ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. KHULOUD SAAD, Αρ. Υπόθεσης: 14758/2023, 1/12/2025
print
Τίτλος:
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. KHULOUD SAAD, Αρ. Υπόθεσης: 14758/2023, 1/12/2025

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Γ. Ππεκρή, Ε.Δ.

Αρ. Υπόθεσης: 14758/2023

 

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ

 

Κατηγορούσα Αρχή

ν

 

KHULOUD SAAD

Κατηγορούμενη

 

Ημερομηνία: 1η Δεκεμβρίου 2025

Εμφανίσεις:

Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Β. Δανιηλίδου

Για Κατηγορούμενη: κ. Σπηλιωτόπουλος

Κατηγορούμενη παρούσα.

 

ΠΟΙΝΗ

 

Η κατηγορούμενη κρίθηκε ένοχη κατόπιν παραδοχής της, για τη διάπραξη του αδικήματος της ψευδορκίας (1η κατηγορία), των ψευδών πληροφοριών σε Αστυνομικό (2η κατηγορία) και της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου (4η κατηγορία), κατά παράβαση των σχετικών προνοιών του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154.

 

Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο σε σχέση με την 1η κατηγορία, η κατηγορούμενη την 4.7.2022 στη Λεμεσό, εν γνώσει της προέβη σε ψευδή κατάθεση σε δικαστική διαδικασία που αφορούσε σε ουσιώδες ζήτημα, κατά την ακρόαση της υπόθεσης αρ. 5586/22 ενώπιον του Μόνιμου Κακουργιοδικείου Λεμεσού εναντίον του R.A., δηλαδή κατέθεσε πλαστό πιστοποιητικό ατομικής εγγραφής της κόρης της από τη Συρία, στο οποίο αναγραφόταν η ημερ. γέννησης […/…/2004] αντί […/…/2006] που είναι η πραγματική, με σκοπό να διακοπεί η εν λόγω υπόθεση.

 

Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο σε σχέση με την 2η κατηγορία, η κατηγορούμενη την 5.7.2022 στη Λεμεσό, ενώ γνώριζε ότι διαπράχθηκε Ποινικό αδίκημα, δηλαδή σεξουαλική εκμετάλλευση παιδιού, παρείχε πληροφορίες για τούτο σε Αστυφύλακα, οι οποίες γνώριζε ότι ήταν ψευδείς, δηλαδή ανέφερε ότι η κόρη της είχε ημερομηνία γέννησης […/…/2004] αντί […/…/2006] που είναι η πραγματική.

 

Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο σε σχέση με την 4η κατηγορία, η κατηγορούμενη την 5.7.2022 στη Λεμεσό,  εν γνώσει της και δολίως έθεσε σε κυκλοφορία πλαστό έγγραφο, δηλαδή το αραβικό πιστοποιητικό ατομικής εγγραφής στο όνομα Β.Ζ.

 

Εκθέτοντας τα γεγονότα της υπόθεσης, η ευπαίδευτη εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής κατέθεσε κείμενο γεγονότων, το οποίο σημειώθηκε ως Έγγραφο Α και κατατέθηκε στον φάκελο του Δικαστηρίου.

 

Ως αναφέρεται, μεταξύ άλλων, στο εν λόγω κείμενο γεγονότων, την 4.7.2022, λήφθηκε πληροφορία από δικηγόρο της Δημοκρατίας, ότι η κατηγορούμενη, μητέρα της Β.Ζ., με ημερ. γέννησης την […/…/2006] στην υπόθεση που διερευνούσε ο κλάδος σεξουαλικής κακοποίησης ανηλίκων που εκδικάζεται από το Κακουργιοδικείο Λεμεσού, με ύποπτο τον R.A., κατέθεσε στο Δικαστήριο έγγραφο στο οποίο αναφέρεται ως ημερομηνία γέννησης της Β.Ζ. η […/…/2004], πράγμα που την καθιστά ενήλικη.

 

Ανακρινόμενη με τη βοήθεια διερμηνέα, η κατηγορούμενη παραδέχθηκε ότι από την άφιξη της κόρης της Β.Ζ., στην Κύπρο, χρησιμοποιούσαν το γερμανικό διαβατήριο που κατείχε και την παρουσίαζε ως ανήλικη, το οποίο εξέδωσε ενώ βρισκόταν στη Γερμανία με τον πατέρα της. Ανέφερε επίσης, ότι ο λόγος που κατέθεσε τα έγγραφα στο Δικαστήριο είναι για να βγει από τη φυλακή ο R.A. Επιπλέον, η κατηγορούμενη παραδέχθηκε ότι ο λόγος που προέβη σε ψευδή καταγγελία εναντίον του R.A. ήταν επειδή είχε σχέση με την κόρη της και έμαθε ότι ήταν παντρεμένος και είχε έξι παιδιά.

 

Ως προς το πλαστό έγγραφο ατομικής εγγραφής της κόρης της, ανέφερε ότι το εξασφάλισε από κάποιο άγνωστο Σύρο και ακολούθως το κατέθεσε στο Δικαστήριο με σκοπό να αποσυρθεί η υπόθεση που εκδικάζεται από το Κακουργιοδικείο Λεμεσού.

 

Κατόπιν διερεύνησης, ώστε να εξακριβωθεί η ημερομηνία γέννησης της Β.Ζ., διεφάνη ότι η πραγματική ημερομηνία γέννησής της είναι η […/…/2006].

 

Η κατηγορούμενη είναι λευκού ποινικού μητρώου.

 

Για σκοπούς μετριασμού της ποινής που θα επιβληθεί στην κατηγορούμενη, αναφορικά με τα αδικήματα για τα οποία παραδέχθηκε ενοχή, ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης υιοθέτησε το περιεχόμενο της Έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας και κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψη την παραδοχή της κατηγορουμένης, τον χρόνο που παρήλθε από τη διάπραξη των αδικημάτων, εντός του οποίου δεν υπέπεσε σε άλλο αδίκημα, το ότι πρόκειτο περί μεμονωμένου περιστατικού και το ότι είναι μητέρα τεσσάρων παιδιών. Τέλος, εισηγήθηκε όπως τυχόν ποινή στερητική της ελευθερίας ανασταλεί.

 

Ενόψει της σοβαρότητας της κατηγορίας που η κατηγορούμενη  αντιμετωπίζει, ως αυτή προσδιορίζεται κατωτέρω, ενώπιον του Δικαστηρίου τέθηκε Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, στην οποία καταγράφονται οι προσωπικές περιστάσεις της κατηγορουμένης, για σκοπούς εξατομίκευσης της αρμόζουσας ποινής.[1]

 

Στην εν λόγω Έκθεση, αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι η κατηγορούμενη γεννήθηκε την 4.9.1983 στη Συρία και ήρθε στην Κύπρο το 2015 από τις μη ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές και στη συνέχεια υπέβαλε αίτηση για παραχώρηση πολιτικού ασύλου, το οποίο της παραχωρήθηκε. Είναι απόφοιτη Γυμνασίου και παντρεύτηκε σε ηλικία 20 ετών στη χώρα της με ομοεθνή της, από τον οποίο χώρισε το 2013 καθώς της ασκούσε σωματική βία. Από τον γάμο αυτό απέκτησε δύο παιδιά, τη φύλαξη των οποίων ανέλαβε ο πατέρας τους.

 

Το 2016 τέλεσε τον δεύτερο της γάμο με άντρα από τη Συρία ο οποίος ζούσε στη Λεμεσό και απέκτησε τα δύο μικρότερα παιδιά της, γάμος ο οποίος διαλύθηκε το 2021 μετά από σωματική κακοποίηση από το σύζυγό της ο οποίος ανέλαβε τη φύλαξη των παιδιών με διάταγμα Δικαστηρίου. Πλέον διαμένει στη Λευκωσία μαζί με ένα συγκάτοικο και δεν έχει εισοδήματα, συντηρείται δε οικονομικά από χρήματα που της στέλνει ο αδερφός της μέχρι να μπορέσει να εξεύρει κάποια εργασία. Δεν διαθέτει οποιαδήποτε κινητή ή ακίνητη περιουσία.

 

Έχοντας κατά νου όλα όσα τέθηκαν ενώπιόν μου, προχωρώ να εξετάσω την επιβολή της αρμόζουσας υπό τις περιστάσεις ποινή στην κατηγορουμένη.

 

Η επιβολή ποινής συνιστά ένα πολύ λεπτό έργο του Δικαστηρίου, καθώς απαιτείται η εξισορρόπηση μεταξύ του γενικού συμφέροντος απονομής της δικαιοσύνης και της εξατομίκευσης της ποινής, λαμβανομένων υπόψη των ειδικών περιστατικών εκάστης περίπτωσης, καθώς επίσης και της σοβαρότητας του διαπραχθέντος αδικήματος. Με άλλα λόγια, η ποινή που θα επιβληθεί, πρέπει να αρμόζει στο πρόσωπο του παραβάτη, αλλά και στο αδίκημα που έχει διαπραχθεί.[2]

 

Παράλληλα, η εξατομίκευση της ποινής δεν συνεπάγεται εξουδετέρωση, ούτε της σοβαρότητας του εγκλήματος, ούτε του στοιχείου της αποτροπής, όταν συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή, τόσο για τον ίδιο τον κατηγορούμενο, όσο και για το κοινό γενικότερα.[3] Επισημαίνεται ωστόσο, ότι η σοβαρότητα των διαπραχθέντων αδικημάτων, δεν οδηγεί σε ατονία το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής.[4]

 

Διαφωτιστικά είναι τα όσα αναφέρθηκαν επί τούτου στην Πισκόπου v. Δημοκρατίας (1999) 2 Α.Α.Δ. 342.

 

Αναφορικά με τη σοβαρότητα των κατηγοριών που αντιμετωπίζει η κατηγορούμενη, αυτή αντανακλάται από τις ποινές που προβλέπει η οικεία νομοθεσία,[5] καθώς, ως έχει νομολογηθεί, το μέγιστο ύψος της ποινής που είναι δυνατό να επιβληθεί, λαμβανομένης υπόψη της εκ του νόμου προβλεπόμενης ποινής, αποτελεί τη βάση από την οποία το Δικαστήριο ξεκινά τη διεργασία του, για σκοπούς επιμέτρησης και καθορισμού της ποινής.[6]

 

Ειδικότερα, για το αδίκημα της ψευδορκίας, το αρ. 111 του Ποινικού Κώδικα προβλέπει την επιβολή ποινής φυλάκισης μέχρι τα επτά έτη, για το αδίκημα της παροχής ψευδών πληροφοριών σε Αστυνομικό το αρ. 114 του Ποινικού Κώδικα προβλέπει την επιβολή ποινής φυλάκισης μέχρι το ένα έτος και για το αδίκημα της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου, το αρ. 335 του Ποινικού Κώδικα προβλέπει την επιβολή ποινής φυλάκισης μέχρι τα τρία έτη.

 

Δεν διαλανθάνει την προσοχή μου, ότι η παρούσα έχει παραπεμφθεί στο Επαρχιακό Δικαστήριο, γεγονός το οποίο  δεν αποτελεί κατά κανόνα ελαφρυντικό στοιχείο υπέρ ενός κατηγορούμενου προσώπου, πλην όμως έχει τη δική της σημασία, καθότι το Επαρχιακό Δικαστήριο είναι διά Νόμου περιορισμένο στην επιβολή κατ’ ανώτατο όριο πενταετούς ποινής φυλάκισης.[7]

 

Πέραν της αντικειμενικής σοβαρότητας των αδικημάτων, η οποία πηγάζει από τις προβλεπόμενες εκ της νομοθεσίας ποινές, η σοβαρότητά τους προκύπτει και από τη σχετική επί του θέματος νομολογία.

 

Στην The Attorney General vChryso Phivou Stavridou (1962) 1 C.L.R. 220, η εφεσίβλητη κρίθηκε ένοχη κατόπιν παραδοχής της για το αδίκημα της ψευδορκίας και καταδικάστηκε από το πρωτόδικο Δικαστήριο σε ποινή φυλάκισης μιας ημέρας και προστίμου ύψους £25. Η ψευδορκία είχε διαπραχθεί ενώ η ίδια κατέθετε σε υπόθεση φόνου του συζύγου της και είχε υπό την φροντίδα της ένα παιδί ηλικίας 9 ετών.  Ανατρέποντας την πρωτόδικη απόφαση, το Ανώτατο Δικαστήριο (με απόφαση πλειοψηφίας) επέβαλε ποινή άμεσης φυλάκισης δυο ετών, τονίζοντας πως το αδίκημα της ψευδορκίας είναι ιδιαίτερα σοβαρό.

 

Στην Nicos Yiangou v. The Police (1973) 2 CLR 50, για το αδίκημα των αντιφατικών μαρτυρικών καταθέσεων δυνάμει του αρ. 113 του Κεφ. 154, η πρωτοδίκως επιβληθείσα ποινή φυλάκισης τριών μηνών επικυρώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο, το οποίο μεταξύ άλλων ανέφερε ότι η ποινή δεν ήταν έκδηλα υπερβολική, παρόλο που ο εφεσείων ήταν λευκού ποινικού μητρώου και πατέρας τριών ανηλίκων.

 

Όπως τονίζεται στο σύγγραμμα του πρώην προέδρου του Ανωτάτου Δικαστηρίου Γ. Πική Sentencing in Cyprus, 2η έκδοση, σελ. 190-193, αδικήματα που σχετίζονται με ψευδορκία είναι ιδιαίτερα σοβαρά εφόσον πλήττουν τα θεμέλια του συστήματος απονομής της δικαιοσύνης, αλλά και το αίσθημα εμπιστοσύνης του κοινού στο κράτος δικαίου.  Αναφέρεται περαιτέρω, ότι η ετοιμότητα του πολίτη να καταθέσει αληθώς στο Δικαστήριο είναι ζωτικής σημασίας για την απονομή της δικαιοσύνης,

 

Ως επισημαίνεται στη σελ. 193 του εν λόγω συγγράμματος: «any attempt to divert the course of justice is a blow to the law that cannot be ignored, tolerated or suffered».

 

Αναφορικά με το αδίκημα της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου, παραπέμπω στην Γ.Ε. ν. Στέλιου Δημητρίου, Π.Ε. Αρ. 41/2025 ημερ. 10.4.2025, όπου, για το αδίκημα της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου, η πρωτοδίκως επιβληθείσα ποινή φυλάκισης ενός, δύο και τριών μηνών φυλάκισης, κρίθηκε έκδηλα ανεπαρκής και αυξήθηκε σε ποινή φυλάκισης τριών ετών σε κάθε κατηγορία. Διαφωτιστικό επί της σοβαρότητας των αδικημάτων αυτής της φύσης, είναι το ακόλουθο απόσπασμα:

 

«Πιστεύουμε πως δεν χρειάζεται ιδιαίτερη ανάλυση το ότι είναι άκρως απαραίτητο και ουσιώδες σε κάθε ευνομούμενη κοινωνία να υπάρχει εμπιστοσύνη των πολιτών πως τα κυκλοφορούντα έγγραφα είναι γνήσια και όχι ψευδή ή κατασκευασμένα. Αυτό αφορά όλα τα έγγραφα, είτε χρησιμοποιούνται στις σχέσεις μεταξύ των πολιτών είτε αφορούν στις σχέσεις μεταξύ αυτών και της Πολιτείας. Ο καθένας αντιλαμβάνεται τις τραγικές συνέπειες από έναν ενδεχόμενο κλονισμό ή μια πιθανή κατάρρευση αυτής της εμπιστοσύνης. Για την οποία εμπιστοσύνη προσθέτουμε ότι, υπό τη μορφή αμοιβαίας εμπιστοσύνης, απαιτείται διεθνώς και για την ύπαρξη καλών σχέσεων μεταξύ των Κρατών, προς όφελος και πάλι των πολιτών τους.

 

Εξ ου και ως προς την πρώτη πτυχή, στην υπόθεση Μουσικός v. Αστυνομίας (1992) 2 Α.Α.Δ. 286 εμφατικά τονίστηκε πως «[Α]δικήματα που ενέχουν το στοιχείο της απάτης είναι σοβαρά διότι υπονομεύουν τις συναλλαγές και τις δοσοληψίες μεταξύ των πολιτών» ενώ και στη μεταγενέστερη Γενικός Εισαγγελέας v. Χατζημιτσή (2005) 2 Α.Α.Δ. 101 λέχθηκε ότι «[Α]δικήματα αυτής της φύσης, και επαναλαμβάνουμε κατά συρροή σε μικρό μάλιστα χρονικό διάστημα, δεν μπορεί παρά να αντιμετωπίζονται με τον ανάλογο κολασμό. Άλλως πως το αίσθημα ευνομίας και ευταξίας στον κοινό πολίτη θα πλήττεται, με ολέθρια αποτελέσματα για την κοινωνική συνοχή του τόπου μας».

 

[…]

 

Η πλαστογραφία και η κυκλοφορία πλαστών εγγράφων έχουν κατά κανόνα ως άμεσο σκοπό την καταδολίευση άλλων και ως απώτερο στόχο την εξασφάλιση κάποιου οφέλους για τον δράστη, το οποίο δυνατόν να είναι οικονομικό, περιουσιακό ή άλλο όφελος, που βελτιώνει τη δική του θέση είτε εις βάρος άλλων νομοταγών πολιτών είτε όχι. Προεξάρχει λοιπόν το ιδιοτελές συμφέρον του δράστη (ή του περιβάλλοντός του) και είναι ακριβώς σε αυτό στο οποίο έγκειται η βασική εγκληματική απαξία της συμπεριφοράς αυτής. Δεν είναι δε τυχαίο το ότι στις πλείστες των υποθέσεων αναδεικνύεται από τα Δικαστήρια η ιδιοτέλεια η οποία υποκρύπτεται πίσω από τη διάπραξη τέτοιων αδικημάτων, ενώ σχεδόν σε όλες τις αποφάσεις τονίζεται η αμείωτη συχνότητα στη διάπραξη παρόμοιων αδικημάτων και η ανάγκη για αυστηρές και αποτρεπτικές ποινές».

 

Επιπρόσθετα, η συχνότητα διάπραξης τέτοιας φύσεως αδικημάτων, αναφορικά με την οποία το Δικαστήριο αντλεί δικαστική γνώση από τις πολλές υποθέσεις που καταχωρούνται ενώπιον του, καταδεικνύει τη σοβαρότητά τους και συγχρόνως, επιτάσσει όπως τα Δικαστήρια προσεγγίζουν με αυστηρότητα τέτοια αδικήματα με σκοπό την αποτροπή τους, χωρίς βεβαίως αυτό να ατονεί το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής.[8]

 

Παρεμβάλλω, ότι οι προηγούμενες αποφάσεις που αφορούν στην επιβολή ποινών, παρέχουν ένδειξη του μέτρου τιμωρίας συγκεκριμένων αδικημάτων και των παραμέτρων του καθορισμού της ποινής, πλην όμως δεν έχουν τον δεσμευτικό χαρακτήρα που ενέχει ο καθορισμός αρχών δικαίου, καθώς η ποινή που επιβάλλεται σε μια συγκεκριμένη υπόθεση, είναι αλληλένδετη με τις ιδιαιτερότητες των γεγονότων που τη συνθέτουν και των συνθηκών του εκάστοτε παραβάτη.[9]

 

Έχοντας κατά νου όλα τα ανωτέρω, προχωρώ στην επιβολή της αρμόζουσας κατά την κρίση μου ποινής στην κατηγορούμενη.

 

Προς τούτο, λαμβάνω υπόψη μου τα γεγονότα της υπόθεσης, ως εκτέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου και δεν τέθηκαν υπό αμφισβήτηση, καθώς επίσης και τη σοβαρότητα των αδικημάτων που έχουν διαπραχθεί και τον αποτρεπτικό χαρακτήρα που πρέπει να χαρακτηρίζει την ποινή που θα επιβληθεί.

 

Λαμβάνω επίσης υπόψη μου τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων, καθώς επίσης και τους μετριαστικούς παράγοντες που αφορούν στο πρόσωπο της κατηγορουμένης και τα όσα διαλαμβάνει η Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας.

 

Ειδικότερα, λαμβάνω υπόψη μου το λευκό ποινικό της μητρώο, την παραδοχή της έστω και σε αυτό το στάδιο,[10] τον χρόνο που έχει διαρρεύσει από τη διάπραξη των αδικημάτων, καθώς επίσης και τις προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις της, ως καταγράφονται στην Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, χωρίς βεβαίως να παραγνωρίζω, ότι αυτές δεν υπερφαλαγγίζουν το δημόσιο συμφέρον, το οποίο επιτάσσει την επιβολή αυστηρών ποινών, αναφορικά με τη διάπραξη τέτοιας φύσεως αδικημάτων.

 

Συνεκτιμώντας και σταθμίζοντας όλους τους πιο πάνω παράγοντες, σε συνάρτηση με τα γεγονότα της υπόθεσης και τον αποτρεπτικό χαρακτήρα που πρέπει να διέπει την ποινή που θα επιβληθεί στην κατηγορουμένη, καταλήγω όλοι οι ανωτέρω παράγοντες μπορούν να επηρεάσουν το ύψος, αλλά όχι το είδος της ποινής, που δε μπορεί να είναι άλλη από τη στέρηση της ελευθερίας. Αυτή, είναι και η μόνη ποινή η οποία θα στείλει κατά την κρίση του Δικαστηρίου, τα σωστά μηνύματα στην κοινωνία.

 

Συνεπακόλουθα, επιβάλλονται στην κατηγορουμένη οι ακόλουθες ποινές:

 

1η κατηγορία: ποινή φυλάκισης 8 μηνών.

 

4η κατηγορία: ποινή φυλάκισης 6 μηνών.

 

Αναφορικά με τη 2η κατηγορία δεν επιβάλλεται οποιαδήποτε ποινή, λαμβανομένης υπόψη της αρχής της συνολικότητας της ποινής, εφόσον πρόκειται για το σύνολο μιας ενιαίας εγκληματικής συμπεριφοράς.

 

Επιπρόσθετα, διατάζεται όπως οι πιο πάνω ποινές φυλάκισης συντρέχουν, λαμβανομένων υπόψη των αρχών που διέπουν το θέμα, καθότι πρόκειται για αδικήματα τα οποία απορρέουν από μια ενιαία έκνομη συμπεριφορά, συνδέονται δε, χρονικά και τοπικά.[11]

 

Ενόψει του ότι η επιβληθείσα ποινή φυλάκισης δεν ξεπερνά τα τρία έτη, προχωρώ σε εξέταση του ενδεχομένου αναστολής της.

 

Σύμφωνα με το άρθρο 3 του περί της Υφ Όρων Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, Ν. 95/72, ως έχει τροποποιηθεί, η ποινή της φυλάκισης μπορεί να ανασταλεί, κατόπιν άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, νοουμένου ότι αυτή δεν ξεπερνά τα τρία (3) έτη.

 

Πρόκειται για διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου η οποία έχει διευρυνθεί και μπορεί να ασκηθεί εάν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορουμένου.[12]

 

Επισημαίνεται, ότι η αναστολή της ποινής φυλάκισης δεν αποτελεί εναλλακτικό μέτρο τιμωρίας του κατηγορουμένου, αλλά διεργασία στην οποία προβαίνει το Δικαστήριο, κατόπιν επιβολής ποινής φυλάκισης, εάν και εφόσον συντρέχουν λόγοι που αιτιολογούν την αναστολή της.[13]

 

Η ενδεχόμενη αναστολή της ποινής φυλάκισης, δεν αλλοιώνει τον χαρακτήρα της ποινής φυλάκισης, καθώς η δυνατότητα αναστολής της ποινής φυλάκισης διαχωρίζεται από την απόφαση επιβολής ποινής φυλάκισης. Τα δε κριτήρια επί των οποίων θα βασιστεί το Δικαστήριο κατά τη βάσανο της αξιολόγησης αυτής δεν είναι ανελαστικά, αλλά παρέχεται ευρεία διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να σταθμίσει όλους τους παράγοντες, πάντοτε με γνώμονα το συμφέρον της δικαιοσύνης.[14]

 

Αναφορικά με τα κριτήρια αξιολόγησης του ενδεχομένου της αναστολής της ποινής φυλάκισης, παραπέμπω στις Γενικός Εισαγγελέας ν. Ρομίνα Τζιαουχάρη (2005) 2 ΑΑΔ 161 και Γενικός Εισαγγελέας v. Φανιέρου (1996) 2 ΑΑΔ 303.

 

Σταθμίζοντας όλα τα ανωτέρω και δίχως να παραγνωρίζω τις προσωπικές περιστάσεις της κατηγορουμένης, σε συνάρτηση με τη σοβαρότητα των αδικημάτων που έχει διαπράξει, και αφού έλαβα υπόψη μου όλους τους ελαφρυντικούς παράγοντες που αφορούν στο πρόσωπο της κατηγορουμένης, καταλήγω ότι αυτοί δεν μπορούν να υπερφαλαγγίσουν το δημόσιο συμφέρον, το οποίο επιτάσσει την επιβολή αποτρεπτικών ποινών, ενόψει της ιδιαίτερης σοβαρότητας των αδικημάτων που έχει διαπράξει η κατηγορούμενη, αλλά και της έξαρσης στην οποία βρίσκονται τέτοιας φύσεως αδικήματα. Διαφορετική κατάληξη, θεωρώ ότι θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα προς την κοινωνία.

 

Συνεπακόλουθα, δεν καταλήγω ότι δικαιολογείται η άσκηση της διακριτικής μου ευχέρειας υπέρ της αναστολής εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης που έχει επιβληθεί στην κατηγορούμενη.

 

Ενόψει όλων των ανωτέρω, η ποινή φυλάκισης που επιβλήθηκε στην κατηγορούμενη θα έχει άμεση ισχύ από σήμερα.

 

Διατάζεται η κατάσχεση και καταστροφή των τεκμηρίων.

 

 

 

(Υπ.) …………………..

Χρ. Γ. Ππεκρή, Ε.Δ.

Πιστό Αντίγραφο

 

Πρωτοκολλητής

 

 

 

 

 

 

 



[1] Τηλεμάχου v. Αστυνομίας (2000) 2 Α.Α.Δ. 701.

 

[2] Κυριάκος Σακαρίδης ν. Αστυνομίας (2011) 2 ΑΑΔ 272.

 

[3] Οδυσσέας Θεοχάρη Καλανίδης κ.α. v. Αστυνομίας (2009) 2 ΑΑΔ 298, Σωκράτους v. Δημοκρατίας (1994) 2 Α.Α.Δ. 132 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Ανδρέα Τόκκαλλου (2001) 2 Α.Α.Δ. 95).

 

[4] Θεοχάρους v. Αστυνομίας (2008) 2 Α.Α.Δ. 575).

 

[5] Βραχίμης v. Αστυνομίας (2000) 2 Α.Α.Δ. 527.

 

[6] Λεβέντης v. Αστυνομίας (1999) 2 ΑΑΔ 632, Γενικός Εισαγγελέας ν. Αριστοτέλους (2004) 2 ΑΑΔ 166.

 

[8] Κωνσταντίνου v. Δημοκρατίας (1989) 2 Α.Α.Δ. 224.

 

[9] Χαραλάμπους v. Δημοκρατίας (2000) 2 Α.Α.Δ. 1, Ειρηναίος Γεωργίου ν. Δημοκρατίας Π.Ε. Αρ, 61/2020 ημερ. 14.7.2022.

 

[10] Gorko κ.ά. ν. Δημοκρατίας (2010) 2 ΑΑΔ 458, CCC Laundries (Paphos) Ltd κ.ά. ν. Θεοφάνους (2010) 2 ΑΑΔ 288), Φούττης ν. Αστυνομίας (2005) 2 ΑΑΔ 359.

 

[11] Ekole v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση αρ. 108/2021 ημερ. 15.2.2022, ECLI:CY:AD:2022:B62, Σάκκος ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση αρ. 196/2020 ημερ. 20.9.2022, ECLI:CY:AD:2022:B355, Μohamed Αlahmad ν. Δημοκρατίας, Π.Ε. 235/2022 ημερ. 30.9.2025.

 

[12] Siminoiu v. Αστυνομίας (2012) 2 ΑΑΔ 699, Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας (2009) 2 ΑΑΔ 583, Γενικός Εισαγγελέας ν. Ρομίνας Τζιαουχάρη (2005) 2 Α.Α.Δ. 161.

 

[13] Βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Στέφανου Περατικού (1997) 2 Α.Α.Δ. 373.

 

[14] Koukos v. Police (1986) 2 C.L.R. 1.

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο