ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.
Υπόθεση αρ. 225 / 2026
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ
ν.
1) S. c. n. k.
2) Π. Γ.,
___________________
Ημερομηνία: 8 Ιανουαρίου 2026
Εμφανίσεις:
Π. Αβρααμίδης, για την Κατηγορούσα Αρχή
Κ. Σπηλιωτόπουλος, για τον Κατηγορούμενο 1
Μ. Καούλλας, για τον Κατηγορούμενο 2
Κατηγορούμενοι: παρόντες
Αίτημα για προσωρινή κράτηση μέχρι τη δίκη
Α Π Ο Φ Α Σ Η
(ex tempore)
Οι Κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν κατηγορίες για συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος, απόπειρα καταστροφής περιουσίας με εκρηκτικές ύλες, κατοχή και μεταφορά εκρηκτικών υλών, και διάφορα άλλα αδικήματα, που φέρονται να διαπράχθηκαν στο χρονικό διάστημα από 24.12.2025 έως και 30.12.2025. Ο Κατηγορούμενος 1 πρόσθετα αντιμετωπίζει και κατηγορία για παραμονή στη Δημοκρατία χωρίς άδεια, σε διαφορετικό χρονικό πλαίσιο.
Η υπόθεση παραπέμφθηκε για εκδίκαση στο Κακουργιοδικείο που συνεδριάζει την 12.2.2026 ώρα 9:00π.μ.
Υποβλήθηκε αίτημα για την κράτηση των Κατηγορουμένων 1 και 2 μέχρι τότε, το οποίο βασίζεται στον κίνδυνο φυγοδικίας και στον κίνδυνο διάπραξης άλλων αδικημάτων μέχρι τη δίκη.
Η πλευρά της Κατηγορούσας Αρχής έθεσε υπόψη του Δικαστηρίου το μέχρι στιγμής διαθέσιμο μαρτυρικό υλικό (Τεκμήριο Α), και προηγούμενη καταδίκη αναφορικά με τον Κατηγορούμενο 2 (Τεκμήριο Β).
Ενόψει της υποβολής ένστασης στο αίτημα για κράτηση, από πλευράς του Κατηγορούμενου 2, ακούστηκε σχετική επιχειρηματολογία.
Νομικές πτυχές και εξέταση
Η προσωπική ελευθερία συνιστά θεμελιώδες δικαίωμα. Η προσωρινή κράτηση αποτελεί εξαιρετικό μέτρο, το οποίο εφαρμόζεται μόνον εφόσον πληρούνται συγκεκριμένες προϋποθέσεις, που προσεγγίζονται αυστηρά. Η πρώτη επιλογή του Δικαστηρίου είναι η υπό όρους απόλυση του Κατηγορουμένου, εκτός αν κρίνεται αναγκαία η κράτηση για την εξυπηρέτηση σκοπών απονομής της Δικαιοσύνης[1]. Έχουν αναγνωριστεί περιορισμένοι σκοποί ή λόγοι για τους οποίους μπορεί να δικαιολογηθεί η κράτηση.
Ένας εξ αυτών είναι ο κίνδυνος φυγοδικίας ή φυγής[2]. Η σχετική αξιολόγηση δεν μπορεί να εξαντλείται σε αφηρημένες γενικεύσεις ή υποθετικές εκτιμήσεις, αλλά πρέπει να βασίζεται σε τεκμηριωμένη ανάλυση. Ο κίνδυνος αυτός εκτιμάται με βάση τη σοβαρότητα του αδικήματος και τη δυνητική αυστηρότητα της προβλεπόμενης ποινής· την πιθανότητα καταδίκης, κατά την αρχική αξιολόγηση του μαρτυρικού υλικού· τις προσωπικές και κοινωνικές συνθήκες του Κατηγορουμένου, ιδίως ως προς τη διασύνδεσή του με τη χώρα και τον τρόπο ζωής του. Αν και το κίνητρο για φυγοδικία αυξάνεται όσο αυξάνεται η σοβαρότητα του αδικήματος[3], η σοβαρότητα του αδικήματος δεν αποτιμάται απομονωμένα. Όσο σοβαρό κι αν είναι το αδίκημα, η κατοχυρωμένη αρχή του τεκμηρίου αθωότητας υπαγορεύει ότι ο Κατηγορούμενος πρέπει να παραμένει ελεύθερος εν αναμονή της δίκης του, εκτός αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που καθιστούν την κράτηση απολύτως αναγκαία. Η σοβαρότητα τεκμαίρεται τόσο από την προβλεπόμενη ποινή όσο και από τη φύση των πράξεων. Αναγκαία, όπως προαναφέρθηκε, είναι και η πιθανολόγηση καταδίκης. Στηρίζεται στην εκτίμηση της ισχύος του μαρτυρικού υλικού, σε οπτική μόνο προσέγγιση. Το στάδιο αυτό δεν συνιστά αξιολόγηση ουσίας ή αποδοχή αποδεικτικών ισχυρισμών, αλλά απλή δικονομική στάθμιση. Το κριτήριο της πιθανολόγησης είναι κατώτερο από αυτό της απόδειξης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης και δεν συνεπάγεται κρίση για την ενοχή ή την αθωότητα. Η κατάθεση του Κατηγορουμένου, όπου προσφέρεται, δύναται να διαφωτίσει περαιτέρω την εξ όψεως αποτύπωση των πραγματικών περιστατικών. Αν και η κατάσταση των αποδεικτικών στοιχείων μπορεί να είναι ένας σημαντικός παράγοντας για την ύπαρξη και εμμονή σοβαρών ενδείξεων ενοχής, και πάλι, από μόνη της, δεν μπορεί να δικαιολογήσει την κράτηση[4]. Η ύπαρξη δεσμών με την Κύπρο (οικογενειακών, επαγγελματικών, κοινωνικών) λειτουργεί ανασταλτικά στην πιθανότητα φυγής και αποφυγής της δίκης. Όμως, οι δεσμοί αυτοί δεν μπορούν να εξουδετερώσουν καθολικά τον κίνδυνο, ειδικά όταν η σοβαρότητα των πράξεων ή άλλα ενισχυτικά στοιχεία δείχνουν αυξημένο ενδεχόμενο αποτροπής από την εμφάνιση στη δίκη[5]. Το ΕΔΔΑ επισημαίνει, επίσης, ότι ο κίνδυνος φυγοδικίας δεν αξιολογείται μεμονωμένα βάσει της ενδεχόμενης ποινής, αλλά με πολλαπλά κριτήρια: χαρακτήρα, ήθος, περιουσιακά δεδομένα, διεθνείς επαφές, δέσμευση στον τόπο. Όταν ο μόνος λόγος κράτησης που προβάλλεται είναι ο φόβος ότι ο κατηγορούμενος θα τραπεί σε φυγή και συνεπώς θα αποφύγει να παρουσιαστεί για δίκη, πρέπει να αφεθεί ελεύθερος εν αναμονή της δίκης, εάν είναι δυνατόν να ληφθούν εγγυήσεις που θα εξασφαλίσουν αυτήν την εμφάνιση[6]. Η επίδραση της κράτησης στον βίο του Κατηγορουμένου (οικογενειακή ζωή, εργασία, υγεία) πρέπει να συνεκτιμάται, αλλά δεν μπορεί να ανατρέψει την αναγκαιότητα κράτησης, όταν δεν είναι εφικτή η διασφάλιση της εμφάνισης με ηπιότερα μέσα[7].
Ερχόμενη στην εξέταση του αιτήματος, σε αυτή τη βάση, σημειώνονται τα ακόλουθα: Τα αδικήματα που αντιμετωπίζουν οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 έχουν σοβαρότητα, με γνώμονα τις προβλεπόμενες στον νόμο ποινές. Συνήθης ποινική μεταχείριση περιλαμβάνει ποινή στερητική της ελευθερίας. Μέσα από το μαρτυρικό υλικό που προσκομίστηκε (Τεκμήριο Α), στην όψη του, και με αναφορά στα βασικότερα μόνον στοιχεία, μπορεί να αναδυθεί ορατή πιθανότητα καταδίκης. Συνοπτικά, υπάρχει μαρτυρία που συνδέει τους Κατηγορούμενους 1 και 2 με τη διάπραξη των αδικημάτων. Ο Κατηγορούμενος 1 έχει αναφέρει σε κατάθεσή του ότι, με οδηγίες του Κατηγορούμενου 2, τοποθέτησε εκρηκτικό μηχανισμό στην καφετέρεια που αναφέρεται, την 25.12.2025, και αργότερα, μαζί οι δύο τους, επέστρεψαν και παρέλαβαν τον εκρηκτικό μηχανισμό καθότι δεν είχε εκραγεί. Παραδέχεται, επίσης, πως, κατόπιν οδηγιών των Κατηγορούμενου 2, μετέβη στην καφετέρεια που αναφέρεται, την 30.12.2025, για να τοποθετήσει τον εκρηκτικό μηχανισμό και ότι είχε στην κατοχή του την κλοπιμαία μοτοσικλέτα που αναφέρεται στην 5η Κατηγορία, από την 25.12.2025 μέχρι 30.12.2025, και ότι την εν λόγω μοτοσικλέτα του την παρέδωσε ο Κατηγορούμενος 2, ο οποίος την είχε στην κατοχή του, και όπως διαπιστώθηκε στη συνέχεια, από σχετική μαρτυρία, είχε κλαπεί από τον ιδιοκτήτη της. Η ίδια μοτοσικλέτα είχε εντοπιστεί στη σκηνή διάπραξης των αδικημάτων την 30.12.2025. Υπάρχει κατάθεση που υποδεικνύει τον Κατηγορούμενο 1 ως πρόσωπο που ήταν παρών στη σκηνή, κρατώντας τον εκρηκτικό μηχανισμό, την 30.12.2025. Υπάρχουν διάφορες καταθέσεις, με στοιχεία που φέρονται ως διασταυρούμενα, στις οποίες έγινε συγκεκριμένα παραπομπή από την πλευρά της Κατηγορούσας Αρχής, δίδοντας ένα παραγματικό πλαίσιο, εντός του οποίου τοποθετούνται οι Κατηγορούμενοι 1 και 2. Υπάρχουν κλειστά κυκλώματα παρακολούθησης, από τα πλάνα των οποίων, και για τις δύο προαναφερόμενες ημερομηνίες, καταγράφονται οι κινήσεις των δραστών, και από τη μαρτυρία, υπάρχουν στοιχεία που συνδέουν τους δράστες με τους Κατηγορούμενους 1 και 2. Ο Κατηγορούμενος 2 τήρησε το δικαίωμα της σιωπής. Δεν αξιολογείται η μαρτυρία αυτή, εάν είναι αληθής ή όχι, αλλά αναδύεται, μέσα από αυτήν, ορατή πιθανότητα καταδίκης, για τους σκοπούς αυτής της διαδικασίας· χωρίς η διατύπωση αυτή να επιδρά στο τεκμήριο αθωότητας των Κατηγορουμένων 1 και 2 και στη λογική προσδοκία αυτοί να αθωωθούν.
Ο Κατηγορούμενος 1 είναι 45 ετών, με καταγωγή από τη Σρι Λάνκα, χωρίς δεσμούς με τη Δημοκρατία. Δεν έχει καθεστώς μόνιμης διαμονής ούτε εργασία ή οικονομικούς πόρους. Ο ίδιος ανέφερε στην κατάθεσή του πως χρειαζόταν χρήματα, καθότι η σύντροφός του βρισκόταν στη φυλακή, επειδή και η ίδια ήταν στην Κύπρο παράνομα, ώστε να πληρώσει δικηγόρο. Έχει δεσμούς με τρίτη χώρα, τη χώρα καταγωγής του. Συνεκτιμώντας όλα τα προαναφερόμενα, τη σοβαρότητα των αδικημάτων και τη πιθανότητα καταδίκης, σε συνάρτηση με τα προσωπικά δεδομένα του Κατηγορουμένου 1, συνηγορούν στο ότι υπάρχει κίνδυνος φυγοδικίας, της έκτασης που να μην μπορεί να αντιμετωπιστεί με όρους, και να καθιστά αναγκαίο και ανάλογο μέτρο την κράτηση. Το αίτημα μπορεί να επιτύχει στη βάση αυτή, του κινδύνου φυγοδικίας, αναφορικά με τον Κατηγορούμενο 1. Η παρούσα δεν διαφοροποιείται ουσιωδώς από τη Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Darraj, ΠΕ276/2025, 23.10.2025, όπου ο κατηγορούμενος ήταν αλλοδαπός, με μη ισχυρούς δεσμούς, και είχε παραδεχθεί ενοχή για σοβαρά αδικήματα.
Ο Κατηγορούμενος 2 είναι 37 ετών. Κατάγεται από την Κύπρο. Διαμένει μόνιμα στην Κύπρο, με την οικογένειά του η οποία περιλαμβάνει τρία ανήλικα παιδιά, σε συγκεκριμένη διεύθυνση. Έχει εργασία και κοινωνικές δραστηριότητες. Δεν έχει γνωστούς δεσμούς με άλλες χώρες και γνωστή ικανότητα διαφυγής. Συνεκτιμώντας όλα τα προαναφερόμενα, τη σοβαρότητα των αδικημάτων και την πιθανότητα καταδίκης, σε συνάρτηση με τα προσωπικά δεδομένα του Κατηγορουμένου 2, ασχέτως των ζητημάτων υγείας του, δεν συνηγορούν στο ότι υπάρχει κίνδυνος φυγοδικίας, ότι θα διαφύγει, προκειμένου να μην αντιμετωπίσει τη συγκεκριμένη ακροαματική διαδικασία, λόγω της σοβαρότητας των αδικημάτων. Εξάλλου δεν έχει καταδειχθεί οποιοδήποτε στοιχείο προς την αντίθετη κατεύθυνση. Δεν υπάρχει τέτοιος κίνδυνος, της έκτασης που να μην μπορεί να αντιμετωπιστεί με όρους και που να καθιστά αναγκαίο και ανάλογο μέτρο την κράτησή του για τέτοιο λόγο. Το αίτημα δεν μπορεί να επιτύχει στη βάση αυτή, του κινδύνου φυγοδικίας, αναφορικά με τον Κατηγορούμενο 2.
Εξετάζονται τα αιτήματα για αμφότερους τους Κατηγορούμενους 1 και 2 στη βάση του κινδύνου διάπραξης άλλων αδικημάτων.
Λόγος που δύναται να δικαιολογήσει την επιβολή προσωρινής κράτησης είναι και η πιθανότητα διάπραξης νέων ποινικών αδικημάτων από τον Κατηγορούμενο στο διάστημα μέχρι την ολοκλήρωση της ποινικής διαδικασίας[8]. Το Δικαστήριο, κατά την εκτίμηση αυτού του κινδύνου, δεν απαιτείται να βασιστεί σε ακριβή μαρτυρία για μελλοντικές πράξεις. Η φύση του λόγου αυτού είναι προληπτική, επομένως η απόδειξη συγκεκριμένου περιστατικού στο μέλλον δεν είναι απαραίτητη ή ακόμα εφικτή. Αρκεί η διαμόρφωση ισχυρής εντύπωσης ότι υφίσταται τέτοια πιθανότητα. Η πιθανολόγηση του κινδύνου δεν είναι απόλυτη, αλλά συνάγεται από τη γενική ροπή του Κατηγορουμένου προς το έγκλημα, από στοιχεία του ποινικού του μητρώου, από τη φύση και τον τρόπο τέλεσης των υπό εκδίκαση αδικημάτων, από εγγενή χαρακτηριστικά της συμπεριφοράς του ή των περιστάσεων της υπόθεσης, καθώς και από άλλες σχετικές παραμέτρους, ικανές να συγκροτήσουν πειστικό και εξατομικευμένο προφίλ. Ενδεικτικά, τέτοια πιθανολόγηση μπορεί να θεμελιωθεί στο ποινικό μητρώο του Κατηγορουμένου, σε εκκρεμείς ποινικές υποθέσεις, ή ακόμη και σε υπό καταχώριση υποθέσεις, εφόσον πρόκειται για αδικήματα ίδιας ή συναφούς σοβαρότητας ή φύσης. Ιδιαιτέρως σημαντικό είναι το στοιχείο της επανάληψης παραβατικής συμπεριφοράς ενόσω ο Κατηγορούμενος βρισκόταν ήδη ελεύθερος υπό όρους. Όπου τα υπό εξέταση αδικήματα καλύπτουν χρονικά διαστήματα κατά τα οποία ο Κατηγορούμενος ήταν αποφυλακισμένος ή τελούσε υπό περιοριστικούς όρους για άλλες ποινικές υποθέσεις ή υπό όρους αναστολής, ιδίως για αδικήματα ίδιας ή παρεμφερούς φύσης ή σοβαρότητας, το στοιχείο αυτό αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα, υποδηλώνοντας επανειλημμένη εγκληματική τάση[9]. Η πιθανολόγηση μελλοντικής εγκληματικής συμπεριφοράς βάσει υφιστάμενων ή εκκρεμουσών ποινικών διαδικασιών δεν αντιβαίνει στο τεκμήριο της αθωότητας, στον βαθμό που το Δικαστήριο αποφεύγει οποιαδήποτε ουσιαστική κρίση για την ενοχή. Η εκτίμηση αυτή στηρίζεται σε προληπτικά δεδομένα κινδύνου και όχι σε κρίση περί ενοχής ή αθωότητας[10]. Κατά τη νομολογία του ΕΔΔΑ, η αιτιολόγηση προσωρινής κράτησης υπό τον λόγο της πρόληψης νέων αδικημάτων επιβάλλεται να εδράζεται σε συγκεκριμένα και εξατομικευμένα πραγματικά περιστατικά. Η απλή απαρίθμηση προηγούμενων καταδικών ή εκκρεμών υποθέσεων, χωρίς αξιολόγηση της μεταξύ τους σχέσης και των σημερινών συνθηκών, είναι ανεπαρκής. Ο κίνδυνος τέλεσης νέων αδικημάτων πρέπει να είναι πραγματικός, σε παρόντα χρόνο, και η ίδια η κράτηση κατάλληλο και αναλογικό μέτρο, συνυπολογιζομένων των χαρακτηριστικών, της προσωπικότητας και του ιστορικού του κατηγορουμένου[11]. Η ευθύνη απόδειξης της αναγκαιότητας επιβολής ή διατήρησης του μέτρου βαρύνει το Κράτος, όχι τον κατηγορούμενο[12]. Η απλή επίκληση της προσεχούς ημερομηνίας ακρόασης δεν αρκεί ως τεκμήριο νομιμότητας κράτησης (π.χ. δεν επιβάλλεται κράτηση επειδή θα εκδικαστεί η υπόθεση σύντομα). Κάθε χρονικό διάστημα στέρησης της ελευθερίας πρέπει να τεκμηριώνεται με σαφήνεια και εξατομικευμένη αιτιολογία[13]. Ακόμα και στις περιπτώσεις προστασίας της δημόσιας τάξης, όπου το ΕΔΔΑ περιορίζει την επίκλησή της ως λόγο κράτησης σε εξαιρετικές περιπτώσεις, όπως εγκλήματα πολέμου, τρομοκρατία, μαζική βία ή κραυγαλέες παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, και τότε, απαιτείται να υφίσταται συγκεκριμένος και αποδείξιμος κίνδυνος, όχι απλώς ανάγκη καθησυχασμού του κοινού αισθήματος[14].
Στην Παναγή v. Αστυνομίας, ΠΕ 152/24, 25.06.2024, ο κίνδυνος διάπραξης άλλων αδικημάτων είχε διαπιστωθεί στη βάση ενός πολύ μεγάλου αριθμού διαρρήξεων και κλοπών, που περιλάμβανε το κατηγορητήριο, με διαφορετικούς παραπονούμενους, εντός περίπου τρεισήμισι χρόνων, και φερόμενη κλοπιμαία περιουσία αξίας πέραν του €1,4 εκ.. Η παρατεταμένη συνέχιση των αξιόμεμπτων πράξεων, η μεγάλη έκταση της ζημιάς, η πονηριά του κατηγορουμένου και το γεγονός ότι η πείρα και η μεγάλη δεξιότητα του καθιστούσαν εύκολο να επαναλάβει τις παράνομες δραστηριότητες του, κατέληξαν στο ότι ήταν δικαιολογημένος ο φόβος διάπραξης νέων αδικημάτων ίδιας φύσης. Μεταγενέστερες αποφάσεις, όπως μεταξύ άλλων η Τριανταφυλλίδης ν. Αστυνομίας, ΠΕ 96/2025, 15.04.2025, η Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Κίτσιου, ΠΕ 111/2025, 29.05.2025, η Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Seraq, ΠΕ 269/2024, 23.1.2025, η Dhiab v. Αστυνομίας, ΠΕ252/2025, 16.10.2025, στην οποία έγινε παραπομπή από πλευράς Κατηγορούσας Αρχής, και άλλες, απέτρεψαν από το να αναχθεί η Παναγή ν. Αστυνομίας (ανωτέρω) σε γνώμονα εκτίμησης της απαιτούμενης έντασης και ζωτικότητας του κινδύνου, επιτρέποντας την κράτηση και σε περιπτώσεις που υπήρχαν λιγότερες ή καθόλου προηγούμενες καταδίκες ή λιγότερες εκκρεμείς υποθέσεις έως και μία, ή όπου ακόμα παρήλθαν πολλά χρόνια από προηγούμενη εγκληματική συμπεριφορά. Ως προς την τελευταία παράμετρο, σχετική είναι και η Αρέστη ν. Αστυνομίας (2016) 2 ΑΑΔ 1. Πρόσφατες αποφάσεις που επαναλαμβάνουν πάγιες αρχές είναι, μεταξύ άλλων, και η Ignatova v. Αστυνομίας, ΠΕ286/2025, 14.10.2025. Πάντως, κάθε υπόθεση κρίνεται στη βάση των δικών της δεδομένων, ενώ οποιαδήποτε αμφιβολία ως προς την ύπαρξη τέτοιου κινδύνου, από οπουδήποτε κι αν προκύπτει, εφόσον προκύπτει δικαιολογημένα και τεκμηριωμένα, πρέπει να αναχαιτίζει την πορεία προς την έγκριση ενός αιτήματος κράτησης, εφόσον δεν αποκλείεται και η επανεξέτασή του, εάν υπάρξουν νεότερα πιο σαφή δεδομένα. Κατά την απόφαση σχετικά με την επιβολή κράτησης ή την απόλυση, το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει κατά πόσο είναι εφικτή η απόλυση υπό όρους[15].
Ερχόμενη στην εξέταση του αιτήματος, σε αυτή τη βάση, καταρχάς σημειώνεται εκ νέου πως, αν και είναι αυτοτελής αυτός ο λόγος κράτησης, συνεκτιμάται το γεγονός ότι τα αδικήματα που αντιμετωπίζουν οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 έχουν σοβαρότητα, με γνώμονα τις προβλεπόμενες στον νόμο ποινές, αγγίζουν μία χρονική περίοδο ημερών και έχουν, ως αποδίδονται, το στοιχείο της επιμονής και της επανάληψης, και συνήθης ποινική μεταχείριση περιλαμβάνει ποινή στερητική της ελευθερίας. Επίσης, μέσα από το μαρτυρικό υλικό που προσκομίστηκε, στην όψη του, μπορεί να αναδυθεί και ορατή πιθανότητα καταδίκης.
Όσον αφορά τον Κατηγορούμενο 1, δεν έχει προηγούμενες καταδίκες και δεν υφίστανται άλλες εκκρεμείς ή υπό διερεύνηση ποινικές υποθέσεις εις βάρος του. Ωστόσο, το εναντίον του κατηγορητήριο περιλαμβάνει πράξεις παρόμοιας φύσεως, τελεσθείσες κατ’ επιμονή σε διαφορετικούς χρόνους, που απέχουν λίγες ημέρες χρονικά, με διαφορετικά θύματα, που συνιστούν διακριτές υποθέσεις. Αρκεί το κατηγορητήριο, ως έχει, για να θεμελιώσει κίνδυνο υποτροπής. Συνεκτιμάται εξάλλου το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος 1 τελεί υπό καθεστώς μη νόμιμης παραμονής στη Δημοκρατία, συνθήκη από την οποία απορρέει αντικειμενικά ο κίνδυνος διάπραξης αδικημάτων συναφών με την εν λόγω κατάσταση ή προκαλούμενων εξ αυτής. Το στοιχείο αυτό, αξιολογούμενο σε συνδυασμό με τη σοβαρότητα των αποδιδόμενων αδικημάτων και την ορατή πιθανότητα καταδίκης, και όσα αναφέρθηκαν, συμβάλλει στη συνολική διαμόρφωση ενός πλαισίου αυξημένου και μη επαρκώς διαχειρίσιμου κινδύνου, το οποίο δεν δύναται να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά με ηπιότερα μέτρα. Υπό τα δεδομένα αυτά, η κράτηση του Κατηγορούμενου 1 κρίνεται αναγκαία και ανάλογη, ως έσχατο μέτρο, προκειμένου να διασφαλιστεί η εύρυθμη απονομή της Δικαιοσύνης, χωρίς να είναι εφικτό να αφεθεί ελεύθερος ώστε η συμπεριφορά του να αξιολογηθεί αποκλειστικά υπό το φως της εκκρεμούς υπόθεσης. Διευκρινίζεται ότι η εκτίμηση του κινδύνου διάπραξης περαιτέρω αδικημάτων δεν ερείδεται στην ιδιότητα του Κατηγορουμένου 1 ως αλλοδαπού ή στη μη νόμιμη παραμονή του αυτή καθ’ εαυτήν, ούτε υποκρύπτει αξιολογική κρίση ως προς τον χαρακτήρα ή την προσωπικότητά του. Η αναφορά στο καθεστώς μη νόμιμης παραμονής γίνεται αποκλειστικά στο πλαίσιο αντικειμενικής αξιολόγησης των πραγματικών συνθηκών υπό τις οποίες τελεί, οι οποίες δημιουργούν συνεχή και αναπόφευκτη νομική έκθεση σε περαιτέρω παραβάσεις της έννομης τάξης. Ειδικότερα, η παραμονή του Κατηγορουμένου 1 στη Δημοκρατία, χωρίς νόμιμο δικαίωμα διαμονής ή εργασίας, συνεπάγεται ότι η συνέχιση της ελευθερίας του δεν δύναται να αποσυνδεθεί από τη διατήρηση κατάστασης παρανομίας, ανεξαρτήτως πρόθεσης ή συμπεριφοράς.
Αναφορικά με τον Κατηγορούμενο 2, προκύπτει προηγούμενη καταδίκη του, το έτος 2024, από το Δικαστήριο Βρετανικών Βάσεων, Επισκοπής, για αδικήματα φερόμενα ως τελεσθέντα το 2023, τα οποία αφορούσαν συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος καθώς και κατοχή ναρκωτικών με σκοπό την προμήθεια σε τρίτα πρόσωπα. Του είχαν επιβληθεί ποινές φυλάκισης, με βαρύτερη αυτήν των 3 ετών. Παρά τις περί του αντιθέτου θέσεις, ως προς το να ληφθεί υπόψη καταδίκη σε «ξένη χώρα», πρόκειται για δεδομένα καταχωρισμένα στο ποινικό μητρώο του Κατηγορουμένου 2 που τηρείται στη Δημοκρατία, το οποίο εκδόθηκε και κατατέθηκε στο Δικαστήριο και είναι το Τεκμήριο Β, και ό,τι δίδει, είναι απλώς συμπεριφορικό δεδομένο, για τους σκοπούς αυτής της διαδικασίας. Στο ίδιο πλαίσιο συνεκτιμάται περαιτέρω ότι ο Κατηγορούμενος 2 τελούσε και υπό καθεστώς αναστολής κατά τον χρόνο της φερόμενης τέλεσης των αποδιδόμενων πράξεων, ακόμα κι αν οι όροι αναστολής τέθηκαν στις Βρετανικές Βάσεις. Δεν εκκρεμούν άλλες ποινικές υποθέσεις εις βάρος του. Η ύπαρξη της εν λόγω καταδίκης εξετάζεται σε συνδυασμό με το περιεχόμενο του παρόντος κατηγορητηρίου, το οποίο κατηγορητήριο περιλαμβάνει πράξεις παρόμοιας φύσης, τελεσθείσες σε διαφορετικούς χρόνους, και αναδεικνύει το στοιχείο της επανάληψης και της επιμονής στη φερόμενη, σοβαρή εγκληματική συμπεριφορά. Υπό τα δεδομένα αυτά, ακόμα κι αν η προηγούμενη εγκληματική συμπεριφορά του Κατηγορούμενου 2 αφορά αδικήματα διαφορετικής φύσης, ανάλογης σοβαρότητας, συνάγεται κλιμάκωση, που μπορεί να συναρτηθεί με υποτροπή, ικανή να θεμελιώσει συγκεκριμένο, πραγματικό και ενεργό κίνδυνο τέλεσης νέων αδικημάτων, ίδιας ή παρόμοιας σοβαρότητας, μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης. Η ως άνω εκτίμηση δεν αντιστρατεύεται το τεκμήριο αθωότητας του Κατηγορουμένου 2, το οποίο δεσμεύει πλήρως το Δικαστήριο. Υπό το πρίσμα της συνολικής αξιολόγησης των στοιχείων της υπόθεσης, διαπιστώνεται ορατός και ενεργός κίνδυνος διάπραξης περαιτέρω αδικημάτων, ικανός να δικαιολογήσει την επιβολή της κράτησης ως έσχατου μέτρου. Στην κρίση αυτή συνηγορεί και το γεγονός ότι η συμπεριφορά του Κατηγορουμένου 2, ως παρουσιάζεται, με τα προαναφερόμενα δεδομένα, δεν δίδει στο παρόν στάδιο στο Δικαστήριο την εικόνα ότι υφίστανται περιθώρια ουσιαστικής αποτροπής ή επαναξιολόγησης, εν αναμονή της εκδίκασης της παρούσας υπόθεσης, επειδή εκκρεμεί. Άλλως πώς διατυπωμένο, ότι επειδή εκκρεμεί η παρούσα υπόθεση, θα ενεργήσει και αποτρεπτικά.
Παρεμπιπτόντως, σημειώνεται ότι τα προβλήματα υγείας που επικαλείται ο Κατηγορούμενος 2 (Τεκμήριο Γ) δεν συνιστούν παθήσεις τέτοιας βαρύτητας ή φύσης ώστε να μην δύνανται να αντιμετωπιστούν επαρκώς υπό συνθήκες κράτησης. Περαιτέρω, η πρόσφατη έκθεση της CTP (Τεκμήριο Δ), η οποία συντάχθηκε στο πλαίσιο του θεσμοθετημένου ρόλου και της αποστολής της, δεν περιέχει διαπιστώσεις ή αξιολογήσεις τέτοιες που να δύνανται να αναχαιτίσουν ή να αποκλείσουν την επιβολή αναγκαίων μέτρων κράτησης στη Δημοκρατία γενικά, προς διασφάλιση του δημοσίου συμφέροντος. Συνδυαστικά, τα δύο αυτά στοιχεία, επίσης, δεν αναιρούν την αναγκαιότητα κράτησης στην παρούσα υπόθεση.
Οι όροι που προτάθηκαν δια της γραπτής αγόρευσης του συνηγόρου του Κατηγορούμενου 2, οικονομικοί και με επίδραση στην περιουσία τρίτου ατόμου, και περιοριστικοί ως προς τις κινήσεις του Κατηγορούμενου 2 εκτός της Δημοκρατίας, και με υποχρέωση τακτικής εμφάνισής του σε Αστυνομικό Σταθμό, δεν ελέγχουν αποτελεσματικά τον κίνδυνο διάπραξης άλλων αδικημάτων, όπως ούτε και οποιοιδήποτε άλλοι όροι το Δικαστήριο θα μπορούσε νόμιμα να επιβάλει.
Ο χρόνος μέχρι την 12.2.2026, λαμβάνεται υπόψη, και δεν είναι της έκτασης ώστε να καθιστά την κράτηση δυσανάλογη.
Κατάληξη
Για τους λόγους που εξηγήθηκαν, με τα επί του παρόντος δεδομένα της υπόθεσης και έχοντας υπόψη το νομικό πλαίσιο, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου κλίνει ως προς το ότι κρίνεται ως απολύτως αναγκαία η κράτηση του Κατηγορουμένου 1, στη βάση του κινδύνου φυγοδικίας και στη βάση του κινδύνου διάπραξης άλλων αδικημάτων μέχρι τη δίκη. Επίσης, ότι κρίνεται ως απολύτως αναγκαία η κράτηση του Κατηγορούμενου 2, μόνον στη βάση του κινδύνου διάπραξης άλλων αδικημάτων μέχρι τη δίκη. Συνακόλουθα, το αίτημα εγκρίνεται αναφορικά με τους Κατηγορούμενους 1 και 2.
Εκδίδεται διάταγμα προσαγωγής των Κατηγορούμενων 1 και 2 ενώπιον του Κακουργιοδικείου την 12.2.2026 ώρα 9:00π.μ.
(Υπ.) ………………………
Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ
[1] Ε.Α.Β.Ο. ν. Αστυνομίας, ΠΕ 133/2024, 11.7.2024.
[2] Ιωάννου ν. Δημοκρατίας, ΠΕ112/2025, 2.5.2025, Γεωργίου ν. Αστυνομίας, ΠΕ 163/2024, 26.07.2024, Ε.Ι.Κ. ν. Αστυνομίας, ΠΕ 186/2024, 24.07.2024, Στυλιανού ν Δημοκρατίας, ΠΕ 78/24, 8.4.2024, Γενικός Εισαγγελέας v. Γ.Ν., ΠΕ 145/23, 21.7.2023, Κοτσούδη ν. Αστυνομίας, ΠΕ 131/20, 20.8.2020, ECLI:CY:AD:2020:B288, Dydi v. Αστυνομίας, ΠΕ 103/20, 3.9.2020, Νικήτα ν. Δημοκρατίας (2011) 2 ΑΑΔ 54, Τσεκούρα ν. Δημοκρατίας (2010) 2 ΑΑΔ 32, Νικολάου ν. Αστυνομίας (2008) 2 ΑΑΔ 790, Θεοχάρους κ.α. ν. Δημοκρατίας (2002) 2 ΑΑΔ 48, Βασιλείου ν. Αστυνομίας (1997) 2 ΑΑΔ 7.
[3] Τσαπατσάρης ν. Αστυνομίας (2004) 2 ΑΑΔ 600, Σπανού κ.ά. ν. Δημοκρατίας (2013) 2 ΑΑΔ 281, Θεοδωρίδης κ.ά. ν. Αστυνομίας (2001) 2 ΑΑΔ.139.
[4] Dereci v. Turkey, 2005, § 38.
[5] Shimon Mistriel Aykout v. Αστυνομίας, ΠΕ 160/2024, 16.07.2024, Θεοχάρους κ.ά. ν. Δημοκρατίας (2002) 2 ΑΑΔ 48, Καραγιάννη ν. Αστυνομίας, ΠΕ20/2025, 10.02.2025.
[6] Wemhoff v. Letellier, 1968, § 46· Luković v. Serbia, αρ. 43808/07, § 54, 26 Μαρτίου 2013.
[7] Memic v. Δημοκρατίας, ΠΕ 81/2019 κ.ά., 16.07.2019, Diab v. Γενικός Εισαγγελέας, ΠΕ Ε151/2019, 13.08.2019, Shimon Mistriel Aykout v. Αστυνομίας, ΠΕ 160/2024, 16.07.2024.
[8] Dhiab v. Αστυνομίας, ΠΕ252/2025, 16.10.2025, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Seraq, ΠΕ 269/2024, 23.1.2025, Ε.Α.Β.Ο. ν. Αστυνομίας, ΠΕ 133/2024, 11.7.2024, Χριστοδούλου v. Δημοκρατίας, ΠΕ 47/24, 11.3.2024, Γενικός Εισαγγελέας ν. Γ.Ν., ΠΕ 145/23, 21.7.2023, Σάρρου ν. Δημοκρατίας, ΠΕ 81/23, 10.5.2023, Ιωάννου ν. Αστυνομίας, ΠΕ 25/22, 4.2.2022, ECLI:CY:AD:2022:B50, Νικολάου ν. Δημοκρατίας (2013) 2 ΑΑΔ 227, Σιακαλλή ν. Δημοκρατίας (2007) 2 ΑΑΔ 130, Χατζηδημητρίου ν. Δημοκρατίας (1997) 2 ΑΑΔ 45.
[9] Γενικός Εισαγγελέας ν. Παταϊσιας, ΠΕ 157/2024, 30.9.2024, Μπατιρίδης ν. Αστυνομίας, ΠΕ 231/2024, 8.10.2024, Ε.Α.Β.Ο. ν. Αστυνομίας, ΠΕ 133/2024, 11.7.2024, Παναγή ν. Αστυνομίας, ΠΕ 152/24, 25.6.2024, Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας, ΠΕ 271/23, 24.1.2023, Χριστούδια ν. Αστυνομίας (2001) 2 ΑΑΔ 689, Κωνσταντινίδης ν. Δημοκρατίας (1997) 2 ΑΑΔ 109, Δημοκρατία ν. Θεμιστοκλέους, ΠΕ 84/24, 16.04.2024.
[10] Ε.Α.Β.Ο. ν. Αστυνομίας, ΠΕ 133/2024, 11.07.2024, Παναγή v. Αστυνομίας, ΠΕ 152/24, 25.06.2024, Δημοκρατία ν. Θεμιστοκλέους, ΠΕ 84/24, 16.04.2024, Γενικός Εισαγγελέας ν. Κυριάκου (2001) 2 ΑΑΔ 373.
[11] Clooth v. Belgium (1991).
[12] Clooth v. Belgium, 1991, § 40· Boicenco v. Moldova, § 142· Aleksanyan v. Russia, § 179, Tase v. Romania, § 40.
[13] Idalov v. Russia [GC], § 140.
[14] Letellier v. France (1991), § 51· Prencipe v. Monaco, 2009, § 79· Milanković and Bošnjak v. Croatia (2016), § 154 κ.α.
[15] Shabani v. Switzerland, 2009, § 65· Sadegül Özdemir v. Turkey, 2005, § 44.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο