ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. ΓΙΩΡΓΟΣ ΘΕΟΦΑΝΟΥΣ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 1794/2024, 10/7/2025
print
Τίτλος:
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. ΓΙΩΡΓΟΣ ΘΕΟΦΑΝΟΥΣ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 1794/2024, 10/7/2025

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. ΜΙΝΤΗ ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ, ΠΡΟΣ. Ε.Δ.

Αρ. Υπόθεσης: 1794/2024

ΜΕΤΑΞΥ:

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ

 

ν.

 

1.    ΓΙΩΡΓΟΣ ΘΕΟΦΑΝΟΥΣ

2.    ΑΡΙΣΤΟΔΗΜΟΣ ΘΕΟΦΑΝΟΥΣ

Κατηγορούμενοι

 

Ημερομηνία: 10 Ιουλίου 2025

 

Εμφανίσεις:

Για την Κατηγορούσα Αρχή: κος Π. Ευριπίδου (για να ακούσει απόφαση η κα Μ. Κακόψητου).

Για τον Κατηγορούμενο: κος Η. Στεφάνου με κο Σ. Δημητρίου (για να ακούσει απόφαση ο κος Σ. Δημητρίου).

 

Κατηγορούμενοι, παρόντες.

ΠΟΙΝΗ

 

[I]     ΑΔΙΚΗΜΑΤΑ

 

1.      Ο 1ος Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει δύο κατηγορίες, ήτοι (α) της πρόκλησης θανάτου λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης, κατά παράβαση του άρθρου 210 του Ποινικού Κώδικα, ΚΕΦ. 154 και των άρθρων 19 και 20Α του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου, Ν. 86/1972, όπως τροποποιήθηκε (1η κατηγορία) και (β) της οδήγησης υπό την επήρεια ναρκωτικών ουσιών, κατά παράβαση των άρθρων 11Β και 11Ζ του περί Οδικής Ασφάλειας Νόμους Ν. 174/1986, όπως τροποποιήθηκε από το Νόμο 13(Ι)/2016 και τα άρθρα 19 και 20Α του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου, Ν. 86/1972, όπως τροποποιήθηκε από το Νόμο 12(Ι)/2016 και Νόμο 129(Ι)/2020 (2η κατηγορία).

 

2.      Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των κατηγοριών, ο 1ος Κατηγορούμενος, στις 31/12/2022 στον δρόμο Ακρωτηρίου-Κολοσσιού στη Λεμεσό, ενώ οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αρ. εγγραφής [  ] (εφεξής «αυτοκίνητο»), λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς, που δεν αναγόταν σε υπαίτια αμέλεια, χωρίς πρόθεση, επέφερε το θάνατο της Μαριλένας Κωνσταντινίδου (εφεξής το «θύμα»), τέως από τη Λεμεσό (1η κατηγορία). Περαιτέρω, κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο, ο Κατηγορούμενος οδηγούσε το αυτοκίνητο, ενώ τελούσε υπό την επήρεια ναρκωτικών ουσιών (2η κατηγορία).

 

3.      Ο 2ος Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει δύο κατηγορίες, που αφορούν το αδίκημα της μετατροπής αμαξώματος εγγεγραμμένου μηχανοκινήτου οχήματος άνευ της αδείας του Εφόρου Μηχανοκινήτων Οχημάτων, κατά παράβαση των Καν. 55(1) και 72 των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών του 1984 και του άρθρου 19 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου, Ν. 86/1972, όπως τροποποιήθηκε (8η και 9η κατηγορία).

 

4.      Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των δύο κατηγοριών, ο 2ος Κατηγορούμενος, μεταξύ του έτους 2020 και της 31/12/2022 μετέτρεψε το αμάξωμα του αυτοκινήτου άνευ αδείας του Εφόρου Μηχανοκινήτων Οχημάτων, δηλαδή στον αεροσυμπιεστή του οχήματος (turbocharger) (8η κατηγορία) και στο intercooler (9η κατηγορία).

 

[II]    ΣΚΙΑΓΡΑΦΗΣΗ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ

 

5.      Οι Κατηγορούμενοι καταχώρησαν μη παραδοχή σε όλες τις κατηγορίες που αρχικά αντιμετώπιζαν (κατηγορίες 1-7 για τον 1ο Κατηγορούμενο και κατηγορίες 8-12 για τον 2ο Κατηγορούμενο). Στις 28/02/2025 ο 1ος Κατηγορούμενος άλλαξε απάντηση από μη παραδοχή σε παραδοχή στις κατηγορίες 1 και 2. Μετά από γραπτές οδηγίες του Γενικού Εισαγγελέα ημερ. 30/04/2025 αναστάλθηκε η ποινική δίωξη εναντίον του 1ου Κατηγορούμενου σε σχέση με τις κατηγορίες 3-7 και καταχωρήθηκε προφορική αναστολή ποινικής δίωξης του 2ου Κατηγορούμενου σε σχέση με τις κατηγορίες 10-12. Ενόψει της εξέλιξης αυτής, και ο 2ος Κατηγορούμενος άλλαξε απάντηση από μη παραδοχή σε παραδοχή στις Κατηγορίες 8 και 9 στις 13/05/2025.

 

[III]  ΓΕΓΟΝΟΤΑ

 

6.    Η Κατηγορούσα Αρχή κατέθεσε 8 έγγραφα με τη συγκατάθεση του συνηγόρου των Κατηγορουμένων. Συγκεκριμένα, συνοπτική έκθεση γεγονότων στην ελληνική και αγγλική γλώσσα (Εγγραφο Α1 και Εγγραφο Α2 αντίστοιχα), σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος επί κλίμακος 1:300 και σε μέγεθος Α4 (Εγγραφο Β1 και Εγγραφο Β2 αντίστοιχα), ιατροδικαστική έκθεση του Δρος. Εμμανουήλ Σακελλιάδη, παθολογοανατόμου (Εγγραφο Γ), φωτογραφίες της σκηνής του θανατηφόρου δυστυχήματος που έλαβε ο Αστ. 228 (Εγγραφο Δ), φωτογραφίες της σκηνής του θανατηφόρου δυστυχήματος που έλαβε ο Α/Λοχ. 368 (Εγγραφο Ε), φωτογραφίες της σκηνής του θανατηφόρου δυστυχήματος που έλαβε ο εξεταστής της υπόθεσης Α.Ι. (Εγγραφο ΣΤ), φωτογραφίες της σκηνής του δυστυχήματος που έλαβε ο Αστ. 380 (Εγγραφο Ζ) και έκθεση του Εργαστηρίου Δικανικής Χημείας και Τοξικολογίας του Κράτους ημερ. 11/05/2023 (Εγγραφο Η).

 

7.    Τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση, όπως έχουν εκτεθεί από την Κατηγορούσα Αρχή και καταγράφονται στην συνοπτική έκθεση (Εγγραφα Α1 και Α2), δεν αμφισβητούνται από τον συνήγορο των Κατηγορουμένων.

 

8.    Σύμφωνα με την συνοπτική έκθεση γεγονότων (Εγγραφο Α1), στις 31/12/2022 το θύμα συναντήθηκε με τον 1ο Κατηγορούμενο στην κατοικία όπου διέμενε στη Λεμεσό. Μαζί με το ανήλικο βρέφος τους 3 μηνών (τότε) εισήλθαν εντός του αυτοκινήτου και έφυγαν από την κατοικία του θύματος με προορισμό το χωριό Κολόσσι. Ο επίδικος δρόμος Ακρωτηρίου – Κολοσσίου είναι δρόμος μονής λωρίδας κυκλοφορίας για κάθε κατεύθυνση, ασφαλτοστρωμένος, χωρίς οδικό φωτισμό και το όριο ταχύτητας είναι 65 ΧΑΩ. Κατά τον επίδικο χρόνο, ο καιρός ήταν καλός και το οδόστρωμα στεγνό. Μεταξύ των ωρών 21:55-22:00, το αυτοκίνητο εκινείτο με πορεία προς το Κολόσσι και σε σημείο όπου αρχίζει δεξιόστροφη καμπή στο δρόμο ο 1ος Κατηγορούμενος (οδηγός) απώλεσε τον έλεγχο του αυτοκινήτου, με αποτέλεσμα να συγκρουστεί σε κυπαρίσσια κατά μήκος της αριστερής πλευράς του δρόμου και να σταματήσει εντός χαντακιού. Από τη σύγκρουση, το θύμα, που καθόταν στη θέση του συνοδηγού, υπέστη θανατηφόρες κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις. Το 3 μηνών βρέφος που ήταν προσδεδεμένο σε παιδικό κάθισμα στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου μεταφέρθηκε στο Νοσοκομείο Παιδιών Αρχ. Μακάριος Γ’ στη Λευκωσία για εξετάσεις. Επί τόπου, αμέσως μετά τη θανατηφόρα σύγκρουση, ο 1ος Κατηγορούμενος ρωτήθηκε τί συνέβη και πώς επήλθε η σύγκρουση, με τον ίδιο να αναφέρει «δεν ξέρω», «δεν θυμάμαι», «οδηγούσα και μετά δεν θυμάμαι», «δεν ξέρω πώς έγινε», με τον ίδιο να γνέφει καταφατικά όταν ρωτήθηκε αν είχε λογομαχία με το θύμα στο αυτοκίνητο. Στην ανακριτική του κατάθεση στις 05/01/2023 ανέφερε ότι, κατά τον επίδικο χρόνο παρέλαβε το θύμα με το παιδί τους από την κατοικία της στη Λεμεσό για βόλτα πριν παρευρεθεί σε πάρτι φιλικού προσώπου στο Κολόσσι και ακολούθως σε οικογενειακό πάρτι. Από τον Ασώματο κατευθύνθηκε προς το Κολόσσι και πρόθεσή του ήταν να σταματήσει στον ανοικτό χώρο δίπλα από τον κόμβο Τραχωνίου, γιατί το βρέφος έκλαιγε και το θύμα ήθελε να το ελέγξει. Ανέφερε ότι, έκανε χρήση κάνναβης 1-2 μέρες πριν την επίδικη σύγκρουση.

 

9.    Το βράδυ της θανατηφόρας σύγκρουσης στις 23:46, με τη συγκατάθεση του 1ου Κατηγορούμενου, λήφθηκε δείγμα αίματος για διενέργεια εργαστηριακών εξετάσεων. Σύμφωνα με την Έκθεση Εξέτασης του Εργαστηρίου Δικανικής Χημείας και Τοξικολογίας του Κράτους στο δείγμα αίματος του 1ου Κατηγορούμενου ανιχνεύθηκαν τετραϋδροκανναβινόλη και ο μεταβολίτης της, τετραϋδροκανναβινοϊκό οξύ που υποδηλώνουν τη λήψη κάνναβης και/ή ρητίνης κάνναβης (Εγγραφο Η).

 

10.  Μετά από επιθεώρηση και εξέταση του αυτοκινήτου την 03/01/2023 από εξεταστή οχημάτων της Αστυνομίας των Βρετανικών Βάσεων, διαπιστώθηκε ότι, υπήρχαν τροποποιήσεις στον κινητήρα που αφορούσαν την αύξηση ισχύος του, έγιναν τροποποιήσεις αμαξώματος που ενδεχομένως επηρέαζαν το βάρος του οχήματος και την πιθανή ισορροπία του, όμως ο οδηγός δεν έχασε τον έλεγχο του αυτοκινήτου λόγω των τροποποιήσεων στο αμάξωμα και με βάση την εκτεταμένη παραμόρφωση του αυτοκινήτου από τη σύγκρουση, διαπιστώθηκε ότι, η ταχύτητα του αυτοκινήτου υπερέβαινε το όριο ταχύτητας του επίδικου δρόμου. Αν και το αυτοκίνητο μεταφέρθηκε στις 10/01/2023 σε εξουσιοδοτημένο συνεργείο για οχήματα BMW για να εξαχθούν δεδομένα από το ECU, λόγω της εκτεταμένης ζημιάς, δεν κατέστη εφικτή η εξασφάλιση δεδομένων. Από τον οπτικό όμως έλεγχο που διενεργήθηκε εκεί, διαπιστώθηκε η μετατροπή αμαξώματος σε σχέση με τον υπερσυμπιεστή, το intercooler, το φίλτρο αέρα και το σύστημα εξάτμισης.

 

11.  Σύμφωνα με την ιατροδικαστική έκθεση (Εγγραφο Γ) ο θάνατος επήλθε συνεπεία τραυματισμών στο κεφάλι και τον εγκέφαλο από την οδική σύγκρουση.

 

12.  Στις 29/09/2023 ο Δικανικός Ερευνητής Οδικών Τροχαίων Συγκρούσεων ετοίμασε έκθεση σύμφωνα με την οποία, (α) η ύπαρξη τετραϋδροκανναβινόλης μπορεί να επηρεάσει την πλευρική οδική τροχιά που πήρε το αυτοκίνητο, (β) η πραγματική ταχύτητα του αυτοκινήτου πριν τη σύγκρουση ήταν σημαντικά υψηλότερη του επιτρεπόμενου ανώτατου ορίου ταχύτητας των 65ΧΑΩ, (γ) ο 1ος Κατηγορούμενος δεν επηρεάστηκε από φώτα οχήματος ερχόμενου από την εξ αντιθέτου κατεύθυνση και, (δ) από τα στοιχεία που ανευρέθηκαν στη σκηνή του δυστυχήματος εξάγεται το συμπέρασμα ότι, ο 1ος Κατηγορούμενος δεν αντέδρασε και δεν προέβη σε οποιαδήποτε ξαφνική περιστροφή του τιμονιού.

 

13.  Σύμφωνα με το σχέδιο της σκηνής του θανατηφόρου δυστυχήματος (Τεκμήρια Β1 και Β2), στην έναρξη της δεξιόστροφης καμπής του επίδικου δρόμου με κατεύθυνση το Κολόσσι με βορειοανατολική κατεύθυνση το αυτοκίνητο κινήθηκε δυτικότερα εκτός του δρόμου όπου εντοπίστηκαν ίχνη μαυρίσματος του αυτοκινήτου (tire marks) επί του χωμάτινου (παγκέτου) και η πρόσκρουση έγινε κατά μήκος των κορμών δέντρων κυπαρισσιών εκτός του δρόμου, το δε αυτοκίνητο ακινητοποιήθηκε με την μπροστινή του θέση στραμμένη αντίθετα προς τη φορά του δρόμου (όπως ήταν η πορεία του). Συντρίμμια του αυτοκινήτου βρέθηκαν διάσπαρτα στην εξ αντιθέτου λωρίδα κυκλοφορίας και πλησίον της τελικής θέσης του αυτοκινήτου.

 

14.  Σε σχέση με τις φωτογραφίες που κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, αυτό που διαπιστώνεται δια γυμνού οφθαλμού, είναι ότι, το αυτοκίνητο μετατράπηκε σε μία άμορφη μάζα σιδερικών από τη σύγκρουση (ίδε Εγγραφα Δ και Ε), η οποία φαίνεται να ήταν σφοδρή, πράγμα που διαπίστωσε και ο εξεταστής οχημάτων στην δική του έκθεση (παραμόρφωση αυτοκινήτου).

 

15.  Σε ό,τι αφορά την ταχύτητα του αυτοκινήτου, από φωτογραφίες που λήφθηκαν (ίδε φωτογραφίες 23 και 23, Εγγραφο Ζ), ο χιλιομετρητής σταμάτησε στην ένδειξη πέριξ των 98 ΧΑΩ.

 

[IV]  ΜΗΤΡΩΟ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΩΝ

 

16.   Ο ευπαίδευτος συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής ανέφερε ότι, οι Κατηγορούμενοι δεν έχουν προηγούμενες καταδίκες σε ισχύ και δεν έχουν βαθμούς ποινής στην άδεια οδήγησής τους.

 

[V]   ΕΚΘΕΣΗ ΓΡΑΦΕΙΟΥ ΕΥΗΜΕΡΙΑΣ

 

17.  Κατόπιν οδηγιών του Δικαστηρίου, παραλήφθηκε έκθεση του Γραφείου Ευημερίας για το πρόσωπο του 1ου Κατηγορούμενου (ημερ. παραλαβής η 09/05/2025). Η εν λόγω έκθεση συνοδεύεται από αντίγραφο του δελτίου ταυτότητας του 1ου Κατηγορούμενου και στο περιεχόμενο της θα γίνει αναφορά στο κατάλληλο στάδιο, εκεί και όπου κρίνεται αναγκαίο, λαμβάνοντας υπόψη ότι, έχει υιοθετηθεί από τον ευπαίδευτο συνήγορο των Κατηγορουμένων.

 

[VI]  ΕΙΣΗΓΗΣΕΙΣ/ΑΓΟΡΕΥΣΗ ΣΥΝΗΓΟΡΟΥ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΩΝ

 

18.   Ο ευπαίδευτος συνήγορος Υπεράσπισης κατέθεσε γραπτή αγόρευση, με 3 παραρτήματα / υποστηρικτικά έγγραφα που την συνοδεύουν (Εγγραφο Θ), στην οποία εξειδικεύει τους ελαφρυντικούς λόγους και μετριαστικούς παράγοντες, καλεί δε το Δικαστήριο να τους λάβει υπόψη πριν την επιβολή ποινής.

 

19.   Αναφέρθηκε στις περιστάσεις του δυστυχήματος και τον βαθμό αμέλειας του 1ου Κατηγορούμενου, στις προσωπικές, οικογενειακές και επαγγελματικές συνθήκες του κατηγορούμενου, το λευκό ποινικό και οδικό του μητρώο, την παραδοχή και μεταμέλειά του, το νεαρό της ηλικίας του, τη σχέση του με το ανήλικο τέκνο του και την αποχή του από τη χρήση εξαρτησιογόνων ουσιών, παραπέμποντας σε καθοδηγητική νομολογία και ζητώντας από το Δικαστήριο να εξασκήσει τη μέγιστη δυνατή επιείκεια του προς το πρόσωπο του 1ου Κατηγορούμενου, αναστέλλοντας τυχόν επιβολή ποινής φυλάκισης.

 

20.   Η θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου του 1ου Κατηγορούμενου είναι ότι, η χρήση κάνναβης από τον 1ο Κατηγορούμενο έγινε 1-2 ημέρες πριν το θανατηφόρο δυστύχημα και ουδόλως επηρέασε καθ’ οιονδήποτε τρόπο την οδηγική του συμπεριφορά, ούτε ήταν η γενεσιουργός αιτία πρόκλησης του δυστυχήματος. Είναι η εισήγηση του ότι, η γενεσιουργός αιτία του δυστυχήματος οφείλεται σε έντονη συζήτηση που είχε με το θύμα, γιατί έκλαιγε το βρέφος στο πίσω κάθισμα και το θύμα ζητούσε επίμονα από τον 1ο Κατηγορούμενο να σταματήσει το αυτοκίνητο για να ηρεμήσει το παιδί. Λόγω της έλλειψης οδικού φωτισμού, υποστήριξε ότι, δεν ήθελε να σταματήσει στο εν λόγω σημείο και λόγω της λογομαχίας καθυστέρησε να αντιληφθεί την δεξιόστροφη καμπή του δρόμου, με αποτέλεσμα να βγει εκτός δρόμου και να προσκρούσει σε σειρά από κυπαρίσσια κατά μήκος του δρόμου. Όπως αναφέρει, μετά το επίδικο συμβάν, ο δρόμος βελτιώθηκε, προστέθηκαν προειδοποιητικές πινακίδες και προς τούτο προσκόμισαν σχετική φωτογραφία της σημερινής κατάστασης του δρόμου (σελ. 6, Εγγραφο Θ). Σύμφωνα με τον ίδιο, η αμέλεια που επέδειξε ο 1ος Κατηγορούμενος περιορίζεται σε στιγμιαία αβλεψία του και οφείλεται στην απόσπαση της προσοχής του λόγω της έντονης συζήτησης που προηγήθηκε.

 

21.   Σε σχέση με τις προσωπικές περιστάσεις του 1ου Κατηγορούμενου, υιοθέτησε την έκθεση του Γραφείου Ευημερίας και αναφέρει ότι, είναι σήμερα ηλικίας 25 ετών και έχει καθημερινή επικοινωνία με την ανήλικη θυγατέρα του, την οποία μεγαλώνει η μητέρα του. Εργάζεται στο Ξενοδοχείο Αμαθούς ως συντηρητής / τεχνικός και λαμβάνει μικτό μηνιαίο μισθό €1450= για το οποίο προσκόμισε σχετική βεβαίωση, η οποία αναφέρει ότι, είναι πρόσωπο συνεργάσιμο, με ενδιαφέρον για μάθηση και ακέραιο χαρακτήρα.

 

22.   Εστίασε στο λευκό ποινικό και οδικό μητρώο των Κατηγορουμένων και την παραδοχή τους, η οποία ήταν σχετικά άμεση, πράγμα που καταδεικνύει ότι, αντιλαμβάνονται τα λάθη τους και είναι έτοιμοι να δεχθούν τις συνέπειες των πράξεων τους, επεσήμανε δε ότι, με την παραδοχή τους εξοικονομήθηκε πολύτιμος δικαστικός χρόνος, αφού δεν ακούστηκαν οι 14 και πλέον μάρτυρες που ευρίσκονταν στον κατάλογο μαρτύρων της Κατηγορούσας Αρχής.

 

23.   Εξήγησε ότι, κατά τον επίδικο χρόνο, ο 1ος Κατηγορούμενος ήταν μόλις 22 ετών και ως νεαρό πρόσωπο χρήζει ειδικής μεταχείρισης, ενώ προσκόμισε στο Δικαστήριο εργαστηριακές εξετάσεις των ετών 2023 και 2025 με σκοπό να καταδείξει ότι, ο 1ος Κατηγορούμενος απέχει έκτοτε από την χρήση ουσιών, ενόψει του ότι, νιώθει υπεύθυνος για το μεγάλωμα της ανήλικης θυγατέρας του και αποφάσισε να γυρίσει σελίδα στη ζωή του.

 

24.   Το γεγονός ότι, το ανήλικο τέκνο του ευρίσκεται υπό την νομική φροντίδα του κράτους με ανάδοχους τους γονείς του, δεν τον έχει απομακρύνει από τη ζωή του παιδιού του και προσπαθεί να είναι παρών στην καθημερινότητα του, έστω κι αν η επικοινωνία διενεργείται στην παρουσία των γονέων του. Πρόθεσή του είναι, να εξασκήσει τα γονεΐκά του καθήκοντα και να αναλάβει την γονική μέριμνα της ανήλικης θυγατέρας του και τυχόν επιβολή άμεσης ποινής φυλάκισης θα εξανεμίσει τις όποιες ελπίδες έχει για να επανακτήσει τα δικαιώματά του, καλεί δε το Δικαστήριο να το λάβει υπόψη δίδοντας του μία δεύτερη ευκαιρία, αναστέλλοντας τυχόν επιβολή ποινής φυλάκισης.

 

[VII]ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ

 

25.   Το αδίκημα της 1ης κατηγορίας ερείδεται επί του άρθρου 210 του Ποινικού Κώδικα, ΚΕΦ. 154 (εφεξής Π.Κ.), το οποίο διαλαμβάνει τα ακόλουθα:

 

«Πρόκληση θανάτου λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης

210. Όποιος, λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης, ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς, που δεν ανάγεται σε υπαίτια αμέλεια, χωρίς πρόθεση επιφέρει το θάνατο άλλου προσώπου, είναι ένοχος αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε φυλάκιση μέχρι τεσσάρων χρόνων ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δύο χιλιάδες πεντακόσιες λίρες.»

 

26.  Περαιτέρω, σύμφωνα με το Άρθρο 19 του Ν. 86/1972[1] το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να αποστερήσει από καταδικασθέντα την ικανότητα του να κατέχει και να λαμβάνει άδεια οδήγησης μηχανοκινήτου οχήματος για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει τους τρεις μήνες. Περαιτέρω, προνοείται βάσει του άρθρου 20Α.(2).1 του Ν. 86/1972, επιβολή μεταξύ 5 και 10 βαθμών ποινής.

 

27.   Στη ΓΕ ν. Στυλιανού (2009) 2 ΑΑΔ 543, 549, τονίστηκε η σοβαρότητα των αδικημάτων της φύσης αυτής και η ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών, δεδομένης της μεγάλης συχνότητας, αλλά και των τραγικών συνεπειών της διάπραξης τέτοιων αδικημάτων.

 

28.   Αναμφίβολα, η απώλεια ζωής λόγω θανατηφόρου δυστυχήματος είναι ιδιαίτερα θλιβερή και αποτελεί πρόβλημα στη σύγχρονη κοινωνία, κατά τρόπο που διαταράσσει τον κοινωνικό ιστό και κατά κανόνα είναι απόρροια εγωιστικής οδήγησης.[2]

 

29.   Από το λεκτικό του άρθρου 210 του Π.Κ. προκύπτει ότι, συστατικό στοιχείο είναι η χωρίς πρόθεση πρόκληση θανάτου λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς, η οποία όμως δεν ανάγεται σε υπαίτια αμέλεια (culpable negligence). Εάν ο τρόπος οδήγησης ήταν αλόγιστος, απερίσκεπτος ή επικίνδυνος ο κατηγορούμενος θα κριθεί ένοχος, έστω και αν η πράξη ή παράλειψη ήταν αποτέλεσμα στιγμιαίας αβλεψίας ή αν ενήργησε στο ανεπαρκές μέγιστο των δυνατοτήτων του (R. ν. Evans [1962] 3 All E.R. 1086, 1088).[3]

 

30.   Η εμβέλεια του άρθρου 210 του Π.Κ. έχει αποτελέσει αντικείμενο ενδελεχούς νομολογιακής ανάλυσης σε σωρεία αποφάσεων, με πιο πρόσφατη αυτήν της Ορέστης Χριστοφή ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 50/2024, ημερ. 8.8.2024,[4] όπου επαναλήφθησαν τα όσα διαλαμβάνει η απόφαση Savencu v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 194/2019, ημερ. 9.7.2020, ECLI:CY:AD:2020:B236. Στην εν λόγω υπόθεση, με αναφορά στη σχετική νομολογία, έχει συνοψισθεί το εύρος και το πεδίο εφαρμογής της πιο πάνω διάταξης και έχει επεξηγηθεί ότι, οι όροι «αλόγιστη», «απερίσκεπτη», «επικίνδυνη» πράξη ή συμπεριφορά, που εμπεριέχονται στο άρθρο 210, υποδηλώνουν διαζευκτικούς τρόπους διάπραξης του αδικήματος.

 

31.   Σύμφωνα με τη νομολογία, αλόγιστη είναι η συμπεριφορά, η οποία δεν είναι κάτω από τις περιστάσεις λελογισμένη ή απόρροια της κοινής λογικής και θα πρέπει να αποδειχθεί κάποια ενέργεια ή παράλειψη. Η αποδιδόμενη πράξη ή παράλειψη δηλαδή, θα πρέπει να διενεργείται ή να παραλείπεται με τρόπο ασυμβίβαστο με την κοινή λογική. Σχετικά, παραπέμπω στην απόφαση Κώστας Ζυπιτής κ.ά. ν. Αστυνομίας (2003) 2 ΑΑΔ σελ.220.[5]

 

32.   Ως προς τον όρο επικίνδυνη οδήγηση, διαφωτιστική είναι η απόφαση Στέλιος Σάββα ν. Αστυνομίας (2000) 2 ΑΑΔ 115, όπου υποδείχθηκε ότι, η επικίνδυνη οδήγηση δεν εξομοιώνεται με την οδήγηση χωρίς τη δέουσα προσοχή και φροντίδα και αυτό που αναζητείται είναι αν ορισμένη πράξη ή συμπεριφορά αντικειμενικά ιδωμένη είναι επικίνδυνη, την οποία προκάλεσε κάποιο σφάλμα, το οποίο, με αναφορά στην R v Gosney,[6] ερμηνεύεται ως ακολούθως:

 

«Fault involves a failure; a falling below the care or skill of a competent and experienced driver, in relation to the manner of the driving and to the relevant circumstances of the case. A fault in that sense, even though it might be slight, even though it be a momentary lapse, even though normally no danger would have arisen from it, is sufficient. The fault need not be the sole cause of the dangerous situation. it is enough if it is, looked at sensibly, a cause.»

 

Σε μετάφραση:

«Σφάλμα εμπεριέχει αποτυχία, πτώση από το επίπεδο της φροντίδας και δεξιότητας ικανού και έμπειρου οδηγού σε σχέση με τον τρόπο της οδήγησης και τις σχετικές περιστάσεις της υπόθεσης. Σφάλμα με αυτή την έννοια, αν και μπορεί να είναι ελαφρό, ακόμα και στιγμιαίο ολίσθημα, όσο και αν κανονικά δεν θα προκαλείτο κίνδυνος από αυτό, είναι αρκετό. Το σφάλμα δεν είναι απαραίτητο να αποτελεί τη μόνη αιτία της επικίνδυνης κατάστασης. Είναι αρκετό αν, βλέποντάς το λογικά, αποτελεί μια αιτία».

 

33.  Το απαύγασμα των πιο πάνω κατατείνει στο συμπέρασμα ότι, για την απόδειξη του στοιχείου της επικίνδυνης πράξης, απαιτείται η απόδειξη πρόκλησης κάποιας επικίνδυνης κατάστασης στον δρόμο, που να δημιουργεί κίνδυνο, φόβο ή απειλή για τους άλλους χρήστες του δρόμου. Αφορά κίνδυνο πρόκλησης σωματικής βλάβης ή σοβαρής ζημιάς σε περιουσία, σε αντίθεση με την απλή αμέλεια, η οποία δυνατόν να προκαλέσει ενόχληση ή να δείχνει έλλειψη προσοχής με μικρό κίνδυνο πρόκλησης σωματικής βλάβης ή ζημιάς σε περιουσίας (Wilkinsons Road Traffic Offences, 25th Ed., 2011, παρ. 5.44, σελ. 423) η οποία να οφείλεται σε σφάλμα του οδηγού. Η επικίνδυνη οδήγηση, εποµένως, δεν εξοµοιώνεται προς την οδήγηση χωρίς την προσήκουσα επιµέλεια και προσοχή, όπου αναζητείται κατά πόσον το επίπεδο της προσοχής και φροντίδας που επιδείχθηκε, υπολείπεται εκείνου που αναµένεται από τον µέσο συνετό οδηγό. Στην επικίνδυνη οδήγηση, εξετάζεται κατά πόσο η συγκεκριµένη πράξη ή συµπεριφορά είναι επικίνδυνη. Η απόδειξη µίας επικίνδυνης κατάστασης δεν αρκεί. Χρειάζεται και απόδειξη ότι την προκάλεσε κάποιο σφάλµα, το οποίο όµως δεν είναι απαραίτητο να αποτελεί τη µόνη αιτία της επικίνδυνης κατάστασης (βλ. Σάββα).

 

34.  Η έννοια «σφάλµα» δεν περιλαµβάνει κατ’ ανάγκη εσκεµµένη παράβαση ή απερισκεψία ή πρόθεση οδήγησης κατά τρόπο που αντίκειται στο ορθό επίπεδο οδήγησης. Ούτε το σφάλµα κατ’ ανάγκη εµπεριέχει ηθική µοµφή. Εποµένως, υπάρχει σφάλµα, εάν ένας άπειρος ή εκ φύσεως κακός οδηγός, ενώ προσπαθεί να πράξει το ορθό, πέφτει κάτω από το επίπεδο ενός ικανού και προσεκτικού οδηγού. Σφάλµα εµπεριέχει αποτυχία· πτώση από το επίπεδο της φροντίδας και δεξιότητας ικανού και έµπειρου οδηγού σε σχέση µε τον τρόπο της οδήγησης και τις σχετικές περιστάσεις της υπόθεσης. Σφάλµα µε αυτή την έννοια, αν και µπορεί να είναι ελαφρύ, ακόµα και στιγµιαίο ολίσθηµα, όσο και αν κανονικά δεν θα προκαλείτο κίνδυνος από αυτό, είναι αρκετό. Σημειώνεται ότι, αρκεί η ενέργεια ή πράξη ή παράλειψη του Κατηγορούμενου να είναι μία από τις αιτίες θανάτου του θύματος, η οποία βεβαίως να μην είναι επουσιώδης. Τέτοιο σφάλµα, συχνά, µπορεί να αποδειχθεί επαρκώς, ως συµπέρασµα, από τα ίδια τα γεγονότα του περιστατικού (βλ. Πέτρου, Σάββα, Σαζός, Gosney και Γ.Ε. ν. Κυριάκου Αντωνίου Ποινική Έφεση 241/12, ημερ. 14.12.2014).

 

35.  Για να αποδειχθεί το στοιχείο της απερίσκεπτης οδήγησης, θα πρέπει να αποδειχθεί ότι, ο οδηγός πριν αρχίσει να οδηγεί με τρόπο που περιέχει εμφανή και σοβαρό κίνδυνο πρόκλησης είτε σωματικής βλάβης σε άλλο πρόσωπο που θα τύγχανε να χρησιμοποιεί το δρόμο είτε άλλης ζημιάς σε περιουσία, παραλείπει να στρέψει την προσοχή του προς τη δυνατότητα ύπαρξης τέτοιου κινδύνου ή, αφού αναγνώρισε πως υπήρχε κάποιος κίνδυνος, εντούτοις προχώρησε αναλαμβάνοντας τον [βλ. Ορέστης Χριστοφή ν. Αστυνομίας ανωτέρω, Γενικός Εισαγγελέας ν. Χρυσοστόµου (2002) 2 ΑΑΔ 473, Μαρίνου Ιωάννου ν. Δηµοκρατίας, Π.Ε.140/2014, 8/4/2015, R v. Lawrence [1982] 1 AC 510 και R. v. Reid [1992] 3 All ER 673). 105]. Αρκεί η αντίληψη του κινδύνου ως µιας δυνατότητας («possibility») παρά πραγµατικής ή ουσιαστικής πιθανότητας («probability»), δεν απαιτείται δηλαδή υποκειµενική επίγνωση και ενσυνείδητη ανάληψη συγκεκριµένου κινδύνου (βλ. Μαρίνου Ιωάννου).

 

36.  Το κατά πόσον ο κίνδυνος που δηµιουργήθηκε από τον τρόπο οδήγησης του οχήµατος ήταν ταυτόχρονα εµφανής και σοβαρός, είναι ζήτηµα γεγονότων και κριτήριο το επίπεδο του συνήθους συνετού οδηγού. Το κριτήριο εξέτασης είναι αντικειµενικό. Αν το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι, είχε δηµιουργηθεί εµφανής και σοβαρός κίνδυνος από τον τρόπο οδήγησης του κατηγορούµενου, δικαιούται να συµπεράνει ότι, ο κατηγορούµενος είχε τη µια ή την άλλη από τις νοητικές καταστάσεις που στοιχειοθετούν το αδίκηµα· πρέπει όµως να εξετάσει οποιαδήποτε εξήγηση την οποία ο ίδιος ο κατηγορούµενος δίδει αναφορικά µε τη νοητική του κατάσταση, η οποία είναι δυνατό να αναιρέσει το συµπέρασµα. Εξετάζεται δηλαδή η υποκειµενική αντίληψη του κατηγορούµενου (βλ. Χρυσοστόµου, Lawrence και Reid).

 

37.  Απερίσκεπτη πράξη ή συµπεριφορά δεν περιορίζεται αποκλειστικά στον συγκεκριµένο τρόπο οδήγησης και η απερισκεψία µπορεί να µη συνδέεται µε αυτό καθ’ εαυτό τον τρόπο της οδήγησης, πρέπει όµως να υπάρχει αιτιώδης συνάφεια µεταξύ αυτής και του αποτελέσµατος (βλ. Χρυσοστόµου, Lawrence και Reid).

 

38.  Όπως και στις περιπτώσεις οδήγησης χωρίς τη δέουσα προσοχή και επιµέλεια, αµέλεια του άλλου εµπλεκόμενου δεν εξουδετερώνει αφ’ εαυτής την απερίσκεπτη πράξη ή σφάλµα του κατηγορούµενου, εάν διαπιστωθεί από το Δικαστήριο, πέραν πάσης λογικής αµφιβολίας ότι, ο κατηγορούµενος φέρει κάποια ευθύνη [βλ. Kannas v. Police (1968) 2 CLR 29,[7] 3915, R. v. Hennigan (1971) 55 Cr. App. R. 262, 264-265,[8] Voicu v Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 78/2016, ημερ. 10/09/2018, ECLI:CY:AD:2018:B389] για την πρόκληση του δυστυχήματος και κατ’ επέκταση του θανάτου. Η ευθύνη αυτή έχει περιγραφεί ως ουσιώδης (substantial) (βλ. σχόλια στην Kannas, ανωτέρω) ή ουσιαστική (substantive) (βλ. Gavalas v. Police (1985) 2 CLR 114, 131). Σύμφωνα με την Αγγλική νομολογία, ο τρόπος οδήγησης δεν χρειάζεται να είναι ουσιαστικός λόγος (substantial cause) ή μείζων (major cause) λόγος πρόκλησης του θανάτου, αλλά μία αιτία (a cause), κάτι περισσότερο από de minimis (βλ. Hennigan, ανωτέρω).[9]

 

39.  Στην απόφαση Savencu (ανωτέρω), το Εφετείο συνοψίζοντας τη σχετικά νομολογία, υπέδειξε τα ακόλουθα, ως προς την έννοια και εύρος των πιο πάνω όρων:

 

«Η αλόγιστη και εγωιστική οδική συμπεριφορά, υπερβαίνει το στιγμιαίο και καλύπτει περισσότερα χρονικά διαστήματα (Γενικός Εισαγγελέας ν. Κουκκίδη (2013) 2 ΑΑΔ 191). Η συνειδητοποίηση κινδύνου και εμμονή σε μια εκ φύσεως επικίνδυνη συμπεριφορά, απολήγει σε οδήγηση με αδιαφορία ως προς τους άλλους και περιφρόνηση προς την ανθρώπινη ζωή (Προκοπίου ν. Αστυνομίας (1995) 2 ΑΑΔ 73, Χατζηιωάννου ν. Αστυνομίας (2004) 2 ΑΑΔ 453). Στην Gavalas v. The Police (1985) 2 CLR 114, το Δικαστήριο πραγματεύεται την έννοια του όρου «recklessness», όρος, που, όπως σημειώνεται και στην Ζυπιτής (ανωτέρω), «.. ως μπορεί να αποδοθεί στα Ελληνικά με τη σημασία που του αποδόθηκε από την αγγλική νομολογία, υποδηλώνει αδιαφορία έναντι εμφανούς κινδύνου». Σημειώνεται, σχετικά, στην βασική αγγλική υπόθεση R. v. Lawrence (1981) 1 All E.R. 974, ότι ένα στοιχείο του αδικήματος της απερίσκεπτης οδήγησης είναι η πρόθεση (mens rea), με την έννοια ότι τέτοια πρόθεση είναι εκείνη, σύμφωνα με την οποία, ένας οδηγός ο οποίος πριν αρχίσει να οδηγά με τρόπο που περιέχει καθαρό και σοβαρό κίνδυνο πρόκλησης σωματικής βλάβης ή άλλης ζημιάς, παραλείπει να λάβει υπόψη μια τέτοια πιθανότητα ή την αγνοεί και αποφασίζει να διακινδυνεύσει, οδηγώντας με αυτό τον τρόπο (Πέτρου (ανωτέρω), R. v. Caldwell (1981) 1 All E.R. 961).»

 

40.   Επομένως, αναδύεται η ανάγκη να προσδιοριστεί, μέσα από τα ευρήματα του Δικαστηρίου, εάν η πράξη ή παράλειψη της Κατηγορούμενης, στοιχειοθετεί αλόγιστη ή επικίνδυνη ή απερίσκεπτη πράξη.

 

41.   Στην υπόθεση R. v. John Kenneth Guilfoyle 57 Cr. App. R. 549, το Αγγλικό Εφετείο έδωσε κατευθυντήριες γραμμές αναφορικά με τα κριτήρια για την επιβολή ποινής στις υποθέσεις θανατηφόρων ατυχημάτων, οι οποίες υιοθετήθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο, αρχικά στην υπόθεση The Attorney General of the Republic v. Alkis I. Iacovides (1973) 2 C.L.R.344.

 

42.   Οι κατευθυντήριες γραμμές της απόφασης Guilfoyle υιοθετήθηκαν σε σειρά αποφάσεων της νομολογίας μας.[10]

 

43.   Το είδος και η έκταση της ποινής είναι πρωταρχική ευθύνη του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Σε τέτοιου είδους αδικήματα δεν υπάρχει καθιερωμένο μέτρο για την ποινή.[11] Στην αρμόζουσα ποινή το δικαστήριο καταλήγει ανάλογα με τα περιστατικά της υπόθεσης, την έκταση της ευθύνης του κατηγορούμενου, λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι, η επικίνδυνη οδήγηση στοιχίζει πόρους και ζωές. Η επιμέτρηση της ποινής είναι άμεσα σχετιζόμενη με την έκταση και την υφή της αμέλειας που προκάλεσε το θάνατο, δηλαδή με τη συμπεριφορά και τις πράξεις του κατηγορουμένου που οδήγησαν στη διάπραξη του αδικήματος και την πρόκληση του θανάτου, σε συνάρτηση βέβαια με τις προσωπικές του συνθήκες, οι οποίες θα πρέπει επίσης να λαμβάνονται υπόψη.[12]

 

44.   Η διάκριση αφενός μίας στιγμιαίας απροσεξίας και αφετέρου συνειδητής αδιαφορίας και εγωιστικής συμπεριφοράς κατά την οδήγηση, είναι καθοριστικής σημασίας, προκειμένου να αποφασιστεί το είδος της ποινής σε τέτοιας φύσης υποθέσεις.

 

45.   Όταν το ατύχημα οφείλεται σε στιγμιαία αβλεψία και το ποινικό μητρώο του κατηγορούμενου είναι καλό, η ποινή πρέπει να περιορίζεται σε χρηματική και στέρηση της άδειας οδήγησης, η έκταση της οποίας να είναι ανάλογη με τις ειδικές συνθήκες της κάθε υπόθεσης, εκτός αν συντρέχουν ειδικοί λόγοι για να μην επιβληθεί στέρηση της άδειας.

 

46.   Σε περιπτώσεις που το θανατηφόρο ατύχημα προξενείται από εγωιστική παραγνώριση της ασφάλειας των άλλων προσώπων ή πεζών ή από επικίνδυνη ή απερίσκεπτη οδήγηση του κατηγορούμενου, ενδείκνυται η επιβολή ποινής φυλάκισης και στέρησης της άδειας οδηγού.[13] Η επιβολή ποινής φυλάκισης ενδείκνυται κατ' αρχήν στις περιπτώσεις εκείνες που η αμέλεια εμπεριέχει και το στοιχείο της αδιαφορίας για την ασφάλεια άλλων προσώπων (βλ. επίσης τις Δημοκρατία ν. Γερολέμου, Π.Ε. 169/2016, 28/2/2017, ECLI:CY:AD:2017:B63 και Αστυνομία ν. Νικολάου, Π.Ε. 217/2016, 11/5/2017, ECLI:CY:AD:2017:B168 όπου επιβεβαιώθηκε ότι, η ύπαρξη ή όχι αδιαφορίας στην οδήγηση είναι αποφασιστικής σημασίας στο είδος της ποινής που θα επιβληθεί).[14]

 

47.   Είναι θεμελιωμένο ότι η πάροδος αρκετού χρόνου από τη διάπραξη του αδικήματος είναι στοιχείο ουσιώδες που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη στην επιβολή ποινής, ειδικά αναφορικά με το είδος της ποινής, αν δηλαδή θα επιβληθεί ποινή φυλάκισης ή όχι.[15]

 

48.   Στην υπόθεση Παντέλα ν. Αστυνομίας (2011) 2 ΑΑΔ 562 έγινε ανάλυση της νομολογίας με αναφορά στην R. v. Boswell [1984] 3 All ER 353 σε σχέση με τους παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη σε τέτοιου είδους υποθέσεις κατά την επιβολή ποινής:[16]

(1)   Ως επιβαρυντικοί παράγοντες κρίνονται, η οδήγηση υπό την επήρεια αλκοόλης ή ναρκωτικών, η υπερβολική ταχύτητα, η αδιαφορία σε προειδοποιήσεις από τους επιβάτες του και η επί μακρόν επίμονη και εκούσια πορεία πολύ κακής οδήγησης, όπως είναι για παράδειγμα η αδιαφορία σε φώτα τροχαίας και το προσπέρασμα άλλων αυτοκινήτων από τη λανθασμένη πλευρά. Άλλοι επιβαρυντικοί παράγοντες είναι η ταυτόχρονη διάπραξη άλλων αδικημάτων (όπως για παράδειγμα η οδήγηση χωρίς άδεια). Επιβαρυντικός παράγων είναι επίσης η ύπαρξη προηγούμενων καταδικών για οδικά αδικήματα, το κατά πόσο περισσότερα από ένα πρόσωπα σκοτώθηκαν ως αποτέλεσμα της αμελούς οδήγησης, αν ο κατηγορούμενος παρέλειψε να σταματήσει στη σκηνή ή αν διέπραξε το αδίκημα στην προσπάθειά του να αποφύγει έλεγχο ή τη σύλληψη.

 

(2)   Ως ελαφρυντικοί παράγοντες θεωρούνται, μεταξύ άλλων, η λανθασμένη στάθμιση της κατάστασης (error of judgment), το λευκό οδικό μητρώο, ο καλός χαρακτήρας, η παραδοχή κατά τη δίκη και η ειλικρινής μεταμέλεια. Ελαφρυντικό είναι επίσης και το κατά πόσο το θύμα είναι στενός φίλος ή συγγενής του οδηγού και το έντονο συναισθηματικό αποτέλεσμα που είχε ο θάνατος του στον οδηγό.

 

(3)   Όπου υπάρχουν ένας ή περισσότεροι επιβαρυντικοί παράγοντες, γενικά η ποινή φυλάκισης είναι η πλέον κατάλληλη και σε μια επιβαρυμένη υπόθεση ως προς τον τρόπο οδήγησης, όπως για παράδειγμα η ανταγωνιστική οδήγηση σε δημόσιο υπεραστικό δρόμο ή η αμελής οδήγηση μετά την κατανάλωση αλκοόλης, ποινή δύο ή περισσότερων χρόνων φυλάκισης και μεγάλη περίοδος στέρησης αδείας (μεταξύ επτά έως δέκα ετών) θα πρέπει να επιβάλλεται.

 

49.   Στην υπόθεση Κωνσταντίνου v. Αστυνομίας ανωτέρω, λέχθηκε ότι, οι αρχές των Guilfoyle και Boswell έχουν γίνει δεκτές σε γενικές γραμμές και από τα Κυπριακά Δικαστήρια ως καθοδηγητικές για την επιλογή της ποινής για αδικήματα αυτής της φύσης. Όμως, οι αρχές αυτές, δεν ανάγονται σε κανόνα δικαίου. Τα γεγονότα της υπόθεσης, όπως προσδιορίζονται από το Δικαστήριο, σε συνδυασμό με την ανάγκη για αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου, αποτελούν, σε συνάρτηση με τις προσωπικές συνθήκες του Κατηγορουμένου, την αναλλοίωτη αρχή δικαίου που διέπει τον καθορισμό της ποινής.

 

50.   Αξίζει να λεχθεί ότι, στην Αγγλία ακολουθούνται κατευθυντήριες οδηγίες για την επιβολή ποινών σε αδικήματα πρόκλησης θανάτου σε δυστυχήματα και τα όσα αναφέρθηκαν στις αποφάσεις Guilfoyle και Boswell, ουσιαστικά έχουν ενσωματωθεί στις κατευθυντήριες οδηγίες με κάποιες διαφοροποιήσεις (Guideline on causing death by driving και Wilkinsons Road Traffic Offences, 25th ed, 2011, Vol. 1, Appendix 4, παρ. 4A.01, σελ. 1/1273).

 

51.   Η στιγμιαία αβλεψία έχει κριθεί ότι, έχει την έννοια της μιας και μόνο λανθασμένης κίνησης της στιγμής. Είναι ένα μεμονωμένο σφάλμα, το οποίο συμβαίνει σε ένα πολύ μικρό χρονικό διάστημα, σε αντίθεση με την αλόγιστη και εγωιστική οδική συμπεριφορά, η οποία υπερβαίνει το στιγμιαίο και καλύπτει περισσότερα χρονικά στάδια.[17]

 

52.   Όπως έχει τονιστεί στην ΓΕ ν. Νεοκλέους (2001) 2 ΑΑΔ 48, 54, απερίσκεπτη οδήγηση η οποία απολήγει σε θάνατο, είναι αφ’ εαυτής σοβαρή. Υπάρχουν όμως πάντοτε διαβαθμίσεις σοβαρότητας, προς την οποία συναρτάται και η επιδιωκόμενη αποτρεπτικότητα της ποινής, η δε εξατομίκευση της ποινής είναι πάγιο έργο του Δικαστηρίου.

 

53.   Η ποινή στέρησης της ικανότητας σε κατηγορούμενο να κατέχει άδεια οδήγησης αποτελεί μέρος της συνολικής ποινής και πρέπει να δικαιολογείται με βάση τις αρχές που διέπουν την επιμέτρηση της ποινής. Τόσο τα γεγονότα που προσδιορίζουν τη σοβαρότητα του αδικήματος, όσο και οι προσωπικές συνθήκες του παραβάτη πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για να διαπιστωθεί αν δικαιολογείται η αποστέρηση της άδειας του παραβάτη και η χρονική διάρκεια της αποστέρησης [Χριστάκης Ανθίας ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση αρ. 107/2022, ημερ. 05/07/2022, Πουλλής ν. Αστυνομίας (2000) 2 ΑΑΔ 57, Ελευθερίου ν. Αστυνομίας (1992) 2 ΑΑΔ 300, Stylianou v. The Police (1962) 2 CLR 152, Miltiadous v. The Police (1970) 2 CLR 81, Παναγίδου ν. Αστυνομίας (1991) 2 ΑΑΔ 448, Σαρίδης ν. Αστυνομίας (1991) 2 ΑΑΔ 465, Nicosia Police v. Djemal Ahmed, 3 RSCC 50]. Το εύρος επιβολής ποινής στέρησης, όταν θα επιβληθεί ποινή φυλάκισης συνεκτιμάται με την αναγκαιότητα της άδειας του κατηγορούμενου για επαναδραστηριοποίηση. Οποτεδήποτε η άδεια οδηγού είναι αναγκαία για την απασχόληση του κατηγορούμενου, η στέρηση της πρέπει είτε να συμπίπτει είτε να μη είναι πολύ μακρύτερη σε χρονική διάρκεια από το χρόνο της αποφυλάκισης του [Ευθυμίου ν. Αστυνομίας (1989) 2 ΑΑΔ 327, 329, Koumas Georghiou v. The Police (1967) 2 C.L.R. 290, Georghiou v The Police (1967) 2 CLR 290, Spiritos v. The Police (1967) 2 CLR 230 και Sherif v. The Police (1974) 2 CLR 16].

 

54.   Ως προς το ζήτημα της καθυστέρησης, έχει νομολογιακά καθιερωθεί ότι, καθυστέρηση εκ μέρους των αρμοδίων αρχών να παρουσιάσουν τον κατηγορούμενο ενώπιον της δικαιοσύνης αποτελεί παράβαση των ουσιωδών δικαιωμάτων του κατηγορούμενου και τα δικαστήρια σε τέτοιες περιπτώσεις λαμβάνουν υπόψη αυτό το γεγονός προς μετριασμό της ποινής [Γενικός Εισαγγελέας ν. Πεγειώτη κ.ά. (2001) 2 Α.Α.Δ. 617, Παντελίδης ν. Αστυνομίας (1989) 2 ΑΑΔ 309, 312 και Temenos v Republic (1984) 2 CLR 425, 429].

 

55.   Στη ΓΕ ν. Αρέστη (1996) 2 ΑΑΔ 267, 271, αναφέρθηκε ότι, η αποτίμηση κατά το πέρας της διαδικασίας της καθυστέρησης ως παράγοντα ελαφρυντικού της ποινής τείνει να μετριάσει την απόσταση που δημιουργείται, ως προς το άτομο του παραβάτη, μεταξύ του χρόνου που διαπράττεται το αδίκημα και του χρόνου της τιμωρίας του.

 

56.   Στον καθορισμό του μέτρου για το εύλογο του χρόνου για την ολοκλήρωση της ποινικής διαδικασίας, λαμβάνονται υπόψη τα περιστατικά και το περίπλοκο της υπόθεσης, η συμπεριφορά των ανακριτικών και δικαστικών Αρχών, καθώς και εκείνη του κατηγορούμενου [Καυκαρής ν. Δημοκρατίας (1990) 2 ΑΑΔ 203].

 

57.   Σε σχέση με την 2η κατηγορία, σύμφωνα με το άρθρο 11Ζ.-(1) του περί Οδικής Ασφάλειας Νόμου (Ν. 174/1986), όπως τροποποιήθηκε, προνοεί τα ακόλουθα:

 

«Πρόσωπο το οποίο διαπράττει αδίκημα δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 11Β και του εδαφίου (7) του άρθρου 11Γ, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει τα τρία (3) χρόνια ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει οκτώ χιλιάδες ευρώ (€8.000) ή σε στέρηση της ικανότητάς του να κατέχει ή να λαμβάνει άδεια οδήγησης για χρονική περίοδο που δεν υπερβαίνει τα τρία (3) χρόνια ή σε όλες ή σε οποιαδήποτε ή σε οποιεσδήποτε από τις πιο πάνω ποινές:

 

Νοείται ότι, το Δικαστήριο δύναται, επιπρόσθετα των πιο πάνω ποινών και νοουμένου ότι το πρόσωπο αιτηθεί στο Δικαστήριο έκδοση διατάγματος θεραπείας, να εκδώσει διάταγμα θεραπείας σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 6 του περί Θεραπείας Κατηγορούμενων Χρηστών ή Ουσιοεξαρτημένων Νόμου.»

 

56.   Σημειώνεται ότι, η διάπραξη τέτοιας φύσεως αδικημάτων έχει αυξηθεί δραματικά και προς τούτο λαμβάνω δικαστική γνώση από τη συχνότητα αντίστοιχων υποθέσεων που επιλαμβάνομαι καθημερινά (ήτοι της οδήγησης υπό την επήρεια ναρκωτικών ουσιών), δεν παραβλέπω δε ότι, ο νομοθέτης το 2020 με την σχετική τροποποίηση αρ. 131(Ι)/2020 αύξησε την χρηματική ποινή που προνοείται στο άρθρο 11Ζ. από €3.500= σε €8.000=.

 

57.   Η επιβολή αποτρεπτικών ποινών για τέτοιου είδους τροχαίες παραβάσεις είναι επιβεβλημένη. Ιδιαίτερη αυστηρότητα αρμόζει, τηρουμένων πάντοτε των αρχών επιμέτρησης των ποινών, όταν προκαλείται, εν δυνάμει έστω, κίνδυνος στο δρόμο και/ή όταν η παράνομη οδική συμπεριφορά εκδηλώνεται ως εγωιστική αυθαιρεσία έναντι του νόμου και των οργάνων επιβολής του νόμου (Τουμάζου ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 166/2016, ημερ. 5.10.2018, ECLI:CY:AD:2018:B432, Καλαϊτζίδη ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση αρ. 307/18, ημερ. 20.11.2018), ECLI:CY:AD:2018:B505.

 

58.   Τονίζεται και υπογραμμίζεται περαιτέρω ότι, το Ανώτατο Δικαστήριο χαρακτήρισε σε σωρεία αποφάσεων του τα ναρκωτικά ως κοινωνική «μάστιγα» και «καρκίνωμα» [Λαζάρου κ.ά. ν. Δημοκρατίας (2010) 2 Α.Α.Δ. 633, Κλεομένης Μάριος ν. Δημοκρατίας (2013) 2 ΑΑΔ 350, Bora v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 79/2017, ημερ. 13.3.2018].

 

59.   Στη σχετική υπόθεση Bora ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω), επαναλήφθηκαν οι αρχές που εφαρμόζονται κατά την επιβολή ποινής σε υποθέσεις που έχουν σχέση με ναρκωτικές ουσίες:

«Δεν είναι χωρίς σημασία να τονιστεί ότι το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από το Νόμο είναι βασική παράμετρος που προσμετρά το Δικαστήριο στην πορεία για επιμέτρηση της ποινής. Πέραν τούτου, λαμβάνονται βεβαίως υπόψη οι συνθήκες διάπραξης ενός αδικήματος, αλλά και οι προσωπικές περιστάσεις ενός κατηγορουμένου, στα πλαίσια εξατομίκευσης της κάθε ποινής. Προεξάρχουσας όμως σημασίας είναι η αποτροπή προς τον σκοπό προστασίας του κοινωνικού συνόλου, στοιχείο που υπαγορεύει παροχή περιορισμένης σημασίας στις προσωπικές συνθήκες και περιστάσεις ενός κατηγορούμενου. Είναι επίσης πάγια νομολογιακή αρχή, ότι όπου παρατηρείται έξαρση και επιμονή στη διάπραξη παρόμοιας φύσης αδικημάτων παρά τις επιβληθείσες από τα δικαστήρια αυστηρές ποινές, δικαιολογείται η επιβολή ακόμα αυστηρότερων (Selmani κα ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 235/13 κα, ημερ. 5.10.2016).»

 

[VIII]      ΚΡΙΣΗ & ΚΑΤΑΛΗΞΗ

 

60.   Όπως προκύπτει από τα ενώπιον μου τεθέντα γεγονότα, ο 1ος Κατηγορούμενος οδηγούσε το αυτοκίνητο του με ταχύτητα πέριξ των 98ΧΑΩ κατά τη σύγκρουση και αδιαμφισβήτητα καθ’ υπέρβαση του επιτρεπόμενου ορίου ταχύτητας που ήτο 65ΧΑΩ, σε δρόμο σκοτεινό, χωρίς οποιοδήποτε φωτισμό και σε σημείο που υπήρχε δεξιόστροφη καμπή στο δρόμο. Με δική του παραδοχή ο 1ος Κατηγορούμενος εκινείτο με αυξημένη ταχύτητα κατά τη διάρκεια έντονης διαφωνίας που είχε με την σύντροφό του και έχοντας στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου το 3 μηνών βρέφος τους. Η οδηγική του συμπεριφορά επιβαρύνεται από την χρήση εξαρτησιογόνων ουσιών, η οποία, ακόμη κι αν έγινε 1-2 ημέρες πριν το επίδικο συμβάν ήταν ανιχνεύσιμη στο αίμα του. Σε συνάρτηση με την παραδοχή του στην 2η κατηγορία και τα αποδεκτά γεγονότα, το γεγονός ότι, ο 1ος Κατηγορούμενος επέλεξε να οδηγήσει υπό την επήρεια ναρκωτικών ουσιών, καθίσταται από μόνο του επιβαρυντικός παράγοντας.

 

61.  Η επιλογή του 1ου Κατηγορούμενου να οδηγήσει υπό τις προαναφερόμενες επικίνδυνες συνθήκες συνιστά σοβαρή παραβίαση των κανόνων οδικής ασφάλειας, αποδεικνύοντας πλήρη αδιαφορία για τις συνέπειες των πράξεων του, τόσο για τον ίδιο όσο και για τους άλλους επιβάτες του οχήματος, καθώς και για τους λοιπούς χρήστες του δρόμου. Ειδικότερα, ο 1ος Κατηγορούμενος εκινείτο με ταχύτητα 98ΧΑΩ, υπερβαίνοντας κατά πολύ το επιτρεπόμενο όριο των 65ΧΑΩ, σε σκοτεινό δρόμο χωρίς φωτισμό, ενώ βρισκόταν σε αναστάτωση λόγω έντονης διαφωνίας με τη σύντροφό του, καθ’ ον χρόνο στο πίσω κάθισμα του οχήματος βρισκόταν το 3 μηνών βρέφος τους. Εν προκειμένω, η οδήγηση υπό την επήρεια ναρκωτικών ουσιών αύξησε το ρίσκο για ατύχημα και έθεσε σε άμεσο κίνδυνο τη ζωή του ιδίου, καθώς και των επιβατών και άλλων τρίτων, ακόμη κι αν δεν ήταν η γενεσιουργός αιτία πρόκλησης του θανατηφόρου δυστυχήματος.

 

62.   Η εκτροπή του οχήματος και η πρόσκρουση σε κυπαρίσσια εκτός δρόμου, η οποία είχε ως αποτέλεσμα τον θάνατο της συντρόφου του 1ου Κατηγορουμένου, καταδεικνύει την εξαιρετική σοβαρότητα της φύσης των αδικημάτων, σωρευτικά ιδωμένα, απόρροια της υπερβολικής ταχύτητας, της έλλειψης ορατότητας και της επιβαρυντικής κατάστασης του κατηγορουμένου λόγω χρήσης ναρκωτικών ουσιών. Η σύγκρουση του οχήματος, η οποία κατέληξε στην τραγική απώλεια της ζωής της συντρόφου του 1ου Κατηγορουμένου και μητέρας του ανήλικου βρέφους που δεν πρόλαβε την γνωρίσει, αποδεικνύει με τον πλέον σαφή τρόπο την προβλεπόμενη και αναπόφευκτη φύση του κινδύνου που δημιουργούσε η συμπεριφορά του.

 

63.   Η ψυχική αναστάτωση που προήλθε από τη διαφωνία με τη σύντροφό του δεν δύναται να αποτελέσει ελαφρυντικό στοιχείο, αφού η ανευθυνότητα του 1ου Κατηγορουμένου κατά την οδήγηση υπό τις πιο πάνω συνθήκες, σε συνδυασμό με την παρουσία βρέφους στο όχημα και τη μειωμένη ορατότητα του δρόμου, υπό τις περιστάσεις κρίνω ότι, κατέστησαν την οδήγησή του αλόγιστη, απερίσκεπτη και επικίνδυνη. Ειδικότερα, ο 1ος Κατηγορούμενος είχε τη δυνατότητα να αποφύγει τον κίνδυνο είτε σταματώντας το όχημα, είτε τουλάχιστον ελαττώνοντας ταχύτητα, προκειμένου να έχει επαρκή ορατότητα και έλεγχο του δρόμου, ώστε να αποφευχθεί το μοιραίο. Η αποτυχία του να επιδείξει την απαραίτητη προσοχή και υπευθυνότητα καθιστά τη συμπεριφορά του ανεύθυνη, απερίσκεπτη και επικίνδυνη, με τις συνέπειες αυτής να είναι μη αναστρέψιμες, αφού ένα βρέφος μεγαλώνει χωρίς τη μητρική φροντίδα.

 

64.   Έχοντας καταλήξει στον καθορισμό της οδηγικής συμπεριφοράς του 1ου Κατηγορούμενου, θα εξετάσω τις προσωπικές, οικογενειακές και άλλες περιστάσεις των Κατηγορουμένων με σκοπό την επιμέτρηση της ποινής και την κατάληξη τόσο για το είδος όσο και το ύψος αυτής.

 

65.   Στο στάδιο της επιμέτρησης της ποινής, το πρώτιστο καθήκον του Δικαστηρίου είναι η εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος, στόχος που επιτυγχάνεται μόνο με την αποτελεσματική εφαρμογή του Νόμου (Sentencing in Cyprus[18], και Republic ν. Georghiou[19]). Η δέουσα εφαρμογή του Νόμου για το συμφέρον της κοινωνίας αποτελεί τον πιο σημαντικό παράγοντα, τον οποίο θα πρέπει να έχει υπόψη το Δικαστήριο στην επιλογή του είδους της ποινής και στην επιμέτρηση της έκτασής της. Η σοβαρότητα των αδικημάτων δεν εμποδίζει το Δικαστήριο να επιβάλει εκείνο το είδος της ποινής, την οποία κατά την κρίση του, τα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση και τον αδικοπραγούντα, δικαιολογούν. Αποτελεί αξίωμα ότι, η ανάγκη για αυστηρή αντιμετώπιση δεν μειώνει την παράλληλη ανάγκη εξατομίκευσης της ποινής σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, ώστε αυτή να αρμόζει στις συνθήκες του παραβάτη και να προσιδιάζει στην προσωπικότητά του. Όπως χαρακτηριστικά λέχθηκε στην υπόθεση Φιλίππου ν. Αστυνομίας (1989) 2 ΑΑΔ 245, ακόμα και όταν υπάρχει ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής, τούτο σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει ότι, ατονεί το καθήκον εξατομίκευσής της. Το Δικαστήριο, κατά την επιμέτρηση της ποινής, λαμβάνει υπόψη ένα ευρύ φάσμα παραγόντων. Πρόκειται για διεργασία στην οποία το Δικαστήριο διατηρεί κατ' εξοχή διακριτική ευχέρεια, έχοντας ταυτόχρονα υποχρέωση να επιδεικνύει τη μεγαλύτερη δυνατή προσοχή. Η εξισορρόπηση είναι έργο λεπτό και δύσκολο (Sentencing in Cyprus[20]).

 

66.   Σύμφωνα με την έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, ο 1ος Κατηγορούμενος είναι ηλικίας σήμερα 25 ετών (γεννηθείς το 2000), άγαμος, πατέρας του ανήλικου βρέφους που σήμερα είναι ηλικίας 2 ½ ετών, εργάζεται ως ξενοδοχειακός υπάλληλος και λαμβάνει €1.500= μηνιαίο εισόδημα. Διαμένει μόνος του σε διαμέρισμα που ανήκει στη μητέρα του. Είναι ο μικρότερος στη σειρά από τα τρία παιδιά της οικογένειας του. Ο 2ος Κατηγορούμενος, είναι ο πατέρας του και σήμερα είναι ηλικίας 59 ετών συνταξιούχος και πρώην υπάλληλος CYTA. Η μητέρα του 1ου Κατηγορούμενου διατηρεί δικό της κομμωτήριο.

 

67.   Περιέγραψε τα παιδικά του χρόνια ως αρμονικά, όμορφα και γεμάτα φροντίδα και στήριξη. Διέκοψε την μέση εκπαίδευση του στην Α’ Τάξη Λυκείου και εργάστηκε στο κομμωτήριο της μητέρας του και στις οικοδομές. Προσπάθησε να ολοκληρώσει την μέση εκπαίδευση σε νυκτερινό σχολείο, όμως, λόγω της πανδημίας διέκοψε τη φοίτηση του και ακολούθως φοίτησε σε σχολή κομμωτικής. Αν και ασχολείτο από μικρός με το ποδόσφαιρο, σε ηλικία 17 ετών διέκοψε την ενασχόληση του λόγω σοβαρού τραυματισμού και εγχείρησης στο πόδι. Πήρε προσωρινή απαλλαγή από την Εθνική Φρουρά, λόγω των προβλημάτων υγείας και έκτοτε δεν ολοκλήρωσε τη στρατιωτική του θητεία.

 

68.   Στη συνέντευξη με λειτουργό των Υ.Κ.Ε. ανέφερε ότι, υπήρξε περιστασιακός χρήστης εξαρτησιογόνων ουσιών, όμως τα τελευταία χρόνια είναι «καθαρός» και υποβάλλεται σε τακτικές εργαστηριακές εξετάσεις. Του αρέσει να αθλείται και να γυμνάζεται και ακολουθεί πρόγραμμα υγιεινής διατροφής που βοηθά τόσο το σώμα του, όσο και την ψυχική του ευεξία.

 

69.   Υποστήριξε ότι, το θύμα ήταν η σύντροφος του με την οποία είχε δεσμό και μετά την θανατηφόρα οδική σύγκρουση βυθίστηκε σε βαθιά συναισθηματική κρίση. Το σοκ και η απώλεια τον κυρίευσαν με έντονο άγχος, στρες και κατάθλιψη, επηρεάζοντας τη ψυχική του υγεία. Δέχθηκε βοήθεια από ψυχίατρο και έλαβε φαρμακευτική αγωγή για κάποιο χρονικό διάστημα, ενώ στήριξη είχε και από ιερωμένους και κατά διαστήματα φιλοξενείται σε Μοναστήρι στον Μέσα Ποταμό.

 

70.   Ο 1ος Κατηγορούμενος ανέφερε στον Λειτουργό των Υ.Κ.Ε. ότι, μετά το ατύχημα η ανήλικη θυγατέρα του τέθηκε υπό τη νομική φροντίδα της Διευθύντριας Υ.Κ.Ε. και τοποθετήθηκε στους γονείς του, οι οποίοι εγκρίθηκαν προσωρινά ως ανάδοχοι γονείς της ανήλικης.

 

71.   Αυτό που παρατηρεί το Δικαστήριο, σύμφωνα με τις παρατηρήσεις της σχετικής Έκθεσης είναι ότι, η ανήλικη θυγατέρα του 1ου Κατηγορούμενου είναι υπό τη νομική φροντίδα της Διευθύντριας των Υ.Κ.Ε. δυνάμει του περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμου του 2000 και αυτός διατηρεί τακτική επικοινωνία μαζί της.

 

72.   Μετά από έρευνα του λειτουργού των Υ.Κ.Ε. στο μηχανογραφημένο σύστημα, ο 1ος Κατηγορούμενος είχε συνεργασία με τις Υ.Κ.Ε. (α) λόγω έκδοσης κηδεμονευτικού διατάγματος του Ε.Δ. Λεμεσού στις 04/12/2018 για ένα έτος, (β) στα πλαίσια διερεύνησης ισχυρισμών ενδοοικογενειακής βίας (με το θύμα μεταξύ 31/03/2022 και 19/08/2022 και με τους γονείς του μεταξύ 03/05/2022 και 15/12/2022), (γ) λόγω παροχής στήριξης σε αυτόν και το θύμα ως νέοι γονείς (μεταξύ 11/11/2022 και 03/05/2023) και (δ) λόγω του Διατάγματος Γονικής Μέριμνας της Δ.Υ.Κ.Ε.

 

73.   Η παραδοχή των Κατηγορουμένων, έστω και μερικούς μήνες μετά την καταχώρηση της υπόθεσης, δεικνύει με απτό και έμπρακτο τρόπο την μεταμέλειά τους, σε συνάρτηση με τη συνεργασία τους με τις διωκτικές αρχές. Όπως τονίστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Ανδρέου ν. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση αρ. 163/2015, ημερ. 11/07/2016 «[…] η παραδοχή είναι ο μόνος απτός τρόπος για να “μεταφερθεί” στο Δικαστήριο η μεταμέλεια ενός κατηγορουμένου και γι’ αυτό το λόγο έχει δεσπόζουσα σημασία στην επιμέτρηση της ποινής.»[21] (M. C. T. ν. Δημοκρατίας[22]). Η παραδοχή, επίσης, έχει περισώσει πολύτιμο χρόνο του Δικαστηρίου (Χαρτούπαλος v. Δημοκρατίας; Γενικός Εισαγγελέας ν. Πέτρου[23]).

 

74.   Το λευκό ποινικό μητρώο των Κατηγορουμένων και το γεγονός ότι, η άδεια οδήγησής τους δεν βαρύνεται με βαθμούς ποινής, με οδηγεί στο συμπέρασμα ότι, διάγουν μία, κατά τα άλλα, αψεγάδιαστη οδηγική πορεία και το παρόν ήταν -πράγματι- ένα μεμονωμένο περιστατικό, αφού δεν έχουν απασχολήσει τις διωκτικές αρχές με οποιοδήποτε άλλο τρόπο. Μέσα από την ίδια τη νομολογία, καταδεικνύεται πως, όταν ένας πολίτης είναι νομοταγής, λαμβάνεται υπόψη ως μετριαστικός παράγοντας . Στην Ποινική Έφεση αρ. 7747, ημερ. 22/07/2004 Νίκος Χ’’ Ιωάννου ν. Αστυνομίας, όπου αφορούσε θανατηφόρο τροχαίο δυστύχημα, το Εφετείο ανέτρεψε την πρωτόδικα επιβληθείσα ποινή φυλάκισης 2 μηνών, με ποινή προστίμου Λ.Κ 1000=, αναφέροντας και τα εξής επί του προκειμένου.

 

«Στα πιο πάνω πρέπει να προστεθεί ότι, όπως παρατήρησε και η ευπαίδευτη Δικαστής, ο Εφεσείων, στα 50 χρόνια του, δεν έχει άλλως πως απασχολήσει τα Δικαστήρια και παρουσιάζει την εικόνα ενός καθ’ όλα νομοταγούς και κοινωνικών σωστού πολίτη. Ο παράγων αυτός λαμβάνεται υπ’ όψη και σε συνδυασμό με τα πιο πάνω, προσθέτει έρεισμα στην έφεση ώστε σημασία του να πρέπει να αντανακλάται δεόντων στην ποινή».

            [Έμφαση και υπογράμμιση δική μου]

 

75.   Σε σχέση με τον χρόνο που διέρρευσε από την ημέρα διάπραξης των αδικημάτων μέχρι και σήμερα, έχω διεξέλθει τον φάκελο της διαδικασίας και παρατηρώ τα ακόλουθα. Το κατηγορητήριο καταχωρήθηκε την 01/02/2024 και ορίστηκε για απάντηση στις 19/02/2024. Αναβλήθηκε, για να δοθεί χρόνος στους Κατηγορούμενους να απαντήσουν και τελικά απάντησαν μη παραδοχή στις 11/03/2024. Στις 23/05/2024 ορίστηκε για 1η φορά για Ακρόαση και αναβλήθηκε λόγω κωλύματος του συνηγόρου των Κατηγορουμένων. Στις 15/10/2024 ζητήθηκε εκ νέου αναβολή, ενόψει του αιτήματος αναστολής ποινικής δίωξης σε κάποιες από τις κατηγορίες και επαναορίστηκε για Ακρόαση χωρίς μάρτυρες στις 12/12/2024, εκ νέου για Ακρόαση χωρίς μάρτυρες στις 28/02/2025, ώστε να γίνει μετάφραση του μαρτυρικού υλικού στην ελληνική και στις 28/02/2025 τροχοδρομήθηκε η υπόθεση, ουσιαστικά με την παραδοχή του 1ου Κατηγορούμενου στις κατηγορίες 1 και 2, ώστε να προγραμματιστεί για Γ&Π εν αναμονή της απάντησης του Γ.Ε. Από την μελέτη του ποινικού φακέλου, δεν παρατηρείται εμφανής καθυστέρηση στην διεκπεραίωση και προώθηση της υπόθεσης, ενόψει των διαβημάτων που μεσολάβησαν, η ποινική δίωξη προωθήθηκε 13 περίπου μήνες από τη διάπραξη των αδικημάτων και η υπόθεση ακούστηκε και ολοκληρώθηκε σε λιγότερο από 1 ½ χρόνο από την καταχώρησή της.

 

76.   Το γεγονός ότι, το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή 2 ½ περίπου χρόνια από την ημέρα διάπραξης των αδικημάτων δεν παραγνωρίζεται, η σημαντικότητα δε του παράγοντα αυτού αναδύεται ακόμη περισσότερο, με δεδομένο ότι, οι προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορούμενου έχουν μεταβληθεί, με την απώλεια του θύματος / συντρόφου του και μητέρας του ανήλικου τέκνου του, παραμένοντας έτσι ο μοναδικός α’ βαθμού συγγενής του ανήλικου τέκνου του πράγμα, που καταδεικνύει τη σημασία να είναι παρών στο μεγάλωμα του παιδιού του, όπως η επιθυμία του.[24]

 

77.   Έτι περαιτέρω, λαμβάνω υπόψη μου ότι, ο 1ος Κατηγορούμενος εμφανίστηκε ενώπιον μου μεταμελημένος και δήλωσε ότι, μετά το τραγικό συμβάν δεν κάνει χρήση ουσιών, προσκομίζοντας για τούτο εργαστηριακές εξετάσεις μίας μακράς χρονικής περιόδου. Η προσπάθεια του 1ου Κατηγορούμενου να παραμείνει «καθαρός», χωρίς οποιαδήποτε ένταξη σε πρόγραμμα απεξάρτησης, αποτιμάται και ανταμείβεται με την ανάλογη έκπτωση στην ποινή, ώστε να ενθαρρύνεται να την συνεχίζει.[25]

 

78.   Το γεγονός ότι, κατά τη διάπραξη των αδικημάτων ο 1ος Κατηγορούμενος ήταν μόλις 23 ετών λαμβάνεται υπόψη, αφού σε περιπτώσεις νεαρών παραβατών, το Δικαστήριο έχει καθήκον να αναμορφώσει τυχόν παραβατική συμπεριφορά του, ώστε να καταστεί ένας δημιουργικός πολίτης. Άλλωστε, είναι προς το συμφέρον της κοινωνίας, οι νεαροί παραβάτες να γίνουν καλοί και νομοταγείς πολίτες και να αντιμετωπίζονται με επιείκεια.[26]

 

79.   Τα ελαφρυντικά του 1ου Κατηγορούμενου όμως, και οι μετριαστικοί παράγοντες, που αναφέρθηκαν πιο πάνω, δεν είναι τέτοιας έκτασης και βαθμού που να υπερακοντίζουν την αναγκαιότητα για επιβολή αποτρεπτικής ποινής, ενόψει της σοβαρότητας των αδικημάτων που αντιμετωπίζει, η οποία αναδεικνύεται από τα όσα ενωρίτερα αναφέρθηκαν σε σχέση με τη φύση της αμέλειας που επιδείχθηκε και της σοβαρότητας των αδικημάτων. Θα επηρεάσουν σαφώς το εύρος της ποινής που θα επιβληθεί, δεν είναι, όμως, τέτοιας έκτασης και φύσης που να μπορούν να επηρεάσουν το είδος της.

 

80.   Αποτιμώντας από την μια την σοβαρότητα των αδικημάτων και την ανάγκη να προσλάβει η ποινή αποτρεπτικό χαρακτήρα, σε συνδυασμό, από την άλλη, με τα ελαφρυντικά και τους υπόλοιπους μετριαστικούς παράγοντες που αναφέρθηκαν πιο πάνω, κρίνω ότι, η ποινή φυλάκισης είναι η μόνη κατάλληλη και αρμόζουσα κάτω από τις περιστάσεις ποινή, και τούτο, έχοντας κατά νου ότι, αυτή επιβάλλεται μόνο εκεί και όπου οποιαδήποτε άλλη ποινή θα ήταν αναμφίβολα ακατάλληλη και ανεπαρκής [Προδρόμου v. Αστυνομίας (1990) 2 ΑΑΔ, Zac & others ν. Αστυνοµίας (1990) 2 ΑΑΔ 6 και Γ.Ε. ν. Πατατάρης (1994) 2 ΑΑΔ 128].

 

81.   Η σοβαρότητα των αδικημάτων και τα επακόλουθα τους δεν επιτρέπουν στο Δικαστήριο να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια εναντίον της αποστέρησης της άδειας οδήγησης. Στην παρούσα υπόθεση δεν εκτέθηκε οποιοσδήποτε λόγος που να δικαιολογεί την μη αποστέρηση της ικανότητας του Κατηγορούμενου να κατέχει ή να λαμβάνει άδεια οδήγησης.

 

82.   Με βάση τα ανωτέρω, επιβάλλονται στoν 1ο Κατηγορούμενο οι ακόλουθες ποινές:

 

(1)  Στην 1η κατηγορία ποινή φυλάκισης 24 μηνών, πλέον 8 βαθμοί ποινής, οι οποίοι να σημειωθούν στην άδεια οδήγησης του. Επιπρόσθετα, o Κατηγορούμενος αποστερείται του δικαιώματος του να κατέχει ή να λαμβάνει άδεια οδήγησης για περίοδο 3 μηνών.

(2)  Στην 2η κατηγορία καμία ποινή, ενόψει του ότι, τα γεγονότα αυτής περιλαμβάνονται στα γεγονότα της 1ης κατηγορίας.

 

83.  Σε σχέση με τον 2ο Κατηγορούμενοι κρίνω ότι, τα αδικήματα που αντιμετωπίζει είναι ουσιωδώς λιγότερο σοβαρά από αυτά που αντιμετωπίζει ο 1ος Κατηγορούμενος και η αρμόζουσα, υπό τις περιστάσεις, ποινή είναι αυτή της χρηματικής. Ασκώντας τη μέγιστη δυνατή επιείκεια μου, επιβάλλω στον 2ο Κατηγορούμενο τις ακόλουθες ποινές:

(1)  Στην 8η κατηγορία χρηματική ποινή ύψους €400=.

(2)  Στην 9η κατηγορία καμία ποινή.

 

 

[IX]  ΕΞΕΤΑΣΗ ΑΝΑΣΤΟΛΗΣ ΠΟΙΝΗΣ ΦΥΛΑΚΙΣΗΣ

84.  Προχωρώ να εξετάσω, κατά πόσον υπάρχει ευχέρεια αναστολής της ποινής φυλάκισης, που μόλις επιβλήθηκε. Η αναστολή ποινών φυλάκισης διέπεται από το άρθρο 3(1) του περί της Υφ’ Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, Ν. 95/72, όπως τροποποιήθηκε από τον Ν.186(Ι)/2003. Ο σκοπός του Ν. 95/1972, με αναδρομή στο ιστορικό του, αναφέρθηκε και πάλι από το Ανώτατο Δικαστήριο πρόσφατα, στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Καραολή, Ποινική Έφεση αρ. 231/2019, ημερ. 27/04/2021, ECLI:CY:AD:2021:B172.

 

85.  Η διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου για αναστολή της ποινής φυλάκισης έχει διευρυνθεί, έτσι ώστε αυτή αποφασίζεται, εάν δικαιολογείται, στη βάση του συνόλου των περιστάσεων της υπόθεσης και των προσωπικών περιστατικών του κατηγορούμενου [Siminoiu v. Αστυνομίας (2012) 2 Α.Α.Δ. 699, Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας (2009) 2 Α.Α.Δ. 583].

 

86.  Η ποινή φυλάκισης με αναστολή δεν επιβάλλεται ως μέτρο επιείκειας ή ως εναλλακτικό μέτρο τιμωρίας του παραβάτη και η επιλογή της ποινής φυλάκισης δεν πρέπει να συσχετίζεται με τη δυνατότητα αναστολής της. Τα δύο θέματα είναι ξεχωριστά. Το Δικαστήριο αποφασίζει το ύψος της ποινής και ακολούθως αποφασίζει κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις που δικαιολογούν την αναστολή της [Γενικός Εισαγγελέας ν. Περατικού (1997) 2 Α.Α.Δ. 373].

 

87.  Στην Koukos v. Police (1986) 2 C.L.R. 1 διευκρινίζεται ότι, η αναστολή ποινής φυλάκισης διαχωρίζεται, τόσο από την επιλογή της ποινής φυλάκισης, ως μέσου τιμωρίας του παραβάτη, όσο και από την έκταση της φυλάκισης. Η αναστολή δεν αποτελεί άλλο μέσο τιμωρίας, μη στερητικό της ελευθερίας του παραβάτη. Επομένως ο χαρακτήρας της ποινής φυλάκισης δεν αλλοιώνεται, μόνο και μόνο λόγω του ότι αυτή αναστάληκε.

 

88.  Παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη είναι [Demetriou v. R. (1976) 2 J.S.C. 386, Γενικός Εισαγγελέας v. Φανιέρου (1996) 2 ΑΑΔ 303]:

 

1)    Η σοβαρότητα των περιστατικών και το κίνητρο.

2)    Το μητρώο του κατηγορούμενου και η αναγκαιότητα αποτροπής.

3)    Η διαγωγή του κατηγορούμενου μετά τη διάπραξη του αδικήματος, ιδιαίτερα η παρουσία ή απουσία στοιχείων μεταμέλειας.

 

89.   Οι αρχές της νομολογίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου, σε ό,τι αφορά την εφαρμογή του εν λόγω άρθρου 3.(1) και 3.(2) του Ν. 95/1972, συνοψίζονται περιεκτικά, στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Αστυνομία ν. Μιλτιάδους, Ποινική Έφεση αρ. 277/2018, ημερ. 10/05/2019, στο εξής απόσπασμα:

 

«Όπως συναφώς τονίζεται από τη νομολογία (βλ. ενδεικτικά Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας (2009) 2 Α.Α.Δ. 583, Σώζου ν. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 12/2016 ημερ. 29.3.2016, Γεωργίου κ.α. ν. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 27/2016 ημερ. 19.7.2016, Χαλκιά ν. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 240/2016 ημερ. 13.3.2017, ECLI:CY:AD:2017:B90, ECLI:CY:AD:2017:B90, Γενικός Εισαγγελέας ν. Χρυσάνθου, Ποιν. Εφ. 137/2015 ημερ. 23.6.2018 και άλλες), η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για αναστολή ποινής φυλάκισης έχει διευρυνθεί από το Νόμο, ώστε αυτή να μπορεί να αποφασίζεται, εάν δικαιολογείται, στη βάση του συνόλου των περιστάσεων της υπόθεσης και των προσωπικών περιστατικών ενός κατηγορουμένου. Με βασικό πάντοτε το ερώτημα κατά πόσο, ισοζυγίζοντας το σύνολο των περιστάσεων, θα μπορούσε ή θα έπρεπε οι παράγοντες αυτοί να επενεργήσουν κατά τρόπο ο οποίος να δικαιολογεί να δοθεί στον εφεσείοντα μια δεύτερη ευκαιρία. Κατά την εξέταση δε του ζητήματος σημαντικό είναι και το ερώτημα κατά πόσο η ανασταλείσα ποινή θα αντικατοπτρίζει επαρκώς την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος, θα εξυπηρετεί τους πολλαπλούς σκοπούς της ποινής και την ορθή απονομή της δικαιοσύνης.».

[Έμφαση του Δικαστηρίου].

 

90.   Έχοντας προβεί σε εκ νέου θεώρηση των συνθηκών που συνθέτουν την παρούσα υπόθεση και συνεκτιμώντας τις περιστάσεις διάπραξης της θανατηφόρας οδικής σύγκρουσης, απόρροια της αλόγιστης, απερίσκεπτης και επικίνδυνης οδηγικής συμπεριφοράς του 1ου Κατηγορούμενου, η οποία συνδέεται με υπερβολική ταχύτητα και οδήγηση υπό την επήρεια ναρκωτικών ουσιών, κρίνω ότι, δεν παρέχουν ευχέρεια στο Δικαστήριο για αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης που επιβλήθηκε. Οι προσωπικές και οικογενειακές συνθήκες του Κατηγορούμενου, το νεαρό της ηλικίας του, η μεταμέλεια του και ο διαρρεύσας χρόνος λήφθηκαν υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής και επηρέασαν ουσιωδώς το ύψος της ποινής, αλλά δεν είναι τέτοιας έκτασης και υφής που να δικαιολογούν την αναστολή της επιβληθείσας ποινής. Τυχόν αναστολή της ποινής φυλάκισης δεν θα αντικατόπτριζε την αντικειμενική σοβαρότητα των αδικημάτων, εξασθενώντας σε μεγάλο βαθμό την αναγκαιότητα της αποτροπής, που σκοπό έχει να προστατεύει επαρκώς το κοινωνικό σύνολο, θα έστελνε δε λανθασμένα μηνύματα και δεν θα εξυπηρετούσε τους σκοπούς του Νόμου.[27]

 

91.   Η ποινή στέρησης του δικαιώματος του 1ου Κατηγορούμενου να κατέχει ή να λαμβάνει άδεια οδήγησης να αρχίζει μετά την αποφυλάκισή του.

 

92.   Η χρηματική ποινή του 2ου Κατηγορούμενου να καταβληθεί εντός 1 μηνός από σήμερα.

 

93.   Τυχόν έξοδα της διαδικασίας να καταβληθούν από τη Δημοκρατία, ενόψει της άμεσης έκτισης της ποινής φυλάκισης από τον 1ο Κατηγορούμενο.

 

 

(Υπ.) ………………………

Ε. Μιντή Οικονόμου

Προσ. Ε.Δ.

Πιστό Αντίγραφο

 

Πρωτοκολλητής

 



[1] Ιδιαίτερη μνεία γίνεται στο γεγονός ότι, με την τροποποίηση που επήλθε με τον Ν. 129(I)/2020 στο άρθρο 19 του Ν. 86.1972, έχει περιοριστεί η εξουσία και ευχέρεια του Δικαστηρίου να αποστερήσει από πρόσωπο που καταδικάζεται δυνάμει του άρθρου 210, Π.Κ. την ικανότητα του να κατέχει ή να λαμβάνει άδεια οδήγησης για χρονικό διάστημα που υπερβαίνει τους 3 μήνες. Σε κάθε περίπτωση, λαμβάνεται υπόψη ότι, με την πρόσφατη τροποποίηση ημερ. 18/06/2025 στο άρθρο 19(1) και την προσθήκη του εδαφίου (γ) η χρονική διάρκεια αποστέρησης άδειας οδήγησης για αδικήματα δυνάμει του άρθρου 210, ΚΕΦ. 154 έχει αυξηθεί μέχρι και τα 2 έτη.

[2] Γ.Ε. ν. Ηρακλέους, Ποιν. Έφ. 244/2017, ημερ. 08/07/2019.

[3]It is quite clear from the reported cases that, if a man in fact adopts a manner of driving which the jury think was dangerous to other road users in all the circumstances, then on the issue of guilt it matters not whether he was deliberately reckless, careless, momentarily inattentive or even doing his incompetent best.

[4] Μνεία στην απόφαση αυτή γίνεται και στην πιο πρόσφατη απόφαση Ina Yasar v Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 129/2024, ημερ. 8.11.2024.

[5] Η ανάληψη ευθύνης από τον εφεσείοντα να χρησιμοποιήσει το λεωφορείο για τη μεταφορά των επιβατών εγκυμονούσε άμεσο κίνδυνο για την ασφάλειά τους, κίνδυνο τον οποίο αψήφησε παρά τη διαπίστωση μηχανικής βλάβης και παρά το ότι ο ίδιος είχε θεωρήσει ανασφαλές και επικίνδυνο να συνεχίσει να οδηγεί το όχημα. «Είναι αυτή του η πράξη που στοιχειοθετεί το αλόγιστο της συμπεριφοράς του. Δεν ήταν λελογισμένη ενέργεια, δηλαδή απόρροια της κοινής λογικής, να χρησιμοποιήσει, κάτω από αυτές τις συνθήκες το λεωφορείο για τη μεταφορά των επιβατών. Ταυτόχρονα, η πράξη του ήταν απερίσκεπτη, υποδηλώνουσα αδιαφορία για την ασφάλεια των επιβατών και, παράλληλα, επικίνδυνη, διότι εγκυμονούσε ορατούς κινδύνους».

[6] (1971) 2 Q.Β. 674.

[7]Secondly, even if the driver of the motor-car were to be blamed to a certain extent for such collision, the appellant was still properly convicted for causing the death of such driver and his passenger. What amounts to “causing” death in the sense of section 210 is to be found laid down in section 211 of Cap. 154, which provides that a person is deemed to have caused the death of another person, although his act is not the immediate or the sole cause of death, and even if his act or omission would not have caused the death unless it had been accompanied by an act or omission of the person killed or of other persons; and on the basis of the facts of this case it cannot be seriously argued that the deaths of the two occupants of the motor-car were not caused, in the sense of section 211, through the careless driving of the appellant. The trial Judge in his judgment referred, in this respect, to the test laid down in R. v. Gould (1964, 1 W.L.R. p. 145); in that case it was decided that the driving of the accused should be “a substantial” cause of the death of the deceased but need not be the sole cause of such death. Even if we were to apply such a test in the case before us we would unhesitatingly say that the careless driving of the appellant was a substantial cause of the fatal accident in question.Έμφαση δική μου.

[8]The Court would like to emphasise that there is nothing in the statute which requires the manner of the driving to be a substantial cause, or a major cause, or any other description of cause, of the accident. So long as the dangerous driving is a cause and something more than de minimis, the statute operates. What has happened in the past is that judges have found it convenient to direct the jury in the form that it must be, as in one case it was put, the substantial cause. That case was R. v. Curphey (1957) 41 Cr.App.R. 78, in which Finnemore J. gave a direction in that form to the jury. That, in the opinion of this Court, clearly went too far, and Brabin J. in a later case, R. v. Gould (1933) 47 Cr.App.R. 241, left it to the jury in the form of “a substantial cause.” Though the word “substantial” does not appear in the statute, it is clearly a convenient word to use to indicate to the jury that there must be something more than de minimis, and also to avoid possibly having to go into details of legal causation, remoteness and the like. That appears from the further direction of the judge, who in terms said that it must not be remote, and that it must be a real cause as opposed to being a minimal cause. It is perhaps unfortunate that he dealt with the matter in the illustration he gave on the basis of apportioning blame, but when one analyses it, it is quite clear that the direction, if anything, was much too favourable to the appellant. The Court is quite satisfied that even if the appellant was only one-fifth to blame, he was a cause of the death of these two people.” Έμφαση δική μου.

[9] Σχετικά, παραπέμπω στην απόφαση Γ.Ε. ν. Κυριάκου Αντωνίου Ποινική Έφεση 241/12, ημερ. 14.12.2014.

[10] Attorney General v. Iacovides (1973) 2 C.L.R. 344, Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας (1989) 2 Α.Α.Δ. 109, Χατζηιωάννου ν. Αστυνομίας (2004) 2 Α.Α.Δ. 453, Γενικός Εισαγγελέας ν. Τόμα (2005) 2 Α.Α.Δ. 713, Νικολάου ν. Αστυνομίας, Π.Ε. 195/2014, 20/3/2015, ΓΕ ν. Αβρααμίδη (1993) 2 ΑΑΔ 355, ΓΕ ν. Σωτηρίου (2003) 2 ΑΑΔ 331, Παμπακάς κ.ά. ν. Αστυνομίας (1990) 2 ΑΑΔ 487, Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας (1989) 2 ΑΑΔ 109.

[11] Γενικός Εισαγγελέας ν. Σωτηρίου (2003) 2 Α.Α.Δ. 331.

[12] Παμπακάς κ.ά. ν. Αστυνομίας (1990) 2 Α.Α.Δ. 487, 491.

[13] Γ.Ε. ν. Σωκράτη Αβρααμίδη (1993) 2 ΑΑΔ 355.

[14] Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας (1989) 2 Α.Α.Δ. 109.

[15] Στην υπόθεση Γ.Ε. ν. Αβρααμίδη (1993) 2 Α.Α.Δ. 355, η οποία αφορούσε επίσης έφεση επί ποινής προστίμου μετά από παραδοχή σε θανατηφόρο δυνάμει του α. 210 του ΠΚ, λέχθηκαν τα εξής: «Έχει νομολογηθεί ότι η πάροδος αρκετού χρόνου από τη διάπραξη του αδικήματος είναι στοιχείο ουσιώδες που λαμβάνεται υπόψη στην επιβολή της ποινής, ειδικά αναφορικά με το είδος της ποινής, δηλαδή αν θα επιβληθεί ποινή φυλάκισης. Εκτός στις περιπτώσεις που θεωρείται απόλυτα αναγκαίο, είναι ανεπιθύμητη η επιβολή ποινής φυλάκισης μετά από παρέλευση μακρού χρόνου από την ημέρα της διάπραξης του αδικήματος (βλ., μεταξύ άλλων, Γ.Ε. ν. Νεοφύτου (1991) 2 Α.Α.Δ. 5, σελ. 10, Γ. Ε. ν. Τέλλα (1991) 2 Α.Α.Δ. 71, σελ. 77 και Γ.Ε. ν. Γεώργιου Ανδρέα Πότση (2000) 2 Α.Α.Δ. 252 και Γ. Ε. ν. Γεωργίου (2001) 2 Α.Α.Δ. 272).

[16] Στην Μενέλαος Νικολάου ν. Αστυνομία (2015) 2 Α.Α.Δ. 103, η οποία ακολούθησε, συγκεφαλαιώθηκαν οι κατευθυντήριες γραμμές για τον καθορισμό, τόσο του είδους της ποινής, όσο και της έκτασης της σε υποθέσεις θανατηφόρων τροχαίων δυστυχημάτων.

[17] Γ. Ε. ν. Κουκκίδη (2013) 2 Α.Α.Δ. 191. Βλέπε επίσης, Φιντανάκης ν. Αστυνομίας (2014) 2 Α.Α.Δ. 695, Savencu v. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 194/19, ημερ. 9.7.2020, ECLI:CY:AD:2020:B236, Χριστοφή ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 50/24, ημερ. 2.8.2024, ΓΕ ν. Ιωάννου, Π.Ε. 221/2013, 28/9/2015.

[18] Γ.Μ. Πική, σελ. 3

[19] 22 C.L.R., 147

[20] Supra, σελ. 2, 5‑8

[24] Schadow ν. Αστυνομίας (1992) 2ΑΑΔ168, Νικολάου ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 179/2022, ημερ. 08/05/2023, Louis Travel Ltd v. Idrogios Lia’s Travel and Tours Ltd, Ποιν. Έφ. 211/2019, ημερ. 25/02/2021; Πεγειώτη (ανωτέρω), Βασιλείου ν. Δημοκρατίας (2002) 2 Α.Α.Δ. 104, Memic ν. Δημοκρατίας (2014) 2 Α.Α.Δ. 276.

[25] Χριστοφίδης ν Αστυνομίας (2004) 2 ΑΑΔ 148.

[26] Σε άτομα νεαρής ηλικίας η ανάγκη για αποτροπή μετριάζεται από το συμφέρον της κοινωνίας στην αναμόρφωση (βλ. Sentencing in Cyprus, Γ.Μ. Πικής, 2η έκδοση, σελ. 88-90).

[27] Ina Yasar v. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 229/2024, ημερ. 08/11/2024, Γ.Ε. ν. Α. Ευθυβούλου, Ποιν. Έφ. 124/2024, ημερ. 17/03/2025, Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 153/23, ημερ. 29.2.2024, Μενέλαος Νικολάου ν. Αστυνομίας (2015) 2 ΑΑΔ 103, Γενικός Εισαγγελέας ν. Κουκκίδη (2013) 2 Α.Α.Δ. 191, Νεοφύτου ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 9/21, ημερ. 29.7.2021.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο