ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. Τ.Π.Ε. κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 8627/23, 11/6/2026
print
Τίτλος:
ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. Τ.Π.Ε. κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 8627/23, 11/6/2026

ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ

ΣΥΝΘΕΣΗ:        Ν. Α. Π. Γεωργιάδης, Π.Ε.Δ.

                            Ν. Οικονόμου, Α.Ε.Δ.

                            Α. Λουκά, Ε.Δ.

Αρ. Υπόθεσης: 8627/23

 

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

ν

1.     Τ.Π.Ε.

2.     Χ.Γ.

3.     Β.Π.

 

Ημερομηνία: 11 Ιουνίου 2026

 

Εμφανίσεις:

Για την Κατηγορούσα Αρχή: Κα Κρ. Κυθραιώτου για Γενικό Εισαγγελέα

Για τον Κατηγορούμενο 1: Αυτοπροσώπως

Για τον Κατηγορούμενο 2: κ. Κ. Μαρκίδης

Για την Κατηγορούμενη 3: Αυτοπροσώπως

Κατηγορούμενοι 1, 2 και 3 παρόντες

-------------------------------------

 

ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ
(Αίτημα του Κατηγορούμενου 1 για δημιουργία αντιγράφου/επιθεώρηση τεκμηρίου)

 

1.            Με την ολοκλήρωση της κυρίως εξέτασης του ΜΚ 20, ο κατηγορούμενος 1 υπέβαλε αριθμό αιτημάτων στο Δικαστήριο σε σχέση με το Τεκμήριο 499.

 

2.            Η μαρτυρία του ΜΚ 20 αφορούσε, μεταξύ άλλων, την εξαγωγή από καταγραφικό κλειστού κυκλώματος παρακολούθησης («ΚΚΒΠ») της καντίνας «Γιάννης Σάντουιτς» στην περιοχή Μαρί. Το Τεκμήριο 499 είναι, κατά τη θέση του, ο εξωτερικός σκληρός δίσκος του εν λόγω καταγραφικού. Ο ΜΚ 20 αναφέρθηκε στη διαδικασία που ακολούθησε για τη δημιουργία κλώνου, ως ισχυρίστηκε, με σκοπό αυτός να δοθεί στον κατηγορούμενο 1. Ο εν λόγω κλώνος κατατέθηκε στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο 498.

 

3.            Σημειώνεται ότι στο Δικαστήριο έχει κατατεθεί αριθμός τεκμηρίων που αφορούν καταγραφές από ΚΚΒΠ στις επαρχίες Λεμεσού και Λευκωσίας.

 

4.            Σε σχέση με τα ΚΚΒΠ της επαρχίας Λεμεσού ετοίμασε σχετικά χρονολόγια ο ΜΚ 7. Μέρος της μαρτυρίας του ΜΚ 7 αφορούσε και τις καταγραφές από το ΚΚΒΠ της καντίνας «Γιάννης Σάντουιτς».

 

5.            Σύμφωνα με την μέχρι στιγμής ενώπιον μας τεθείσα μαρτυρία, ο ΜΚ 7 στις 13/5/2023 μετά από έλεγχο που διενήργησε στο σύστημα είχε παραλάβει το καταγραφικό μαζί με το τροφοδοτικό του το οποίο σημειώθηκε ως ΓΟ27 (βλ. Έγγραφο Ζ1). Το παρέδωσε στον ΜΚ 6 στις 15/5/2023 (βλ. Έγγραφα ΣΤ1 και Έγγραφα Ζ1) και ακολούθως, την ίδια μέρα, ο ΜΚ 6 το παρέδωσε στον ΜΚ 20, ο οποίος το σημείωσε ως ΠΕ28 (Έγγραφα ΣΤ1 και ΙΘ2).

 

6.            Ο ΜΚ 20, χρησιμοποιώντας ειδικό λογισμικό, δημιούργησε κλώνο του ΠΕ28 τον οποίο σημείωσε ως ΠΕ29. Κατέθεσε «Audit Trail» ως Τεκμήριο 496. Ακολούθως, χρησιμοποιώντας το λογισμικό «DVR examiner» εξήγαγε από το ΠΕ29 πλάνα μεταξύ των ημερομηνιών, 1/4/2023 και 13/5/2023. Τοποθέτησε τα πλάνα σε εξωτερικό δίσκο στον οποίο έδωσε τα διακριτικά ΠΕ30. Μετά αντέγραψε το περιεχόμενο του ΠΕ30 σε άλλο εξωτερικό δίσκο  στον οποίο έδωσε τα διακριτικά ΠΕ31. Ακολούθως, μετέφερε στους εξωτερικούς δίσκους ΠΕ30 και ΠΕ31 και τα υπόλοιπα πλάνα της επαρχίας Λεμεσού (ΠΕ1 – ΠΕ27). Ο εξωτερικός δίσκος, ΠΕ30, κατατέθηκε ως Τεκμήριο 316 από τον ΜΚ 3 (σχετικός ο κατάλογος Τεκμήριο 93, α/α 235). Το ΠΕ28 κατατέθηκε από τον ΜΚ 20 ως Τεκμήριο 499. Το ΠΕ29 τοποθετήθηκε εντός του καταγραφικού και παραδόθηκε μαζί με το τροφοδοτικό ρεύματος στον ΜΚ 7 στις 23/5/2023 (πρακτικά ημερ. 21/5/2026, σελ. 3539).

 

7.            Οι αναφορές μας στη μαρτυρία αυτή, στο πλαίσιο της παρούσας, δεν σημαίνει και την εξαγωγή ανάλογων ευρημάτων. Γίνεται αποκλειστικά και μόνο για να δοθεί εικόνα του τι έχει παρουσιαστεί ενώπιον μας.

 

8.            Νέος κλώνος του ΠΕ28, σύμφωνα με τον ΜΚ 20, ετοιμάστηκε για να δοθεί στον κατηγορούμενο 1 με σχετικό «Audit Trail» ημερ. 22/5/2026 (Τεκμήριο 497). Ο κατηγορούμενος 1 αρνήθηκε να τον παραλάβει ενώπιον του Δικαστηρίου μη αποδεχόμενος ότι αποτελεί κλώνο. Κατατέθηκε ως Τεκμήριο 498. Δήλωσε επίσης ενώπιον του Δικαστηρίου ότι αμφισβητεί τα εν λόγω «Audit Trails».

 

9.            Η μαρτυρία του ΜΚ 7 ενώπιον του Δικαστηρίου έγινε με τη χρήση και προβολή πλάνων από το Τεκμήριο 316. Η αντεξέτασή του επίσης έγινε στη βάση αυτού του τεκμηρίου. Ο κατηγορούμενος 1 κατά την αντεξέταση του ΜΚ 7 είχε θέσει σ’ αυτόν επανειλημμένως ότι είχε προβεί σε διαγραφές αρχείων ώστε να παρουσιαστεί συγκεκριμένη εικόνα σε σχέση με τις κινήσεις του κατηγορούμενου 1 τις επίδικες ημερομηνίες και να επιτευχθεί έτσι η καταδίκη του. Προέκυψε επομένως από τη γραμμή του κατηγορούμενου 1 αμφισβήτηση ότι στο Τεκμήριο 316 περιλαμβάνονται όλα τα πλάνα από το καταγραφικό της καντίνας «Γιάννης Σάντουιτς» και ότι αυτό είχε υποστεί αθέμιτη επεξεργασία με σκοπό την καταδίκη του.

 

10.         Αυτά, ως εισαγωγή ώστε να γίνει αντιληπτό το αίτημα του κατηγορούμενου 1 στο οποίο αναφορά γίνεται στη συνέχεια.

 

11.         Ο κατηγορούμενος 1 ζήτησε όπως αφού του επιτραπεί να φέρει μέσω της μητέρας του, κατηγορούμενης 3, τον αναγκαίο εξοπλισμό στο Δικαστήριο, δηλαδή laptop και usb χωρητικότητας 1TB, να γίνει πιστό αντίγραφο του σκληρού δίσκου του καταγραφικού, Τεκμήριο 499, ενώπιον του ιδίου και του Δικαστηρίου. Ζήτησε επίσης όπως του παρασχεθούν διευκολύνσεις εντός των κεντρικών φυλακών, δηλαδή πρόσβαση στο διαδίκτυο και χρήση υπολογιστή στον οποίο θα εγκαταστήσει το λογισμικό DVR examiner ώστε να μπορέσει να εξετάσει το υλικό και να ετοιμάσει την αντεξέταση του ΜΚ 20. Ζήτησε χρόνο περί των δυο εβδομάδων λόγω και απουσίας της αναπληρώτριας διευθύντριας ώστε να ικανοποιηθούν τα αιτήματά του. Στήριξε το αίτημα του στο άρθρο 7 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, ως αυτός τροποποιήθηκε («ΠΔ»)

 

12.         Ο κατηγορούμενος 1 ζήτησε επίσης να του δοθεί αντίγραφό του εντύπου 3/51. Το αίτημα του αυτό ικανοποιήθηκε και δεν θα υπάρξει άλλη αναφορά.

 

13.         Ζήτησε επιπλέον να του δοθούν τα «έγγραφα που έχουν σχέση με αυτό το DVR» και αναφέρθηκε σε έγγραφο στο οποίο έκανε αναφορά ο μάρτυρας κατά την κυρίως του εξέταση στις 21/5/2026 το οποίο δεν κατατέθηκε. Δεν προσδιόρισε ακριβώς. Αυτό που εντοπίζουμε στα πρακτικά, είναι αναφορά σε έγγραφα από τα οποία ο ΜΚ 20 φρέσκαρε τη μνήμη του και, ως ο ίδιος δήλωσε, ήταν εκτυπώσεις σελίδων από το βιβλίο παραδόσεων και παραλαβών του εργαστηρίου τους που αφορούσαν την συγκεκριμένη υπόθεση. Η εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής δεν έφερε ένσταση στο να τα επιθεωρήσει – αυτές άλλωστε ήταν και οι οδηγίες του Δικαστηρίου όταν φρέσκαρε τη μνήμη του ο ΜΚ 20.

 

14.         Η εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής έφερε ένσταση στο αίτημα της δημιουργίας αντιγράφου στο Δικαστήριο. Θέση της ήταν, εν πρώτοις, ότι το αίτημα δεν είχε αιτιολογηθεί, είναι ανέφικτο να εφαρμοστεί και είναι και παράλογο. Διευκρίνισε ότι η δημιουργία αντιγράφου ενώπιον του Δικαστηρίου δεν είναι απλή υπόθεση, απαιτείται ειδικός μηχανολογικός εξοπλισμός του εργαστηρίου της αστυνομίας, ειδικό λογισμικό ώστε να μην αλλοιωθεί το υλικό και η διάρκεια τέτοιας διαδικασίας είναι τουλάχιστον 8 ώρες. Τούτο, ήταν η θέση της, καθιστά πρακτικά αδύνατη τη δημιουργία αντιγράφου εκτός εργαστηρίου της αστυνομίας. Ως χαρακτηριστικά είπε, το Δικαστήριο, δεν είναι δικανικό εργαστήριο και δεν είναι δυνατόν να γίνονται εξετάσεις ενώπιον του. Επεσήμανε ότι ο κατηγορούμενος 1 αρνήθηκε να παραλάβει τον κλώνο που ετοίμασε η αστυνομία και αρνήθηκε επίσης να διορίσει εμπειρογνώμονα για εξέταση των τεκμηρίων και ότι επομένως το αίτημα δεν θα πρέπει να ικανοποιηθεί. Τέλος, ήταν η θέση της ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει συμμορφωθεί και με το άρθρο 7 της ΠΔ για σκοπούς αποκάλυψης.

 

15.         Δήλωσε επιπλέον ότι δεν είναι δυνατόν να γίνει η επιθεώρηση στα γραφεία της ΥΠ.ΕΓ.Ε αφού δεν επιτρέπεται η είσοδος σε κανένα. Εάν υπήρχε εμπειρογνώμονας τότε θα μπορούσε οποιαδήποτε εργασία να γίνει στην παρουσία του. Τα αναγκαία εργαλεία θα μεταφερθούν σε άλλο τμήμα της Αστυνομίας για να μπορεί να είναι παρών εμπειρογνώμονας και να δει αυτό που θέλει με τις κατάλληλες διασφαλίσεις.

 

16.         Σημειώνουμε ότι η εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής για να ενημερώσει το Δικαστήριο ως προς τις δυνατότητες αυτές ζήτησε διακοπή για να επικοινωνήσει με τον υπεύθυνο του εργαστηρίου και μετέφερε στο Δικαστήριο τις θέσεις του.

 

17.         Της είχε ζητηθεί να τοποθετηθεί σχετικώς με το κατά πόσο είναι εφικτό να προσαχθεί στο Δικαστήριο ο αναγκαίος εξοπλισμός και κατά πόσο μπορεί απλώς να γίνει επιθεώρηση του τεκμηρίου στο Δικαστήριο και όχι απαραίτητα να γίνει κλώνος. Επίσης, κατά πόσο, εμπειρογνώμονας που ενδεχομένως να διόριζε ο κατηγορούμενος 1, για σκοπούς δικανικής εξέτασης, θα μπορούσε να επιθεωρήσει το τεκμήριο υπό την επίβλεψη της αστυνομίας χωρίς κίνδυνο αλλοίωσης του Τεκμηρίου.

 

18.         Στο στάδιο αυτό και προτού το Δικαστήριο διακόψει, ο κατηγορούμενος 1 φαίνεται να συμφώνησε ότι το Τεκμήριο 499 όντως δεν μπορεί να «διαβαστεί» με απλή σύνδεση του σε ηλεκτρονικό υπολογιστή, θέση του όμως φαίνεται να είναι ότι μπορεί να συνδεθεί με ηλεκτρονικό υπολογιστή να γίνει αντιγραφή του περιεχομένου του σε εξωτερική μονάδα αποθήκευσης και ο ίδιος θα βρει τρόπο να μπορέσει να τον «διαβάσει». Η θέση του ήταν ότι «… με αυτά που έγιναν μαζί με τον [ΜΚ 7] έχουν διαγράψει αρχεία» και ο ίδιος δεν έχει εμπιστοσύνη να λάβει αντίγραφο ενώ ούτε εμπειρογνώμονα επιθυμεί να διορίσει διότι δεν υπάρχουν ανεξάρτητοι πραγματογνώμονες στην Κύπρο που θα αντιταχθούν της αστυνομίας. Αρνιόταν να παραλάβει  τον προβαλλόμενο κλώνο διότι αμφέβαλλε ότι είναι όντως αντίγραφο.

 

19.         Το κράτος είναι υποχρεωμένο να υιοθετήσει τα κατάλληλα μέτρα για να θέσει την Υπεράσπιση στην ίδια θέση με την Κατηγορούσα Αρχή. Η αρχή της ισότητας των όπλων, στο πλαίσιο της δίκαιης δίκης, διασφαλίζεται από το Άρθρο 30 του Συντάγματος και το Άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Η αρχή αυτή ενδέχεται να παραβιαστεί όταν ένας εμπειρογνώμονας στηρίζεται σε υλικό που δεν ήταν στη διάθεση της Υπεράσπισης ή όταν δεν δίδεται η ευκαιρία στην Υπεράσπιση να συμβουλευθεί κάποιο εμπειρογνώμονα προς αντίκρουση αυτού της Κατηγορούσας Αρχής [βλ. Δημοκρατία v Μάταια κ.α., Υπόθεση 17212/2008, 27/11/2009 (Κακουργιοδικείου Λάρνακας) με αναφορά στη Mantovanelli v France, Application no. 21497/93, 18/3/1997, §§ 33 – 36, και  G.B. v France, Application no. 44069/98, 2/10/2001, §§ 64 – 68].

 

20.         Στην Korellis v Cyprus, Application No. 60804/2000, 3/12/2002, σελ. 10 και 11, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου ανέφερε ότι, κάτω από συγκεκριμένες περιστάσεις η αρχή της ισότητας των όπλων δημιουργεί θετική υποχρέωση σε συμβαλλόμενο κράτος να παράσχει στον κατηγορούμενο την ευκαιρία να εκτελέσει τις δικές του επιστημονικές εξετάσεις, πάνω σε ίση βάση με την Κατηγορούσα Αρχή σε σχέση με αντικείμενα τα οποία ενδεχομένως να χρησιμοποιηθούν σαν μαρτυρία εναντίον του από την Κατηγορούσα Αρχή. Τέτοια υποχρέωση όμως προϋποθέτει ότι τα γεγονότα της υπόθεσης είναι τέτοια που καθιστούν φυσικά δυνατή τη διεξαγωγή παράλληλων εξετάσεων του ιδίου τεκμηρίου και ότι τα αποτελέσματα οποιασδήποτε εξέτασης που θα διενεργηθεί από τον κατηγορούμενο ενδεχομένως να έχουν βαρύτητα επί των σχετικών επίδικων θεμάτων στην υπόθεση [βλ. επίσης Korellis v Cyprus, Application No. 54528/2000, 7/1/2003, §§ 35 και επόμενες, και Αναφορικά με την Αίτηση του Γενικού Εισαγγελέα (Αρ. 3) (2009) 1Β ΑΑΔ 1249, 1257]. Αν και το Δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο να παραπέμψει τεκμήρια σε έλεγχο από ανεξάρτητο εμπειρογνώμονα, δύναται να δώσει την ευχέρεια για τέτοια εξέταση αν ζητηθεί από την Υπεράσπιση, ώστε να διαπιστωθεί η ακεραιότητα ηλεκτρονικών τεκμηρίων (βλ. Yalçinkaya v Türkiye, Application No. 15669/20, 26/9/2023, §§ 332 341).

 

21.         Σύμφωνα με την Αγγλική νομολογία όπως αυτή συνοψίζεται στο σύγγραμμα, Blackstone's Criminal Practice 2026, LexisNexis, ηλεκτρονική έκδοση, § F8.46:

 

« … The duty of the prosecution, if entrusted with exhibits pending trial, is:

(a) to take all proper care to preserve the exhibits safe from loss or damage;

(b) to co-operate with the defence in order to allow them reasonable access to the exhibits for the purpose of inspection and examination; and

(c) to produce the exhibits at the trial (Lambeth Metropolitan Stipendiary Magistrate, ex parte McComb [1983] QB 551). See also Uxbridge Justices, ex parte Sofaer (1986) 85 Cr App R 367.

However, as to (c), it is submitted that the duty to produce applies only in the case of exhibits which the prosecution or the defence intend to use at trial.» (Έμφασις δική μας)

 

22.         Και σε δική μας ελεύθερη μετάφραση:

 

«... Το καθήκον της κατηγορούσας αρχής, εάν της έχουν ανατεθεί αποδεικτικά στοιχεία εν αναμονή της δίκης, είναι:

(α) να λαμβάνει κάθε δέουσα μέριμνα για τη διαφύλαξη των τεκμηρίων από απώλεια ή ζημιά·

(β) να συνεργάζεται με την υπεράσπιση προκειμένου να της επιτρέπει λογική πρόσβαση στα τεκμήρια για σκοπούς επιθεώρησης και εξέτασης· και

(γ) να προσκομίζει τα αποδεικτικά στοιχεία στη δίκη (Lambeth Metropolitan Stipendiary Magistrate, ex parte McComb [1983] QB 551). Βλέπε επίσης Uxbridge Justices, ex parte Sofaer (1986) 85 Cr App R 367.

Ωστόσο, ως προς το (γ), υποβάλλεται ότι η υποχρέωση προσκόμισης ισχύει μόνο στην περίπτωση τεκμηρίων που η κατηγορούσα αρχή ή η υπεράσπιση σκοπεύουν να χρησιμοποιήσουν στη δίκη.» (Έμφασις δική μας)

 

23.         Με την κατάθεση αντικειμένου ως τεκμηρίου η ευθύνη φύλαξης και διατήρησης της ακεραιότητας του μεταφέρεται στο Δικαστήριο (βλ. Blackstone's Criminal Practice 2026, ανωτέρω, § F8.46[1]).

 

24.         Επομένως, σε περίπτωση που τα τεκμήρια είναι κατατεθειμένα στο Δικαστήριο, πάλι πρέπει να δίδεται από το Δικαστήριο λογική πρόσβαση στην Υπεράσπιση για να επιθεωρήσει και να εξετάσει τα τεκμήρια.

 

25.         Σύμφωνα με το άρθρο 7 ΠΔ, η Κατηγορούσα Αρχή είχε υποχρέωση να αποκαλύψει στον κατηγορούμενο 1 τη μαρτυρία που θα αντιμετώπιζε ενώπιον του Δικαστηρίου. Με την παροχή αντιγράφου του Τεκμηρίου 316 το έπραξε. Περαιτέρω με την παροχή των εκθέσεων του ΜΚ 20 αλλά και την πρόθεση της να του παραδώσει τον κλώνο που δημιουργήθηκε από το καταγραφικό θεωρούμε ότι έχει εκπληρώσει την υποχρέωσή της για αποκάλυψη. Αυτό θα πρέπει να ιδωθεί σε συνάρτηση με την αποκάλυψη των πιστοποιητικών που εκδόθηκαν κατά τη διαδικασία αντιγραφής του σκληρού δίσκου (Audit Trails).

 

26.         Το ζήτημα επιθεώρησης τεκμηρίων τα οποία έχουν κατατεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου διακρίνεται από την αποκάλυψη αφού έπεται αυτής. Όπως έχει αναφερθεί πιο πάνω, αίτημα επιθεώρησης πρέπει να γίνεται σε λογικό πλαίσιο και να συσχετίζεται με την προβαλλόμενη υπεράσπιση. Πρέπει να θεμελιώνεται σε σαφή βάση.

27.         Εν προκειμένω, έχει κατατεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου ευαίσθητο υλικό, δηλαδή σκληρός δίσκος, το οποίο το Δικαστήριο έχει καθήκον ως είχε και η αστυνομία να προστατεύσει την ακεραιότητά του. Ο κατηγορούμενος 1 προβάλλει αόριστα ότι υπήρξε αλλοίωση ή και επέμβαση επί των Τεκμηρίων που κατατέθηκαν στη διαδικασία και απαιτεί να γίνει αντίγραφο του Τεκμηρίου 499 ενώπιον του και ενώπιον του Δικαστηρίου. Δεν έχει προσδιοριστεί από τον ίδιο στο πλαίσιο του αιτήματος του τί έχει διαγραφεί ή και πώς συνδέεται αυτό με τη γραμμή της Υπεράσπισης του. Αυτό από μόνο του ενδεχομένως να ήταν αρκετό για να οδηγήσει σε απόρριψη του αιτήματος του.

 

28.         Κρίνουμε ότι δεν θα ήταν εύλογο να επιτρέψουμε να χρησιμοποιηθεί δικός του εξοπλισμός για να γίνει αντίγραφο του Τεκμηρίου 499 ενώπιον του Δικαστηρίου. Παρά το γεγονός ότι διατείνεται ότι είναι ο ίδιος ειδικός σε θέματα ηλεκτρονικών υπολογιστών απουσιάζουν τα εχέγγυα διασφάλισης της ακεραιότητας του Τεκμηρίου 499 και του περιεχομένου του.

 

29.         Επιπλέον όμως, δεδομένη είναι η άρνηση του κατηγορούμενου 1 να παραλάβει τον κλώνο τον οποίο θα επιθεωρούσε ο ίδιος ή εμπειρογνώμονας. Η άρνηση του να διορίσει εμπειρογνώμονα ο οποίος θα μπορούσε να προβεί στις αναγκαίες εξετάσεις επί του εν λόγω κλώνου και των πιστοποιητικών που έχουν παραδοθεί ή ακόμα και να γίνει αντίγραφο στην παρουσία εμπειρογνώμονα σε χώρο όπου θα μπορούσαν να υπάρξουν διασφαλίσεις ως αποδέχθηκε η εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής. Αυτό που ζητείται από τον κατηγορούμενο 1 είναι το Δικαστήριο να εκδώσει διάταγμα ή και να δώσει οδηγίες κατ’ επίκληση του άρθρου 7 ΠΔ, ώστε να προσαχθεί στο Δικαστήριο εξοπλισμός της ΥΠ.ΕΓ.Ε ο οποίος, ως ισχυρίστηκε η Κατηγορούσα Αρχή, ξεπερνά τις €10.000 ώστε να διασκεδαστούν οι οποιεσδήποτε αμφιβολίες του σε σχέση με την ακεραιότητα του τεκμηρίου.

 

30.         Με αυτά ως δεδομένα κρίνουμε ότι η απαίτηση του κατηγορούμενου 1 να δημιουργηθεί αντίγραφο ενώπιον του Δικαστηρίου χωρίς προηγουμένως να έχουν εξαντληθεί όλες οι άλλες εναλλακτικές που μπορούν να αξιοποιηθούν, δεν είναι λογική υπό τις περιστάσεις.

 

31.         Τέτοια αιτήματα θα μπορούσαν να τύχουν εξέτασης εάν το Δικαστήριο είχε ενώπιον του υπόβαθρο από εμπειρογνώμονα που να εξηγεί την ανάγκη διεξαγωγής τέτοιας διαδικασίας και δη κατόπιν επιθεωρήσεως και εξέτασης του υλικού που είχε ήδη τεθεί στη διάθεση του κατηγορούμενου 1 και ότι τέτοιο εγχείρημα δεν θα αλλοιώσει το περιεχόμενο του Τεκμηρίου.

 

32.         Περαιτέρω μας προβλημάτισε και ο χρόνος υποβολής του αιτήματος. Ο κατηγορούμενος 1 κατείχε το αντίγραφο του Τεκμηρίου 316 αλλά και την έκθεση του ΜΚ 20 από προγενέστερο στάδιο. Αυτό προκύπτει και από την αντεξέταση του ΜΚ 7. Και ενώ υπέβαλλε τη θέση περί διαγραφών, αλλαγής ονομασίας αρχείων στον ΜΚ 7, με την ολοκλήρωση της μαρτυρίας του ουδέποτε υπέβαλε αίτημα όπως του επιτραπεί πρόσβαση στον σκληρό δίσκο με τη συνδρομή εμπειρογνώμονα ώστε να τύχει της αναγκαίας κατά τον ίδιο, δικανικής εξέτασης. Θεωρούμε την καθυστέρηση ουσιώδη και αναιτιολόγητη και τούτο συνιστά επιπλέον παράγοντα που οδηγεί σε απόρριψη του αιτήματος.

 

33.         Ως εκ τούτου το αίτημα απορρίπτεται.

 

(Υπ.) Ν. Α. Π. Γεωργιάδης, Π.Ε.Δ.

 

(Υπ.) Ν. Οικονόμου, Α.Ε.Δ.

 

(Υπ.) Α. Λουκά, Ε.Δ.

 

Πιστόν Αντίγραφο

 

 

Πρωτοκολλητής



[1] Once an article has become an exhibit, the court has a responsibility, for the purposes of justice, to preserve and retain it until the trial is concluded, or to arrange for its preservation and retention, the usual course being for the court to entrust the exhibits to the police or to the DPP.’


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο