ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ
Ενώπιον: Χρ. Γ. Ππεκρή, Ε.Δ.
Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης Υπ’ Αρ.: 6/2025
Αναφορικά με τον περί Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης και των Διαδικασιών Παράδοσης Εκζητούμενων μεταξύ των Κρατών Μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης Νόμο του 2004 (Ν.133(Ι)/2004)
και
Αναφορικά με τον Ε.Π., ημερ. γέννησης 1.3.1986,
ο οποίος καταζητείται από τις Αρχές της Γαλλίας
Ημερομηνία: 19 Δεκεμβρίου 2025
Εμφανίσεις:
Για Κεντρική Αρχή: κα Λ. Σίγαρ
Για Εκζητούμενο: κ. Δ. Λοχίας
Εκζητούμενος παρών.
ΑΠΟΦΑΣΗ
Α. Εισαγωγή
Την 27.10.2025 τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου το υπό εξέταση ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης (στο εξής το «ΕΕΣ»), το οποίο εκδόθηκε εναντίον του Ε.Π. (στο εξής ο «εκζητούμενος»), από Εισαγγελέα του Δικαστηρίου του Παρισιού (Prosecutor of the Republic at the Court of Justice of Paris).
Αφού ο εκζητούμενος συνελήφθη την 27.10.2025, οδηγήθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου και ακολούθησε η επιβεβαίωση της ταυτότητάς του, σύμφωνα με τις πρόνοιες του αρ. 17 του Ν. 133(Ι)/2004, ενώ ενημερώθηκε για το περιεχόμενο του εντάλματος σύλληψης που εκκρεμεί εναντίον του, καθώς επίσης και για τα δικαιώματά του. Ακολούθως, αφέθηκε ελεύθερος με όρους.
Σημειώνεται, ότι ο εκζητούμενος, κατά την εν λόγω παρουσίαση του ενώπιον του Δικαστηρίου, δεν αμφισβήτησε ότι ταυτίζεται με το πρόσωπο σε σχέση με το οποίο έχει εκδοθεί το υπό εξέταση ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, ούτε ηγέρθη τέτοιο ζήτημα από τον ευπαίδευτο συνήγορο που τον εκπροσωπεί.[1]
Ως προκύπτει από το περιεχόμενο του ΕΕΣ, την 6.10.2025 εκδόθηκε εθνικό ένταλμα σύλληψης από τις γαλλικές αρχές εναντίον του εκζητούμενου, αναφορικά με πέντε αξιόποινες πράξεις και ειδικότερα (α) για το αδίκημα της απάτης μέσω εγκληματικής οργάνωσης, (β) της διενέργειας τραπεζικών ή οικονομικών συναλλαγών από μη εξουσιοδοτημένο πρόσωπο, (γ) της συμμετοχής σε εγκληματική οργάνωση με σκοπό τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, (δ) της συμμετοχής σε εγκληματική οργάνωση με σκοπό τη διάπραξη σοβαρού αδικήματος που τιμωρείται με μέγιστη ποινή φυλάκισης δέκα ετών και (ε) της παροχής διαδικτυακής πλατφόρμας με σκοπό να καταστεί δυνατή παράνομη συναλλαγή από εγκληματική οργάνωση.
Σύμφωνα με τα όσα αναγράφονται στο ΕΕΣ, κατά την περίοδο 1.1.2020 - 4.6.2025, σε διάφορες πόλεις της Γαλλίας, ορισμένοι απατεώνες (scammers) χρησιμοποιούσαν εφαρμογές με τις οποίες εξαπατούσαν διαφόρους χρήστες του διαδικτύου, ώστε να προβούν σε επενδύσεις σε κρυπτονομίσματα, πείθοντάς τους να εγκαταστήσουν στον ηλεκτρονικό τους υπολογιστή συγκεκριμένο λογισμικό, με το οποίο μπορούσε να ελεγχθεί η πρόσβαση σε αυτόν και δημιουργώντας ψεύτικους λογαριασμούς εκ μέρους του θύματος, στους οποίους γίνονταν δήθεν επενδύσεις χρημάτων και έπειτα ψεύτικες αποδόσεις των εν λόγω επενδύσεων.
Στην πραγματικότητα, τα χρήματα μεταφέρονταν σε λογαριασμούς που ελέγχονταν από τα πρόσωπα αυτά και ακολούθως γινόταν ξέπλυμα των χρημάτων αυτών μέσω αλυσίδων (blockchains), για περίπου 700 εκατομμύρια ευρώ. Ακολουθώντας τους λογαριασμούς αυτούς, εντοπίστηκαν οι δικαιούχοι των εν λόγω χρηματικών ποσών, ήτοι διάφορες κυπριακές εταιρείες και ιδιώτες.
Ο εκζητούμενος, παρουσιάζεται ως Οικονομικός Διευθυντής (CFO) της Blue Media LTD, στον λογαριασμό της οποίας φαίνεται να διοχετεύτηκαν μεγάλα ποσά, σε συνέχεια των πιο πάνω χρηματικών μεταφορών. Η εν λόγω εταιρεία, φαίνεται να καθοδηγείται από τον M.R. και να συνδέεται με την οντότητα ROI Collective, η οποία στεγάζεται στην ίδια διεύθυνση με την Blue Media LTD και η οποία φαίνεται να παρουσιάζεται σε πολλές έρευνες προώθησης των κατ’ ισχυρισμό διαδικτυακών απατών.
Ενόψει της μη συγκατάθεσης του εκζητούμενου στην έκδοση του, η διαδικασία προχώρησε σε ακρόαση.
Β. Προσκομισθείσα Μαρτυρία
Με την υπόμνηση ότι δεν είναι αναγκαίο το Δικαστήριο να παραθέτει ολόκληρη την μαρτυρία που παρουσίασε η κάθε πλευρά ή να αναφέρεται σε όλες τις πτυχές της, καθώς είναι καταγεγραμμένη στα πρακτικά του Δικαστηρίου, συνοψίζω κατωτέρω την προσκομισθείσα μαρτυρία.[2]
Από πλευράς Κεντρικής Αρχής, μαρτυρία προσέφεραν ενώπιον του Δικαστηρίου δύο μάρτυρες.
Πρώτος ενώπιον του Δικαστηρίου κατέθεσε ο Λοχ. [ ], Δ.Δ., ο οποίος υπηρετεί στο Τμήμα Ανιχνεύσεως Εγκλημάτων της Αστυνομικής Διεύθυνσης Λεμεσού και ο οποίος προέβη στη σύλληψη του εκζητούμενου την 27.10.2025 (στο εξής ο «ΜΚΑ1»).
Ο ΜΚΑ1 ως μέρος της κυρίως εξέτασής του υιοθέτησε και κατέθεσε ως Τεκμήριο 1 την κατάθεση την οποία έδωσε αναφορικά με τη σύλληψη του εκζητούμενου και περαιτέρω αναγνώρισε το ΕΕΣ το οποίο αφορά στον εκζητούμενο, καταθέτοντας ως Τεκμήριο 2(α) το ΕΕΣ στην γαλλική και το μεταφρασμένο ΕΕΣ στην αγγλική γλώσσα ως Τεκμήριο 2(β).
Επιπρόσθετα, ο μάρτυρας αναφέρθηκε στη διαδικασία της σύλληψης του εκζητούμενου και ως Τεκμήρια 3 και 4, κατέθεσε τα δικαιώματα συλληφθέντων προσώπων που δόθηκαν στον εκζητούμενο σε έντυπη μορφή.
Αντεξεταζόμενος, ο ΜΚΑ1 ανέφερε ότι ο ίδιος ενεπλάκη στην παρούσα υπόθεση ενόψει του υπήρχε μεγάλος αριθμός υπόπτων προσώπων και ΕΕΣ που θα έπρεπε να εκτελεστούν και αφορούσαν το Βέλγιο και τη Γαλλία, παρόλο που η εκτέλεση ΕΕΣ δεν είναι μέρος των συνήθων καθηκόντων του.
Αναφέρθηκε περαιτέρω από τον μάρτυρα, ότι πέραν των ενταλμάτων σύλληψης, είχαν εκδοθεί και εντάλματα έρευνας, αναφορικά δε με την έρευνα που έγινε στο διαμέρισμα του εκζητούμενου, ο μάρτυρας ανέφερε ότι κατασχέθηκαν διάφορα τεκμήρια, πλην όμως δεν προέβη ο ίδιος σε καταγραφή των, ούτε ήταν σε θέση να τοποθετηθεί ως προς την πορεία των ερευνών του Βελγίου και της Γαλλίας.
Ακολούθως, ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία προσέφερε ο κ. Π.Χ., ο οποίος εργάζεται στο Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως και συγκεκριμένα στην Μονάδα Νομικής Συνεργασίας (στο εξής ο «ΜΚΑ2»).
Κατά την κυρίως εξέτασή του, ο μάρτυρας αναφέρθηκε στα καθήκοντά του, τα οποία, ως εξήγησε, πηγάζουν από το αρ. 5 του Ν. 133(4)/2004 σε συνάρτηση με το αρ. 12 του εν λόγω Νόμου, και αφορούν στον χειρισμό ΕΕΣ. Ως επίσης ο ΜΚΑ2 εξήγησε, το Υπουργείο, ως Κεντρική Αρχή, επιτελεί ρόλο επικουρικό, τόσο κατά την παραλαβή, αλλά και κατά τη διαβίβαση σχετικής αλληλογραφίας που αφορά ευρωπαϊκά εντάλματα σύλληψης.
Επιπρόσθετα, ο μάρτυρας κατέθεσε ως Τεκμήρια 5 – 16 τα έγγραφα τα οποία είχε στην κατοχή του αναφορικά με την υπό κρίση περίπτωση, αναφορά στα οποία θα γίνει όπου τούτο κριθεί σκόπιμο από το Δικαστήριο. Αρκούμαι, στο σημείο αυτό, να αναφέρω ότι στα εν λόγω έγγραφα, περιλαμβάνεται ηλεκτρονική αλληλογραφία της Κεντρικής Αρχής με την Eurojust, η οποία προώθησε το επίδικο ΕΕΣ στις κυπριακές αρχές, καθώς επίσης και ηλεκτρονική αλληλογραφία αναφορικά με διευκρινίσεις που ζητήθηκαν μέσα στο πλαίσιο της παρούσας, από τις γαλλικές αρχές.
Ως ο μάρτυρας επίσης ανέφερε κατά την κυρίως εξέτασή του, εκδόθηκε από τις γαλλικές αρχές το ΕΕΣ αναφορικά με τον εκζητούμενο, για την ποινική του δίωξη, το οποίο ερείδεται επί εθνικού εντάλματος σύλληψης ημερ. 6.10.2025. Αναφερόμενος στο επίδικο ΕΕΣ, ο ΜΚΑ2 ανέφερε ότι σύμφωνα με τα όσα αναγράφονται σε αυτό, οι κατ’ ισχυρισμό αξιόποινες πράξεις με τις οποίες το ένταλμα, σχετίζεται έλαβαν χώρα μεταξύ 1.6.2020 και 4.6.2025 σε διάφορες πόλεις της Γαλλίας, καθώς επίσης και σε διάφορες πόλεις του εξωτερικού.
Εξηγώντας τα όσα τέθηκαν προς διευκρίνιση προς τις γαλλικές αρχές, ο μάρτυρας ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι ζητήθηκαν εγγυήσεις από τις γαλλικές αρχές, βάσει του αρ. 5(3) της Απόφασης – Πλαίσιο 2002/584/GA, ώστε σε περίπτωση εκτέλεσης του ΕΕΣ και έκδοσης του εκζητούμενου στη Γαλλία, εάν και εφόσον ο τελευταίος καταδικαστεί, να έχει δικαίωμα έκτισης τυχόν ποινής που θα του επιβληθεί, στην χώρα καταγωγής του. Οι εν λόγω εγγυήσεις δόθηκαν, σύμφωνα με τον μάρτυρα.
Επιπρόσθετα, ο μάρτυρας εξήγησε ότι ο λόγος για τον οποίο ζητείται η έκδοση του εκζητούμενου στις γαλλικές αρχές καταγράφεται στο ΕΕΣ, όπου αναγράφεται ότι εκδόθηκε στη βάση εθνικού εντάλματος σύλληψης ημερ. 6.10.2025, ενώ έχει συμπληρωθεί το σημείο υπό «Β1» επί του ΕΕΣ, το οποίο συμπληρώνεται μόνο στις περιπτώσεις που αφορούν σε ποινική δίωξη, σύμφωνα με το εγχειρίδιο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.
Αντεξεταζόμενος, ο μάρτυρας ανέφερε ότι ο ίδιος δεν έχει οποιοδήποτε ρόλο στη σύνταξη και έκδοση ΕΕΣ, ενώ ο ρόλος του είναι επικουρικός και συνίσταται στο να υποβοηθήσει τις αρχές, χωρίς μεροληψία. Ερωτηθείς εάν έχει γνώση του νομικού ή γαλλικού συστήματος ή της διερευνώμενης υπόθεσης, ο μάρτυρας απάντησε αρνητικά, διευκρινίζοντας, ότι τα όσα ανέφερε κατά την κυρίως εξέτασή του, αποτελούν δική του ερμηνεία, βάσει των εγγράφων που κατέθεσε.
Ο μάρτυρας δεν ήταν σε θέση να τοποθετηθεί αναφορικά με το περιεχόμενο του ΕΕΣ που εκδόθηκε από τις βελγικές αρχές σε σχέση με τον εκζητούμενο, ενώ συμφώνησε, ότι στο αγγλικό μεταφρασμένο ΕΕΣ, υπάρχει μία επιπρόσθετη παράγραφος, σε σχέση με το επίδικο γαλλικό ΕΕΣ, κατά λάθος.
Ερωτηθείς εάν στο ΕΕΣ (Τεκμήριο 2(β)) αναφέρει οπουδήποτε ότι εκδόθηκε εθνικό ένταλμα σύλληψης με σκοπό την ποινική δίωξη του εκζητούμενου στη Γαλλία, ο μάρτυρας απάντησε αρνητικά και παρέπεμψε στο εγχειρίδιο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής του 2017 για τον τρόπο έκδοσης και εκτέλεσης ΕΕΣ.
Σε σειρά ερωτήσεων αναφορικά με ερώτημα που ο μάρτυρας έθεσε προς τις γαλλικές αρχές για σκοπούς διευκρινίσεων, σε σχέση με το γαλλικό νομικό σύστημα, ο μάρτυρας ανέφερε ότι το συγκεκριμένο ερώτημα τίθεται πάντα σε περιπτώσεις εκτέλεσης ΕΕΣ, αναφορικά δε με το πρόσωπο που απαντούσε στη σχετική αλληλογραφία, ονόματι F.V., ο μάρτυρας διευκρίνισε ότι δεν είναι η Δικαστής, αλλά λειτουργός, καθώς η αλληλογραφία διαβιβάζεται στο ηλεκτρονικό ταχυδρομείο που αναγράφει το ΕΕΣ. Ο ΜΚΑ2 ανέφερε περαιτέρω ότι απέστειλε σχετικό μήνυμα προς το μέλος της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Eurojust, ενόψει του ότι τα ΕΕΣ προήλθαν από αυτήν, καθώς έκρινε ότι θα μπορούσε να βοηθήσει στο ερώτημα αυτό, διευκρινίζοντας, ότι δεν αποφασίζει αυτός ποια ερωτήματα θα διαβιβασθούν.
Επιπρόσθετα, ο μάρτυρας δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει λεπτομέρειες αναφορικά με το ΕΕΣ που εξέδωσαν οι βελγικές αρχές αναφορικά με τον εκζητούμενο, ενώ δεν ήταν σε θέση να απαντήσει σε ερωτήσεις και υποβολές της υπεράσπισης, σχετιζόμενες με την ουσία της υπόθεσης.
Από πλευράς εκζητούμενου, μαρτυρία προσέφεραν τρία πρόσωπα.
Πρώτος κατέθεσε ο εκζητούμενος, ο οποίος ως μέρος της κυρίως εξέτασής του υιοθέτησε και κατέθεσε τη γραπτή του δήλωση, η οποία κατατέθηκε και σημειώθηκε ως Έγγραφο Α (στο εξής ο «ΜΕ1»).
Σε αυτήν, ο ΜΕ1 απορρίπτει τα όσα αναφέρονται στο ΕΕΣ, περιλαμβανομένου του ισχυρισμού ότι ήταν Financial Director ή CFO της Blue Media LTD, στην οποία, ως αναφέρει, ουδέποτε εργάστηκε, ενώ παραθέτει με λεπτομέρεια τα ακαδημαϊκά του προσόντα. Αναφέρει περαιτέρω, ότι το 2018 συναντήθηκε με τον M.R. για σκοπούς εξεύρεσης εργασίας, ο οποίος του προσέφερε θέση εργασίας στο λογιστικό τμήμα της Yomora 4Media Ltd (ΗΕ 374922), η οποία είναι εταιρεία παροχής λογιστικών υπηρεσιών και όπου εργάστηκε από 2.5.2018 μέχρι το 2023.
Ο ΜΕ1 περιγράφει στη συνέχεια τα καθήκοντά του στην υπηρεσία της εν λόγω εταιρείας, διευκρινίζοντας, ότι όλοι οι λογαριασμοί που άνοιγε ήταν εκ μέρους είτε του M.R., είτε εταιρείας συμφερόντων του, με τον ίδιο να είναι απλώς χρήστης (user), ώστε να μπορεί να διεκπεραιώνει τα διάφορά καθήκοντά του και όχι δικαιούχος. Διευκρινίζει περαιτέρω, ότι δεν είχε οποιαδήποτε σχέση με τα ποσά που καταβάλλονταν στους εν λόγω λογαριασμούς ή με την προέλευσή τους.
Από το 2023 και έπειτα, συνεχίζει ο μάρτυρας, εργάζεται σε εταιρείες που ουδεμία σχέση έχουν με τον M.R. ή τη Yomora 4Media Ltd, η δε μόνιμη διαμονή και εργοδότησή του, είναι αποκλειστικώς εντός Κυπριακής Δημοκρατίας και δεν επισκέφθηκε ποτέ τη Γαλλία.
Ενόψει των πιο πάνω, ο ΜΕ1 αναφέρει ότι είχε πρόθεση να συνεργαστεί με τις γαλλικές αρχές και προς τούτο έδωσε οδηγίες σε Γάλλο δικηγόρο, όπως επικοινωνήσει με τη διερευνητική Δικαστή, η οποία εξέδωσε τόσο το εθνικό ένταλμα σύλληψης, όσο και το ΕΕΣ, ώστε να της εξηγήσει το πως έχουν τα πράγματα και να μεταφέρει την προθυμία του να εξηγήσει μέσω κατάθεσης τα όσα παραθέτει στη γραπτή του δήλωση. Ο δικηγόρος του το έπραξε μέσω ηλεκτρονικού μηνύματος και την 25.11.2025 έλαβε απάντηση, στην οποία του αναφέρεται ότι οι γαλλικές αρχές δεν αναγνωρίζουν τον διορισμό των δικηγόρων του στη Γαλλία, διότι δεν διερευνούν οτιδήποτε εναντίον του, ενώ φαίνεται να θεωρούν δεδομένο, ότι το ΕΕΣ θα εκτελεστεί.
Επιπρόσθετα, ο ΜΕ1 αναφέρει ότι κατά ή περί τις αρχές του 2025, κλήθηκε από μέλη του Γραφείου Εκτέλεσης Ευρωπαϊκών Εντολών Έρευνας ώστε να του ληφθεί κατάθεση, διότι λήφθηκε ευρωπαϊκή εντολή έρευνας από τη Γερμανία, η οποία αφορούσε στην ίδια υπόθεση. Αφού έδωσε τις ίδιες απαντήσεις, ως οι εξηγήσεις του στην παρούσα δήλωση του, έλαβε επιστολή από τις γερμανικές αρχές, στην όποια του εξηγείται ότι η διερεύνηση εναντίον του έχει κλείσει και ότι έχει απαλλαγεί.
Ο μάρτυρας αναφέρεται σε νομικές συμβουλές που έλαβε από τους δικηγόρους του, περιλαμβανομένου του ότι ενδεχομένως το Δικαστήριο να πρέπει να αποφασίσει σε σχέση με προαιρετικό λόγο μη εκτέλεσης του ΕΕΣ. Προς τούτο, κατέθεσε ως Τεκμήρια 24 – 36 ευρωπαϊκές εντολές έρευνας και αιτήσεις κατακράτησης τεκμηρίων και υπέδειξε ότι συνελήφθησαν συνολικά επτά άτομα, βάσει πέντε ΕΕΣ που εκδόθηκαν από τη Γαλλία και δύο ΕΕΣ που εκδόθηκαν από το Βέλγιο, μέσα στο πλαίσιο της ίδιας διερεύνησης, ενώ εκδόθηκαν και ευρωπαϊκές εντολές έρευνας από τις γαλλικές και βελγικές αρχές.
Από τις εν λόγω αιτήσεις κατακράτησης τεκμηρίων και εντολές έρευνας, φαίνεται ξεκάθαρα κατά τον μάρτυρα, ότι τα τεκμήρια της διερεύνησης όλων των προσώπων βρίσκονται στην Κύπρο, όπως και τα ίδια τα πρόσωπα, καθώς ήταν στην Κύπρο που έλαβαν χώρα όλες οι δραστηριότητες οι επαγγελματικές, που οδήγησαν σε υποψίες διάπραξης αδικημάτων. Επιπρόσθετα όλες οι περιουσίες που δεσμεύτηκαν βρίσκονται στην Κύπρο.
Όλα τα ανωτέρω, αποδεικνύουν ότι όλα όσα διερευνώνται έλαβαν χώρα στην Κύπρο ότι τα τεκμήρια βρίσκονται στην Κύπρο όπως και τα πρόσωπα και οι περιουσίες τους, επομένως δεν είναι λογικό το να σταλούν τόσα τεκμήρια και πρόσωπα σε Γαλλία και Βέλγιο διαμοιράζοντας την όποια διερεύνηση στα δύο.
Τέλος ο εκζητούμενος αναφέρεται στην οικογενειακή του κατάσταση παραθέτοντας σχετικές λεπτομέρειες, αναφορικά με τους δεσμούς του με την Κύπρο και πτυχές της προσωπικής και οικογενειακής του ζωής.
Προς υποστήριξη των ισχυρισμών του ο εκζητούμενος κατέθεσε σχετικά Τεκμήρια (18 – 37), αναφορά στα οποία θα γίνει κατωτέρω, όπου τούτο κριθεί σκόπιμο από το Δικαστήριο.
Κατά την αντεξέτασή του, ο εκζητούμενος διευκρίνισε ότι δεν είναι νομικός και ότι έχει λάβει νομική συμβουλή από τους δικηγόρους του. Αναφορικά με το ζήτημα της κατάχρησης διαδικασίας στο οποίο αναφέρεται στη δήλωσή του, υπέδειξε ότι τοποθετείται με βάση τις γνώσεις του λόγω της εργασίας του, αναφερόμενος στο οικονομικό κομμάτι και επαναλαμβάνοντας ότι ουδέποτε εργάστηκε στην Blue Media Ltd.
Στην υποβολή ότι τα όσα αναφέρει στη δήλωσή του αφορούν στην ουσία της υπόθεσης και την υπεράσπιση που θα προβάλει στην Γαλλία, ο μάρτυρας απάντησε ότι θεώρησε σωστό να τα αναφέρει και ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου και να εκφράσει τις θέσεις του. Επιπρόσθετα, υποβλήθηκε στον μάρτυρα ότι τα αδικήματα που του αποδίδονται μπορούν να λάβουν χώρα από οπουδήποτε, με τον ίδιο να αναφέρει ότι βρίσκεται και εργάζεται στην Κύπρο και ουδέποτε άνοιξε λογαριασμό στη Γαλλία, ενώ οι εταιρείες δεν ήταν δικές του, εφόσον ο ίδιος ήταν ένας απλός υπάλληλος, χωρίς οποιοδήποτε όφελος.
Αναφορικά με την υπόθεση η οποία διερευνάται από τις γερμανικές αρχές, στην οποία αναφέρεται στη δήλωσή του, ο εκζητούμενος αναφέρθηκε στη διαδικασία που ακολούθησε η Γερμανία, η οποία έπαυσε τη διαδικασία, αφού έκανε λογικές ερωτήσεις, ενώ αναφέρθηκε στις οικογενειακές περιστάσεις του και στα προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζει η μητέρα του, αναφερόμενος παράλληλα, στον τρόπο με τον οποίο ενήργησαν οι γαλλικές αρχές.
Επιπρόσθετα, ο ΜΕ1 συμφώνησε με την υποβολή ότι τα αδικήματα που αφορά το ΕΕΣ δεν διαπράχθηκαν στην Κύπρο και ότι τα αδικήματα που διαπράττονται μέσω διαδικτύου, μπορούν να λάβουν χώρα σε διάφορα μέρη του κόσμου, πλην όμως διευκρίνισε ότι ο ίδιος δεν ήταν μέτοχος και δεν είχε σχέση με τη Γαλλία.
Ο δεύτερος μάρτυρας ο οποίος κατέθεσε από πλευράς εκζητουμένου ήταν ο πατέρας του, κ. Φ.Π. (στο εξής ο «ΜΕ2»), ο οποίος αφού διευκρίνισε ότι δεν είναι νομικός, αναφέρθηκε λεπτομερώς στις οικογενειακές περιστάσεις του, στα διάφορα προβλήματα που αντιμετώπισε η οικογένειά του στο παρελθόν και στα διάφορα προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζει αυτός και η σύζυγός του, εκδήλωσε δε την πεποίθησή του ότι ο γιος του είναι αθώος πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, αναφερόμενος στον τρόπο με τον οποίο έχει μεγαλώσει και στη μόρφωση που έχει λάβει. Σχετικά κατέθεσε τρία Τεκμήρια (38 – 41), αναφορά στα οποία θα γίνει όπου τούτο κριθεί σκόπιμο.
Αντεξεταζόμενος, ο ΜΕ2 επανέλαβε τις θέσεις τις οποίες εξέφρασε κατά την κυρίως εξέτασή του και περιέγραψε τη σχέση που έχει με τον εκζητούμενο, ενώ διευκρίνισε ότι είναι προσωπική του άποψη ότι ο εκζητούμενος είναι αθώος, αναφερόμενος στο μορφωτικό του επίπεδο και στην παιδεία με την οποία έχει μεγαλώσει.
Η τρίτη μάρτυρας η οποία κατέθεσε από πλευράς εκζητούμενου ήταν η κα Α.Σ., ορκωτή μεταφραστής (στο εξής η «ΜΕ3»), η οποία κατέθεσε ως Τεκμήριο 41 μετάφραση του Τεκμηρίου 22(α), κατόπιν οδηγιών που έλαβε από τους δικηγόρους του εκζητούμενου. Η μάρτυρας δεν αντεξετάσθηκε.
Γ. Αξιολόγηση Μαρτυρίας
Παρακολουθώντας τους μάρτυρες να προσφέρουν δια ζώσης την μαρτυρία τους στο εδώλιο του μάρτυρα, το Δικαστήριο δύναται να αξιολογεί τη συνολική εμφάνιση και συμπεριφορά τους, με βάση, μεταξύ άλλων, τη λογική, την ποιότητα και την πειστικότητα της μαρτυρίας που προσκόμισαν, την αμεσότητα και σαφήνεια των απαντήσεων τους ή την ύπαρξη ουσιαστικών αντιφάσεων σε αυτές.[3]
Η αξιολόγηση της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα δεν περιορίζεται αποκλειστικώς στην αποτίμηση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα ξεχωριστά, αλλά συσχετίζεται, αντιπαραβάλλεται και διερευνάται, μέσα από την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων,[4] η δε αξιοπιστία των μαρτύρων εκτιμάται αυτοτελώς και ανεξαρτήτως επιπέδου απόδειξης.[5]
Κατά την αξιολόγηση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα, λαμβάνεται υπόψη, ότι με βάση τη νομολογία, είναι ανάγκη μια μαρτυρία να τίθεται στη βάσανο της αξιολόγησης από απόψεως περιεχομένου και να μην γίνεται αποδεκτή ή να απορρίπτεται μόνο βάσει της εξωτερικής εντύπωσης που προκαλεί ο μάρτυρας.[6] Επουσιώδεις αντιφάσεις δεν πλήττουν την αξιοπιστία ενός μάρτυρα,[7] ενώ ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς και δεν είναι επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα.[8]
Επισημαίνεται, ότι μέσα στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας, η αξιολόγηση της μαρτυρίας θα γίνει μόνο για σκοπούς που αφορούν στην παρούσα διαδικασία.
Αναφορικά με τη μαρτυρία του ΜΚΑ1, θεωρώ ότι αυτή ήταν κατατοπιστική ως προς τις ενέργειες τις οποίες ο συγκεκριμένος μάρτυρας έπραξε σε σχέση με τη σύλληψη του εκζητούμενου. Επρόκειτο για τυπικό μάρτυρα, ο οποίος απάντησε με φυσικότητα σε όλες τις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν σε σχέση με τις ενέργειες στις οποίες προέβη μέσα στο πλαίσιο της παρούσας, ενώ σε κανένα στάδιο της μαρτυρίας του δεν υπέπεσε σε οποιαδήποτε ουσιώδη αντίφαση, ούτε και διαπίστωσα οποιαδήποτε προσπάθεια να αποκρύψει οποιαδήποτε ενέργεια την οποία έκανε ή να έχει αναδυθεί από τη μαρτυρία του οποιοδήποτε αλλότριο κίνητρο. Συνεπακόλουθα, αποδέχομαι τη μαρτυρία του ΜΚΑ1 στην ολότητά της.
Στρεφόμενη σε αξιολόγηση της μαρτυρίας του ΜΚΑ2, σημειώνω εν πρώτοις ότι ο μάρτυρας μου έκανε θετική εντύπωση και ότι δεν απεκόμισα την εντύπωση ότι ο συγκεκριμένος μάρτυρας ήρθε στο Δικαστήριο με σκοπό να μεταφέρει αναλήθειες ή να αποκρύψει γεγονότα, ούτε θεωρώ ότι αναδύθηκε από την αντεξέτασή του, να διαθέτει οποιοδήποτε αλλότριο κίνητρο ως προς την έκβαση της υπόθεσης και ειδικότερα, ότι ενήργησε με μεροληψία για σκοπούς εκτέλεσης του ΕΕΣ, ως η αντεξέταση της υπεράσπισης διαφάνηκε να προωθεί.
Μάλιστα, ο ΜΚΑ2 δεν δίστασε να συμφωνήσει κατά την αντεξέτασή του, με το ότι στο αγγλικό μεταφρασμένο ΕΕΣ (Τεκμήριο 11), υπάρχει μία επιπρόσθετη παράγραφος, σε σχέση με το γαλλικό ΕΕΣ, γεγονός το οποίο ενισχύει την αξιοπιστία του και το ότι κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου ειλικρινά και αμερόληπτα, χωρίς οποιοδήποτε κίνητρο.
Επιπρόσθετα, κρίνω ότι η μαρτυρία του ΜΚΑ2 ήταν ποιοτική και διαφωτιστική ως προς την αλληλουχία των γεγονότων και τον ρόλο που το Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξης διαδραματίζει ως Κεντρική Αρχή, η οποία επικουρεί την όλη διαδικασία του ΕΕΣ. Ο μάρτυρας απάντησε σε όλες τις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν κατά την αντεξέτασή του με αμεσότητα, ευθύτητα και σαφήνεια, χωρίς υπεκφυγές, δίδοντας στο Δικαστήριο την εντύπωση ότι είναι πολύ καλός γνώστης της διαδικασίας του ΕΕΣ και του δικού του ρόλου. Τέλος, δεν εντόπισα οποιεσδήποτε ανακολουθίες στη μαρτυρία του. Ως εκ τούτου, αποδέχομαι τη μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα στην ολότητα της.
Αναφορικά με τον εκζητούμενο, σημειώνω εν πρώτοις ότι δεν έχω εντοπίσει οποιεσδήποτε ουσιώδεις αντιφάσεις στη μαρτυρία του, ενώ σε σχέση με τις προσωπικές περιστάσεις του, αρκούμαι να σημειώσω ότι δεν αμφισβητήθηκαν.
Θα πρέπει ωστόσο να σημειωθεί, ότι οι πλείστοι των ισχυρισμών του αφορούν σε θέματα που άπτονται της ουσίας της υπόθεσης και είναι ανεπίτρεπτη η αξιολόγησή τους μέσα στο πλαίσιο της παρούσας. Πράγμα το οποίο άλλωστε και ο ίδιος φάνηκε να αντιλαμβάνεται, ως προκύπτει από τη μαρτυρία του.
Σε σχέση με τις θέσεις που εξέφρασε επί νομικών ζητημάτων, σημειώνω ότι ο μάρτυρας δεν κατέθεσε υπό την ιδιότητα του νομικού, επομένως το Δικαστήριο δεν μπορεί να βασιστεί πάνω σε αυτό το μέρος της μαρτυρίας του για την εξαγωγή των συμπερασμάτων του.
Συνεπακόλουθα, για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας, δεν βρίσκω λόγο να μην αποδεχθώ τη μαρτυρία του ΜΕ1, εξαιρουμένων των σημείων που αναφέρω πιο πάνω.
Λαμβανομένου δε υπόψη του σκοπού της παρούσας διαδικασίας, τα νομικά σημεία που εγείρονται από τους συνηγόρους του εκζητούμενου, σε συνάρτηση με τα έγγραφα τα οποία κατατέθηκαν μέσα στο πλαίσιο της παρούσας, θα εξετασθούν στη συνέχεια εν πάση περιπτώσει.
Στρεφόμενη στον ΜΕ2, σημειώνω καταρχάς ότι οι προσωπικές περιστάσεις του δεν αμφισβητήθηκαν, επομένως η μαρτυρία αυτή παρέμεινε αναντίλεκτη.
Επρόκειτο ωστόσο για μαρτυρία η οποία διακατέχετο από εμφανή συναισθηματισμό, λόγω προφανώς της σχέσης του ΜΕ2 με τον εκζητούμενο, με τον μάρτυρα να μεταφέρει τις προσωπικές του απόψεις για θέματα ουσίας της υπόθεσης στο Δικαστήριο, χωρίς ωστόσο να κατέχει γνώσεις νομικής επιστήμης. Όπως επίσης σημειώνεται και πιο κάτω, το Δικαστήριο μέσα στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας, δεν υπεισέρχεται σε εξέταση της ουσίας της υπόθεσης και δεν εξάγει συμπεράσματα ενοχής ή αθωότητας.
Ως εκ των άνω, επί της μαρτυρίας αυτής καταλήγω ότι μπορώ να βασιστώ μερικώς, δηλαδή αποδεχόμενη το μέρος της το οποίο δεν τέθηκε υπό αμφισβήτηση, καθότι σε ότι αφορά στα νομικά ζητήματα που αφορούν την παρούσα διαδικασία, αυτά, ως αναφέρω πιο πάνω, θα εξεταστούν εν πάση περιπτώσει από το Δικαστήριο.
Τέλος, η ΜE3 ήταν τυπική μάρτυρας και ελλείψει αντεξέτασης, η μαρτυρία της παρέμεινε αναντίλεκτη, με την επιφύλαξη της συνηγόρου που εκπροσωπεί την Κεντρική Αρχή ως προς το θέμα που ηγέρθη αναφορικά με τις διευκρινίσεις που ζητήθηκαν και την απάντηση που λήφθηκε, σε σχέση με το ηλεκτρονικό μήνυμα ημερ. 25.11.2025 που κατατέθηκε ως Τεκμήριο 22(β).
Συνεπώς η μαρτυρία της γίνεται αποδεκτή και τα νομικά ζητήματα που εγείρονται μέσα στο πλαίσιο της παρούσας, αποτελούν έργο του Δικαστηρίου.
Μετά την ολοκλήρωση της ακροαματικής διαδικασίας, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των δύο πλευρών παρουσίασαν γραπτώς τις αγορεύσεις τους. Δεν κρίνω σκόπιμο να επαναλάβω όσα ανέφεραν οι συνήγοροι στις αγορεύσεις τους, επισημαίνω ωστόσο ότι έχω μελετήσει ενδελεχώς τις θέσεις που προβλήθηκαν και αναφορά σε αυτές θα γίνει όπου τούτο κριθεί σκόπιμο.
Ε. Νομική Πτυχή
Το νομοθετικό πλαίσιο το οποίο διέπει την παρούσα διαδικασία είναι ο Περί Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης και των Διαδικασιών Παράδοσης Εκζητουμένων Μεταξύ των Κρατών Μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης Νόμου του 2004 (N. 133(I)/2004), ο οποίος θεσπίστηκε για σκοπούς εναρμόνισης με την απόφαση-πλαίσιο 2002/584/ΔΕΥ του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Σύμφωνα με το αρ. 3 του Ν. 133(Ι)/2004, το οποίο αφορά στον σκοπό του ΕΕΣ:
«Το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης είναι απόφαση ή Διάταγμα δικαστικής αρχής κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης που εκδίδεται με σκοπό τη σύλληψη και την παράδοση προσώπου, το οποίο ευρίσκεται στο έδαφος άλλου κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ζητείται από τις αρμόδιες αρχές του κράτους έκδοσης του εντάλματος:
(α) Για την άσκηση ποινικής δίωξης ή
(β) για την εκτέλεση ποινής ή μέτρου στερητικών της ελευθερίας».
Η ανωτέρω νομοθετική πρόνοια, συνάδει με το αρ. 1 της Απόφασης-Πλαίσιο 2002/584/ΔΕΥ, η οποία προβλέπει τα εξής:
«1. Το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης είναι δικαστική απόφαση η οποία εκδίδεται από κράτος μέλος προς το σκοπό της σύλληψης και της παράδοσης από άλλο κράτος μέλος προσώπου που καταζητείται για την άσκηση ποινικής δίωξης ή για την εκτέλεση ποινής ή μέτρου στερητικών της ελευθερίας.
2. Τα κράτη μέλη εκτελούν κάθε ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης βάσει της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης και σύμφωνα με τις διατάξεις της παρούσας απόφασης-πλαίσιο.
3. H παρούσα απόφαση-πλαίσιο δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την τροποποίηση της υποχρέωσης σεβασμού των θεμελιωδών δικαιωμάτων και των θεμελιωδών νομικών αρχών, όπως διατυπώνονται στο άρθρο 6 της συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση».
Σχετικά είναι επίσης τα όσα αναφέρονται στο Εγχειρίδιο για τον τρόπο έκδοσης και εκτέλεσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης.
Στην Κωνσταντίνος (Ντίνος) Μιχαηλίδης ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας (2013) 1 Α.Α.Δ. 1764, αναφέρθηκαν τα εξής, σε σχέση με τη διαδικασία που ακολουθείται σε σχέση με ΕΕΣ και τον σκοπό της εν λόγω διαδικασίας:
«…Στόχος λοιπόν της όλης διαδικασίας είναι η παροχή δικαστικής συνδρομής μεταξύ των κρατών μελών ώστε να συμμορφώνονται και να παραδίδονται οι ύποπτοι χωρίς ιδιαίτερες περίπλοκες διαδικασίες ή αχρείαστες καθυστερήσεις. Γι' αυτό και οι στενές χρονικές περίοδοι, διότι η όλη διαδικασία δεν αφορά, ούτε ανάγεται σε καθαυτή ποινική δίωξη, ούτε η διαδικασία προσφέρεται για την εξέταση και θεμελίωση τυχόν ποινικής ευθύνης του εκζητουμένου. Αυτό αποτελεί κατ' εξοχήν το έργο της χώρας η οποία επιδιώκει την έκδοση του υπόπτου στο έδαφος της, οι δικαστικές αρχές της οποίας είναι και οι μόνες υπεύθυνες για την εξέταση και διαπίστωση της όποιας ποινικής ευθύνης του εκζητουμένου, στη βάση των ισχυόντων στην επικράτεια της, κανόνων δικαίου, ουσιαστικών και δικονομικών.
…Προεξάρχον στοιχείο όπως απορρέει από τις αποφάσεις, είναι η εστίαση στην απλοποίηση των διαδικασιών σύλληψης και παράδοσης μέσα από μια sui generis διαδικασία, η οποία στοχεύει στην αποτελεσματική δικαστική συνδρομή μεταξύ των κρατών-μελών, δικαστική συνδρομή που περιλαμβάνει και την υπόδειξη δημοσίου κατηγόρου ως αρχής ("judicial authority"), κάτω από το Άρθρο 6 της Απόφασης-Πλαίσιο, υπό το φως των διαφορετικών συστημάτων δικαίου στον Ευρωπαϊκό χώρο, όπως υπέδειξε η πρόσφατη απόφαση του Supreme Court του Ηνωμένου Βασιλείου στην Αssange ν. Swedish Prosecution Attorney [2012] UKSC 22».
(Η έμφαση είναι του Δικαστηρίου).
Παραπέμπω επίσης στην απόφαση ημερ. 16.1.2017, Πολ. Εφ. Αρ. 416/2016 ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ SUSAN AYRE, ΑΠΟ ΤΗ ΜΕΓΑΛΗ ΒΡΕΤΑΝΙΑ, όπου λέχθηκαν τα εξής:
«Έχει τονισθεί στην απόφαση Μιχαηλίδης - ανωτέρω - με αναφορά σε προηγούμενες αποφάσεις (ακολούθησε δε ανάλογη νομολογία από το Ανώτατο Δικαστήριο), ότι το προεξάρχον στοιχείο είναι η εστίαση στην απλοποίηση των διαδικασιών σύλληψης και παράδοσης μέσα από μια sui generis διαδικασία, δηλαδή, μια ιδιότυπη διαδικασία ώστε να υπάρχει αποτελεσματική δικαστική συνδρομή μεταξύ των χωρών μελών και προς τούτο η Απόφαση-Πλαίσιο, καθώς και η εθνική νομοθεσία, περιλαμβάνουν και την υπόδειξη κεντρικής αρχής («central authority») κάτω από το άρθρο 7 της Απόφασης, προς διοικητική υποβοήθηση των αντίστοιχων δικαστικών αρχών τόσο στη χώρα που εκδίδει το ένταλμα, όσο και στη χώρα που το εκτελεί. Αυτό, υπό το φως των διαφορετικών συστημάτων δικαίου στον ευρωπαϊκό χώρο.
Ο σκοπός της όλης διαδικασίας, η οποία αρχίζει με ένταλμα σύλληψης σε εθνικό επίπεδο, το οποίο μετά μετατρέπεται ή ακολουθείται από ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, είναι η διαμεταγωγή του εκζητούμενου προσώπου πίσω στη χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης από την οποία έχει διαφύγει και στην οποία καλείται να αντιμετωπίσει ποινικές κατηγορίες. Προς το σκοπό αυτό, προνοούνται στενά χρονικά περιθώρια, ενώ η παροχή της δικαστικής συνδρομής επιτυγχάνεται στη βάση απλουστευμένων διαδικασιών χωρίς αχρείαστες καθυστερήσεις. Η διαδικασία δεν στοχεύει στη θεμελίωση τυχόν ποινικών ευθυνών του εκζητούμενου, ούτε αποτελεί ή ισοδυναμεί με ποινική δίωξη. Μόνο οι δικαστικές αρχές της χώρας που εξέδωσαν το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, είναι υπεύθυνες για την εξέταση και διαπίστωση ποινικών ευθυνών».
(Η υπογράμμιση και η έμφαση είναι του Δικαστηρίου)
Πρόκειται για sui generis διαδικασία, διερευνητικού χαρακτήρα και όχι ποινική διαδικασία, με το Δικαστήριο να διατηρεί την ευχέρεια να ζητήσει επιπρόσθετες πληροφορίες από το κράτος μέλος έκδοσης, συμφώνως των όσων προνοεί το αρ. 21 του Ν. 133 (Ι)/2004, και να αποφανθεί επί των ζητημάτων που τίθενται ενώπόν του με βάση το υλικό που τίθεται ενώπιόν του και τυχόν πρόσθετες πληροφορίες, λαμβάνοντας υπόψη τις περιστάσεις της υπό εξέταση περίπτωσης.[9]
Οι υποχρεωτικοί λόγοι μη εκτέλεσης του ΕΕΣ, απαριθμούνται στο αρ. 13 του Ν. 133(Ι)/2004, ενώ στο αρ. 14 του Ν. 133 (Ι)/2004 παρατίθενται οι προαιρετικοί λόγοι μη εκτέλεσης του ΕΕΣ. Πρόκειται, ως έχει νομολογηθεί, για εξαντλητικό κατάλογο.[10]
Αναφορικά με το περιεχόμενο και τον τύπο του ΕΕΣ του οποίου ζητείται η εκτέλεση, σχετικές είναι οι πρόνοιες του αρ. 4 του Ν. 133 (Ι)/2004. Σύμφωνα μάλιστα με το αρ. 21(2) του του Ν. 133 (Ι)/2004, είναι δυνατό να ζητούνται πληροφορίες, ιδίως σε σχέση με τα άρθρα 4, 13 και 15 του Νόμου.
Παράλληλα, ως έχει νομολογηθεί, ο μηχανισμός της εκτέλεσης ΕΕΣ, δυνατό να αναχαιτιστεί, όταν υφίσταται υπαρκτός κίνδυνος παραβίασης των θεμελιωδών δικαιωμάτων του εκζητούμενου, όπως το ενδεχόμενο ο εκζητούμενος να αντιμετωπίσει σοβαρό κίνδυνο καταδίκης του σε θάνατο ή να υποστεί βασανιστήρια ή άλλη απάνθρωπη ή εξευτελιστική ποινή ή μεταχείριση.[11]
Στ. Εξέταση των Λόγων Ένστασης και Συμπεράσματα Δικαστηρίου
Η πλευρά του εκζητούμενου, προβάλλει τους ακόλουθους λόγους ένστασης, για τους οποίους εισηγείται ότι το Δικαστήριο πρέπει να αρνηθεί την έκδοσή του:
Α. Το ΕΕΣ εκδόθηκε εκτός αναγνωρισμένου σκοπού / Η έκδοση του εκζητούμενου ζητείται για σκοπούς ανάκρισης και όχι για άσκηση ποινικής δίωξης.
Β. Το Δικαστήριο θα πρέπει να μην εκδώσει τον εκζητούμενο βάσει του προαιρετικού λόγου μη έκδοσης που προνοεί το αρ. 14(1)(στ) του Ν. 133(Ι)/2004.
Γ. Η χρήση του ΕΕΣ από τις Γαλλικές αρχές συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας.
Προτού προχωρήσω σε εξέταση των λόγων ένστασης, προχωρώ σε εξέταση του τύπου και περιεχομένου του ΕΕΣ, έχοντας κατά νου τις πρόνοιες των αρ. 4 και 12 του Ν.133(Ι)/2004, καθώς επίσης και τις εκατέρωθεν θέσεις των μερών.
Διαπιστώνω, ότι ως προκύπτει από το ΕΕΣ (Τεκμήρια 2(α) και 2(β)), τούτο συνάδει, στον βαθμό που απαιτείται, με τον τύπο του Παραρτήματος Α του Ν. 133(Ι)/2004 και περιλαμβάνει τα στοιχεία που αναφέρονται στο αρ. 4, ήτοι την γνωστή στο κράτος έκδοσης ταυτότητα και ιθαγένεια του εκζητουμένου, τα στοιχεία της δικαστικής αρχής έκδοσης του εντάλματος, ότι εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης την 6.10.2025, παραθέτει τις αξιόποινες πράξεις που αφορά και την προβλεπόμενη ποινή, καθώς επίσης και τις περιστάσεις τέλεσης των αδικημάτων, περιλαμβανομένου του χρόνου και του τόπου τέλεσης τους, καθώς επίσης και τη μορφή συμμετοχής του εκζητουμένου στις εν λόγω αξιόποινες πράξεις. Αναφορά γίνεται πιο πάνω, στο μέρος «Εισαγωγή».
Επισημαίνεται, ότι ως έχει νομολογηθεί, η περιγραφή των πραγματικών περιστατικών πρέπει να συνίσταται σε σύντομη περίληψη και όχι σε πλήρη καταγραφή ολόκληρου του φακέλου, λαμβανομένης υπόψη και της περιπλοκότητας της υπόθεσης.[12] Παράλληλα, παράλειψη συμμόρφωσης με τις προϋποθέσεις του αρ. 4 του Ν. 133(Ι)/2004, δεν συνεπάγεται ακύρωση του ΕΕΣ, ώστε το αίτημα για εκτέλεσή του να υπόκειται σε απόρριψη.[13]
Περαιτέρω, διαπιστώνω ότι οι πράξεις για τις οποίες διώκεται ο εκζητούμενος, είναι ταυτόχρονα αξιόποινες και στην Κυπριακή Δημοκρατία και δεν εμπίπτουν στις εξαιρέσεις του αρ. 12(2), εμπίπτουν δε στην κατηγορία των αδικημάτων που εξαιρούνται του ελέγχου του διττού αξιόποινου, σύμφωνα με το άρθρο 12(2) του Ν. 133(Ι)/2004.
Δεν διαλανθάνει την προσοχή μου, ότι στο μεταφρασμένο ΕΕΣ στην αγγλική, το οποίο αποτελεί μέρος του Τεκμηρίου 11, υπάρχει η ακόλουθη επιπρόσθετη παράγραφος, πριν την περιγραφή των αδικημάτων σε σχέση με τα οποία αυτό εκδόθηκε:
«1ο/ for having committed in Paris, in the ?le de France region and in any case on national territory, and indivisibly in Ukraine, Poland, Lithuania, Russia and Israel, between March 2020 and 1 June 2024, in any case since the expiry of the statute of limitations, the offences of:»
Η ανωτέρω παράγραφος, όπως και ο ΜΚΑ2 συμφώνησε, δεν υπάρχει στο αντίστοιχο γαλλικό ένταλμα σύλληψης, το οποίο επίσης αποτελεί μέρος του Τεκμηρίου 11.
Πρόκειται ωστόσο, για το εθνικό ένταλμα σύλληψης και όχι για το ΕΕΣ, το οποίο αφορά η παρούσα διαδικασία και στο οποίο αναφέρεται ότι εκδόθηκε το εθνικό ένταλμα σύλληψης την 6.10.2025.
Συνεπακόλουθα, για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας, δεν διαπιστώνεται το επίδικο ΕΕΣ να μην πληροί τις προϋποθέσεις του αρ. 4 της οικείας νομοθεσίας. Εν πάση δε περιπτώσει, για σκοπούς πληρότητας, σημειώνω ότι δεν θεωρώ ότι η πρόσθετη αυτή παράγραφος διαφοροποιεί επί της ουσίας τα ενώπιόν μου τιθέμενα δεδομένα, ενώ, ως έχει νομολογηθεί, παράλειψη συμμόρφωσης με το έντυπο του ΕΕΣ, δε συνεπάγεται, οπωσδήποτε, την ακύρωή του.[14]
Λόγος Ένστασης Α: Το ΕΕΣ εκδόθηκε εκτός αναγνωρισμένου σκοπού / Η έκδοση του εκζητούμενου ζητείται για σκοπούς ανάκρισης και όχι για άσκηση ποινικής δίωξης.
Με εκτενή επιχειρηματολογία και ανάλυση των θέσεων των γαλλικών αρχών, ο ευπαίδευτος συνήγορος του εκζητούμενου, εισηγείται ότι η έκδοση του τελευταίου ζητείται για σκοπούς ανάκρισης και όχι για άσκηση ποινικής δίωξης, υποστηρίζει δε, ότι το επίδικο ΕΕΣ δεν εκδόθηκε με δεδηλωμένο νόμιμο σκοπό τη εννοία του αρ. 3 του Νόμου.
Επιπρόσθετα, ο ευπαίδευτος συνήγορος του εκζητούμενου επιχειρηματολογεί ότι η φράση «ποινική δίωξη» θα πρέπει να ερμηνευτεί με βάση το ενωσιακό και όχι το εθνικό δίκαιο και εμμένει στη θέση που είχε εκφράσει με την ενδιάμεση του αίτηση για παραπομπή σχετικού ερωτήματος προς το ΔΕΕ, η οποία απορρίφθηκε με ενδιάμεση απόφαση ημερ. 17.12.2025, για τους λόγους που εξηγούνται στο κείμενο της εν λόγω απόφασης.
Εισηγείται περαιτέρω, ότι η παρούσα διαφοροποιείται από τα νομολογηθέντα στην Ghebali, ένεκα του ότι στην περίπτωση εκείνη υπήρχε μαρτυρία ότι είχαν ολοκληρωθεί όλες οι ανακρίσεις και απέμενε η ανακριτική κατάθεση του εκζητούμενου, εναντίον του οποίου υπήρχε σοβαρή μαρτυρία.
Αντίθετη είναι η εισήγηση της ευπαίδευτης συνηγόρου που εκπροσωπεί την Κεντρική Αρχή, η οποία με παραπομπή σε σχετική νομολογία, εισηγείται ότι σκοπός της έκδοσης του ΕΕΣ, είναι η ποινική δίωξη του εκζητούμενου.
Έχοντας κατά νου τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου, προχωρώ σε εξέταση του θέματος. Για τους λόγους που επεξηγώ ευθύς αμέσως, οι εισηγήσεις αυτές δεν βρίσκουν σύμφωνο το Δικαστήριο.
Στο επίδικο ΕΕΣ, στο σημείο Α30 αναγράφονται τα εξής:
«Τhis warrant has been issued by a competent judicial authority. I request that the person mentioned below be arrested and surrendered to the judicial authorities for the purpose of conducting a criminal prosecution or executing a custodial sentence or detention order».
Πρόκειται για τυποποιημένη φράση, ως ακριβώς καταγράφεται στο Παράρτημα Α της οικείας νομοθεσίας.
Σύμφωνα με τον ΜΚΑ2, ένα ΕΕΣ εκδίδεται είτε για άσκηση ποινικής δίωξης είτε για έκτιση ποινής και στο επίδικο ΕΕΣ αναγράφεται ότι εκδόθηκε στη βάση εθνικού εντάλματος σύλληψης ημερ. 6.10.2025, ενώ έχει συμπληρωθεί το σημείο υπό «Β1» επί του ΕΕΣ, το οποίο συμπληρώνεται μόνο στις περιπτώσεις που αφορούν σε ποινική δίωξη, σύμφωνα με το εγχειρίδιο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.
Από τα όσα δε τέθηκαν ενώπιόν μου, προκύπτει ότι εναντίον του εκζητούμενου, εκδόθηκε εθνικό ένταλμα σύλληψης ημερ. 6.10.2025.
Όπως επίσης προκύπτει από τις απαντήσεις των γαλλικών αρχών, στις διευκρινίσεις που ζητήθηκαν από τους δικηγόρους του εκζητούμενου, (Τεκμήριο 11), η υπόθεση είναι ακόμα υπό διερεύνηση στη Γαλλία και το ΕΕΣ εκδόθηκε προσβλέποντας στη σύλληψη και παράδοση του εκζητούμενου στη Γαλλία, ώστε να ανακριθεί και να κατηγορηθεί, ως μέρος της διαδικασίας (so that he can be questioned and charged as part of the investigation). To status όπου ένα πρόσωπο τίθεται υπό διερεύνηση, συνεχίζουν οι γαλλικές αρχές, υποδηλοί ότι υπάρχει μαρτυρία ότι το εν λόγω πρόσωπο, ενδεχομένως να έχει συμμετάσχει είτε ως αυτουργός, είτε ως συναυτουργός, στη διάπραξη των αδικημάτων που καταγράφονται στο ΕΕΣ.
Αναφέρεται περαιτέρω, ότι παρόλο που η υπόθεση διερευνάται και από τις βελγικές αρχές, συστάθηκε μία ομάδα διερεύνησης μεταξύ των δύο χωρών και αποφασίστηκε όπως την περίπτωση του εκζητούμενου αναλάβει η Γαλλία, εξ ου και δεν εκτελέστηκε βελγικό ένταλμα έρευνας εναντίον του εκζητούμενου.
Περαιτέρω, σε διευκρινίσεις που δόθηκαν από τις γαλλικές αρχές με επιστολή τους ημερομηνίας 17.11.2025, η οποία αποτελεί μέρος του Τεκμηρίου 16, αναφέρεται ότι η διαδικασία διερεύνησης στη Γαλλία είναι αντιπαραθετική, επομένως ο εκζητούμενος θα έχει το δικαίωμα της σιωπής, αλλά θα έχει και την ευκαιρία να τοποθετηθεί. Κατά το προκαταρκτικό στάδιο της διαδικασίας (preliminary examination) ο διερευνών δικαστής θα αποφασίσει εάν ο εκζητούμενος θα τεθεί υπό διερεύνηση, ή αν θα του δοθεί το status του μάρτυρα, χωρίς να του προσαφθούν κατηγορίες. Όταν η διερεύνηση ολοκληρωθεί, ο διερευνών δικαστής θα αποφασίσει αν ο εκζητούμενος θα προσαχθεί ενώπιον Δικαστηρίου για να κατηγορηθεί ή όχι. Από τη στιγμή που θα προσαχθούν κατηγορίες σε ένα πρόσωπο, αρχίζει να προσμετράται μια δωδεκάμηνη περίοδος, στο τέλος της οποίας το πρόσωπο αυτό μπορεί να ζητήσει όπως η διερεύνηση τερματισθεί. Τότε το δικαστήριο καλείται να αποφασίσει κατά πόσο οι διαδικασίες τερματίζονται και η απόφαση αυτή δυνατό να εφεσιβληθεί.
Κατά την κυρίως εξέταση του εκζητούμενου, κατατέθηκε στο Δικαστήριο ηλεκτρονικό μήνυμα της διερευνώσας Δικαστού στη Γαλλία, τόσο στην αγγλική, όσο και στην γαλλική, ως Τεκμήριο 22(α) και 22(β), εις απάντηση ηλεκτρονικού μηνύματος των Γάλλων δικηγόρων που ο εκζητούμενος έχει διορίσει στη Γαλλία. Ως εξηγεί στη γραπτή του δήλωση ο εκζητούμενος, μέσω του μηνύματος αυτού οι γαλλικές αρχές δεν αναγνωρίζουν τον διορισμό των δικηγόρων του στη Γαλλία, διότι ως του αναφέρουν, δεν διερευνούν οτιδήποτε εναντίον του.
Το Δικαστήριο, έκρινε ορθό, όπως ζητήσει περιπλέον πληροφορίες σε σχέση με το περιεχόμενο του επίδικου ΕΕΣ και συγκεκριμένα τον σκοπό για τον οποίο ζητείται η έκδοση του εκζητούμενου στη Γαλλία, καθώς επίσης και τοποθέτηση επί του ηλεκτρονικού μηνύματος ημερ 24.11.2025 από την κα M.C., το οποίο κατατέθηκε ως Τεκμήριο 22(α) και 22(β) μέσα στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας. Οι πληροφορίες αυτές κοινοποιήθηκαν με επιστολή των γαλλικών αρχών ημερ. 10.12.2025 στο Δικαστήριο, μέσω του Πρωτοκολλητείου.
Στην εν λόγω επιστολή, η οποία στάλθηκε τόσο στη γαλλική, όσο και στην ελληνική, αναφέρονται τα ακόλουθα:
«Αναφορικά με την ηλεκτρονική αλληλογραφία που είχε αποστείλει η κα C.στους Γάλλους δικηγόρους, η οποία είναι εμπιστευτική, δεν υπήρχε κανένας απολύτως λόγος να διαβιβαστεί στις Κυπριακές αρχές. Δεν έδωσε ποτέ τη συγκατάθεσή της, ούτε για τη διαβίβαση αλλά ούτε και για αυτή την εντελώς λανθασμένη μετάφραση. Σκοπός της εν λόγω αλληλογραφίας ήταν να υπενθυμίσει στους εν λόγω δικηγόρους ότι, σύμφωνα με το γαλλικό δίκαιο, δεν μπορούν σε αυτό το στάδιο να εκπροσωπήσουν νομίμως τον κ. Π. Κατά συνέπεια, δεν έχουμε κανένα λόγο ούτε κανένα δικαίωμα να τους δεχθούμε ή να τους δώσουμε την παραμικρή πληροφορία σχετικά με την υπόθεση. Μόνον ο κ. Π. θα μπορεί να μας αναφέρει προσωπικά, όταν τον συναντήσουμε, ποιον επιθυμεί να διορίσει ως δικηγόρο, και τότε, μόνον ο συγκεκριμένος δικηγόρος θα κληθεί να εκπροσωπήσει τον κ. Π.
Επιπλέον, η ηλεκτρονική αλληλογραφία της τροποποιήθηκε σκόπιμα κατά τη μετάφραση. Ποτέ δεν ανέφερε η κα C. ότι ο κ. Π. δεν ήταν στο στόχαστρο των ερευνών ή ότι δεν τον αφορούσε η γαλλική δικαστική διαδικασία, πόσο μάλλον τη στιγμή που αποτελεί αντικείμενο εντάλματος σύλληψης. Οι Γάλλοι δικηγόροι δεν μπορούν να αγνοούν ότι έχει διαστρεβλωθεί πλήρως η έννοια των όσων ανέφερε.
Για να είναι απολύτως σαφές, επιβάλλεται να υπογραμμιστεί ότι στη γαλλική ποινική δικαστική διαδικασία, στο πλαίσιο πολύπλοκων υποθέσεων, όπως είναι και η υπόθεση στην οποία εμπλέκεται ο κ. Π., η ποινική δίωξη ασκείται σε δύο στάδια:
· Το πρώτο στάδιο διεξάγεται από ανακριτή, ο οποίος είναι ανεξάρτητος δικαστής, μέσω δικαστικών ερευνών, αναζήτησης του εμπλεκόμενου προσώπου, έκδοσης εντάλματος σύλληψης εφόσον ο εμπλεκόμενος βρίσκεται στο εξωτερικό, με σκοπό τη λήψη κατάθεσης απ’ αυτόν και, κατά το πέρας της ανάκρισής, να του απαγγελθούν κατηγορίες. Το καθεστώς του κατηγορουμένου του παρέχει ειδικά δικαιώματα που τον προστατεύουν από κάθε αβάσιμη δίωξη. Συνεπώς, η προανάκριση αποτελεί ήδη ποινική δίωξη εις βάρος του προσώπου κατά του οποίου εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης. Ως εκ τούτου ο κ. Π. μπορεί να ανακριθεί μόνον από ανακριτή και όχι από την αστυνομία και μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο περιοριστικών μέτρων, όπως η προσωρινή κράτηση ή ο δικαστικός έλεγχος. Συνεπώς, ο κ. Π. βρίσκεται πράγματι στο στόχαστρο των ερευνών και είναι αντιμέτωπος με δίωξη στο πλαίσιο της εν εξελίξει ανακριτικής διαδικασίας στη Γαλλία.
· Σε δεύτερο στάδιο μετά την ολοκλήρωση της ανάκρισης, ο ανακριτής αποφασίζει αν θα διατηρήσει ή όχι τη δίωξη σε βάρος του κατηγορουμένου, εν προκειμένω του κ. Π. Σε περίπτωση που διατηρήσει τη δίωξη, θα δικαστεί από το δικαστήριο. Θα πρέπει να διευκρινισθεί ότι οποιοδήποτε πρόσωπο εις βάρος του οποίου έχει εκδοθεί ένταλμα σύλληψης από ανακριτή μπορεί να παραπεμφθεί ενώπιον δικαστηρίου και να καταδικαστεί ακόμα και αν δεν έχει ποτέ συλληφθεί.
Ως εκ τούτου, ποτέ δεν ανέφερε ο Γάλλος δικαστής ότι ο κ. Π. δεν ήταν στο στόχαστρο των ερευνών στη Γαλλία, πράγμα το οποίο δεν μπορούσαν να μην γνωρίζουν οι Γάλλοι δικηγόροι. Το ένταλμα σύλληψης εκδόθηκε στο πλαίσιο ποινικής δίωξης εις βάρος του κ. Π. και ήταν ο μόνος τρόπος που είχαν στη διάθεσή τους οι Γάλλοι δικαστές για να διασφαλίσουν ότι με την παράδοσή του θα τεθεί στη διάθεση της δικαιοσύνης. Σε αντίθεση με τα όσα αναφέρονται, το ένταλμα σύλληψης αρκεί από μόνο του για να αποδείξει ότι ο κ. Π. βρίσκεται στο στόχαστρο των ερευνών που διεξάγονται από τους Γάλλους δικαστές».
Την 11.12.2025 που η υπόθεση ήταν ορισμένη για συνέχιση, γνωστοποιήθηκε από το Δικαστήριο στους συνηγόρους των μερών η απάντηση των γαλλικών αρχών και παρασχέθηκε σε αυτούς το δικαίωμα να τοποθετηθούν.[15] Αποτέλεσε εισήγηση του συνηγόρου που εκπροσωπεί τον εκζητούμενο, ότι άλλο πρόσωπο υπογράφει στην επιστολή ημερ. 10.12.2025 και άλλο πρόσωπο στις λοιπές αλληλογραφίες, λόγος για τον οποίο κάλεσε το Δικαστήριο να ζητήσει σχετικές διευκρινίσεις.
Διερχόμενη της εν λόγω επιστολής, η οποία, επαναλαμβάνω, κατατέθηκε στον φάκελο του Δικαστηρίου μέσω του Πρωτοκολλητείου, διαπιστώνω ότι σε αυτήν αναγράφεται ως αποστολέας το Εφετείο του Παρισιού και υπογράφει Αναπληρωτής Εισαγγελέας για την Εισαγγελέα της Δημοκρατίας. Μάλιστα, στο γαλλικό κείμενο, υπάρχει και σχετική σφραγίδα του Δικαστηρίου του Παρισιού.
Πέραν τούτου, σημειώνω ότι η σχετική αλληλογραφία ανταλλάζεται μεταξύ των σχετικών κρατικών αρχών και τυχόν αντίθετη προσέγγιση, θεωρώ ότι καταστρατηγεί παντελώς το πνεύμα με το οποίο οι διαδικασίες αυτές διαπνέονται, ιδιαίτερα ως προς την αμοιβαία αναγνώριση μεταξύ των κρατών – μελών και την απλοποίηση τέτοιας φύσεως διαδικασιών.
Επανερχόμενη στην ουσία του πράγματος, θεωρώ ότι οι παρεχόμενες διευκρινίσεις, μέσω της επιστολής ημερ. 10.12.2025, διαφωτίζουν επαρκώς αναφορικά με την ποινική διαδικασία που ακολουθείται στη Γαλλία, αναφέρουν δε σαφώς ότι ζητείται η παράδοση του εκζητούμενου, για σκοπούς ποινικής δίωξης και ότι η προανάκριση, αποτελεί ήδη ποινική δίωξη εις βάρος του προσώπου κατά του οποίου εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης.
Ως εκ των άνω, προκύπτει ότι η υπόθεση είναι ακόμα υπό διερεύνηση στη Γαλλία, πράγμα με το οποίο άλλωστε συμφωνεί η πλευρά του εκζητούμενου, ως αναδύεται από τις εισηγήσεις που προέβαλε.
Στην Πολ. Εφ. αρ. 51/2020 Αναφορικά με τον Joseph Ghebali ημερ. 11.5.2020, όπου ηγέρθη ότι ζητείτο η έκδοση του εκζητούμενου για άλλους λόγους και όχι για σκοπούς ποινικής δίωξης, το Ανώτατο Δικαστήριο, εξετάζοντας το θέμα, ανέφερε, μεταξύ άλλων, τα εξής:
«Από το ενώπιον του Δικαστηρίου επίδικο ευρωπαϊκό ένταλμα, σημασία έχει η αναφορά «for the purpose of conducting a criminal prosecution”.
Εκείνο δε περαιτέρω που προέκυπτε από τα ενώπιον του πρωτόδικου δικαστηρίου δεδομένα είναι πως η υπόθεση εναντίον του εφεσείοντα δεν βρισκόταν στο αρχικό στάδιο διερεύνησης. Είχαν ήδη ληφθεί οι καταθέσεις από τους παραπονούμενους που κατονομάζουν τον εφεσείοντα ως το πρόσωπο που τους ξεγέλασε. Όπως παρατηρεί δε και το πρωτόδικο δικαστήριο, η υπόθεση δεν αφορά πλέον το στάδιο που θα πρέπει να υποβληθούν ερωτήσεις στον εκζητούμενο για να διαφανεί αν αυτός θα καταταχθεί ως ύποπτος, αλλά είναι το στάδιο όπου καθηκόντως πρέπει να ανακριθεί και ακολούθως να διαταχθεί η ποινική του δίωξη, εάν τούτο κριθεί αναγκαίο στη βάση των αποτελεσμάτων της ανάκρισης, όπως συνέβη στην υπόθεση Βalzaz Aztastos v. The Szellsord Court, Hungary (2010) EWHC237. Η πρωτόδικη κρίση επί του θέματος - το οποίο ήταν και ο μοναδικός λόγος ένστασης - είναι πλήρως αιτιολογημένη και ορθή. Το γεγονός ότι υπήρξε προβληματισμός αρχικά σε σχέση με το λόγο που ζητείτο για παράδοση ο εφεσείων και ο προβληματισμός αυτός, οδήγησε το Δικαστήριο με τη σύμφωνη γνώμη των διαδίκων, σε υποβολή διευκρινιστικού ερωτήματος προς τις Γαλλικές Αρχές, δεν αλλοιώνει τα πράγματα, αφού εντέλει οι διευκρινίσεις που δόθηκαν συνάδουν με το περιεχόμενο του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης αλλά και με το άρθρο 3 του Ν.133(Ι)/2004, του ως άνω Νόμου. Πρόκειται για μια διαδικασία προερχόμενη από δικαστική αρχή που οδηγεί σε ποινική δίωξη.
Θα ήταν μικροσκοπικό και εκτός της έννοιας της αρχής της αλληλεγγύης που διέπει την ευρωπαϊκή ενότητα να σταθούμε σε επιμέρους έννοιες και λεπτομέρειες που αφορούν τη διαδικασία στη Γαλλία. (βλ. Reinwald ν. Γεν.Εισαγγελέας Πολ. έφ. αρ.42/19, 23.4.2020). Τέτοια πορεία θα ήταν ατελέσφορη. Εξάλλου και ο ίδιος ο Γάλλος δικηγόρος που κατέθεσε για τον εκζητούμενο, δήλωσε πως οι απαντήσεις της Κεντρικής Αρχής της Γαλλίας αντικατοπτρίζουν την πραγματική εικόνα σταδίου διερεύνησης. Το ότι εντέλει μπορεί η δίωξη να μη συντελεστεί δεν αλλάζει τη βασική αρχή ότι ο σκοπός του εντάλματος είναι η ποινική δίωξη. Αυτό προκύπτει εμμέσως πλην σαφώς από την υπόθεση του ΔΕE στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C-566/19 PPU και C626/19 PPU 12.12.2019 από την οποία μεταφέρουμε τις σκέψεις 69 και 70: «. στη γαλλική έννομη τάξη, η απόφαση περί εκδόσεως μπορεί ως διαδικαστική πράξη να προσβληθεί ενόσω διαρκεί η ανακριτική διαδικασία και αν το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης εκδίδεται εις βάρος προσώπου το οποίο δεν είναι ακόμη διάδικος, το πρόσωπο αυτό μπορεί να ασκήσει το ένδικο μέσο μετά την παράδοση του και την προσαγωγή του ενώπιον του ανακριτή. Η ύπαρξη, στη γαλλική έννομη τάξη, τέτοιων δικονομικών κανόνων καταδεικνύει, επομένως, ότι ο αναλογικός χαρακτήρας της αποφάσεως της εισαγγελικής αρχής να εκδώσει ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο προηγούμενου δικαστικού ελέγχου, ακόμη και σχεδόν ταυτόχρονα με την έκδοση του και, εν πάση περιπτώσει, μετά την έκδοση του ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως και, επομένως, ο έλεγχος αυτός μπορεί να πραγματοποιηθεί, κατά περίπτωση, πριν ή μετά την παράδοση του εκζητουμένου».
Παραπέμπω επίσης στην Πολ. Εφ. Αρ. 6/2024 ημερ. 17.1.2025, EDUARD VOVK v. Γενικός Εισαγγελέας, όπου ηγέρθη επίσης παρόμοιο θέμα από πλευράς εκζητούμενου και οι θέσεις του απερρίφθησαν, τόσο πρωτοδίκως, όσο και κατ’ έφεση, ενώ με αναφορά στο εγχειρίδιο για τον τρόπο έκδοσης και εκτέλεσης του ΕΕΣ του 2023, επισημαίνεται ότι η κυπριακή νομολογία έχει ερμηνεύσει τη φράση «ποινική δίωξη» διασταλτικά, έτσι ώστε να περιλαμβάνει μία διαδικασία προερχόμενη από δικαστική αρχή που οδηγεί σε ποινική δίωξη, χωρίς όμως να περιλαμβάνει το στοιχείο της βεβαιότητας της δίωξης.
Στην εν λόγω υπόθεση, λέχθηκε περαιτέρω, ότι εφόσον το πρωτόδικο Δικαστήριο έχει ενώπιον του στοιχεία που δεικνύουν ότι οι αρμόδιες αρχές της χώρας έκδοσης έκριναν ότι ο σκοπός της έκδοσης είναι η ποινική δίωξη, δεν δικαιολογείται, κατά κανόνα, η εξέταση της κρίσης αυτής.
Η πιο πάνω προσέγγιση της κυπριακής νομολογίας, συνεχίζει το Εφετείο, είναι συμβατή με τα λεχθέντα από το ΔΕΕ στην απόφαση Popławski, C-579 της 29ης Ιουνίου 2017, παράγραφος 19:
«Συναφώς, από το άρθρο 1, παράγραφος 2, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584 προκύπτει, κατ' αρχάς, ότι η εν λόγω απόφαση-πλαίσιο θεσπίζει την αρχή σύμφωνα με την οποία τα κράτη μέλη εκτελούν κάθε ΕΕΣ βάσει της αρχής της αμοιβαίας αναγνωρίσεως και σύμφωνα με τις διατάξεις αυτής της αποφάσεως-πλαισίου. Πλην εξαιρετικών περιστάσεων, οι δικαστικές αρχές εκτελέσεως δεν μπορούν, όπως έχει κρίνει το Δικαστήριο, να αρνηθούν την εκτέλεση τέτοιου εντάλματος παρά μόνον στις εξαντλητικώς απαριθμούμενες περιπτώσεις μη εκτελέσεως που προβλέπει η εν λόγω απόφαση-πλαίσιο και η εκτέλεση του ΕΕΣ μπορεί να εξαρτάται μόνον από μία εκ των περιοριστικώς προβλεπομένων στην εν λόγω απόφαση-πλαίσιο προϋποθέσεων (βλ., συναφώς, απόφαση της 5ης Απριλίου 2016, Aranyosi και Căldăraru, C‑404/15 και C‑659/15 PPU, EU:C:2016:198, σκέψεις 80 και 82 καθώς και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). Κατά συνέπεια, ενώ η εκτέλεση του ΕΕΣ αποτελεί τον κανόνα, η άρνηση εκτελέσεως γίνεται αντιληπτή ως εξαίρεση η οποία πρέπει να ερμηνεύεται στενά».
Το θέμα επίσης απασχόλησε το Εφετείο στην Arthur Visokowski ν. Γενικός Εισαγγελέας, Πολ. Εφ. Αρ. 1/2025 ημερ. 27.2.2025, όπου και προσεγγίσθηκε με τον ίδιο τρόπο.
Στο δε Εγχειρίδιο για τον τρόπο έκδοσης και εκτέλεσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, 2.1., αναφέρεται ότι:
«Η «άσκηση ποινικής δίωξης» περιλαμβάνει επίσης την ποινική προδικασία. Ωστόσο, σκοπός του ΕΕΣ δεν είναι η διαμεταγωγή προσώπων απλώς και μόνο για να ανακριθούν ως ύποπτοι. Για τον σκοπό αυτό μπορούν να χρησιμοποιούνται άλλα μέτρα, όπως η ευρωπαϊκή εντολή έρευνας (ΕΕΕ). Στην ενότητα 2.5 παρουσιάζονται συνοπτικά άλλα μέτρα δικαστικής συνεργασίας».
Στην ενότητα 2.5. απαριθμούνται τα άλλα μέτρα στα οποία γίνεται αναφορά πιο πάνω, ενώ υπάρχει η ακόλουθη σύσταση:
«Συνιστάται στις δικαστικές αρχές έκδοσης, προτού αποφασίσουν την έκδοση ΕΕΣ, να εξετάζουν δεόντως το ενδεχόμενο λήψης άλλων μέτρων».
Πρόκειται για σύσταση προς τις αρχές έκδοσης, δηλαδή στην προκειμένη περίπτωση, τη Γαλλία, ενώ το λεκτικό της παραγράφου 2.1., σαφέστατα αναφέρει ότι η άσκηση ποινικής δίωξης περιλαμβάνει και την ποινική προδικασία, χωρίς τούτο να σημαίνει, ότι το ΕΕΣ θα πρέπει να εκδίδεται για σκοπούς ανακρίσεων υπόπτων και μόνο. Διερχομένη των απαντήσεων των γαλλικών αρχών, δεν διαπιστώνω κάτι τέτοιο.
Τέλος, σημειώνω, ότι το στάδιο στο οποίο βρίσκεται η διερεύνηση της παρούσας υπόθεσης στη Γαλλία, ως προκύπτει από τα όσα τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, δεν αποτελεί κατά την κρίση μου τέτοιο διαφοροποιητικό παράγοντα, ώστε το Δικαστήριο να αποστεί από τη σχετική επί του θέματος νομολογία.
Από τα όσα τέθηκαν ενώπιόν μου και τα οποία παραθέτω πιο πάνω, η υπόθεση που διερευνάται στη Γαλλία αφορά σε ένα κατ’ ισχυρισμό εντέχνως περίπλοκο έγκλημα και η συμμετοχή που αποδίδεται στον εκζητούμενο ως μέλος της εν λόγω εγκληματικής οργάνωσης, περιγράφεται στο ΕΕΣ.
Η δε διαφορετική διαδικασία που ακολουθείται με βάση το εσωτερικό δίκαιο του κάθε κράτους – μέλους, ουδόλως διαφοροποιεί τα πράγματα. Ως εκ τούτου, δεν συμμερίζομαι τη θέση περί αναγκαιότητας αποστολής ερωτήματος στο ΔΕΕ, ώστε η έννοια της «ποινικής δίωξης» να ερμηνεύεται ομοιόμορφα, ως η εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου που εκπροσωπεί τον εκζητούμενο.
Ως αναφέρθηκε στην Κωνσταντίνος (Ντίνος) Μιχαηλίδης ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας (2013) 1 Α.Α.Δ. 1764:
«…Προεξάρχον στοιχείο όπως απορρέει από τις αποφάσεις, είναι η εστίαση στην απλοποίηση των διαδικασιών σύλληψης και παράδοσης μέσα από μια sui generis διαδικασία, η οποία στοχεύει στην αποτελεσματική δικαστική συνδρομή μεταξύ των κρατών-μελών, δικαστική συνδρομή που περιλαμβάνει και την υπόδειξη δημοσίου κατηγόρου ως αρχής ("judicial authority"), κάτω από το Άρθρο 6 της Απόφασης-Πλαίσιο, υπό το φως των διαφορετικών συστημάτων δικαίου στον Ευρωπαϊκό χώρο, όπως υπέδειξε η πρόσφατη απόφαση του Supreme Court του Ηνωμένου Βασιλείου στην Αssange ν. Swedish Prosecution Attorney [2012] UKSC 22».
(Η υπογράμμιση και η έμφαση είναι του Δικαστηρίου).
Αντίθετη προσέγγιση, θα καταστρατηγούσε κατά την κρίση μου την ίδια την ύπαρξη της Απόφασης-Πλαίσιο. Ως αναφέρθηκε στην Πολ. Εφ. Αρ. 421/17 ημερ. 11.1.2018, ECLI:CY:AD:2018:A10 Αναφορικά με τον Θωμά Πέτρου:
«Το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης ορίζεται από την ίδια την απόφαση-πλαίσιο ως «δικαστική απόφαση» (Άρθρο 1(1)). Πρόκειται για μια sui generis δικαστική απόφαση που εκδίδεται από ένα κράτος μέλος, το κράτος έκδοσης. Η τελική όμως απόφαση για την παράδοση του εκζητουμένου λαμβάνεται από τη δικαστική αρχή άλλου κράτους μέλους, του κράτους εκτέλεσης, δοθέντος ότι οι αποφάσεις για την εκτέλεση πρέπει να υπόκεινται σε επαρκή έλεγχο από τη δικαστική αρχή του κράτους μέλους στο οποίο συνελήφθη το καταζητούμενο πρόσωπο (Αιτιολογική Σκέψη (8) της Απόφασης-πλαίσιο).
Παρά το ρόλο που διατηρεί το κράτος εκτέλεσης, οι αρχές της αμοιβαίας αναγνώρισης και της αμοιβαίας εμπιστοσύνης που διαπνέουν το σκοπό αλλά και αυτή τούτη την έννοια του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, δεν οδήγησαν απλώς σε απλοποίηση των προϋποθέσεων και της διαδικασίας με την εισαγωγή ενός νέου απλουστευμένου συστήματος παράδοσης, αλλά έχουν, συνεπακόλουθα, περιορίσει τα πλαίσια άσκησης της κρατικής κυριαρχίας, όπως και τις παραδοσιακές ενστάσεις σε μια διαδικασία έκδοσης. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρθηκε στην απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου C-396/11 Ciprian Vasile Radu, οι κλασσικές σχέσεις συνεργασίας που ισχύουν μέχρι σήμερα μεταξύ κρατών μελών θα πρέπει να δώσουν τη θέση τους σε ένα σύστημα ελεύθερης κυκλοφορίας των ποινικών αποφάσεων σε ένα χώρο ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης».
(Η υπογράμμιση και η έμφαση είναι του Δικαστηρίου).
Ως εκ των άνω, έχω ικανοποιηθεί ότι το επίδικο ΕΕΣ έχει εκδοθεί για σκοπούς άσκησης ποινικής δίωξης και ο σχετικός λόγος ένστασης απορρίπτεται.
Β. Το Δικαστήριο θα πρέπει να μην εκδώσει τον εκζητούμενο βάσει του προαιρετικού λόγου μη έκδοσης που προνοεί το αρ. 14(1)(στ) του Ν. 133(Ι)/2004.
Ο συνήγορος του εκζητούμενου, επικαλείται ότι στην προκειμένη περίπτωση, το Δικαστήριο θα πρέπει να αρνηθεί την έκδοσή του στη Γαλλία, καθότι εφαρμόζεται η υπεράσπιση της δικαιοδοσίας που προβλέπει του αρ. 14(1)(στ) του Ν. 133(Ι)/2004, το οποίο διαλαμβάνει τα εξής:
«(στ) αν το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης έχει εκδοθεί για αξιόποινη πράξη, η οποία: (i) θεωρείται κατά τον Κυπριακό ποινικό νόμο ότι τελέστηκε εξ ολοκλήρου ή εν μέρει στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας ή σε εξομοιούμενο προς αυτό τόπο ή (ii) τελέστηκε εκτός του εδάφους του Κράτους μέλους έκδοσης του εντάλματος και κατά τους Κυπριακούς ποινικούς νόμους δεν επιτρέπεται η δίωξη για την ίδια αξιόποινη πράξη που διαπράττεται εκτός του εδάφους της Κυπριακής Δημοκρατίας».
Η ανωτέρω νομοθετική διάταξη συνάδει με το αρ. 4(7)(α) της Απόφασης-Πλαίσιο 2002/584, σύμφωνα με την οποία η δικαστική αρχή εκτέλεσης μπορεί να αρνηθεί την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, όταν το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης αφορά αξιόποινες πράξεις οι οποίες κατά το δίκαιο του κράτους μέλους εκτέλεσης θεωρούνται ότι διεπράχθησαν εξ ολοκλήρου ή εν μέρει στο έδαφός του κράτους εκτέλεσης ή σε εξομοιούμενο προς αυτό τόπο.
Αποτελεί εισήγηση του συνηγόρου του εκζητούμενου, ότι η Κύπρος έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει τα κατ’ ισχυρισμό αδικήματα, τα οποία κατ’ ισχυρισμό διαπράχθηκαν με ηλεκτρονικά μέσα ή και διαδικτυακά, που διαπράττονται δηλαδή ταυτόχρονα σε δύο ή περισσότερα μέρη, επομένως υφίσταται συντρέχουσα δικαιοδοσία.
Αφού παραπέμπει στο αρ. 5 του περί Ποινικού Κώδικα Νόμου, Κεφ. 154, που προνοεί ότι υπάρχει δικαιοδοσία εκδίκασης από κυπριακά Δικαστήρια κάθε ασικήματος που είναι αδίκημα δυνάμει διεθνούς Συνθήκης ή Σύμβασης που δεσμεύει τη Δημοκρατία, επιχειρηματολογεί ότι στην προκειμένη περίπτωση, τα αδικήματα που περιλαμβάνονται στο ΕΕΣ, είναι τέτοια αδικήματα. Ειδικότερα, παραπέμπει στα εξής νομοθετήματα:
- Ο περί της παρεμπόδισης και καταπολέμησης της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες Νόμος του 2007 που ενσωματώνει τις οδηγίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την καταπολέμηση του ξεπλύματος χρήματος.
- Ο κυρωτικός νόμος της σύμβασης κατά του εγκλήματος δια διαδικτύου (cybercrime) ο οποίος κυρώνει τη σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης κατά του εγκλήματος μέσω του διαδικτύου.
- Ο περί της σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών κατά του διεθνικού οργανωμένου εγκλήματος και πρωτοκόλλων κυρωτικός νόμος του 2003.
Στην προκειμένη περίπτωση, συνεχίζει ο συνήγορος του εκζητούμενου, οι κυπριακές αρχές συμμετέχουν, έστω επικουρικά, στη διερεύνηση, όπως προκύπτει από τις διάφορες αναφορές των γαλλικών αρχών περί κοινής δράσης σε συνεργασία με άλλες χώρες συμπεριλαμβανομένης της Κύπρου.
Επιπρόσθετα, όπως φαίνεται από τα Τεκμήρια 26 - 36, γίνεται αναφορά στο γεγονός ότι το τμήμα εκτέλεσης ευρωπαϊκών εντολών έρευνας λαμβάνει μέρος στην όλη διαδικασία ενώ προφανώς εκκρεμούν διαδικασίες στην Κύπρο.
Οι δε βασικοί παράγοντες που εξετάζονται, είναι η εδαφικότητα, η τοποθεσία των υπόπτων, η διαθεσιμότητα και το παραδεκτό αποδεικτικό στοιχείων, η απόκτηση στοιχείων από καταθέσεις μαρτύρων, εμπειρογνωμόνων και θυμάτων, το στάδιο της ποινικής διαδικασίας, η διάρκεια της ποινικής διαδικασίας, οι νομικές προϋποθέσεις, οι εξουσίες επιβολής ποινής, τα προϊόντα του εγκλήματος, τα κόστη και οι πόροι, καθώς επίσης και οι προτεραιότητες των κρατών μελών.
Είναι γεγονός, επιχειρηματολογεί ο συνήγορος του εκζητούμενου, ότι η δικαιοδοσία στην οποία έχουν πραγματοποιηθεί τα όποια γεγονότα, που περιβάλλουν τις όποιες έρευνες, είναι εντός της Δημοκρατίας, όχι μόνο σε σχέση με τον εκζητούμενο, αλλά και σε σχέση με τα υπόλοιπα άτομα. Με βάση δε απόφαση άλλου Επαρχιακού Δικαστηρίου, ένα εξ αυτών των προσώπων δεν θα παραδοθεί, επομένως τυχόν παράδοση του εκζητούμενου, θα «σπάσει» τη διερεύνηση στα δύο.
Ειδικότερα, σε σχέση με τον εκζητούμενο, πρόκειται για Κύπριο πολίτη με ισχυρές προσωπικές σχέσεις με την Κύπρο και οικεία του πρόσωπα και οι δυσβάστακτες συνέπειες που τυχόν παράδοσή του θα επιφέρει, είναι παράγοντες που το Δικαστήριο θα πρέπει να συνυπολογίσει.
Αναφορικά δε με τη διαθεσιμότητα των αποδεικτικών στοιχείων, τα οποία παραπέμπουν σε ανακριτικές ενέργειες που ζητήθηκαν να γίνουν στην Κύπρο, φαίνεται ότι οι αρχές θεωρούν ότι κάθε σχετική με την κατ’ ισχυρισμό διάπραξη των αδικημάτων, βρίσκονται στην Κύπρο. Επιπρόσθετα, σε ότι αφορά στους μάρτυρες ή στα θύματα, δεν έχει αναφερθεί οτιδήποτε ως προς το πού βρίσκονται, η διαδικασία βρίσκεται σε πολύ πρώιμο στάδιο και η διάρκειά της είναι ζήτημα άγνωστο, ενώ υπάρχει και το νομικό πλαίσιο και η δυνατότητα επιβολής ποινής, τα δε προΐόντα του κάθε ισχυρισμού εγκλήματος βρίσκονται στη Δημοκρατία, όπου έχει δεσμευτεί η κινητή και ακίνητη περιουσία του εκζητουμένου.
Περαιτέρω το κόστος για τον εκζητούμενο θα είναι αστρονομικό, αν κληθεί να υπερασπιστεί τον εαυτό του στη Γαλλία αντί στην Κύπρο, ενώ δεν αποτελεί σχετικό παράγοντα το κατά πόσο γίνεται τυχόν διερεύνηση της υπόθεσης στην Κύπρο, καθώς οι διωκτικές αρχές δεν επιλέγουν πότε θα διερευνούν τυχόν αδικήματα, αλλά τούτο συνιστά υποχρέωσή τους. Δεδομένου λοιπόν του ότι όλα όσα αποδίδονται στον εκζητούμενο έλαβαν χώρα στην Κύπρο, έπεται ότι η όποια του υπεράσπιση και τα τεκμήρια ή τα στοιχεία που θα την περιβάλλουν, καθώς επίσης και οι μάρτυρες, βρίσκονται στην Κύπρο.
Εκ διαμέτρου αντίθετες είναι οι θέσεις της ευπαίδευτης εκπροσώπου της Κεντρικής Αρχής η οποία παραθέτει σχετική νομολογία επί του θέματος και εισηγείται ότι δεν συντρέχουν οποιοιδήποτε λόγοι μη εκτέλεσης του ΕΕΣ, παραπέμποντας στον σκοπό και στη φύση της διαδικασίας παράδοσης μεταξύ των κρατών μελών, σκοπός της οποίας είναι η απλοποίηση της διαδικασίας και η έκδοση των εκζητούμενων προσώπων, μέσα στο πλαίσιο της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης μεταξύ των κρατών μελών.
Το θέμα της δικαιοδοσίας εξετάστηκε στην Πολ. Εφ. Αρ. 06/2022 D.N.X. ν. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ημερ. 7.6.2022, όπου ήταν παραδεκτό το γεγονός ότι οι αξιόποινες πράξεις συντελέστηκαν εν μέρει στην Κύπρο, όπου υπήρχε μέρος της μαρτυρίας:
«Δυνάμει του ΄Αρθρου 14, το οποίο προβλέπει λόγους για προαιρετική μη εκτέλεση του ΕΕΣ, το Δικαστήριο ασκώντας τη διακριτική του εξουσία, δύναται να αρνηθεί την εκτέλεση του, όταν το αδίκημα που αποδίδεται στον εκζητούμενο συντελέστηκε εν μέρει στην Κύπρο (΄Αρθ.14(1)(στ)(i) του Νόμου).
Η εισήγηση για προαιρετική μη εκτέλεση του ΕΕΣ έγινε πρωτοδίκως στη βάση του παραδεκτού γεγονότος ότι το αδίκημα τελέστηκε εν μέρει στην Κύπρο και ότι μέρος της μαρτυρίας βρίσκεται στην Κύπρο.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο με περισσή επιμέλεια ασχολήθηκε με την εισήγηση. Σημείωσε - ορθά - πως η ύπαρξη μαρτυρικού υλικού στη χώρα εκτέλεσης του Ε.Ε.Σ. δεν αποτελεί λόγο προαιρετικής μη εκτέλεσης. Εκείνο που αποτελεί τέτοιο λόγο είναι η εν μέρει τέλεση του αδικήματος στην Κύπρο.
Αφού έγινε εκτενής περιγραφή του σχεδίου και τρόπου δράσης του εκζητούμενου με άλλα πρόσωπα ενεργώντας, εκτός από τη συμμετοχή της κυπριακής εταιρείας, υπό τον μανδύα εταιρειών, σε διάφορες χώρες (κυρίως γερμανόφωνες) κατέληξε ως εξής:
«Όπως δε προκύπτει από τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου, η αποδιδόμενη συμμετοχή του εκζητούμενου στο αδίκημα της απάτης, αποδίδεται εν μέρει και στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας ένεκα της ύπαρξης της ως άνω εταιρείας που έχει το εγγεγραμμένο γραφείο της στη Λεμεσό και υπό το πέπλο της οποίας ο εκζητούμενος μαζί με άλλα πρόσωπα ενεργούσαν όπως περιγράφεται πιο πάνω για προσωπικό τους όφελος. Σύμφωνα όμως με τα γεγονότα που περιγράφονται στο ΕΕΣ παράλληλα οι αξιόποινες πράξεις τελεστή καν από τον εκζητούμενο από κοινού και σε συνεργασία με άλλα πρόσωπα κάτω από το πέπλο και δεύτερης εταιρείας που είχε την έδρα της στην Κολωνία, καθώς επίσης και με τη συμμετοχή και άλλων εταιρειών συνδεδεμένων με τους δυο εκ των κατηγορουμένων. Επίσης σύμφωνα πάντα με τα γεγονότα του ΕΕΣ τα θύματα της απάτης προέρχονται από Γερμανόγλωσσες χώρες. Όπως δε προέκυψε κατά την αντεξέταση του Μ.Κ.Α.1 προηγήθηκε η έκδοση από τις Γερμανικές Αρχές και του ΕΕΣ με αρ. 1/22 ενώπιον του Ε.Δ. Λεμεσού με το οποίο ζητήθηκε η έκδοση και άλλου προσώπου που συνδέεται με τα γεγονότα του παρόντος ΕΕΣ. ΄Οπως επίσης προέκυψε από την αντεξέταση του μάρτυρα, οι Γερμανικές Αρχές με σχετικά Ευρωπαϊκά Εντάλματα ΄Ερευνας στα πλαίσια δικαστικής συνδρομής ζήτησαν την περισυλλογή μαρτυρίας που βρίσκεται στην Κύπρο. Πλην της εκτέλεσης των εν λόγω Ευρωπαϊκών Εντολών Έρευνας που έγινε κατόπιν σχετικών αιτημάτων των Γερμανικών αρχών, οι αρχές της Κυπριακής Δημοκρατίας δεν φαίνεται να διερεύνησαν οτιδήποτε που να σχετίζεται με την υπόθεση. Από την άλλη οι Γερμανικές Αρχές, φαίνεται να συνδέουν τα γεγονότα τα οποία κατ' ισχυρισμό έλαβαν χώρα με τη συμμετοχή του εκζητούμενου κατόπιν συνέργειας και με άλλα πρόσωπα, που ενεργούσαν κάτω από το πέπλο εταιρείας με έδρα την Κύπρο αλλά και εταιρείας με έδρα την Κολωνία καθώς επίσης και με τη χρήση τηλεφωνικού κέντρου που λειτουργούσε στα γραφεία της εταιρείας αυτής στην Κολωνία.
Στην προκειμένη περίπτωση δεν έχει δοθεί μαρτυρία αλλά ούτε και τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου οποιοδήποτε αποδεικτικό έγγραφο ή στοιχείο που να παραπέμπει σε ποινική διαδικασία ή διερεύνηση ή ποινική δίωξη του εκζητούμενου στην Κύπρο. Αυτό το οποίο ο κ. Χίντικος αποδέχθηκε είναι ότι εκτελέστηκαν Ευρωπαϊκά Εντάλματα Έρευνας μετά από τα σχετικά αιτήματα των Γερμανικών Αρχών όπου και αναμένεται σύντομα να αποσταλούν τα αποτελέσματα. Θα πρέπει επίσης να λεχθεί ότι αδικήματα απάτης του συγκεκριμένου είδους, που όπως προκύπτει από τα γεγονότα που περιγράφονται στο ΕΕΣ, έχουν να κάνουν με επενδύσεις χρημάτων που γίνονται με τη χρήση της σύγχρονης τεχνολογίας μέσω του διαδικτύου, αλλά και τη χρήση τηλεφωνικού κέντρου που σαφώς παραπέμπει σε τηλεφωνικές συνδιαλέξεις και μάλιστα με θύματα από Γερμανόφωνες χώρες δεν μπορούν να έχουν μόνο ένα συγκριμένο τόπο τέλεσης. Αντίθετα στη βάση των γεγονότων που περιγράφονται στο ΕΕΣ, θεωρώ ότι ένεκα της φύσης τους, πρόκειται για αδικήματα για τη διάπραξη των οποίων μπορεί να έχουν δικαιοδοσία δύο ή και περισσότερες χώρες, χωρίς να υπάρχουν αντικρουόμενες δικαιοδοσίες. Επαναλαμβάνω ότι με βάση τα γεγονότα φαίνεται να αποδίδεται σε όλους τους εμπλεκόμενους, περιλαμβανόμενου και του εκζητούμενου, μία συνεχής και συντονισμένη δράση παράλληλα κάτω από το πέπλο τόσο εταιρείας με έδρα την Κύπρο, όσο και εταιρείας με έδρα την Κολωνία, μέσα από τις οποίες ο εκζητούμενος μαζί και με άλλα πρόσωπα που κατονομάζονται στο ΕΕΣ επέκτειναν και ή συνέχιζαν τις παράνομες δραστηριότητες τους με σκοπό να αποκομίσουν προσωπικό όφελος. Είναι επίσης καθοριστικό και το ότι με βάση τις διευκρινίσεις που έδωσαν οι Γερμανικές Αρχές σύμφωνα με το Γερμανικό Δίκαιο, νομικό πρόσωπο, δηλαδή εταιρεία, δεν μπορεί να θεωρηθεί ποινικά υπεύθυνο για την διάπραξη αδικήματος. Με όλο συνεπώς το πλέγμα των γεγονότων που περιγράφονται πιο πάνω και ένεκα της φύσης των αδικημάτων το γεγονός και μόνο ότι η μία από τις εταιρείες μέσω των οποίων ενεργούσε ο εκζητούμενος μαζί και με άλλα πρόσωπα έχει το εγγεγραμμένο γραφείο της στην Κύπρο και ως συνέπεια τούτου μέρος της μαρτυρίας βρίσκεται στην Κύπρο, δεν κρίνεται στην συγκεκριμένη περίπτωση στοιχείο ικανοποιητικό ώστε να δικαιολογείται η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ της απόρριψης της έκδοσης του εκζητούμενου.»
Παρατηρείται, ως εκ του πιο πάνω αποσπάσματος, μια σαφής και πλήρως επεξηγηματική αλλά και πειστική αιτιολογία για τους λόγους που το δικαστήριο θεώρησε πως δεν δικαιολογείται η τέτοια άσκηση της εξουσίας του σύμφωνα με την εισήγηση του Εφεσείοντα.
Ισχύουν πλήρως αυτά που είχαμε αναφέρει σε παρόμοια εισήγηση στη Dumitry v. Δημοκρατίας, Πολ.΄Εφ.300/21, 8.12.2021, ECLI:CY:AD:2021:A564, ECLI:CY:AD:2021:A564:
«Η θέση ότι τα αδικήματα, εκτός της Ρουμανίας, διαπράχθησαν και στην Κύπρο, δεν είναι γεγονός που μπορεί να δικαιολογήσει άρνηση εκτέλεσης του Εντάλματος (βλ. Joannides v. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Πολ.Εφ.226/2017, 5.10.2017), ECLI:CY:AD:2017:A337, ECLI:CY:AD:2017:A337. ΄Αλλωστε λεπτομερή περιγραφή των γεγονότων της υπόθεσης ο εφεσείων θα έχει, όταν θα έχει πλήρη πρόσβαση στην όλη δικογραφία. Όπως αναφέρεται πρωτοδίκως οι αξιόποινες πράξεις τελέστηκαν από κοινού και σε συνεργασία εγκληματικών ομάδων που δρούσαν παράλληλα στην Κύπρο και στη Ρουμανία. Όπως καταγράφονται τα γεγονότα στο ΕΕΣ και στα συναφή έγγραφα, δεν μπορούν να οδηγήσουν στο συμπέρασμα ότι ο τόπος τέλεσης των αδικημάτων εκ μέρους του εφεσείοντα είναι αποκλειστικά η Δημοκρατία ή έστω αν οι πράξεις που συνιστούν τη δική του συμμετοχή στη διάπραξη τους φαίνεται να έλαβαν χώρα στην Κύπρο.»
Έχω αποτιμήσει όλους τους παράγοντες που έθεσε ενώπιον μου ο ευπαίδευτος συνήγορος του εκζητούμενου, επικαλούμενος ότι το ΕΕΣ δεν θα πρέπει να εκτελεστεί, επί του λόγου που αφορά στη δικαιοδοσία των κυπριακών Δικαστηρίων. Για τους λόγους που θα εξηγήσω ευθύς αμέσως, δεν θεωρώ ότι η υπό κρίση περίπτωση διαφοροποιείται από τα περιστατικά της πιο πάνω υπόθεσης ουσιωδώς, ώστε να καταλήξω σε διαφορετικό συμπέρασμα.
Καταρχάς σημειώνω, ότι από τα όσα τέθηκαν ενώπιόν μου, τα κατ’ ισχυρισμό αδικήματα δυνατό να διαπραχθούν με τη χρήση της σύγχρονης τεχνολογίας, από πολλά μέρη του πλανήτη. Σύμφωνα με το ΕΕΣ, καταλογίζεται στον εκζητούμενο η συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση, η οποία, χρησιμοποιώντας τεχνολογικά μέσα, εξαπατούσε χρήστες του διαδικτύου να επενδύσουν τα χρήματά τους και εν τέλει τα χρήματα αυτά, κατέληγαν, μέσω μιας πολύπλοκης διαδικτυακής δομής, σε λογαριασμούς ιδιωτών και νομικών προσώπων.
Ο εκζητούμενος, σύμφωνα πάντοτε με τα όσα καταγράφονται στο ΕΕΣ, παρουσιάζεται ως Οικονομικός Διευθυντής (CFO) της Blue Media LTD, στον λογαριασμό της οποίας φαίνεται να διοχετεύτηκαν μεγάλα ποσά, σε συνέχεια των πιο πάνω χρηματικών μεταφορών. Η εν λόγω εταιρεία, φαίνεται να καθοδηγείται από τον M.R. και να συνδέεται με την οντότητα ROI Collective, η οποία στεγάζεται στην ίδια διεύθυνση με την Blue Media LTD και η οποία φαίνεται να παρουσιάζεται σε πολλές έρευνες προώθησης των κατ’ ισχυρισμό διαδικτυακών απατών.
Διερχόμενη την αίτηση κατακράτησης τεκμηρίων υπ’ αρ. 155/2025, η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο 26 και αφορά στον εκζητούμενο, εντοπίζω ότι σε αυτήν αναφέρεται ότι ζητείται διάταγμα κατακράτησης τεκμηρίων μέχρι την αποπεράτωση οποιασδήποτε ποινικής διαδικασίας η οποία είναι δυνατόν να διεξαχθεί σε σχέση με αυτά στην Γαλλία.
Σύμφωνα με τα γεγονότα που στηρίζουν την εν λόγω Αίτηση, όπως καταγράφονται στην ευρωπαϊκή εντολή έρευνας, από το 2020 έχουν εμφανιστεί ψεύτικες επενδυτικές απάτες σε κρυπτονομίσματα και πολλά θύματα καταγράφηκαν στην Ευρώπη και τη Γαλλία. Ειδικότερα, χρησιμοποιείτο από τους απατεώνες ένας ιδιαίτερα έντεχνος και περίπλοκος τρόπος δράσης, με τη χρήση εξειδικευμένων μέσων της τεχνολογίας και του διαδικτύου για σκοπούς απάτης των θυμάτων, αλλά και ξεπλύματος των κεφαλαίων που εισπράττονταν από αυτά.
Ως χαρακτηριστικά αναφέρεται στην εν λόγω Αίτηση, «Η υψηλή ποιότητα των δομών που χρησιμοποιήθηκαν, τα συνολικά ποσά που εξαπατήθηκαν και οι συνδέσεις που δημιουργήθηκαν από τις έρευνες μεταξύ των διαφόρων γεγονότων αποκάλυψαν την ύπαρξη μιας μεγάλης εγκληματικής ομάδας».
Ως περαιτέρω αναφέρεται στην Αίτηση, οι οικονομικές έρευνες κατέστησαν δυνατή την ανάδειξη των διαφόρων συναλλαγών κρυπτονομισμάτων που πραγματοποιήθηκαν από τους δράστες για τη νομιμοποίηση των κεφαλαίων που εξασφαλίστηκαν μέσω απάτης. Σύμφωνα λοιπόν με τις πληροφορίες που λήφθηκαν, τα δόλια κεφάλαια κρυπτονομισμάτων είχαν συλλεχθεί από διάφορα άτομα και εταιρείες στην Κύπρο.
Αναφορικά με τον εκζητούμενο, αναφέρεται ότι η εταιρεία Blue Media Ltd διέθετε λογαριασμό Binance με επικεφαλής τον R.M. και τον εκζητούμενο, στον οποίο λογαριασμό λήφθηκε ποσό λίγο πάνω από 103 αμερικανικά δολάρια σε άμεση σχέση με ψεύτικες ιστοσελίδες απάτης επενδύσεων σε κρυπτονομίσματα κατά την περίοδο 2021 – 2022.
Αναφέρεται περαιτέρω, ότι οι απάτες διαπράχθηκαν χάρη σε ιστότοπους και σε μια υποδομή πληροφορικής που περιλάμβανε ειδικά τεχνικά μέσα (υπολογιστές, κινητά τηλέφωνα, εφαρμογές, διακομιστές υπολογιστών, τηλεφωνικά κέντρα κλπ.) που επέτρεπαν την ανάληψη απομακρυσμένης δράσης από όλα τα μέρη του εξωτερικού και για πολλά θύματα που βρίσκονται σε διαφορετικές χώρες (Γαλλία, Βέλγιο, Ισπανία κλπ.). Οι πράξεις αυτές, διαπράχθηκαν σε μια οργανωμένη συμμορία που περιλάμβανε άτομα τα οποία βρίσκονται σε διαφορετικές χώρες (Ισπανία, Ισραήλ, Κύπρος, Ρωσία, Ουκρανία, Τουρκία).
Διήλθα περαιτέρω την Αίτηση κατακράτησης τεκμηρίων υπ’ αρ. 150/2025 (Τεκμήριο 27) που αφορά την έρευνα που διεξήχθη στα υποστατικά της εταιρείας Yomora 4Media Ltd HE 374922, στην οποία ο εκζητούμενος ανέφερε ότι εργαζόταν κατά τον ουσιώδη χρόνο, αναφέροντας ότι ο ίδιος ουδεμία σχέση είχε με την Blue Media Ltd. Υποστηρικτικά της εν λόγω Αίτησης, αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι εκδόθηκε ευρωπαϊκή εντολή έρευνας από τις βελγικές αρχές, καθότι διεξάγουν δικαστική έρευνα σχετικά με απάτη μέσω διαδικτύου, παραθέτοντας σχετικές προς τούτο λεπτομέρειες.
Αναφέρεται επίσης στην εν λόγω Αίτηση, ότι η ενδελεχής ανάλυση των δεδομένων blockchain οδηγεί σε διάφορες διευθύνσεις καταθέσεων στον πάροχο υπηρεσιών κρυπτονομισμάτων στο όνομα της Blue Media Ltd, ενώ από διερεύνηση του λογαριασμού της εν λόγω εταιρείας, διαπιστώθηκαν μεταφορές χρημάτων σε ορισμένους τραπεζικούς λογαριασμούς ή/και λογαριασμούς, τους οποίους διαπιστώθηκε ότι κάνουν χρήση ορισμένα φυσικά πρόσωπα, στο όνομα νομικών προσώπων, μεταξύ των οποίων και ο εκζητούμενος.
Τόσο η Yomora 4Media Ltd, όσο και ο εκζητούμενος, παρουσιάζονται στον κατάλογο των προσώπων τα οποία έχουν προσωπικούς και εταιρικούς λογαριασμούς, στους οποίους μεταφέρονται χρήματα από άλλους λογαριασμούς, που συνδέονται με τις οντότητες που εμπλέκονται στην Blue Media Ltd.
Συνεπεία των ερευνών που διεξήχθησαν από τις αστυνομικές αρχές της Κύπρου, κατόπιν εκτέλεσης των ευρωπαϊκών εντολών έρευνας που διαβιβάστηκαν από τις αρχές της Γαλλίας, παραλήφθηκε αριθμός τεκμηρίων.
Σύμφωνα λοιπόν με τα γεγονότα που περιγράφονται στο ΕΕΣ και στις αιτήσεις κατακράτησης τεκμηρίων, οι οποίες βασίζονται στις ευρωπαϊκές εντολές έρευνας, οι κατ’ ισχυρισμό αξιόποινες πράξεις τελέστηκαν από τον εκζητούμενο από κοινού και σε συνεργασία με άλλα πρόσωπα, με τη χρήση περίπλοκων εταιρικών δομών και εφαρμογών, ενώ δεν τέθηκε ενώπιόν μου μαρτυρία, ότι υπάρχουν παραπονούμενοι στην Κύπρο.
Ούτε και προσκομίστηκε στο Δικαστήριο οποιαδήποτε μαρτυρία, από την οποία να προκύπτει ότι υπάρχει διερεύνηση της υπόθεσης που οι γαλλικές αρχές διερευνούν στην Κύπρο, ή ότι υπάρχει έστω πρόθεση διερεύνησης της συγκεκριμένης υπόθεσης από πλευράς αστυνομικών αρχών.
Αναφορικά με το επιχείρημα ότι οι διαδικασίες που αφορούν στην κατακράτηση των τεκμηρίων που έχουν περισυλλεγεί, συνεπεία της έκδοσης ευρωπαϊκών εντολών έρευνας, θα είναι χρονοβόρες, καθότι έχουν τεθεί υπό αμφισβήτηση, σημειώνω ότι πρόκειται για πιθανολόγηση, μέσω της γραπτής αγόρευσης του συνηγόρου του εκζητούμενου, η οποία αφενός μεν καμία αποδεικτική ισχύ δεν έχει, αφετέρου δε, δεν αποτελεί λόγο μη έκδοσης εκζητούμενου προσώπου, κατά τα διαλαμβανόμενα της νομοθεσίας.
Εν πάση δε περιπτώσει, σύμφωνα με τον περί της Ευρωπαϊκής Εντολής Έρευνας σε Ποινικές Υποθέσεις Νόμο του 2017, Ν.181(Ι)/2017, τα τεκμήρια που παραλήφθηκαν βάσει των ευρωπαϊκών εντολών έρευνας, θα πρέπει να διαβιβαστούν στη Γαλλία.
Δεν παραγνωρίζω, τις προσωπικές περιστάσεις του εκζητούμενου και τους δεσμούς που παρουσίασε με την Κυπριακή Δημοκρατία, ούτε την ενδεχόμενη αναστάτωση και αλλαγή στην καθημερινότητα της οικογένειάς του.
Όλοι αυτοί οι παράγοντες ωστόσο, δεν μπορεί να υπερφαλαγγίσουν το δημόσιο συμφέρον που απαιτεί την καταστολή του εγκλήματος, ούτε και τον σκοπό που διέπει τέτοιας φύσεως διαδικασίες, που δεν είναι άλλος, από την απλοποίηση των διαδικασιών παράδοσης εκζητούμενων προσώπων μεταξύ κρατών μελών, τηρουμένης ασφαλώς της διασφάλισης των δικαιωμάτων των εν λόγω προσώπων.
Ενόψει όλων των ανωτέρω, δεν έχω ικανοποιηθεί ότι η θέση περί εν μέρει διάπραξης των κατ’ ισχυρισμό αδικημάτων στην Κύπρο, αποτελεί λόγο μη εκτέλεσης του ΕΕΣ.
Γ. Η χρήση του ΕΕΣ από τις Γαλλικές αρχές συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας.
Με εκτενή αναφορά στη νομολογία, ο ευπαίδευτος συνήγορος του εκζητούμενου, επιχειρηματολογεί ότι έχει παραβιασθεί το δικαίωμα του εκζητούμενου στο να διορίσει δικηγόρο στο κράτος μέλος – έκδοσης, επικαλούμενος τα Τεκμήρια 22(α) και 41, από τα οποία προκύπτει ότι οι γαλλικές αρχές αρνούνται να αναγνωρίσουν το δικαίωμα που άσκησε ο εκζητούμενος, με την πρόφαση ότι θα μπορεί να διορίσει δικηγόρο όταν εκδοθεί στη Γαλλία. Στάση, η οποία επηρεάζει την αποτελεσματικότητα του δικαιώματος πρόσβασης σε δικηγόρο.
Συνεπακόλουθα, πλήττονται τα δικαιώματα του εκζητούμενου, ως αυτά κατοχυρώνονται στο αρ. 6 της ΕΣΔΑ, το αρ. 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και το αρ. 10 της Οδηγίας 2013/48 και τούτο, εισηγείται, επιμολύνει τη διαδικασία έκδοσης.
Το δε γεγονός ότι οι γαλλικές αρχές απαντούν με διαφορετικό τρόπο, αφενός μεν στο Δικαστήριο, αφετέρου δε στους δικηγόρους του εκζητούμενου, σε συνάρτηση με την άρνηση αναγνώρισης του δικαιώματος πρόσβασης σε δικηγόρο, ενώ γίνεται λόγος για ποινική δίωξη, συνιστά, κατά τον συνήγορο του εκζητούμενου, κατάχρηση της διαδικασίας, μέσω χειραγώγησης καταστάσεων.
Επί του θέματος της κατάχρησης, σχετικά είναι τα όσα λέχθηκαν στην Spiriev Leonid-Ivanov v. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας (2014) 1 ΑΑΔ 937:
«Όπως ορθά εντοπίζεται και πρωτόδικα, το Δικαστήριο έχει σύμφυτη (inherent) εξουσία να ελέγχει την ενώπιόν του διαδικασία και να ενεργεί ώστε να εμποδίζει και τερματίζει την όποια κατάχρησή της. Η εξουσία αυτή είναι απαραίτητη για τη διαφύλαξη της αξιοπιστίας και του κύρους, τόσο της δικαστικής διαδικασίας, όσο και του κράτους δικαίου. Σε κάθε περίπτωση, το τι συνιστά κατάχρηση διαδικασίας είναι ζήτημα πραγματικό και εξαρτάται από το κατά πόσο τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης συνθέτουν συμπεριφορά την οποία το Δικαστήριο κρίνει ως καταχρηστική ώστε να περιβάλλεται με εξουσία, αλλά και καθήκον να παρέμβει».
Ως επίσης λέχθηκε στην TOMASZ BOGDAN BIENIOSZEK ν. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας Πολ. Εφ. Αρ. 2/2024 ημερ. 26.3.2024, είναι δυνατό η κατάχρηση της διαδικασίας να προσλάβει διάφορες μορφές και πυρήνας στοιχειοθέτησής της, παραμένει η απόδειξη, ενώπιον του Δικαστηρίου, ότι ένα συγκεκριμένο διάβημα, είτε γίνεται προς εξυπηρέτηση αλλότριου σκοπού (βλέπε υπόθεση Τζεννάρο Περρέλλα (1995) 1 Α.Α.Δ. 217), είτε αποσκοπεί σε καταπίεση (βλέπε υπόθεση Beogradska (1996) 1 Α.Α.Δ. 911).
Έχοντας κατά νου τις νομικές αρχές που διέπουν το θέμα, σε συνάρτηση με τα όσα τέθηκαν ενώπιόν μου, προχωρώ σε εξέταση του εγειρόμενου ζητήματος.
Σημειώνω εν πρώτοις, σε σχέση με το κατά πόσο η όλη στάση της Αιτήτριας χώρας, συνιστά κατάχρηση, ότι το θέμα αυτό εκφεύγει των πλαισίων και του σκοπού της όλης διαδικασίας, όπως ο Νόμος προβλέπει και έχει νομολογιακά οριοθετηθεί.
Πρόκειται για κατ’ εξοχήν έργο της χώρας η οποία επιδιώκει την έκδοση, οι δικαστικές αρχές της οποίας είναι και οι μόνες αρμόδιες για την εξέτασή του στη βάση των ουσιαστικών και δικονομικών κανόνων του εσωτερικού του δικαίου. Σχετικά παραπέμπω στην Spiriev Leonid-Ivanov v. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας (2014) 1 ΑΑΔ 937.
Σε κάθε περίπτωση, σημειώνω, για σκοπούς πληρότητας της παρούσας, ότι δεν έχει τεθεί ενώπιόν μου μαρτυρία από την οποία να προκύπτει ότι το ΕΕΣ εκδόθηκε είτε για να εξυπηρετηθεί κάποιος αλλότριος σκοπός, είτε αποσκοπώντας σε ταλαιπωρία.
Τούτου λεχθέντος, στρέφομαι σε εξέταση του ισχυρισμού περί παραβίασης του δικαιώματος του εκζητούμενου σε πρόσβαση σε δικηγόρο.
Ως έχει νομολογηθεί, ισχυρισμός για παράβαση του δικαιώματος της δίκαιης δίκης δεν εξετάζεται μεμονωμένα ή αποσπασματικά ούτε και με τρόπο αφηρημένο, in abstracto, αλλά συγκεκριμένα και υπό το φως της κάθε δεδομένης υπόθεσης (in concreto), το δε βάρος αποδείξεως, φέρει το πρόσωπο που επικαλείται ότι έχει επηρεαστεί δυσμενώς η υπόθεσή του. Σχετικά παραπέμπω στην Chanin Stenli ν. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας Έφ. Ε.Ε.Σ. Αρ.4/24, ημερ.7.1.2025.
Επανερχόμενη στα περιστατικά της παρούσας, δεν διαπιστώνω, από τα όσα τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, να έχει τεθεί ενώπιον μου οποιαδήποτε μαρτυρία, υποστηρίζουσα ότι έχει παραβιασθεί το δικαίωμα του εκζητούμενου σε δίκαιη δίκη ή οποιοδήποτε θεμελιώδες δικαίωμα του εκζητούμενου.
Σημειώνω, ότι το αρ. 13(δ) του Ν. 133(Ι)/2004, προβλέπει ότι ΕΕΣ υποχρεωτικώς δεν εκτελείται αν έχει εκδοθεί προς το σκοπό της δίωξης ή τιμωρίας προσώπου λόγω του φύλου, της φυλής, της θρησκείας, της εθνοτικής καταγωγής, της ιθαγένειας, της γλώσσας, των πολιτικών φρονημάτων, ή του γενετήσιου προσανατολισμού του. Υπενθυμίζεται, ότι οι λόγοι υποχρεωτικής και προαιρετικής μη εκτέλεσης ΕΕΣ, είναι εξαντλητικοί και απαριθμούνται στη σχετική νομοθεσία.
Εν πάση περιπτώσει, ανεξαρτήτως των ανωτέρω και για σκοπούς πληρότητας, εφόσον το θέμα έχει διασυνδεθεί με τον ισχυρισμό περί κατάχρησης, προχωρώ σε εξέτασή του και επί αυτού του παρονομαστή.
Ως προκύπτει, από τα όσα τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου μέσα στο πλαίσιο της παρούσας, ο εκζητούμενος έχει διορίσει δικηγόρο στην Κύπρο, ως είναι δικαίωμά του, ενώ έχει διορίσει δικηγόρους στη Γαλλία, οι οποίοι φαίνεται να διαβουλεύονται με τους δικηγόρους του στην Κύπρο.
Ως εκ τούτου, διαπιστώνω ότι για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας, ο εκζητούμενος έχει ασκήσει το δικαίωμά του σε δικηγόρο, κατά τα διαλαμβανόμενα του Ν.133(Ι)/2004 και της Οδηγίας 2013/48/ΕΕ, η οποία, σύμφωνα με το αρ. 1, θεσπίζει ελάχιστους κανόνες σχετικά με τα δικαιώματα των υπόπτων και κατηγορουμένων στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας και των προσώπων που υπάγονται στη διαδικασία της απόφασης-πλαισίου 2002/584/ΔΕΥ («διαδικασία εκτέλεσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης»), όσον αφορά στην πρόσβαση σε δικηγόρο, την ενημέρωση τρίτου σε περίπτωση στέρησης της ελευθερίας και την επικοινωνία με τρίτα πρόσωπα και με προξενικές αρχές κατά τη διάρκεια της στέρησης της ελευθερίας.
Όπως μάλιστα αναδύεται από το αρ. 10 της εν λόγω οδηγίας, υπάρχουν ειδικές διατάξεις για το δικαίωμα του εκζητούμενου σε διορισμό δικηγόρου στο κράτος μέλος εκτέλεσης, δηλαδή, εν προκειμένω, στην Κύπρο. Όπως επίσης αναφέρεται στο εδάφιο 4 του αρ. 10:
«Η αρμόδια αρχή στο κράτος μέλος εκτέλεσης ενημερώνει τον εκζητούμενο, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση μετά τη στέρηση της ελευθερίας, ότι έχει δικαίωμα να ορίσει δικηγόρο στο κράτος μέλος έκδοσης. Ο ρόλος του εν λόγω δικηγόρου στο κράτος μέλος έκδοσης είναι να βοηθά τον δικηγόρο στο κράτος μέλος εκτέλεσης με την παροχή πληροφοριών και συμβουλών στον εν λόγω δικηγόρο, ώστε ο εκζητούμενος να ασκήσει αποτελεσματικά τα δικαιώματά του δυνάμει της απόφασης-πλαισίου 2002/584/ΔΕΥ».
(Η υπογράμμιση και η έμφαση είναι του Δικαστηρίου).
Επανερχόμενη στα περιστατικά της παρούσας, σε συνάρτηση με τη νομική πτυχή που διέπει το ζήτημα και έχοντας κατά νου τις θέσεις των γαλλικών αρχών, τόσο επί του ζητήματος αυτού, όσο και επί της διαδικασίας της ποινικής δίωξης στο γαλλικό δίκαιο, δεν δύναμαι να καταλήξω, ότι το δικαίωμα του εκζητούμενου σε πρόσβαση σε δικηγόρο, έχει παραβιαστεί.
Κατ’ αναλογία παραπέμπω στην C-396/2011, Ciprian Vasile Radu ημερ. 29.1.2013, όπου προβλήθηκε το επιχείρημα περί παραβίασης του δικαιώματος του εκζητούμενου σε ακρόαση, με το Δικαστήριο να αποφαίνεται ότι οι δικαστικές αρχές εκτέλεσης δεν μπορούν να αρνηθούν να εκτελέσουν ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης που έχει εκδοθεί στο πλαίσιο της άσκησης ποινικής δίωξης, για τον λόγο ότι πριν την έκδοση του εντάλματος αυτού δεν παρασχέθηκε στον καταζητούμενο δυνατότητα ακρόασης στο κράτος μέλος έκδοσης.
Διαφωτιστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα:
«33 Επιπλέον, υπενθυμίζεται ότι σκοπός της απόφασης-πλαισίου, όπως προκύπτει ιδίως από το άρθρο 1, παράγραφοι 1 και 2, της απόφασης αυτής, καθώς και από την πέμπτη και την έβδομη αιτιολογική της σκέψη, είναι να αντικαταστήσει το πολυμερές σύστημα έκδοσης μεταξύ κρατών μελών με ένα σύστημα το οποίο στηρίζεται στην αρχή της αμοιβαίας αναγνώρισης και συνίσταται στην παράδοση μεταξύ δικαστικών αρχών των προσώπων εκείνων που έχουν καταδικαστεί ή είναι ύποπτα, προκειμένου είτε να εκτελεστεί εκδοθείσα απόφαση είτε να συνεχιστεί ασκηθείσα δίωξη (βλ. απόφαση της 5ης Σεπτεμβρίου 2012, C-42/11, Lopes Da Silva Jorge, σκέψη 28 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
34 Συγκεκριμένα, η απόφαση-πλαίσιο 2002/584, θεσπίζοντας ένα νέο, απλουστευμένο και αποτελεσματικότερο σύστημα παράδοσης των προσώπων που έχουν καταδικαστεί ή είναι ύποπτα για αξιόποινες πράξεις, αποβλέπει στην επιτάχυνση και τη διευκόλυνση της δικαστικής συνεργασίας προκειμένου να συμβάλει στην επίτευξη του σκοπού τον οποίο έχει θέσει η Ένωση, να καταστεί ένας χώρος ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης, με θεμέλιο τον υψηλό βαθμό εμπιστοσύνης που πρέπει να υφίσταται μεταξύ των κρατών μελών (βλ., υπ’ αυτή την έννοια, απόφαση της 28ης Ιουνίου 2012, C‑192/12 PPU, West, σκέψη 53 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
35 Βάσει του άρθρου 1, παράγραφος 2, της απόφασης-πλαισίου 2002/584, τα κράτη μέλη καταρχήν υποχρεούνται να εκτελούν κάθε ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης.
36 Πράγματι, το Δικαστήριο έχει ήδη αποφανθεί ότι, σύμφωνα με τις διατάξεις της απόφασης-πλαισίου, τα κράτη μέλη μπορούν να μην εκτελέσουν ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης μόνο σε περίπτωση που συντρέχει ένας από τους λόγους υποχρεωτικής μη εκτέλεσης που προβλέπονται στο άρθρο 3 της απόφασης αυτής ή ένας από τους απαριθμούμενους στα άρθρα 4 και 4α λόγους προαιρετικής μη εκτέλεσης (βλ., σχετικώς, αποφάσεις της 1ης Δεκεμβρίου 2008, C‑388/08 PPU, Leymann και Pustovarov, Συλλογή 2008, σ. I‑8983 σκέψη 51, και της 16ης Νοεμβρίου 2010, C‑261/09, Mantello, Συλλογή 2010, σ. I‑11477, σκέψη 37). Επιπλέον, η δικαστική αρχή εκτέλεσης δεν μπορεί να εξαρτήσει την εκτέλεση ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης από άλλες προϋποθέσεις πέραν εκείνων στις οποίες αναφέρεται το άρθρο 5 της απόφασης-πλαισίου.
37 Ασφαλώς, βάσει του άρθρου 4α της απόφασης-πλαισίου 2002/584, η προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας στη διάρκεια ποινικής δίκης που κατέληξε στην ερήμην έκδοση καταδικαστικής απόφασης ενδέχεται, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, να συνιστά λόγο μη εκτέλεσης ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης εκδοθέντος προς εκτέλεση της οικείας στερητικής της ελευθερίας ποινής.
38 Αντιθέτως όμως, το γεγονός ότι εκδόθηκε ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης στο πλαίσιο της άσκησης ποινικής δίωξης, χωρίς οι δικαστικές αρχές έκδοσης να έχουν προηγουμένως παράσχει στον καταζητούμενο δυνατότητα ακρόασης, δεν καταλέγεται μεταξύ των λόγων μη εκτέλεσης ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης τους οποίους προβλέπουν οι διατάξεις της απόφασης-πλαισίου 2002/584.
39 Εν αντιθέσει προς τα όσα υποστηρίζει ο C. V. Radu, η τήρηση των άρθρων 47 και 48 του Χάρτη δεν επιβάλλει να αναγνωρίζεται στη δικαστική αρχή κράτους μέλους το δικαίωμα να μην εκτελέσει ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης το οποίο έχει εκδοθεί στο πλαίσιο της άσκησης ποινικής δίωξης, για τον λόγο ότι δεν παρασχέθηκε από τις δικαστικές αρχές έκδοσης στον καταζητούμενο δυνατότητα ακρόασης πριν την έκδοση του εντάλματος αυτού.
40 Διαπιστώνεται ότι μια τέτοια υποχρέωση των δικαστικών αρχών έκδοσης να παρέχουν στον καταζητούμενο δυνατότητα ακρόασης πριν την έκδοση εντάλματος θα υπονόμευε αναπόφευκτα την ίδια την ουσία του συστήματος παράδοσης που θεσπίζει η απόφαση-πλαίσιο και, ως εκ τούτου, την πραγμάτωση του χώρου ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης, δεδομένου ότι, ιδίως προκειμένου να αποτραπεί το ενδεχόμενο φυγής του ενδιαφερομένου προσώπου, το ένταλμα σύλληψης πρέπει να χαρακτηρίζεται από ένα στοιχείο αιφνιδιασμού.
41 Εν πάση περιπτώσει, ο Ευρωπαίος νομοθέτης μερίμνησε να εξασφαλίσει τον σεβασμό του δικαιώματος ακρόασης στο κράτος μέλος εκτέλεσης κατά τρόπον ώστε να μη διακυβεύεται η αποτελεσματικότητα του μηχανισμού του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης.
42 Συγκεκριμένα, από τα άρθρα 8 και 15 της απόφασης-πλαισίου 2002/584 προκύπτει ότι, πριν αποφασίσει να παραδώσει τον καταζητούμενο στο πλαίσιο της άσκησης ποινικής δίωξης, η δικαστική αρχή εκτέλεσης οφείλει να ασκεί ορισμένο έλεγχο επί του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης. Επιπλέον, το άρθρο 13 της απόφασης-πλαισίου προβλέπει ότι ο καταζητούμενος έχει το δικαίωμα να ζητήσει τη συνδρομή δικηγόρου σε περίπτωση που συναινεί στην παράδοσή του και παραιτείται, ενδεχομένως, από το ευεργέτημα του «κανόνα της ειδικότητας». Εξάλλου, βάσει των άρθρων 14 και 19 της απόφασης-πλαισίου 2002/584, ο καταζητούμενος, όταν δεν συναινεί στην παράδοσή του και εκκρεμεί εις βάρος του εκτέλεση ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης εκδοθέντος στο πλαίσιο ποινικής δίωξης, έχει δικαίωμα ακρόασης από τη δικαστική αρχή εκτέλεσης, υπό τις προϋποθέσεις που καθορίζονται σε συμφωνία με τη δικαστική αρχή έκδοσης.
43 Κατόπιν όλων των ανωτέρω σκέψεων, στα τέσσερα πρώτα ερωτήματα και στο έκτο ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι η απόφαση-πλαίσιο 2002/584 έχει την έννοια ότι οι δικαστικές αρχές εκτέλεσης δεν μπορούν να αρνηθούν να εκτελέσουν ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης που έχει εκδοθεί στο πλαίσιο της άσκησης ποινικής δίωξης για τον λόγο ότι πριν την έκδοση του εντάλματος αυτού δεν παρασχέθηκε στον καταζητούμενο δυνατότητα ακρόασης στο κράτος μέλος έκδοσης».
Ως εκ των άνω, οι εισηγήσεις περί κατάχρησης απορρίπτονται.
Ζ. Κατάληξη Δικαστηρίου
Ενόψει όλων των πιο πάνω, δεν θεωρώ ότι μπορεί να επιτύχει οιοσδήποτε εκ των λόγων ένστασης.
Συνεπακόλουθα, διατάσσεται η εκτέλεση του ΕΕΣ και η παράδοση του εκζητούμενου στις αρχές της Γαλλίας.
Ο εκζητούμενος να παραμείνει υπό κράτηση και να παραδοθεί στις αρχές της Γαλλίας σύμφωνα με το άρθρο 29(1) του Ν. 133(Ι)/2004.
Δίδονται οδηγίες στην Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού όπως κοινοποιήσει αμέσως στη Δικαστική Αρχή Έκδοσης του εντάλματος την παρούσα απόφαση, σύμφωνα με το άρθρο 28 του Νόμου.
(Υπ.) ……………………
Χρ. Γ. Ππεκρή, Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
[1] Ανδρέας Γεωργίου ν. ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Πολιτική Έφεση Αρ. 154/2017 ημερ. 6.7.2017, ECLI:CY:AD:2017:A245.
[2] Χρυσούλλα Καννάουρου κ.α. v. Ανδρέα Στατιώτη (1990) 1 Α.Α.Δ. 35.
[3] Ομήρου v. Δημοκρατίας (2001) 2 Α.Α.Δ. 506, Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρας (1992) 1 Α.Α.Δ. 1056, Σκορδέλλη και Άλλων ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 101/13 ημερ. 6.6.2016 & MOSSA (MUSSA) MOHAMMED MUSTAFA ν. Ανδρέα Κακουρή κ.α. (2002) 1 ΑΑΔ 165.
[4] Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρας (1992) 1 Α.Α.Δ. 1056, Σκορδέλλη και Άλλων ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 101/13 ημερ. 6.6.2016 & MOSSA (MUSSA) MOHAMMED MUSTAFA ν. Ανδρέα Κακουρή κ.α. (2002) 1 ΑΑΔ 165.
[6] Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ v. Πολυβίου (2009) 1 Α.Α.Δ. 339.
[7] Σ.Κ. ν. Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού (2010) 2 ΑΑΔ 304.
[8] Χρίστου ν. Khoreva (2002) 1 Α.Α.Δ. 454.
[9] Πηγασίου Κυριάκος Χαραλάμπους ν. Γενικού Eισαγγελέα της Δημοκρατίας (2009) 1 ΑΑΔ 519, Κεντρική Αρχή ν. Viacheslav Novikov, Έφεση Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης Αρ. 3/24 ημερ. 20.12.2024.
[10] Πολ. Εφ. Αρ. 6/2024 ημερ. 17.1.2025, EDUARD VOVK v. Γενικός Εισαγγελέας.
[11] IORDACHE ν. ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Πολιτική Έφεση Αρ. 430/2019, 7/4/2020, ECLI:CY:AD:2020:A114, ECLI:CY:AD:2020:A114.
[12] Αναφορικά με τον Θωμά Πέτρου Πολ. Εφ. Αρ. 421/17 ημερ. 11.1.2018, ECLI:CY:AD:2018:A10.
[13] John Constantinides ν. Γενικού Eισαγγελέα της Δημοκρατίας (2015) 1 ΑΑΔ 433.
[14] John Constantinides ν. Γενικού Eισαγγελέα της Δημοκρατίας (2015) 1 ΑΑΔ 433.
[15] Κυριάκος Χαραλάμπους Πηγασίου ν. Γενικού Eισαγγελέα της Δημοκρατίας (2009) 1 ΑΑΔ 519.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο