ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. ΙΩΣΗΦ ΙΩΣΗΦ κ.α., Υπόθεση Αρ.: 10892/2024, 5/3/2025
print
Τίτλος:
ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. ΙΩΣΗΦ ΙΩΣΗΦ κ.α., Υπόθεση Αρ.: 10892/2024, 5/3/2025

ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ

ΣΥΝΘΕΣΗ:        Ν. Α. Π. Γεωργιάδης, Π.Ε.Δ.

                            Ν. Οικονόμου, Ε.Δ.

                            Α. Λουκά, Ε.Δ.

Υπόθεση Αρ.: 10892/2024

 

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

 

v

 

1. ΙΩΣΗΦ ΙΩΣΗΦ

2. CHAMOUNT CHALIL

3. OMAR SULEYMAN

4. MOHAMMAD AL AGHA ή KHALED ή HAMADA

5. MOHAMMAD KASSAB

6. YASER ARAR

Κατηγορούμενων

 

Ημερομηνία: 5 Μαρτίου, 2025.

 

Εμφανίσεις:

Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Α. Αντωνίου μαζί με κα Ε. Κωνσταντίνου για Γενικό Εισαγγελέα.

Για τον Κατηγορούμενο 1: κ. Α. Δημητρίου με κ. Μ. Καούλλα και για κ. Β. Ακάμα.

Για τον Κατηγορούμενο 2: κ. Α. Κληρίδης.

Κατηγορούμενοι 1 και 2, παρόντες.

 

ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ

[ΑΙΤΗΜΑ ΓΙΑ ΔΙΑΓΡΑΦΗ ΑΠΟ ΚΑΤΑΘΕΣΗ ΜΑΡΤΥΡΑ ΔΗΛΩΣΕΩΝ ΑΛΛΟΥ ΠΡΟΣΩΠΟΥ ΠΟΥ ΑΠΕΒΙΩΣΕ (Αρ. 2)]

 

1.         Οι κατηγορούμενοι 1 και 2 αντιμετωπίζουν στο σύνολο 6 κατηγορίες με πιο σοβαρή αυτή του φόνου εκ προμελέτης (κατηγορία 1). Κατηγορούνται ότι την 28/5/2024, εκ προμελέτης, επέφεραν τον θάνατο του Δημήτρη Ανδρονίκου («το θύμα») με παράνομη πράξη, ότι δηλαδή παρακίνησαν, συμβούλευσαν και προήγαγαν τον κατηγορούμενο 5 να τον πυροβολήσει στις 23/4/2024.

 

2.         Όπως αναφέρθηκε και στην προηγούμενη ενδιάμεση απόφαση μας, ημερ. 17/2/2025, είναι παραδεκτό γεγονός ότι το θύμα στις 23/4/2024, περί ώρα 12:18 και ενώ οδηγούσε τη μοτοσυκλέτα του στο δρόμο Παλαιχωρίου – Ανθούπολης με πορεία προς Λευκωσία, πυροβολήθηκε από τον πρώην κατηγορούμενο 5, ο οποίος επέβαινε σε μοτοσυκλέτα που οδηγούσε ο πρώην κατηγορούμενος 6. Το θύμα μεταφέρθηκε στο ΤΑΕΠ. Απεβίωσε στις 28/5/2024.

 

3.         Η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε ως δεύτερη μάρτυρα τη σύζυγο του θύματος. Η ΜΚ 2 υιοθέτησε κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία στις 24/4/2024 στα Ρωσικά. Ακολούθως, επιδιώχθηκε, μαζί με την Ελληνική μετάφραση, να κατατεθεί ως μέρος της κυρίως της εξέτασης. Το πιστό της μετάφρασης είναι παραδεκτό.

 

4.         Ο συνήγορος του κατηγορούμενου 1 έφερε ένσταση στην κατάθεση της εν λόγω κατάθεσης στην ολότητα της και ζήτησε τη διαγραφή μέρους αυτής. Ετοίμασε γραπτώς την αγόρευση του όπου στις σελίδες 10-13 αυτής καταγράφει συγκεκριμένα τα σημεία που εισηγείται να διαγραφούν και αναφέρθηκε ειδικότερα προφορικώς σε κάποια σημεία αυτής.  Την ένσταση υιοθέτησε και ο συνήγορος του κατηγορούμενου 2 χωρίς να τοποθετηθεί περαιτέρω.

 

5.         Η ένσταση αφορά σημεία της κατάθεσης στα οποία, ως υποστηρίζει ο συνήγορος του κατηγορουμένου 1, περιέχονται αναφορές σε κατ’ ισχυρισμόν λεχθέντα του θύματος προς τη ΜΚ 2 για τον κατηγορούμενο 1, προβάλλοντας ότι οι δηλώσεις αυτές συνιστούν μαρτυρία που προέρχεται από πρόσωπο που στο μεταξύ απεβίωσε, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή στη δίκη, ως εξ ακοής μαρτυρία, καθότι δεν εμπίπτει στις νομοθετικές εξαιρέσεις ή στις εξαιρέσεις του κοινοδικαίου. Ανέφερε επίσης, συμπληρωματικά, ότι δεν θα μπορούσε να γίνει δεκτή η κατάθεση για οποιοδήποτε άλλο σκοπό γιατί θα ήταν άσχετη μαρτυρία. Η τελευταία αναφορά της ΜΚ 2 για την οποία ζητείται η διαγραφή αφορά μη αποδεκτή μαρτυρία γνώμης για το «έσχατο» συμπέρασμα, την ενοχή δηλαδή ή μη του κατηγορουμένου 1.

 

6.         Στηρίχθηκε μεταξύ άλλων, στη Muskita  Aluminium Industries Ltd κ.α. v Alsako Aluminium Ltd κ.α (2009) 1Β ΑΑΔ 1481, Αγρότου κ.α. v Αγρότου (2016) 1Β ΑΑΔ 1325, Πιέρου v Ηλία (2010) 1Β ΑΑΔ 843, Κωνσταντίνου v Δημοκρατίας (1997) 2 ΑΑΔ 255 και στο σύγγραμμα, Ηλιάδης & Σάντης, Το Δίκαιο της Απόδειξης: Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές (2η έκδοση Hippasus Publishing, Λευκωσία 2016). Αναφέρθηκε επίσης, στην προηγούμενη μας απόφαση ημερ. 17/2/2025 και στις πρωτόδικες αποφάσεις Δημοκρατία v Χριστοδούλου, Υπ. 5617/20, 25/11/2021 (Κακουργιοδικείου Λάρνακας), Δημοκρατία v Πέταης, Αρ. Υπ. 10882/21, 23/10/2023 (Κακουργιοδικείου Λάρνακας) και Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού v Σολωμού, Υπ. 11312/14, 18/7/2016 (Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού)  – απόφαση του προέδρου της παρούσας σύνθεσης.

 

7.         Ο κ. Αντωνίου αντέτεινε ότι οι εν λόγω δηλώσεις μπορούν να γίνουν αποδεκτές για τους ακόλουθους λόγους:

 

(1)       Η 1η δήλωση (γραμμές 11 – 21 στην κατάθεση), δεν αφορά δηλώσεις του αποβιώσαντα – θύματος αλλά τα όσα η ίδια η ΜΚ 2 είδε, άκουσε και αντιλήφθηκε.   

 

(2)       Η 2η δήλωση (γραμμές 22 – 29 στην κατάθεση), αφορά λεχθέντα που μπορούν να γίνουν αποδεκτά ως δηλώσεις που έγιναν ως μέρος των πεπραγμένων (res gestae) που αποτελεί εξαίρεση στον κανόνα αποκλεισμού εξ ακοής μαρτυρίας, εν προκειμένω, λόγω του θανάτου του δηλώσαντος. Είναι δηλώσεις, ανέφερε, που συνοδεύουν και εξηγούν τη συμπεριφορά του θύματος αλλά και των όσων βίωσε η ίδια η ΜΚ 2. 

 

(3)       Η 3η δήλωση (γραμμές 33 – 44) και η 4η δήλωση (γραμμές 59 – 62), αν και δεν εμπίπτουν στην εξαίρεση του res gestae, μπορούν να γίνουν αποδεκτές για περιορισμένο σκοπό, ως αναφορές που έγιναν στη μάρτυρα και ως ζητημάτων που περιήλθαν στην αντίληψη της και όχι προς απόδειξη της αλήθειας του περιεχομένου τους.

 

(4)       Η 5η δήλωση (γραμμές 75 – 77) θα πρέπει να επιτραπεί καθ’ ότι αφορά πεποίθηση της ΜΚ 2. Είναι ζήτημα αντεξέτασης η βάση επί της οποίας τη σχημάτισε.

 

8.         Αναφέρθηκε, μεταξύ άλλων, στις Μαυρολουκά v Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις 74/2021 και 95/2021, 31/10/2023 (Εφ) και στην DPP v Cawley a.o. [2015] IECA 100 του Ιρλανδικού Εφετείου.

 

9.         Κρίνουμε σκόπιμο να παραθέσουμε την κατάθεση αυτούσια (ελληνική μετάφραση) ώστε το σκεπτικό μας να μπορεί να γίνει πλήρως κατανοητό. Η σύνταξη και ορθογραφία διατηρούνται. Σημειώνονται με έμφαση (μαυρισμένα γράμματα) τα σημεία τα οποία ο συνήγορος του κατηγορούμενου 1 επιθυμεί τη διαγραφή. Αριθμούμε σε αγκύλες της δηλώσεις για εύκολη αναφορά:  

 

«Γεννήθηκα στην Ουκρανία και ήρθα στην Κύπρο πριν από περίπου έξι χρόνια. Μαζί με τον Δημήτρη Ανδρονίκου είμαστε μαζί εδώ και τέσσερα χρόνια και τελέσαμε γάμο πέρσι στις 05/05. Μαζί αποκτήσαμε μία κόρη η οποία είναι 2,5 χρονών. Μένουμε στην οδό που σου ανέφερα πιο πάνω εδώ και 2,5 χρόνια και από τον Μάρτη του 2024 μένουν μαζί μας και οι γονείς μου που ήρθαν από την Ουκρανία. Στην ερώτηση που μου κάνεις αν το διαμέρισμα μας είναι η μόνιμη διαμονή του Δημήτρη σου απαντώ ναι μένει μαζί μου κανονικά. Σχετικά με την υπόθεση που διερευνά η Αστυνομία για την απόπειρα φόνου που έγινε την 23/04/2024 εναντίον του Δημήτρη θέλω να σου πω τα εξής. Ασχέτως ότι είμαστε παντρεμένοι, ποτέ δεν μου μιλούσε πολύ για τις δουλείες του, αν και μερικές φορές ζητούσα από τον γιο μου, τον οποίο απέκτησα από προηγούμενη μου σχέση και είναι 10 χρονών, ο οποίος μιλά και καταλαβαίνει τα ελληνικά να μου λέει τι έλεγε ο Δημήτρης στο τηλέφωνο. Γύρω στις αρχές του Απρίλη και ενώ βρισκόμουν σπίτι μαζί με τον Δημήτρη και τους γονείς μου, γύρω στο μεσημέρι χτύπησε το τηλέφωνο του Δημήτρη και τον άκουσα που απάντησε και είπε το όνομα Σήφης. Αν δεν κάνω λάθος μιλούσαν μεταξύ τους μέσω What’s up. Στην ερώτηση που μου κάνεις αν γνωρίζω ελληνικά, σου απαντώ ότι ξέρω κάποιες λέξεις. Αρχικά συνομιλούσαν μεταξύ τους ήρεμα και όσο συνέχιζε η συνομιλία τους μεγάλωνε η ένταση της φωνής του Δημήτρη, αλλά μπορούσα να ακούσω και τον Σήφη που φώναζε, χωρίς να έχει την κλήση σε ανοιχτή ακρόαση. Ο Δημήτρης ενώ μιλούσε στο τηλέφωνο πηγαινοερχόταν από το σαλόνι στην κουζίνα, χώρος ο οποίος είναι μικρός, γύρω στα 3-4 μέτρα και ενιαίος. Από τον τρόπο που φώναζε ο Δημήτρης κατάλαβα ότι τσακώνονταν έντονα μεταξύ τους. Θυμάμαι ότι σε κάποια στιγμή άκουσα την λέξη μαλάκα, την οποία γνωρίζω και κατάλαβα. Η μεταξύ τους συνομιλία διήρκησε γύρω στα 10 λεπτά. [1η Δήλωση, γραμμές 11 – 21]Όταν έκλεισε το τηλέφωνο και τον είδα ότι ήταν εκτός εαυτού, τον ρώτησα στα αγγλικά, που είναι η γλώσσα που μιλάμε μεταξύ μας, τι έγινε και γιατί ήταν τόσο νευριασμένος. Ο Δημήτρης μου είπε ότι μιλούσε με τον Σήφη και ότι ανακατεύεται στις δουλείες του. Μου είπε ότι είπε στον Σήφη να μην ανακατεύεται στις δικές του δουλείες και ότι ο καθένας πρέπει να κοιτάει την δουλεία του. Στη συνέχεια μου είπε ότι ο Σήφης προσπαθούσε να κάνει κάτι πίσω από την πλάτη του χωρίς όμως να μου πει ακριβώς τι εννοούσε. Μου είπε επίσης ότι ο Σήφης ξεκίνησε να τον κοροϊδεύει, πράγμα που εξόργισε τον Δημήτρη. Μου είπε επίσης ότι είπαν ο ένας στον άλλο «θα σε σκοτώσω» και ότι απειλούσαν ο ένας τον άλλο. Μου είπε επίσης ότι ο Σήφης του είπε έλα να με βρεις να με σκοτώσεις. Δεν είμαι σίγουρη αν ήταν την ίδια μέρα, αλλά κάποια στιγμή ο Δημήτρης μου είπε ότι ο Σήφης του είπε ότι θα προσπαθήσει τον σκοτώσει πρώτος. Ο Δημήτρης μου είπε επίσης ότι δεν πρόκειται να επιτρέψει σε κανένα να ανακατωθεί στις δουλείες του. [2η Δήλωση, γραμμές 22 – 31] Έμεινε σπίτι και συνέχισε να είναι πολύ νευριασμένος και μιλούσε συνέχεια στο τηλέφωνο αλλά δεν ξέρω με ποιους. Μετά από αυτό το περιστατικό, ανησύχησα πολύ και αρκετές φορές τον ρωτούσα αν πιστεύει ότι ο Σήφης μπορεί να του κάνει κακό και ο Δημήτρης μου είπε ότι θα μπορούσε να πληρώσει κάποιον για τον σκοτώσει. Σε κάποια από τις συζητήσεις μας που τον ρωτούσα αν εγκυμονεί κίνδυνος από τον Σήφη, μου είπε ότι ο Σήφης δεν έχει λεφτά και ότι θα πλήρωνε ο Γιάννης ο Καλοψιδιώτης, που παλιά είχε ένα μαγαζί στην Αγία Νάπα με την ονομασία 4play. Από ότι μου είπε ο Δημήτρης αυτός ο Γιάννης έχει πολλά λεφτά και ότι μπορούσε να πληρώσει ακόμα και άτομο από το εξωτερικό για να φέρει κάποιον να τον σκοτώσουν. Ξέρω ότι το καλοκαίρι ο Δημήτρης τσακώθηκε με κάποιους στο νυχτερινό μαγαζί αυτού του Γιάννη και όπως μου είπε με ευχαρίστηση θα πλήρωνε κάποιον για να τον βγάλουν από την μέση. Τελευταίως επίσης μου ανέφερε ότι δεν μπορεί να εμπιστευτεί τον Σήφη, διότι είναι μαζί με τους εχθρούς του, εννοώντας τον Καλοψιδιώτη. Ο Δημήτρης μου έλεγε ότι έμαθε ότι ο Σήφης με τον Καλοψιδιώτη στηρίζουν ο ένας τον άλλο. [3η Δήλωση, γραμμές 33 – 44] Στην ερώτηση που μου κάνεις αν μου ανέφερε ο Δημήτρης ότι πριν από λίγες μέρες ήρθαν κάτω από το σπίτι μας κάποιοι με κράνη και μοτοσικλέτα, στην πίσω μεριά της πολυκατοικίας, σου απαντώ ότι αυτό το περιστατικό εγώ το έμαθα εχθές, μετά την απόπειρα, και μου το είπε η μητέρα μου που κατά τον δεδομένο χρόνο βρισκόταν στο σπίτι. Στην ερώτηση που μου κάνεις σχετικά με το πρόγραμμα του Δημήτρη, εχθές 23/04/2024 να σου πω ότι ξυπνήσαμε γύρω στις 0930, μιλούσε για αρκετή ώρα στο τηλέφωνο αλλά δεν ξέρω αν ήταν με ένα άτομο ή αν έκανε πολλές κλήσεις, και όταν έκλεισε μου είπε ότι τον κάλεσαν στο Αστυνομικό Τμήμα για να μιλήσουν για μια υπόθεση για το NAVA. Ήταν ευδιάθετος και όταν τον ρώτησα για πιο λόγο τον κάλεσαν, μου απάντησε γελώντας ότι δεν έχει κάτι να φοβηθεί. Στην ερώτηση που μου κάνεις αν μου ανέφερε αν θα πήγαινε να δει τον κουμπάρο του τον Πετρούτσιο που είναι υπό κράτηση για υποθέσεις εμπρησμού, σου απαντώ ότι δεν μου είπε κάτι. Στην ερώτηση που μου κάνεις αν επισκέφθηκε ξανά τον Πετρούτσιο ενώ βρισκόταν υπό κράτηση, σου απαντώ ότι νομίζω ότι τον είδε δύο φορές και από ότι έμαθα, μετά την απόπειρα, είχε πάει και εχθές να τον δει. Από το σπίτι έφυγε γύρω στις 1000 - 1030 και έφυγε με την μοτόρα του. Στην ερώτηση που μου κάνεις κατά πόσο είχε φρουρούς, που τον συνόδευαν, σου απαντώ ότι εδώ και δύο εβδομάδες κυκλοφορούσε μόνος του χωρίς φρουρούς και μόνο με την μοτόρα. Από ότι μου είπε τους αποδέσμευσε διότι ως μου ανέφερε έχει ξεκινήσει «προσωπικός πόλεμος» και ότι δεν ήθελε να κινδυνεύει κάποιος άλλος. Όταν τον ρώτησα τι εννοούσε, μου είπε ότι δεν χρειάζεται να ξέρω. [4η Δήλωση, γραμμές 59 – 62] Πιο παλιά ο Δημήτρης είχε 2-3 άτομα ως φρουρούς, αλλά τον τελευταίο καιρό είχε μόνο ένα επαγγελματία φρουρό Πολωνό. Στην ερώτηση που μου κάνεις αν φρουρείται το σπίτι μας, σου απαντώ ότι καθημερινά υπάρχουν δύο φρουροί, ένας Ουκρανός και ένας Αφρικανός αλλά δεν ξέρω τα ονόματα τους, και το ωράριο τους είναι 1800 - 0600 καθημερινά. Στην ερώτηση που μου κάνεις αν μίλησα μαζί με τον Δημήτρη στο τηλέφωνο εχθές, μετά που έφυγε από το σπίτι, σου απαντώ ότι τον πήρα γύρω στις 1230 - 1300 αλλά δεν απαντούσε. Εγώ για την απόπειρα του Δημήτρη, το έμαθα από τον άνδρα μιας γνωστής μου, της Ναταλίας που είναι από την Λευκορωσία. Στη συνέχεια πήρα τηλέφωνο τον Πίκκο για να το επιβεβαιώσω και μου είπε ότι ο Δημήτρης είναι στο νοσοκομείο και ότι βρισκόταν στο χειρουργείο. Όταν πήγα στο νοσοκομείο, στις πρώτες βοήθειες εκεί ήταν ο γιατρός του Δημήτρη και φίλος του ο Αρτέμης, ο Πίκκος, ο Πάμπος, ο Φρίξος, ο Mike, ο Magic, ο Χρήστος που είναι μηχανικός αυτοκινήτων, ο Λεωνίδας και ο Ηρόδοτος από το Box και ο Αβάττας και διάφοροι άλλοι που δεν θυμάμαι τα ονόματα τους. Δεν γνωρίζω τα τηλέφωνα των πιο πάνω προσώπων που σου ανέφερα. Ήρθε επίσης η μητέρα του και κάποια άλλα μέλη της οικογένειας του. Στην ερώτηση που μου κάνεις αν υποψιάζομαι οποιονδήποτε για την απόπειρα εναντίον του Δημήτρη, είμαι σχεδόν σίγουρη ότι πίσω από αυτό είναι ο Σήφης και ο Καλοψιδιώτης, αλλά δεν μπορώ να ξέρω ποιο είναι το πρόσωπο που τον πυροβόλησε [5η Δήλωση, 75 – 77].»

 

10.      Στην προηγούμενη απόφαση μας ημερ. 17/2/2025, στην οποία αποφασίσαμε παρόμοιο θέμα, αναφερθήκαμε λεπτομερώς στη νομική πτυχή των περιστάσεων κάτω από τις οποίες δήλωση προσώπου που στο μεταξύ απεβίωσε μπορεί να γίνει δεκτή ως μαρτυρία. Για αποφυγή επαναλήψεων θα προχωρήσουμε με την εξέταση της ουσίας της ένστασης και στην αιτιολόγηση της απόφασης μας αναπτύσσοντας τη νομική πτυχή των εξαιρέσεων τις οποίες επικαλείται η Κατηγορούσα Αρχή. Περιοριζόμαστε να αναφέρουμε ότι στη βάση του σκεπτικού της Muskita ανωτέρω, δήλωση προσώπου που στο μεταξύ απεβίωσε, εάν και εφόσον προσφέρεται προς απόδειξη των όσων αναφέρονται σ’ αυτή, αποκλείεται εκτός εάν εμπίπτει σε εξαίρεση του κοινοδικαίου (ή άλλου νόμου), όπως αυτές διατηρήθηκαν σε ισχύ με το άρθρο 24 (3) του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9 («Κεφ. 9»).

 

11.      Έχουμε εξετάσει με ιδιαίτερη προσοχή τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες φέρεται να έγιναν οι εν λόγω δηλώσεις.

 

12.      Η 1η δήλωση (γραμμές 11 – 21), ορθώς, αναφέρθηκε από τον κ. Αντωνίου ότι αφορά ζητήματα που φέρεται να είδε, άκουσε και αντιλήφθηκε η ΜΚ 2 και όχι μεταφορά λεχθέντων του θύματος προς απόδειξη των δηλώσεων του. Συμφωνούμε ότι πρόκειται για πρωτογενή μαρτυρία ως εξηγήθηκε στην Μαυρολουκά, ανωτέρω με αναφορά στο σύγγραμμα, P Roberts & A Zuckerman, Criminal Evidence (2nd edn Oxford University Press, Oxford 2010). Αναφέρεται στην εν λόγω απόφαση το ακόλουθο απόσπασμα από τη σελ. 385 του εν λόγω συγγράμματος:

 

‘‘Imagine you are opposing counsel challenging a witness testifying in court with the clinching question: how do you know that? If the witness would reply ‘I saw it’, ‘I heard it’, ‘I touched it’, ‘I felt it’, or ‘I smelt it’ (taking care to define ‘it’, the contested fact to which the witness purports to testify, with appropriate precision), this is non-hearsay testimonial evidence. Evidence of what the witness perceived with his or her unaided senses, or in other words direct testimonial evidence, evades the clutches of the hearsay rule. But if the witness replies to the effect that ‘so-and-so told me’, her testimony is hearsay and prima facie inadmissible to the extent that it is adduced for a hearsay purpose, i.e. for its truth content.’’

 

Σε δική μας ελεύθερη μετάφραση:

 

«Φαντάσου ότι είσαι ο συνήγορος του αντίδικου και αμφισβητείς ένα μάρτυρα που καταθέτει στο δικαστήριο με την κρίσιμη ερώτηση: πώς το ξέρεις αυτό; Εάν ο μάρτυρας απαντήσει ‘το είδα’, ‘το άκουσα’, ‘το άγγιξα’, ‘το ένιωσα’ ή ‘το μύρισα’ (φροντίζοντας να ορίσει το ‘το’, το αμφισβητούμενο γεγονός για το οποίο ο μάρτυρας προτίθεται να καταθέσει, με την αρμόζουσα ακρίβεια), αυτό δεν είναι εξ ακοής μαρτυρία. Μαρτυρία σε σχέση με αυτό που αντιλήφθηκε μάρτυρας με τις αισθήσεις του χωρίς υποβοήθηση, ή με άλλα λόγια άμεση ένορκη μαρτυρία, εκφεύγει των ορίων του κανόνα της εξ ακοής μαρτυρίας. Αλλά αν ο μάρτυρας απαντήσει ως προς το ότι ‘μου είπε ο τάδε’, η μαρτυρία του είναι εξ ακοής και εκ πρώτης όψεως μη αποδεκτή στο βαθμό που προσφέρεται ως εξ ακοής, δηλαδή για την αλήθεια του περιεχομένου της.»

 

13.      Τούτο όμως δεν ισχύει για τις δηλώσεις που ακολουθούν και αφορούν τις γραμμές 22 – 31, 2η δήλωση, που αφορούν αναπαραγωγή δηλώσεων του θύματος σε ερωτήσεις της ΜΚ 2 που ακολούθησαν. Η θέση του κ. Αντωνίου ήταν ότι μπορούν να γίνουν δεκτές ως μέρος των πεπραγμένων (res gestae).

 

14.      Στο σύγγραμμα, Το Δίκαιο της Απόδειξης: Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές, ανωτέρω, στη σελ. 691, αναφέρονται τα ακόλουθα αναφορικά με το res gestae:

 

«Κατά την αρχή res gestae, δηλώσεις που γίνονται από πρόσωπα που συμμετέχουν σε ένα συμβάν ή από απλούς θεατές του, γίνονται αποδεκτές για να εξηγήσουν το συμβάν, αφού έχουν άμεση σχέση με τα γεγονότα που το συνθέτουν. Η δήλωση χρειάζεται να είναι αυθόρμητη και ταυτόχρονη ή σχεδόν ταυτόχρονη με το συμβάν και γενικότερα να έχει γίνει υπό συνθήκες που ελαχιστοποιούν τον κίνδυνο κατασκευής της (The State of Western Australia v Montani (2006) WASC 190, R v Callender (1998) Crim LR 337).»

 

15.      Στο σύγγραμμα, H M Malek and others, Phipson on Evidence (17th edn Sweet & Maxwell, London 2010), στη σελ. 978, § 31–03, αναφέρεται ότι ο ορισμός του s. 118 (1) 4 (a) Criminal Justice Act 2003 («CJA») αποτελεί επαναδιατύπωση (restatement) του κοινοδικαίου. Αναφέρεται σχετικά στο εν λόγω άρθρο ότι δήλωση μπορεί να γίνει δεκτή για την αλήθεια της όταν:

 

‘the statement was made by a person so emotionally overpowered by an event that the possibility of concoction or distortion can be disregarded.’

 

Σε δική μας ελεύθερη μετάφραση:

 

«η δήλωση έγινε από πρόσωπο τόσο συναισθηματικά κυριευμένο από ένα γεγονός που μπορεί να αγνοηθεί η πιθανότητα σκευωρίας ή διαστρέβλωσης.»

 

16.      Στην Ratten v R [1971] 3 All ER 801, 807[1], το Privy Council ανέφερε ότι αυτό που εξετάζεται δεν είναι αν οι λέξεις ειπώθηκαν κατά τη διάπραξη του αδικήματος, αλλά αν το άτομο όταν έκανε τη δήλωση ήταν τόσο συναισθηματικά κυριευμένο από το γεγονός που μπορεί να εξαχθεί με ασφάλεια συμπέρασμα ότι έλεγε την αλήθεια όπως την αντιλαμβανόταν.

 

17.      Αυτή η προσέγγιση υιοθετήθηκε στην R v Andrews [1987] AC 281 (HL), όπου αποφασίστηκε ότι η εξαίρεση του res gestae κάλυπτε όχι μόνο όσα είπε το θύμα επίθεσης κατά τον χρόνο της επίθεσης, αλλά και όσα είπε στην αστυνομία σχετικά αμέσως μετά. Στην Andrews, ανωτέρω, καθορίστηκαν τα στοιχεία που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη όταν εξετάζεται αν μια δήλωση θεωρείται ως μέρος των πεπραγμένων για σκοπούς απόδειξης της αλήθειας του περιεχομένου της. Στο σύγγραμμα, Το Δίκαιο της Απόδειξης: Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές, ανωτέρω, στις σελ. 693 – 694 παρατίθενται σε μετάφραση:

 

«(i) Το πρωταρχικό ερώτημα είναι αν η πιθανότητα σκευωρίας (concoction) ή διαστρέβλωσης (distortion), μπορεί να αποκλειστεί.

 

(ii) Για να απαντηθεί το πιο πάνω ερώτημα, πρέπει να εξετάζεται αν τα περιστατικά είναι τόσο ασυνήθιστα ή δραματικά ώστε να κυριαρχούν στη σκέψη του θύματος και να μην του παρέχουν ευχέρεια να κατασκευάσει ψευδή δήλωση.

 

(iii) Για να είναι αυθόρμητη, η δήλωση πρέπει να είναι συνδεδεμένη με το γεγονός το οποίο την πυροδότησε σε βαθμό που το γεγονός να κυριαρχεί στο μυαλό του προσώπου που προέβη στη δήλωση.

 

(iv) Πρέπει να διερευνάται η πιθανή ύπαρξη άλλων ειδικών στοιχείων τα οποία μπορεί να συνδέονται με την πιθανότητα δημιουργίας σκευωρίας ή διαστρέβλωσης.

 

(v) Πρέπει να εξετάζεται η πιθανότητα εμφάνισης λάθους στα γεγονότα της δήλωσης που βασίζεται στην ανθρώπινη δυνατότητα μνήμη. Η πιθανότητα πρέπει να αξιολογείται στο πλαίσιο της βαρύτητας της δήλωσης και όχι της αποδεκτότητας.

 

18.      Έχει λεχθεί ότι για να γίνει αποδεκτή δήλωση με βάση την εν λόγω εξαίρεση πρέπει αυτή να ήταν απόρροια της διάπραξης του εν λόγω αδικήματος (βλ. Blackstone's Criminal Practice 2025, ηλεκτρονική έκδοση, LexisNexis, § F17.54[2]). Τούτο όμως δεν είναι απόλυτο. Η Andrews, ανωτέρω, αναφέρεται σε συμβάν (event) [βλ. Law Commission, Evidence in Criminal Proceedings: Hearsay and Related Topics (Law Com No 245, The Stationery Office, London 1997), σελ. 125, § 8-118[3]]. Η αυθόρμητη δήλωση (spontaneous statement) μπορεί να αφορά συμβάν προγενέστερο ή μεταγενέστερο του αδικήματος, όπως λ.χ. προηγηθείσα απειλή σε υπόθεση φόνου [βλ. Phipson on Evidence (17th edn), ανωτέρω, στη σελ. 987, § 31–19[4]].

 

19.      Όπως, τέλος, αναφέρθηκε στην Αναστασίου v ΓΕ (2005) 2 ΑΑΔ 492, 511 – 512, η «δήλωση πρέπει να γίνεται ταυτόχρονα ή σχεδόν ταυτόχρονα με το συμβάν, αυθόρμητα, και, γενικότερα, υπό περιστάσεις τέτοιας εμπλοκής σ’ αυτό ώστε να ελαχιστοποιείται ο κίνδυνος κατασκευής της». Τούτη η αρχή υποστηρίζεται και στην Cawley, ανωτέρω, στις §§ 152 – 154, στην οποία παρέπεμψε ο κ. Αντωνίου, όπου τονίζεται η ανάγκη για χρονική, τοπική συνάφεια του γεγονότος που αποτελεί το res gestae, με το επίδικο.

 

20.      Όσο πιο δραματικό είναι το γεγονός και όσο πιο κοντά στο χρόνο που ειπώθηκαν οι λέξεις, τόσο πιο πιθανό είναι να ισχύει αυτή η εξαίρεση και το αντίστροφο. Στην Tobi v Nicholas [1988] 86 Cr App R 323, κρίθηκε ότι δήλωση που έγινε μετά την παρέλευση 20 λεπτών από τροχαίο δυστύχημα – όχι ιδιαιτέρως δραματικού ή ασυνήθιστου – δεν μπορούσε να γίνει αποδεκτή. Το γεγονός που είχε συμβεί δεν ήταν τόσο ασυνήθιστο ή δραματικό ώστε να κυριάρχησε στις σκέψεις του δηλούντα 20 λεπτά αφότου έλαβε χώρα.

 

21.      Στην Αναστασίου, ανωτέρω έγιναν δεκτές δηλώσεις της συζύγου του παραπονουμένου προς άλλους δύο μάρτυρες, που σύμφωνα με αυτούς, αυτές έγιναν ενώ η δηλώσασα ήταν δίπλα από τον πεσμένο σύζυγό της και φώναζε, αναστατωμένη, «Άγγελέ μου κρατήθου» και «έπαιξέν τον ο Σώστης». Ο ένας την ρώτησε «ποιος ήταν αυτός ο Σώστης;» και εκείνη απάντησε, «ο Γιώργος Αναστασίου από το Τραχώνι». Την ίδια απάντηση έδωσε και στον άλλο μάρτυρα, όταν και αυτός, με τη σειρά του, τη ρώτησε ποιος πυροβόλησε το σύζυγό της. Κρίθηκε ότι ορθά έγιναν δεκτές οι δηλώσεις της όπως μεταφέρθηκαν από τους δύο μάρτυρες έστω και αν αυτή είχε κριθεί αναξιόπιστη, μετά την κήρυξη της ως εχθρικού μάρτυρα.

 

22.      Όπως αναφέρθηκε στη Μαυρολουκάς, ανωτέρω, οι άλλες δύο κατηγορίες δηλώσεων που εμπίπτουν στην εξαίρεση του res gestae και έχουν διατηρηθεί ως εξαιρέσεις κοινοδικαίου δυνάμει του άρθρου 24 (3) Κεφ. 9 είναι:

 

(1)     δήλωση η οποία συνοδεύεται από πράξη η οποία μπορεί να αξιολογηθεί ορθά ως μαρτυρία μόνο εάν εξεταστεί σε συνάρτηση με την δήλωση [με αναφορά στο s. 118 (1) 4 (b)[5] CJA 2003, Howe v Malkin (1878) 40 LT 196]∙ και

 

(2)     εκεί όπου η δήλωση σχετίζεται με τη φυσική αίσθηση (physical sensation) ή νοητική κατάσταση του δηλούντος [με αναφορά στο s. 118 (1) 4 (c)[6]  CJA 2003].

 

23.      Κρίνουμε ότι οι αναφορές στις γραμμές 22 – 31, 2η δήλωση, δεν μπορούν να ενταχθούν στην εξαίρεση του res gestae ως την αναλύσαμε ανωτέρω. Παρά τη χρονική εγγύτητα με το περιστατικό του τηλεφωνήματος, οι αναφορές της ΜΚ 2 αφορούν αναπαραγωγή της συζήτησης που έκανε στη συνέχεια με το θύμα. Δεν αφορούν παράθεση αυθόρμητων δηλώσεων του θύματος κατά την εξέλιξη του συμβάντος (όπως την περίπτωση της Αναστασίου, ανωτέρω) αλλά σύνοψη των όσων συζήτησαν μετά, έστω και σε σύντομο χρόνο.

 

24.      Ούτε οι αναφορές της μπορούν να θεωρηθούν ως επεξηγηματικές συγκεκριμένων πράξεων του θύματος εν τη εννοία που αναλύθηκε και επεξηγήθηκε στην Μαυρολουκά, ανωτέρω (με αναφορά στην Cawley, ανωτέρω). Τέτοιες δηλώσεις πρέπει να είναι σε τέτοιο βαθμό αλληλένδετες με την επίδικη πράξη ώστε το Δικαστήριο ενδέχεται να παραπλανηθεί αν η πράξη αξιολογηθεί χωρίς τα λεχθέντα που την συνοδεύουν [βλ. Phipson on Evidence (17th edn), ανωτέρω, στη σελ. 990, § 31–24[7]].  Οι αναφορές της ΜΚ 2 δεν αφορούν δηλώσεις που επεξηγούν εν εξελίξει επίδικες πράξεις ή συμπεριφορά του θύματος.  Αφορούν συζήτηση που είχαν μεταγενέστερα. Από τα λεχθέντα της αφήνει να νοηθεί ότι κάποιες αναφορές ίσως να έγιναν άλλη μέρα.

 

25.      Ούτε κρίνουμε ότι μπορούν να επιτραπούν ως μαρτυρία που τείνει να αποδείξει τη συναισθηματική κατάσταση του θύματος τον δεδομένο χρόνο. Γίνεται σαφής αναφορά στην αιτία πρόκλησης τους. Στο σύγγραμμα, Blackstone's Criminal Practice 2025, ανωτέρω, στην § F17.61 [με αναφορά στην R v Nicholas (1846) 2 Car & Kir 246, 248] αναφέρεται ότι δηλώσεις ενός ατόμου που αναφέρονται σε ταυτόχρονα (σωματικά) συναισθήματα είναι αποδεκτές για να αποδείξουν τα συναισθήματα, αλλά όχι την αιτία τους[8]. Στην εν λόγω απόφαση λέχθηκαν τα ακόλουθα στη σελ. 248:

 

‘If a man says to his surgeon, 'I have a pain in the head', or in such a part of the body, that is evidence; but, if he says to his surgeon, 'I have a wound'; and was to add, 'I met John Thomas, who had a sword, and ran me through the body with it', that would be no evidence against John Thomas.’

 

Σε δική μας ελεύθερη μετάφραση:

 

«Αν ένας άντρας πει στον χειρουργό του: ‘Έχω πόνο στο κεφάλι’ ή σε ένα τέτοιο μέρος του σώματος, αυτό αποτελεί μαρτυρία∙ αλλά, αν πει στον χειρουργό του, ‘έχω μια πληγή’. και προσθέτει, ‘Συνάντησα τον Τζον Τόμας, ο οποίος είχε ένα σπαθί, και διαπέρασε το σώμα με αυτό’, αυτό δεν θα ήταν μαρτυρία εναντίον του Τζον Τόμας».

 

26.      Αρνητική είναι και η κρίση μας στην εισήγηση ότι οι δηλώσεις μπορούν να γίνουν αποδεκτές για να αποδείξουν τα αισθήματα του δηλώσαντος χωρίς όμως αυτό να επιτρέπει να ληφθεί υπόψη ο λόγος που προκλήθηκαν. Θα αποτελούσε εισαγωγή, εμμέσως, των δηλώσεων ως μαρτυρία κατά του κατηγορουμένου 1, διαφορετικά δεν μπορεί να είναι σχετικές [βλ. R v Kearley [1992] 2 All ER 345, 370 – 371 (HL) (Oliver LJ)].

  

27.      Για τους ίδιους λόγους κρίνουμε ότι δεν μπορεί να γίνει δεκτή ούτε η 3η δήλωση (γραμμές 33 – 44) για τον ίδιο περιορισμένο σκοπό.

 

28.      Αναφορικά με την 4η δήλωση (γραμμές 59 – 62), κρίνουμε ότι αυτή μπορεί να γίνει δεκτή για τον περιορισμένο σκοπό που ανέφερε ο κ. Αντωνίου. Το γεγονός της μη φρούρησης του αφορά ζήτημα που αντιλήφθηκε και η ίδια η ΜΚ 2. Η αναφορά του θύματος προς τη ΜΚ 2 ως προς το γιατί δεν είχε φρουρούς τον δεδομένο χρόνο δεν προσάγεται ως μαρτυρία για απόδειξη των όσων αναφέρονται σε αυτή.

 

29.      Τέλος, η 5η δήλωση (γραμμές 75 – 77), δεν μπορεί να γίνει δεκτή γιατί αφορά ανεπίτρεπτη μαρτυρία γνώμης για ζήτημα που καλείται να αποφασίσει το Δικαστήριο, αν δηλαδή ο κατηγορούμενος 1 είχε συμμετοχή στο φόνο του θύματος.   

 

30.      Ως εκ τούτου, η κατάθεση της ΜΚ 2 θα γίνει δεκτή ως μέρος της κυρίως της εξέτασης ως «Έγγραφο Β1» το Ρωσικό κείμενο και «Έγγραφο Β2» το κείμενο στα ελληνικά, με οδηγίες όπως αγνοηθούν η 2η, η 3η και η 5η δήλωση όπως έχουν προσδιοριστεί ανωτέρω.  

 

(Υπ.) Ν. Α. Π. Γεωργιάδης, Π.Ε.Δ.

 

(Υπ.) Ν. Οικονόμου, Ε.Δ.

 

 (Υπ.) Α. Λουκά, Ε.Δ.

Πιστό Αντίγραφο

 

Πρωτοκολλητής



[1] ‘The test should be not the uncertain one, whether the making of the statement should be regarded as part of the event or transaction. This may often be difficult to show. But if the drama, leading up to the climax, has commenced and assumed such intensity and pressure that the utterance can safely be regarded as a true reflection of what was unrolling or actually happening, it ought to be received. The expression 'res gestae' may conveniently sum up these criteria, but the reality of them must always be kept in mind: it is this that lies behind the best reasoned of the judges' rulings.’

[2] ‘The event which generates the statement admitted under the rule stated above must be the commission of the offence in question. This is implicit in both Ratten v The Queen and Andrews, and is expressly stated by Lord Normand in Teper v The Queen [1952] AC 480, who said (at p. 488): 'for identification purposes in a criminal trial the event with which the words sought to be proved must be so connected as to form part of the res gestae, is the commission of the crime itself, the throwing of the stone, the striking of the blow, the setting fire to the building or whatever the criminal act might be'. A res gestae statement will typically have been made by the victim of the offence, or a bystander, but may also, if the conditions of admissibility are satisfied, be made by the accused (Glover [1991] Crim LR 48).’

 

[3] ‘At one time it may have been thought that “the event” in question must be the crime, but this is not so in Lord Ackner’s five-stage test.’ 

 

[4] ‘It would seem therefore that a spontaneous statement about a prior or subsequent event might be admissible. An example of the former might be the making of a death threat in a murder case.’

[5] ‘(a) the statement was made by a person so emotionally overpowered by an event that the possibility of concoction or distortion can be disregarded’

 

[6] ‘(c)the statement relates to a physical sensation or a mental state (such as intention or emotion)’

 

[7] ‘The rationale is obvious: if words and conduct constitute a composite act, the court may be misled if the conduct is considered without the accompanying words.’

 

[8] ‘The statements of a person relating contemporaneous bodily feelings are admissible to prove the feelings, but not their cause’.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο