ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ
Ενώπιον: Χρ. Γ. Ππεκρή, Ε.Δ.
Αρ. Υπόθεσης: 11235/25
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ
ν.
A.O.
Κατηγορούμενος
Ημερομηνία: 30.10.2025
ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ:
Για Κατηγορούσα Αρχή: κ. Γ. Αργυρού
Για Κατηγορούμενο: κα Ιωάννου
Ο κατηγορούμενος είναι παρών.
ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ
(Αίτημα για κράτηση κατηγορουμένου μέχρι τη δίκη του)
Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει συνολικά δέκα κατηγορίες μέσα στο πλαίσιο της παρούσας, εννέα εκ των οποίων αφορούν σε κατ’ ισχυρισμό αδικήματα κατά παράβαση του Περί Βίας στην Οικογένεια Νόμου, 119(Ι)/2000, και μία εκ των οποίων αφορά στο κατ’ ισχυρισμό αδίκημα της παραμονής παράνομου αλλοδαπού, κατά παράβαση του Περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου, Κεφ. 105.
Για σκοπούς πληρότητας της παρούσας, σημειώνω ότι την 26.8.2025 που η υπόθεση καταχωρίστηκε εκτάκτως στο Δικαστήριο, υποβλήθηκε αίτημα κράτησης του κατηγορουμένου από την Κατηγορούσα Αρχή, με αναφορά στον κίνδυνο μη προσέλευσης του κατηγορουμένου στο Δικαστήριο, στον κίνδυνο διάπραξης άλλων αδικημάτων και στον κίνδυνο επηρεασμού μαρτύρων, το οποίο εγκρίθηκε από το Δικαστήριο, υπό άλλη σύνθεση.
Κατά την εν λόγω ημερομηνία, η συνήγορος υπεράσπισης δεν έφερε ένσταση, επιφυλάσσοντας το δικαίωμα να αγορεύσει σε μεταγενέστερο στάδιο. Τα όσα εκτυλίχθηκαν μέσα στο πλαίσιο της εν λόγω διαδικασίας, είναι καταγεγραμμένα στο πρακτικό του Δικαστηρίου και δεν κρίνεται σκόπιμη η λεπτομερής παράθεσή τους.
Αφού ο κατηγορούμενος απάντησε μη παραδοχή στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει μέσα στο πλαίσιο της παρούσας, η συνήγορος υπεράσπισης έφερε ένσταση στην περαιτέρω κράτηση του κατηγορουμένου. Προς υποστήριξη του αιτήματός της, ανέφερε ότι το ζήτημα της κράτησης ενός κατηγορουμένου αποφασίζεται κάθε φορά και στην προκειμένη περίπτωση, επικαλέστηκε αλλαγή των δεδομένων, επιχειρηματολογώντας ότι ο κατηγορούμενος διαμένει νόμιμα στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας, εφόσον υπέβαλε αίτηση ασύλου στο μεσοδιάστημα. Ως εκ τούτου, επιχειρηματολόγησε ότι δεν υφίσταται πλέον κίνδυνος φυγοδικίας.
Αναφορικά με την πιθανότητα διάπραξης άλλων αδικημάτων, ανέφερε ότι οι υποθέσεις που εκκρεμούν αφορούν σε άλλες περιπτώσεις και όχι σε ομοειδή αδικήματα, ενώ σε σχέση με την πιθανότητα επηρεασμού μαρτύρων, επικαλέστηκε ότι είναι δυνατή η έκδοση διατάγματος αποκλεισμού.
Εκ διαμέτρου αντίθετη ήταν η τοποθέτηση του ευπαίδευτου εκπροσώπου της Κατηγορούσας Αρχής, ο οποίος υιοθέτησε τα όσα ανέφερε κατά την πρώτη του αγόρευση ενώπιον του Δικαστηρίου και περαιτέρω ανέφερε ότι η υποβολή αίτησης ασύλου δεν συνιστά ισχυρό δεσμό με τη Δημοκρατία, ενώ σε σχέση με τους άλλους παράγοντες που επικαλέστηκε, οι οποίοι έγιναν αποδεκτοί από το Δικαστήριο, ήτοι του κινδύνου διάπραξης άλλων αδικημάτων και επηρεασμού μαρτύρων, δεν υπήρξε οποιαδήποτε διαφοροποίηση.
Σύμφωνα με τη νομολογία, μετά από την πρώτη διαταγή του Δικαστηρίου για κράτηση, το Δικαστήριο εξετάζει το θέμα της περαιτέρω κράτησης όχι εξ υπαρχής, αλλά μόνο με αναφορά σε οποιαδήποτε νέα δεδομένα ήθελαν προκύψει και τα οποία ενδεχομένως να διαφοροποιούν την κρίση του επί του θέματος της κράτησης και όχι με αναφορά σε δεδομένα τα οποία υφίσταντο ευθύς εξ αρχής.[1]
Σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την Μαυρομιχάλης κ.α. v Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις 165/2020 και 166/2020 ημερ. 22.10.2020:
«Η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου έχει καταδείξει, όσον αφορά την πιο πάνω πτυχή, ότι, εκκρεμούσης της δίκης, η εξέταση ενστάσεως σε επαναλαμβανόμενο αίτημα κράτησης κατηγορουμένου προσώπου διενεργείται με αφετηρία το τελευταίο διαφοροποιητικό γεγονός, εάν υπάρχει τέτοιο. Διαπιστώνεται, έτσι, εφόσον περί τούτου πρόκειται, το περιεχόμενο της νέας μαρτυρίας που έχει, στο μεταξύ, προκύψει και η τυχόν επίδρασή της στην ήδη υπάρχουσα μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής, ως προς την πιθανότητα καταδίκης του κατηγορουμένου. Άλλως πως, δε δικαιολογείται η εξέταση, εκ νέου, του πλαισίου, νομικού ή και πραγματικού, εντός του οποίου έχει εκδοθεί προηγούμενο διάταγμα κράτησης, της θέσης αυτής οριζομένης από το δόγμα του δεδικασμένου. Η σχετική νομολογία επιβεβαιώθηκε, πολύ πρόσφατα, στην J. Kalfat κ.ά. ν. Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις Αρ. 125/2020 και 126/2020, 8.10.2020».
Στην προκειμένη περίπτωση, από μελέτη του φακέλου του Δικαστηρίου, διαπιστώνω ότι αποφασίστηκε η κράτηση του κατηγορουμένου και επί των τριών παραγόντων, απόφαση η οποία δεν εφεσιβλήθηκε. Σήμερα, η πλευρά της Υπεράσπισης επικαλείται αλλαγή των δεδομένων, επικαλούμενη ότι έχει εξαλειφθεί ο κίνδυνος φυγοδικίας, για τους λόγους που έχει προβάλει, ως καταγράφονται ανωτέρω.
Επισημαίνω, ότι σε σχέση με τους άλλους δύο παράγοντες, ήτοι τον κίνδυνο διάπραξης άλλων αδικημάτων και τον κίνδυνο επηρεασμού μαρτύρων, δεν προβλήθηκε οποιαδήποτε επιχειρηματολογία σε σχέση με την ύπαρξη νέων στοιχείων ή διαφοροποίηση των δεδομένων που ίσχυαν προηγουμένως. Η δε θέση ότι εκκρεμούσε η έγκριση της νομικής αρωγής και ως εκ τούτου το όλο ζήτημα εκκρεμούσε, ενόψει της επιφύλαξης του δικαιώματος της πλευράς της υπεράσπισης να αγορεύσει σε μεταγενέστερο στάδιο, δεν βρίσκει έρεισμα στη σχετική επί του θέματος νομολογία. Εξηγώ.
Στην Bashar Turk v. Δημοκρατίας Π.Ε. 76/2025 και 77/2025 ημερ. 4.6.2025, η Ένσταση στο αίτημα για κράτηση των Εφεσειόντων τέθηκε για πρώτη φορά αφού αυτοί δήλωσαν μη παραδοχή στις κατηγορίες που αντιμετώπιζαν. Το Κακουργοδικείο κατέληξε ότι η επιφύλαξη του δικαιώματος των Εφεσειόντων να ενστούν στο αίτημα κράτησης δεν δημιουργούσε άνευ ετέρου υποχρέωση στο Δικαστήριο για εξέτασή του εξ υπαρχής και ότι η διαφοροποίηση της προηγούμενης απόφασης του μπορούσε να επιτραπεί μόνο κατ' επίκληση νέων δεδομένων, κατάληξη την οποία επικύρωσε το Εφετείο. Ως επίσης αναφέρθηκε μέσα στο πλαίσιο της εν λόγω απόφασης, σαφώς υφίσταται δικαίωμα σε κατηγορούμενο να επιφυλάξει το δικαίωμα του να ενστεί σε αίτημα για κράτηση, επιφύλαξη η οποία ωστόσο πρέπει να γίνεται για κάποιο συγκεκριμένο λόγο και όχι αόριστα.
Σχετικά είναι και τα όσα αναφέρθηκαν στην Ιvanov ν. Αστυνομίας, Π.Ε. Αρ. 85/2024, ημερ. 30.4.2024, στην οποία παρέπεμψε το Εφετείο:
«…Η θέση του ευπαιδεύτου συνηγόρου ότι το νέο στοιχείο που είχε ενώπιον του το Δικαστήριο ήταν η εκπροσώπηση του Εφεσείοντος από δικηγόρο και η υποβολή ένστασης μέσω του, θα ήταν ορθή νοουμένου όμως ότι τέτοια ένσταση υποβάλλετο κατά την πρώτη δικάσιμο που ο συνήγορος εμφανίστηκε εκ μέρους του Εφεσείοντος, ήτοι στις 7.2.2024. Αντί τούτου, κατά την εν λόγω ημερομηνία ο συνήγορος δήλωσε ότι δεν έχει ένσταση στη συνέχιση της κράτησης του Εφεσείοντος σε εκείνο το στάδιο, ενώ στις 27.2.2024 σε καμία τοποθέτηση προέβη επί του θέματος. Στη βάση των όσων είχαν παλαιότερα δηλωθεί, καθώς και στη βάση της λογικής των πραγμάτων, θα ανέμενε κάποιος εάν υπήρχε ένσταση να τεθεί σε αυτή την πρώτη εμφάνιση με δικηγόρο.
Υπό τις περιστάσεις αυτές, στις οποίες υπήρξε επιφύλαξη μέχρι εμφάνισης συνηγόρου δεν μας φαίνεται πειστικό το επιχείρημα ότι η δυνατότητα σε συνήγορο να υποβάλει ένσταση στην κράτηση παραμένει χωρίς όρια ως προς το χρονικό στάδιο κατά το οποίο τέτοια μπορεί να προβληθεί. Η επιφύλαξη του δικαιώματος του Εφεσείοντος να ενστεί στην κράτηση του εν' όψει του ότι δεν εκπροσωπείτο από συνήγορο, μπορούσε να θεωρηθεί ότι υφίστατο ακριβώς για όσο χρόνο υφίστατο και η μη εκπροσώπηση του αυτή. Με την διαφοροποίηση στο καθεστώς εκπροσώπησης του, η όποια ένσταση θα έπρεπε να είχε προωθηθεί κατά την πρώτη εμφάνιση συνηγόρου. Αφού αυτό δεν έγινε για τις επόμενες δύο δικασίμους, ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο εξέλαβε το αίτημα κράτησης ως επαναλαμβανόμενο στο πλαίσιο εξέτασης του οποίου θα εξέταζε μόνο την ύπαρξη κάποιου διαφοροποιητικού στοιχείου και την επιμήκυνση του χρόνου κράτησης».
Ως εκ των άνω, προχωρώ να εξετάσω κατά πόσο, τα δεδομένα τα οποία επικαλέστηκε η συνήγορος υπεράσπισης, δυνατό να οδηγήσουν σε συμπέρασμα ότι έχει εξαλειφθεί ο κίνδυνος φυγοδικίας.
Παρεμβάλλω, ότι για σκοπούς εξέτασης του αιτήματος και λαμβανομένης υπόψη της θέσης του εκπροσώπου της Κατηγορούσας Αρχής, ότι υιοθετεί τα όσα ανέφερε σε προγενέστερο στάδιο, έχω διέλθει των όσων κατατέθηκαν κατά το στάδιο των αγορεύσεων για σκοπούς του αιτήματος κράτησης και των πρακτικών του Δικαστηρίου.
Ως προκύπτει λοιπόν από τον φάκελο του Δικαστηρίου, επί του κινδύνου φυγοδικίας, αφού η Κατηγορούσα Αρχή παρέθεσε τις νομικές αρχές που διέπουν το θέμα, επικαλέστηκε τη σοβαρότητα των αδικημάτων που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει, σε σχέση δε με τις προσωπικές περιστάσεις του, ανέφερε ότι πρόκειται για αλλοδαπό πρόσωπο το οποίο αντιμετωπίζει κατηγορία παράνομης παραμονής της Δημοκρατίας, καθώς η άδεια παραμονής του έληξε την 7.9.2022. Σχετικά παρέπεμψε στην κλασσική επί του θέματος αυθεντία, Mingxia Hua ν. Αστυνομίας (2011) 2 ΑΑΔ 152.
Στον αντίποδα, η ευπαίδευτη συνήγορος Υπεράσπισης, επικαλείται ότι ο κατηγορούμενος βρίσκεται πλέον νόμιμα στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας και συνεπώς έχουν διαφοροποιηθεί τα δεδομένα και δεν υπάρχει κίνδυνος διαφυγής του.
Ως έχει νομολογηθεί, ο κίνδυνος φυγοδικίας, εκτιμάται στη βάση τριών αντικειμενικών κριτηρίων:
- Τη σοβαρότητα του αδικήματος,
- Την πιθανότητας καταδίκης και
- Το ενδεχόμενο αυστηρής τιμωρίας.
Λαμβάνονται ωστόσο σοβαρά υπόψη και άλλοι σχετικοί παράγοντες που ανάγονται σε υποκειμενικά δεδομένα, όπως οι προσωπικές περιστάσεις του υπόδικου και οι δεσμοί του με την Κύπρο χωρίς, όμως, όλα αυτά να απομονώνονται και να υπερφαλαγγίζουν το γενικότερο δημόσιο συμφέρον προς απονομή της Δικαιοσύνης.[2]
Αναμφίβολα, η σοβαρότητα των κατηγοριών που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος είναι δεδομένη, πράγμα το οποίο αντικατοπτρίζεται από τις ποινές που προβλέπει η οικεία νομοθεσία. Ειδικότερα, για το αδίκημα της κοινής επίθεσης, που αφορούν οι κατηγορίες 1 – 3, ο Ποινικός Κώδικας προβλέπει την επιβολή ποινή φυλάκισης έως και ένα έτος, ενώ ο Περί Βίας στην Οικογένεια Νόμος 119(Ι)/2000 που αναγράφεται στο κατηγορητήριο, προβλέπει την επιβολή ποινής για το συγκεκριμένο αδίκημα έως και δύο έτη. Αναφορικά δε με το αδίκημα της επίθεσης προκαλούσας πραγματικής σωματικής βλάβης, που αφορά η έκτη κατηγορία, ο Ποινικός Κώδικας προβλέπει την επιβολή ποινή φυλάκισης έως και τρία έτη. Επίσης, για το αδίκημα της απειλής, που αφορούν οι κατηγορίες 4, 5 και 7, ο Ποινικός Κώδικας προβλέπει ποινή φυλάκισης έως και τρία έτη, ενώ για το αδίκημα της άσκησης βίας στην οικογένεια και της άσκησης ψυχολογικής βίας, η οικεία νομοθεσία προβλέπει ποινή φυλάκισης έως και πέντε έτη. Τέλος, για το αδίκημα της παραμονής στη Δημοκρατία χωρίς άδεια, ο περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμος, Κεφ. 105, προβλέπει την επιβολή ποινής έως και ένα έτος.
Αντλώντας καθοδήγηση από τη σχετική νομολογία, θεωρώ ότι σε περίπτωση που αποδειχθεί η ενοχή του κατηγορουμένου, αναμένεται να επιβληθεί σε αυτόν αυστηρή ποινή στερητική της ελευθερίας.
Σε σχέση με την πιθανότητα καταδίκης, επισημαίνω ότι στο παρόν στάδιο, η μαρτυρία εξετάζεται στην όψη της και δεν είναι καθήκον του Δικαστηρίου να προβεί σε οποιοδήποτε εύρημα ή αξιολόγηση επί της ουσίας της υπόθεσης, παρά μόνο εξετάζεται κατά πόσο η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής έχει τόση δύναμη ώστε να πιθανολογήσει καταδίκη, έστω και αν διαπιστώνεται ακόμα και εύλογη προσδοκία αθώωσης.[3]
Καθοδηγούμενη από την ισχύουσα νομολογία, αλλά και με βάση το Τεκμήριο Α το οποίο έχω διεξέλθει συνολικά και για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας, ικανοποιούμαι ότι προκύπτει και αναδύεται στο παρόν στάδιο η απαιτούμενη μαρτυρία, η οποία παρέχει ένδειξη πιθανότητας καταδίκης του κατηγορουμένου, χωρίς ωστόσο να αποκλείεται η εύλογη προσδοκία αθώωσής του.
Χωρίς να υπεισέρχομαι στην ουσία της υπόθεσης και αποκλειστικά για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας, παραπέμπω στο Κυανούν 1, ήτοι κατάθεση της παραπονούμενης, πρώην συμβίας του κατηγορούμενου, μέσω της οποίας αυτή κατήγγειλε διάφορα κατ’ ισχυρισμό περιστατικά όπου ο κατηγορούμενος τη χτύπησε, ενώ σε ένα από τα περιστατικά αυτά, προτάσσοντας μαχαίρι, την απείλησε ότι θα την σφάξει. Σε άλλο περιστατικό το οποίο η παραπονούμενη περιγράφει στην κατάθεσή της, προτάσσοντας μαχαίρι την απείλησε ότι θα την σκοτώσει. Αναφέρει περαιτέρω στην κατάθεσή της, ότι στο παρελθόν ο κατηγορούμενος την απείλησε ότι αν πάει στην Αστυνομία και τον καταγγείλει, όταν βγει από τη φυλακή θα την σκοτώσει.
Παραπέμπω επίσης στην κατάθεση του Λοχ. [ ] ημερ. 26.8.2025, όπου αναφέρεται ότι κατόπιν σχετικού ελέγχου, διαπίστωσε ότι ο κατηγορούμενος διέμενε στην Κύπρο παράνομα καθώς η άδεια παραμονής του, ως σύζυγος Κύπριας πολίτη, έληξε την 7.9.2022.
Πέραν των ανωτέρω, λαμβάνω υπόψη μου τις προσωπικές περιστάσεις και τους δεσμούς του κατηγορουμένου με τη Δημοκρατία. Διαπιστώνω ότι πρόκειται για αλλοδαπό πρόσωπο, το οποίο διέμενε νόμιμα στην Κύπρο ως σύζυγος Κύπριας πολίτη και η εν λόγω άδεια παραμονής του έληξε την 7.9.2022. Σήμερα είναι αιτητής ασύλου. Πέραν τούτου, ουδείς δεσμός προβλήθηκε, με την Κυπριακή Δημοκρατία, που να εξουδετερώνει την πιθανότητα φυγοδικίας, λαμβανομένης υπόψη της σοβαρότητας των κατηγοριών που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει.
Δεν παραγνωρίζω τα όσα ανέφερε η ευπαίδευτη συνήγορος υπεράσπισης. Ωστόσο, δεν θεωρώ ότι παρουσιάστηκαν στο Δικαστήριο τέτοιοι ισχυροί δεσμοί με τη Δημοκρατία, ώστε το Δικαστήριο να καταλήξει σε συμπέρασμα ότι μπορεί να διασφαλίσει την παρουσία του κατηγορουμένου με όρους, λαμβανομένου υπόψη του ότι έχω λάβει υπόψη μου τη σοβαρότητα των αδικημάτων που αφορούν οι κατηγορίες, σε συνδυασμό με την πιθανότητα καταδίκης.
Σχετικά παραπέμπω στην πολύ πρόσφατη απόφαση του Εφετείου ημερ. 23.10.2025, Π.Ε. Αρ. 276/2025, Γ.Ε. ν. Mohamad Darraj, όπου, κατόπιν αναφοράς στη σχετική νομολογία, κρίθηκε ότι οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου δεν ήταν ικανές να υπερφαλαγγίσουν το δημόσιο συμφέρον και την αποφυγή του κινδύνου φυγοδικίας.
Ενόψει όλων των ανωτέρω, διατάζεται η κράτηση του κατηγορουμένου μέχρι την 4.12.2025 που η υπόθεση είναι ορισμένη για ακρόαση, διάστημα το οποίο δεν θεωρώ υπέρμετρο ή εκτός του ανεκτού επιτρεπόμενου πλαισίου, λαμβάνοντας υπόψη τον χρόνο από τον οποίο ο κατηγορούμενος τελεί υπό κράτηση.[4]
………………………
Χρ. Γ. Ππεκρή, Ε.Δ.
Πιστόν αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
[1] Δημητρίου κ.ά. v Δημοκρατίας (2013) 2 ΑΑΔ 416).
[3] Χριστόδουλος Νικήτας ν. Δημοκρατίας (2011) 2 Α.Α.Δ 54.
[4] Tasev Georgi v. Αστυνομίας (Αρ. 2) (2016) 2 ΑΑΔ 782.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο