ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. ΤΙΜΟΘΕΟΣ ΜΑΥΡΙΔΗΣ, Αρ. Υπόθεσης: 13489/2024, 8/12/2025
print
Τίτλος:
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. ΤΙΜΟΘΕΟΣ ΜΑΥΡΙΔΗΣ, Αρ. Υπόθεσης: 13489/2024, 8/12/2025

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Γ. Ππεκρή, Ε.Δ.

Αρ. Υπόθεσης: 13489/2024

 

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ

Κατηγορούσα Αρχή

ν.

 

ΤΙΜΟΘΕΟΣ ΜΑΥΡΙΔΗΣ

Κατηγορούμενος

 

Ημερομηνία: 8 Δεκεμβρίου 2025

Εμφανίσεις:

Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Γ. Αργυρού

Για τον Κατηγορούμενο: κ. Ν. Καλλής μαζί με την κα Β. Γαμβρουδίου

Κατηγορούμενος παρών

ΠΟΙΝΗ

 

Ο κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος, κατόπιν παραδοχής του, για τη διάπραξη του αδικήματος που αφορά η μοναδική κατηγορία την οποία αντιμετωπίζει μέσα στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης, ήτοι των πράξεων που σκοπεύουν την πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης, κατά παράβαση του αρ. 228(α) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154.

 

Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο, την 24.8.2024 στη Λεμεσό, ο κατηγορούμενος, με σκοπό πρόκλησης βαριάς σωματικής βλάβης, χτύπησε παράνομα τον μάρτυρα 1 επί του κατηγορητηρίου (στο εξής ο «παραπονούμενος»), γρονθοκοπώντας τον στο πρόσωπο και κλωτσώντας τον στην πλάτη, προκαλώντας του βαριά σωματική βλάβη.

 

Εκθέτοντας τα γεγονότα της υπόθεσης, ο ευπαίδευτος εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής κατέθεσε κείμενο γεγονότων, το οποίο σημειώθηκε ως Έγγραφο Α και κατατέθηκε στον φάκελο του Δικαστηρίου.

 

Ως αναφέρεται, μεταξύ άλλων, στο Έγγραφο Α, την 24.8.2024 δόθηκε πληροφορία στην Αστυνομία ότι υπάρχει τραυματισμένο ένα πρόσωπο, το οποίο αναμένεται να μεταφερθεί στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού. Στη σκηνή μετέβηκαν για διενέργεια εξετάσεων μέλη του ΤΑΕ Λεμεσού, όπου παρέλαβαν τεκμήρια τα οποία αποστάλθηκαν για επιστημονικές εξετάσεις. Παράλληλα, μέλη του ΤΑΕ Λεμεσού μετέβησαν στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού, όπου εντόπισαν τον παραπονούμενο, ηλικίας 68 ετών από τη Λεμεσό, ο οποίος λόγω της σοβαρότητας της κατάστασης μεταφέρθηκε στη μονάδα εντατικής παρακολούθησης του Νοσοκομείου και αφού εξετάστηκε, διαπιστώθηκε ότι έφερε ρήξη ήπατος, ρήξη δεξιού νεφρού και κάταγμα 10ης και 11ης πλευράς δεξιά.

 

Στην κατάθεσή του ο παραπονούμενος ανέφερε ότι περί η ώρα 12:30, ενώ κατευθυνόταν με το όχημά του στα Κάτω Πολεμίδια με χαμηλή ταχύτητα και συνοδηγό φιλικό του πρόσωπο, κάποιο αυτοκίνητο που τον ακολουθούσε, στο οποίο επέβαιναν 2 νεαρά πρόσωπα, άρχισε να κορνάρει. Σε κάποια στιγμή, ο παραπονούμενος σταμάτησε και προσπάθησε να μιλήσει με τους νεαρούς, γιατί του κορνάρουν συνεχώς, όμως ένας εξ αυτών άρχισε να τον βρίζει.

 

Στη συνέχεια ο παραπονούμενος μετέβη σε παρακείμενο περίπτερο από όπου αγόρασε καφέ και ακολούθως, κάθισε στο απέναντι πάρκο, όπου ανέμενε το φιλικό του πρόσωπο. Σε κάποια στιγμή οι νεαροί που επέβαιναν στο αναφερόμενο όχημα, επέστρεψαν με διαφορετικού τύπου αυτοκίνητο και ένας εξ αυτών, απευθυνόμενος προς τον παραπονούμενο του είπε «ξέρεις ποιος είμαι εγώ;» και αφού τον γρονθοκόπησε αρχικά στο πρόσωπο, όταν ο παραπονούμενος έπεσε στο έδαφος, άρχισε να τον κλωτσά στην πλάτη.

 

Αυτόπτης μάρτυρας Αστυνομικός είδε από κοντινή απόσταση το συμβάν και επενέβη, με τον κατηγορούμενο να του αναφέρει τα πλήρη στοιχεία του, καθώς επίσης και ότι εκείνος επιτέθηκε και χτύπησε τον παραπονούμενο, ισχυριζόμενος ότι ο παραπονούμενος τον είχε εξυβρίσει.

 

Η εκδοχή του παραπονούμενου, καθώς επίσης και το γεγονός ότι στη σκηνή υπήρχε Αστυνομικός, αυτόπτης μάρτυρας, επιβεβαιώθηκαν από επιθεώρηση ΚΚΒΠ περιπτέρου που βρίσκεται στην περιοχή. Την 28.8.2024, λήφθηκε κατάθεση από το φιλικό πρόσωπο του παραπονούμενου, που τον συνόδευε ως συνοδηγός κατά τον ουσιώδη χρόνο και ήταν μάρτυρας στο περιστατικό της λογομαχίας μεταξύ του παραπονούμενου και του κατηγορουμένου, ο οποίος επιβεβαίωσε τους ισχυρισμούς του παραπονούμενου. Την 29.8.2024 στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού, στον χειρουργικό θάλαμο, ο παραπονούμενος είδε και αναγνώρισε τον κατηγορούμενο ως το πρόσωπο που τον χτύπησε την 24.8.2024.

 

Περαιτέρω, ο ευπαίδευτος εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου.

 

Για σκοπούς μετριασμού της ποινής που θα επιβληθεί στον κατηγορούμενο, ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης κατέθεσε γραπτή αγόρευση, το περιεχόμενο της οποίας έχω διέλθει. Επιγραμματικά σημειώνω, ότι σε αυτήν γίνεται αναφορά στη σοβαρότητά του αδικήματος στο οποίο ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε ενοχή, καλείται δε το Δικαστήριο, όπως, για σκοπούς επιβολής ποινής, λάβει υπόψη την απολογία του κατηγορουμένου, την άμεση παραδοχή του, το λευκό ποινικό του μητρώο, τις προσωπικές περιστάσεις του, όπως το νεαρό της ηλικίας και το γεγονός ότι είναι πατέρας ενός παιδιού 1,5 ετών το οποίο συντηρεί αποκλειστικά ο ίδιος, καθώς επίσης και τη διαφοροποίηση του τρόπου ζωής του, καθότι πλέον αποτελεί χρήσιμο μέλος της κοινωνίας, πράγμα το οποίο αντικατοπτρίζεται από τη γενικότερη εικόνα και στάση του προς τους νόμους της Δημοκρατίας.

 

Επιπρόσθετα, ο συνήγορος υπεράσπισης αναφέρθηκε στο ότι επρόκειτο για ένα μεμονωμένο περιστατικό, όπου δεν χρησιμοποιήθηκε οποιοδήποτε αντικείμενο και από το οποίο απουσιάζει το στοιχείο του προσχεδιασμού.

 

Τέλος, στη γραπτή αγόρευση των συνηγόρων υπεράσπισης, γίνεται εκτενής αναφορά στην έμπρακτη μεταμέλεια του κατηγορουμένου, η οποία καταδεικνύεται από την άμεση του παραδοχή, την ειλικρινή του υπόσχεση ότι θα απέχει από τη διάπραξη άλλων αδικημάτων στο μέλλον, καθώς επίσης και από την άμεση και ειλικρινή προσπάθειά του για συμφιλίωση με τον παραπονούμενο, τον οποίο έχει αποζημιώσει. Προς τούτο, ο συνήγορος υπεράσπισης κατέθεσε ένορκη δήλωση του παραπονούμενου, στην οποία, μεταξύ άλλων, αναφέρεται ότι ο παραπονούμενος δεν διατηρεί παράπονο εναντίον του κατηγορουμένου και ότι δεν του προκάλεσε οποιαδήποτε τραύματα.

 

Το γεγονός της λήψης αποζημίωσης ύψους €5.000 και της κατάθεσης της αναφερθείσας ένορκης δήλωσης από πλευράς παραπονούμενου, επιβεβαιώθηκε από τον ευπαίδευτο εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής.

 

Τέλος, η πλευρά της υπεράσπισης εισηγείται όπως, σε περίπτωση επιβολής ποινής στερητικής της ελευθερίας, αυτή ανασταλεί, σημειώνοντας, ότι σε νεαρά πρόσωπα υπερτερεί ο παράγοντας της αναμόρφωσης και όχι τόσο της τιμωρίας.

 

Ενόψει της σοβαρότητας της κατηγορίας που ο κατηγορούμενος  αντιμετωπίζει, ως αυτή προσδιορίζεται κατωτέρω, το Δικαστήριο ζήτησε την ετοιμασία Έκθεσης από το Γραφείο Ευημερίας, με σκοπό να τεθούν ενώπιόν του οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου, για σκοπούς εξατομίκευσης της αρμόζουσας ποινής.[1]

 

Σε αυτήν, αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι ο κατηγορούμενος είναι 20 ετών και κατάγεται από τη Λεμεσό, ενώ εργάζεται ως μηχανοδηγός σε χωματουργικές εργασίες και ως κτηνοτρόφος. Διαμένει με τη συμβία του, η οποία δεν εργάζεται, με το 1,5 ετών παιδί τους, καθώς επίσης και μαζί με τους γονείς της συμβίας του, σε κατοικία ιδιοκτησίας του πατέρα της συμβίας του. Δεν διαθέτει οποιαδήποτε ακίνητη περιουσία, ούτε χρέη ή αποταμιεύσεις, ενώ από την εργασία του λαμβάνει συνολικά €1.800.- και το ποσό των €700.- το ξοδεύει σε έξοδα συντήρησης της κτηνοτροφικής μονάδας που διατηρεί.

 

Αναφέρεται περαιτέρω ότι ο κατηγορούμενος προέρχεται από πολυμελή οικογένεια και οι γονείς του χώρισαν πριν από ένα χρόνο και δεν διατηρεί καμία επαφή με τη μητέρα του. Φοίτησε μέχρι την Α’ Γυμνασίου και διέκοψε τη φοίτησή του λόγω έλλειψης ενδιαφέροντος, ενώ έλαβε απαλλαγή από την Εθνική Φρουρά λόγω προβλημάτων ψυχικής υγείας που αντιμετώπιζε το συγκεκριμένο διάστημα. Τα τελευταία τρία χρόνια ασχολείται με την παραγωγή γάλακτος και διατηρεί κτηνοτροφική μονάδα.

 

 

Έχοντας κατά νου όλα όσα τέθηκαν ενώπιόν μου, προχωρώ να εξετάσω την επιβολή της αρμόζουσας υπό τις περιστάσεις ποινή στον κατηγορούμενο.

 

Η επιβολή ποινής συνιστά ένα πολύ λεπτό έργο του Δικαστηρίου, καθώς απαιτείται η εξισορρόπηση μεταξύ του γενικού συμφέροντος απονομής της δικαιοσύνης και της εξατομίκευσης της ποινής, λαμβανομένων υπόψη των ειδικών περιστατικών εκάστης περίπτωσης, καθώς επίσης και της σοβαρότητας του διαπραχθέντος αδικήματος. Με άλλα λόγια, η ποινή που θα επιβληθεί, πρέπει να αρμόζει στο πρόσωπο του παραβάτη, αλλά και στο αδίκημα που έχει διαπραχθεί.[2]

 

Παράλληλα, η εξατομίκευση της ποινής δεν συνεπάγεται εξουδετέρωση, ούτε της σοβαρότητας του εγκλήματος, ούτε του στοιχείου της αποτροπής, όταν συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή, τόσο για τον ίδιο τον κατηγορούμενο, όσο και για το κοινό γενικότερα.[3] Επισημαίνεται ωστόσο, ότι η σοβαρότητα των διαπραχθέντων αδικημάτων, δεν οδηγεί σε ατονία το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής.[4]

 

Διαφωτιστικά είναι τα όσα αναφέρθηκαν επί τούτου στην Πισκόπου v. Δημοκρατίας (1999) 2 Α.Α.Δ. 342.

 

Αναφορικά με τη σοβαρότητα της κατηγορίας που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος, αυτή αντανακλάται από την ποινή που προβλέπει η οικεία νομοθεσία,[5] καθώς, ως έχει νομολογηθεί, το μέγιστο ύψος της ποινής που είναι δυνατό να επιβληθεί, λαμβανομένης υπόψη της εκ του νόμου προβλεπόμενης ποινής, αποτελεί τη βάση από την οποία το Δικαστήριο ξεκινά τη διεργασία του, για σκοπούς επιμέτρησης και καθορισμού της ποινής.[6]

 

Ειδικότερα, για το αδίκημα των πράξεων που σκοπεύουν στην πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης, το οποίο συνιστά κακούργημα, ο Ποινικός Κώδικας προβλέπει ποινή φυλάκισης δια βίου.

 

Δεν διαλανθάνει την προσοχή μου, ότι η παρούσα έχει παραπεμφθεί στο Επαρχιακό Δικαστήριο, γεγονός το οποίο  δεν αποτελεί κατά κανόνα ελαφρυντικό στοιχείο υπέρ ενός κατηγορούμενου προσώπου, πλην όμως έχει τη δική της σημασία, καθότι το Επαρχιακό Δικαστήριο είναι διά Νόμου περιορισμένο στην επιβολή κατ’ ανώτατο όριο πενταετούς ποινής φυλάκισης.[7]

 

Πέραν της αντικειμενικής σοβαρότητας των αδικημάτων, η οποία πηγάζει από τις προβλεπόμενες εκ της νομοθεσίας ποινές, η σοβαρότητά τους προκύπτει και από τη σχετική επί του θέματος νομολογία.

 

Στην Mehmet Urgan ν. Αστυνομίας (2012) 2 ΑΑΔ 189, επικυρώθηκαν ποινές φυλάκισης 2½ ετών για το αδίκημα της τέλεσης πράξεων που σκοπεύουν την πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης κατά παράβαση του άρθρου 228(α) του Ποινικού Κώδικα και 2 ετών για δυο κατηγορίες που αφορούσαν στο αδίκημα της πρόκλησης βαριάς σωματικής βλάβης.  Ο εφεσείων σε δυο περιπτώσεις επιτέθηκε στο θύμα προκαλώντας του στην πρώτη περίπτωση κάταγμα κάτω γνάθου, κάταγμα ζυγωματικού καθώς και εκχυμώσεις σε διάφορα μέρη του σώματός του και στην δεύτερη περίπτωση προκαλώντας του θλαστικό τραύμα στον τράχηλο, τραυματισμό γλώσσας, αποκόλληση δοντιών, οίδημα και εκχυμώσεις τραχήλου, οίδημα αφτιού, αιμάτωμα στην γλώσσα, στοματικές κακώσεις και επιπλοκή στα κατάγματα που είχε υποστεί κατά το προηγούμενο επεισόδιο. 

 

Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα:

 

«Τα φαινόμενα βίας που συχνά παρατηρούνται τον τελευταίο καιρό σε διάφορες εκφάνσεις της κοινωνικής ζωής, μας προκαλούν ιδιαίτερη ανησυχία.  Η βία στα γήπεδα, στους δρόμους, στην οικογένεια ακόμη και στα σχολεία είναι πλέον θέματα της καθημερινότητας.  Προτού αυτά τα φαινόμενα προσλάβουν μεγαλύτερες διαστάσεις και με ολέθριες συνέπειες, κάποιοι πρέπει να προβληματιστούν ώστε εγκαίρως και με τα κατάλληλα μέτρα να αντιμετωπιστεί όσο μπορεί πιο αποτελεσματικά η κατάσταση.  Τα Δικαστήρια από τη δική τους πλευρά, οφείλουν να μεριμνούν ώστε οι υποθέσεις αυτού του είδους να εκδικάζονται χωρίς καθυστέρηση και να επιβάλλονται στους δράστες αποτρεπτικές ποινές, στέλνοντας έτσι μήνυμα μηδενικής ανοχής». 

 

Στην Αχτάρ ν. Αστυνομίας κ.ά. (2010) 2 ΑΑΔ 397, οι εφεσείοντες, μεταξύ άλλων, αντιμετώπιζαν το αδίκημα των πράξεων που σκοπεύουν την πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης και την πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης. Επρόκειτο για πρόσωπα 56, 29 και 24 ετών, τα οποία με ομαδική κίνηση τραυμάτισαν σοβαρά αστυνομικούς, όταν οι τελευταίοι με πολιτική περιβολή εισήλθαν νόμιμα στην οικία των πρώτων, με σκοπό την εκτέλεση εντάλματος έρευνας.

 

Κατ’ έφεση, το Ανώτατο Δικαστήριο επέτρεψε τις εφέσεις εναντίον της ποινής και διέταξε όπως - υπό το φως των προσωπικών περιστάσεων των εφεσειόντων, του λευκού ποινικού μητρώου δύο εξ αυτών, της απουσίας ουσιαστικού προσχεδιασμού ή προσυνεννόησης, της ψυχολογικής τους αναστάτωσης και της εκδίκασης της υπόθεσης από το Επαρχιακό Δικαστήριο αντί από το Κακουργιοδικείο - οι πιο κάτω ποινές αντικατασταθούν ως ακολούθως, με τις υπόλοιπες να παραμένουν ως έχουν:

 

(i)               για τον εφεσείοντα στην Ποινική Έφεση Αρ. 207/08, η ποινή φυλάκισης των 2 χρόνων στην 24η κατηγορία, αντικαταστάθηκε με ποινή φυλάκισης 18 μηνών, η δε ποινή φυλάκισης των 1½ χρόνων στην 27η κατηγορία, αντικαταστάθηκε με ποινή φυλάκισης 1 χρόνου.

 

(ii)             για τον εφεσείοντα στην Ποινική Έφεση Αρ. 208/08, η ποινή φυλάκισης των 3½ χρόνων στην 14η κατηγορία, αντικαταστάθηκε με ποινή φυλάκισης 2½ χρόνων, η δε ποινή φυλάκισης των 4½ χρόνων στην 46η κατηγορία αντικαταστάθηκε με ποινή φυλάκισης 3 χρόνων.

 

(iii)            για τον εφεσείοντα στην Ποινική Έφεση Αρ. 209/08, η ποινή φυλάκισης των 3½ χρόνων στην τρίτη κατηγορία, αντικαταστάθηκε με ποινή φυλάκισης 2½ χρόνων.

 

                      Στην Πισκόπου ν. Δημοκρατίας (1999) 2 Α.Α.Δ. 341 που αφορούσε το αδίκημα που προβλέπεται στο άρθρο 228(α) του Ποινικού Κώδικα, ο κατηγορούμενος ήταν ηλικίας 48 ετών με λευκό ποινικό μητρώο, παραδέχθηκε αμέσως την κατηγορία και λήφθηκε επίσης υπόψη η έλλειψη προσχεδιασμού στην τέλεση του αδικήματος. Του επιβλήθηκε ποινή εξαετούς φυλάκισης, η οποία  κατ έφεση δεν κρίθηκε υπερβολική.  

 

Στην Αντωνίου ν. Αστυνομίας (2007) 2 Α.Α.Δ. 414,  για το αδίκημα της πρόκλησης βαριάς σωματικής βλάβης, επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης δύο ετών για χτύπημα με κόπτη, ποινή η οποία χαρακτηρίστηκε από το Εφετείο αυστηρή, πλην όμως επικυρώθηκε κατά πλειοψηφία.

 

Στη Χατζηπέτρου ν. Δημοκρατίας (2007) 2 Α.Α.Δ. 468, για το αδίκημα της πρόκλησης βαριάς σωματικής βλάβης κατά παράβαση του Άρθρου 228 (α), το Κακουργιοδικείο καταδίκασε μετά από παραδοχή τον εκεί εφεσείοντα σε 3½ χρόνια φυλάκιση, όταν τραυμάτισε με μαχαίρι φρουρό ασφαλείας. Η ποινή επικυρώθηκε στο Εφετείο, το οποίο έλαβε υπόψη και την απουσία οργάνωσης και προσχεδιασμού, ενώ από το χτύπημα με μαχαίρι ο παραπονούμενος είχε υποστεί κάταγμα της πλευράς στο σημείο εισόδου και κάκωση του παρεγχύματος του πνεύμονα, χωρίς όμως να παραμείνουν μόνιμες βλάβες.

 

Στη Γενικός Εισαγγελέας ν. David William Evans (2005) 2 Α.Α.Δ. 639, το Κακουργιοδικείο επέβαλε στον κατηγορούμενο 14 μήνες φυλάκιση για το αδίκημα της πρόκλησης βαριάς σωματικής βλάβης, κατά παράβαση του Άρθρου 231 του Π.Κ., ποινή η οποία αυξήθηκε από το Εφετείο σε δύο έτη, καθώς κρίθηκε, μεταξύ άλλων, ότι οι τραυματισμοί του παραπονούμενου ήταν πολύ σοβαροί. Ως επίσης αναφέρθηκε, η πρόκληση αποτελεί μετριαστικό παράγοντα της σοβαρότητας του αδικήματος, ωστόσο η αντίδραση του κατηγορούμενου και η βία που ασκήθηκε στον παραπονούμενο, ήταν αδικαιολόγητη.

 

Στη Γιάννος Κ. Πέτρου ν. Αστυνομίας (2008) 2 Α.Α.Δ. 800, το Εφετείο αρνήθηκε να επέμβει στην πρωτοδίκως επιβληθείσα 18μηνη ποινή φυλάκισης σε νεαρό για πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης, ο οποίος άνευ αιτίας ανέσυρε μαχαίρι τραυματίζοντας τον άγνωστό του οδηγό ταξί που τον μετέφερε σε διάφορα μέρη. Ο εκεί εφεσείων είχε και ένα παρόμοιο προηγούμενο για το οποίο είχε εκδοθεί διάταγμα κηδεμονίας με όρους.

 

Πέραν των ανωτέρω, η συχνότητα διάπραξης τέτοιων αδικημάτων, αναφορικά με την οποία το Δικαστήριο αντλεί δικαστική γνώση από τις πολλές υποθέσεις που καταχωρούνται ενώπιόν του, καταδεικνύει τη σοβαρότητά τους και συγχρόνως, επιτάσσει όπως τα Δικαστήρια προσεγγίζουν με αυστηρότητα τέτοια αδικήματα με σκοπό την αποτροπή τους, χωρίς βεβαίως αυτό να ατονεί το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής.

 

Επισημαίνεται, ότι για σκοπούς επιβολής ποινής, λαμβάνεται υπόψη η έκταση της χρήσης βίας, τα μέσα που χρησιμοποιήθηκαν από τον δράστη, οι σωματικές βλάβες που προκλήθηκαν, το προβλέψιμο των βλαβών αυτών και οι επιπτώσεις τους στο θύμα, αλλά και το κατά πόσο η όλη υπόθεση εκτυλίχθηκε δημοσίως, στην παρουσία τρίτων προσώπων, καθώς επίσης και το κατά πόσο συντρέχει προσχεδιασμός, αναλόγως της περίπτωσης.[8]

 

Παρεμβάλλω, ότι οι προηγούμενες αποφάσεις που αφορούν στην επιβολή ποινών, παρέχουν ένδειξη του μέτρου τιμωρίας συγκεκριμένων αδικημάτων και των παραμέτρων του καθορισμού της ποινής, πλην όμως δεν έχουν τον δεσμευτικό χαρακτήρα που ενέχει ο καθορισμός αρχών δικαίου, καθώς η ποινή που επιβάλλεται σε μια συγκεκριμένη υπόθεση, είναι αλληλένδετη με τις ιδιαιτερότητες των γεγονότων που τη συνθέτουν και των συνθηκών του εκάστοτε παραβάτη.[9]

 

Έχοντας κατά νου όλα τα ανωτέρω, προχωρώ στην επιβολή ποινής.

Προς τούτο, λαμβάνω υπόψη μου τα γεγονότα της υπόθεσης, ως εκτέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου και δεν τέθηκαν υπό αμφισβήτηση, καθώς επίσης και τη σοβαρότητα του αδικήματος που έχει διαπραχθεί, σε δημόσιο χώρο, και τον αποτρεπτικό χαρακτήρα που πρέπει να χαρακτηρίζει την ποινή που θα επιβληθεί στον κατηγορούμενο.

 

Λαμβάνω επίσης υπόψη μου τις συνθήκες διάπραξης του αδικήματος, καθώς επίσης και τους μετριαστικούς παράγοντες που αφορούν στο πρόσωπο του κατηγορουμένου και τα όσα διαλαμβάνει η Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας.

 

Ειδικότερα, λαμβάνω υπόψη μου το λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου, τη συνεργασία του με τις αρχές, την άμεση παραδοχή του, η οποία σύμφωνα με την ισχύουσα νομολογία, προάγει τους σκοπούς της δικαιοσύνης και πρέπει να αμοίβεται,[10] το νεαρό της ηλικίας του, αλλά και τις σωματικές βλάβες που προκλήθηκαν στον παραπονούμενο, οι οποίες, σύμφωνα με τα όσα τέθηκαν ενώπιόν μου, δεν φαίνεται να είναι μόνιμης φύσεως. Λαμβάνω περαιτέρω υπόψη μου το γεγονός ότι επρόκειτο για ένα μεμονωμένο περιστατικό από το οποίο ελλείπει το στοιχείο του προσχεδιασμού, καθώς επίσης και το ότι δεν χρησιμοποιήθηκε οποιοδήποτε αντικείμενο κατά την τέλεση του αδικήματος.

 

Περαιτέρω, λαμβάνω υπόψη μου τις οικογενειακές και οικονομικές περιστάσεις του κατηγορουμένου, ως περιγράφονται στην Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, και ειδικότερα τη μεταβολή στις προσωπικές περιστάσεις του, ιδιαίτερα δε το γεγονός ότι παρά το πολύ νεαρό της ηλικίας του, είναι πατέρας ενός πολύ μικρού παιδιού 1,5 ετών και συντηρεί οικονομικά την οικογένειά του, ενώ από τη διάπραξη του αδικήματος μέχρι σήμερα, δεν απασχόλησε ξανά τις αρχές.

 

Πέραν των ανωτέρω, για σκοπούς επιμέτρησης της ποινής που θα επιβληθεί στον κατηγορούμενο, λαμβάνω υπόψη μου το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος αποζημίωσε τον παραπονούμενο, με τον οποίο έχει συμφιλιωθεί, γεγονός το οποίο, σε συνδυασμό με την άμεση παραδοχή και απολογία του, δεικνύει την έμπρακτη μεταμέλειά του.

 

Συνεκτιμώντας και σταθμίζοντας όλους τους πιο πάνω παράγοντες, σε συνάρτηση με τα γεγονότα της υπόθεσης και τον αποτρεπτικό χαρακτήρα που πρέπει να διέπει την ποινή που θα επιβληθεί στον κατηγορούμενο, λαμβανομένης υπόψη της έξαρσης στην οποία βρίσκονται τέτοιας φύσεως αδικήματα, καταλήγω, όλοι οι ανωτέρω παράγοντες μπορούν να επηρεάσουν το ύψος, αλλά όχι το είδος της ποινής, που δε μπορεί να είναι άλλη, από τη στέρηση της ελευθερίας. Αυτή, είναι και η μόνη ποινή η οποία θα στείλει κατά την κρίση του Δικαστηρίου, τα σωστά μηνύματα στην κοινωνία.

 

Συνεπακόλουθα, επιβάλλεται στον κατηγορούμενο για την κατηγορία που αντιμετωπίζει η ποινή της φυλάκισης για διάστημα 18 μηνών.

 

Ενόψει του ότι η ποινή φυλάκισης δεν ξεπερνά τα τρία έτη, προχωρώ σε εξέταση του ενδεχομένου αναστολής της.

 

Σύμφωνα με το άρθρο 3 του περί της Υφ Όρων Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, Ν. 95/72, ως έχει τροποποιηθεί, η ποινή της φυλάκισης μπορεί να ανασταλεί, κατόπιν άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, νοουμένου ότι αυτή δεν ξεπερνά τα τρία (3) έτη.

 

Πρόκειται για διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου, η οποία έχει διευρυνθεί και μπορεί να ασκηθεί εάν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορουμένου.[11]

 

Επισημαίνεται, ότι η αναστολή της ποινής φυλάκισης δεν αποτελεί εναλλακτικό μέτρο τιμωρίας του κατηγορουμένου, αλλά διεργασία στην οποία προβαίνει το Δικαστήριο, κατόπιν επιβολής ποινής φυλάκισης, εάν και εφόσον συντρέχουν λόγοι που αιτιολογούν την αναστολή της.[12]

Η ενδεχόμενη αναστολή της ποινής φυλάκισης, δεν αλλοιώνει τον χαρακτήρα της ποινής φυλάκισης, καθώς η δυνατότητα αναστολής της ποινής φυλάκισης διαχωρίζεται από την απόφαση επιβολής ποινής φυλάκισης. Τα δε κριτήρια επί των οποίων θα βασιστεί το Δικαστήριο κατά τη βάσανο της αξιολόγησης αυτής δεν είναι ανελαστικά, αλλά παρέχεται ευρεία διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να σταθμίσει όλους τους παράγοντες, πάντοτε με γνώμονα το συμφέρον της δικαιοσύνης.[13]

 

Τα κριτήρια αξιολόγησης του ενδεχομένου της αναστολής της ποινής φυλάκισης, ως έχουν τεθεί νομολογιακώς, είναι τα ακόλουθα:[14]

 

(α)       η σοβαρότητα του αδικήματος και τα κίνητρα διάπραξής του,

 

(β)       το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου, δηλαδή αν είναι τέτοιο που υπάρχει η ανάγκη για αποτροπή και

 

(γ)        η διαγωγή του κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος συμπεριλαμβανομένης και της μεταμέλειας, καθώς ένας κατηγορούμενος με λευκό ποινικό μητρώο έχει καλύτερη απαίτηση για αναστολή.

 

Στην Σκεύη Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας (2010) 2 Α.Α.Δ 22, λέχθηκε, μεταξύ άλλων, ότι στην περίπτωση της εφεσείουσας, συνέτρεχαν αρκετοί παράγοντες οι οποίοι θα μπορούσαν να ληφθούν υπόψη ως συνηγορούντες υπέρ της αναστολής της ποινής άμεσης φυλάκισης που είχε πρωτοδίκως επιβληθεί, περιλαμβανομένου του πρότερου βίου της, καθότι η κατηγορούμενη επέδειξε για πρώτη φορά εγκληματική αδιαφορία για τις σοβαρές επιπτώσεις από την ενέργειά της, ενώ συνειδητοποίησε αμέσως τη σοβαρότητα των πράξεών της και μεταμελήθηκε πλήρως.

 

Στην Αστυνομία v. Μαυρομμάτη, Π.Ε. υπ’ αρ. 92/2019 ημερ. 22.5.2020, επικυρώθηκε η αναστολή της επιβληθείσας ποινή φυλάκισης, λαμβανομένου ιδιαίτερα υπόψη του λευκού ποινικού μητρώου του κατηγορουμένου και της διαγωγής του, μετά τη διάπραξη του αδικήματος.

Στην Αργυρίδης κ.α. ν. Αστυνομίας (2013) 2 ΑΑΔ 449, εξετάστηκε το κατά πόσον ορθώς η ποινή φυλάκισης που επιβλήθηκε πρωτοδίκως στους εφεσείοντες δεν αναστάλθηκε. Με έμφαση στο νεαρό της ηλικίας των εφεσειόντων, ήτοι 18 – 20  ετών, και στο λευκό ποινικό τους μητρώο, λαμβανομένων υπόψη και των προσωπικών τους περιστάσεων, το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι η συγκεκριμένη περίπτωση ήταν πρέπουσα για ανατολή της ποινής φυλάκισης που επιβλήθηκε στους εφεσείοντες. Διαφωτιστικό επί του σκεπτικού του Δικαστηρίου, είναι το ακόλουθο απόσπασμα:

 

«Η θεωρημένη μας άποψη είναι ότι αυτοί οι παράγοντες πρέπει να είναι επαρκώς σημαντικοί στην κρίση του Δικαστηρίου ούτως ώστε, όπως υποδείξαμε κατά την ακρόαση, οι γενικότερες διαστάσεις των επιδιώξεων της επιβαλλόμενης ποινής να δικαιώνονται με αναφορά στην ανάγκη αναμόρφωσης και όχι στην τιμωρία για χάριν της τιμωρίας. Νεαρά άτομα αυτής της ηλικίας ιδιαίτερα χρήζουν αυτής της μεταχείρισης εφόσον το αποτέλεσμα που θα επιτυγχάνετο από μια ποινή άμεσης φυλάκισης μακράς σχετικώς διάρκειας, όπως είναι οι ποινές που επιβλήθησαν στην προκειμένη περίπτωση, ενδέχεται να είναι πολύ μικρότερο από το όφελος που θα προέρχετο από την προσδοκία, με την καλή χρήση του μέτρου της αναστολής, ότι όντως θα υπάρξει αναμόρφωση και θα αποφευχθεί μια χειροτέρευση της θέσης των Εφεσειόντων εάν αυτοί περνούσαν στη φυλακή το μεγάλο αυτό σχετικά χρονικό διάστημα».

 

Στην προκειμένη περίπτωση, κατόπιν έντονου προβληματισμού και αξιολογώντας όλα τα ανωτέρω, καταλήγω ότι το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου, δικαιολογούν την άσκηση της διακριτικής μου ευχέρειας υπέρ της αναστολής εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης που έχει επιβληθεί στον κατηγορούμενο.

 

Δεν παραγνωρίζω, τη σοβαρότητα του αδικήματος που έχει διαπράξει ο κατηγορούμενος και το γεγονός ότι το μήνυμα που θα σταλεί στην κοινωνία πρέπει να είναι αποτρεπτικό.

 

Ωστόσο, κατ’ επέκταση των όσων έχω παραθέσει ανωτέρω, λαμβανομένου ιδιαίτερα υπόψη του ότι ο κατηγορούμενος, από την ημερομηνία διάπραξης του αδικήματος μέχρι σήμερα δεν απασχόλησε ξανά τη δικαιοσύνη, είναι λευκού ποινικού μητρώου, παραδέχθηκε άμεσα ενοχή και έχει μεταβάλει τις προσωπικές περιστάσεις του προς θετική κατεύθυνση, είναι πατέρας ενός πολύ μικρού παιδιού, παρά το πολύ νεαρό της ηλικίας του ιδίου και συντηρεί την οικογένειά του καθότι η συμβία του δεν εργάζεται, ενώ δεν έχουν τεθεί ενώπιόν μου γεγονότα από τα οποία να μπορεί να εξαχθεί συμπέρασμα περί επαναλαμβανόμενης παραβατικής συμπεριφοράς του, έχοντας δε συνάμα κατά νου ότι διαφορετική προσέγγιση θα επιφέρει χειροτέρευση της θέσης του κατηγορουμένου, κρίνω ορθό και δίκαιο όπως ασκήσω τη διακριτική μου ευχέρεια υπέρ της αναστολής της ποινής φυλάκισης, παρέχοντας στον κατηγορούμενο μία δεύτερη ευκαιρία.

 

Συνεπακόλουθα, η ποινή φυλάκισης που έχει επιβληθεί στον κατηγορούμενο αναστέλλεται για περίοδο 3 ετών.

 

Τα τεκμήρια να κατασχεθούν και να καταστραφούν.

 

(Το Δικαστήριο εξηγεί σε απλή γλώσσα τις συνέπειες διάπραξης αδικήματος κατά την περίοδο αναστολής της ποινής φυλάκισης).

 

 

 

(Υπ.) ……………………

Χρ. Γ. Ππεκρή, Ε.Δ.

Πιστό Αντίγραφο

 

Πρωτοκολλητής



[1] Τηλεμάχου v. Αστυνομίας (2000) 2 Α.Α.Δ. 701.

 

[2] Κυριάκος Σακαρίδης ν. Αστυνομίας (2011) 2 ΑΑΔ 272.

 

[3] Οδυσσέας Θεοχάρη Καλανίδης κ.α. v. Αστυνομίας (2009) 2 ΑΑΔ 298, Σωκράτους v. Δημοκρατίας (1994) 2 Α.Α.Δ. 132 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Ανδρέα Τόκκαλλου (2001) 2 Α.Α.Δ. 95).

 

[4] Θεοχάρους v. Αστυνομίας (2008) 2 Α.Α.Δ. 575).

 

[5] Βραχίμης v. Αστυνομίας (2000) 2 Α.Α.Δ. 527.

 

[6] Λεβέντης v. Αστυνομίας (1999) 2 ΑΑΔ 632, Γενικός Εισαγγελέας ν. Αριστοτέλους (2004) 2 ΑΑΔ 166.

 

[8] Πισκόπου ν. Δημοκρατίας (1999) 2 ΑΑΔ 342), Ιωάννου ν. Αστυνομίας (1998) 2 ΑΑΔ 327, Αχτάρ κ.α. ν. Αστυνομίας (2010) 2 ΑΑΔ 397, Σακαρίδης κ.α. ν. Αστυνομίας (2011) 2 ΑΑΔ 272.

 

[9] Χαραλάμπους v. Δημοκρατίας (2000) 2 Α.Α.Δ. 1, Ειρηναίος Γεωργίου ν. Δημοκρατίας Π.Ε. Αρ, 61/2020 ημερ. 14.7.2022.

 

[10] Gorko κ.ά. ν. Δημοκρατίας (2010) 2 ΑΑΔ 458, CCC Laundries (Paphos) Ltd κ.ά. ν. Θεοφάνους (2010) 2 ΑΑΔ 288), Φούττης ν. Αστυνομίας (2005) 2 ΑΑΔ 359.

 

 

[11] Siminoiu v. Αστυνομίας (2012) 2 ΑΑΔ 699 και Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας (2009) 2 ΑΑΔ 583.

 

[12] Γενικός Εισαγγελέας ν. Στέφανου Περατικού (1997) 2 Α.Α.Δ. 373.

 

[13] Koukos v. Police (1986) 2 C.L.R. 1.

 

[14] Γενικός Εισαγγελέας ν. Ρομίνα Τζιαουχάρη (2005) 2 ΑΑΔ 161 και Γενικός Εισαγγελέας v. Φανιέρου (1996) 2 ΑΑΔ 303.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο