ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Γ. Ππεκρή, Ε.Δ.
Αρ. Υπόθεσης: 15862/2024
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ
Κατηγορούσα Αρχή
ν.
YOUSEF AL ATRASH
Κατηγορούμενοι
Ημερομηνία: 20 Οκτωβρίου 2025
Εμφανίσεις:
Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Αργυρού
Για τον Κατηγορούμενο: κ. Σπηλιωτόπουλος
Κατηγορούμενος παρών.
ΠΟΙΝΗ
Ο κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος κατόπιν παραδοχής του για τη διάπραξη του αδικήματος της κλοπής, το οποίο αφορά η μοναδική κατηγορία την οποία αντιμετωπίζει μέσα στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης, κατά παράβαση των σχετικών προνοιών του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154.
Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο, ο κατηγορούμενος την 3.6.2024 στη Γερμασόγεια της επαρχίας Λεμεσού, έκλεψε ένα ηλεκτρικό ποδήλατο μάρκας ENGWE αξίας €1.500, περιουσία του μάρτυρα 1 επί του κατηγορητηρίου (στο εξής ο «ΜΚ1»).
Εκθέτοντας τα γεγονότα της υπόθεσης, ο ευπαίδευτος εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής κατέθεσε κείμενο γεγονότων, το οποίο σημειώθηκε ως Έγγραφο Α και κατατέθηκε στον φάκελο του Δικαστηρίου.
Ως αναφέρεται, μεταξύ άλλων, στο Έγγραφο Α, την 5.6.2024 ο ΜΚ1 επισκέφθηκε τον Αστυνομικό Σταθμό Γερμασόγειας και κατήγγειλε ότι την 3.6.2024, στον χώρο στάθμευσης πολυκατοικίας στη Γερμασόγεια όπου διαμένει, κλάπηκε το ηλεκτρικό του ποδήλατο αξίας €1.500.
Την 18.7.2024 δόθηκε πληροφορία στο Τμήμα Μικροπαραβάσεων Λεμεσού, ότι η εταιρεία Global Watch Director άρχισε κατεδαφίσεις σε παλαιό κτίριο το οποίο της ανήκει και ενώ κατεδάφισαν το μισό κτίριο, αντιλήφθηκαν ότι στο άλλο μισό διαμένει ένας αλλοδαπός ο οποίος είναι άστεγος και αρνείτο να φύγει. Μέλη του Τμήματος Μικροπαραβάσεων επισκέφθηκαν το μέρος και κατόπιν σχετικών εξετάσεων, διαπίστωσαν ότι επρόκειτο για τον κατηγορούμενο, ο οποίος βρίσκεται στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας ως πολιτικός πρόσφυγας.
Από έλεγχο που διενεργήθηκε, εντοπίστηκαν εντός της εν λόγω οικίας διάφορα αντικείμενα, στα οποία περιλαμβάνονταν, μεταξύ άλλων, ηλεκτρικά σκούτερ και ηλεκτρικά ποδήματα, αναφορικά με την κατοχή των οποίων ο κατηγορούμενος δεν έδωσε επαρκείς εξηγήσεις. Ο κατηγορούμενος συνελήφθη για το αυτόφωρο αδίκημα της παράνομης κατοχής περιουσίας και τα ανευρεθέντα αντικείμενα μεταφέρθηκαν στην Αστυνομική Διεύθυνση Λεμεσού.
Ανακρινόμενος σε σχέση με το ποδήλατο που κλάπηκε την 3.6.2024, ο κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ότι του το έφερε κάποιο πρόσωπο αφρικανικής καταγωγής με σκοπό να το επιδιορθώσει. Ο ΜΚ1 αναγνώρισε το ποδήλατό του στον χώρο του Δικαστηρίου την 20.7.2024, όταν ο κατηγορούμενος οδηγήθηκε στο Δικαστήριο για σκοπούς προσωποκράτησης.
Ο κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου και κατά τον χρόνο διάπραξης των αδικημάτων ήταν 31 ετών.
Με τη συγκατάθεση της Κατηγορούσας Αρχής, εγκρίθηκε αίτημα της Υπεράσπισης, το οποίο υποβλήθηκε δυνάμει του άρθρου 81 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, ώστε να ληφθούν υπόψη, για σκοπούς επιβολής ποινής στον κατηγορούμενο, οι υποθέσεις με αρ. 15864/24 και 19888/24 που εκκρεμούν εναντίον του. Παραθέτω εν συνεχεία τα γεγονότα που αφορούν στις εν λόγω υποθέσεις.
Στην υπόθεση υπ’ αρ. 15864/24, ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε ενοχή στο αδίκημα της κλεπταποδοχής, που αφορά η μοναδική κατηγορία που αντιμετωπίζει, κατά παράβαση των σχετικών προνοιών του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154.
Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο, ο κατηγορούμενος, μεταξύ της 14.8.2023 και της 27.8.2023 στη Λεμεσό, κατακράτησε περιουσία, δηλαδή ένα ηλεκτρικό σκούτερ μάρκας ΧΙΑΟΜΙ, αξίας €470, περιουσία του μάρτυρα 1 επί του κατηγορητηρίου (στο εξής ο «ΜΚ1»), γνωρίζοντας ότι αυτό ήταν κλοπιμαίο.
Εκθέτοντας τα γεγονότα της υπόθεσης αυτής, ο ευπαίδευτος εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής κατέθεσε κείμενο γεγονότων, το οποίο σημειώθηκε ως Έγγραφο Β και κατατέθηκε στον φάκελο του Δικαστηρίου.
Σύμφωνα με το Έγγραφο Β, την 15.8.2023 καταγγέλθηκε στον Αστυνομικό Σταθμό Αγίου Ιωάννη στη Λεμεσό από τον ΜΚ1, ότι την 14.8.2023 κλάπηκε το ηλεκτρικό του σκούτερ αξίας €500 ενώ βρισκόταν σε ανοιχτό χώρο στάθμευσης. Την 27.8.2023, ο ΜΚ1 ενημέρωσε τηλεφωνικώς τον Αστυνομικό Σταθμό Αγίου Ιωάννη ότι αναγνώρισε το σκούτερ του να διατίθεται προς πώληση, σε σχετική ανάρτηση σε μέσο κοινωνικής δικτύωσης και διευθέτησε ραντεβού με τον πωλητή.
Αυθημερόν, μέλη του Αστυνομικού Σταθμού συνάντησαν τον ΜΚ1, ο οποίος τους υπέδειξε τον άνδρα που παρουσιαζόταν ως πωλητής του κλοπιμαίου σκούτερ του. Επρόκειτο για τον κατηγορούμενο, ο οποίος συγκατατέθηκε σε έρευνα στην οικία του, στην οποία εντοπίστηκαν πολλά σκούτερ. Αφού ο ΜΚ1 αναγνώρισε το κλοπιμαίο σκούτερ του, ο κατηγορούμενος ανέφερε ότι αγόρασε το συγκεκριμένο σκούτερ από άλλο πρόσωπο, μαζί με άλλα τέσσερα σκούτερ, ενώ δεν παρουσίασε αποδείξεις αγορών σε σχέση με τα υπόλοιπα αντικείμενα που βρέθηκαν στην οικία του.
Ανακρινόμενος, ο κατηγορούμενος ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι ασχολείται με την αγοραπωλησία και επιδιόρθωση σκούτερ και δραστηριοποιείται μέσω της ισοτσελίδας Bazaraki, εισήγαγε από την Κίνα δέκα σκούτερ και επίσης αγόρασε από συγκεκριμένο κατάστημα στη Λεμεσό άλλα πέντε σκούτερ.
Στην υπόθεση υπ’ αρ. 19888/24, ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε ενοχή στο αδίκημα της εξασφάλισης πίστωσης με ψευδείς παραστάσεις, που αφορά η μοναδική κατηγορία που αντιμετωπίζει, κατά παράβαση των σχετικών προνοιών του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154.
Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο, ο κατηγορούμενος, την 8.11.2024 στη Λεμεσό, κατά τη σύναψη χρέους ή την ανάληψη υποχρέωσης, εξασφάλισε πίστωση ύψους €134.50 από το εστιατόριο με την ονομασία «CENTER STAGE» που βρίσκεται στο καζίνο City of Dreams Mediterranean, με ψευδείς παραστάσεις.
Εκθέτοντας τα γεγονότα της υπόθεσης αυτής, ο ευπαίδευτος εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής κατέθεσε κείμενο γεγονότων, το οποίο σημειώθηκε ως Έγγραφο Γ και κατατέθηκε στον φάκελο του Δικαστηρίου.
Σύμφωνα με το Έγγραφο Γ, την 9.11.2024 καταγγέλθηκε στον Αστυνομικό Σταθμό Επισκοπής, από τον υπεύθυνο του εστιατορίου με την ονομασία «CENTER STAGE» του καζίνο City of Dreams Mediterranean, ότι την 8.11.2024, άγνωστος αλλοδαπός έφαγε στο εν λόγω εστιατόριο και προσπάθησε να εξέλθει από αυτό χωρίς να πληρώσει τον λογαριασμό του, με αποτέλεσμα να ανακοπεί από τους φρουρούς ασφαλείας του καζίνο και να περιοριστεί μέχρι την άφιξη της Αστυνομίας. Από εξετάσεις που διενεργήθηκαν, όταν μέλος της Αστυνομίας μετέβη στο μέρος, διαπιστώθηκε ότι επρόκειτο για τον κατηγορούμενο, ο οποίος ανέφερε ότι δεν είχε χρήματα για να πληρώσει τον λογαριασμό και ότι θα το πράξει μόλις έχει χρήματα, ενώ πήγε στο εστιατόριο, νομίζοντας ότι έλαβε κάποια πρόσκληση από την εφαρμογή BOLT.
Αγορεύοντας για σκοπούς μετριασμού της ποινής που θα επιβληθεί στον κατηγορούμενο, ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης υιοθέτησε την Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας η οποία είναι κατατεθειμένη στον φάκελο του Δικαστηρίου και κάλεσε το Δικαστήριο όπως λάβει υπόψη του το λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου και την απολογία του, καθώς επίσης και τον χρόνο που έχει διαρρεύσει από τη διάπραξη του αδικήματος. Περαιτέρω επικαλέστηκε τις συνθήκες διάπραξης του αδικήματος, καθώς επίσης και τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου, αναφέροντας ότι πρόκειται για άτομο που κατάγεται από τη Γάζα, όπου βρίσκεται η οικογένειά του την οποία βοηθά οικονομικά όταν εργάζεται, ενώ διατηρούσε εργαστήριο επιδιόρθωσης σκούτερ το οποίο κατεδαφίστηκε και από όπου τον έδιωξαν και είναι πλέον άστεγος. Τέλος, εισηγήθηκε όπως τυχόν επιβολή ποινής στερητικής της ελευθερίας, ανασταλεί.
Στην Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, αναφέρεται ότι ο κατηγορούμενος είναι άγαμος και δεν διαθέτει εισοδήματα, αποταμιεύσεις, χρέη ή οποιαδήποτε περιουσιακά στοιχεία. Κατάγεται από την Παλαιστίνη, όπου διαμένουν οι γονείς του μαζί με τα έξι αδέρφια του και είναι απόφοιτος Μέσης Εκπαίδευσης. Μετά την ενηλικίωσή του διέφυγε στις κατεχόμενες περιοχές της Κυπριακής Δημοκρατίας και έπειτα μετέβη στις ελεύθερες περιοχές, όπου διαμένει μέχρι σήμερα. Φιλοξενήθηκε στο Κέντρο Φιλοξενίας Πουρνάρα για ένα μήνα και ακολούθως μετέβη στη Λεμεσό όπου διέμενε με τις πρώην συμβίες του, ενώ εργάστηκε για περίπου ενάμιση χρόνο.
Έχοντας κατά νου όλα όσα τέθηκαν ενώπιόν μου, προχωρώ να εξετάσω την επιβολή της αρμόζουσας υπό τις περιστάσεις ποινή στον κατηγορούμενο.
Η επιβολή ποινής συνιστά ένα πολύ λεπτό έργο του Δικαστηρίου, καθώς απαιτείται η εξισορρόπηση μεταξύ του γενικού συμφέροντος απονομής της δικαιοσύνης και της εξατομίκευσης της ποινής, λαμβανομένων υπόψη των ειδικών περιστατικών εκάστης περίπτωσης, καθώς επίσης και της σοβαρότητας του διαπραχθέντος αδικήματος. Με άλλα λόγια, η ποινή που θα επιβληθεί, πρέπει να αρμόζει στο πρόσωπο του παραβάτη, αλλά και στο αδίκημα που έχει διαπραχθεί.[1]
Παράλληλα, η εξατομίκευση της ποινής δεν συνεπάγεται εξουδετέρωση, ούτε της σοβαρότητας του εγκλήματος, ούτε του στοιχείου της αποτροπής, όταν συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή, τόσο για τον ίδιο τον κατηγορούμενο, όσο και για το κοινό γενικότερα.[2] Επισημαίνεται ωστόσο, ότι η σοβαρότητα των διαπραχθέντων αδικημάτων, δεν οδηγεί σε ατονία το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής.[3]
Διαφωτιστικά είναι τα όσα αναφέρθηκαν επί τούτου στην Πισκόπου v. Δημοκρατίας (1999) 2 Α.Α.Δ. 342.
Αναφορικά με τη σοβαρότητα των κατηγοριών που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος, αυτή αντανακλάται από τις ποινές που προβλέπει η οικεία νομοθεσία,[4] καθώς, ως έχει νομολογηθεί, το μέγιστο ύψος της ποινής που είναι δυνατό να επιβληθεί, λαμβανομένης υπόψη της εκ του νόμου προβλεπόμενης ποινής, αποτελεί τη βάση από την οποία το Δικαστήριο ξεκινά τη διεργασία του, για σκοπούς επιμέτρησης και καθορισμού της ποινής.[5]
Ειδικότερα, για το αδίκημα της κλοπής, το οποίο συνιστά κακούργημα, το αρ. 262 του Ποινικού Κώδικα προβλέπει ποινή φυλάκισης μέχρι και τρία έτη.
Πέραν της αντικειμενικής σοβαρότητας του αδικήματος, η οποία πηγάζει από την προβλεπόμενη εκ της νομοθεσίας ποινή, η σοβαρότητά του προκύπτει και από τη σχετική επί του θέματος νομολογία.
Σχετικά παραπέμπω στις Ekole v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση αρ. 108/2021, ECLI:CY:AD:2022:B62 ημερ. 15.2.2022, Bezanidis v. Δημοκρατίας (2013) 2 ΑΑΔ 785, Saadi v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση αρ. 308/2014 ημερ. 24.6.2016 και Dygdalowicz v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση αρ. 11/2021 ημερ. 4.11.2022.
Ως έχει νομολογηθεί, τέτοιου είδους αδικήματα προκαλούν ρήγματα στην έννομη τάξη και διαβίωση και διαβρώνουν συνάμα το αίσθημα ασφάλειας του πολίτη.[6]
Στην Χασσάν v. Αστυνομίας (1992) 2 Α.Α.Δ. 78, ποινή φυλάκισης 15 μηνών που επιβλήθηκε για το αδίκημα κλοπής αντικειμένων αξίας Λ.Κ. 3.005,80 όπου μέρος αυτών είχε ανευρεθεί, επικυρώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο.
Επιπλέον, στην Ψύλλας v. Αστυνομίας (1991) 2 Α.Α.Δ. 430 επικυρώθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 6 μηνών για κλοπή ποσών Λ.Κ. 350,00 και Λ.Κ. 20,00.
Διαφωτιστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα, από την Ekole v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση αρ. 108/2021, ECLI:CY:AD:2022:B62 ημερ. 15.2.2022:
«Δεν είναι λίγες φορές που το Ανώτατο Δικαστήριο έχει τονίσει ότι οι κλοπές και διαρρήξεις, καθώς και ομοειδή αδικήματα, βρίσκονται εδώ και χρόνια στην πρώτη γραμμή της εγκληματικότητας. Ορθά, επομένως, το πρωτόδικο Δικαστήριο αναφέρθηκε στη συχνότητα διάπραξης αυτού του είδους των αδικημάτων και την αναγκαιότητα επιβολής αποτρεπτικών ποινών. Σχετικά είναι και τα όσα επισημάνθηκαν στην υπόθεση Bezanidis v. Δημοκρατίας (2013) 2 Α.Α.Δ. 785:
«Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η διάπραξη τέτοιων αδικημάτων επιφέρει ρήξη στον κοινωνικό ιστό και στην ευόδωση της επίτευξης του στόχου εδραίωσης μιας φιλήσυχης και ειρηνικής κοινωνίας στην οποία δικαιούται να προσβλέπει ο κάθε πολίτης ώστε να νοιώθει ασφάλεια. Στις πρόσφατες αποφάσεις Mixaylov κ.ά. ν. Αστυνομίας (2012) 2 Α.Α.Δ. 175, αναφέρθηκαν τα εξής:
«Στις πλέον πρόσφατες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου αναφορικά με υποθέσεις διάρρηξης και κλοπής, επανατονίσθηκε, η χωρίς σημεία κάμψης συνεχόμενη αυξητική τάση των διαρρήξεων και κλοπών, γεγονός που κλονίζει την ασφάλεια που πρέπει να αισθάνεται κάθε πολίτης ενός εύνομου κράτους, (Φραντζίδης ν. Αστυνομίας (2011) 2 Α.Α.Δ. 146). Παρόμοια επισήμανση ως προς το γεγονός ότι αδικήματα της φύσεως αυτής απασχολούν σχεδόν καθημερινά τα Δικαστήρια, με αποτέλεσμα οι ποινές που επιβάλλονται να πρέπει να είναι αποτρεπτικές, έγινε και στις υποθέσεις Bukowski και άλλος v. Αστυνομίας (2011) 2 Α.Α.Δ. 92.»
Παρεμβάλλω, ότι οι προηγούμενες αποφάσεις που αφορούν στην επιβολή ποινών, παρέχουν ένδειξη του μέτρου τιμωρίας συγκεκριμένων αδικημάτων και των παραμέτρων του καθορισμού της ποινής, πλην όμως δεν έχουν τον δεσμευτικό χαρακτήρα που ενέχει ο καθορισμός αρχών δικαίου, καθώς η ποινή που επιβάλλεται σε μια συγκεκριμένη υπόθεση, είναι αλληλένδετη με τις ιδιαιτερότητες των γεγονότων που τη συνθέτουν και των συνθηκών του εκάστοτε παραβάτη.[7]
Επιπρόσθετα, η συχνότητα διάπραξης τέτοιων αδικημάτων, αναφορικά με την οποία το Δικαστήριο αντλεί δικαστική γνώση από τις πολλές υποθέσεις που καταχωρούνται ενώπιον του, καταδεικνύει τη σοβαρότητά τους και συγχρόνως, επιτάσσει όπως τα Δικαστήρια προσεγγίζουν με αυστηρότητα τέτοια αδικήματα με σκοπό την αποτροπή τους, χωρίς βεβαίως αυτό να ατονεί το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής.[8]
Επισημαίνεται, ότι όταν το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και άλλα αδικήματα, μπορεί να επιβάλει μεγαλύτερη ποινή στις κατηγορίες που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο, από εκείνη που θα επέβαλλε αν είχε ενώπιόν του μόνο τις κατηγορίες που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο.[9]
Παράλληλα, εκεί όπου μια υπόθεση θα μπορούσε να είχε ληφθεί υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής και δεν λήφθηκε, αυτό δυνατό να αποτελέσει λόγο για μείωση της ποινής που επιβλήθηκε κατά τη μεταγενέστερη εκδίκαση του αδικήματος.[10]
Έχοντας κατά νου όλα τα ανωτέρω, προχωρώ στην επιβολή της αρμόζουσας κατά την κρίση μου ποινής στον κατηγορούμενο.
Προς τούτο, λαμβάνω υπόψη μου τα γεγονότα της υπόθεσης, ως εκτέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου και δεν τέθηκαν υπό αμφισβήτηση, καθώς επίσης και τη σοβαρότητα του αδικήματος που έχει διαπραχθεί και τον αποτρεπτικό χαρακτήρα που πρέπει να χαρακτηρίζει την ποινή που θα επιβληθεί.
Λαμβάνω επίσης υπόψη μου τις συνθήκες διάπραξης του αδικήματος, το λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορούμενου και την παραδοχή του, η οποία σύμφωνα με την ισχύουσα νομολογία προάγει τους σκοπούς της δικαιοσύνης, τον χρόνο που έχει διαρρεύσει από τη διάπραξη του αδικήματος, καθώς επίσης και τις προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις του κατηγορουμένου, ως καταγράφονται στην Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, χωρίς βεβαίως να παραγνωρίζω, ότι αυτές δεν υπερφαλαγγίζουν το δημόσιο συμφέρον, το οποίο επιτάσσει την επιβολή αυστηρών ποινών, αναφορικά με τη διάπραξη τέτοιας φύσεως αδικημάτων.
Συνεκτιμώντας και σταθμίζοντας όλους τους πιο πάνω παράγοντες, σε συνάρτηση με τα γεγονότα της υπόθεσης και τον αποτρεπτικό χαρακτήρα που πρέπει να διέπει την ποινή που θα επιβληθεί στον κατηγορούμενο, καταλήγω όλοι οι ανωτέρω παράγοντες μπορούν να επηρεάσουν το ύψος, αλλά όχι το είδος της ποινής, που δε μπορεί να είναι άλλη, από τη στέρηση της ελευθερίας. Αυτή, είναι και η μόνη ποινή η οποία θα στείλει κατά την κρίση του Δικαστηρίου, τα σωστά μηνύματα στην κοινωνία.
Συνεπακόλουθα, επιβάλλεται στον κατηγορούμενο ποινή φυλάκισης 18 μηνών.
Ενόψει του ότι η επιβληθείσα ποινή φυλάκισης δεν ξεπερνά τα τρία έτη, προχωρώ σε εξέταση του ενδεχομένου αναστολής της.
Σύμφωνα με το άρθρο 3 του περί της Υφ' Όρων Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, Ν. 95/72, όπως τροποποιήθηκε από τον Ν.186(Ι)/2003, η ποινή της φυλάκισης μπορεί να ανασταλεί, κατόπιν άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, νοουμένου ότι αυτή δεν ξεπερνά τα τρία έτη.
Πρόκειται για εξουσία του Δικαστηρίου η οποία δυνατό να ασκηθεί εάν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου.[11]
Διευκρινίζεται, ότι η αναστολή της ποινής φυλάκισης δεν αποτελεί εναλλακτικό μέτρο τιμωρίας του κατηγορουμένου, αλλά διεργασία στην οποία προβαίνει το Δικαστήριο κατόπιν επιβολής ποινής φυλάκισης, εάν και εφόσον συντρέχουν λόγοι που αιτιολογούν την αναστολή της.[12]
Επιπρόσθετα, η ενδεχόμενη αναστολή της ποινής φυλάκισης δεν αλλοιώνει τον χαρακτήρα της ποινής, καθώς η δυνατότητα αναστολής της ποινής φυλάκισης, διαχωρίζεται από την απόφαση επιβολής ποινής φυλάκισης. Τα δε κριτήρια επί των οποίων θα βασιστεί το Δικαστήριο κατά τη βάσανο της αξιολόγησης αυτής δεν είναι ανελαστικά, αλλά παρέχεται ευρεία διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να σταθμίσει όλους τους παράγοντες, πάντοτε με γνώμονα το συμφέρον της δικαιοσύνης.[13]
Τα κριτήρια αξιολόγησης του ενδεχομένου της αναστολής της ποινής φυλάκισης, ως έχουν τεθεί νομολογιακώς, είναι τα ακόλουθα:[14]
(α) η σοβαρότητα του αδικήματος και τα κίνητρα διάπραξής του,
(β) το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου, δηλαδή αν είναι τέτοιο που υπάρχει η ανάγκη αποτροπής και
(γ) η διαγωγή του κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος συμπεριλαμβανομένης και της μεταμέλειας, καθώς ένας κατηγορούμενος με λευκό ποινικό μητρώο έχει καλύτερη απαίτηση για αναστολή.
Στην προκειμένη περίπτωση, κατόπιν έντονου προβληματισμού και αξιολογώντας όλα τα ανωτέρω, είναι η κρίση του παρόντος Δικαστηρίου, ότι το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου, δεν δικαιολογούν την άσκηση της διακριτικής μου ευχέρειας υπέρ της αναστολής εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης που έχει επιβληθεί στον κατηγορούμενο. Και τούτο, αφού έλαβα υπόψη μου όλα τα πιο πάνω δεδομένα, συμπεριλαμβανομένων των ελαφρυντικών παραγόντων που αφορούν στο πρόσωπο του κατηγορουμένου, οι οποίοι δεν μπορούν κατά την κρίση μου, να υπερφαλαγγίσουν το δημόσιο συμφέρον, το οποίο επιτάσσει την επιβολή αποτρεπτικών ποινών, ενόψει της ιδιαίτερης σοβαρότητας του αδικήματος που έχει διαπράξει ο κατηγορούμενος, αλλά και της έξαρσης στην οποία βρίσκονται τέτοιας φύσεως αδικήματα.
Ως έχει άλλωστε νομολογηθεί, η αναστολή της ποινής φυλάκισης δεν ενδείκνυται, όταν τα αδικήματα που αφορά η υπόθεση βρίσκονται σε έξαρση και η τιμωρία του παραβάτη, συνιστά επιπρόσθετα, μέσο αποτροπής άλλων πιθανών παραβατών, καθώς η προστασία του δημοσίου συμφέροντος, είναι υπεράνω οιωνδήποτε προσωπικών περιστάσεων.[15]
Ενόψει όλων των ανωτέρω, η ποινή φυλάκισης που επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο θα έχει άμεση ισχύ από σήμερα.
Στην επιμέτρηση της ποινής του κατηγορούμενου στην παρούσα υπόθεση λήφθηκαν υπόψη και οι ποινικές υποθέσεις υπ’ αρ. 15864/24 και 19888/24 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού.
Τα τεκμήρια της υπόθεσης να επιστραφούν στους νόμιμους δικαιούχους τους ή να διατεθούν βάσει της νομοθεσίας, εάν οι νόμιμοι δικαιούχοι τους δεν καταστεί εφικτό να εντοπιστούν.
(Υπ.) …………………..
Χρ. Γ. Ππεκρή, Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
[1] Κυριάκος Σακαρίδης ν. Αστυνομίας (2011) 2 ΑΑΔ 272.
[2] Οδυσσέας Θεοχάρη Καλανίδης κ.α. v. Αστυνομίας (2009) 2 ΑΑΔ 298, Σωκράτους v. Δημοκρατίας (1994) 2 Α.Α.Δ. 132 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Ανδρέα Τόκκαλλου (2001) 2 Α.Α.Δ. 95).
[5] Λεβέντης v. Αστυνομίας (1999) 2 ΑΑΔ 632, Γενικός Εισαγγελέας ν. Αριστοτέλους (2004) 2 ΑΑΔ 166.
[6] Παναγίδης v. Δημοκρατίας (1997) 2 Α.Α.Δ. 104, Γενικός Εισαγγελέας v. Cham & άλλων (1993) 2 A.A.Δ. 129.
[7] Χαραλάμπους v. Δημοκρατίας (2000) 2 Α.Α.Δ. 1, Ειρηναίος Γεωργίου ν. Δημοκρατίας Π.Ε. Αρ, 61/2020 ημερ. 14.7.2022.
[8] Κωνσταντίνου v. Δημοκρατίας (1989) 2 Α.Α.Δ. 224.
[9] Παντελής Κυριάκου Ιωάννου ν. Γεν. Εισαγγελέα της Δημοκρατίας (2005) 2 Α.Α.Δ. 598.
[10] Μιχάλης Παραρέ ν. Αστυνομίας (2013) 2 Α.Α.Δ. 257.
[11] Βλ. Siminoiu v. Αστυνομίας (2012) 2 ΑΑΔ 699 και Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας (2009) 2 ΑΑΔ 583.
[12] Βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Στέφανου Περατικού (1997) 2 Α.Α.Δ. 373.
[13] Koukos v. Police (1986) 2 C.L.R. 1.
[14] Γενικός Εισαγγελέας ν. Ρομίνα Τζιαουχάρη (2005) 2 ΑΑΔ 161 και Γενικός Εισαγγελέας v. Φανιέρου (1996) 2 ΑΑΔ 303.
[15] Σ.Π.Ε. Λακατάμιας-Δευτερας Λτδ. ν. Δράκου, Πoινική Έφεση Αρ.129/2015 ημερ. 15.11.2017.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο