ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ
ΣΥΝΘΕΣΗ: Ν. Α. Π. Γεωργιάδης, Π.Ε.Δ.
Ν. Οικονόμου, Ε.Δ.
Α. Λουκά, Ε.Δ.
Υπόθεση Αρ.: 10892/2024
ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
v
1. ΙΩΣΗΦ ΙΩΣΗΦ
2. CHAMOUNT CHALIL
3. OMAR SULEYMAN
4. MOHAMMAD AL AGHA ή KHALED ή HAMADA
5. MOHAMMAD KASSAB
6. YASER ARAR
Κατηγορούμενων
Ημερομηνία: 22/10/2024
Εμφανίσεις:
Για Κατηγορούσα Αρχή: Κα Χ. Κυθραιώτου
Για Κατηγορούμενο 1: Κος Δημητρίου με κο Καούλλα, κο Ακάμα και κο Α. Δημητρίου
Για Κατηγορούμενο 2: Κος Α. Κορέλλης
Για Κατηγορούμενο 3: Κος Α. Αντρέου
Για Κατηγορούμενο 4: Κος Α. Κληρίδης
Για Κατηγορούμενο 5: Κος Α. Τσεντίδης
Για Κατηγορούμενο 6: Αυτοπροσώπως
Κατηγορούμενοι 1‑6 παρόντες
--------------------------------------------
ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ
(Αίτημα των Κατηγορουμένων 3, 4 και 5 να τους επιβληθεί ποινή πριν την Ακρόαση)
(Δοθείσα Αυθημερόν)
1. Το κατηγορητήριο που αντιμετωπίζουν οι Κατηγορούμενοι, αφορά στο σύνολο 8 κατηγορίες.
2. Από αυτές, οι κατηγορίες 1 ως 6 αφορούν όλους τους Κατηγορουμένους και οι κατηγορίες 7 και 8 τους Κατηγορουμένους 3 και 4 αντίστοιχα.
3. Η κατηγορία 1 αφορά το αδίκημα του φόνου εκ προμελέτης, η κατηγορία 2 το αδίκημα της κατοχής πυροβόλου όπλου χωρίς άδεια, η κατηγορία 3 την κατοχή εκρηκτικών υλών χωρίς άδεια, οι κατηγορίες 4 ως 6 το αδίκημα της κλεπταποδοχής, η κατηγορία 7 το αδίκημα της παράνομης κατοχής περιουσίας και η κατηγορία 8 το αδίκημα της κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β.
4. Οι Κατηγορούμενοι 3, 4 και 5 παραδέχθηκαν σήμερα ενοχή στο σύνολο των κατηγοριών που αντιμετωπίζουν. Ο Κατηγορούμενος 6 είχε παραδεχθεί ενοχή σε προγενέστερο στάδιο. Οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 δεν παραδέχτηκαν σήμερα τις κατηγορίες.
5. Μετά την εξέλιξη αυτή, η Κατηγορούσα Αρχή ζήτησε όπως το Δικαστήριο προχωρήσει στην επιβολή ποινής στον Κατηγορούμενο 6, καθότι αυτός θα χρησιμοποιηθεί ως μάρτυρας κατηγορίας. Σημειώνουμε ότι, η πρόθεση της Κατηγορούσας Αρχής να τον χρησιμοποιήσει ως μάρτυρα κατηγορίας και ότι θα έπρεπε να προχωρήσει στην επιβολή ποινής σ' αυτόν, είχε ζητηθεί και σε προηγούμενη διαδικασία ενώπιόν μας και συγκεκριμένα από την ημερομηνία στην οποία είχε παραδεχθεί τις κατηγορίες.
6. Για τους Κατηγορουμένους 3, 4 και 5 η εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής ανέφερε δεν υπάρχει τέτοια πρόθεση, δηλαδή να χρησιμοποιηθούν ως μάρτυρες κατηγορίας. Παρά την παραδοχή τους, ανέφερε ότι δεν ζητά όπως τους επιβληθεί ποινή προτού ολοκληρωθεί η διαδικασία ακρόασης για τους Κατηγορουμένους 1 και 2.
7. Οι συνήγοροι των Κατηγορουμένων 3, 4 και 5, ζήτησαν όπως το Δικαστήριο προχωρήσει με την επιβολή ποινής τώρα μαζί με τον Κατηγορούμενο 6. Διαφορετικά, ήταν η θέση τους, θα περιπλακεί η διαδικασία, ενώ θα ταλαιπωρηθούν εν αναμονή της διεκπεραίωσης της διαδικασίας για τους Κατηγορουμένους 1 και 2. Προέβαλαν επίσης ως επιχείρημα την ποινή που προβλέπει το αδίκημα του φόνου εκ προμελέτης, ενώ ο συνήγορος του Κατηγορούμενου 3 ανέφερε συμπληρωματικά ότι ελλοχεύει ο κίνδυνος αλλαγής απάντησης σε μεταγενέστερο στάδιο, με αποτέλεσμα να περιπλακεί περαιτέρω η διαδικασία.
8. Ο συνήγορος του Κατηγορούμενου 1, στην ουσία δεν έφερε ένσταση, προέβη όμως σε κάποιες τοποθετήσεις σε σχέση με τον όλο χειρισμό της υπόθεσης από πλευράς Κατηγορούσας Αρχής.
9. Ο συνήγορος του Κατηγορούμενου 2, προειδοποίησε το Δικαστήριο για τον κίνδυνο δημιουργίας προκατάληψης και φερόμενης μεροληψίας υπέρ του Κατηγορούμενου 6, με αποτέλεσμα να επηρεάζονται τα δικαιώματα του πελάτη του. Περαιτέρω ανέφερε, η μη επιβολή ποινής στους υπόλοιπους Κατηγορουμένους, θα δημιουργήσει περαιτέρω έξοδα στη διαδικασία, ενώ θα αναλωθεί πολύτιμος δικαστικός χρόνος.
10. Σημειώνουμε ότι, η κυρία Κυθραιώτου ανέφερε ότι όχι μόνο δεν προτίθεται να χρησιμοποιήσει ως μάρτυρες τους Κατηγορουμένους 3, 4 και 5, αλλά φαίνεται να υπάρχει και διάσταση ως προς τα γεγονότα τα οποία οι ίδιοι φέρεται να παραδέχονται σε ένορκες δηλώσεις/ομολογίες που απέστειλαν στην ίδια. Σημειώνουμε ότι, για το ζήτημα αυτό η κυρία Κυθραιώτου ανέφερε ότι σε επικοινωνία της με τους συνηγόρους, τους ζήτησε όπως αυτές αποσταλούν στον ανακριτή της υπόθεσης. Εν πάση περιπτώσει, το περιεχόμενό τους δεν είναι ενώπιον του Δικαστηρίου.
11. Έχουμε εξετάσει την εκτεθείσα επιχειρηματολογία των συνηγόρων ενώπιόν μας, στο σύνολό της. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα, Blackstone’s Criminal Practice 2025, ηλεκτρονική έκδοση, § D 12.76, αποτελεί ορθή πρακτική όπου στις περιπτώσεις που ένας συγκατηγορούμενος παραδέχεται και άλλος όχι, η διαδικασία επιβολής ποινής για τον συγκατηγορούμενο που παραδέχτηκε να αναβάλλεται μέχρι τη δίκη του συγκατηγορούμενου που δεν παραδέχτηκε. Σε περίπτωση καταδίκης, τότε τους επιβάλλεται ποινή μαζί. Ο λόγος που καθιερώθηκε αυτή η πρακτική στην Αγγλία, ήταν για να επιβάλλεται ποινή από τον ίδιο Δικαστή και να αποφεύγεται διάσταση στις ποινές τους. Οι σχετικές αποφάσεις στις οποίες παραπέμπει το εν λόγω σύγγραμμα είναι η R v Payne [1950] 1 All ER 102 και η R v Weekes [1982] 74 Cr App R 161.
12. Αυτή η πρακτική ακολουθείται και στην Κύπρο. Ο κανόνας βέβαια όπως και στην Αγγλία, δεν είναι απόλυτος και υφίστανται εξαιρέσεις. Στην πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, Χατζηξενοφώντος v Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 26/2020, 6/10/2021, ECLI:CY:AD:2021:B441, το Ανώτατο Δικαστήριο ανέλυσε εξαντλητικά το ζήτημα. Θα αναφερθούμε σε επιμέρους σημεία αυτής της απόφασης στη συνέχεια.
13. Όταν ο συγκατηγορούμενος που παραδέχεται πρόκειται να κληθεί ως μάρτυρας κατηγορίας, η ορθή πρακτική είναι να του επιβάλλεται αμέσως ποινή, ώστε κατά το στάδιο που θα μαρτυρά στην υπόθεση να μην διατηρεί ελπίδες για ευνοϊκή μεταχείριση ως αποτέλεσμα της μαρτυρίας που θα δώσει (βλ. Pal κ.ά. v Δημοκρατίας (2010) 2 ΑΑΔ 551, 581 – 582, Χρυσάνθου v Δημοκρατίας (2011) 2 ΑΑΔ 221, 254 – 255, Mbakoup v Δημοκρατίας (2015) 2Α ΑΑΔ 119, 126 – 127, Ανδρέου v Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις 34/2017 και 75/2017, 18/9/2019 και Χατζηξενοφώντος, ανωτέρω).
14. Στην Pittarides v R, 14 CLR 1, 2[1], αναφέρθηκε ότι κατηγορούμενος δύναται να καταθέσει κατά συγκατηγορουμένου εκ μέρους της Κατηγορούσας Αρχής:
(1) όταν έχει κατατεθεί nolle prosequi∙
(2) όταν έχει εκδοθεί αθωωτική απόφαση∙
(3) όταν ο προτεινόμενος μάρτυρας έχει παραδεχτεί την ενοχή του κατά την απάντηση του κατηγορητηρίου ή κατά τη διάρκεια της δίκης∙ και
(4) όταν, αν και κατηγορείται από κοινού, δεν δικάζεται με τον κατηγορούμενο εναντίον του οποίου καταθέτει.
15. Η πρόθεση να χρησιμοποιηθεί ως μάρτυρας κατηγορίας δηλώνεται από την Κατηγορούσα Αρχή, η οποία και αποφασίζει ποιους μάρτυρες θα καλέσει για προώθηση της υπόθεσης και δεν είναι ζήτημα πρωτοβουλίας του Δικαστηρίου η δέσμευση του να δώσει μαρτυρία (βλ. Στυλιανίδης v Αστυνομίας (2013) 2 ΑΑΔ 581, 589 – 590).
16. Η επιβολή ποινής αμέσως αποτελεί κανόνα πρακτικής, μη ανελαστικό, μη εφαρμογή του οποίου, ανάλογα με τα γεγονότα της υπόθεσης, δεν οδηγεί, άνευ ετέρου, σε απαλλαγή του κατηγορούμενου και το Δικαστήριο έχει τη διακριτική ευχέρεια να χειριστεί τον κατηγορούμενο στο στάδιο που αυτός παραδέχεται, εφόσον κρίνει επιθυμητό να το πράξει (βλ. Ανδρέου και Χατζηξενοφώντος, ανωτέρω).
17. Το γεγονός ότι ο συγκατηγορούμενος που παραδέχτηκε πρόκειται να κληθεί ως μάρτυρας κατηγορίας είναι απλώς μια περίσταση που καθιστά επιθυμητή την επιβολή ποινής σε αυτόν, που προϋποθέτει και την απαγγελία των σχετικών γεγονότων. Η ουσία του ζητήματος είναι να μην αναφέρονται τέτοια γεγονότα που να παρέχουν υπόβαθρο για συζήτηση ότι το Δικαστήριο μπορεί να έχει επηρεαστεί ώστε να απωλέσει την αμεροληψία του. Δεν υφίσταται διαφορά εάν αυτό συμβεί κατά την απαγγελία γεγονότων για συγκατηγορούμενο που θα κληθεί ως μάρτυρας κατηγορίας ή για συγκατηγορούμενο που δεν θα κληθεί ως τέτοιος (βλ. Χατζηξενοφώντος, ανωτέρω).
18. Στην Χατζηξενοφώντος, ανωτέρω, το Ανώτατο Δικαστήριο αναφέρθηκε εκτενώς στους λόγους που μπορεί να θεωρηθεί σκόπιμο το Δικαστήριο να ακούσει γεγονότα για επιβολή ποινής σε κατηγορουμένους που δεν θα κληθούν ως μάρτυρες κατηγορίας. Σε κάθε περίπτωση, τούτο είναι πάντα ζήτημα το οποίο εξετάζεται μόνο αν ζητηθεί από πλευράς Κατηγορούσας Αρχής.
19. Εν προκειμένω, η Κατηγορούσα Αρχή έχει ήδη αναφέρει στο Δικαστήριο ότι προτίθεται να χρησιμοποιήσει τον Κατηγορούμενο 6 ως μάρτυρα της στη δίκη.
20. Στο Κακουργιοδικείο η κλήση συγκατηγορούμενου ως μάρτυρα κατηγορίας προϋποθέτει καταδίκη του (βλ. άρθρο 111 (α) της Ποινικής Δικονομίας, Κεφ. 155). Για να υφίσταται τέτοια καταδίκη δεν αρκεί μόνο η παραδοχή του, αφού το Δικαστήριο έχει καθήκον να ελέγξει ότι παραδοχή κατηγορουμένου υποστηρίζεται από τα γεγονότα που εκτίθενται ενώπιόν του και, σε ενάντια περίπτωση, να δώσει οδηγίες για την καταχώριση μη παραδοχής (βλ. Ηρακλέους v Δήμος Λεμεσού (1993) 2 ΑΑΔ 410, 424). Μόνο αν είναι συμβατά με παραδοχή προχωρεί και επιβάλλει ποινή. Επιπροσθέτως, έχει λεχθεί ότι θα ήταν νομικά ανεπίτρεπτο «ο εισαγγελέας να εκθέτει τα καθ’ υπόθεση παραδεκτά από τον κατηγορούμενο γεγονότα που συνιστούν το αδίκημα, ενώ ο τελευταίος δηλώνει πως δεν τα παραδέχεται» (βλ. Ηρακλέους, ανωτέρω, σελ. 432).
21. Θα πρέπει στο σημείο αυτό να τονιστεί ότι, στην Κύπρο σε αντίθεση με την Αγγλία, κατηγορούμενος δύναται μέχρι και την υστάτη να αλλάξει απάντηση στο κατηγορητήριο. Αυτό ήταν και ζήτημα το οποίο είχε τύχει απόφασης στην Ηρακλέους που προαναφέραμε και είναι ένας από τους λόγους που αναφέρθηκαν στην Χατζηξενοφώντος που μπορεί το Δικαστήριο να λάβει υπόψη του στο πλαίσιο της άσκησης της διακριτικής του ευχέρειας να ακούσει γεγονότα για επιβολή ποινής σε συγκατηγορούμενους πριν να ολοκληρωθεί η διαδικασία για τους κατηγορουμένους που δεν παραδέχτηκαν τις κατηγορίες.
22. Εν προκειμένω, δεν υφίσταται περιθώριο επέμβασης του Δικαστηρίου στην επιλογή της Κατηγορούσας Αρχής να μην ζητήσει την επιβολή ποινών στους Κατηγορουμένους 3, 4 και 5. Δεν μας παρέχεται τέτοια εξουσία. Όσον αφορά τον Κατηγορούμενο 6, για τους λόγους που αναφέραμε, ότι από τη στιγμή που η επιβολή ποινής είναι προαπαιτούμενο για να καταθέσει ως μάρτυρας στη δίκη, κρίνουμε ορθό να προχωρήσουμε με τη διαδικασία επιβολής ποινής σε σχέση με αυτόν.
23. Το αίτημα των Κατηγορουμένων 3, 4 και 5 απορρίπτεται.
(Υπ.) Ν. Α. Π. Γεωργιάδης, Π.Ε.Δ.
(Υπ.) Ν. Οικονόμου, Ε.Δ
(Υπ.). Α. Λουκά, Ε.Δ.
Πιστόν αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
[1] ‘… that a defendant may give evidence for the Crown against his co‑defendant (a) where a nolle prosequi has been entered, (b) where a verdict of acquittal has been given, (c) where the proposed witness has pleaded guilty on arraignment or during trial, and (d) where though jointly indicted he is not being tried with the defendant against whom he gives evidence.’
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο