ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. ΙΩΣΗΦ ΙΩΣΗΦ κ.α., Υπόθεση Αρ.: 10892/2024, 17/2/2025
print
Τίτλος:
ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. ΙΩΣΗΦ ΙΩΣΗΦ κ.α., Υπόθεση Αρ.: 10892/2024, 17/2/2025

ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ

ΣΥΝΘΕΣΗ:        Ν. Α. Π. Γεωργιάδης, Π.Ε.Δ.

                            Ν. Οικονόμου, Ε.Δ.

                            Α. Λουκά, Ε.Δ.

Υπόθεση Αρ.: 10892/2024

 

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

 

v

 

1. ΙΩΣΗΦ ΙΩΣΗΦ

2. CHAMOUNT CHALIL

3. OMAR SULEYMAN

4. MOHAMMAD AL AGHA ή KHALED ή HAMADA

5. MOHAMMAD KASSAB

6. YASER ARAR

Κατηγορούμενων

 

Ημερομηνία: 17 Φεβρουαρίου, 2025.

 

Εμφανίσεις:

Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Α. Σιαπανή και κ. Α. Αντωνίου για Γενικό Εισαγγελέα.

Για τον Κατηγορούμενο 1: κ. Α. Δημητρίου με κ. Μ. Καούλλα και κ. Β. Ακάμα.

Για τον Κατηγορούμενο 2: κ. Α. Κληρίδης.

Κατηγορούμενοι 1 και 2, παρόντες.

 

ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ

(ΑΙΤΗΜΑ ΓΙΑ ΔΙΑΓΡΑΦΗ ΑΠΟ ΚΑΤΑΘΕΣΗ ΜΑΡΤΥΡΑ ΔΗΛΩΣΕΩΝ ΑΛΛΟΥ ΠΡΟΣΩΠΟΥ ΠΟΥ ΑΠΕΒΙΩΣΕ)

 

1.         Οι κατηγορούμενοι 1 και 2 αντιμετωπίζουν στο σύνολο 6 κατηγορίες με πιο σοβαρή αυτή του φόνου εκ προμελέτης (κατηγορία 1). Κατηγορούνται ότι την 28/5/2024, εκ προμελέτης, επέφεραν τον θάνατο του Δημήτρη Ανδρονίκου («το θύμα») με παράνομη πράξη, ότι δηλαδή παρακίνησαν, συμβούλευσαν και προήγαγαν τον κατηγορούμενο 5 να τον πυροβολήσει στις 23/4/2024.

 

2.         Με την έναρξη της ακρόασης κατέστη παραδεκτό γεγονός (Έγγραφο Π1) ότι στις 23/4/2024, περί ώρα 11:00, το θύμα είχε μεταβεί στον Αστυνομικό Σταθμό Λακατάμειας για να δώσει κατάθεση σε διερευνώμενη υπόθεση. Έδωσε κατάθεση μεταξύ των ωρών 11:35 και 11:50. Κατά τη δακτυλογράφηση της κατάθεσης το θύμα συνομίλησε στο τηλέφωνο με άνδρα, στον οποίο ανέφερε ότι βρισκόταν «στα κρατητήρια της Λακατάμειας» για να επισκεφτεί «τον κουμπάρο του». Μετά την λήψη της κατάθεσης το θύμα μετέβη στα Αστυνομικά Κρατητήρια Λακατάμειας, τα οποία βρίσκονται πλησίον του Αστυνομικού Σταθμού, και επισκέφθηκε δύο κρατούμενους. Αποχώρησε από τον χώρο των κρατητηρίων γύρω στις 12:14 και επιβιβάστηκε σε μοτοσυκλέτα.

 

3.         Περί ώρα 12:18 και ενώ οδηγούσε τη μοτοσυκλέτα του στο δρόμο Παλαιχωρίου – Ανθούπολης με πορεία προς Λευκωσία, σε απόσταση 100 περίπου μέτρων από το περίπτερο «Βάσος και Δημήτρης», το οποίο βρίσκεται στα δεξιά του δρόμου σε σχέση με την πορεία του θύματος, τον προσέγγισε από τα δεξιά μοτοσυκλέτα, η οποία κινείτο με την ίδια κατεύθυνση. Τη μοτοσυκλέτα την οδηγούσε ο πρώην κατηγορούμενος 6, με επιβάτη τον πρώην κατηγορούμενο 5, ο οποίος και πυροβόλησε το θύμα με πιστόλι. Το θύμα μεταφέρθηκε στο ΤΑΕΠ. Απεβίωσε στις 28/5/2024.

 

4.         Η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε ως πρώτη μάρτυρα τη μητέρα του θύματος, κα Ο. Ανδρονίκου (ΜΚ 1). Η ΜΚ 1 υιοθέτησε κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία στις 3/5/2024. Ακολούθως, επιδιώχθηκε να κατατεθεί ως μέρος της κυρίως της εξέτασης.

 

5.         Ο συνήγορος του κατηγορούμενου 1 έφερε ένσταση. Την ένσταση υιοθέτησε και ο συνήγορος του κατηγορούμενου 2 χωρίς να τοποθετηθεί περαιτέρω.

 

6.         Η ένσταση αφορά σημεία της κατάθεσης όπου γίνονται αναφορές σε κατ’ ισχυρισμόν λεχθέντα του θύματος προς τη ΜΚ 1 για τον κατηγορούμενο 1. Στηριζόμενος στο γεγονός ότι οι δηλώσεις προέρχονται από πρόσωπο που στη συνέχεια απεβίωσε, προέβαλε ότι τέτοια μαρτυρία δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή στη δίκη, ως εξ ακοής μαρτυρία, καθότι δεν εμπίπτει στις νομοθετικές εξαιρέσεις ή στις εξαιρέσεις του κοινοδικαίου. Ανέφερε επίσης, συμπληρωματικά, ότι δεν θα μπορούσε να γίνει δεκτή η κατάθεση για οποιοδήποτε άλλο σκοπό γιατί θα ήταν άσχετη μαρτυρία.

 

7.         Στηρίχθηκε, μεταξύ άλλων, στη Muskita  Aluminium Industries Ltd κ.α. v Alsako Aluminium Ltd κ.α (2009) 1Β ΑΑΔ 1481, Αγρότου κ.α. v Αγρότου (2016) 1Β ΑΑΔ 1325, Πιέρου v Ηλία (2010) 1Β ΑΑΔ 843, Κωνσταντίνου v Δημοκρατίας (1997) 2 ΑΑΔ 255 και στο σύγγραμμα, Ηλιάδης & Σάντης, Το Δίκαιο της Απόδειξης: Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές (2η έκδοση Hippasus Publishing, Λευκωσία 2016). Αναφέρθηκε επίσης τις πρωτόδικες αποφάσεις Δημοκρατία v Χριστοδούλου, Υπ. 5617/20, 25/11/2021 (Κακουργιοδικείου Λάρνακας), Δημοκρατία v Πέταης, Αρ. Υπ. 10882/21, 23/10/2023 (Κακουργιοδικείου Λάρνακας) και Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού v Σολωμού, Υπ. 11312/14, 18/7/2016 (Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού)  – απόφαση του προέδρου της παρούσας σύνθεσης.

 

8.         Ο κ. Αντωνίου αντέτεινε ότι οι εν λόγω δηλώσεις μπορούν να γίνουν αποδεκτές για τους ακόλουθους λόγους:

 

(1)       Η 1η δήλωση (γραμμές 25 – 27 στην κατάθεση), στην οποία γίνεται αναφορά κατωτέρω, μπορεί να γίνει αποδεκτή για περιορισμένο σκοπό, ως αναφορά που έγινε στη μάρτυρα και όχι προς απόδειξη της αλήθειας του περιεχομένου της. Η σχετικότητα της θα κριθεί στο τέλος. 

 

(2)       Μέρος της 2ης δήλωσης (γραμμές 59 – 67 στην κατάθεση), δεν είναι εξ ακοής μαρτυρία αλλά δηλώσεις της ιδίας της ΜΚ 1 (γραμμές 65 – 67).

 

(3)       Παρά τα νομολογηθέντα στη Muskita ανωτέρω, ανέφερε ότι οι υπόλοιπες δηλώσεις μπορούν να γίνουν αποδεκτές ως δηλώσεις που έγιναν ως μέρος των πεπραγμένων (res gestae) που αποτελεί εξαίρεση στον κανόνα αποκλεισμού εξ ακοής μαρτυρίας, εν προκειμένω, λόγω του θανάτου του δηλώσαντος.

 

(4)       Σε κάθε περίπτωση ακόμη και να μην γίνουν δεκτές οι δηλώσεις ως εμπίπτουσες στην εξαίρεση του res gestae, μπορούν να γίνουν αποδεκτές για να αποδείξουν τα αισθήματα του δηλώσαντος χωρίς όμως αυτό να επιτρέπει να ληφθεί υπόψη ο λόγος που προκλήθηκαν. Τα αισθήματα του δηλώσαντος ήταν αισθήματα που αφορούσαν τον κατηγορούμενο 1.

 

9.         Αναφέρθηκε, μεταξύ άλλων, στις Μαυρολουκά v Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις 74/2021 και 95/2021, 31/10/2023 (Εφ), R v Andrews [1987] AC 281 (HL), R v Callender (1998) Crim LR 337 και στο σύγγραμμα των A Keane and P McKeown, The Modern Law of Evidence (12th edn Oxford University Press, Oxford 2018).

 

10.      Κρίνουμε σκόπιμο να παραθέσουμε την κατάθεση αυτούσια ώστε το σκεπτικό μας να μπορεί να γίνει πλήρως κατανοητό. Η σύνταξη και ορθογραφία διατηρούνται. Σημειώνονται με έμφαση (μαυρισμένα γράμματα) τα σημεία τα οποία ο συνήγορος του κατηγορούμενου 1 επιθυμεί τη διαγραφή. Αριθμούμε σε αγκύλες της δηλώσεις για εύκολη αναφορά:  

 

«Είμαι η μητέρα του Δημήτρη Ανδρονίκου. Ο Δημήτρης είναι το τρίτο μου παιδί. Όσον αφορά στην υπόθεση που διερευνάται από την Αστυνομία για την απόπειρα φόνου εναντίον του γιου μου και με καλέσετε στο Τμήμα θέλω να πω τα πράγματα από την αρχή. Η ιστορία ξεκίνησε από το 2018. Το 2018 ο Δημήτρης ήταν υπόδικος για τριάμισι χρόνια για μια υπόθεση που μπλέχτηκε με ένα σημαδεμένο χαρτονόμισμα που αφορούσε σε μπούκικα. Τότε ο Δημήτρης τσακώθηκε με τον Αλέξη γιατί υπήρχε κουβέντες στον κύκλο τους ότι ο ένας έλεγε λόγια για τον άλλο εναντίον του άρα οι σχέσεις τους δεν ήταν και τόσο καλές τότε. Μετά όμως ο Δημήτρης με τον Αλέξη Μαυρομιχάλη @ Αλεξούι τα βρήκαν και είχαν άριστες σχέσεις. Αυτό, δηλαδή η αρμονία στις σχέσεις τους έγινε από τον καιρό που ήταν μέσα στη φυλακή ο Δημήτρης. Μετά που βγήκε έξω από την φυλακή ο Δημήτρης είχε ένα αυτοκίνητο BMW και είχε πάρει το αυτοκίνητο του σε ένα γκαράζ και τους είπε να το προσέχουν, δηλαδή να μην το αφήνουν έξω. Το αυτοκίνητο αυτό το άφησαν έξω μια νύκτα η ώρα 0300 το πρωί για να το κάνουν test drive και την ίδια νύκτα του το έκαψαν. Σχετική καταγγελία έγινε στην Αστυνομία. Μετά από αυτό το γεγονός ένας νεαρός γνωρίστηκε με τον Δημήτρη και του είπε ότι ο ίδιος είχε βάλει φωτιά στο αυτοκίνητο του κατόπιν εντολών συγκεκριμένου προσώπου. Απλά το μόνο που έχω να πω είναι ότι το πρόσωπο που έδωσε την εντολή μετά από τον εμπρησμό του αυτοκινήτου του ήρθε κοντά με τον Δημήτρη και ήταν από τα πρόσωπα του στενού του περιβάλλοντος. Όταν όμως έγινε ο εμπρησμός δεν είχαν σχέσεις μεταξύ τους. Αφού τα έμαθε αυτά ο Δημήτρης η αντίδραση του ήταν ότι δεν θα ασχοληθεί με το θέμα και ο ίδιος ήθελε να κάνει μια νέα αρχή. Τον Αύγουστο 2020 η εταιρεία Fandi που είναι του συζύγου μου, έφερε στην Κύπρο τα νερά Μακεδονία. Τότε άρχισαν τα προβλήματα. Είχαμε διαφωνίες με άλλο εισαγωγέα νερού αλλά η εταιρεία συνέχισε κανονικά να φέρνει τα νερά. Ο Φάνος Χατζηγεωργίου τότε ήταν υπάλληλος στην εταιρεία αυτή όπως και ο γιος μου ο Δημήτρης. Λόγω των απειλών που υπήρχαν στα μαγαζιά και κυκλοφορούσε αυτό που γινόταν δηλαδή οι απειλές ανέλαβα εγώ να σταματήσει αυτό το θέμα. Ο Δημήτρης εκφράστηκε πολλές φορές ότι δεν του άρεσε αυτή η κατάσταση γιατί ο ίδιος δεν ήθελε ποτέ να μπλέκουν άνθρωποι που δεν έφταιξαν σε τίποτε.[1η Δήλωση, γραμμές 25 – 27] Τότε μάλιστα σταματήσαμε ως εταιρεία να φέρνουμε το νερό Μακεδονία γιατί ήταν πολύ ακριβά τα εκτελωνιστικά. Αυτό το γεγονός δεν ξέρω το γιατί, σταμάτησε τις διαφορές με τα μαγαζιά που το βάζαμε ή προσπαθούσαμε να το προωθήσουμε. Αυτό συνέπεσε και με το γεγονός ότι ο Φάνος Χατζηγεωργίου έφυγε από την εταιρεία. Φέρνουμε όμως άλλα νερά, αναψυκτικά και καθαριστικά και άλλα με τα οποία δεν έχουμε κανένα θέμα για την τοποθέτηση τους ή προώθησή τους στην αγορά. Οι πελάτες μας είναι σταθερή και έχουμε ως εταιρεία πολύ καλή σχέση μαζί τους. Τώρα, όσον αφορά στις σχέσεις του Δημήτρη με τον Αλέξη μέχρι και την μέρα που δολοφονήθηκε ο Αλέξης, ο Δημήτρης ήταν πάντα μαζί του και τόσο καλές ήταν οι σχέσεις τους που μάλιστα ο Αλέξης βάφτισε το μωρό του Δημήτρη. Στην παρέα του Αλέξη ήταν και ο Ιωσήφ @ Σίφης που και ο ίδιος διατηρούσε καλές σχέσεις με τον Δημήτρη. Δεν ξέρω ποιοι άλλοι ήταν στην παρέα αυτή, αλλά όσον αφορά σε άλλο πρόσωπο που ήταν κοντά στον Δημήτρη και τον προστάτευε και ήταν φίλοι είναι ο Μάριος Θεοκλής @ Ταχυδρόμος τον οποίο γνώρισα προσωπικά αφού ήταν πάντα με τον Δημήτρη, στα γενέθλια του μωρού του, στις εξόδους του Δημήτρη. Από τον Σεπτέμβριο νομίζω όμως ότι ο Μάριος έφυγε από κοντά του Δημήτρη δεν ήταν τόσο στενή η σχέση τους. Ο Δημήτρης είχε εταιρεία δική του με την επωνυμία Wise Advise Ltd η       οποία είναι συμβουλευτική εταιρεία για παροχή συμβουλών σε άλλες εταιρείες για οτιδήποτε χρειαστούν σε θέματα διαχείρισης, κομπιούτερ και άλλα. Ο Μάριος Θεοκλής ήταν υπάλληλος στην εταιρεία αυτή και ο Αλέξης στην εταιρεία Fandi. Με το που έφυγε ο Θεοκλής από κοντά του Δημήτρη έφυγε και από την εταιρεία. Όσον αφορά στις παρέες του Δημήτρη, του έλεγα πάντοτε να προσέχει και ότι δεν υπάρχουν την σήμερον ημέρα φιλίες. Όσον αφορά στον Σίφη εγώ να σου πω ότι το άτομο αυτό το γνώριζα μέσω του Δημήτρη. Συγκεκριμένα τον είδα καμιά δυο φορές στα πάρτυ των μωρών του Δημήτρη και μια φορά που ήρθε στην Εταιρεία Fandi, για να πιάσει νερά. Ο Σίφης μιλούσε μαζί μου και μάλιστα ήθελε να έρθει στην εταιρεία με την συμφωνία ότι θα του καταβάλω τον μισθό του αλλά θα κατέβαλε τις κοινωνικές του ασφαλίσεις ο ίδιος. Μάλιστα με αποκαλούσε "θεία μου". Με τον Σίφη μίλησα και στο τηλέφωνο και ήθελε να τον έχω στην εταιρεία και να καταβάλλει τις κοινωνικές του ασφαλίσεις. Την Κυριακή δεν θυμούμαι ημερομηνία ήταν μια – δυο εβδομάδες πριν την απόπειρα εναντίον του. Ο Δημήτρης ήρθε σπίτι μου με την μοτόρα του, μεγάλου κυβισμού, η οποία είναι γραμμένη πάνω στην εταιρεία του και όχι ονομαστικά πάνω του, και θυμούμαι ότι ήταν απόγευμα. Ήταν πάρα πολύ ανήσυχος, αναστατωμένος και εγώ του είπα να του κάνω σάντουιτς, που πάντα ήθελε και αρνήθηκε. Του έλεγα συνέχεια "ηρέμησε", "ηρέμησε", αλλά συνέχιζε να ήταν πολύ ανήσυχος. Τον ρωτούσα συνεχώς τι έγινε, να μου πει και τότε μου είπε "Εν να σου πω κάτι, θέλω να μείνει δαμέ ότι σου πω, θα αναλάβω να καθαρίσω εγώ τούτο το θέμα" Όπως μου είπε τον προειδοποίησε η Αστυνομία να προσέχει γιατί υπάρχουν πληροφορίες ότι πίσω από την πλάτη του γίνονται πράγματα εναντίον του και ότι του είπε η Αστυνομία ότι εδώ και 4 μήνες υπάρχει ησυχία και θα πρέπει να σταματήσει αυτή η κατάσταση που υπάρχει με τα άτομα που έχουν διαφορά. Συγκεκριμένα μου είπε ότι ο ίδιος δεν θα γινόταν ρουφιάνος και ότι θα καθαρίσει μόνος του όσους είναι νοικατωμένοι και εννοούσε τον Σίφη. Ο λόγος που εννοούσε τον Σίφη ήταν γιατί μετά την δολοφονία του Αλέξη οι πιο κοντινοί του ήταν ο Δημήτρης και ο Σίφης, άρα τις δουλειές του Αλέξη θα τις αναλάμβανε ένας από τους δύο. [2η Δήλωση, γραμμές 59 – 67] Ήδη ο Δημήτρης συνέχισε τη δουλειά που είχε προηγουμένως. Ο Δημήτρης μου είπε ότι τον ήθελε ο Σίφης να φύγει από την μέση δηλαδή να φύγει από τα μαγαζιά γιατί ήθελε ο ίδιος να τα αναλάβει. Ο Δημήτρης είπε ότι ο Σίφης έκανε και άλλες δουλειές και δεν ήθελε τον ίδιο μέσα στη μέση. Όπως είπε ο Δημήτρης "εγώ δεν θέλω να ακολουθώ τες δουλειές του Σίφη, ο καθένας να κρατά την δουλειά που του ανήκει" Μάλιστα του είπε εσύ μείνε στην δουλειά σου και εγώ στη δική μου. Πάνω σε αυτό το θέμα τσακώθηκαν μεταξύ τους και λογοφέραν έντονα και όπως μου είπε ο Δημήτρης ο Σίφης τον απείλησε ότι θα τον σκοτώσει και ο Δημήτρης του είπε θα σε παίξω πάνω στην τζιεφαλή. Μετά όπως μου είπε ο Δημήτρης ο Σίφης τον έπαιρνε τηλέφωνο να τα έβρουν αλλά ο Δημήτρης δεν δέχθηκε. Ο Δημήτρης μου είπε εγώ φεύγω από τη νύκτα και μάλιστα τα άτομα που ήταν δίπλα του τους είπε να φύγουν γιατί δεν μπορούσε να τους προστατεύσει και ότι επειδή ο ίδιος κινδυνεύει δεν τους ήθελε δίπλα του και να κινδυνέψουν εξαιτίας του. [3η Δήλωση, γραμμές 68 – 79] Μετά από αυτό όσοι ήταν κοντά του ως φίλοι, έμειναν και πάλι κοντά του, αφού συνδέονταν φιλικά μαζί του αν και ήξεραν τον κίνδυνο που διέτρεχαν δίπλα του. Ακόμα ένα πράγμα που μου έιπε και μου έκανε εντύπωση είναι το εξής: "Ο Χριστός πάνω στον σταυρό είπε στον Θεό άφες αυτούς δεν ξέρουσιν τοι ποιούσιν". [4η Δήλωση, γραμμές 80 – 82] Μετά μας φίλησε εμένα και τον παπά του και έφυγε. Με τον Δημήτρη μιλούσα καθημερινά με αφορμή τη δουλειά και έβρισκα κάποιαν αφορμή και τον ρωτούσα πάντα πως είναι και μου έλεγε "είμαι μια χαρά", να μην ανησυχείς ρε μάμα". [5η Δήλωση, γραμμές 84 – 85] Στις 23/04/2024 και ώρα 10:33 πήρα τηλέφωνο τον Δημήτρη να τον ρωτήσω για τα νερά που θα του έστελνα στο σπίτι του και τον ρώτησα που είναι και μου είπε είμαι σπίτι, πε του να ρτει, εννοώντας τον υπάλληλο που θα του έπαιρνε τα νερά. [6η Δήλωση, γραμμές 86 – 87] Δεν μου είπε τίποτα άλλο και κλείσαμε. Εγώ δεν είχα άλλη επικοινωνία με τον Δημήτρη. Η ώρα 1302 μου έστειλε μήνυμα η Όλγα η οποία είναι εξάδελφη μου και ήταν στη Βιέννη και με ρώτησε "εν το μωρό;" εννοώντας τον Δημήτρη γιατί πάντα έτσι τον αποκαλούσε. Εγώ δεν κατάλαβα τι εννοούσε και της έστειλα ένα ερωτηματικό. Μετά από λίγο με πήρε τηλέφωνο ο Αρτέμης ο γιατρός ο οποίος είναι φίλος μας και μου είπε ότι ο Δημήτρης είναι στις Α' Βοήθειες και να πάω εκεί και ήταν και ο ίδιος κοντά του. Εγώ την ώρα εκείνη ήμουν στη δουλειά και ζήτησα από ένα συνάδελφο μου να με πάρει στο Νοσοκομείο. Εκεί ήταν πολύς κόσμος, συγγενείς και φίλοι. Θυμάμαι ότι εκεί ήδη ο Πίκκος δηλαδή ο Παναγιώτης Χατζηκωστή και μετά ήρθαν ο Πάμπος Χαραλάμπους, Ανδρέας Γιάγκου, ο Αβάττας, ο Ηρόδοτος, ο Λεωνίδας που έχει το BOX και πολλοί άλλοι. Όσον αφορά στον Πίκκο λόγω της φιλικής σχέσης του με τον Δημήτρη εγώ έκλαιγα πάνω του. Πρώτη φορά τον είδα να κλαίει και έλεγα συνέχεια "Γιατί, γιατί". Από την πρώτη στιγμή ο Πικκος ήταν συνέχεια μαζί του, ως τώρα είναι συνεχώς δίπλα του όπως και έρχεται και ο Λεωνίδας καθημερινά. Έρχονται και οι άλλοι που σου είπα, αλλά σίγουρα όχι καθημερινά. Αυτό που θέλω να σου πω είναι ότι ο Σίφης, που ήταν υποτίθεται στην ίδια παρέα και μιλούσε και μαζί μου, ούτε ήρθε και ούτε καν ένα τηλεφώνημα δεν μου έκανε να με ρωτήσει για τον Δημήτρη. Αυτό με παραξένεψε πολύ γιατί δεν την θεωρώ φυσιολογική στάση απέναντι μου. Όπως και ο Σπύρος ο Σύριος. Άλλο άτομο που ξέρω ότι ταράχτηκε με την κατάσταση αυτή και ζήτησε να μου δώσουν μήνυμα εκ μέρους του μέσω του Ηρόδοτου είναι ο Γιάννης Κουρουκλάς ο οποίος είναι φίλος με τον Δημήτρη αλλά ουδέποτε ανήκε στην κλίκα του Αλέξη. Είναι ένα χρυσό παιδί και απ’ ότι μου είπε ο Ηρόδοτος ο Γιάννης του είπε να μου δώσει μια αγκαλιά. Αυτή τη στιγμή ο Δημήτρης σημείωσε βελτίωση και η κατάσταση του είναι κρίσιμη ακόμα άλλα σταθερή. Βγήκε από την καταστολή και ελπίζουμε για το καλύτερο. Έχει δύσκολο δρόμο μπροστά του. Δεν θέλω να πω κάτι άλλο για τον Δημήτρη, δεν υπάρχει λόγος να αναλύσω την κατάσταση της υγείας του.»

 

11.      Σύμφωνα με το άρθρο 23[1] του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9 («Κεφ. 9»), όπως τροποποιήθηκε από τον Ν. 32(Ι)/2004, εξ ακοής μαρτυρία ορίζεται ως:

 

«δήλωση που έγινε από πρόσωπο άλλο από εκείνο που καταθέτει σε πολιτική ή ποινική διαδικασία και η οποία προσάγεται ως μαρτυρία για απόδειξη των όσων αναφέρονται σε αυτή.»

 

12.      Με βάση το άρθρο 24[2]:

 

«24.-(1)  Ανεξάρτητα από τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου νόμου, η εξ ακοής μαρτυρία δεν αποκλείεται από οποιαδήποτε διαδικασία ενώπιον οιουδήποτε Δικαστηρίου, απλώς και μόνο διότι αυτή είναι εξ ακοής:

Νοείται ότι σε ποινική διαδικασία το Δικαστήριο δύναται σε οποιοδήποτε στάδιο να μην αποδεχθεί εξ ακοής μαρτυρία, αν κρίνει ότι τούτο εξυπηρετεί τους σκοπούς ορθής απονομής της δικαιοσύνης.

 

(2) Οι διατάξεις του παρόντος Μέρους δεν καθιστούν αποδεκτή οποιαδήποτε μαρτυρία, που θα αποκλείετο για οποιοδήποτε λόγο άλλο από το ότι αυτή είναι εξ ακοής μαρτυρία.

 

(3) Οι διατάξεις των άρθρων 26, 27 και 28 του παρόντος Μέρους δεν εφαρμόζονται αναφορικά με εξ ακοής μαρτυρία, η οποία θα ήταν αποδεκτή εν πάση περιπτώσει και χωρίς την εφαρμογή των διατάξεων του εδαφίου (1) του παρόντος άρθρου, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι η εν λόγω μαρτυρία καθίσταται αποδεκτή και δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου (1) του παρόντος άρθρου.»

 

13.      Έχουμε μελετήσει την κατάθεση της ΜΚ 1 και διαπιστώνουμε ότι όλες οι πιο πάνω δηλώσεις που σημειώθηκαν αποτελούν δηλώσεις προερχόμενες από το θύμα. Αν θα προσφερθούν προς απόδειξη της αλήθειας τους αποτελούν εξ ακοής μαρτυρία δυνάμει του άρθρου 23 του Κεφ. 9. Η εισήγηση του κ. Αντωνίου ότι η αναφορά στη σημειωθείσα «2η Δήλωση», «Ο λόγος που εννοούσε τον Σίφη ήταν γιατί μετά την δολοφονία του Αλέξη οι πιο κοντινοί του ήταν ο Δημήτρης και ο Σίφης, άρα τις δουλειές του Αλέξη θα τις αναλάμβανε ένας από τους δύο.» μπορεί να γίνει δεκτή ως δήλωση της ίδιας της ΜΚ 1 μας προβλημάτισε. Καταλήγουμε ότι ως δήλωση δεν μπορεί να διαχωριστεί από τα υπόλοιπα λεχθέντα του θύματος και δεν διαφαίνεται ευκρινώς αν πρόκειται περί δικής της κατάληξης. Σε κάθε περίπτωση πρόκειται για αντίληψη που σχημάτισε επί των λεχθέντων του θύματος και στην ουσία θα γινόταν δεκτή αναφορά του θύματος δια της ΜΚ 1.

 

14.      Προχωρούμε επομένως να εξετάσουμε αν οι εν λόγω δηλώσεις μπορούν να γίνουν αποδεκτές ως εξ ακοής μαρτυρία.

 

15.      Στο κοινοδίκαιο αναγνωρίστηκε, από πολύ παλιά, ότι αποκλεισμός μαρτυρίας αποβιωσάντων, ως εξ ακοής, θα προκαλούσε συχνά αδικία, οπότε και αναγνωρίστηκαν έξι νομολογιακές  εξαιρέσεις: (1) δηλώσεις κατά την εκτέλεση καθήκοντος, (2) εναντίον συμφέροντος, (3) επί γενεαλογικών ζητημάτων, (4) για δημόσια δικαιώματα, (5) επιθανάτιες δηλώσεις και (6) περιεχομένου διαθηκών  [βλ. E Cockle, Cases and Statutes on the Law of Evidence (7th edn Sweet & Maxwell, London 1946) σελ. 210[3]].

16.      Σχετικά είναι τα όσα αναφέρθηκαν από τον Jessel M.R. στην Sugden v Lord St. Leonards (1876) 34 LT 369 (CA) [4]:

 

«As a rule the declarations, whether in writing or oral, made by deceased persons, are in our law not admissible in evidence at all. But so inconvenient was the law upon this subject, so frequently has it shut out the only obtainable evidence, so frequently would it have caused a most crying and intolerable injustice, that a large number of exceptions have been made to the general rule.»

 

17.      Επιπροσθέτως των πιο πάνω εξαιρέσεων, το κοινοδίκαιο αναγνώριζε ως εξαιρέσεις του κανόνα, δηλώσεις που αφορούσαν παραδοχές, φήμη, ομολογίες διάπραξης αδικήματος ή δηλώσεις ή συμπεριφορά που αποτελούν μέρος των πεπραγμένων (res gestae) [βλ. Τ. Ηλιάδη, Το Δίκαιο της Απόδειξης, Μια Πρακτική Προσέγγιση (Λευκωσία 1994) σελ. 292].

 

18.      Με το s. 1 (1) του Evidence Act 1938[5], επεκτάθηκε η αποδεκτότητα δηλώσεων αποβιωσάντων, συμπληρωματικά στις ήδη υφιστάμενες νομολογιακές εξαιρέσεις [βλ. Cases and Statutes on the Law of Evidence, ανωτέρω, σελ. 210[6] και M V Argyle and others, Phipson on Evidence (10th edn Sweet & Maxwell, London 1963), σελ. 344, § 843[7]].  

19.      Στην Κύπρο είχε εισαχθεί στο Κεφ. 9 πανομοιότυπη πρόνοια με το άρθρο 4[8] , το οποίο ακολούθως καταργήθηκε από τον Ν. 32(Ι)/2004. Το Αγγλικό s. 1 (1) του Evidence Act 1938 καταργήθηκε οριστικά από το Civil Evidence Act 1995, schedule 2. Με το Civil Evidence Act 1995 επισφραγίστηκε οριστικά η κατάργηση του κανόνα αποκλεισμού της εξ ακοής μαρτυρίας στην Αγγλία στις αστικές υποθέσεις [βλ. H M Malek and others, Phipson on Evidence (17th edn Sweet & Maxwell, London 2010) σελ. 896, § 28 – 55[9]]. Στο Αγγλικό δίκαιο επομένως, όσον αφορά αστικές υποθέσεις, δεν αποκλείεται δήλωση προσώπου που εν τω μεταξύ έχει αποβιώσει.

 

20.      Στις ποινικές υποθέσεις το ζήτημα στην Αγγλία ρυθμίστηκε διαφορετικά. Σύμφωνα με τις πρόνοιες του Criminal Justice Act 2003 («CJA 2003») ο κανόνας αποκλεισμού παραμένει[10] ενώ δημιουργήθηκε αριθμός εξαιρέσεων, που αφορούν μεταξύ άλλων και δηλώσεις προσώπων που στο μεταξύ έχουν αποβιώσει (βλ. σχετικά s.116[11] CJA 2003). Η συμβατότητα του εν λόγω άρθρου με το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων έχει εξεταστεί στην R v Horncastle [2010] 2 AC 373  (η απόφαση του Supreme Court) και (2015) 60 EHRR 31 (απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου) όπου η καταδίκη κατηγορούμενου είχε στηριχθεί και σε μαρτυρία προσώπου που απεβίωσε.

 

21.      Η εξαίρεση του res gestae διατηρήθηκε δυνάμει του s. 118 (1) (4)[12] CJA 2003.

 

22.      Στην Κύπρο ακολουθήθηκε διαφορετική ερμηνευτική πορεία των αντίστοιχων άρθρων του Civil Evidence Act 1995, όπως αυτά ενσωματώθηκαν στο Κεφ. 9. Στη Muskita, ανωτέρω, το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε την απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου να μην επιτρέψει κατάθεση χειρόγραφου σημειώματος προσώπου που είχε στο μεταξύ είχε αποβιώσει με το εξής αιτιολογικό, σελ. 1504:

 

«Εξετάσαμε τους λόγους για τους οποίους το πρωτόδικο δικαστήριο δεν επέτρεψε την κατάθεση του εν λόγω χειρόγραφου σημειώματος και για τους λόγους που εξηγούμε στη συνέχεια κρίνουμε ότι η απόφαση του είναι ορθή. Έκρινε δηλαδή ότι η περίπτωση δεν καλυπτόταν από τον περί Αποδείξεως Νόμο, Κεφ. 9 όπως αυτός τροποποιήθηκε με το Ν. 32(I)/04 που επέτρεψε την αποδοχή εξ ακοής μαρτυρίας, για το λόγο ότι ο Νόμος αυτός δεν καλύπτει δηλώσεις από πρόσωπα που στο μεταξύ έχουν αποβιώσει. Έκρινε επίσης το δικαστήριο ότι δεν εμπίπτει η περίπτωση στις εξαιρέσεις που μπορεί να γίνει αποδεκτή η δήλωση ως επιθανάτια.

 

Από τις πρόνοιες του Άρθρου 26 του Κεφ. 9, όπως τροποποιήθηκε με το Ν. 32(I)/04, καθίσταται σαφές ότι η εξ ακοής μαρτυρία που θα παρουσιαστεί υπό μορφή δήλωσης προϋποθέτει και την ύπαρξη του προσώπου που είχε προβεί στη δήλωση, ούτως ώστε να είναι δυνατή η κλήτευση του για αντεξέταση, αν η άλλη πλευρά επιθυμεί τούτο. Επομένως ορθά έκρινε το πρωτόδικο δικαστήριο ότι η χειρόγραφη σημείωση που αποδιδόταν στον αποβιώσαντα Γεώργιο Μουσκή δεν μπορούσε να παρουσιαστεί ως μαρτυρία για το αληθές του περιεχομένου της. Το Άρθρο 4 του Κεφ. 9, όπως αυτό ίσχυε πριν την τροποποίηση με το Ν. 32(I)/04, που επέτρεπε την παρουσίαση εγγράφων χωρίς την ανάγκη να κληθεί το πρόσωπο που το σύνταξε όταν αυτό ήταν εκτός της Δημοκρατίας ή αποβιώσας, καταργήθηκε με το Ν. 32(I)/04. Επομένως ορθά το δικαστήριο δεν επέτρεψε την εν λόγω μαρτυρία.»

 

23.      Διαπιστώνεται επομένως ότι η κυπριακή προσέγγιση του θέματος ήταν να θεωρήσει την καταργηθείσα ρύθμιση του άρθρου 4 του Κεφ. 9, όχι ως εξαίρεση στον τότε ισχύοντα κανόνα του αποκλεισμού της εξ ακοής μαρτυρίας, αλλά ως ειδική ρύθμιση αποδεκτότητας δηλώσεων προσώπων που στο μεταξύ έχουν αποβιώσει. Με την κατάργηση της έμεινε κενό στον Νόμο. Το θέμα έχει συνδεθεί άμεσα με τις πρόνοιες του άρθρου 26[13]  του Κεφ. 9 και την δυνατότητα αντεξέτασης του προσώπου το οποίο είχε προβεί στην αρχική δήλωση [σχετική επίσης είναι η απόφαση του Δ. Ναθαναήλ στη ΓΕ v Ευσταθίου κ.α. (2010) 2 ΑΑΔ 94, σελ. 135 – 137]. Σημειώνουμε βέβαια ότι στις περιπτώσεις όπου μαρτυρία που θα ήταν αποδεκτή ως εξαίρεση κοινοδικαίου στον κανόνα αποκλεισμού της εξ ακοής μαρτυρίας δυνάμει των προνοιών του άρθρου 24 (3) του Κεφ. 9, δεν παρέχεται εξουσία κλήτευσης μαρτύρων δυνάμει του άρθρου 26 του Κεφ. 9 (βλ. Μαυρολουκά, ανωτέρω).

 

24.      Η θέση του κ. Αντωνίου ήταν ότι η εν λόγω απόφαση έθεσε εσφαλμένη νομολογιακή αρχή, αναγνωρίζοντας ταυτόχρονα όμως ότι είναι δεσμευτική και ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να αποκλίνει. Ανέφερε επίσης ότι αποτελεί αντικείμενο έφεσης σε άλλη υπόθεση. Σημειώνουμε από πλευράς μας ότι η εν λόγω απόφαση για 15 έτη δεν έχει ανατραπεί παρά το γεγονός ότι έτυχε συζήτησης στην Αγρότου, ανωτέρω. Κατά την άποψη μας, από τη στιγμή που αποτέλεσε διαπίστωση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στη Muskita, ανωτέρω, ότι δημιουργήθηκε νομοθετικό κενό, είναι πρέπον και πιο πρακτικό να τύχει το ζήτημα νομοθετικής ρύθμισης.

 

25.      Οι πιο πάνω δηλώσεις επομένως δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτές από το Δικαστήριο ως εξ ακοής μαρτυρία, για το αληθές τους περιεχομένου τους δηλαδή, εκτός εάν εμπίπτουν στην εξαίρεση του res gestae ή αν θα περιοριστεί ο σκοπός τους όπως εισηγείται ο κ. Αντωνίου. Όπως ορθά σημείωσε, το άρθρο 24(3) του Κεφ. 9 διατηρεί σε ισχύ τις εξαιρέσεις του κοινοδικαίου (βλ. Μαυρολουκά, ανωτέρω).

 

26.      Στο σύγγραμμα, Το Δίκαιο της Απόδειξης: Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές, ανωτέρω, στη σελ. 691 αναφέρονται τα ακόλουθα αναφορικά με το res gestae:

 

«Κατά την αρχή res gestae, δηλώσεις που γίνονται από πρόσωπα που συμμετέχουν σε ένα συμβάν ή από απλούς θεατές του, γίνονται αποδεκτές για να εξηγήσουν το συμβάν, αφού έχουν άμεση σχέση με τα γεγονότα που το συνθέτουν. Η δήλωση χρειάζεται να είναι αυθόρμητη και ταυτόχρονη ή σχεδόν ταυτόχρονη με το συμβάν και γενικότερα να έχει γίνει υπό συνθήκες που ελαχιστοποιούν τον κίνδυνο κατασκευής της (The State of Western Australia v Montani (2006) WASC 190, R v Callender (1998) Crim LR 337).»

 

27.      Στο σύγγραμμα, Phipson on Evidence (17th edn), ανωτέρω, στη σελ. 978, § 31–03, αναφέρεται ότι ο ορισμός του s. 118 (1) 4 (a) CJE 2003 αποτελεί επαναδιατύπωση (restatement) του κοινοδικαίου. Αναφέρεται σχετικά στο εν λόγω άρθρο ότι δήλωση μπορεί να γίνει δεκτή για την αλήθεια της όταν:

 

‘the statement was made by a person so emotionally overpowered by an event that the possibility of concoction or distortion can be disregarded.’

 

Σε δική μας ελεύθερη μετάφραση:

 

«η δήλωση έγινε από πρόσωπο τόσο συναισθηματικά κυριευμένο από ένα γεγονός που μπορεί να αγνοηθεί η πιθανότητα σκευωρίας ή διαστρέβλωσης.»

 

28.      Στην Ratten v R [1971] 3 All ER 801, 807[14], το Privy Council ανέφερε ότι αυτό που εξετάζεται δεν είναι αν οι λέξεις ειπώθηκαν κατά τη διάπραξη του αδικήματος, αλλά αν το άτομο όταν έκανε τη δήλωση ήταν τόσο συναισθηματικά κυριευμένο από το γεγονός που μπορεί να εξαχθεί με ασφάλεια συμπέρασμα ότι έλεγε την αλήθεια όπως την αντιλαμβανόταν.

 

29.      Αυτή η προσέγγιση υιοθετήθηκε στην R v Andrews [1987] AC 281 (HL), όπου αποφασίστηκε ότι η εξαίρεση του res gestae κάλυπτε όχι μόνο όσα είπε το θύμα επίθεσης κατά τον χρόνο της επίθεσης, αλλά και όσα είπε στην αστυνομία σχετικά αμέσως μετά. Στην Andrews, ανωτέρω, καθορίστηκαν τα στοιχεία που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη όταν εξετάζεται αν μια δήλωση θεωρείται ως μέρος των πεπραγμένων για σκοπούς απόδειξης της αλήθειας του περιεχομένου της. Στο σύγγραμμα, Το Δίκαιο της Απόδειξης: Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές, ανωτέρω, στις σελ. 693 – 694 παρατίθενται σε μετάφραση:

«(i) Το πρωταρχικό ερώτημα είναι αν η πιθανότητα σκευωρίας (concoction) ή διαστρέβλωσης (distortion), μπορεί να αποκλειστεί.

 

(ii) Για να απαντηθεί το πιο πάνω ερώτημα, πρέπει να εξετάζεται αν τα περιστατικά είναι τόσο ασυνήθιστα ή δραματικά ώστε να κυριαρχούν στη σκέψη του θύματος και να μην του παρέχουν ευχέρεια να κατασκευάσει ψευδή δήλωση.

 

(iii) Για να είναι αυθόρμητη, η δήλωση πρέπει να είναι συνδεδεμένη με το γεγονός το οποίο την πυροδότησε σε βαθμό που το γεγονός να κυριαρχεί στο μυαλό του προσώπου που προέβη στη δήλωση.

 

(iv) Πρέπει να διερευνάται η πιθανή ύπαρξη άλλων ειδικών στοιχείων τα οποία μπορεί να συνδέονται με την πιθανότητα δημιουργίας σκευωρίας ή διαστρέβλωσης.

 

(v) Πρέπει να εξετάζεται η πιθανότητα εμφάνισης λάθους στα γεγονότα της δήλωσης που βασίζεται στην ανθρώπινη δυνατότητα μνήμη. Η πιθανότητα πρέπει να αξιολογείται στο πλαίσιο της βαρύτητας της δήλωσης και όχι της αποδεκτότητας.

 

30.      Έχει λεχθεί ότι για να γίνει αποδεκτή δήλωση με βάση την εν λόγω εξαίρεση πρέπει αυτή να ήταν απόρροια της διάπραξης του εν λόγω αδικήματος (βλ. Blackstone's Criminal Practice 2025, ηλεκτρονική έκδοση, LexisNexis, § F17.54[15]). Τούτο όμως δεν είναι απόλυτο. Η Andrews, ανωτέρω, αναφέρεται σε συμβάν (event) [βλ. Law Commission, Evidence in Criminal Proceedings: Hearsay and Related Topics (Law Com No 245, The Stationery Office, London 1997), σελ. 125, § 8-118[16]]. Η αυθόρμητη δήλωση (spontaneous statement) μπορεί να αφορά συμβάν προγενέστερο ή μεταγενέστερο του αδικήματος, όπως λ.χ. προηγηθείσα απειλή σε υπόθεση φόνου [βλ. Phipson on Evidence (17th edn), ανωτέρω, στη σελ. 987, § 31–19[17]].

 

31.      Όσο πιο δραματικό είναι το γεγονός και όσο πιο κοντά στο χρόνο που ειπώθηκαν οι λέξεις, τόσο πιο πιθανό είναι να ισχύει αυτή η εξαίρεση και το αντίστροφο. Στην Tobi v Nicholas [1988] 86 Cr App R 323, κρίθηκε ότι δήλωση που έγινε μετά την παρέλευση 20 λεπτών από τροχαίο δυστύχημα – όχι ιδιαιτέρως δραματικού ή ασυνήθιστου – δεν μπορούσε να γίνει αποδεκτή. Το γεγονός που είχε συμβεί δεν ήταν τόσο ασυνήθιστο ή δραματικό ώστε να κυριάρχησε στις σκέψεις του δηλούντα 20 λεπτά αφότου έλαβε χώρα.

 

32.      Εν προκειμένω οι δηλώσεις που φέρεται να έγιναν, έγιναν προ της διάπραξης του αδικήματος του φόνου του θύματος. Συγκεκριμένα:

 

(1)     Η 1η δήλωση (γραμμές 25 – 27), έγινε σε χρόνο ανύποπτο και συνδέεται με επιχειρηματική δραστηριότητα που είχε αρχίσει τον Αύγουστο του 2020. Δεν προσδιορίζεται χρονικά σε σχέση με το αδίκημα. 

 

(2)     Η 2η δήλωση (γραμμές 59 – 67), η 3η δήλωση (γραμμές 68 – 79) και η 4η δήλωση (γραμμές 80 – 82) χρονικά, προσδιορίζονται από τη ΜΚ 1 να έγιναν, «Την Κυριακή δεν θυμούμαι ημερομηνία ήταν μια – δυο εβδομάδες πριν την απόπειρα εναντίον του».

 

(3)     Η 5η δήλωση (γραμμές 84 – 85), αφορούσε καθημερινή επικοινωνία του θύματος με τη μητέρα του, στο μεσοδιάστημα, με την οποία τη διαβεβαίωνε ότι ήταν καλά.

 

(4)     Η 6η και τελευταία δήλωση (γραμμές 86 – 87), αφορά δήλωση που έγινε το πρωί της ημέρας διάπραξης του φόνου περί ώρα 10:33 στην οποία γίνεται αναφορά του θύματος ότι ήταν σπίτι και μπορούσε να δεχθεί παραλαβή φορτίου νερού. 

 

33.      Έχουμε εξετάσει με ιδιαίτερη προσοχή τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες φέρεται να έγιναν οι εν λόγω δηλώσεις. Κρίνουμε ότι δεν μπορούν να ενταχθούν στην εξαίρεση του res gestae ως την αναλύσαμε ανωτέρω. Εξηγούμε:

 

(1)     Δεν αποτελούν δηλώσεις συνδεόμενες χρονικά κατά τρόπο άμεσο με το αδίκημα ή με συμβάν σχετιζόμενο χρονικά με το επίδικο αδίκημα. Δεν ήταν απόρροια της διάπραξης του αδικήματος ούτε τέθηκε ενώπιον μας αν έγιναν σε χρόνο που η διάπραξη του ήταν σε εξέλιξη.

 

(2)     Περαιτέρω, ακόμη και να μην κρινόταν αναγκαία η σύνδεση με το αδίκημα αλλά με συμβάν ή συμβάντα που οδηγούσαν στη διάπραξη του αδικήματος, οι περιστάσεις κάτω από τις οποίες φέρεται να προέβη το θύμα σ’ αυτές, σε διαφορετικά χρονικά διαστήματα, δεν έχουν προσδιοριστεί επαρκώς και συγκεκριμένα.

 

(3)     Σε κάθε περίπτωση, οι αναφορές δεν έχουν την απαραίτητη χρονική εγγύτητα με τη διάπραξη του αδικήματος ώστε να χαρακτηρίζονται από αυθορμητισμό. Αφορούν αναφορές του θύματος για φόβους ή διαφορές που είχε με τον κατηγορούμενο 1 χωρίς να σημειώνεται χρονικά συγκεκριμένη απειλή. Δεν μπορούν επομένως να θεωρηθούν οι αναφορές της ως επεξηγηματικές πράξεων εν τη εννοία που αναλύθηκε και επεξηγήθηκε στην Μαυρολουκά, ανωτέρω.

   

34.      Τέλος, εξετάσαμε αν θα μπορούσε να γίνουν αποδεκτές για οποιοδήποτε άλλο σκοπό ως η εισήγηση του κ. Αντωνίου.

 

35.      Όσον αφορά την 1η δήλωση (γραμμές 25 – 27), η αποδοχή της ως δήλωση που έγινε από το θύμα σε προγενέστερο χρόνο δεν μπορεί να είναι σχετική με τα επίδικα θέματα ούτε μπορεί να αξιολογηθεί σε συνάρτηση με οποιοδήποτε επίδικο θέμα. Πρόκειται για γενικόλογη αναφορά.

 

36.      Αρνητική είναι και η κρίση μας στην εισήγηση ότι οι υπόλοιπες δηλώσεις μπορούν να γίνουν αποδεκτές για να αποδείξουν τα αισθήματα του δηλώσαντος χωρίς όμως αυτό να επιτρέπει να ληφθεί υπόψη ο λόγος που προκλήθηκαν. Θα αποτελούσε εισαγωγή, εμμέσως, των δηλώσεων ως μαρτυρία κατά του κατηγορουμένου 1.

 

37.      Ως εκ τούτου, η κατάθεση της ΜΚ 1 θα γίνει δεκτή ως μέρος της κυρίως της εξέτασης ως «Έγγραφο Α» με οδηγίες όπως οι εν λόγω δηλώσεις όπως έχουν προσδιοριστεί ανωτέρω θα αγνοηθούν.  

  

(Υπ.) Ν. Α. Π. Γεωργιάδης, Π.Ε.Δ.

 

(Υπ.) Ν. Οικονόμου, Ε.Δ.

 

 (Υπ.) Α. Λουκά, Ε.Δ.

 

Πιστό Αντίγραφο

 

 

Πρωτοκολλητής



[1] Ο ορισμός παρουσιάζει κάποια διαφορά από τον αντίστοιχο Αγγλικό ορισμό (section 1 (2)):

‘(2) In this Act—

(a) “hearsay” means a statement made otherwise than by a person while giving oral evidence in the proceedings which is tendered as evidence of the matters stated; and

(b) references to hearsay include hearsay of whatever degree.’

 

[2] Αντίστοιχο Αγγλικό (section 1 (1)):

‘(1) In civil proceedings evidence shall not be excluded on the ground that it is hearsay.’

[3] ‘It has long been recognised that the exclusion of evidence of statements made by deceased persons would frequently lead to a defeat of justice. In the six following instances the law recognises that there is sufficient guarantee of the credibility of such hearsay statements to allow that they shall be admitted as evidence:-

1. Declarations in course of duty.

2.            "         against interest.

3.            "         as to pedigree.

4.           "            "     public rights.

5.           "            "     cause of death.

6.           "            "     contents of wills’

[4] Απόσπασμα από το σύγγραμμα του E Cockle, σελ. 253.

 

[5] ‘1—(1) In any civil proceedings where direct oral evidence of a fact would be admissible, any statement made by a person in a document and tending to establish that fact shall, on production of the original document, be admissible as evidence of that fact if the following conditions are satisfied, that is to say-

(i)    if the maker of the statement either—

(a)        had personal knowledge of the matters dealt with by the statement; or

…….

if the maker of the statement is called as a witness in the proceedings:

Provided that the condition that the maker of the statement shall be called as a witness need not be satisfied if he is dead, or unfit by reason of his bodily or mental condition to attend as a witness, or if he is beyond the seas and it is not reasonably practicable to secure his. attendance, or if all reasonable efforts to find him have been made without success.’

 

[6] The Evidence Act, 1938, has greatly increased the area of admissibility, but the Act is cumulative upon and expressly preserves the common law rules dealt with here.’

 

[7] ‘So far as the law of evidence is concerned, the Act is enabling. No evidence admissible before the act is rendered inadmissible.’

[8] 4-(1) Σε οποιαδήποτε διαδικασία στην οποία στην θα ήταν δεκτή άμεση προφορική μάρτυρα γεγονότος, οποιαδήποτε δήλωση του έγινε από κάποιο πρόσωπο σε έγγραφο και που τείνει να αποδείξει το γεγονός αυτό είναι, με την παρουσίαση του πρωτοτύπου, δεκτή ως απόδειξη του γεγονότος αυτού, αν πληρούνται οι ακόλουθοι όροι, δηλαδή-

(α) αν αυτός που προβαίνει στη δήλωση είτε-

(ι) είχε προσωπική γνώση των θεμάτων που περιλαμβάνονται στη δήλωση· ή

……..

(β) τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου (2), αν αυτός που προβαίνει στη δήλωση, κληθεί ως μάρτυρας στη διαδικασία:

Νοείται ότι ο όρος, ότι αυτός που προβαίνει στη δήλωση πρέπει να κληθεί ως μάρτυρας, δεν είναι ανάγκη να πληρωθεί αν αυτός είναι νεκρός ή ανίκανος λόγω της σωματικής ή πνευματικής του κατάστασης να παραστεί ως μάρτυρας ή αν βρίσκεται εντός Κύπρου και δεν είναι εύλογα πρακτικό να εξασφαλιστεί η παράσταση του ή αν κάθε εύλογη προσπάθεια ανεύρεσης του έγινε χωρίς επιτυχία.

 

[9] 28-55. Reform of the hearsay rule has been a lengthy process involving, for civil proceedings three, and for criminal proceedings four, major reforms over 75 years. The first general statutory overhaul of the rule pre-dated Myers v DPP by many years. This was the Evidence Act 1938, but that statute was of restricted scope. It concerned only civil proceedings, was confined to documentary hearsay and left oral hearsay in the same position as before. Extensive reform of the civil law of hearsay was undertaken in the Civil Evidence Act 1968 which made a wide range of hearsay material admissible under certain procedural conditions. A broader and simpler regime was introduced by the Civil Evidence Act 1995 whereby hearsay was, in effect, made admissible in civil proceed­ings.’

 

[10] Σχετικά είναι τα s. 114, 115.

 

[11] ‘116 Cases where a witness is unavailable

(1) In criminal proceedings a statement not made in oral evidence in the proceedings is admissible as evidence of any matter stated if—

(a) oral evidence given in the proceedings by the person who made the statement would be admissible as evidence of that matter,

(b) the person who made the statement (the relevant person) is identified to the court’s satisfaction, and

(c) any of the five conditions mentioned in subsection (2) is satisfied.

(2) The conditions are—

(a) that the relevant person is dead;’

 

[12]  ‘118(1) The following rules of law are preserved.

Res Gestae

4. Any rule of law under which in criminal proceedings a statement is admissible as evidence of any matter stated if—      

(a) the statement was made by a person so emotionally overpowered by an event that the possibility of concoction or distortion can be disregarded,         

(b) the statement accompanied an act which can be properly evaluated as evidence only if considered in conjunction with the statement, or 

(c) the statement relates to a physical sensation or a mental state (such as intention or emotion).’

[13] 26.-(1)  Σε περίπτωση κατά την οποία οποιοσδήποτε διάδικος προσάγει εξ ακοής μαρτυρία και δεν κλητεύει ως μάρτυρα στη διαδικασία το πρόσωπο, το οποίο είχε προβεί στην αρχική δήλωση, τότε οποιοσδήποτε άλλος διάδικος δύναται, με την άδεια του Δικαστηρίου, πριν ο διάδικος που έχει προσάξει την εξ ακοής μαρτυρία κλείσει την υπόθεσή του, να κλητεύει το εν λόγω πρόσωπο για να το αντεξετάσει σε σχέση με την αρχική του δήλωση:

Νοείται ότι το Δικαστήριο δύναται να μην επιτρέψει την κλήτευση, αν κρίνει ότι η κλήτευση του εν λόγω προσώπου δεν είναι, υπό τις περιστάσεις, εύλογη και εφικτή ή ότι δεν είναι αναγκαία για σκοπούς ορθής απονομής της δικαιοσύνης.

 

[14] ‘The test should be not the uncertain one, whether the making of the statement should be regarded as part of the event or transaction. This may often be difficult to show. But if the drama, leading up to the climax, has commenced and assumed such intensity and pressure that the utterance can safely be regarded as a true reflection of what was unrolling or actually happening, it ought to be received. The expression 'res gestae' may conveniently sum up these criteria, but the reality of them must always be kept in mind: it is this that lies behind the best reasoned of the judges' rulings.’

[15] ‘The event which generates the statement admitted under the rule stated above must be the commission of the offence in question. This is implicit in both Ratten v The Queen and Andrews, and is expressly stated by Lord Normand in Teper v The Queen [1952] AC 480, who said (at p. 488): 'for identification purposes in a criminal trial the event with which the words sought to be proved must be so connected as to form part of the res gestae, is the commission of the crime itself, the throwing of the stone, the striking of the blow, the setting fire to the building or whatever the criminal act might be'. A res gestae statement will typically have been made by the victim of the offence, or a bystander, but may also, if the conditions of admissibility are satisfied, be made by the accused (Glover [1991] Crim LR 48).’

 

[16] ‘At one time it may have been thought that “the event” in question must be the crime, but this is not so in Lord Ackner’s five-stage test.’ 

 

[17] ‘It would seem therefore that a spontaneous statement about a prior or subsequent event might be admissible. An example of the former might be the making of a death threat in a murder case.’


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο