Αναφορικά με τον O.H.H., Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης Υπ’ Αρ.: 10/2025, 19/12/2025
print
Τίτλος:
Αναφορικά με τον O.H.H., Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης Υπ’ Αρ.: 10/2025, 19/12/2025

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ

Ενώπιον: Χρ. Γ. Ππεκρή, Ε.Δ.

Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης Υπ’ Αρ.: 10/2025

 

Αναφορικά με τον περί Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης και των Διαδικασιών Παράδοσης Εκζητούμενων μεταξύ των Κρατών Μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης Νόμο του 2004 (Ν.133(Ι)/2004)

 

και

 

Αναφορικά με τον O.H.H., ημερ. γέννησης 8.3.1980,

 ο οποίος καταζητείται από τις Αρχές της Γαλλίας 

 

Ημερομηνία: 19 Δεκεμβρίου 2025

Εμφανίσεις:

Για Κεντρική Αρχή: κα Λ. Σίγαρ

Για Εκζητούμενο: κ. Γ. Πολυχρόνης μαζί με κ. Ν. Τσαρδελλή και κα Ε. Κωνσταντίνου

Εκζητούμενος παρών.

ΑΠΟΦΑΣΗ

Α. Εισαγωγή

 

Την 27.10.2025 τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου το υπό εξέταση ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης (στο εξής το «ΕΕΣ»), το οποίο εκδόθηκε εναντίον του O.H.H. (στο εξής ο «εκζητούμενος»), από Εισαγγελέα του Δικαστηρίου του Παρισιού (Prosecutor of the Republic at the Court of Justice of Paris).

 

Αφού ο εκζητούμενος συνελήφθη την 27.10.2025, οδηγήθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου και ακολούθησε η επιβεβαίωση της ταυτότητάς του, σύμφωνα με τις πρόνοιες του αρ. 17 του Ν. 133(Ι)/2004, ενώ ενημερώθηκε για το περιεχόμενο του εντάλματος σύλληψης που εκκρεμεί εναντίον του, καθώς επίσης και για τα δικαιώματά του, ενώ η διαδικασία διεξήχθη σε γλώσσα την οποία δήλωσε ότι κατανοεί. Ακολούθως, αφέθηκε ελεύθερος με όρους.

Σημειώνεται, ότι ο εκζητούμενος, κατά την εν λόγω παρουσίαση του ενώπιον του Δικαστηρίου, δεν αμφισβήτησε  ότι ταυτίζεται με το πρόσωπο σε σχέση με το οποίο έχει εκδοθεί το υπό εξέταση ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, ούτε ηγέρθη τέτοιο ζήτημα από τον ευπαίδευτο συνήγορο που τον εκπροσωπεί.[1] 

 

Ως προκύπτει από το περιεχόμενο του ΕΕΣ, την 6.10.2025 εκδόθηκε εθνικό ένταλμα σύλληψης από τις γαλλικές αρχές εναντίον του εκζητούμενου, αναφορικά με πέντε αξιόποινες πράξεις και ειδικότερα (α) για το αδίκημα της απάτης μέσω εγκληματικής οργάνωσης, (β) της διενέργειας τραπεζικών ή οικονομικών συναλλαγών από μη εξουσιοδοτημένο πρόσωπο, (γ) της συμμετοχής σε εγκληματική οργάνωση με σκοπό τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, (δ) της συμμετοχής σε εγκληματική οργάνωση με σκοπό τη διάπραξη σοβαρού αδικήματος που τιμωρείται με μέγιστη ποινή φυλάκισης δέκα ετών και (ε) της παροχής διαδικτυακής πλατφόρμας με σκοπό να καταστεί δυνατή παράνομη συναλλαγή από εγκληματική οργάνωση.

 

Σύμφωνα με τα όσα αναγράφονται στο ΕΕΣ, κατά την περίοδο 1.1.2020 – 4.6.2025, σε διάφορες πόλεις της Γαλλίας, ορισμένοι απατεώνες (scammers) χρησιμοποιούσαν εφαρμογές με τις οποίες εξαπατούσαν διαφόρους χρήστες του διαδικτύου, ώστε να προβούν σε επενδύσεις, πείθοντάς τους να εγκαταστήσουν στον ηλεκτρονικό τους υπολογιστή συγκεκριμένο λογισμικό, με το οποίο μπορούσε να ελεγχθεί η πρόσβαση σε αυτόν και δημιουργώντας ψεύτικους λογαριασμούς εκ μέρους του θύματος, στους οποίους γίνονταν δήθεν επενδύσεις χρημάτων και έπειτα ψεύτικες αποδόσεις των εν λόγω επενδύσεων.

 

Στην πραγματικότητα, τα χρήματα μεταφέρονταν σε λογαριασμούς που ελέγχονταν από τα πρόσωπα αυτά και ακολούθως γινόταν ξέπλυμα των χρημάτων αυτών μέσω αλυσίδων (blockchains), για περίπου 700 εκατομμύρια ευρώ. Ακολουθώντας τους λογαριασμούς αυτούς, εντοπίστηκαν οι δικαιούχοι των εν λόγω χρηματικών ποσών, ήτοι διάφορες κυπριακές εταιρείες και ιδιώτες.

Ο εκζητούμενος, σύμφωνα πάντοτε με τα όσα καταγράφονται στο ΕΕΣ, φαίνεται να δραστηριοποιείτο αποκλειστικώς στη μεταφορά κρυπτοστοιχείων (cryptoassets).

 

Ενόψει της μη συγκατάθεσης του εκζητούμενου στην έκδοση του, η διαδικασία προχώρησε σε ακρόαση.

 

Β. Προσκομισθείσα Μαρτυρία

 

Με την υπόμνηση ότι  δεν είναι αναγκαίο το Δικαστήριο να παραθέτει ολόκληρη τη μαρτυρία που παρουσίασε η κάθε πλευρά ή να αναφέρεται σε όλες τις πτυχές της, καθώς είναι καταγεγραμμένη στα πρακτικά του Δικαστηρίου, συνοψίζω κατωτέρω την προσκομισθείσα μαρτυρία.[2]

 

Από πλευράς Κεντρικής Αρχής, μαρτυρία προσέφεραν ενώπιον του Δικαστηρίου δύο μάρτυρες.

 

Πρώτος ενώπιον του Δικαστηρίου κατέθεσε ο Αστ. 3503, Α.Γ., ο οποίος υπηρετεί στο Γραφείο Διερεύνησης Οικονομικού Εγκλήματος στο ΤΑΕ Λεμεσού από το 2019, ενώ στην Αστυνομία υπηρετεί συνολικά 26 χρόνια και προέβη στη σύλληψη του εκζητούμενου την 27.10.2025 (στο εξής ο «ΜΚΑ1»).

 

Αφού αναφέρθηκε στα καθήκοντά του, ο μάρτυρας ανέφερε ότι είδε τον εκζητούμενο μία φορά, κατά την ημέρα της σύλληψης του, ενώ υιοθέτησε και κατέθεσε ως Τεκμήριο την κατάθεσή του σε σχέση με τη σύλληψη του εκζητούμενου.

 

Ερωτηθείς για τον τρόπο σύλληψης και τις ενέργειες του, ο ΜΚΑ1 ανέφερε ότι μετέβηκαν με την υπόλοιπη ομάδα στην κατοικία του εκζητούμενου και αφού τους άνοιξε και επιβεβαίωσαν ότι είναι αυτός που αναφέρεται στο ένταλμα, πληροφορήθηκε για τον λόγο της σύλληψής του και συνελήφθη. Περαιτέρω, του δόθηκαν τα δικαιώματα του.

Προς επίρρωση των ισχυρισμών του ο μάρτυρας κατέθεσε σχετικά Τεκμήρια (1 – 5), αναφορά στο περιεχόμενο των οποίων θα γίνει όπου κριθεί σκόπιμο.

 

Κατά την αντεξέταση του μάρτυρα, υποδείχθηκε σε αυτόν αριθμός αιτήσεων κατακράτησης τεκμηρίων που καταχωρίστηκαν στα Επαρχιακά Δικαστήρια της Κύπρου, τρεις όρκοι μελών της Αστυνομικής Διεύθυνσης Κύπρου αναφορικά με αιτήματα για έκδοση ενταλμάτων έρευνας και τρεις ευρωπαϊκές εντολές έρευνας, τα οποία κατατέθηκαν ως Τεκμήρια προς Αναγνώριση (Α – Ξ).

 

Περαιτέρω, ο ΜΚΑ1 ανέφερε ότι ο ίδιος ενεπλάκη στην παρούσα υπόθεση ενόψει του υπήρχε μεγάλος αριθμός υπόπτων προσώπων και ΕΕΣ που θα έπρεπε να εκτελεστούν και αφορούσαν το Βέλγιο και την Γαλλία, παρόλο που η εκτέλεση ΕΕΣ δεν είναι μέρος των συνήθων καθηκόντων του.

 

Αναφέρθηκε περαιτέρω από τον μάρτυρα, ότι πέραν των ενταλμάτων σύλληψης, είχαν εκδοθεί και εντάλματα έρευνας, αναφορικά δε με την έρευνα που έγινε στο διαμέρισμα του εκζητούμενου, ο μάρτυρας ανέφερε ότι κατασχέθηκαν διάφορα τεκμήρια, πλην όμως δεν προέβη ο ίδιος σε καταγραφή των, ούτε ήταν σε θέση να τοποθετηθεί ως προς την πορεία των ερευνών του Βελγίου και της Γαλλίας.

 

Ακολούθως, ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία προσέφερε ο κ. Π.Χ., ο οποίος  εργάζεται στο Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως και συγκεκριμένα στη Μονάδα Νομικής Συνεργασίας (στο εξής ο «ΜΚΑ2»).

 

Κατά την κυρίως εξέτασή του, ο μάρτυρας αναφέρθηκε στα καθήκοντά του, τα οποία, ως εξήγησε, πηγάζουν από το αρ. 5 του Ν. 133(4)/2004, εξηγώντας ότι το Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως, ως Κεντρική Αρχή, επιτελεί ρόλο επικουρικό, κατά τη διαβίβαση των ΕΕΣ και σχετικής αλληλογραφίας.

 

Ο μάρτυρας κατέθεσε ως Τεκμήρια 6 – 20 τα έγγραφα τα οποία είχε στην κατοχή του αναφορικά με την υπό κρίση περίπτωση, εξηγώντας το περιεχόμενο τους. Αναφορά σε αυτά θα γίνει όπου τούτο κριθεί σκόπιμο από το Δικαστήριο.

 

Αρκούμαι, στο σημείο αυτό, να αναφέρω ότι στα εν λόγω έγγραφα, περιλαμβάνεται ηλεκτρονική αλληλογραφία της Κεντρικής Αρχής με την Eurojust, η οποία προώθησε το επίδικο ΕΕΣ στις κυπριακές αρχές, καθώς επίσης και ηλεκτρονική αλληλογραφία αναφορικά με διευκρινίσεις που ζητήθηκαν μέσα στο πλαίσιο της παρούσας, από και προς τις γαλλικές αρχές.

 

Ως ο μάρτυρας επίσης ανέφερε κατά την κυρίως εξέτασή του, το επίδικο ΕΕΣ εκδόθηκε από τις γαλλικές αρχές βάσει εθνικού εντάλματος σύλληψης ημερ. 6.10.2025 αναφορικά με κατ’ ισχυρισμό αξιόποινες πράξεις οι οποίες έλαβαν χώρα κατά τις ημερομηνίες 1.1.2020 – 4.6.2025, σε διάφορες πόλεις της Γαλλίας, καθώς επίσης και σε διάφορες πόλεις του εξωτερικού.

 

Ερωτηθείς για ποιο σκοπό εκδόθηκε το ΕΕΣ, ο ΜΚΑ2 ανέφερε ότι τα ΕΕΣ εκδίδονται είτε για άσκηση ποινικής δίωξης, είτε για έκτιση ποινής και παρέπεμψε στα σημεία Β1, Α031 και Α032, τα οποία συμπληρώνονται στις περιπτώσεις όπου πρόκειται για ποινική δίωξη.

 

Αντεξεταζόμενος, ο μάρτυρας ανέφερε ότι ο ίδιος είναι Λειτουργός του Υπουργείου και απλώς διαβιβάζει τα έγγραφα τα οποία του κοινοποιούνται και τα παρουσιάζει στο Δικαστήριο, διευκρινίζοντας ότι δεν είναι ρόλος της Κεντρικής Αρχής να αποφασίζει την εκτέλεση ΕΕΣ, αλλά του Δικαστηρίου.

 

Ο ΜΚΑ2 συμφώνησε ότι δεν είναι εμπειρογνώμονας γαλλικού ή αλλοδαπού δικαίου, ερωτηθείς δε αναφορικά με τον σκοπό για τον οποίο ζητείται η έκδοση του Καθ’ ου η αίτηση, απάντησε ότι το ΕΕΣ βασίζεται στο εθνικό ένταλμα σύλληψης, συμφώνησε δε, ότι σε διευκρινιστικές ερωτήσεις που στάλθηκαν προς τις γαλλικές αρχές, οι τελευταίοι απάντησαν ότι η υπόθεση είναι υπό διερεύνηση και ότι μέσα στο πλαίσιο της ίδιας διερεύνησης, έγιναν επτά συλλήψεις παγκυπρίως και έρευνες στις κατοικίες των προσώπων που συνελήφθησαν, καθώς επίσης και σε εταιρείες.

 

Κατά την υποβολή σχετικών ερωτήσεων, ο μάρτυρας δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει αναφορικά με τον όγκο των τεκμηρίων που παραλήφθηκαν κατά τις αναφερθείσες έρευνες.

Σε σειρά ερωτήσεων αναφορικά με ερώτημα που ο μάρτυρας έθεσε προς τις γαλλικές αρχές για σκοπούς διευκρινίσεων, σε σχέση με τον σκοπό για τον οποίο ζητείτο η παράδοση του εκζητούμενου, ο μάρτυρας ανέφερε ότι το συγκεκριμένο ερώτημα τίθεται πάντα σε περιπτώσεις εκτέλεσης ΕΕΣ, διευκρινίζοντας, ότι έλαβε οδηγίες για να προβεί στην αποστολή του συγκεκριμένου μηνύματος, από τη Νομική Υπηρεσία. Απαντώντας δε σε σχετικές ερωτήσεις του ευπαίδευτου συνηγόρου υπεράσπισης, ο μάρτυρας ανέφερε ότι το συγκεκριμένο θέμα το είχε εγείρει η πλευρά της υπεράσπισης, ζητώντας διευκρινίσεις με επιστολή της (Τεκμήριο 10).

 

Αναφορικά δε με το πρόσωπο που απαντούσε στη σχετική αλληλογραφία, ονόματι F.V., ο μάρτυρας ανέφερε ότι ο τίτλος της αναγράφεται κάτω από το όνομά της και ότι η σχετική αλληλογραφία που ανταλλάχθηκε μεταξύ των κυπριακών και γαλλικών αρχών ήταν μέσω της ηλεκτρονικής διεύθυνσης που υπήρχε πάνω στο ΕΕΣ.

 

Κατά την αντεξέταση του ΜΚΑ2, κατατέθηκε ως Τεκμήριο προς Αναγνώριση Ο  ένα memo του γαλλικού δικηγορικού γραφείου που συνεπικουρεί τη διαδικασία παράδοσης και ως Τεκμήριο 21 η απόφαση κυπριακού Δικαστηρίου ημερ. 1.12.2025, σε σχέση με ένα από τα επτά ΕΕΣ που αφορά η διερευνώμενη υπόθεση στο σύνολό της.

 

Απαντώντας στην υποβολή ότι από τις απαντήσεις των Γάλλων προκύπτει ότι η έκδοση του ΕΕΣ σκοπεύει στην προστασία τεκμηρίων και στο να μην διαφύγει ο εκζητούμενος πριν την ανάκρισή του, ο μάρτυρας ανέφερε, ότι σε περίπτωση που το Δικαστήριο έχει απορίες, δυνατό να ζητηθούν διευκρινίσεις.

 

Ερωτηθείς εάν γνωρίζει ότι έγιναν επτά συλλήψεις στο πλαίσιο της υπόθεσης σε όλη την Κύπρο και αναφορικά με την ύπαρξη ευρωπαϊκών εντολών έρευνας, ο μάρτυρας απάντησε καταφατικά, διευκρινίζοντας ωστόσο, ότι δεν γνωρίζει για το περιεχόμενο και την έκβασή τους, ούτε τον όγκο των τεκμηρίων που συλλέχθησαν κατά τις έρευνες αυτές και το πως θα χειριστούν το θέμα οι Γάλλοι.

 

Ερωτηθείς εάν η Κύπρος είναι ο τόπος όπου κατέληγαν κρυπτονομίσματα σε ιδιώτες και εταιρείες, ο ΜΚΑ2 απάντησε ότι γνωρίζει όσα καταγράφονται στο αίτημα, ενώ δεν γνώριζε να απαντήσει πόσοι είναι οι ύποπτοι. Αναφορικά δε με τις θέσεις της υπεράσπισης που του υποβλήθηκαν, ο μάρτυρας απάντησε ότι πρόκειται για θέσεις της υπεράσπισης και δεν προέβη σε περαιτέρω σχολιασμό.

 

Από πλευράς εκζητούμενου, μαρτυρία προσέφερε ο ίδιος (στο εξής ο «ΜΕ1») και μέσα στο πλαίσιο της κυρίως εξέτασής του, υιοθέτησε και κατέθεσε τη γραπτή του δήλωση, η οποία κατατέθηκε και σημειώθηκε ως Έγγραφο Α.

 

Σε αυτήν, ο μάρτυρας παραθέτει λεπτομέρειες αναφορικά με την προσωπική, επαγγελματική και κοινωνική του ζωή. Eιδικότερα, αναφέρει ότι κατά την περίοδο που σχετίζεται με τους ισχυρισμούς των γαλλικών αρχών εργαζόταν αποκλειστικώς και εξ αποστάσεως από την Κύπρο και συνεπώς οι οποιεσδήποτε πράξεις του καταλογίζονται θα λάμβαναν χώρα ενώ βρισκόταν με την φυσική του παρουσία στην Κύπρο και όχι στη Γαλλία, την οποία ουδέποτε επισκέφθηκε.

 

Στο παρόν στάδιο, συνεχίζει ο ΜΕ1, δραστηριοποιείται στον τομέα του digital marketing και όλες οι επαγγελματικές του δραστηριότητες πραγματοποιούνται ολοκληρωτικά από την Κύπρο και εξ αποστάσεως, μέσω ηλεκτρονικού υπολογιστή και από διαδικτυακές πλατφόρμες. Το 2023 εγκαθίδρυσε τη δική του εταιρεία στην Κύπρο και έχει επενδύσει στον τομέα των ακινήτων.

 

Περαιτέρω, ο μάρτυρας αναφέρεται στην κοινωνική ενσωμάτωση του ιδίου και της οικογένειάς του στην Κύπρο καθώς επίσης και στο γεγονός ότι είναι δραστήριο μέλος της εβραϊκής κοινότητας στην Κύπρο, αλλά και στα προβλήματα ψυχικής υγείας της συζύγου του και συγκεκριμένα κατάθλιψης, η οποία απαιτεί συνεχή ιατρική παρακολούθηση και καθιστά την καθημερινή του παρουσία σημαντική για την συναισθηματική της σταθερότητα, η δε εξάχρονη θυγατέρα τους, εξαρτάται απόλυτα, ως αναφέρει, και από τους δύο γονείς της.

 

Τέλος, ο εκζητούμενος αναφέρει ότι είναι λευκού ποινικού μητρώου και ότι ουδέποτε ενεπλάκη σε παράνομες δραστηριότητες, η δε έκδοση διατάγματος παγοποίησης από την ΜΟΚΑΣ είχε ως αποτέλεσμα την παγοποίηση όλων των περιουσιακών του στοιχείων στην Κύπρο, διάταγμα με το οποίο συμμορφώθηκε αμέσως και το οποίο καταδεικνύει ότι δεν έχει καμία διάθεση να αποκρύψει οτιδήποτε.

 

Προς επίρρωση των ισχυρισμών του, ο μάρτυρας κατέθεσε τα Τεκμήρια 37 – 40 και το Τεκμήριο προς Αναγνώριση Ο κατέστη Τεκμήριο 38. Αναφορά σε αυτά θα γίνει όπου τούτο κριθεί σκόπιμο.

 

Αντεξεταζόμενος, ο μάρτυρας ανέφερε ότι δεν είναι νομικός ή δικηγόρος και ότι αναφορικά με τα νομικά σημεία της παρούσας διαδικασίας έχει συμβουλευτεί τους δικηγόρους του στην Κύπρο και στην Γαλλία. Ερωτηθείς εάν εκκρεμεί άλλο ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης εναντίον του, από οποιαδήποτε άλλη χώρα, για αυτά τα ζητήματα, ο μάρτυρας απάντησε ότι δεν γνωρίζει, διευκρίνισε δε, ότι είναι η πρώτη φορά που βρίσκεται ενώπιον Δικαστηρίου.

 

Ως προς τις υποβολές της ευπαίδευτης εκπροσώπου της Κεντρικής Αρχής, ο μάρτυρας απάντησε ότι πρόκειται για τις θέσεις της και δεν σχολίασε περαιτέρω.

 

Σημειώνω, ότι τα τεκμήρια προς αναγνώριση Α – Ξ, εκ συμφώνου κατέστησαν Τεκμήρια 22 - 36

 

Γ.  Αξιολόγηση Μαρτυρίας

 

Παρακολουθώντας τους μάρτυρες να προσφέρουν δια ζώσης την μαρτυρία τους στο εδώλιο του μάρτυρα, το Δικαστήριο δύναται να αξιολογεί τη συνολική εμφάνιση και συμπεριφορά τους, με βάση, μεταξύ άλλων, τη λογική, την ποιότητα και την πειστικότητα της μαρτυρίας που προσκόμισαν, την αμεσότητα και σαφήνεια των απαντήσεων τους ή την ύπαρξη ουσιαστικών αντιφάσεων σε αυτές.[3]

 

Η αξιολόγηση της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα δεν περιορίζεται αποκλειστικώς στην αποτίμηση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα ξεχωριστά, αλλά συσχετίζεται, αντιπαραβάλλεται και διερευνάται, μέσα από την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων,[4] η δε αξιοπιστία των μαρτύρων εκτιμάται αυτοτελώς και ανεξαρτήτως επιπέδου απόδειξης.[5]

 

Κατά την αξιολόγηση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα, λαμβάνεται υπόψη, ότι  με βάση τη νομολογία, είναι ανάγκη μια μαρτυρία να τίθεται στη βάσανο της αξιολόγησης από απόψεως περιεχομένου και να μην γίνεται αποδεκτή ή να απορρίπτεται μόνο βάσει της εξωτερικής εντύπωσης που προκαλεί ο μάρτυρας.[6] Επουσιώδεις αντιφάσεις δεν πλήττουν την αξιοπιστία ενός μάρτυρα,[7] ενώ ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς και δεν είναι επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα.[8]

 

Επισημαίνεται, ότι μέσα στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας, η αξιολόγηση της μαρτυρίας θα γίνει για σκοπούς που αφορούν στην παρούσα διαδικασία.

 

Αναφορικά με τη μαρτυρία του ΜΚΑ1, θεωρώ ότι αυτή ήταν κατατοπιστική ως προς τις ενέργειες τις οποίες ο συγκεκριμένος μάρτυρας έπραξε σε σχέση με τη σύλληψη του εκζητούμενου. Επρόκειτο για τυπικό μάρτυρα, ο οποίος απάντησε με φυσικότητα σε όλες τις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν σε σχέση με τις ενέργειες στις οποίες προέβη μέσα στο πλαίσιο της παρούσας, ενώ σε κανένα στάδιο της μαρτυρίας του δεν  υπέπεσε σε οποιαδήποτε ουσιώδη αντίφαση, ούτε και διαπίστωσα οποιαδήποτε προσπάθεια να αποκρύψει οποιαδήποτε ενέργεια την οποία έκανε ή να έχει αναδυθεί από τη μαρτυρία του οποιοδήποτε αλλότριο κίνητρο. Συνεπακόλουθα, αποδέχομαι τη μαρτυρία του ΜΚΑ1 στην ολότητά της.

 

Στρεφόμενη σε αξιολόγηση της μαρτυρίας του ΜΚΑ2, σημειώνω εν πρώτοις ότι ο μάρτυρας μου έκανε θετική εντύπωση και ότι δεν απεκόμισα την εντύπωση ότι ο συγκεκριμένος μάρτυρας ήρθε στο Δικαστήριο με σκοπό να μεταφέρει αναλήθειες ή να αποκρύψει γεγονότα, ούτε θεωρώ ότι αναδύθηκε από την αντεξέτασή του, να διαθέτει οποιοδήποτε αλλότριο κίνητρο ως προς την έκβαση της υπόθεσης και ειδικότερα, ότι ενήργησε με μεροληψία για σκοπούς εκτέλεσης του ΕΕΣ, ως η αντεξέταση της υπεράσπισης διαφάνηκε να προωθεί.

 

Η μαρτυρία του ΜΚΑ2 ήταν ποιοτική και διαφωτιστική ως προς την αλληλουχία των γεγονότων και τον ρόλο που το Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως διαδραματίζει ως Κεντρική Αρχή, η οποία επικουρεί την όλη διαδικασία του ΕΕΣ. Ο μάρτυρας απάντησε σε όλες τις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν κατά την αντεξέτασή του με αμεσότητα, ευθύτητα και σαφήνεια, χωρίς υπεκφυγές, δίδοντας στο Δικαστήριο την εντύπωση ότι είναι πολύ καλός γνώστης της διαδικασίας του ΕΕΣ και του δικού του ρόλου, εξήλθε δε αλώβητος από την αντεξέτασή του. Τέλος, δεν εντόπισα οποιεσδήποτε ανακολουθίες στη μαρτυρία του. Ως εκ τούτου, αποδέχομαι τη μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα στην ολότητα της.

 

Αναφορικά με τον εκζητούμενο, σημειώνω αρχικά ότι οι προσωπικές περιστάσεις του δεν τέθηκαν υπό αμφισβήτηση και δεν εντοπίζω οποιεσδήποτε ουσιώδεις ανακολουθίες στη μαρτυρία του, η οποία επί της ουσίας περιορίστηκε σε αυτές και συνεπώς γίνεται αποδεκτή.

 

Παράλληλα, σημειώνω ότι κατά τη διάρκεια της αντεξέτασής του, ο μάρτυρας δεν απάντησε επί της ουσίας, ούτε τοποθετήθηκε σε οποιαδήποτε από τις υποβολές της συνηγόρου που εκπροσωπεί την Κεντρική Αρχή, επικαλούμενος ότι δεν αντιλαμβάνεται την ερώτηση ή αρκούμενος στο να απαντήσει ότι αυτή ήταν η θέση της άλλης πλευράς. Σημειώνω, ότι ο μάρτυρας δεν κατέθεσε υπό την ιδιότητα του νομικού.

 

Σε κάθε περίπτωση, τα ζητήματα αυτά είναι νομικά και θα εξεταστούν από το Δικαστήριο στη συνέχεια της παρούσας, λαμβανομένων υπόψη των όσων τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου και της φύσης της διαδικασίας.

 

Αναφορικά με το Τεκμήριο 38 το οποίο αποτελεί memo που ετοίμασαν οι δικηγόροι που ο εκζητούμενος διόρισε για την παρούσα υπόθεση στη Γαλλία, σημειώνω ότι σε αυτό παρατίθεται η γνώμη προσώπων τα οποία δεν κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου, επί των απαντήσεων των γαλλικών αρχών.

 

Παρόλο που εξ ακοής μαρτυρία δεν αποκλείεται από οποιασδήποτε δικαστική διαδικασία, απλώς και μόνο διότι είναι εξ ακοής, το Δικαστήριο αξιολογεί τη βαρύτητα που θα προσδώσει σε τέτοια μαρτυρία, λαμβανομένων πάντοτε υπόψη των αρχών που διέπουν το ζήτημα, αλλά και των σχετικών νομοθετικών διατάξεων του Περί Αποδείξεως Νόμου.[9]

 

Στην προκειμένη περίπτωση, καμία εξήγηση δεν δόθηκε στο Δικαστήριο γιατί δεν κλητεύθηκε το πρόσωπο το οποίο συνέταξε το εν λόγω έγγραφο ώστε να αντεξετασθεί και να τύχει αξιολόγησης από το Δικαστήριο, ούτε καταδείχθηκε κατά πόσο ήταν εύλογο ή εφικτό να κλητευθεί για να καταθέσει.

 

Ως έχει νομολογηθεί, όταν ένας μάρτυρας καταθέτει προφορικά στο δικαστήριο κατά τη διάρκεια μιας δίκης, η μαρτυρία του προσφέρεται για το αληθές του περιεχομένου της. Όταν όμως ο μάρτυρας καταθέτει και κάποιο έγγραφο, δεν συνεπάγεται ότι αυτό προορίζεται απαραίτητα για τον ίδιο πιο πάνω σκοπό· πόσω δε μάλλον όταν τα όσα καταγράφονται σε αυτό δεν προέρχονται από τον ίδιο τον μάρτυρα, αλλά αποτελούν δηλώσεις άλλου προσώπου, δηλαδή είναι εξ ακοής μαρτυρία, ως αυτή καθορίζεται στο άρθρο 23 του περί Απόδειξης Νόμου, Κεφ. 9.[10]

 

Συνεπακόλουθα, δεν αποδίδεται στο συγκεκριμένο έγγραφο οποιαδήποτε βαρύτητα.

 

Επισημαίνεται παράλληλα, ότι εν πάση περιπτώσει, ένεκα της φύσης της διαδικασίας, αποτελεί έργο του Δικαστηρίου η αξιολόγηση των όσων αναφέρουν οι γαλλικές αρχές και το περιεχόμενο του επίδικου ΕΕΣ.

 

Πέραν των ανωτέρω, εκ συμφώνου κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 40 και 41 το γαλλικό εθνικό ένταλμα σύλληψης και οι εγγυήσεις που λήφθηκαν από τις αρχές της Γαλλίας, ότι σε περίπτωση έκδοσης του εκζητούμενου και επιβολής ποινής φυλάκισης σε αυτόν, εάν και εφόσον δικασθεί και καταδικαστεί στη Γαλλία, θα μπορέσει να εκτίσει την ποινή που θα του επιβληθεί στην Κύπρο.

 

Δ. Αγορεύσεις Συνηγόρων

 

Μετά την ολοκλήρωση της ακροαματικής διαδικασίας, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των δύο πλευρών παρουσίασαν γραπτώς τις αγορεύσεις τους. Δεν κρίνω σκόπιμο να επαναλάβω όσα ανέφεραν οι συνήγοροι στις αγορεύσεις τους, επισημαίνω ωστόσο ότι έχω μελετήσει ενδελεχώς τις θέσεις που προβλήθηκαν και αναφορά σε αυτές θα γίνει όπου τούτο κριθεί σκόπιμο.

 

Ε. Νομική Πτυχή

 

Το νομοθετικό πλαίσιο το οποίο διέπει την παρούσα διαδικασία είναι ο Περί Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης και των Διαδικασιών Παράδοσης Εκζητουμένων Μεταξύ των Κρατών Μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης Νόμου του 2004 (N. 133(I)/2004), ο οποίος θεσπίστηκε για σκοπούς εναρμόνισης με την απόφαση-πλαίσιο 2002/584/ΔΕΥ του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Σύμφωνα με το αρ. 3 του Ν. 133(Ι)/2004, το οποίο αφορά στον σκοπό του ΕΕΣ:

 

«Το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης είναι απόφαση ή Διάταγμα δικαστικής αρχής κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης που εκδίδεται με σκοπό τη σύλληψη και την παράδοση προσώπου, το οποίο ευρίσκεται στο έδαφος άλλου κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ζητείται από τις αρμόδιες αρχές του κράτους έκδοσης του εντάλματος:

 

(α) Για την άσκηση ποινικής δίωξης ή

 

(β) για την εκτέλεση ποινής ή μέτρου στερητικών της ελευθερίας».

 

Η ανωτέρω νομοθετική πρόνοια, συνάδει με το αρ. 1 της Απόφασης-Πλαίσιο 2002/584/ΔΕΥ, η οποία προβλέπει τα εξής:

 

«1. Το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης είναι δικαστική απόφαση η οποία εκδίδεται από κράτος μέλος προς το σκοπό της σύλληψης και της παράδοσης από άλλο κράτος μέλος προσώπου που καταζητείται για την άσκηση ποινικής δίωξης ή για την εκτέλεση ποινής ή μέτρου στερητικών της ελευθερίας.

 

2. Τα κράτη μέλη εκτελούν κάθε ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης βάσει της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης και σύμφωνα με τις διατάξεις της παρούσας απόφασης-πλαίσιο.

 

3. H παρούσα απόφαση-πλαίσιο δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την τροποποίηση της υποχρέωσης σεβασμού των θεμελιωδών δικαιωμάτων και των θεμελιωδών νομικών αρχών, όπως διατυπώνονται στο άρθρο 6 της συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση».

 

Σχετικά είναι επίσης τα όσα αναφέρονται στο Εγχειρίδιο για τον τρόπο έκδοσης και εκτέλεσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης.

 

Στην Κωνσταντίνος (Ντίνος) Μιχαηλίδης ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας (2013) 1 Α.Α.Δ. 1764, αναφέρθηκαν τα εξής, σε σχέση με τη διαδικασία που ακολουθείται σε σχέση με ΕΕΣ και τον σκοπό της εν λόγω διαδικασίας:

 

«…Στόχος λοιπόν της όλης διαδικασίας είναι η παροχή δικαστικής συνδρομής μεταξύ των κρατών μελών ώστε να συμμορφώνονται και να παραδίδονται οι ύποπτοι χωρίς ιδιαίτερες περίπλοκες διαδικασίες ή αχρείαστες καθυστερήσεις. Γι' αυτό και οι στενές χρονικές περίοδοι, διότι η όλη διαδικασία δεν αφορά, ούτε ανάγεται σε καθαυτή ποινική δίωξη, ούτε η διαδικασία προσφέρεται για την εξέταση και θεμελίωση τυχόν ποινικής ευθύνης του εκζητουμένου. Αυτό αποτελεί κατ' εξοχήν το έργο της χώρας η οποία επιδιώκει την έκδοση του υπόπτου στο έδαφος της, οι δικαστικές αρχές της οποίας είναι και οι μόνες υπεύθυνες για την εξέταση και διαπίστωση της όποιας ποινικής ευθύνης του εκζητουμένου, στη βάση των ισχυόντων στην επικράτεια της, κανόνων δικαίου, ουσιαστικών και δικονομικών.

 

Προεξάρχον στοιχείο όπως απορρέει από τις αποφάσεις, είναι η εστίαση στην απλοποίηση των διαδικασιών σύλληψης και παράδοσης μέσα από μια sui generis διαδικασία, η οποία στοχεύει στην αποτελεσματική δικαστική συνδρομή μεταξύ των κρατών-μελών, δικαστική συνδρομή που περιλαμβάνει και την υπόδειξη δημοσίου κατηγόρου ως αρχής ("judicial authority"), κάτω από το Άρθρο 6 της Απόφασης-Πλαίσιο, υπό το φως των διαφορετικών συστημάτων δικαίου στον Ευρωπαϊκό χώρο, όπως υπέδειξε η πρόσφατη απόφαση του Supreme Court του Ηνωμένου Βασιλείου στην Αssange ν. Swedish Prosecution Attorney [2012] UKSC 22».

(Η έμφαση είναι του Δικαστηρίου).

 

Παραπέμπω επίσης στην απόφαση ημερ. 16.1.2017, Πολ. Εφ. Αρ. 416/2016 ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ SUSAN AYRE, ΑΠΟ ΤΗ ΜΕΓΑΛΗ ΒΡΕΤΑΝΙΑ, όπου λέχθηκαν τα εξής:

 

«Έχει τονισθεί στην απόφαση Μιχαηλίδης - ανωτέρω - με αναφορά σε προηγούμενες αποφάσεις (ακολούθησε δε ανάλογη νομολογία από το Ανώτατο Δικαστήριο), ότι το προεξάρχον στοιχείο είναι η εστίαση στην απλοποίηση των διαδικασιών σύλληψης και παράδοσης μέσα από μια sui generis διαδικασία, δηλαδή, μια ιδιότυπη διαδικασία ώστε να υπάρχει  αποτελεσματική δικαστική συνδρομή μεταξύ των χωρών μελών  και προς τούτο η Απόφαση-Πλαίσιο,  καθώς   και  η  εθνική   νομοθεσία,   περιλαμβάνουν  και   την υπόδειξη   κεντρικής  αρχής («central authority») κάτω από   το άρθρο 7 της Απόφασης, προς διοικητική υποβοήθηση των αντίστοιχων δικαστικών αρχών τόσο στη χώρα που εκδίδει το ένταλμα, όσο και στη χώρα που το εκτελεί.  Αυτό, υπό το φως των διαφορετικών συστημάτων δικαίου στον ευρωπαϊκό χώρο.

 

Ο σκοπός της όλης διαδικασίας, η οποία αρχίζει με ένταλμα σύλληψης σε εθνικό επίπεδο, το οποίο μετά μετατρέπεται ή ακολουθείται από ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, είναι η διαμεταγωγή του εκζητούμενου προσώπου πίσω στη χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης από την οποία έχει διαφύγει και στην οποία καλείται να αντιμετωπίσει ποινικές κατηγορίες.  Προς το σκοπό αυτό, προνοούνται στενά χρονικά περιθώρια, ενώ η παροχή της δικαστικής συνδρομής επιτυγχάνεται στη βάση απλουστευμένων διαδικασιών χωρίς αχρείαστες καθυστερήσεις.  Η διαδικασία δεν στοχεύει στη θεμελίωση τυχόν ποινικών ευθυνών του εκζητούμενου, ούτε αποτελεί ή ισοδυναμεί με ποινική δίωξη.  Μόνο οι δικαστικές αρχές της χώρας που εξέδωσαν το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, είναι υπεύθυνες για την εξέταση και διαπίστωση ποινικών ευθυνών».

 

(Η υπογράμμιση και η έμφαση είναι του Δικαστηρίου)

 

Πρόκειται για sui generis διαδικασία, διερευνητικού χαρακτήρα και όχι ποινική διαδικασία, με το Δικαστήριο να διατηρεί την ευχέρεια να ζητήσει επιπρόσθετες πληροφορίες από το κράτος μέλος έκδοσης, συμφώνως των όσων προνοεί το αρ. 21 του Ν. 133 (Ι)/2004, και να αποφανθεί επί των ζητημάτων που τίθενται ενώπόν του με βάση το υλικό που τίθεται ενώπιόν του και τυχόν πρόσθετες πληροφορίες, λαμβάνοντας υπόψη τις περιστάσεις της υπό εξέταση περίπτωσης.[11]

 

Οι υποχρεωτικοί λόγοι μη εκτέλεσης του ΕΕΣ, απαριθμούνται στο αρ. 13 του Ν. 133 (Ι)/2004, ενώ στο αρ. 14 του Ν. 133 (Ι)/2004 παρατίθενται οι προαιρετικοί λόγοι μη εκτέλεσης του ΕΕΣ. Πρόκειται, ως έχει νομολογηθεί, για εξαντλητικό κατάλογο.[12]

 

Αναφορικά με το περιεχόμενο και τον τύπο του ΕΕΣ του οποίου ζητείται η εκτέλεση, σχετικές είναι οι προνοιες του αρ. 4 του Ν. 133 (Ι)/2004. Σύμφωνα μάλιστα με το αρ. 21(2) του του Ν. 133 (Ι)/2004, είναι δυνατό να ζητούνται πληροφορίες, ιδίως σε σχέση με τα άρθρα 4, 13 και 15 του Νόμου.

 

Παράλληλα, ως έχει νομολογηθεί, ο μηχανισμός της εκτέλεσης ΕΕΣ, δυνατό να αναχαιτιστεί, όταν υφίσταται υπαρκτός κίνδυνος παραβίασης των θεμελιωδών δικαιωμάτων του εκζητούμενου, όπως το ενδεχόμενο ο εκζητούμενος να αντιμετωπίσει σοβαρό κίνδυνο καταδίκης του σε θάνατο ή να υποστεί βασανιστήρια ή άλλη απάνθρωπη ή εξευτελιστική ποινή ή μεταχείριση.[13] 

 

 

 

 

Στ. Εξέταση των Λόγων Ένστασης και Συμπεράσματα Δικαστηρίου

 

Από πλευράς εκζητούμενου, τίθενται οι ακόλουθοι λόγοι ένστασης, για τους οποίους θεωρεί ότι το Δικαστήριο πρέπει να αρνηθεί την έκδοσή του:

 

Α. Η έκδοση του εκζητούμενου ζητείται για σκοπούς ανάκρισης και όχι για άσκηση ποινικής δίωξης.

 

Β. Το Δικαστήριο θα πρέπει να μην εκδώσει τον εκζητούμενο βάσει του προαιρετικού λόγου μη έκδοσης που προνοεί το αρ. 14(1)(στ) του Ν. 133(Ι)/2004.

 

Γ. Η χρήση του ΕΕΣ από τις Γαλλικές αρχές συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας.

 

Προτού προβώ σε εξέταση των λόγων ένστασης, προχωρώ σε εξέταση του τύπου και περιεχομένου του ΕΕΣ, έχοντας κατά νου τις πρόνοιες των αρ. 4 και 12 του Ν.133(Ι)/2004, καθώς επίσης και τις εκατέρωθεν εισηγήσεις των μερών.

 

Διαπιστώνω, ότι ως προκύπτει από το ΕΕΣ (Τεκμήρια 2 και 3), τούτο συνάδει, στον βαθμό που απαιτείται, με τον τύπο του Παραρτήματος Α του Ν. 133(Ι)/2004 και περιλαμβάνει τα στοιχεία που αναφέρονται στο αρ. 4, ήτοι την γνωστή στο κράτος έκδοσης ταυτότητα και ιθαγένεια του εκζητουμένου, τα στοιχεία της δικαστικής αρχής έκδοσης του εντάλματος, ότι εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης την 6.10.2025, παραθέτει τις αξιόποινες πράξεις που αφορά και την προβλεπόμενη ποινή, καθώς επίσης και τις περιστάσεις τέλεσης των αδικημάτων, περιλαμβανομένου του χρόνου και του τόπου τέλεσης τους, καθώς επίσης και τη μορφή συμμετοχής του εκζητουμένου στις εν λόγω αξιόποινες πράξεις. Αναφορά γίνεται πιο πάνω, στο μέρος «Εισαγωγή».

 

Επισημαίνεται, ότι ως έχει νομολογηθεί, η περιγραφή των πραγματικών περιστατικών πρέπει να συνίσταται σε σύντομη περίληψη και όχι σε πλήρη καταγραφή ολόκληρου του φακέλου, λαμβανομένης υπόψη και της περιπλοκότητας της υπόθεσης.[14] Παράλληλα, παράλειψη  συμμόρφωσης με τις προϋποθέσεις του αρ. 4 του Ν. 133(Ι)/2004, δεν συνεπάγεται ακύρωση του ΕΕΣ, ώστε το αίτημα για εκτέλεσή του να υπόκειται σε απόρριψη.[15]

 

Περαιτέρω, διαπιστώνω ότι οι πράξεις για τις οποίες διώκεται ο εκζητούμενος, είναι ταυτόχρονα αξιόποινες και στην Κυπριακή Δημοκρατία και δεν εμπίπτουν στις εξαιρέσεις του αρ. 12(2), εμπίπτουν δε στην κατηγορία των αδικημάτων που εξαιρούνται του ελέγχου του διττού αξιόποινου, σύμφωνα με το άρθρο 12 (2)του Ν. 133(Ι)/2004.

 

Λόγος Ένστασης Α: Η έκδοση του εκζητούμενου ζητείται για σκοπούς ανάκρισης και όχι για άσκηση ποινικής δίωξης.

 

Με εκτενή επιχειρηματολογία και ανάλυση των απαντήσεων των γαλλικών αρχών επί των διευκρινίσεων που ζητήθηκαν από τους δικηγόρους του εκζητούμενου (Τεκμήριο 11), οι ευπαίδευτοι συνήγοροι του εκζητούμενου, εισηγούνται ότι η έκδοση του εκζητούμενου ζητείται για σκοπούς ανάκρισης και όχι για άσκηση ποινικής δίωξης, υποστηρίζουν δε, ότι στο ΕΕΣ, στο σημείο Α30, αναγράφεται εντελώς τυποποιημένα, ότι ο εκζητούμενος ζητείται για σκοπούς δίωξης και έκτισης ποινής, χωρίς να προσθέσουν ή να διαγράψουν οποιαδήποτε πρόταση.

 

Εισηγούνται περαιτέρω, ότι δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία επί του γαλλικού δικαίου, ότι δηλαδή στη Γαλλία το ανακριτικό στάδιο περιλαμβάνεται στον ορισμό της ποινικής δίωξης, ενώ υποστηρίζουν ότι η παρούσα διαφοροποιείται από τα νομολογηθέντα στην Ghebali, ένεκα του ότι στην περίπτωση εκείνη είχαν ολοκληρωθεί οι ανακρίσεις και απέμενε η ανακριτική κατάθεση του εκζητούμενου, εναντίον του οποίου υπήρχε σοβαρή μαρτυρία.

 

Αντίθετη είναι η εισήγηση της ευπαίδευτης συνηγόρου που εκπροσωπεί την Κεντρική Αρχή, η οποία με παραπομπή σε σχετική νομολογία, εισηγείται ότι σκοπός της έκδοσης του ΕΕΣ, είναι η ποινική δίωξη του εκζητούμενου.

 

Έχοντας κατά νου τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου, προχωρώ σε εξέταση του θέματος. Για τους λόγους που εξηγώ ευθύς αμέσως, οι εισηγήσεις αυτές δεν βρίσκουν σύμφωνο το Δικαστήριο.

 

Στο επίδικο ΕΕΣ, στο σημείο Α30 αναγράφονται τα εξής:

 

«Τhis warrant has been issued by a competent judicial authority. I request that the person mentioned below be arrested and surrendered to the judicial authorities for the purpose of conducting a criminal prosecution or executing a custodial sentence or detention order».

 

Πρόκειται για τυποποιημένη φράση, ως ακριβώς καταγράφεται στο Παράρτημα Α της οικείας νομοθεσίας.

 

Σύμφωνα με τον ΜΚΑ2, ένα ΕΕΣ εκδίδεται είτε για άσκηση ποινικής δίωξης είτε για έκτιση ποινής, τα δε σημεία Β1, Α031 και Α032, συμπληρώνονται στις περιπτώσεις που αφορούν σε ποινική δίωξη. Σημειώνω, ότι στα σημεία αυτά αναφέρεται ότι εναντίον του εκζητούμενου εκδόθηκε εθνικό ένταλμα σύλληψης ημερ. 6.10.2025.

 

Από τα όσα δε τέθηκαν ενώπιόν μου, προκύπτει ότι εναντίον του εκζητούμενου εκδόθηκε εθνικό ένταλμα σύλληψης ημερ. 6.10.2025, ενώ ως ο ίδιος ο εκζητούμενος ανέφερε, δεν αντιμετώπισε οποιαδήποτε ποινική διαδικασία στο παρελθόν.

 

Όπως επίσης προκύπτει από τις απαντήσεις των γαλλικών αρχών, στις διευκρινίσεις που ζητήθηκαν από τους δικηγόρους του εκζητούμενου, ημερ. 10.11.2025 (Τεκμήριο 11), η υπόθεση είναι ακόμα υπό διερεύνηση και σύμφωνα με το γαλλικό δίκαιο, ανακρινόμενο πρόσωπο μπορεί να επιλέξει να απαντήσει σε ερωτήσεις ή να μιλήσει αυθόρμητα κατά τη διάρκεια της αρχικής ακροαματικής διαδικασίας, που είναι η διαδικασία κατά τη διάρκεια της οποίας θα αποφασιστεί εάν το άτομο αυτό θα τεθεί υπό διερεύνηση (under investigation). Από τη στιγμή που «ανοίγει» η διερεύνηση, σύμφωνα με τις γαλλικές αρχές, υπάρχει προθεσμία 12 μηνών και στο τέλος της εν λόγω προθεσμίας το πρόσωπο αυτό μπορεί να ζητήσει όπως η έρευνα τερματιστεί. Εναπόκειται στο στάδιο αυτό στον Δικαστή να αποφασίσει εάν η έρευνα θα κλείσει ή όχι και η απόφασή του δυνατό να ελεγχθεί με καταχώριση έφεσης.

 

Ως εκ των άνω, προκύπτει ότι η υπόθεση είναι ακόμα υπό διερεύνηση στη Γαλλία, πράγμα με το οποίο άλλωστε συμφωνεί η πλευρά του εκζητούμενου, ως αναδύεται από τις εισηγήσεις που προέβαλε.

 

Σχετικά παραπέμπω στην Πολ. Εφ. αρ. 51/2020 Αναφορικά με τον Joseph Ghebali ημερ. 11.5.2020, όπου ηγέρθη ότι ζητείτο η έκδοση του εκζητούμενου για άλλους λόγους και όχι για σκοπούς ποινικής δίωξης, με το Ανώτατο Δικαστήριο να αναφέρει, μεταξύ άλλων, τα εξής:

 

«Από το ενώπιον του Δικαστηρίου επίδικο ευρωπαϊκό ένταλμα, σημασία έχει η αναφορά «for the purpose of conducting a criminal prosecution”.

 

Εκείνο δε περαιτέρω που προέκυπτε από τα ενώπιον του πρωτόδικου δικαστηρίου δεδομένα είναι πως η υπόθεση εναντίον του εφεσείοντα δεν βρισκόταν στο αρχικό στάδιο διερεύνησης.  Είχαν ήδη ληφθεί οι καταθέσεις από τους παραπονούμενους που κατονομάζουν τον εφεσείοντα ως το πρόσωπο που τους ξεγέλασε.  Όπως παρατηρεί δε και το πρωτόδικο δικαστήριο, η υπόθεση δεν αφορά πλέον το στάδιο που θα πρέπει να υποβληθούν ερωτήσεις στον εκζητούμενο για να διαφανεί αν αυτός θα καταταχθεί ως ύποπτος, αλλά είναι το στάδιο όπου καθηκόντως πρέπει να ανακριθεί και ακολούθως να διαταχθεί η ποινική του δίωξη, εάν τούτο κριθεί αναγκαίο στη βάση των αποτελεσμάτων της ανάκρισης, όπως συνέβη στην υπόθεση Βalzaz Aztastos vThe Szellsord CourtHungary (2010) EWHC237.  Η πρωτόδικη κρίση επί του θέματος - το οποίο ήταν και ο μοναδικός λόγος ένστασης - είναι πλήρως αιτιολογημένη και ορθή.  Το γεγονός ότι υπήρξε προβληματισμός αρχικά σε σχέση με το λόγο που ζητείτο για παράδοση ο εφεσείων και ο προβληματισμός αυτός, οδήγησε  το Δικαστήριο με τη σύμφωνη γνώμη των διαδίκων, σε υποβολή διευκρινιστικού ερωτήματος προς τις Γαλλικές Αρχές, δεν αλλοιώνει τα πράγματα, αφού εντέλει οι διευκρινίσεις που δόθηκαν συνάδουν με το περιεχόμενο του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης αλλά και με το άρθρο 3 του Ν.133(Ι)/2004, του ως άνω Νόμου. Πρόκειται για μια διαδικασία προερχόμενη από δικαστική αρχή που οδηγεί σε ποινική δίωξη.

 

Θα ήταν μικροσκοπικό και εκτός της έννοιας της αρχής της αλληλεγγύης που διέπει την ευρωπαϊκή ενότητα να σταθούμε σε επιμέρους έννοιες και λεπτομέρειες που αφορούν τη διαδικασία στη Γαλλία. (βλ. Reinwald ν. Γεν.Εισαγγελέας Πολ. έφ. αρ.42/19, 23.4.2020).  Τέτοια πορεία θα ήταν ατελέσφορη. Εξάλλου και ο ίδιος ο Γάλλος δικηγόρος που κατέθεσε για τον εκζητούμενο, δήλωσε πως οι απαντήσεις της Κεντρικής Αρχής της Γαλλίας αντικατοπτρίζουν την πραγματική εικόνα σταδίου διερεύνησης.  Το ότι εντέλει μπορεί η δίωξη να μη συντελεστεί δεν αλλάζει τη βασική αρχή ότι ο σκοπός του εντάλματος  είναι η ποινική δίωξη.  Αυτό προκύπτει εμμέσως πλην σαφώς από την υπόθεση του ΔΕστις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις  C-566/19 PPU και C626/19 PPU 12.12.2019 από την οποία μεταφέρουμε τις σκέψεις 69 και 70:  «. στη γαλλική έννομη τάξη, η απόφαση περί εκδόσεως μπορεί ως διαδικαστική πράξη να προσβληθεί ενόσω διαρκεί η ανακριτική διαδικασία και αν το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης εκδίδεται εις βάρος προσώπου το οποίο δεν είναι ακόμη διάδικος, το πρόσωπο αυτό μπορεί να ασκήσει το ένδικο μέσο μετά την παράδοση του και την προσαγωγή του ενώπιον του ανακριτή.  Η ύπαρξη, στη γαλλική έννομη τάξη, τέτοιων δικονομικών κανόνων καταδεικνύει, επομένως, ότι ο αναλογικός χαρακτήρας της αποφάσεως της εισαγγελικής αρχής να εκδώσει ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο προηγούμενου δικαστικού ελέγχου, ακόμη και σχεδόν ταυτόχρονα με την έκδοση του και, εν πάση περιπτώσει, μετά την έκδοση του ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως και, επομένως, ο έλεγχος αυτός μπορεί να πραγματοποιηθεί, κατά περίπτωση, πριν ή μετά την παράδοση του εκζητουμένου».

 

Παραπέμπω επίσης στην Πολ. Εφ. Αρ. 6/2024 ημερ. 17.1.2025, EDUARD VOVK v. Γενικός Εισαγγελέας, όπου ηγέρθη επίσης παρόμοιο θέμα από πλευράς εκζητούμενου και οι θέσεις του απερρίφθησαν, τόσο πρωτοδίκως, όσο και κατ’ έφεση, ενώ με αναφορά στο εγχειρίδιο για τον τρόπο έκδοσης και εκτέλεσης του ΕΕΣ του 2023, επισημαίνεται ότι η κυπριακή νομολογία έχει ερμηνεύσει τη φράση «ποινική δίωξη» διασταλτικά, έτσι ώστε να περιλαμβάνει μία διαδικασία προερχόμενη από δικαστική αρχή που οδηγεί σε ποινική δίωξη, χωρίς όμως να περιλαμβάνει το στοιχείο της βεβαιότητας της δίωξης.

 

Στην εν λόγω υπόθεση, λέχθηκε περαιτέρω, ότι εφόσον το πρωτόδικο Δικαστήριο έχει ενώπιον του στοιχεία που δεικνύουν ότι οι αρμόδιες αρχές της χώρας έκδοσης έκριναν ότι ο σκοπός της έκδοσης είναι η ποινική δίωξη, δεν δικαιολογείται, κατά κανόνα, η εξέταση της κρίσης αυτής.

 

Η πιο πάνω προσέγγιση της κυπριακής νομολογίας, συνεχίζει το Εφετείο, είναι συμβατή με τα λεχθέντα από το ΔΕΕ στην απόφαση PopławskiC-579 της 29ης Ιουνίου 2017, παράγραφος 19:

 

«Συναφώς, από το άρθρο 1, παράγραφος 2, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584 προκύπτει, κατ' αρχάς, ότι η εν λόγω απόφαση-πλαίσιο θεσπίζει την αρχή σύμφωνα με την οποία τα κράτη μέλη εκτελούν κάθε ΕΕΣ βάσει της αρχής της αμοιβαίας αναγνωρίσεως και σύμφωνα με τις διατάξεις αυτής της αποφάσεως-πλαισίου. Πλην εξαιρετικών περιστάσεων, οι δικαστικές αρχές εκτελέσεως δεν μπορούν, όπως έχει κρίνει το Δικαστήριο, να αρνηθούν την εκτέλεση τέτοιου εντάλματος παρά μόνον στις εξαντλητικώς απαριθμούμενες περιπτώσεις μη εκτελέσεως που προβλέπει η εν λόγω απόφαση-πλαίσιο και η εκτέλεση του ΕΕΣ μπορεί να εξαρτάται μόνον από μία εκ των περιοριστικώς προβλεπομένων στην εν λόγω απόφαση-πλαίσιο προϋποθέσεων (βλ., συναφώς, απόφαση της 5ης Απριλίου 2016, Aranyosi και Căldăraru, C‑404/15 και C‑659/15 PPUEU:C:2016:198, σκέψεις 80 και 82 καθώς και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). Κατά συνέπεια, ενώ η εκτέλεση του ΕΕΣ αποτελεί τον κανόνα, η άρνηση εκτελέσεως γίνεται αντιληπτή ως εξαίρεση η οποία πρέπει να ερμηνεύεται στενά».

 

Το θέμα επίσης απασχόλησε το Εφετείο στην Arthur Visokowski ν. Γενικός Εισαγγελέας, Πολ. Εφ. Αρ. 1/2025 ημερ. 27.2.2025, όπου και προσεγγίσθηκε με παρόμοιο τρόπο.

 

Τα ανωτέρω νομολογηθέντα, θεωρώ ότι διαφωτίζουν τα εγειρόμενα ζητήματα, περιλαμβανομένης της θέσης των συνηγόρων του εκζητούμενου περί αναγκαιότητας προσκόμισης πραγματογνωμοσύνης επί του γαλλικού δικαίου, μέσα στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας. Σημειώνω, εν πάση περιπτώσει, ότι ούτε η πλευρά του εκζητούμενου προσέφερε τέτοια μαρτυρία.

 

Στο δε Εγχειρίδιο για τον τρόπο έκδοσης και εκτέλεσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, 2.1., αναφέρεται ότι:

 

«Η «άσκηση ποινικής δίωξης» περιλαμβάνει επίσης την ποινική προδικασία. Ωστόσο, σκοπός του ΕΕΣ δεν είναι η διαμεταγωγή προσώπων απλώς και μόνο για να ανακριθούν ως ύποπτοι. Για τον σκοπό αυτό μπορούν να χρησιμοποιούνται άλλα μέτρα, όπως η ευρωπαϊκή εντολή έρευνας (ΕΕΕ). Στην ενότητα 2.5 παρουσιάζονται συνοπτικά άλλα μέτρα δικαστικής συνεργασίας».

 

Στην ενότητα 2.5. απαριθμούνται τα άλλα μέτρα στα οποία γίνεται αναφορά πιο πάνω, ενώ υπάρχει η ακόλουθη σύσταση:

 

«Συνιστάται στις δικαστικές αρχές έκδοσης, προτού αποφασίσουν την έκδοση ΕΕΣ, να εξετάζουν δεόντως το ενδεχόμενο λήψης άλλων μέτρων».

 

Πρόκειται για σύσταση προς τις αρχές έκδοσης, δηλαδή στην προκειμένη περίπτωση, τη Γαλλία, ενώ το λεκτικό της παραγράφου 2.1., σαφέστατα αναφέρει ότι η άσκηση ποινικής δίωξης περιλαμβάνει και την ποινική προδικασία, χωρίς τούτο να σημαίνει, ότι το ΕΕΣ θα πρέπει να εκδίδεται για σκοπούς ανακρίσεων υπόπτων και μόνο. Διερχομένη των απαντήσεων των γαλλικών αρχών, δεν διαπιστώνω κάτι τέτοιο.

 

Τέλος, σημειώνω, ότι το στάδιο στο οποίο βρίσκεται η διερεύνηση της παρούσας υπόθεσης στη Γαλλία, ως προκύπτει από τα όσα τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, δεν αποτελεί κατά την κρίση μου τέτοιο διαφοροποιητικό παράγοντα, ώστε το Δικαστήριο να αποστεί από τη σχετική επί του θέματος νομολογία.

 

Από τα όσα τέθηκαν ενώπιόν μου και τα οποία παραθέτω πιο πάνω, η υπόθεση που διερευνάται στη Γαλλία αφορά σε ένα κατ’ ισχυρισμό εντέχνως περίπλοκο έγκλημα και η συμμετοχή που αποδίδεται στον εκζητούμενο ως μέλος της εν λόγω εγκληματικής οργάνωσης, περιγράφεται στο ΕΕΣ. Η δε διαφορετική διαδικασία που ακολουθείται με βάση το εσωτερικό δίκαιο του κάθε κράτους – μέλους, ουδόλως διαφοροποιεί τα πράγματα. Αντίθετη προσέγγιση, θα καταστρατηγούσε την ίδια την ύπαρξη της Απόφασης-Πλαίσιο. Ως αναφέρθηκε στην Πολ. Εφ. Αρ. 421/17 ημερ. 11.1.2018, ECLI:CY:AD:2018:A10 Αναφορικά με τον Θωμά Πέτρου:

 

«Το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης ορίζεται από την ίδια την απόφαση-πλαίσιο ως «δικαστική απόφαση» (Άρθρο 1(1)).  Πρόκειται για μια sui generis δικαστική απόφαση που εκδίδεται από ένα κράτος μέλος, το κράτος έκδοσης.  Η τελική όμως απόφαση για την παράδοση του εκζητουμένου λαμβάνεται από τη δικαστική αρχή άλλου κράτους μέλους, του κράτους εκτέλεσης, δοθέντος ότι οι αποφάσεις για την εκτέλεση πρέπει να υπόκεινται σε επαρκή έλεγχο από τη δικαστική αρχή του κράτους μέλους στο οποίο συνελήφθη το καταζητούμενο πρόσωπο (Αιτιολογική Σκέψη (8) της Απόφασης-πλαίσιο).  

 

Παρά το ρόλο που διατηρεί το κράτος εκτέλεσης, οι αρχές της αμοιβαίας αναγνώρισης και της αμοιβαίας εμπιστοσύνης που διαπνέουν το σκοπό  αλλά και αυτή τούτη την έννοια του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης,  δεν οδήγησαν απλώς σε απλοποίηση των προϋποθέσεων και της διαδικασίας με την εισαγωγή ενός νέου απλουστευμένου συστήματος παράδοσης, αλλά έχουν, συνεπακόλουθα, περιορίσει  τα πλαίσια άσκησης της κρατικής κυριαρχίας, όπως και τις παραδοσιακές ενστάσεις σε μια διαδικασία έκδοσης.  Όπως χαρακτηριστικά αναφέρθηκε στην απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου C-396/11 Ciprian Vasile Radu, οι κλασσικές σχέσεις συνεργασίας που ισχύουν μέχρι σήμερα μεταξύ κρατών μελών θα πρέπει να δώσουν τη θέση τους σε ένα σύστημα ελεύθερης κυκλοφορίας των ποινικών αποφάσεων σε ένα χώρο ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης».

 

(Η υπογράμμιση και η έμφαση είναι του Δικαστηρίου).

 

Ως εκ των άνω, έχω ικανοποιηθεί ότι το επίδικο ΕΕΣ έχει εκδοθεί για σκοπούς άσκησης ποινικής δίωξης και ο σχετικός λόγος ένστασης απορρίπτεται.

 

Β. Το Δικαστήριο θα πρέπει να μην εκδώσει τον εκζητούμενο βάσει του προαιρετικού λόγου μη έκδοσης που προνοεί το αρ. 14(1)(στ) του Ν. 133(Ι)/2004.

 

Οι συνήγοροι του εκζητούμενου, επικαλούνται ότι στην προκειμένη περίπτωση, το Δικαστήριο θα πρέπει να αρνηθεί την έκδοσή του στη Γαλλία, καθότι εφαρμόζεται η υπεράσπιση της δικαιοδοσίας που προβλέπει του αρ. 14(1)(στ) του Ν. 133(Ι)/2004, το οποίο διαλαμβάνει τα εξής:

 

«(στ) αν το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης έχει εκδοθεί για αξιόποινη πράξη, η οποία: (i) θεωρείται κατά τον Κυπριακό ποινικό νόμο ότι τελέστηκε εξ ολοκλήρου ή εν μέρει στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας ή σε εξομοιούμενο προς αυτό τόπο…»

 

Η ανωτέρω νομοθετική διάταξη συνάδει με το αρ. 4(7)(α) της Απόφασης -Πλαίσιο 2002/584, σύμφωνα με την οποία η δικαστική αρχή εκτέλεσης μπορεί να αρνηθεί την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, όταν το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης αφορά αξιόποινες πράξεις οι οποίες κατά το δίκαιο του κράτους μέλους εκτέλεσης θεωρούνται ότι διεπράχθησαν εξ ολοκλήρου ή εν μέρει στο έδαφός του κράτους εκτέλεσης ή σε εξομοιούμενο προς αυτό τόπο.

 

Αποτελεί εισήγηση των συνηγόρων του εκζητούμενου, ότι η Κύπρος έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει τα κατ’ ισχυρισμό αδικήματα, τα οποία κατ’ ισχυρισμό διαπράχθηκαν με ηλεκτρονικά μέσα ή και διαδικτυακά, που διαπράττονται δηλαδή ταυτόχρονα σε δύο ή περισσότερα μέρη, επομένως υφίσταται συντρέχουσα δικαιοδοσία. Σχετικά παραπέμπουν στο άρθρο 5 του περί Ποινικού Κώδικα Νόμου, Κεφ. 154.

 

Περαιτέρω, υποστηρίζουν ότι όλα τα αδικήματα που αναφέρονται στο ΕΕΣ είναι αδικήματα τα οποία αναφέρονται σε διεθνείς συμβάσεις που έχει κυρώσει η Δημοκρατία και ειδικότερα παραπέμπουν στα ακόλουθα νομοθετήματα:

 

-        Ο περί της παρεμπόδισης και καταπολέμησης της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες Νόμος του 2007 που ενσωματώνει τις οδηγίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την καταπολέμηση του ξεπλύματος χρήματος.

 

-        Ο κυρωτικός νόμος της σύμβασης κατά του εγκλήματος δια διαδικτύου (cybercrime) ο οποίος κυρώνει τη σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης κατά του εγκλήματος μέσω του διαδικτύου.

 

-        Ο περί της σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών κατά του διεθνικού οργανωμένου εγκλήματος και πρωτοκόλλων κυρωτικός νόμος του 2003.

 

Πέραν των ανωτέρω, επιχειρηματολογείται ότι όπως προκύπτει από τα αιτήματα που έγιναν μέσω των ευρωπαϊκών εντολών έρευνας και τους σχετικούς όρκους προς υποστήριξη των εν λόγω εντολών, υπάρχουν ισχυρισμοί ότι ο καθ’ ου η αίτηση έκανε ξέπλυμα στην Κύπρο μέσω ακίνητης ιδιοκτησίας που αγόρασε. Επομένως από όλα τα πιο πάνω, προκύπτει ότι ακόμα και αν τα κατ’ ισχυρισμό αδικήματα διαπράττονταν στην αλλοδαπή, με βάση την κυπριακή νομοθεσία, η Κύπρος θα είχε δικαιοδοσία εκδίκασής τους.

 

Σύμφωνα δε με τη γραπτή δήλωση του εκζητούμενου, κατά την επίδικη περίοδο, δηλαδή που αντιστοιχεί στους ισχυρισμούς των γαλλικών αρχών, αυτός δούλευε αποκλειστικώς και εξ αποστάσεως από την Κύπρο, επομένως οτιδήποτε και αν έλαβε χώρα, θα έπρεπε να είχε λάβει χώρα ενόσω βρισκόταν στην Κύπρο και όχι στη Γαλλία, την οποία δεν επισκέφθηκε κατά τον ουσιώδη χρόνο. Ο μάρτυρας δεν αντεξετάστηκε επί των ανωτέρω, συνεπώς αυτά παραμένουν αναντίλεκτα.

 

Επιπρόσθετα, οι γαλλικές αρχές, τόσο στο ευρωπαϊκό, όσο και στο εθνικό ένταλμα σύλληψης, αναφέρουν ως τόπο διάπραξης την Γαλλία αλλά και το εξωτερικό, υπονοώντας την Κύπρο. Όπως μάλιστα αναφέρουν στο ΕΕΣ, ο τόπος όπου κατέληξαν τα κατ’ ισχυρισμό χρήματα, είναι η Κύπρος.

 

Ως εκ των άνω, ο φερόμενος τόπος διάπραξης είναι ο τόπος όπου βρίσκεται ο φερόμενος δράστης και ο παραπονούμενος, ο τόπος όπου υπάρχουν ηλεκτρονικές συσκευές με βάση τις οποίες διαπράττονται τα αδικήματα όπου καταλήγουν τα χρήματα και βρίσκονται οι τραπεζικοί λογαριασμοί ή και η ακίνητη περιουσία που είναι το προϊόν της εγκληματικής δραστηριότητας. Επομένως, υπάρχει συντρέχουσα διεθνής δικαιοδοσία.

 

Πέραν των ανωτέρω, η πλευρά του εκζητούμενου, με εκτενή παραπομπή κυρίως σε νομολογία των αγγλικών Δικαστηρίων, επιχειρηματολογεί ότι η Κύπρος είναι το καταλληλότερο forum και ότι δεν είναι προϋπόθεση να υπάρχει ποινική έρευνα, ούτε και δίωξη του εκζητούμενου, σε σχέση με το συγκεκριμένο αδίκημα, στην Κύπρο.

 

Η προϋπόθεση, εισηγούνται, είναι η απόδειξη της τέλεσης του αδικήματος εξ ολοκλήρου ή εν μέρει στην Κύπρο. Πρόκειται για την αρχή της εδαφικότητας, σύμφωνα με την οποία όλα τα άτομα που βρίσκονται στο έδαφος ενός κράτους, υπόκεινται στο δίκαιο του κράτους αυτού.

 

Στην προκειμένη περίπτωση, ο εκζητούμενος είναι μόνιμος κάτοικος της Κύπρου, στην οποία έχουν πραγματοποιηθεί τα όποια γεγονότα περιβάλλουν τις όποιες έρευνες, ενώ στην Κύπρο διαμένουν και όλα τα άλλα πρόσωπα, τα οποία κατονομάζονται ως συνεργοί - μέλη της εγκληματικής ομάδας. Εντούτοις, με βάση απόφαση άλλου Επαρχιακού Δικαστηρίου ένα εξ αυτών των προσώπων δεν θα παραδοθεί, επομένως τυχόν παράδοση του εκζητούμενου, θα «σπάσει» τη διερεύνηση στα δύο.

 

Περαιτέρω, τα τεκμήρια που αφορούν την υπόθεση βρίσκονται στην Κύπρο, αναφορικά δε με τους μάρτυρες ή τα θύματα, δεν έχει αναφερθεί οτιδήποτε στα έγγραφα που έχουν κατατεθεί και στο πού βρίσκονται τα πρόσωπα αυτά, ενώ στην Κύπρο βρίσκονται όλοι οι μάρτυρες κατηγορίας και όλοι οι πιθανοί μάρτυρες υπεράσπισης.

 

Θα πρέπει επιπλέον, κατά τους συνηγόρους του εκζητούμενου, να ληφθούν υπόψη οι ισχυρότατοι δεσμοί του με το έδαφος της Δημοκρατίας και ειδικότερα, οι οικογενειακές του περιστάσεις, περιλαμβανομένου του συμφέροντος του παιδιού του, το οποίο δεν μπορεί να διαχειριστεί η σύζυγός του λόγω του προβλήματος ψυχικής υγείας που αντιμετωπίζει. Τέλος, κάνουν λόγο στην καθυστέρηση η οποία θα προκύψει, ένεκα του ότι εκκρεμεί η εκδίκαση των αιτήσεων κατακράτησης τεκμηρίων, τα οποία περισυλλέχθησαν, βάσει των ευρωπαϊκών εντολών έρευνας.

 

Εκ διαμέτρου αντίθετες είναι οι θέσεις της ευπαίδευτης εκπροσώπου της Κεντρικής Αρχής η οποία παραθέτει σχετική νομολογία επί του θέματος και εισηγείται ότι δεν συντρέχουν οποιοιδήποτε λόγοι μη εκτέλεσης του ΕΕΣ, παραπέμποντας στον σκοπό και στη φύση της διαδικασίας παράδοσης μεταξύ των κρατών μελών, σκοπός της οποίας είναι η απλοποίηση της διαδικασίας και η έκδοση των εκζητούμενων προσώπων, μέσα στο πλαίσιο της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης μεταξύ των κρατών μελών.

 

Έχω αποτιμήσει τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου επί του θέματος.

 

Σημειώνω εν πρώτοις, ότι ουδεμία μαρτυρία προσκομίστηκε στο Δικαστήριο, από την οποία να προκύπτει ότι υπάρχει διερεύνηση της υπόθεσης που οι γαλλικές αρχές διερευνούν στην Κύπρο, ή ότι υπάρχει έστω πρόθεση διερεύνησης της συγκεκριμένης υπόθεσης από πλευράς αστυνομικών αρχών. Ούτε και προσκομίστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία, από την οποία να προκύπτει, ότι υπάρχουν παραπονούμενοι στην Κύπρο.

 

Δεν παραγνωρίζω, ότι από τα όσα τέθηκαν ενώπιόν μου, τα κατ’ ισχυρισμό αδικήματα δυνατό να διαπραχθούν με τη χρήση της σύγχρονης τεχνολογίας, από οποιοδήποτε μέρος του πλανήτη. Σύμφωνα με το ΕΕΣ, καταλογίζεται στον εκζητούμενο η συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση, η οποία, χρησιμοποιώντας τεχνολογικά μέσα, εξαπατούσε χρήστες του διαδικτύου να επενδύσουν τα χρήματά τους και εν τέλει τα χρήματα αυτά, κατέληγαν, μέσω μιας πολύπλοκης διαδικτυακής δομής, σε λογαριασμούς ιδιωτών και νομικών προσώπων. Ο εκζητούμενος, σύμφωνα πάντοτε με τα όσα καταγράφονται στο ΕΕΣ, φαίνεται να δραστηριοποιείτο αποκλειστικώς στη μεταφορά κρυπτοστοιχείων (cryptoassets). Ως επίσης αναφέρεται στο ΕΕΣ, οι πράξεις αυτές τελέστηκαν κατά την περίοδο 1.1.2020 – 4.6.2025, σε διάφορες πόλεις της Γαλλίας.

 

Διερχόμενη την αίτηση κατακράτησης τεκμηρίων υπ’ αρ. 161/2025, η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο 22 και αφορά στον εκζητούμενο, εντοπίζω ότι σε αυτήν αναφέρεται ότι ζητείται διάταγμα κατακράτησης τεκμηρίων μέχρι την αποπεράτωση οποιασδήποτε ποινικής διαδικασίας η οποία είναι δυνατόν να διεξαχθεί σε σχέση με αυτά στην Γαλλία.

 

Σύμφωνα με τα γεγονότα που στηρίζουν την εν λόγω Αίτηση, όπως καταγράφονται στην ευρωπαϊκή εντολή έρευνας, από το 2020 έχουν εμφανιστεί ψεύτικες επενδυτικές απάτες σε κρυπτονομίσματα και πολλά θύματα καταγράφηκαν στην Ευρώπη και τη Γαλλία. Ειδικότερα, χρησιμοποιείτο από τους απατεώνες ένας ιδιαίτερα έντεχνος και περίπλοκος τρόπος δράσης, με τη χρήση εξειδικευμένων μέσων της τεχνολογίας και του διαδικτύου για σκοπούς απάτης των θυμάτων, αλλά και ξεπλύματος των κεφαλαίων που εισπράττονταν από αυτά.

 

Ως περαιτέρω αναφέρεται στην εν λόγω Αίτηση, οι οικονομικές έρευνες κατέστησαν δυνατή την ανάδειξη των διαφόρων συναλλαγών κρυπτονομισμάτων που πραγματοποιήθηκαν από τους δράστες για τη νομιμοποίηση των κεφαλαίων που εξασφαλίστηκαν μέσω απάτης. Σύμφωνα λοιπόν με τις πληροφορίες που λήφθηκαν, τα δόλια κεφάλαια κρυπτονομισμάτων είχαν συλλεχθεί από διάφορα άτομα και εταιρείες στην Κύπρο.

 

Αναφορικά με τον εκζητούμενο, αναφέρεται ότι διέθετε λογαριασμό Βinance, όπου έλαβε λίγο περισσότερα από 492.000 αμερικανικά δολάρια, σε άμεση σύνδεση με ψεύτικες ιστοσελίδες απάτης επενδύσεων σε κρυπτονομίσματα κατά την περίοδο του 2022. Επιπλέον, σχεδόν 6,146 εκατομμύρια αμερικανικά δολάρια διοχετεύτηκαν μέσω αυτού του λογαριασμού αλλά και συναλλαγές, σε λογαριασμούς άλλων κατηγορουμένων.

 

Συνεπεία των ερευνών που διεξήχθησαν από τις αστυνομικές αρχές της Κύπρου, κατόπιν εκτέλεσης των ευρωπαϊκών εντολών έρευνας που διαβιβάστηκαν από τις αρχές της Γαλλίας, αριθμός τεκμηρίων παραλήφθηκαν, εξ ου και εκκρεμεί η εκδίκαση των εν λόγω αιτήσεων κατακράτησης τεκμηρίων.

 

Στο σημείο αυτό, σημειώνω, σε σχέση με το επιχείρημα ότι οι διαδικασίες που αφορούν στην κατακράτηση των τεκμηρίων που έχουν περισυλλεγεί, συνεπεία της έκδοσης ευρωπαϊκών εντολών έρευνας, θα είναι χρονοβόρες καθότι έχουν τεθεί υπό αμφισβήτηση, ότι πρόκειται για πιθανολόγηση, μέσω της γραπτής αγόρευσης των συνηγόρων του εκζητούμενου, η οποία αφενός μεν καμία αποδεικτική ισχύ δεν έχει, αφετέρου δε, δεν αποτελεί λόγο μη έκδοσης εκζητούμενου προσώπου, κατά τα διαλαμβανόμενα της νομοθεσίας. Εν πάση δε περιπτώσει, σύμφωνα με τον περί της Ευρωπαϊκής Εντολής Έρευνας σε Ποινικές Υποθέσεις Νόμο του 2017, Ν.181(Ι)/2017, τα τεκμήρια που παραλήφθηκαν βάσει των ευρωπαϊκών εντολών έρευνας, θα πρέπει να διαβιβαστούν στη Γαλλία.

 

Στην Πολ. Εφ. Αρ. 06/2022 D.N.X. ν. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ημερ. 7.6.2022, όπου ήταν παραδεκτό το γεγονός ότι οι αξιόποινες πράξεις συντελέστηκαν εν μέρει στην Κύπρο, όπου υπήρχε μέρος της μαρτυρίας, αναφέρθηκαν τα εξής:

 

«Δυνάμει του ΄Αρθρου 14, το οποίο προβλέπει λόγους για προαιρετική μη εκτέλεση του ΕΕΣ, το Δικαστήριο ασκώντας τη διακριτική του εξουσία, δύναται να αρνηθεί την εκτέλεση του, όταν το αδίκημα που αποδίδεται στον εκζητούμενο συντελέστηκε εν μέρει στην Κύπρο (΄Αρθ.14(1)(στ)(i) του Νόμου).

 

Η εισήγηση για προαιρετική μη εκτέλεση του ΕΕΣ έγινε πρωτοδίκως στη βάση του παραδεκτού γεγονότος ότι το αδίκημα τελέστηκε εν μέρει στην Κύπρο και ότι μέρος της μαρτυρίας βρίσκεται στην Κύπρο.

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο με περισσή επιμέλεια ασχολήθηκε με την εισήγηση.  Σημείωσε - ορθά - πως η ύπαρξη μαρτυρικού υλικού στη χώρα εκτέλεσης του Ε.Ε.Σ. δεν αποτελεί λόγο προαιρετικής μη εκτέλεσης.  Εκείνο που αποτελεί τέτοιο λόγο είναι η εν μέρει τέλεση του αδικήματος στην Κύπρο.

 

Αφού έγινε εκτενής περιγραφή του σχεδίου και τρόπου δράσης του εκζητούμενου με άλλα πρόσωπα ενεργώντας, εκτός από τη συμμετοχή της κυπριακής εταιρείας,  υπό τον μανδύα εταιρειών, σε διάφορες χώρες (κυρίως γερμανόφωνες) κατέληξε ως εξής:

 

«Όπως δε προκύπτει από τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου, η αποδιδόμενη συμμετοχή του εκζητούμενου στο αδίκημα της απάτης, αποδίδεται εν μέρει και στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας ένεκα της ύπαρξης της ως άνω εταιρείας που έχει το εγγεγραμμένο γραφείο της στη Λεμεσό και υπό το πέπλο της οποίας ο εκζητούμενος μαζί με άλλα πρόσωπα ενεργούσαν όπως περιγράφεται πιο πάνω για προσωπικό τους όφελος. Σύμφωνα όμως με τα γεγονότα που περιγράφονται στο ΕΕΣ παράλληλα οι αξιόποινες πράξεις τελεστή καν από τον εκζητούμενο από κοινού και σε συνεργασία με άλλα πρόσωπα κάτω από το πέπλο και δεύτερης εταιρείας που είχε την έδρα της στην Κολωνία, καθώς επίσης και με τη συμμετοχή και άλλων εταιρειών συνδεδεμένων με τους δυο εκ των κατηγορουμένων. Επίσης σύμφωνα πάντα με τα γεγονότα του ΕΕΣ τα θύματα της απάτης προέρχονται από Γερμανόγλωσσες χώρες. Όπως δε προέκυψε κατά την αντεξέταση του Μ.Κ.Α.1 προηγήθηκε η έκδοση από τις Γερμανικές Αρχές και του ΕΕΣ με αρ. 1/22 ενώπιον του Ε.Δ. Λεμεσού με το οποίο ζητήθηκε η έκδοση και άλλου προσώπου που συνδέεται με τα γεγονότα του παρόντος ΕΕΣ. ΄Οπως επίσης προέκυψε από την αντεξέταση του μάρτυρα, οι Γερμανικές Αρχές με σχετικά Ευρωπαϊκά Εντάλματα ΄Ερευνας στα πλαίσια δικαστικής συνδρομής ζήτησαν την περισυλλογή μαρτυρίας που βρίσκεται στην Κύπρο. Πλην της εκτέλεσης των εν λόγω Ευρωπαϊκών Εντολών Έρευνας που έγινε κατόπιν σχετικών αιτημάτων των Γερμανικών αρχών, οι αρχές της Κυπριακής Δημοκρατίας δεν φαίνεται να διερεύνησαν οτιδήποτε που να σχετίζεται με την υπόθεση. Από την άλλη οι Γερμανικές Αρχές, φαίνεται να συνδέουν τα γεγονότα τα οποία κατ' ισχυρισμό έλαβαν χώρα με τη συμμετοχή του εκζητούμενου κατόπιν συνέργειας και με άλλα πρόσωπα, που ενεργούσαν κάτω από το πέπλο εταιρείας με έδρα την Κύπρο αλλά και εταιρείας με έδρα την Κολωνία καθώς επίσης και με τη χρήση τηλεφωνικού κέντρου που λειτουργούσε στα γραφεία της εταιρείας αυτής στην Κολωνία.

 

Στην προκειμένη περίπτωση δεν έχει δοθεί μαρτυρία αλλά ούτε και τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου οποιοδήποτε αποδεικτικό έγγραφο ή στοιχείο που να παραπέμπει σε ποινική διαδικασία ή διερεύνηση ή ποινική δίωξη του εκζητούμενου στην Κύπρο. Αυτό το οποίο ο κ. Χίντικος αποδέχθηκε είναι ότι εκτελέστηκαν Ευρωπαϊκά Εντάλματα Έρευνας μετά από τα σχετικά αιτήματα των Γερμανικών Αρχών όπου και αναμένεται σύντομα να αποσταλούν τα αποτελέσματα. Θα πρέπει επίσης να λεχθεί ότι αδικήματα απάτης του συγκεκριμένου είδους, που όπως προκύπτει από τα γεγονότα που περιγράφονται στο ΕΕΣ, έχουν να κάνουν με επενδύσεις χρημάτων που γίνονται με τη χρήση της σύγχρονης τεχνολογίας μέσω του διαδικτύου, αλλά και τη χρήση τηλεφωνικού κέντρου που σαφώς παραπέμπει σε τηλεφωνικές συνδιαλέξεις και μάλιστα με θύματα από Γερμανόφωνες χώρες δεν μπορούν να έχουν μόνο ένα συγκριμένο τόπο τέλεσης. Αντίθετα στη βάση των γεγονότων που περιγράφονται στο ΕΕΣ, θεωρώ ότι ένεκα της φύσης τους, πρόκειται για αδικήματα για τη διάπραξη των οποίων μπορεί να έχουν δικαιοδοσία δύο ή και περισσότερες χώρες, χωρίς να υπάρχουν αντικρουόμενες δικαιοδοσίες. Επαναλαμβάνω ότι με βάση τα γεγονότα φαίνεται να αποδίδεται σε όλους τους εμπλεκόμενους, περιλαμβανόμενου και του εκζητούμενου, μία συνεχής και συντονισμένη δράση παράλληλα κάτω από το πέπλο τόσο εταιρείας με έδρα την Κύπρο, όσο και εταιρείας με έδρα την Κολωνία, μέσα από τις οποίες ο εκζητούμενος μαζί και με άλλα πρόσωπα που κατονομάζονται στο ΕΕΣ επέκτειναν και ή συνέχιζαν τις παράνομες δραστηριότητες τους με σκοπό να αποκομίσουν προσωπικό όφελος. Είναι επίσης καθοριστικό και το ότι με βάση τις διευκρινίσεις που έδωσαν οι Γερμανικές Αρχές σύμφωνα με το Γερμανικό Δίκαιο, νομικό πρόσωπο, δηλαδή εταιρεία, δεν μπορεί να θεωρηθεί ποινικά υπεύθυνο για την διάπραξη αδικήματος. Με όλο συνεπώς το πλέγμα των γεγονότων που περιγράφονται πιο πάνω και ένεκα της φύσης των αδικημάτων το γεγονός και μόνο ότι η μία από τις εταιρείες μέσω των οποίων ενεργούσε ο εκζητούμενος μαζί και με άλλα πρόσωπα έχει το εγγεγραμμένο γραφείο της στην Κύπρο και ως συνέπεια τούτου μέρος της μαρτυρίας βρίσκεται στην Κύπρο, δεν κρίνεται στην συγκεκριμένη περίπτωση στοιχείο ικανοποιητικό ώστε να δικαιολογείται η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ της απόρριψης της έκδοσης του εκζητούμενου.»

 

Παρατηρείται, ως εκ του πιο πάνω αποσπάσματος, μια σαφής και πλήρως  επεξηγηματική αλλά και πειστική αιτιολογία για τους λόγους που το δικαστήριο θεώρησε πως δεν δικαιολογείται η τέτοια άσκηση της εξουσίας του σύμφωνα με την εισήγηση του Εφεσείοντα.

 

Ισχύουν πλήρως αυτά που είχαμε αναφέρει σε παρόμοια εισήγηση στη Dumitry v. Δημοκρατίας, Πολ.΄Εφ.300/21, 8.12.2021, ECLI:CY:AD:2021:A564, ECLI:CY:AD:2021:A564:

 

«Η θέση ότι τα αδικήματα, εκτός της Ρουμανίας, διαπράχθησαν και στην Κύπρο, δεν είναι γεγονός που μπορεί να δικαιολογήσει άρνηση εκτέλεσης του Εντάλματος (βλ. Joannides v. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Πολ.Εφ.226/2017, 5.10.2017), ECLI:CY:AD:2017:A337, ECLI:CY:AD:2017:A337. ΄Αλλωστε λεπτομερή περιγραφή των γεγονότων της υπόθεσης ο εφεσείων θα έχει, όταν θα έχει πλήρη πρόσβαση στην όλη δικογραφία. Όπως αναφέρεται πρωτοδίκως οι αξιόποινες πράξεις τελέστηκαν από κοινού και σε συνεργασία εγκληματικών ομάδων που δρούσαν παράλληλα στην Κύπρο και στη Ρουμανία. Όπως καταγράφονται τα γεγονότα στο ΕΕΣ και στα συναφή έγγραφα, δεν μπορούν να οδηγήσουν στο συμπέρασμα ότι ο τόπος τέλεσης των αδικημάτων εκ μέρους του εφεσείοντα είναι αποκλειστικά η Δημοκρατία ή έστω αν οι πράξεις που συνιστούν τη δική του συμμετοχή στη διάπραξη τους φαίνεται να έλαβαν χώρα στην Κύπρο.»

 

Δεν παραγνωρίζω, τις προσωπικές περιστάσεις του εκζητούμενου και τους δεσμούς που παρουσίασε με την Κυπριακή Δημοκρατία, ούτε την ενδεχόμενη αναστάτωση και αλλαγή στην καθημερινότητα της οικογένειάς του. Όλοι αυτοί οι παράγοντες ωστόσο, δεν μπορεί να υπερφαλαγγίσουν το δημόσιο συμφέρον που απαιτεί την καταστολή του εγκλήματος, ούτε και τον σκοπό που διέπει τέτοιας φύσεως διαδικασίες, που δεν είναι άλλος, από την απλοποίηση των διαδικασιών παράδοσης εκζητούμενων προσώπων μεταξύ κρατών μελών, τηρουμένης ασφαλώς της διασφάλισης των δικαιωμάτων των εν λόγω προσώπων.

 

Kατ’ αναλογία παραπέμπω στην C-261/22 ημερ. 21.12.2023, όπου το ΔΕΕ κλήθηκε να απαντήσει στο ερώτημα αναφορικά με το κατά πόσο κράτος εκτέλεσης μπορούσε να αρνηθεί την εκτέλεση ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης που έχει εκδοθεί εις βάρος μητέρας παιδιών μικρής ηλικίας τα οποία ζουν μαζί της. Απαντώντας στο ερώτημα, το ΔΕΕ ανέφερε τα ακόλουθα:

 

«57. Λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των προεκτεθέντων, στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 1, παράγραφοι 2 και 3, της απόφασης-πλαισίου 2002/584, ερμηνευόμενο υπό το πρίσμα του άρθρου 7 και του άρθρου 24, παράγραφοι 2 και 3, του Χάρτη, έχει την έννοια ότι αντιτίθεται στην εκ μέρους της δικαστικής αρχής εκτέλεσης άρνηση παράδοσης του προσώπου εις βάρος του οποίου έχει εκδοθεί ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης για τον λόγο ότι το πρόσωπο αυτό είναι μητέρα παιδιών μικρής ηλικίας που ζουν μαζί της, εκτός εάν, πρώτον, η αρχή αυτή έχει στη διάθεσή της στοιχεία που αποδεικνύουν την ύπαρξη πραγματικού κινδύνου προσβολής του θεμελιώδους δικαιώματος στον σεβασμό της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής του εν λόγω προσώπου, το οποίο κατοχυρώνεται στο άρθρο 7 του Χάρτη, και προσβολής του υπέρτατου συμφέροντος των παιδιών του, όπως αυτό προστατεύεται στο άρθρο 24, παράγραφοι 2 και 3, του Χάρτη, λόγω συστημικών ή γενικευμένων πλημμελειών όσον αφορά τις συνθήκες κράτησης των μητέρων παιδιών μικρής ηλικίας και τις συνθήκες ανάληψης της επιμέλειας των παιδιών αυτών στο κράτος μέλος έκδοσης του εντάλματος και, δεύτερον, υπάρχουν σοβαροί και αποδεδειγμένοι λόγοι να θεωρηθεί ότι, λαμβανομένης υπόψη της προσωπικής τους κατάστασης, τα εν λόγω πρόσωπα θα διατρέξουν τον προαναφερθέντα κίνδυνο λόγω συνθηκών όπως οι ανωτέρω».

 

Στην προκειμένη περίπτωση, ουδεμία μαρτυρία ή επιχειρηματολογία προβλήθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, από την οποία να μπορεί να συναχθεί συμπέρασμα συμβατό με τα πιο πάνω. Οι συνήγοροι του εκζητούμενου, αρκούνται σε αναφορά σχετικά με τις συνέπειες που θα υποστεί το ανήλικο τέκνο του εκζητούμενου, το οποίο διαμένει και με τους δύο γονείς του, χωρίς να έχουν ωστόσο προσκομίσει μαρτυρία πραγματογνώμονα σε σχέση με τις συνέπειες στις οποίες αναφέρονται.

 

Ενόψει όλων των ανωτέρω, δεν έχω ικανοποιηθεί ότι η θέση περί εν μέρει διάπραξης των κατ’ ισχυρισμό αδικημάτων στην Κύπρο, αποτελεί λόγο μη εκτέλεσης του ΕΕΣ.

 

Γ. Η χρήση του ΕΕΣ από τις Γαλλικές αρχές συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας.

 

Αποτελεί θέση των συνηγόρων του εκζτούμενου, ότι λαμβάνει χώρα κατάχρηση της διαδικασίας, ένεκα της συμπεριφοράς της Κεντρικής Αρχής και συγκεκριμένα του ΜΚΑ2, καθώς επίσης και από τη συμπεριφορά της αιτήτριας χώρας, η οποία, παρά τα επανειλημμένα αιτήματα του εκζητούμενου να μεταβεί οικειοθελώς σε αυτήν για να ανακριθεί, επιμένει στην εκτέλεση του εντάλματος, προφανώς για να τον ταλαιπωρήσει.

 

Ειδικότερα, επιχειρηματολογείται ότι ο ΜΚΑ2 ζήτησε διευκρινίσεις από τις γαλλικές αρχές με σκοπό να αντικρούσει τη θέση της υπεράσπισης, ότι δηλαδή ζητείται η εκτέλεση του εντάλματος με σκοπό να ανακριθεί ο εκζητούμενος και όχι να διωχθεί ποινικά, με τις γαλλικές αρχές να μην ανταποκρίνονται. Η εν λόγω συμπεριφορά ήταν κακόπιστη, με σκοπό να πετύχει την εκτέλεση του εντάλματος σε βάρος των θεμελιωδών δικαιωμάτων του εκζητούμενου και δεν συνάδει με τον ρόλο της Κεντρικής Αρχής, επομένως έχουν ήδη παραβιαστεί τα δικαιώματα του εκζητούμενου από τη συμπεριφορά της Κεντρικής Αρχής, η οποία πρέπει να ασκεί τα καθήκοντά της με αμεροληψία.

 

Επιπρόσθετα, επιχειρηματολογούν ότι ο εκζητούμενος, μέσω των δικηγόρων του, ζήτησε να μεταβεί στη Γαλλία οικειοθελώς για να ανακριθεί, δίδοντας εγγυήσεις, πλην όμως ουδέποτε έλαβε επίσημη σοβαρή απάντηση, πέραν της απάντησης που έλαβαν οι Γάλλοι δικηγόροι του την 25.11.2025, ενώ οι απαντήσεις τους, κατέδειξαν ότι δεν επιθυμούσαν να παράσχουν συγκεκριμένες πληροφορίες για την υπόθεση.

 

Όπως μάλιστα προκύπτει από την υπάρχουσα μαρτυρία, οι γαλλικές αρχές έλαβαν παράλληλα και ταυτόχρονα εναλλακτικά μέτρα, ήτοι τις ευρωπαϊκές εντολές έρευνας, ενώ ουδέποτε λήφθηκε απάντηση από δικαστική αρχή, παρά μόνο από μια υπάλληλο του Υπουργείου.

 

Επί του θέματος της κατάχρησης, σχετικά είναι τα όσα λέχθηκαν στην Spiriev Leonid-Ivanov v. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας (2014) 1 ΑΑΔ 937:

 

«Όπως ορθά εντοπίζεται και πρωτόδικα, το Δικαστήριο έχει σύμφυτη (inherent) εξουσία να ελέγχει την ενώπιόν του διαδικασία και να ενεργεί ώστε να εμποδίζει και τερματίζει την όποια κατάχρησή της. Η εξουσία αυτή είναι απαραίτητη για τη διαφύλαξη της αξιοπιστίας και του κύρους, τόσο της δικαστικής διαδικασίας, όσο και του κράτους δικαίου. Σε κάθε περίπτωση, το τι συνιστά κατάχρηση διαδικασίας είναι ζήτημα πραγματικό και εξαρτάται από το κατά πόσο τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης συνθέτουν συμπεριφορά την οποία το Δικαστήριο κρίνει ως καταχρηστική ώστε να περιβάλλεται με εξουσία, αλλά και καθήκον να παρέμβει».

 

Ως επίσης λέχθηκε στην TOMASZ BOGDAN BIENIOSZEK ν. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας Πολ. Εφ. Αρ. 2/2024 ημερ. 26.3.2024, είναι δυνατό η κατάχρηση της διαδικασίας να προσλάβει διάφορες μορφές και πυρήνας στοιχειοθέτησής της, παραμένει η απόδειξη, ενώπιον του Δικαστηρίου, ότι ένα συγκεκριμένο διάβημα, είτε γίνεται προς εξυπηρέτηση αλλότριου σκοπού (βλέπε υπόθεση Τζεννάρο Περρέλλα (1995) 1 Α.Α.Δ. 217),  είτε αποσκοπεί σε καταπίεση (βλέπε υπόθεση Beogradska (1996) 1 Α.Α.Δ. 911). 

 

Έχοντας κατά νου τις νομικές αρχές που διέπουν το θέμα, σε συνάρτηση με τα όσα τέθηκαν ενώπιόν μου, προχωρώ σε εξέταση του εγειρόμενου ζητήματος.

 

Επί του πρώτου σκέλους της εισήγησης περί κατάχρησης, παραπέμπω αρχικά στην αξιολόγηση του Δικαστηρίου σε σχέση με τον ΜΚΑ2, η οποία θεωρώ ότι απαντά επί της ουσίας στους ισχυρισμούς που προβάλλονται αναφορικά με τις προθέσεις του συγκεκριμένου μάρτυρα. Ερωτηθείς, κατά την αντεξέτασή του, ποιο είναι το πρόσωπο που απαντούσε στην ηλεκτρονική αλληλογραφία μεταξύ του κράτους έκδοσης και εκτέλεσης, ο μάρτυρας ανέφερε ότι η αλληλογραφία ανταλλάζεται με το ταχυδρομείο το οποίο σημειώνεται στο ΕΕΣ. Διερχόμενη του ΕΕΣ και της εν λόγω αλληλογραφίας, διαπιστώνω ότι πράγματι, η αλληλογραφία ανταλλάχθηκε με το συγκεκριμένο ταχυδρομείο.

 

Επιπρόσθετα, ουδεμία νομοθετική πρόνοια υφίσταται, που να υπαγορεύει ότι η ηλεκτρονική αλληλογραφία που ανταλλάζεται μέσα στο πλαίσιο αυτών των διαδικασιών, πρέπει να γίνεται μεταξύ Δικαστών ή που να απαγορεύει το να μεσολαβούν άλλοι βοηθοί ή λειτουργοί. Τυχόν δε υιοθέτηση των θέσεων αυτών, θα καταστρατηγούσε το όλο πνεύμα της αμοιβαίας αναγνώρισης μεταξύ κρατών – μελών, στο οποίο έχει πολλάκις αναφερθεί η νομολογία.

Αναφορικά με τη θέση ότι ο ΜΚΑ2 επιδίωξε να αντικρούσει την υπεράσπιση του εκζητούμενου, σημειώνω ότι δεν διαπιστώνω κάτι τέτοιο από την ενώπιον μου προσκομισθείσα μαρτυρία. Σχετικά παραπέμπω στο Τεκμήριο 9, ήτοι επιστολή των δικηγόρων του εκζητουμένου ημερομηνίας 6.11.2025, όπου παρατίθενται ερωτήσεις για να προωθηθούν προς την αιτήτρια χώρα, για σκοπούς λήψης διευκρινήσεων.

 

Σε αυτές, περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, ερωτήματα αναφορικά με το κατά πόσο ο εκζητούμενος κλήθηκε από τις γαλλικές αρχές για να καταθέσει, αναφορικά με το κατά πόσο, σύμφωνα με το γαλλικό δίκαιο, πριν διωχθεί ένα άτομο θα πρέπει πρώτα να ανακριθεί, αναφορικά με το στάδιο στο οποίο βρίσκεται η υπόθεση στη Γαλλία και κατά πόσο έχει καταχωρηθεί επίσημα ποινική υπόθεση εναντίον του εκζητουμένου στη Γαλλία. Ως επίσης ο ΜΚΑ2 ανέφερε, η ερώτηση αυτή τέθηκε με σκοπό να γνωρίζει το Δικαστήριο, κατόπιν οδηγιών που έλαβε. Σε κάθε περίπτωση, δεν λήφθηκε απάντηση, επομένως το όλο θέμα παραμένει θεωρητικό.

 

Αναφορικά με το κατά πόσο η όλη στάση της Αιτήτριας χώρας, συνιστά κατάχρηση, προκειται για θέμα το οποίο εκφεύγει των πλαισίων και του σκοπού της όλης διαδικασίας, όπως ο Νόμος προβλέπει και έχει νομολογιακά οριοθετηθεί. Πρόκειται για κατ' εξοχήν έργο της χώρας η οποία επιδιώκει την έκδοση, οι δικαστικές αρχές της οποίας είναι και οι μόνες αρμόδιες για την εξέτασή του στη βάση των ουσιαστικών και δικονομικών κανόνων του εσωτερικού του δικαίου. Σχετικά παραπέμπω στην Spiriev Leonid-Ivanov v. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας (2014) 1 ΑΑΔ 937.

 

Ομοίως, τα επιχειρήματα περί παραβίασης της αρχής της αναλογικότητας, ένεκα των μέτρων που έχουν ληφθεί, αφορούν στο κράτος έκδοσης. Εν πάση δε περιπτώσει, και για σκοπούς πληρότητας, σημειώνω ότι από τη μαρτυρία η οποία τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, δεν διαπιστώνεται λόγος σοβαρού προβληματισμού ως προς την αναλογικότητα της επιλογής της έκδοσης του ΕΕΣ, λόγω της ύπαρξης της ευρωπαϊκής εντολής έρευνας, καθότι πρόκειται για ξεχωριστές και αυτοτελείς διαδικασίες, οι οποίες είναι δυνατό να συνυπάρχουν, κατ’ επιλογή του αιτούντος κράτους. Ας μη λησμονείται, η περιπλοκότητα της διερευνώμενης υποθεσης.

 

Σχετικά παραπέμπω στην Arthur Visokowski ν. Γενικός Εισαγγελέας, Πολ. Εφ. Αρ. 1/2025 ημερ. 27.2.2025, όπου ηγέρθη παρόμοιο επιχείρημα, με το Εφετείο να σημειώνει, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα:

 

«Με τον δεύτερο λόγο έφεσης ο εφεσείων ισχυρίζεται ότι λανθασμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε τον ισχυρισμό του ότι από τη μαρτυρία που δόθηκε στην υπόθεση διαφάνηκε ότι η έκδοση Ε.Ε.Σ. αντί Ε.Ε.Ε. συνιστά δυσανάλογο μέτρο και παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας. 

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο απορρίπτοντας την εισήγηση του εκζητούμενου παρέθεσε απόσπασμα από τα όσα λέχθηκαν στην απόφαση Eduard Vovk (ανωτέρω) αναφορικά με την αρχή της αναλογικότητας ως εξής:

 

«Στην υπόθεση ΜΠΟΜΠΟΛΑΣ ν. ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Πολιτική Έφεση Αρ. 239/18, 26/9/2019, ECLI:CY:AD:2019:A393, ECLI:CY:AD:2019:A393, ECLI:CY:AD:2019:A393, λέχθηκαν τα εξής από το Ανώτατο Δικαστήριο αναφορικά με την εφαρμογή της αρχής της αναλογικότητας σε σχέση με την απόφαση-πλαίσιο:

 

«Η Απόφαση-Πλαίσιο πρέπει να ερμηνεύεται κατά τέτοιο τρόπο ώστε να είναι σύμφωνη με τις διατάξεις του πρωτογενούς ενωσιακού δικαίου και, εν προκειμένω, με το Άρθρο 6 της Συνθήκης Εγκαθίδρυσης της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με την ΕΣΔΑ και σε τελευταία κατάληξη σε συμμόρφωση με το δίκαιο της Ένωσης. Η αρχή της αναλογικότητας, ως αναγνωρισμένη αρχή δικαίου, απαντάται στις παραγράφους 5.7 και 10.3 του Εγχειριδίου για τον τρόπο έκδοσης και εκτέλεσης του ΕΕΣ 2017/C/335/01, Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης (το Εγχειρίδιο):

 

«5.7 Αναλογικότητα- ο ρόλος του κράτους μέλους εκτέλεσης

 

Η απόφαση-πλαίσιο για το ΕΕΣ δεν προβλέπει τη δυνατότητα αξιολόγησης από το κράτος μέλος εκτέλεσης της αναλογικότητας του ΕΕΣ. Τούτο συνάδει με την αρχή της αμοιβαίας αναγνώρισης. Εάν στο κράτος μέλος εκτέλεσης ανακύψουν σοβαροί προβληματισμοί σχετικά με την αναλογικότητα του παραληφθέντος ΕΕΣ, οι δικαστικές αρχές έκδοσης και εκτέλεσης του εντάλματος παροτρύνονται να επικοινωνούν απευθείας μεταξύ τους.  Εκτιμάται ότι τέτοιες περιπτώσεις είναι πιθανό να ανακύψουν μόνον υπό εξαιρετικές περιστάσεις. Κατόπιν σχετικής διαβούλευσης, οι αρμόδιες δικαστικές αρχές ενδέχεται να είναι σε θέση να βρουν καταλληλότερη λύση (βλέπε ενότητα 4.4 σχετικά με την επικοινωνία μεταξύ των αρμόδιων αρχών).  Για παράδειγμα, ανάλογα με τις περιστάσεις της υπόθεσης, ενδέχεται να είναι δυνατή η ανάκληση του ΕΕΣ και η χρήση άλλων μέτρων που προβλέπονται από το εθνικό ή το ενωσιακό δίκαιο.»

 

Επισημαίνουμε ότι η πιο πάνω απόφαση αναφερόταν σε προηγούμενη έκδοση του Εγχειριδίου, εντούτοις διαπιστώνουμε ότι και στην τελευταία έκδοση του 2023, υπάρχει η ίδια ακριβώς αναφορά στην σελίδα 49, στην παράγραφο 5.8.

 

Είναι ξεκάθαρο κατά την άποψή μας ότι δεν αναφύεται στην παρούσα υπόθεση, από τα γεγονότα που επικαλείται ο εφεσείοντας, λόγος σοβαρού προβληματισμού ως προς την αναλογικότητα της επιλογής της έκδοσης του ΕΕΣ, λόγω της ύπαρξης της ΕΕΕ.

 

Ως προς την εφαρμογή της αρχής της αναλογικότητας από τη δικαστική αρχή έκδοσης το εγχειρίδιο έχει έκτοτε διαμορφωθεί, ούτως ώστε στην έκδοση του 2023, στη σελίδα 13, ενσωματώνει τη μεταγενέστερη της υπόθεσης ΜΠΟΜΠΟΛΑΣ (ανωτέρω), νομολογία του ΔΕΕ. Στην υπόθεση STENLI (ανωτέρω), το Εφετείο, παρέπεμψε σχετικά στην απόφαση του ΔΕΕ, C-625/19 PPU Openbaar Ministerie, ημερ. 12/12/2019, σχολιάζοντας το ζήτημα της εφαρμογής αρχής αναλογικότητας από το κράτος μέλος έκδοσης του ΕΕΣ.»

 

Παραπέμπουμε περαιτέρω στην πρόσφατη απόφαση μας στην υπόθεση STENLI (ανωτέρω) όπου έχουμε αναφέρει τα εξής:

 

«Ο έλεγχος αναλογικότητας ασκείται από τη δικαστική αρχή έκδοσης του εντάλματος και όχι από τη δικαστική αρχή εκτέλεσης του εντάλματος. Σχετική είναι η απόφαση C‑625/19 PPU Openbaar Ministerie, 12.12.2019, στην οποία έχει αναφερθεί ότι στη σχετική Απόφαση ‑ Πλαίσιο για το Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης και της διαδικασίας παράδοσης μεταξύ των κρατών‑μελών όπως τροποποιήθηκε, οι συμφυείς με την αποτελεσματική δικαστική προστασία απαιτήσεις των οποίων η τήρηση πρέπει να διασφαλίζεται σε σχέση με πρόσωπο εις βάρος του οποίου εκδίδεται Ε.Ε.Σ. στο πλαίσιο ποινικής δίωξης πληρούνται, εφόσον σύμφωνα με τη νομοθεσία του κράτους μέλους έκδοσης του εντάλματος οι προϋποθέσεις έκδοσης του εντάλματος αυτού και ιδίως ο αναλογικός χαρακτήρας της υπόκεινται σε δικαστικό έλεγχο εντός του κράτους μέλους αυτού.»

 

Σημειώνουμε επίσης ότι τα όσα έχουν αναφερθεί από τον Μ.Υ. 1 αναφορικά με το περιεχόμενο του μαρτυρικού υλικού του φακέλου στη Γερμανία, πέραν από γενική και αόριστη, όπως προκύπτει και από τα πρακτικά της υπόθεσης, στηρίζονταν αποκλειστικά, όπως δέχθηκε και ο ίδιος κατά την αντεξέταση του, στη δική του προσωπική άποψη. 

 

Ορθά επομένως, το πρωτόδικο Δικαστήριο σημείωσε τα ακόλουθα:

 

«Η διαδικασία του ΕΕΣ είναι διαφορετική ξεχωριστή διαδικασία από την έκδοση ΕΕΕ διέπονται από διαφορετικά νομοθετήματα και η μία δεν επηρεάζει την άλλη. Μπορούν να συνυπάρχουν αν το αιτών κράτος μέλος το αποφασίσει. 

 

Το γεγονός ότι οι γερμανικές αρχές επιθυμούν οι ίδιες να προβούν στην ανάκριση του εφεσείοντα πριν από την ποινική του δίωξη, και αυτό προνοείται από το δικό τους δίκαιο δεν διαφοροποιεί το γεγονός ότι ο εκζητούμενος ζητείται για σκοπούς ποινικής δίωξης.»

 

Ενόψει των πιο πάνω και ο δεύτερος λόγος έφεσης είναι καταδικασμένος σε αποτυχία και απορρίπτεται».

 

Αναφορικά δε με τις θέσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων του εκζητούμενου σε σχέση με την ουσία της υπόθεσης, αρκούμαι να σημειώσω, ότι εκφεύγουν του πεδίου της παρούσας διαδικασίας και ότι το Δικαστήριο επιμελώς δεν θα προβεί σε σχολιασμό ζητημάτων που άπτονται της ουσίας της υπόθεσης που διερευνούν οι γαλλικές αρχές.

 

Τέλος, στρέφομαι σε εξέταση του ισχυρισμού περί παραβίασης του δικαιώματος του εκζητούμενου σε δίκαιη δίκη, καθώς επίσης και των δικαιωμάτων του.

 

Ως έχει νομολογηθεί, ισχυρισμός για παράβαση του δικαιώματος της δίκαιης δίκης δεν εξετάζεται μεμονωμένα ή αποσπασματικά ούτε και με τρόπο αφηρημένο, in abstracto, αλλά συγκεκριμένα και υπό το φως της κάθε δεδομένης υπόθεσης (in concreto), το δε βάρος αποδείξεως, φέρει το πρόσωπο που επικαλείται ότι έχει επηρεαστεί δυσμενώς η υπόθεσή του. Σχετικά παραπέμπω στην Chanin Stenli ν. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας Έφ. Ε.Ε.Σ. Αρ.4/24, ημερ.7.1.2025.

 

Επανερχόμενη στα περιστατικά της παρούσας, δεν διαπιστώνω, από τα όσα τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, να έχει τεθεί ενώπιον μου οποιαδήποτε μαρτυρία, υποστηρίζουσα ότι έχει παραβιασθεί το δικαίωμα του εκζητούμενου σε δίκαιη δίκη ή οποιοδήποτε θεμελιώδες δικαίωμα του εκζητούμενου. Ούτε και δύναμαι να καταλήξω, εν πάση περιπτώσει, από τα όσα τέθηκαν ενώπιόν μου, σε τέτοιο συμπέρασμα.

 

Ενόψει όλων των ανωτέρω, ο λόγος ένστασης περί κατάχρησης απορρίπτεται.\

 

Ζ. Κατάληξη Δικαστηρίου

 

Ενόψει όλων των πιο πάνω, δεν θεωρώ ότι μπορεί να επιτύχει οιοσδήποτε εκ των λόγων ένστασης.

 

Συνεπακόλουθα, διατάσσεται η εκτέλεση του ΕΕΣ και η παράδοση του εκζητούμενου στις αρχές της Γαλλίας.  Ο εκζητούμενος να παραμείνει υπό κράτηση και να παραδοθεί στις αρχές της Γαλλίας σύμφωνα με το άρθρο 29(1) του Ν. 133(Ι)/2004.

 

Δίδονται οδηγίες στην Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού όπως κοινοποιήσει αμέσως στη Δικαστική Αρχή Έκδοσης του εντάλματος την παρούσα απόφαση, σύμφωνα με το άρθρο 28 του Νόμου.          

 

 

 

(Υπ.) ……………………

Χρ. Γ. Ππεκρή, Ε.Δ.

Πιστό Αντίγραφο

 

Πρωτοκολλητής

              

 

 



[1] Ανδρέας Γεωργίου ν. ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣΠολιτική Έφεση Αρ. 154/2017, ημερ. 6.7.2017, ECLI:CY:AD:2017:A245.

 

[2] Χρυσούλλα Καννάουρου κ.α. v. Ανδρέα Στατιώτη (1990) 1 Α.Α.Δ. 35.

[3] Ομήρου v. Δημοκρατίας (2001) 2 Α.Α.Δ. 506, Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρας (1992) 1 Α.Α.Δ. 1056, Σκορδέλλη και Άλλων ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 101/13 ημερ. 6.6.2016 & MOSSA (MUSSA) MOHAMMED MUSTAFA ν. Ανδρέα Κακουρή κ.α. (2002) 1 ΑΑΔ 165.

 

[4] Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρας (1992) 1 Α.Α.Δ. 1056, Σκορδέλλη και Άλλων ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 101/13 ημερ. 6.6.2016 & MOSSA (MUSSA) MOHAMMED MUSTAFA ν. Ανδρέα Κακουρή κ.α. (2002) 1 ΑΑΔ 165.

 

[5] Αθανασίου κ.α. ν Κουνούνη (1997) 1 Α.Α.Δ. 614.

 

[6] Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ v. Πολυβίου (2009) 1 Α.Α.Δ. 339.

 

[7] Σ.Κ. ν. Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού (2010) 2 ΑΑΔ 304.

 

[8] Χρίστου ν. Khoreva (2002) 1 Α.Α.Δ. 454.

 

[9] Βλ. αρ. 23, 24 και 27 του Περί Αποδείξεως Νόμου και επίσης Θεοπίστη Τουμαζή ν. Vandita Dixit, Πολ. Έφεση 274/2010 ημερ. 5.5.2015 & Λευκόνικο Χρηματιστηριακή Λτδ ν. Χρυστάλλα άλλως Στάλω Χριστοδούλου (2016) 1 ΑΑΔ 1779.

 

[10] Μάριος Βαττής ν. Χριστούλλα Αυξεντίου κ.ά. (2016) 1 Α.Α.Δ. 2289.

 

[11] Πηγασίου Κυριάκος Χαραλάμπους ν. Γενικού Eισαγγελέα της Δημοκρατίας (2009) 1 ΑΑΔ 519, Κεντρική Αρχή ν. Viacheslav Novikov, Έφεση Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης Αρ. 3/24 ημερ. 20.12.2024.

 

[12] Πολ. Εφ. Αρ. 6/2024 ημερ. 17.1.2025, EDUARD VOVK v. Γενικός Εισαγγελέας.

 

[13] IORDACHE ν. ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Πολιτική Έφεση Αρ. 430/2019, 7/4/2020, ECLI:CY:AD:2020:A114, ECLI:CY:AD:2020:A114.

[14] Αναφορικά με τον Θωμά Πέτρου Πολ. Εφ. Αρ. 421/17 ημερ. 11.1.2018, ECLI:CY:AD:2018:A10.

 

[15] John Constantinides ν. Γενικού Eισαγγελέα της Δημοκρατίας (2015) 1 ΑΑΔ 433.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο