και ότι τους έσπρωξε με τον ώμο και ήθελαν να καταγγείλουν το γεγονός αυτό στην Αστυνομία. Τότε τους κάλεσε όλους να μεταβούν στον αστυνομικό σταθμό για καταθέσεις πράγμα που έπραξαν. Ο κατηγορούμενος κατά τη στιγμή που ο ΜΚ4 αφίχθη στο μέρος δεν τον ενημέρωσε ότι είχε χτυπηθεί παρά μόνο ότι δεν φορούσαν τις μάσκες τους ο φωτογράφος και οι νεόνυμφοι. Ο Α/Αστυφύλακας 1850 Α. Κακουλής (ΜΚ1) στις 13/9/2021 και ώρα 18:55 παρέδωσε στον κατηγορούμενο τα δικαιώματα υπόπτων/κατηγορουμένων (Τεκμήριο 2) τα οποία αρνήθηκε να υπογράψει αναφέροντας του ότι θα κάνει ο ίδιος τον δικηγόρο. Την ίδια μέρα ο ΜΚ1 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο (Τεκμήριο 3) και τον κατηγόρησε γραπτώς (Τεκμήριο 4).
Μετά την αξιολόγηση της ενώπιον του Δικαστηρίου τεθείσας μαρτυρίας και στην κατάληξη στα πιο πάνω ευρήματα, θα προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσο η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει την ενοχή του κατηγορούμενου στα αδικήματα που αντιμετωπίζει.
Τόσο η Κατηγορούσα Αρχή όσο και ο Κατηγορούμενος αγόρευσαν υποστηρίζοντας τις εκατέρωθεν θέσεις και εισηγήσεις τους. Έχω θέσει ενώπιον μου τα όσα ανέφεραν αμφότερες οι πλευρές με τις αγορεύσεις τους. Νοείται ότι θα εξετάσω τις θέσεις και τα επιχειρήματα που προβλήθηκαν στο βαθμό που απαιτείται για τις ανάγκες της υπόθεσης έχοντας πάντα κατά νου ότι δεν αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της αιτιολόγησης δικαστικής απόφασης ειδική αναφορά ή πραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται.[16] Επισημαίνω, ωστόσο, ότι τα επιχειρήματα αμφότερων των πλευρών υπήρξαν, σε όλη τους την εμβέλεια, αντικείμενο σκέψης και προβληματισμού από το Δικαστήριο χωρίς να υπάρχει ανάγκη ειδικής επίκλησης τους.[17]
Ανατρέχοντας στο γραπτό κείμενο της αγόρευσης του Κατηγορούμενου διαπιστώνεται ότι ο κατηγορούμενος προβαίνει σε διάφορες αναφορές οι οποίες δεν αποτέλεσαν μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου και προσπαθεί ουσιαστικά να εισάξει μαρτυρία μέσω της αγόρευσης του. Αποτελεί καλά εμπεδωμένη αρχή ότι δεν είναι επιτρεπτή η προσαγωγή μαρτυρίας μέσω των αγορεύσεων. [18] Συνεπώς έχω αγνοήσει και δεν λαμβάνω υπόψη μου τις εκτενείς αναφορές του κατηγορούμενου στο γραπτό κείμενο της αγόρευσης του στο βαθμό που αυτές δεν αποτελούν μέρος του μαρτυρικού υλικού που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου κατά την ακροαματική διαδικασία.
Προτού προχωρήσω στην εξέταση της ουσίας των κατηγοριών και κρίση ως προς την ενοχή ή όχι του κατηγορούμενου, θα πρέπει να εξεταστούν κατά λογική προτεραιότητα οι ισχυρισμοί της Υπεράσπισης για παραβίαση του δικαιώματος του κατηγορούμενου για δίκαιη δίκη. Ειδικότερα, σύμφωνα με τη σχετική εισήγηση της Υπεράσπισης, έχει παραβιαστεί το δικαίωμα του κατηγορούμενου για διάγνωση της ποινικής του ευθύνης εντός ευλόγου χρόνου και περαιτέρω τέθηκε ότι υπήρξαν σοβαρές παραλείψεις των ανακριτικών αρχών.
Το δικαίωμα εκάστου κατηγορουμένου σε διάγνωση της ποινικής του ευθύνης εντός εύλογου χρόνου αποτελεί συνταγματικό του δικαίωμα, το οποίο κατοχυρώνεται στο άρθρο 30 του Συντάγματος. Τα στοιχεία που λαμβάνονται υπόψη για τον καθορισμό του εύλογου χρόνου για τη διαπίστωση της ποινικής ευθύνης κάποιου κατηγορουμένου συνοψίζονται στη σχετική νομολογία. Ενδεικτικά παραπέμπω στις υποθέσεις Μενελάου ν. Αστυνομίας (2004) 2 ΑΑΔ 407 και Κάζανου ν. Eφόρου Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Ποινική Έφεση 96/19, ημερομηνίας 28/7/2020, ECLI:CY:AD:2020:B272. Στην απόφαση Κάζανου (ανωτέρω) με αναφορά στη πάγια νομολογία υποδείχθηκαν οι τρεις παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη για την κρίση περί της ύπαρξης καθυστέρησης. Συγκεκριμένα λέχθηκαν τα ακόλουθα:
«Στην Procurator Fiscal v. Watson (2002) 4 All E.R. 1 (απόφαση της Δικαστικής Επιτροπής του Ανακτοβουλίου) αναφέρθηκε ότι η προσέγγιση υπό του Δικαστηρίου τυχόν παραβίασης του δικαιώματος για δίκη εντός εύλογου χρόνου θα πρέπει να αφορά τρεις παράγοντες και οι οποίοι θα πρέπει να εξετάζονται: (α) η πολυπλοκότητα της υπόθεσης, (β) η συμπεριφορά του Κατηγορουμένου και (γ) ο τρόπος χειρισμού της υπόθεσης υπό τις διοικητικές και δικαστικές αρχές.»
Επιπλέον, στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευσταθίου (2009) 2 AΑΔ 376, υπεδείχθη ότι η διαπίστωση της ενδεχόμενης παραβίασης του θεμελιώδους δικαιώματος ενός κατηγορούμενου για δίκη εντός εύλογου χρόνου δεν εξετάζεται in abstracto, αλλά τίθεται υπό τη βάσανο του συνυπολογισμού ύπαρξης και άλλων παραμέτρων, που να δείχνουν ότι υπό τις περιστάσεις δεν μπορεί να διεξαχθεί δίκαιη δίκη. Αποτελεί θεμελιακή νομολογιακή αρχή πως όταν ο κατηγορούμενος ευθύνεται για την καθυστέρηση δεν μπορεί να επικαλείται παραβίαση του δικαιώματος δίκης εντός εύλογου χρόνου με βάση το άρθρο 30 του Συντάγματος.[19]
Στο σύγγραμμα του Λ.Α Σισιλιάνου Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, Ερμηνεία κατ’ άρθρο, 2η έκδοση, σελ. 297–298, τίθεται ότι στις ποινικές υποθέσεις για σκοπούς εξέτασης του κατά πόσο έγινε σεβαστή η εγγύηση του εύλογου χρόνου, το επίμαχο χρονικό διάστημα, κατά κανόνα, λήγει με την έκδοση της απόφασης εκείνης που κρίνει το βάσιμο της κατηγορίας και εφόσον είναι καταδικαστική, προσδιορίζει την ποινή.
Περαιτέρω ως υποδεικνύεται στο σύγγραμμα Harris, O’ Boyle and Wabrick: Law of the European Convention on Human Rights, 4η έκδοση, σελ. 441, παρόλο που ο κατηγορούμενος δεν έχει υποχρέωση να συνεργάζεται ενεργά με τις Δικαστικές αρχές και έχει δικαίωμα να κάνει πλήρη χρήση των διαδικαστικών του δικαιωμάτων, τυχόν καθυστέρηση που προκύπτει από τα πιο πάνω δεν μπορεί να καταλογιστεί στο κράτος. Έτσι, έχει κριθεί ότι η συχνή αλλαγή δικηγόρων ή οι αναβολές που οφείλονται στην υγεία του κατηγορουμένου αποτελούν αντικειμενικά δεδομένα που δεν μπορούν να καταλογιστούν στο κράτος. Σχετικά παραπέμπω στην υπόθεση König ν. Germany προσφυγή 6232/73, ημερομηνίας 28/6/1978, παρ. 103 και Krakolinig v. Austria 33992/07, (2012) παρ. 27, αντίστοιχα.
Περαιτέρω, ως επεξηγείται στο σύγγραμμα Law of the European Convention on Human Rights σελ.441 (ανωτέρω), μεταξύ των στοιχείων που λαμβάνονται υπόψη από το ΕΔΑΔ για την εξέταση της πολυπλοκότητας της υπόθεσης είναι και η ανάγκη για λήψη μαρτυρίας εμπειρογνώμονα. Σχετική επίσης είναι και η υπόθεση Wemhoff v. Germany, προσφυγή 2122/1964, ημερομηνίας 27/6/1968 και το σύγγραμμα Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ανωτέρω), σελ. 292.
Σύμφωνα με την εισήγηση της Υπεράσπισης το Δικαστήριο πρέπει να διακόψει τη δίκη και να απαλλάξει τον κατηγορούμενο λόγω της κατ’ ισχυρισμό παραβίασης του δικαιώματος του κατηγορούμενου για διάγνωση της ποινικής του ευθύνης εντός ευλόγου χρόνου. Προβάλλει η Υπεράσπιση ότι έχουν παρέλθει 55 μήνες, ότι η υπόθεση δεν ήταν πολύπλοκη και ότι ο κατηγορούμενος δεν ευθύνεται για την καθυστέρηση
Από το περιεχόμενο του φακέλου προκύπτει ότι η παρούσα υπόθεση καταχωρίστηκε στις 19/1/2022 (περίπου 3 μήνες μετά την καταγγελία των παραπονουμένων στην Αστυνομία) και τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου στις 14/03/2022. Ακολούθως, ορίστηκε για επίδοση στις 31/5/2022 και στις 4/10/2022. Στις 4/10/2022 ο κατηγορούμενος εμφανίστηκε στο Δικαστήριο και αφού κατηγορήθηκε δήλωσε μη παραδοχή και η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση στις 16/03/2023. Από τις 16/3/2023 μέχρι και τις 14/1/2026 που ξεκίνησε η ακροαματική διαδικασία δόθηκαν συνολικά 8 αναβολές εκ των οποίων οι 5 ζητήθηκαν από τον κατηγορούμενο ο οποίος αρχικά εμφανίστηκε με δικηγόρο ο οποίο στη συνέχεια αποσύρθηκε. Ενδεικτικά αναφέρω ότι στις 16/3/2023 που εμφανίστηκε για πρώτη φορά ο κατηγορούμενος με δικηγόρο ο δικηγόρος του ζήτησε χρόνο για να μελετήσει το μαρτυρικό υλικό. Στις 18/9/2023 αποσύρθηκε ο δικηγόρος του κατηγορούμενου και ο κατηγορούμενος ζήτησε χρόνο προκειμένου να διορίσει νέο δικηγόρο. Στις 16/10/2023 ο κατηγορούμενος και πάλι ζήτησε περαιτέρω χρόνο για να διορίσει δικηγόρο. Στις 30/10/2023 ο κατηγορούμενος ανέφερε ότι θα χειριστεί μόνο του την υπόθεση και ζήτησε περαιτέρω χρόνο για να προετοιμαστεί. Η παράμετρος αυτή τίθεται όχι ως προς το αναφαίρετο δικαίωμα του κατηγορούμενου να εκπροσωπείται από δικηγόρο της επιλογής του αλλά ως προς το πλαίσιο του χρόνου που αναλώθηκε για την άσκηση του δικαιώματος του αυτού. Οι υπόλοιπες 3 αναβολές εγκρίθηκαν, κατόπιν υποβολής αιτήματος από την κατηγορούσα αρχή. Περαιτέρω, στις 5/11/2025 υποβλήθηκε αίτημα αναβολής από τον κατηγορούμενο το οποίο εγκρίθηκε και στις 3/12/2025 που ορίστηκε η υπόθεση, ο κατηγορούμενος δεν εμφανίστηκε με αποτέλεσμα να εκδοθεί εναντίον του ένταλμα σύλληψης. Τέλος, δεν δόθηκε οποιαδήποτε αναβολή από το Δικαστήριο.
Ακολούθως η ακροαματική διαδικασία άρχισε στις 14/1/2026, ακούστηκαν 8 μάρτυρες για την κατηγορούσα αρχή και 2 μάρτυρες για την Υπεράσπιση και ολοκληρώθηκε με την απόφαση του Δικαστηρίου να εκδίδεται 5 μήνες μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας.
Επομένως, καθίσταται σαφές ότι τα όσα η Υπεράσπιση προβάλλει στο γραπτό κείμενο της αγόρευσης της περί συνεργασίας του κατηγορούμενου και μη υποβολής αιτημάτων από πλευράς του ή αναβολών από το Δικαστήριο δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα.
Έχοντας υπόψη το σύνολο των πιο πάνω καταλήγω ότι δεν παρουσιάστηκε καθυστέρηση στην διεκπεραίωση της υπόθεσης ή καθυστέρηση που επηρέασε το δικαίωμα του κατηγορουμένου για διάγνωση της ποινικής του ευθύνης εντός εύλογου χρόνου. Το αντικειμενικό δεδομένο της παρέλευσης 4 και πλέον ετών από την ημερομηνία καταχώρισης της υπόθεσης από μόνο του δεν αποβαίνει μοιραίο ως προς το δικαίωμα του κατηγορούμενου για δίκη εντός ευλόγου χρόνου. Θα πρέπει, σύμφωνα με τις νομολογιακές αρχές, η παραβίαση του δικαιώματος του κατηγορούμενου για δίκη εντός ευλόγου χρόνου να κρίνεται έχοντας υπόψη και άλλες παραμέτρους όπως ο επηρεασμός στην υπεράσπιση του κατηγορούμενου έτσι που να πλήττεται η διεξαγωγή δίκαιης δίκης. Στην υπό κρίση περίπτωση δεν έχει τεθεί οτιδήποτε που θα δημιουργούσε έστω και την υποψία ότι η πάροδος αυτού του χρονικού διαστήματος, επηρέασε το δικαίωμα αυτό του κατηγορούμενου. Ούτε τέθηκε οποιαδήποτε σαφής, απτή και συγκεκριμένη εισήγηση σε αυτήν την κατεύθυνση από την Υπεράσπιση. Ο κατηγορούμενος ήταν σε θέση να αντεξετάσει τους ΜΚ προβάλλοντας τις θέσεις του χωρίς να προκύψει κάτι που να καταδεικνύει έστω και στο ελάχιστο ότι λόγω παρέλευσης του χρόνου αυτού επηρεάστηκαν τα δικαιώματα του.
Συνεπώς, η σχετική εισήγηση απορρίπτεται.
Προχωρώ στη συνέχεια να εξετάσω την εισήγηση περί πλημμελούς διερεύνησης.
Είναι νομολογημένο ότι το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη επεκτείνεται και στο στάδιο των ανακρίσεων.[20] Οι ανακριτικές αρχές συνεπώς, θα πρέπει να ενεργούν έτσι ώστε να μην υπάρχει παραβίαση δικαιωμάτων, ακόμα και από το στάδιο που πρόσωπο συλλαμβάνεται και τελεί υπό κράτηση για σκοπούς διερεύνησης υπόθεσης. Στην κατάλληλη περίπτωση σοβαρές παραλείψεις των ανακριτικών αρχών δυνατόν να οδηγήσουν και σε απαλλαγή ενός κατηγορούμενου.[21] Όμως, για να οδηγηθούν τα πράγματα σε τέτοια εξέλιξη, οι παραλείψεις πρέπει να θέτουν τον κατηγορούμενο σε μειονεκτική θέση έναντι της Κατηγορούσας Αρχής (βλ. Sofri and Others v. Italy (2004) Crim. L.R.846) και το βάρος απόδειξης, ότι όντως ο κατηγορούμενος έχει τεθεί σε μειονεκτική θέση, το φέρει η Υπεράσπιση και αποσείεται στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων.[22]
Στην υπόθεση Aburamadan v. Δημοκρατίας Ποιν. Έφεση Αρ.148/2021 σχ. με 155/2021, ημερομ.10/11/2022 τέθηκαν τα εξής σε σχέση με την υποχρέωση της αστυνομίας για διερεύνηση της υπόθεσης:
«Στη Munteanu v. Δημοκρατίας (2013) 2 ΑΑΔ 459, που μας παρέπεμψε ο εφεσείων 2 και λήφθηκε υπόψη από το Κακουργιοδικείο, αναφέρθηκαν τα εξής: «Αποτελεί δε υποχρέωση της κατηγορούσας αρχής να παρουσιάζει στοιχεία, ακόμη και αν αυτά είναι υπέρ του κατηγορούμενου διότι είναι κατηγορούσα και όχι διωκτική αρχή, το δε ερευνητικό έργο της αστυνομίας και της ίδιας, δεν στοχεύει απλώς στην προσαγωγή του υπόπτου στο Δικαστήριο με αποκλειστικό γνώμονα την καταδίκη του, αλλά στην ανίχνευση όλων των ουσιωδών γεγονότων ώστε να λάμψει η αλήθεια στην υπόθεση».
Η πιο πάνω αρχή είναι ευθυγραμμισμένη και με τη νομολογία του ΕΔΑΔ. Ως έχει υποδειχθεί από το ΕΔΑΔ, το διαδικαστικό στάδιο της διερεύνησης είναι εξέχουσας σημασίας στην όλη διαδικασία, (βλ. V.C.L. and A.N. v. the United Kingdom, Αιτήσεις 77587/12 και 74603/12, ημερομηνίας 16/2/2021, παράγραφος 195). Περαιτέρω, στην ίδια απόφαση, στην παράγραφο 200, κρίθηκε ότι η αποτυχία των αρχών να συνυπολογίσουν ορθά τα δεδομένα της υπόθεσης, εμπόδισε αυτές από το να εξασφαλίσουν μαρτυρία, η οποία μπορούσε να αποτελέσει θεμελιακή πτυχή της υπεράσπισης των κατηγορουμένων. Η πιο πάνω παράλειψη κρίθηκε ότι παραβίαζε το άρθρο 6.1 της ΕΣΔΑ.
Προκύπτει από τα ανωτέρω ότι το στάδιο της διερεύνησης είναι θεμελιακό, καθότι καθορίζει το πλαίσιο στο οποίο εξετάζεται η υπόθεση κατά το στάδιο της ακρόασης. Επίσης προκύπτει ότι οι αρχές εκάστου κράτους θα πρέπει να σταθμίζουν τα δεδομένα εκάστης υπόθεσης με τρόπο που να μην εμποδίζουν τον εαυτό τους από το να εντοπίζει μαρτυρία, η οποία μπορεί να θεμελιώσει υπεράσπιση για τους κατηγορούμενους.
Περαιτέρω, έχει επισημανθεί σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου ότι το ερώτημα κατά πόσο μια δίκη είναι δίκαιη αποτιμάται στο πλαίσιο του συνόλου της δίκης, ακριβώς διότι μόνο σε αυτό το πλαίσιο μπορεί να διαπιστωθεί αν η δίκη υπήρξε δίκαιη. Περαιτέρω, ο ισχυρισμός για παραβίαση του δικαιώματος δίκαιης δίκης δεν εξετάζεται μεμονωμένα ούτε κατ' αφηρημένο τρόπο (in abstracto) αλλά συγκεκριμένα και υπό το φως της κάθε δεδομένης υπόθεσης (in concreto).[23]
Στην υπό κρίση περίπτωση, ο Κατηγορούμενος προβάλλει ότι υπήρχε μη αντικειμενική και αμερόληπτη έρευνα, ότι ο ΜΚ8 όφειλε να εξαιρεθεί και ότι αντιμετώπισε μονομερώς, μεροληπτικά, εκδικητικά και άδικα την υπόθεση. Περαιτέρω αναφέρει ότι δεν λήφθηκαν καταθέσεις από τις Νίκη Καζαμία και Καίτη Ονησιφόρου και ότι υπήρχε βιντεογράφηση της Καζαμία που δεν λήφθηκε. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο Κατηγορούμενος όταν αντεξέτασε τον ΜΚ8 του υπέβαλε απλώς γενικά και αόριστα ότι δεν εκτέλεσε ορθά το καθήκον του επειδή είχε έχθρα εναντίον του θέση στην οποία τοποθετήθηκε ο ΜΚ8 ο οποίος κρίθηκε αξιόπιστος. Περαιτέρω, ο ίδιος ο κατηγορούμενος ανέφερε ότι η καταγγελία που είχε υποβάλει εναντίον του ΜΚ8 είχε ολοκληρωθεί και ότι κλήθηκε εάν το επιθυμούσε να προβεί σε καταγγελία στην αρχή διερεύνησης παραπόνων εναντίον της Αστυνομίας πράγμα που δεν έπραξε. Περαιτέρω σε σχέση με το θέμα της βιντεογράφησης ο ΜΚ8 εξήγησε ότι δεν γινόταν οποιαδήποτε τέτοια αναφορά στις καταθέσεις και ο κατηγορούμενος δεν ήταν σε θέση όταν κλήθηκε προς τούτο να υποδείξει σε ποιο σημείο της ανακριτικής του κατάθεσης έκανε τέτοια αναφορά.
Εν προκειμένω, ο Κατηγορούμενος δεν εισηγήθηκε κάτι συγκεκριμένο και δεν εξήγησε με ποιο τρόπο επηρεάστηκε δυσμενώς στην προώθηση της Υπεράσπισης του από τις ισχυριζόμενες παραλείψεις της διερεύνησης. Δεν έχει καταδειχθεί ότι υπήρξε οποιοσδήποτε επηρεασμός της υπεράσπισης του Κατηγορούμενου ένεκα της μη λήψης κατάθεσης από τις Νίκη Καζαμία και Καίτη Ονησιφόρου στις οποίες αναφέρεται ο κατηγορούμενος στην κατάθεση του και οι οποίες δεν ήταν παραπονούμενες στην παρούσα υπόθεση.
Να επαναλάβω ότι το ζήτημα της δίκαιης δίκης δεν εξετάζεται αφηρημένα. Το Δικαστήριο θα πρέπει να έχει ενώπιον του συγκεκριμένες θέσεις ως προς τις ενέργειες που θα έπρεπε να γίνουν από πλευράς ανακριτικών αρχών και δεν έγιναν και πως οι παραλείψεις αυτές επηρεάζουν το δικαίωμα του κατηγορούμενου για δίκαιη δίκη. Γενικές τοποθετήσεις δεν είναι δυνατόν να αποτελέσουν υπόβαθρο για εξέταση του ζητήματος.
Με άλλα λόγια, δεν έχει καταδειχθεί με ποιο τρόπο η μη λήψη καταθέσεων από τα πρόσωπα στα οποία αναφέρεται η Υπεράσπιση επηρέασε καθ' οιονδήποτε τρόπο το δικαίωμα του κατηγορούμενου σε δίκαιη δίκη. Δεν έχει εν προκειμένω καταδειχθεί ότι η μη λήψη οποιασδήποτε άλλης κατάθεσης είχε οποιαδήποτε επίπτωση στην προώθηση της Υπεράσπισης του Κατηγορούμενου ή στην αμφισβήτηση της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής, ούτε έχει καταδειχθεί ότι αποστέρησε από τον κατηγορούμενο τη δυνατότητα να προτάξει εκδοχές ή να αντιτάξει τοποθετήσεις ενάντια εκείνων της Κατηγορούσας Αρχής ή ακόμη και να αμφισβητήσει το καλόπιστο της δίωξης. Δεν τέθηκε δηλαδή οτιδήποτε απτό και συγκεκριμένο σε αυτήν την κατεύθυνση.
Βάσει των πιο πάνω, οι ισχυρισμοί περί πλημμελούς διερεύνησης δεν έγινε κατορθωτό να πείσουν, έστω και στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ότι οι προβαλλόμενες ως παραλείψεις της Αστυνομίας στο ανακριτικό στάδιο ήταν τέτοιας φύσης ή έκτασης που ο Κατηγορούμενος τέθηκε σε δυσμένεια κατά την προώθηση της υπεράσπισής του. Η σχετική εισήγηση απορρίπτεται.
Καταληκτικά, σημειώνω ότι μέσα από την ακροαματική διαδικασία προκύπτει ξεκάθαρα ότι δεν υπήρξε οποιοσδήποτε επηρεασμός της υπεράσπισης του Κατηγορούμενου.
Μετά την εξέταση της εισήγησης περί παραβίασης του δικαιώματος του Κατηγορούμενου να τύχει δίκαιης δίκης, θα προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσο η μαρτυρία που έχει κριθεί ως αποδεκτή και αξιόπιστη πληροί τα συστατικά στοιχεία των αδικήματων που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος.
Tο βάρος απόδειξης της σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων των αδικημάτων που προσάπτονται στον Κατηγορούμενο το έχει η Κατηγορούσα Αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλαδή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας.[24] Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου των κατηγοριών που προσάπτονται στον Κατηγορούμενο χωρίς να επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι.[25] Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής.[26]
Η πιο πάνω υποχρέωση είναι άσχετη από την απόρριψη ή όχι της εκδοχής του κατηγορουμένου, αφού τυχόν απόρριψη της εκδοχής ενός κατηγορούμενου καθίσταται μοιραία για την υπεράσπιση μόνο όταν η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής παραμένει ισχυρή στο τέλος, ώστε να οδηγήσει με την απαιτούμενη ασφάλεια σε καταδίκη.[27] Στην Γενικός Εισαγγελέας v. Ανδρέα Ευριπίδου (2002) 2 ΑΑΔ 246 επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι:
«Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής.»
Στην Τούμπας v. Δημοκρατίας (1984) 2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος v. Δημοκρατίας (1985) 2 C.L.R. 97 επισημαίνεται ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας.
1η , 2η και 3η κατηγορία – Κοινή Επίθεση:
Το αδίκημα της κοινής επίθεσης κωδικοποιείται στο άρθρο 242 του Ποινικού Κώδικα το οποίο διαλαμβάνει τα ακόλουθα:
«242. Όποιος επιτίθεται εναντίον άλλου παράνομα, είναι ένοχος πλημμελήματος, αν όμως η επίθεση δεν διαπράχτηκε κάτω από περιστάσεις για τις οποίες σύμφωνα με τον Κώδικα αυτό προνοείται βαρύτερη ποινή, υπόκειται σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τον ένα χρόνο ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις χίλιες λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές.»
Η κοινή επίθεση είναι οποιαδήποτε πράξη που γίνεται με πρόθεση ή με μεγάλη αδιαφορία (recklessly) να προκαλέσει και που προκαλεί σε ένα άλλο πρόσωπο τον φόβο ότι θα ασκηθεί άμεση ή παράνομη βία εναντίον του.[28] Με άλλα λόγια ο όρος «επίθεση» περιλαμβάνει κάθε πράξη που ηθελημένα ή κατά αδιαφορία προς το αποτέλεσμα, δημιουργεί σε κάποιο την αίσθηση της άμεσα επερχόμενης βίας καθώς και την άσκηση άμεσης και παράνομης βίας εναντίον κάποιου προσώπου.
Ο όρος χρησιμοποιείται με την έννοια της πραγματικής ή σκοπούμενης (intended) χρήσης παράνομης βίας σε κάποιο άλλο πρόσωπο χωρίς τη συγκατάθεση του.
Σε σχέση με το νοητικό στοιχείο της επίθεσης (mens rea), σχετική είναι η υπόθεση Πετρόπουλος ν. Αστυνομίας (2003) 2 Α.Α.Δ. 574 όπου λέχθηκε ότι
το Άρθρο 242 του Νόμου δε συναρτά το νοητικό στοιχείο του αδικήματος της επίθεσης με πρόθεση άσκησης βίας σε βάρος του θύματος. Απαγορεύει τη χρήση βίας ή την εκδήλωση πρόθεσης για τη χρήση βίας χωρίς νομικό έρεισμα - παρανόμως - (unlawfully). Με αυτή την έννοια, η διάπραξη του αδικήματος θα μπορούσε να γίνει όχι μόνο εκεί που υπάρχει πρόθεση χρήσης βίας αλλά και στις περιπτώσεις που ο κατηγορούμενος ενεργεί με απερισκεψία. Η απερισκεψία καλύπτει τις περιπτώσεις όπου ο παραβάτης, πριν ενεργήσει, είτε παραβλέπει την πιθανότητα του κινδύνου, είτε, αφού συνειδητοποιήσει την ύπαρξη του κινδύνου, παρά ταύτα προβαίνει στις ενέργειες του.[29]
Επίθεση μπορεί να διαπραχθεί χωρίς ο κατηγορούμενος να αγγίξει το θύμα[30] ούτε βέβαια και απαιτείται η πρόκληση οποιουδήποτε τραύματος για να συντελεστεί το αδίκημα. Σε τέτοια περίπτωση υπάρχει άλλο αδίκημα στον Ποινικό Κώδικα, αυτό του άρθρου 243.
Σύμφωνα με τα ευρήματα του Δικαστηρίου ο κατηγορούμενος την επίδικη ημέρα και ενώ διεξαγόταν μία φωτογράφηση ενός νεόνυμφου ζευγαριού σε ένα στενό δρομάκι των Λευκάρων έμπαινε μπροστά από τον φωτογράφο ΜΚ5, τον γαμπρό ΜΚ6 και τον Μιχάλη Βασιάδη ΜΚ2 οι οποίοι βρισκόντουσαν στον δρόμο σπρώχνοντας τους με τον ώμο του, φωνάζοντας και όντας προκλητικός σε μία προσπάθεια του να εμποδίσει και να σταματήσει τη φωτογράφηση των νεόνυμφων. Τα πιο πάνω γεγονότα είναι αρκετά για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα της κοινής επίθεσης αφού ο κατηγορούμενος προέβη στις ενέργειες του αυτές χωρίς νόμιμο έρεισμα, αλλά παράνομα.
Συνεπώς, είναι η κρίση του Δικαστηρίου ότι η Κατηγορούσα Αρχή πέτυχε να αποδείξει τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της κοινής επίθεσης και ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας στην 1η , 2η και 3η κατηγορία.
4η κατηγορία - Απειλή:
Το αδίκημα της απειλής κωδικοποιείται στο άρθρο 91 Α του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 το οποίο διαλαμβάνει τα ακόλουθα:
«Απειλή
91Α. Πρόσωπο το οποίο προκαλεί σε άλλον τρόμο ή ανησυχία απειλώντας τον με βία ή άλλη παράνομη πράξη ή παράλειψη, διαπράττει αδίκημα και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία (3) έτη.»
Καθίσταται σαφές ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι α) η απειλή άσκησης βίας ή τέλεσης παράνομης πράξης, και β) η πρόκληση τρόμου ή ανησυχίας στο πρόσωπο που απειλείται.
Στην Ιωσήφ v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση αρ. 41/2021, 28/9/2022, ECLI:CY:AD:2022:B369, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με την έννοια της απειλής:
«το τι συνιστά απειλή, είναι ζήτημα πραγματικό, το οποίο κρίνεται σε συνάρτηση με τις περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Ειδικότερα, κρίνεται αντικειμενικά, από το περιεχόμενο των όσων εκστομίζονται, ως και το αποτέλεσμα που αυτά προκαλούν στο πρόσωπο που απευθύνονται».
Περαιτέρω, διαφωτιστικό είναι και το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου στην υπόθεση Κούσουλος ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 119/2021, ημερομηνίας 20.1.2022, ECLI:CY:AD:2022:B13:
"Το τι συνιστά απειλή είναι ζήτημα πραγματικό, το οποίο κρίνεται σε συνάρτηση με τις περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Στη Νετζιήπ ν. Αστυνομίας (1992) 2 ΑΑΔ 1, όπου εξετάστηκαν οι πρόνοιες του Άρθρου 91(γ) του Κεφ. 154, αναφέρθηκε ότι η απειλή πρέπει να έχει πραγματικό έρεισμα και να δημιουργεί εξ αντικειμένου τη δυνατότητα εκφοβισμού του θύματος. Τα αποφασισθέντα σ΄ εκείνη την υπόθεση εφαρμόζονται κατ΄ αναλογία και στην παρούσα.
Ως προς την πρόκληση τρόμου ή ανησυχίας στον απειλούμενο αυτό εξετάζεται με βάση την υποκειμενική αντίληψη του απειλούμενου. Σχετική είναι η αγγλική υπόθεση DPP v. Ramos [2000] All E.R. (D) 544, όπου εξετάστηκε το Άρθρο 4 του αγγλικού Public Order Act 1986, που αφορά το αδίκημα «fear or provocation of violence», όπου τονίστηκε ότι αυτό που έχει σημασία είναι η υποκειμενική αντίληψη του απειλούμενου, παρά τη στατιστική πιθανότητα άσκησης βίας σε σύντομο χρόνο.
Ο κατηγορούμενος πρέπει να είχε πρόθεση εκφοβισμού του παραπονούμενου, έστω και αν δεν είχε σκοπό να διενεργήσει πράξη βίας ή παράνομη πράξη. Αυτή είναι η ένοχη διάνοια για τη διάπραξη του αδικήματος."
Είναι επίσης αδιαμφισβήτητο και νομολογιακά εμπεδωμένο, ότι η ένοχη διάνοια ή πρόθεση διάπραξης ενός ποινικού αδικήματος ως πνευματικό στοιχείο δεν είναι πάντοτε δεκτικό θετικής και άμεσης μαρτυρίας αλλά ως αναγόμενο αποκλειστικά στην πνευματική λειτουργία του κατηγορουμένου μπορεί να αποδειχθεί με την τεκμηρίωση στοιχείων και περιστατικών που περιβάλλουν την υπόθεση.
Όπως προκύπτει από την ενώπιον του Δικαστηρίου αποδεκτή μαρτυρία και ευρήματα δυνάμει αυτής ο κατηγορούμενος απευθυνόμενος προς τον παραπονούμενο φωτογράφο ΜΚ5 του είπε ότι θα του έσπαζε την φωτογραφική του μηχανή εάν συνέχιζε να βγάζει φωτογραφίες. Την φράση αυτή εκστόμισε ενώ ο ίδιος ήταν προκλητικός και φώναζε όντας έντονα ενοχλημένος από την παρουσία του φωτογράφου και του νεόνυμφου ζευγαριού.
Αντικειμενικά ιδωμένη και σε συνάρτηση με τις συνθήκες υπό τις οποίες λέχθηκε, η φράση που εκστόμισε ο κατηγορούμενος ήταν ικανή να προκαλέσει εξ αντικειμένου φόβο ή ανησυχία στο πρόσωπο στο οποίο απευθυνόταν, ήτοι τον παραπονούμενο ΜΚ5, ανεξαρτήτως του εάν ο κατηγορούμενος δεν είχε σκοπό να υλοποιήσει την απειλή του.
Αυτό ήταν και το φυσικό επακόλουθο της ενέργειάς του αυτής, ήτοι να εκστομίσει την εν λόγω φράση, αφού σύμφωνα με τη μαρτυρία του παραπονούμενου ΜΚ5, η οποία έγινε αποδεκτή ως αξιόπιστη, ο ίδιος όντως φοβήθηκε και ανησύχησε στο άκουσμα της. Δεν επρόκειτο, δηλαδή, για «κενή απειλή», δηλαδή απειλή η οποία λόγω του εξωπραγματικού χαρακτήρα της ή των συνθηκών κάτω από τις οποίες διατυπώθηκε, δεν θα μπορούσε να στοιχειοθετήσει πρόθεση εκφοβισμού. Ούτε επρόκειτο για φράση η οποία δεν θα μπορούσε εύλογα να εκληφθεί ως απειλητική από τον παραπονούμενο.
Συνακόλουθα, έχουν αποδειχθεί στον απαιτούμενο βαθμό τα συστατικά στοιχεία της 4ης Κατηγορίας και ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας στην 4η κατηγορία.
5η κατηγορία - Ανησυχία:
Το αδίκημα της Ανησυχίας κωδικοποιείται στο άρθρο 95 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 το οποίο διαλαμβάνει τα ακόλουθα:
«95. Όποιος χωρίς εύλογη αιτία προκαλεί θόρυβο ή ταραχή σε δημόσιο χώρο με τέτοιο τρόπο που ενδέχεται να οδηγήσει σε ανησυχία τους περίοικους ή να προκαλέσει διασάλευση της ειρήνης, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση τριών μηνών.»
Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι: (α) η πρόκληση από κάποιο πρόσωπο θορύβου ή ταραχής, (β) χωρίς εύλογη αιτία, (γ) σε δημόσιο χώρο που (δ) ενδέχεται να οδηγήσει σε ανησυχία τους περιοίκους ή να προκαλέσει διασάλευση της ειρήνης.
Όσον αφορά το τι συνιστά δημόσιο χώρο, στις ερμηνευτικές διατάξεις του Κεφ. 154 διαλαμβάνονται τα ακόλουθα στο άρθρο 4:
“δημόσιος χώρος” ή “δημόσιο υποστατικό” περιλαμβάνει δημόσια διάβαση και κτίριο, μέρος ή τόπο φυσικής άνεσης, όπου κάθε φορά το κοινό έχει δικαίωμα ή άδεια εισόδου, είτε χωρίς όρους είτε με όρο πληρωμής, καθώς και κτίριο ή χώρο που χρησιμοποιείται κάθε φορά για δημόσια ή θρησκευτική συγκέντρωση, για συνάθροιση ή ως δικαστήριο σε δημόσια συνεδρίαση
Περαιτέρω, ο όρος δημόσιος χώρος ερμηνεύθηκε στις υποθέσεις Ευθυμιάδης ν. Αστυνομίας (1991) 2 Α.Α.Δ. 25, Anthony Castelow and another v. The Police (1970) 2 C.L.R. 141, Μιχαήλ κ.α ν. Αστυνομίας (1997) 2 Α.Α.Δ. 362
Ιωάννου v. Αστυνομίας (2010) 2 Α.Α.Δ. 493.
Σε ότι αφορά το συστατικό στοιχείο της πρόκλησης θορύβου που ενδέχεται υπό τις περιστάσεις να προκαλέσει ανησυχία σε περιοίκους ή διασάλευση της ειρήνης, το κριτήριο είναι αντικειμενικό και εξετάζεται σε συνάρτηση με τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης.[31]
Στην προκείμενη περίπτωση από την ενώπιον του Δικαστηρίου αποδεκτή μαρτυρία και ευρήματα δυνάμει αυτής ο κατηγορούμενος ήταν ιδιαίτερα προκλητικός, έντονος, φώναζε και πηγαινοερχόταν ανάμεσα στους παραπονούμενους για να εμποδίσει τη φωτογράφηση. Είναι λοιπόν σαφές ότι προκάλεσαν με τις φωνές του θόρυβο. Περαιτέρω, το περιστατικό έλαβε χώρα σε δημόσιο χώρο, ως ερμηνεύεται από το άρθρο 4 του Ποινικού Κώδικα αφού οι κατηγορούμενος είχε αυτή τη συμπεριφορά και εκστόμισε την επίδικη φράση ενώ οι παραπονούμενοι βρίσκονταν στον δρόμο.
Περαιτέρω δεν υπήρχε κάποια «εύλογη αιτία» που να δικαιολογεί την αντίδραση του κατηγορούμενου. Περαιτέρω, έτσι όπως εξελίχθηκε το επίδικο περιστατικό σύμφωνα με τα ευρήματα του Δικαστηρίου είναι σαφές ότι υπό τις περιστάσεις υπό τις οποίες ο Κατηγορούμενος εκστόμισε την επίδικη φράση και με δεδομένη τη συμπεριφορά του Κατηγορούμενου ο οποίος σύμφωνα με τα ευρήματα του Δικαστηρίου φώναζε στο μέρος και ήταν έντονος, ενδέχετο να προκαλέσει ανησυχία σε περιοίκους ή διασάλευση της ειρήνης.
Συνακόλουθα, έχουν αποδειχθεί στον απαιτούμενο βαθμό τα συστατικά στοιχεία της 5ης Κατηγορίας και ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας στην 5η κατηγορία.
Καταληκτικά, ο Κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει.
(Υπ.) ………………………..
Μ. Λ. Λοΐζου, Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
[1] Καννάουρου κ.ά ν. Σταδιώτη κ.ά. (1990) 1 Α.Α.Δ. 35
[2] G & K Exclusive Fashions Ltd v. Παπαδοπούλου κ.ά (2001) 1 ΑΑΔ 88 και Al Watani κ.ά. ν. Παπαδόπουλου (2001) 1Γ ΑΑΔ 1924).
[3] C & A Pelecanos Associates Ltd v. Ανδρέα Πελεκάνου (1999) 1 Α.Α.Δ. 1273. Ομήρου v. Δημοκρατίας (2001) 2 Α.Α.Δ. 506.
[4] Νικολάου Νίκος ν. Aντώνη Παπαϊωάνου (2011) 1 Α.Α.Δ. 1797.
[5] Kadis v. Nicolaou (1986) 1 C.L.R 212, 216, Χρίστου ν. Khoreva (2002) 1 ΑΑΔ 454, Ιωάννου ν. Κουννίδη (1998) 1 Α.Α.Δ. 1215, FRANGOUS P.S. LIMITED κ.α. v. ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΕΡΓΑΣΙΑΚΩΝ ΣΧΕΣΕΩΝ, Ποινική Έφεση Αρ. 233/2020, ECLI:CY:AD:2022:B277, 4/7/2022, Κυριάκου ν. Αστυνομίας (2002) 2 ΑΑΔ, 499.
[6] Scott Graham Brierley v. Αστυνομίας, (2012) 2 ΑΑΔ 476, ημερ. 19/7/12, Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα (1992) 1 Α.Α.Δ 1056 Κυριακίδης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, Π.Ε 185/2012, ημερομηνίας 19.4.2018, ECLI:CY:AD:2018:A179, Χριστοφίνης ν. Φραντζή Πολ. Έφεση328/2011, ECLI:CY:AD:2017:A202, ημερομηνίας 31.5.2017.
[7] Ευσταθίου ν. Μιχαήλ κ.α., Πολ. Έφεση 269/12, Λεμονάρης Αιμίλιος ν. Γιάννη Βιολάρη (2016) 1 ΑΑΔ 378
[8] Αγαθοκλέους κ.α. ν. Αστυνομίας (2001) 2 Α.Α.Δ. 316 και Αθανασίου κ.α. ν. Κουνούνη (1997) 1 Α.Α.Δ. 614)
[9] Ιωαννίδης ν. Αστυνομίας (2012) 2 ΑΑΔ 640
[10] Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση Παπαεπιφανείου ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 16/2021, ημερομηνίας 19.10.2021.
[11] Σχετική είναι απόφαση Tekinder Pal κ.ά. ν. Δημοκρατίας (2010) 2 ΑΑΔ 551.
[12] βλ. Χριστίνα Ρασποπούλου ν. Θεοδώρα Μακρή, Ποινική Έφεση αρ.287/2015, ημερομηνίας 11.5.2017), ECLI:CY:AD:2017:B171.
[13] Σχετική είναι απόφαση Tekinder Pal κ.ά. ν. Δημοκρατίας (2010) 2 ΑΑΔ 551.
[14] Αναφορικά με την αξιολόγηση εξ ακοής μαρτυρίας και τη βαρύτητα που πρέπει να της αποδοθεί, σχετική η Θεοπίστη Τουμαζή ν Vandita Dixit, ECLI:CY:AD:2015:A302, Πολιτική Έφεση 274/2010, ημερομηνίας 5.5.2015. βλ. επίσης Λευκόνικο Χρηματιστηριακή Λτδ ν. Χριστοδούλου, Πολιτική Έφεση αρ. 6/2011 ημερ. 15/07/2016
[15] Άρθρο 27, Κεφ. 9.
[16] Θεμιστοκλέους ν. Δημοκρατίας ECLI:CY:AD:2019:B4, Ποιν. Έφ. Αρ. 176/2018, ημερομηνίας 11.01.2019, ECLI:CY:AD:2019:B4 και Οδυσσέα ν. Αστυνομίας (1999) 2 Α.Α.Δ. 490.
[17] BITONIC LTD v. BΑNK OF MOSCOW-BANK JOINT STOCK COMPANY ΠΡΩΗΝ JOINT STOCK COMMERCIAL BANK "BANK OF MOSCOW" (OPEN JOINT-STOCK COMPANY), Πολιτική ΄Εφεση Αρ. 117/2018, ECLI:CY:AD:2022:A113, 16/3/2022.
[18] Νεοκλέους ν. Αλλαγιώτη (2007) 1 ΑΑΔ 561, Orgoro v. Κυπριακής Δημοκρατίας κ.ά. (2012) 3 ΑΑΔ 70
[19] Γενικός Εισαγγελέας ν. Βαρνάβα (1999) 2 ΑΑΔ 638, Κουλλαπής ν. Αστυνομίας (2000) 2 ΑΑΔ 273, και Πέτρου ν. Δήμου Γεροσκήπου, Ποινικές Εφέσεις 141 και 142/2021, ημερομηνίας 20/12/2023.
[20] Panovits v. Cyprus Appl. No 4268/04, 11/12/2008, Νικολάου ν. Δημοκρατίας (2014) 2 Α.Α.Δ. 376Αχιλλέως ν. Αστυνομίας Ποιν. Έφ. Αρ. 327/18 ημερ.29/9/2020, ECLI:CY:AD:2020:B325
[22] Monat v. DPP (2001) 2 Cr. App.R.23 και Τσεκούρα ν. Δημοκρατίας (2012) 2 Α.Α.Δ 563).
[23] Ρίκκος Ερωτοκρίτου κ.α. v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 53/17 κ.α., ημερ. 15.12.2017, ECLI:CY:AD:2017:B465, ECLI:CY:AD:2017:B465, Παπανδρέας Αθανάση v. Δημοκρατίας (2016) 2(Β) Α.Α.Δ. 867).
[24] Charitonos and others v. The Republic (1971) (1971) 2 CLR 40, Woolmighton v. D.P.P. (1935) AC 462.
[25] Λοϊζου v. Αστυνομίας (1989) 2 Α.Α.Δ. 363, Σωτηριάδης v. Αστυνομίας (1991) 2 Α.Α.Δ. 482, Γενικός Εισαγγελέας v. Σπύρος Σπύρου (2002) 2 ΑΑΔ 71 και Sener Erbekci v. Δημοκρατίας (2005) 2 Α.Α.Δ. 434).
[27] Τρύφωνος ν. Αστυνομία Ποινική Έφεση 41/2019, ημερομηνίας 8.4.2020, ECLI:CY:AD:2020:B119 και Kafalos v. The Queen 19 CLR 121).
[28] Βλ. R. v. Venna (1975) 3 All E.R. 788, 794
[29] βλ. R. v. Lawrence (1981) 1 All E.R. 974 και R. v. Caldwell (1981) 1 All E.R. 964
[30] βλ. R. v. Rolphe (1953) 36 Cr. App. R. 4, Fagon v. Metropolitan Police Commissioner (1988) 3 All E.R. 445 και Archbold Pleading and Practice, 39η έκδοση, παρ. 2634, σελ. 1071 - 2)
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο