H. O., ΕΕΣ 9 / 2025, 9/1/2026
print
Τίτλος:
H. O., ΕΕΣ 9 / 2025, 9/1/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.

 

ΕΕΣ 9 / 2025

 

 

 

Αναφορικά με τον περί Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης και των Διαδικασιών Παράδοσης Εκζητούμενων μεταξύ των Κρατών Μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης Νόμο 133(Ι)/2004

 

 

 

και

 

 

 

τον H. O. από το Ισραήλ

 

___________________

 

 

Ημερομηνία: 9 Ιανουαρίου 2026

Εμφανίσεις:

Ν. Παπούτσα (κα), για την Κεντρική Αρχή

Γ. Πολυχρόνης με Ε. Κωνσταντίνου (κα), προσωπικά και για Δ. Λοχία, για τον Καθ’ ου η αίτηση

Καθ’ ου η αίτηση: παρών

 

 

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

Το αίτημα

 

Την 15.10.2025 εκδόθηκε Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης (ΕΕΣ) από Δικαστή πρωτοβάθμιου δικαστηρίου στο Limburg, του Βελγίου, με βάση τις διατάξεις της Απόφασης ‒ Πλαισίου του Συμβουλίου της 13ης Ιουνίου 2002 για το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης και τις διαδικασίες παράδοσης μεταξύ των κρατών μελών (2002/584/ΔΕΥ) (η Απόφαση – Πλαίσιο). Δια του ΕΕΣ, ζητείται η έκδοση του κατονομαζόμενου στο ένταλμα προσώπου, Καθ’ ου η αίτηση.

 

Σύμφωνα με τα αναγραφόμενα στο ΕΕΣ, ο Καθ’ ου η αίτηση φέρεται ύποπτος συμμετοχής σε εγκληματική οργάνωση που δραστηριοποιούνταν σε διαδικτυακή εξαπάτηση επενδυτών στο Βέλγιο και στη μετέπειτα νομιμοποίηση των παρανόμως αποκτηθέντων κεφαλαίων. Η φερόμενη εγκληματική δραστηριότητα αφορά οργανωμένη απάτη επενδύσεων σε κρυπτονομίσματα, κατά την οποία τα θύματα προσελκύονταν μέσω πλασματικών διαφημίσεων σε μέσα κοινωνικής δικτύωσης προς πλασματικές επενδυτικές πλατφόρμες, με υποσχέσεις υψηλών και άμεσων αποδόσεων. Κατά τη φερόμενη πρακτική, όταν τα θύματα επιχειρούσαν να ρευστοποιήσουν τα υποτιθέμενα κέρδη τους, προέκυπταν συστηματικά προσκόμματα και πρόσθετες οικονομικές απαιτήσεις. Για την περιπλοκή των ερευνών, φέρεται ότι χρησιμοποιούνταν πολλαπλές εταιρικές δομές στο εξωτερικό. Τα επίμαχα περιστατικά έλαβαν χώρα διαδοχικά στο Wellen κατά το διάστημα 1.10.2021–14.6.2022, στο Haacht κατά το διάστημα 15.7.2022–8.8.2022, στο Tongeren, με απόπειρα επένδυσης σε bitcoins, και στο Sint-Katelijne-Waver. Η ανάλυση των δημόσιων δεδομένων του blockchain οδήγησε τους ερευνητές της FJP σε διευθύνσεις καταθέσεων στον πάροχο υπηρεσιών κρυπτοπεριουσιακών στοιχείων (CASP) Kraken, συνδεδεμένες με την εταιρεία Blue Media Limited (Χονγκ Κονγκ). Μέσω των λογαριασμών αυτών, τα κρυπτονομίσματα φέρονται να μετατρέπονταν σε ευρώ και δολάρια και να διοχετεύονταν σε τραπεζικούς λογαριασμούς σε διάφορες χώρες, οι οποίοι συνδέονταν με την ίδια εταιρεία. Βάσει των εγγράφων σύστασης και των στοιχείων KYC που υποβλήθηκαν στον CASP Kraken, προέκυψαν σοβαρές ενδείξεις εμπλοκής συγκεκριμένων προσώπων στην Blue Media Limited, μεταξύ των οποίων και ο Καθ’ ου η αίτηση. Από την έρευνα στους λογαριασμούς της εταιρείας στον CASP Kraken διαπιστώθηκε ότι μεταφέρθηκαν συνολικά 56.451.908,40 ευρώ και 2.336.907,00 δολάρια ΗΠΑ, ενώ από συνδεδεμένους λογαριασμούς σε Κύπρο, Σιγκαπούρη και Χονγκ Κονγκ διακινήθηκαν συνολικά 66.904.065,71 ευρώ και 2.485.776,00 δολάρια ΗΠΑ. Τα κεφάλαια αυτά φέρονται να διοχετεύονταν περαιτέρω σε προσωπικούς και εταιρικούς λογαριασμούς σε διάφορες χώρες, μεταξύ των οποίων η Ελβετία, η Κύπρος, το Ηνωμένο Βασίλειο και η Γερμανία, μέσω κυπριακών εταιρειών που χρησιμοποιούνταν για τη δημιουργία σύνθετων δομών νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες. Τα εμπλεκόμενα πρόσωπα, περιλαμβανομένου του Καθ’ ου η αίτηση, φέρονται να κατείχαν ρόλους εντολοδόχων ή και μετόχων στις εν λόγω εταιρείες. Ειδικά ως προς τον Καθ’ ου η αίτηση, διαπιστώθηκε ότι από τα μέσα του 2022, κυρίως μέσω της εταιρείας του, φέρεται να αναδείχθηκε σε τελικό δικαιούχο σχετικών τραπεζικών λογαριασμών. Επιπλέον, εντοπίστηκαν χρηματικές ροές προς ισραηλινές εταιρείες και τραπεζικούς λογαριασμούς, καθώς και προς προσωπικούς λογαριασμούς υπόπτων, μεταξύ των οποίων λογαριασμοί στην Κύπρο, στους οποίους ο Καθ’ ου η αίτηση και η εταιρεία του φέρονται να έλαβαν συνολικά 367.450,80 ευρώ. Συνολικά, οι ερευνητές κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι οι ύποπτοι, συμπεριλαμβανομένου του Καθ’ ου η αίτηση, φέρονται να ίδρυσαν και να χρησιμοποίησαν οργανωμένα εταιρικές δομές για τη νομιμοποίηση φερόμενων παράνομων κεφαλαίων συνολικού ύψους 66.904.065,71 ευρώ και 2.485.776,00 δολαρίων ΗΠΑ, με τις χρηματικές ροές να καταλήγουν κυρίως στο Ισραήλ και σε προσωπικούς λογαριασμούς τους. Τέλος, αναφέρεται ότι ο Καθ’ ου η αίτηση πρέπει να ανακριθεί, να τεθεί αντιμέτωπος με τα ευρήματα της έρευνας και με τους λοιπούς υπόπτους, να συμβάλει στον εντοπισμό επιπλέον εμπλεκομένων προσώπων και, εφόσον καταστεί δυνατό, να επιδιωχθεί η ανάκτηση των ζημιών των θυμάτων. Στο ΕΕΣ αναφέρονται τα αδικήματα στα οποία ανάγονται τα προαναφερόμενα γεγονότα, με βάση τη νομοθεσία του Βελγίου, τα οποία τιμωρούνται με ποινές στερητικές της ελευθερίας άνω των 3 ετών.

 

Διαδικασία

 

Βάσει του ΕΕΣ, την 27.10.2025, συνελήφθη ο Καθ’ ου η αίτηση και οδηγήθηκε αυθημερόν στο Δικαστήριο, εκπροσωπούμενος από δικηγόρο και δεχόμενος υπηρεσίες διερμηνέως. Έγινε η ταυτοποίησή του και οι σχετικές ενημερώσεις και τηρήθηκαν οι προϋποθέσεις του άρθρου 17 του περί Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης και των Διαδικασιών Παράδοσης Εκζητουμένων Μεταξύ των Κρατών Μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης Νόμου 133(I)/2004 (ο νόμος). Έπειτα, απολύθηκε προσωρινά με τη θέση περιοριστικών όρων, βάσει του άρθρου 18 του νόμου. Δεν υπήρξε συγκατάθεση στην παράδοσή του, ακολούθησε ακροαματική διαδικασία βάσει του άρθρου 20 του νόμου. Ενόψει της ανάγκης διασφάλισης των δικαιωμάτων του εκζητούμενου, ενδιάμεσης διαδικασίας που μεσολάβησε για συνένωση της παρούσας διαδικασίας με άλλες διαδικασίες εκτέλεσης ΕΕΣ με παρόμοια πραγματικά και νομικά ζητήματα, και έπειτα της έκτασης της αυτής ακροαματικής διαδικασίας, και εφόσον δεν ήταν εφικτό η απόφαση για την εκτέλεση του ΕΕΣ να ληφθεί εντός της προθεσμίας του άρθρου 23 του νόμου, έγινε η σχετική ενημέρωση για την προβλεπόμενη παράταση, ενώ η διαδικασία συνεχίστηκε και ολοκληρώθηκε κατά προτεραιότητα και το συντομότερο δυνατόν.

 

Στο πλαίσιο αυτής, το κράτος έκδοσης, μέσω της Κεντρικής Αρχής, παρουσίασε μαρτυρία από τους Α/Αστ.2163 Χάρη Γεωργίου (ΜΑ1) και Προκόπη Χίντικο (ΜΑ2), ενώ μαρτυρία παρουσιάστηκε και από τον Καθ’ ου η αίτηση (ΜΥ1) και τον Δρ. Κώστα Παρασκευά (ΜΥ2). Μετά την παρουσίαση του συνόλου της μαρτυρίας, αμφότερες οι πλευρές αγόρευσαν, επιχειρηματολογώντας σχετικά με τη δυνατότητα εκτέλεσης του ΕΕΣ και αντίθετα.

 

Ειδικότερα, οι υπερασπίσεις που προωθήθηκαν από την πλευρά του Καθ’ ου η αίτηση είναι οι εξής:

 

(α) Το ΕΕΣ είναι εκτός σκοπού, καθότι ο Καθ’ ου η αίτηση ζητείται για σκοπούς ανάκρισης και συλλογής μαρτυρίας και όχι για σκοπούς ποινικής δίωξης.

 

(β) Συντρέχει λόγος προαιρετικής μη εκτέλεσης του ΕΕΣ, βάσει του άρθρου 14(1)(στ) του νόμου, καθότι το ΕΕΣ εκδόθηκε για αξιόποινη πράξη η οποία θεωρείται κατά τον Κυπριακό νόμο ότι τελέστηκε εξολοκλήρου ή εν μέρει στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας ή σε εξοιμοιωμένο τόπο.

 

(γ) Υφίσταται κατάχρηση της διαδικασίας λόγω της στάσης του ΜΑ2 και της συμπεριφοράς των Αρχών της αιτούσας χώρας.

 

(δ) Η παράδοση του Καθ’ ου η αίτηση αντίκειται στο άρθρο 4 του ΧΘΔΕΕ, αντίστοιχο άρθρο 3 ΕΣΔΑ και άρθρο 8 του Συντάγματος.

 

Οι εν λόγω υπερασπίσεις αναπτύχθηκαν περαιτέρω μέσω της γραπτής αγόρευσης των ευπαίδευτων συνηγόρων του Καθ’ ου η αίτηση. Είναι βολικότερο, στην προκειμένη περίπτωση, να εκτεθεί πρώτα το νομικό πλαίσιο και στη συνέχεια να γίνει η αναφορά στη μαρτυρία, στο πλαίσιο της εξέτασης της υπόθεσης. Το εύρος του νομικού πλαισίου εκτίθεται, έχοντας υπόψη και τα θέματα που απασχόλησαν σε αυτή τη διαδικασία.

 

Το νομικό πλαίσιο

 

Υπό τον τίτλο «Απαγόρευση των βασανιστηρίων», το άρθρο 3 ΕΣΔΑ, ορίζει ότι:

 

«Ουδείς επιτρέπεται να υποβληθή εις βασάνους ούτε εις ποινάς ή μεταχείρισιν απανθρώπους ή εξευτελιστικάς.»

 

Το άρθρο 15 ΕΣΔΑ, το οποίο επιγράφεται «Παρέκκλιση σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης», ορίζει ότι:

 

«1. Εν περιπτώσει πoλέμoυ ή ετέρoυ δημoσίoυ κινδύνoυ απειλoύντoς την ζωήν τoυ έθνoυς, έκαστoν υψηλόν συμβαλλόμενoν μέρoς δύναται να λάβη μέτρα κατά παρέκκλισιν των υπό της παρούσης Συμβάσεως πρoβλεπoμένων υπoχρεώσεων εν τω απαιτουμένω υπό της καταστάσεως απολύτως αναγκαίω μέτρω και υπό τoν όρoν όπως τα μέτρα ταύτα μη αντιτίθενται εις τας άλλας υπoχρεώσεις τας απορρεούσας εκ του διεθνούς δικαίου.

 

2. Η προηγουμένη διάταξις ουδεμίαν επιτρέπει παράβασιν [...] των άρθρων 3 [...] [...].»

 

Το άρθρο 46 ΕΣΔΑ, το οποίο επιγράφεται «Υποχρεωτική ισχύς και εκτέλεση των δικαστικών αποφάσεων», ορίζει, στην παράγραφό του 2, ότι:

 

«η οριστική απόφαση του [Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου] διαβιβάζεται στην Επιτροπή των Υπουργών που εποπτεύει την εκτέλεση της εν λόγω αποφάσεως.»

 

Κατά το άρθρο 1 ΧΘΔΕΕ, το οποίο επιγράφεται «Ανθρώπινη αξιοπρέπεια» προβλέπει πως:

 

«Η ανθρώπινη αξιοπρέπεια είναι απαραβίαστη. Πρέπει να είναι σεβαστή και να προστατεύεται.»

 

Το άρθρο 4 ΧΘΔΕΕ, το οποίο επιγράφεται «Απαγόρευση των βασανιστηρίων και των απάνθρωπων ή εξευτελιστικών ποινών ή μεταχείρισης», ορίζει ότι:

 

«Κανείς δεν μπορεί να υποβληθεί σε βασανιστήρια ούτε σε απάνθρωπες ή εξευτελιστικές ποινές ή μεταχείριση.»

 

Οι επεξηγήσεις σχετικά με τον ΧΘΔΕΕ διευκρινίζουν ότι το δικαίωμα του άρθρου 4 ΧΘΔΕΕ αντιστοιχεί στο προβλεπόμενο από το άρθρο 3 ΕΣΔΑ, το οποίο έχει την ίδια ακριβώς διατύπωση. Κατ’ εφαρμογή του άρθρου 52 § 3 ΧΘΔΕΕ, το άρθρο αυτό έχει την ίδια έννοια και την ίδια εμβέλεια με το άρθρο 3 ΕΣΔΑ. Το άρθρο 6 ΧΘΔΕΕ, το οποίο επιγράφεται «Δικαίωμα στην ελευθερία και την ασφάλεια», ορίζει ότι:

 

«Κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα στην ελευθερία και την ασφάλεια.»

 

Το άρθρο 48 ΧΘΔΕΕ, το οποίο επιγράφεται «Τεκμήριο αθωότητας και δικαιώματα της υπεράσπισης», ορίζει στην παράγραφό του 1 ότι:

 

«Κάθε κατηγορούμενος τεκμαίρεται ότι είναι αθώος μέχρι αποδείξεως της ενοχής του σύμφωνα με τον νόμο.»

 

Το άρθρο 51 ΧΘΔΕΕ, το οποίο επιγράφεται «Πεδίο εφαρμογής», ορίζει, στην παράγραφό του 1, ότι:

 

«Οι διατάξεις του παρόντος Χάρτη απευθύνονται στα θεσμικά και λοιπά όργανα και τους οργανισμούς της Ένωσης, τηρουμένης της αρχής της επικουρικότητας, καθώς και στα κράτη μέλη, μόνον όταν εφαρμόζουν το δίκαιο της Ένωσης. [...].»

 

Το άρθρο 52 ΧΘΔΕΕ, το οποίο επιγράφεται «Εμβέλεια και ερμηνεία των δικαιωμάτων και των αρχών», ορίζει, στην παράγραφο 1, τα εξής:

 

«Κάθε περιορισμός στην άσκηση των δικαιωμάτων και ελευθεριών που αναγνωρίζονται στον παρόντα Χάρτη πρέπει να προβλέπεται από τον νόμο και να σέβεται το βασικό περιεχόμενο των εν λόγω δικαιωμάτων και ελευθεριών. Τηρουμένης της αρχής της αναλογικότητας, περιορισμοί επιτρέπεται να επιβάλλονται μόνον εφόσον είναι αναγκαίοι και ανταποκρίνονται πραγματικά σε στόχους γενικού ενδιαφέροντος που αναγνωρίζει η Ένωση ή στην ανάγκη προστασίας των δικαιωμάτων και ελευθεριών των τρίτων.»

 

 Η Απόφαση ‒ Πλαίσιο, στις αιτιολογικές σκέψεις 5 έως 8, 10 και 12, αναφέρει τα εξής:

 

«(5)   [...] η εισαγωγή ενός νέου απλουστευμένου συστήματος παράδοσης προσώπων που έχουν καταδικαστεί ή είναι ύποπτα, προς το σκοπό της εκτέλεσης καταδικαστικών ποινικών αποφάσεων ή ποινικής δίωξης επιτρέπει να αρθούν η πολυπλοκότητα και το ενδεχόμενο καθυστερήσεων που είναι εγγενή στις ισχύουσες διαδικασίες έκδοσης. [...]

 

(6)  Το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης το οποίο προβλέπει η παρούσα απόφαση-πλαίσιο αποτελεί την πρώτη περίπτωση συγκεκριμένης εφαρμογής, στον τομέα του ποινικού δικαίου, της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης που έχει χαρακτηρισθεί από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο ως “ακρογωνιαίος λίθος” της δικαστικής συνεργασίας.

 

(7)  Δεδομένου ότι ο στόχος της αντικατάστασης του πολυμερούς συστήματος έκδοσης το οποίο έχει δημιουργηθεί επί τη βάσει της ευρωπαϊκής σύμβασης έκδοσης της 13ης Δεκεμβρίου 1957 είναι αδύνατον να επιτευχθεί επαρκώς από τα κράτη μέλη ενεργούντα μονομερώς, και συνεπώς, λόγω της διάστασης και των αποτελεσμάτων της, δύναται να επιτευχθεί καλύτερα στο επίπεδο της Ένωσης, το Συμβούλιο δύναται να εγκρίνει μέτρα, σύμφωνα προς την αρχή της επικουρικότητας, όπως αναφέρεται στο άρθρο 2 [ΕΕ] και στο άρθρο 5 [ΕΚ]. Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, όπως διατυπώνεται στο εν λόγω άρθρο, η παρούσα απόφαση-πλαίσιο δεν υπερβαίνει τα αναγκαία όρια για την επίτευξη των στόχων αυτών.

 

(8) Οι αποφάσεις για την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης πρέπει να υπόκεινται σε επαρκή έλεγχο, πράγμα που σημαίνει ότι η δικαστική αρχή του κράτους μέλους στο οποίο συνελήφθη το καταζητούμενο πρόσωπο θα πρέπει να αποφασίζει σχετικά με την παράδοσή του.

 

[...]

 

(10)   Ο μηχανισμός του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης βασίζεται σε υψηλό επίπεδο εμπιστοσύνης μεταξύ των κρατών μελών. Η εφαρμογή του εν λόγω μηχανισμού δύναται να ανασταλεί μόνον στην περίπτωση σοβαρής και διαρκούς παραβίασης από κράτος μέλος των αρχών που διατυπώνονται στο άρθρο 6, παράγραφος 1, [ΕΕ, νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 2 ΣΕΕ], η οποία διαπιστώνεται από το Συμβούλιο κατ’ εφαρμογή του άρθρου 7, παράγραφος 1, [ΕΕ, νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 7, παράγραφος 2, ΣΕΕ] με τις συνέπειες που προβλέπονται στην παράγραφο 2 του ιδίου άρθρου.

 

[...]

 

(12)  Η παρούσα απόφαση-πλαίσιο σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα και τηρεί τις αρχές που αναγνωρίζονται από το άρθρο 6 [ΕΕ] και εκφράζονται στον Χάρτη […], ιδίως δε στο κεφάλαιο VI αυτού. Καμία από τις διατάξεις της παρούσας αποφάσεως-πλαισίου δεν μπορεί να ερμηνευθεί κατά τρόπο ώστε να απαγορεύει την άρνηση παράδοσης προσώπου για το οποίο έχει εκδοθεί ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης εφόσον αντικειμενικά στοιχεία δείχνουν ότι το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης εκδίδεται προς το σκοπό της δίωξης ή τιμωρίας προσώπου λόγω του φύλου, της φυλής, της θρησκείας, της εθνοτικής καταγωγής, της ιθαγένειας, της γλώσσας, των πολιτικών φρονημάτων ή του γενετήσιου προσανατολισμού τους ή ότι η θέση του προσώπου αυτού μπορεί να επιδεινωθεί για οποιονδήποτε από τους προαναφερόμενους λόγους.

 

[...]»

 

Το άρθρο 1 της Απόφασης – Πλαισίου, το οποίο επιγράφεται «Ορισμός και υποχρέωση εκτέλεσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης», προβλέπει ότι:

 

«1. Το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης είναι δικαστική απόφαση η οποία εκδίδεται από κράτος μέλος προς τον σκοπό της σύλληψης και της παράδοσης από άλλο κράτος μέλος προσώπου που καταζητείται για την άσκηση ποινικής δίωξης ή για την εκτέλεση ποινής ή μέτρου στερητικών της ελευθερίας.

 

2. Τα κράτη μέλη εκτελούν κάθε ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης βάσει της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης και σύμφωνα με τις διατάξεις της παρούσας αποφάσεως-πλαισίου.

 

3. H παρούσα απόφαση-πλαίσιο δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την τροποποίηση της υποχρέωσης σεβασμού των θεμελιωδών δικαιωμάτων και των θεμελιωδών νομικών αρχών, όπως διατυπώνονται στο άρθρο 6 [ΣΕΕ].»

 

Στα άρθρα 3, 4 και 4α της Απόφασης ‒ Πλαισίου περιλαμβάνονται οι λόγοι υποχρεωτικής και προαιρετικής μη εκτέλεσης του ΕΕΣ. Το άρθρο 5 της ιδίας προβλέπει αναφορικά με εγγυήσεις που πρέπει να παρέχει το κράτος μέλος έκδοσης του εντάλματος σε ειδικές περιπτώσεις, που περιλαμβάνουν την περίπτωση όταν το πρόσωπο κατά του οποίου εκδόθηκε ΕΕΣ προς το σκοπό της δίωξης είναι υπήκοος ή κάτοικος του κράτους μέλους εκτέλεσης. Σε εκείνη την περίπτωση, η παράδοση μπορεί να εξαρτηθεί από την προϋπόθεση ότι το εν λόγω πρόσωπο, μετά από ακρόασή του, να διαμεταχθεί στο κράτος μέλος εκτέλεσης ώστε να εκτίσει εκεί τη στερητική της ελευθερίας ποινή ή το στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας που θα απαγγελθεί εναντίον του στο κράτος μέλος έκδοσης του εντάλματος.

 

Το άρθρο 6 της Απόφασης ‒ Πλαισίου, το οποίο επιγράφεται «Προσδιορισμός των αρμόδιων αρχών», ορίζει ότι:

 

«1. Η δικαστική αρχή έκδοσης του εντάλματος είναι η δικαστική αρχή του κράτους μέλους έκδοσης του εντάλματος που είναι αρμόδια για την έκδοση ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης δυνάμει του δικαίου αυτού του κράτους.

 

2. Η δικαστική αρχή εκτέλεσης είναι η δικαστική αρχή του κράτους μέλους εκτέλεσης που είναι αρμόδια να εκτελέσει το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης δυνάμει του δικαίου αυτού του κράτους.

 

3.   Κάθε κράτος μέλος ενημερώνει τη Γενική Γραμματεία του Συμβουλίου σχετικά με τη δικαστική αρχή που είναι αρμόδια σύμφωνα με το εσωτερικό του δίκαιο.»

 

Το άρθρο 7 της Απόφασης ‒ Πλαισίου, το οποίο επιγράφεται «Προσφυγή σε κεντρική αρχή», ορίζει πως:

 

«1. Κάθε κράτος μέλος δύναται να ορίσει μια κεντρική αρχή, ή, εάν προβλέπεται από το νομικό του σύστημα, περισσότερες της μιας κεντρικές αρχές που θα επικουρούν τις αρμόδιες αρχές.

 

2.  Ένα κράτος μέλος δύναται, εάν είναι αναγκαίο λόγω της οργάνωσης του εσωτερικού δικαστικού του συστήματος, να αναθέτει στην ή στις κεντρικές αρχές του τη διοικητική διαβίβαση και παραλαβή των ευρωπαϊκών ενταλμάτων σύλληψης καθώς και κάθε επίσημη αλληλογραφία που την ή τις αφορά. Το κράτος μέλος που επιθυμεί να κάνει χρήση των δυνατοτήτων που αναφέρονται στο παρόν άρθρο γνωστοποιεί στη Γενική Γραμματεία του Συμβουλίου, τις πληροφορίες σχετικά με την ή τις κεντρικές αρχές που έχει ορίσει. Τα στοιχεία αυτά δεσμεύουν όλες τις αρχές του κράτους μέλους έκδοσης.»

 

Το άρθρο 12 της Απόφασης ‒ Πλαισίου, το οποίο επιγράφεται «Τήρηση του προσώπου υπό κράτηση», ορίζει ότι:

«Όταν ένα πρόσωπο συλλαμβάνεται βάσει ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, η δικαστική αρχή εκτέλεσης αποφασίζει κατά πόσον είναι σκόπιμο να τηρηθεί υπό κράτηση σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους μέλους εκτέλεσης. Η προσωρινή απόλυση είναι δυνατή οποτεδήποτε σύμφωνα με το εσωτερικό δίκαιο του κράτους μέλους εκτέλεσης, υπό την προϋπόθεση ότι η αρμόδια αρχή του εν λόγω κράτους μέλους λαμβάνει κάθε μέτρο που κρίνει αναγκαίο ώστε να αποφευχθεί η διαφυγή του καταζητουμένου.»

 

Το άρθρο 15 της Απόφασης ‒ Πλαισίου, το οποίο επιγράφεται «Απόφαση για την παράδοση», ορίζει τα εξής:



«1. Η δικαστική αρχή εκτέλεσης αποφασίζει, εντός των προθεσμιών και υπό τους όρους που καθορίζονται στην παρούσα απόφαση-πλαίσιο, για την παράδοση του προσώπου.

 

2. Εάν η δικαστική αρχή εκτέλεσης κρίνει ότι οι πληροφορίες που διαβιβάσθηκαν από το κράτος μέλος έκδοσης του εντάλματος δεν αρκούν ώστε να της επιτρέψουν να αποφασίσει για την παράδοση, ζητεί την κατεπείγουσα προσκόμιση των απαραίτητων συμπληρωματικών πληροφοριών, ιδίως σε σχέση με τα άρθρα 3 έως 5 και το άρθρο 8, και μπορεί να τάξει προθεσμία για την παραλαβή τους, λαμβάνοντας υπόψη της ότι είναι αναγκαίο να τηρηθούν οι προθεσμίες που ορίζονται στο άρθρο 17.

 

3. Η δικαστική αρχή έκδοσης του εντάλματος μπορεί να διαβιβάζει οποτεδήποτε στη δικαστική αρχή εκτέλεσης κάθε επιπλέον χρήσιμη πληροφορία».

 

Το άρθρο 17 της Απόφασης ‒ Πλαισίου, το οποίο επιγράφεται «Προθεσμίες και διαδικασία της αποφάσεως εκτέλεσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης», προβλέπει τα εξής:

 

«1. Για την εξέταση και εκτέλεση ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης ακολουθείται διαδικασία επείγοντος.

 

2. Στις περιπτώσεις κατά τις οποίες ο καταζητούμενος έχει συγκατατεθεί στην παράδοσή του, η οριστική απόφαση για την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης θα πρέπει να λαμβάνεται εντός δέκα ημερών μετά τη συγκατάθεση.

 

 

3.  Στις λοιπές περιπτώσεις, η οριστική απόφαση για την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης θα πρέπει να λαμβάνεται εντός 60 ημερών από τη σύλληψη του καταζητούμενου.

 

4.  Σε ειδικές περιπτώσεις, όταν το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης δεν μπορεί να εκτελεσθεί εντός των προβλεπόμενων στις παραγράφους 2 ή 3 προθεσμιών, η δικαστική αρχή εκτέλεσης ενημερώνει αμέσως τη δικαστική αρχή έκδοσης του εντάλματος, αναφέροντας τους σχετικούς λόγους. Σε αυτή την περίπτωση, οι προθεσμίες μπορούν να παρατείνονται κατά 30 ημέρες.

 

5. Εφόσον η δικαστική αρχή εκτέλεσης δεν έχει λάβει οριστική απόφαση για την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, [η δικαστική αρχή εκτέλεσης] εξασφαλίζει ότι εξακολουθούν να συντρέχουν οι απαραίτητες ουσιαστικές προϋποθέσεις ώστε να είναι δυνατή η παράδοση προσώπων.

 

[...]

 

7.   Όταν, εκτάκτως, ένα κράτος μέλος δεν μπορεί να τηρήσει τις προβλεπόμενες στο παρόν άρθρο προθεσμίες, ενημερώνει σχετικά την Eurojust, αναφέροντας τους λόγους της καθυστέρησής του. Επιπλέον, ένα κράτος μέλος το οποίο έχει υποστεί επανειλημμένες καθυστερήσεις από άλλο κράτος μέλος στην εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, ενημερώνει σχετικά το Συμβούλιο με σκοπό να γίνει αξιολόγηση, σε επίπεδο κρατών μελών, του τρόπου με τον οποίο εφαρμόζεται η παρούσα απόφαση-πλαίσιο.»

 

Κατά το άρθρο 23 της Απόφασης ‒ Πλαισίου, το οποίο επιγράφεται «Προθεσμία παράδοσης του προσώπου» αναφέρει:

 

«1. Ο καταζητούμενος παραδίδεται το ταχύτερο δυνατόν σε ημερομηνία που συμφωνείται μεταξύ των ενδιαφερόμενων αρχών.

 

2.  Παραδίδεται το αργότερο δέκα ημέρες αφότου εκδόθηκε η οριστική απόφαση για την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης.

 

[...]

 

4. Η παράδοση μπορεί κατ’ εξαίρεση να αναστέλλεται προσωρινά για σοβαρούς ανθρωπιστικούς λόγους, εφόσον λ.χ. ευλόγως πιστεύεται ότι θα έθετε σε κίνδυνο τη ζωή ή την υγεία του καταζητουμένου. Η εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης γίνεται μόλις παύσουν να υφίστανται οι λόγοι αυτοί. Η δικαστική αρχή εκτέλεσης ενημερώνει αμέσως σχετικά τη δικαστική αρχή έκδοσης του εντάλματος και συμφωνεί νέα ημερομηνία παράδοσης. Στην περίπτωση αυτή, η παράδοση διενεργείται εντός δέκα ημερών μετά τη συμφωνηθείσα νέα ημερομηνία.

 

5. Κατά την παρέλευση των προθεσμιών που αναφέρονται στις παραγράφους 2 έως 4, εάν το πρόσωπο εξακολουθεί να κρατείται, απολύεται.»

 

Ο εγχώριος νόμος υιοθετεί την Απόφαση – Πλαίσιο. Ο σκοπός είναι αυτός που προβλέπεται, δηλαδή η απλοποίηση της διαδικασίας έκδοσης των εκζητούμενων προσώπων, στο πλαίσιο της αμοιβαίας αναγνώρισης των κρατών μελών. Η διαδικασία που διεξάγεται είναι sui generis, για σκοπούς παροχής της ζητούμενης δικαστικής συνδρομής, χωρίς περιπλοκές· εξ ου και οι σύντομες προθεσμίες που υφίστανται[1]. Συνακόλουθα, η διαδικασία δεν ανάγεται καθαυτή σε ποινική δίωξη και ασφαλώς δεν προσφέρεται για την εξέταση τυχόν ευθύνης του Καθ’ ου η αίτηση· ζήτημα που απασχολεί το κράτος έκδοσης.

 

Σύμφωνα και με το άρθρο 2 του νόμου, η εφαρμογή των διατάξεών του δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την παραβίαση της υποχρέωσης σεβασμού των θεμελιωδών δικαιωμάτων και αρχών, σύμφωνα με το άρθρο 6 ΣΕΕ. Σε κάθε περίπτωση, ο εκζητούμενος δεν εκδίδεται σε κράτος όπου διατρέχει σοβαρό κίνδυνο να του επιβληθεί η ποινή του θανάτου ή να υποβληθεί σε βασανιστήρια ή άλλη απάνθρωπη ή εξευτελιστική ποινή ή μεταχείριση. Η μη εφαρμογή του μηχανισμού της έκδοσης, πέραν των ρητά και περιοριστικά προβλεπόμενων λόγων μη εκτέλεσης, είναι δυνατή μόνον σε περίπτωση σοβαρής και διαρκούς παράβασης από κράτος μέλος των αρχών που διατυπώνονται στο άρθρο 6 ΣΕΕ, ενώ δεν επιτρέπεται η διαμεταγωγή σε κράτος όπου υπάρχει ενδεχόμενο καταδίκης σε θάνατο ή υποβολής του εκζητούμενου προσώπου σε βασανιστήρια ή άλλη απάνθρωπη η εξευτελιστική ποινή ή μεταχείριση[2].

 

Το άρθρο 3 προβλέπει σχετικά με τον σκοπό του ΕΕΣ, ως η Απόφαση – Πλαίσιο. Το άρθρο 4 ορίζει τα σχετικά με το περιεχόμενο και τον τύπο του ΕΕΣ. Το άρθρο 5 σχετικά με τον ρόλο της Κεντρικής Αρχής, ότι αμφότερες τις αρμόδιες Αρχές έκδοσης και εκτέλεσης ΕΕΣ επικουρεί το Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξης, ως Κεντρική Αρχή, ιδίως κατά τη διοικητική διαβίβαση και παραλαβή του ΕΕΣ καθώς και κατά τη σχετική επίσημη αλληλογραφία. Η Κεντρική Αρχή μπορεί, επίσης, να προβαίνει στην τήρηση στατιστικών στοιχείων. Το Τρίτο Μέρος του νόμου αφορά την εκτέλεση του ΕΕΣ. Το άρθρο 12 προβλέπει την υποχρέωση εκτέλεσης του ΕΕΣ κατόπιν ελέγχου ή χωρίς έλεγχο του διττού αξιοποίνου. Το άρθρο 13 προβλέπει τους λόγους υποχρεωτικής μη εκτέλεσης και το άρθρο 14 προβλέπει τους λόγους προαιρετικής ή δυνητικής μη εκτέλεσης. Το άρθρο 15 προβλέπει σχετικά με τις εγγυήσεις για την εκτέλεση του ΕΕΣ σε ορισμένες περιπτώσεις. Το άρθρο 21 προβλέπει σχετικά με την απόφαση για εκτέλεση του ΕΕΣ, η οποία θα πρέπει να λαμβάνεται τηρουμένων των προθεσμιών του άρθρου 23, ενώ στην παράγραφο 2 προβλέπεται η δυνατότητα, εάν η δικαστική Αρχή που αποφασίζει για την εκτέλεση του ΕΕΣ κρίνει ότι οι πληροφορίες που διαβιβάσθηκαν από το κράτος μέλος έκδοσης του εντάλματος δεν αρκούν, ώστε να της επιτρέψουν να αποφασίσει για την παράδοση, να ζητήσει, μέσω της Κεντρικής Αρχής, την κατεπείγουσα προσκόμιση των απαραίτητων συμπληρωματικών στοιχείων, ιδίως σε σχέση με τα άρθρα 4 και 13 έως 15 του νόμου, και μπορεί να τάξει προθεσμία για την παραλαβή τους, λαμβάνοντας υπόψη την υποχρέωση τήρησης των προθεσμιών που ορίζονται στο άρθρο 23 του νόμου.

 

Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 12 του νόμου, στη σύνοψή μου, υπό την επιφύλαξη των διατάξεων των άρθρων 13 – 15, το ΕΕΣ εκτελείται εφόσον (α) η πράξη για την οποίαν έχει εκδοθεί το ΕΕΣ συνιστά έγκλημα το οποίο τιμωρείται με στέρηση της ελευθερίας, σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους έκδοσης και είναι αξιόποινη εγχώρια, ανεξαρτήτως του νομικού χαρακτηρισμού, (β) ή χωρίς τέτοιο έλεγχο του διττού αξιοποίνου, για τις ρητά προβλεπόμενες αξιόποινες πράξεις, όπως αυτές ορίζονται από το δίκαιο του κράτους έκδοσης, εφόσον τιμωρούνται στο κράτος αυτό με στέρηση της ελευθερίας τουλάχιστον 3 ετών, και περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, την εγκληματική οργάνωση, εγκλήματα σχετικά με ηλεκτρονικούς υπολογιστές και απάτη.

 

Σύμφωνα με το άρθρο 13 του νόμου, στη σύνοψή του, η δικαστική Αρχή που αποφασίζει για την εκτέλεση του ΕΕΣ, αρνείται (υποχρεωτικά) την εκτέλεση, στις ρητά και περιοριστικά προβλεπόμενες περιπτώσεις: (α) εάν η αξιόποινη πράξη για την οποίαν εκδόθηκε το ΕΕΣ, καλύπτεται από αμνηστία, (β) εάν από τις πληροφορίες που διατίθενται προκύπτει ότι ο εκζητούμενος δικάστηκε τελεσίδικα για τις ίδιες πράξεις από κράτος μέλος, (γ) εάν το πρόσωπο εναντίον του οποίου εκδόθηκε το ΕΕΣ είναι ανεύθυνο ποινικά λόγω της ηλικίας του, ή και (δ) εάν το ΕΕΣ εκδόθηκε προς τον σκοπό της δίωξης ή τιμωρίας προσώπου λόγω φύλου, φυλής, θρησκείας, εθνοτικής καταγωγής, ιθαγένειας, γλώσσας, πολιτικών φρονημάτων ή γενετήσιου προσανατολισμού.

 

Σύμφωνα με το άρθρο 14 του νόμου, επίσης στη σύνοψή του, η δικαστική Αρχή που αποφασίζει για την εκτέλεση του ΕΕΣ, δύναται (προαιρετικά) να αρνηθεί την εκτέλεσή του, στις ρητά και περιοριστικά προβλεπόμενες περιπτώσεις, (α) εάν το πρόσωπο εναντίον του οποίου εκδόθηκε το ΕΕΣ διώκεται στην Κύπρο για την ίδια αξιόποινη πράξη, (β) αν οι κυπριακές Αρχές αποφάσισαν είτε να μην ασκήσουν ποινική δίωξη για την αξιόποινη πράξη για την οποία εκδόθηκε το ΕΕΣ είτε να παύσουν τη δίωξη, (γ) εάν επήλθε παραγραφή, (δ) εάν ο εκζητούμενος δικάστηκε αμετάκλητα για την αξιόποινη πράξη για την οποία εκδόθηκε το ΕΕΣ σε κράτος μέλος ώστε να εμποδίζεται μεταγενέστερη άσκηση δίωξης, (ε) εάν από τις πληροφορίες που διαθέτει η δικαστική Αρχή προκύπτει ότι ο εκζητούμενος δικάστηκε αμετάκλητα για τις ίδιες πράξεις σε τρίτη χώρα υπό τις περαιτέρω προϋποθέσεις που αναφέρονται, (στ) εάν το ΕΕΣ εκδόθηκε για αξιόποινη πράξη που θεωρείται, κατά τον Κυπριακό ποινικό νόμο, ότι τελέστηκε εξ ολοκλήρου ή εν μέρει στο έδαφος της Κύπρου ή σε εξομοιούμενο τόπο, ή εκτός του εδάφους του κράτους μέλους έκδοσης και κατά τους κυπριακούς νόμους δεν επιτρέπεται η δίωξη για την ίδια αξιόποινη πράξη που διαπράττεται εκτός του εδάφους της Κύπρου, ή και (ζ) εάν το ΕΕΣ εκδόθηκε προς τον σκοπό εκτέλεσης ποινής ή μέτρου ασφαλείας, στερητικών της ελευθερίας, εφόσον ο εκζητούμενος είναι ημεδαπός ή κατοικεί ή διαμένει στην Κύπρο και η Κύπρος αναλαμβάνει την υποχρέωση να εκτελέσει την ποινή ή το μέτρο ασφαλείας σύμφωνα με τους ποινικούς της νόμους. Προβλέπονται πρόσθετοι λόγοι για τους οποίους είναι δυνατή η άρνηση εκτέλεσης σε περίπτωση που το ΕΕΣ έχει εκδοθεί με σκοπό την εκτέλεση ποινής στερητικής της ελευθερίας ή μέτρου στερητικού της ελευθερίας.

 

Επισημαίνεται πως, παρόλο που στους λόγους υποχρεωτικής ή προαιρετικής άρνησης εκτέλεσης δεν περιλαμβάνονται λόγοι που να αφορούν γενικά τα ανθρώπινα δικαιώματα, όπου γίνεται επίκληση κινδύνου να υποστεί ο εκζητούμενος βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση με αναφορά στις συνθήκες κράτησης, χρήσιμη είναι η αναγωγή, μεταξύ άλλων, στις Aranyosi και Căldăraru, C-404/15 και C-659/15, 5.4.2016, η οποία δίδει σχετική καθοδήγηση και θέτει έναν έλεγχο δύο σταδίων.

 

Η αρχή της αμοιβαίας αναγνώρισης, στην οποία στηρίζεται το σύστημα του ΕΕΣ, έχει ως έρεισμα την αμοιβαία εμπιστοσύνη μεταξύ των κρατών μελών ως προς το ότι οι αντίστοιχες εθνικές έννομες τάξεις τους είναι σε θέση να παρέχουν ισοδύναμη και αποτελεσματική προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων, που αναγνωρίζονται σε επίπεδο Ε.Ε., ιδίως στον ΧΘΔΕΕ. Αμφότερες οι αρχές είναι σημαντικές γιατί καθιστούν δυνατή τη δημιουργία και τη διατήρηση ενός χώρου χωρίς εσωτερικά σύνορα. Η αρχή της αμοιβαίας εμπιστοσύνης, ιδίως όσον αφορά τον χώρο ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης, επιβάλλει σε καθένα από τα κράτη μέλη να δέχονται, πλην εξαιρετικών περιστάσεων, ότι όλα τα λοιπά κράτη μέλη τηρούν το δίκαιο της Ε.Ε. και, ειδικότερα, ότι σέβονται τα θεμελιώδη δικαιώματα που είναι αναγνωρισμένα από το δίκαιο αυτό.

 

Η άρνηση της εκτέλεσης ενός ΕΕΣ, που έχει ως ακρογωνιαίο λίθο του την αρχή της αμοιβαίας εμπιστοσύνης, μπορεί να λάβει χώρα, καταρχήν, μόνο στις εξαντλητικά απαριθμούμενες περιπτώσεις υποχρεωτικής μη εκτέλεσης ή προαιρετικής μη εκτέλεσης κατά τα αντίστοιχα άρθρα της Απόφασης – Πλαισίου και του εγχώριου νόμου. Επίσης, μπορεί η εκτέλεση του ΕΕΣ να εξαρτηθεί μόνον από μία εκ των προϋποθέσεων του άρθρου 5 της Απόφασης – Πλαισίου ή 15 του εγχώριου νόμου (Lanigan, C‑237/15 PPU, EU:C:2015:474, σκέψη 36 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). Κατά την αιτιολογική σκέψη 10 της Απόφασης – Πλαισίου, η εφαρμογή του μηχανισμού του ΕΕΣ δύναται να ανασταλεί μόνον στην περίπτωση σοβαρής και διαρκούς παραβίασης από κράτος μέλος των αρχών που διατυπώνονται στο άρθρο 2 ΣΕΕ, και σύμφωνα με την προβλεπόμενη στο άρθρο 7 ΣΕΕ διαδικασία.

 

Εντούτοις, αφενός, το ΔΕΕ έχει δεχθεί ότι χωρούν περιορισμοί των αρχών της αμοιβαίας αναγνώρισης και της αμοιβαίας εμπιστοσύνης μεταξύ των κρατών μελών «υπό εξαιρετικές περιστάσεις» (βλ., συναφώς, γνωμοδότηση 2/13, EU:C:2014:2454, σκέψη 191). Αφετέρου, όπως προκύπτει από το άρθρο 1 § 3, αυτής, η Απόφαση ‒ Πλαίσιο δεν μπορεί να συνεπάγεται την τροποποίηση της υποχρέωσης σεβασμού των θεμελιωδών δικαιωμάτων όπως διατυπώνονται, μεταξύ άλλων, στον ΧΘΔΕΕ. Συναφώς, ο σεβασμός του άρθρου 4 ΧΘΔΕΕ, σχετικά με την απαγόρευση των απάνθρωπων ή εξευτελιστικών ποινών ή μεταχείρισης, επιβάλλεται, όπως προκύπτει από το άρθρο 51 § 1 αυτού, στα κράτη μέλη και, ως εκ τούτου, στα δικαιοδοτικά τους όργανα, όταν αυτά θέτουν σε εφαρμογή το δίκαιο της Ε.Ε., όπως συμβαίνει όταν η δικαστική Αρχή έκδοσης και η δικαστική Αρχή εκτέλεσης εφαρμόζουν τις εθνικές διατάξεις που θεσπίζονται σε εκτέλεση της Απόφασης ‒ Πλαισίου. Όσον αφορά την προβλεπόμενη στο άρθρο 4 ΧΘΔΕΕ απαγόρευση των απάνθρωπων ή εξευτελιστικών ποινών ή ανάλογης μεταχείρισης, η απαγόρευση αυτή είναι απόλυτη, καθόσον συνδέεται ευθέως με τον σεβασμό της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, ο οποίος κατοχυρώνεται στο άρθρο 1 ΧΘΔΕΕ (Schmidberger, C‑112/00, EU:C:2003:333, σκέψη 80). Ο απόλυτος χαρακτήρας του δικαιώματος που εγγυάται το άρθρο 4 ΧΘΔΕΕ επιβεβαιώνεται από το άρθρο 3 ΕΣΔΑ, στο οποίο αντιστοιχεί το εν λόγω άρθρο 4 ΧΘΔΕΕ. Συγκεκριμένα, όπως προκύπτει από το άρθρο 15 § 2 ΕΣΔΑ, δεν είναι δυνατή οποιαδήποτε παρέκκλιση από το άρθρο 3 ΕΣΔΑ.

 

Στο πλαίσιο αυτό, όταν η δικαστική Αρχή του κράτους μέλους εκτέλεσης έχει στη διάθεσή της στοιχεία τα οποία μαρτυρούν πραγματικό κίνδυνο απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης των κρατουμένων στο κράτος μέλος έκδοσης, από άποψη του βαθμού προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων κατά το δίκαιο της Ε.Ε. και, ειδικότερα, κατά το άρθρο 4 ΧΘΔΕΕ, υποχρεούται να εκτιμήσει εάν υπάρχει τέτοιος κίνδυνος, κάθε φορά που καλείται να αποφανθεί σχετικά με την παράδοση στις Αρχές του κράτους μέλους έκδοσης του ατόμου εις βάρος του οποίου έχει εκδοθεί ΕΕΣ. Πράγματι, η εκτέλεση ενός τέτοιου εντάλματος δεν δύναται να συνεπάγεται απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση του ατόμου αυτού. Προς τον σκοπό αυτό, η δικαστική Αρχή εκτέλεσης οφείλει, καταρχάς, να στηριχθεί επί αντικειμενικών, αξιόπιστων, συγκεκριμένων και δεόντως ενημερωμένων στοιχείων σχετικά με τις συνθήκες κράτησης που επικρατούν στο κράτος μέλος έκδοσης, από τα οποία να καταδεικνύεται ότι όντως υφίστανται είτε συστημικά ή γενικευμένες πλημμέλειες είτε πλημμέλειες που επηρεάζουν ορισμένες ομάδες προσώπων ή ακόμη ορισμένα κέντρα κράτησης. Τα στοιχεία αυτά δύνανται να προκύπτουν, μεταξύ άλλων, από διεθνείς δικαστικές αποφάσεις, όπως είναι οι αποφάσεις του ΕΔΔΑ, από δικαστικές αποφάσεις του κράτους μέλους έκδοσης, καθώς και από αποφάσεις, εκθέσεις και λοιπά έγγραφα καταρτιζόμενα από όργανα του Συμβουλίου της Ευρώπης ή όργανα εντός του συστήματος των Ηνωμένων Εθνών. Συναφώς, από τη νομολογία του ΕΔΔΑ απορρέει ότι το άρθρο 3 ΕΣΔΑ συνεπάγεται, για τις Αρχές του κράτους στο έδαφος του οποίου πραγματοποιείται η κράτηση, θετική υποχρέωση η οποία συνίσταται στη διασφάλιση ότι κάθε φυλακισμένος κρατείται υπό συνθήκες εξασφαλίζουσες τον σεβασμό της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, ότι ο τρόπος εκτέλεσης του μέτρου δεν θέτει τον ενδιαφερόμενο σε κίνδυνο ή σε δοκιμασία τέτοιας έντασης η οποία βαίνει πέραν του αναπόφευκτου βαθμού ταλαιπωρίας που είναι εγγενής στην κράτηση και ότι, λαμβανομένων υπόψη των πρακτικών απαιτήσεων της φυλάκισης, η υγεία και η διαβίωση του φυλακισμένου διασφαλίζονται επαρκώς (βλ. ΕΔΔΑ, Torreggiani και λοιποί κατά Ιταλίας, αριθ. 43517/09, 46882/09, 55400/09, 57875/09, 61535/09, 35315/10, και 37818/10, της 8ης Ιανουαρίου 2013, § 65).

 

Παρά ταύτα, η διαπίστωση της ύπαρξης πραγματικού κινδύνου απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης λόγω των γενικών συνθηκών κράτησης στο κράτος μέλος έκδοσης δεν δύναται να έχει αυτομάτως ως αποτέλεσμα την άρνηση εκτέλεσης ΕΕΣ. Εφόσον διαπιστωθεί η ύπαρξη τέτοιου κινδύνου, πρέπει, στη συνέχεια, η δικαστική Αρχή εκτέλεσης να εκτιμήσει, συγκεκριμένα και με ακρίβεια, αν συντρέχουν σοβαροί και αποδεδειγμένοι λόγοι να θεωρηθεί ότι ο ενδιαφερόμενος θα διατρέξει τον κίνδυνο αυτό λόγω των προβλεπόμενων συνθηκών κράτησής του στο κράτος μέλος έκδοσης. Η ύπαρξη και μόνον στοιχείων που μαρτυρούν πλημμέλειες είτε συστημικές ή γενικευμένες είτε επηρεάζουσες ορισμένες ομάδες προσώπων ή ακόμη ορισμένα κέντρα κράτησης όσον αφορά τις συνθήκες κράτησης στο κράτος μέλος έκδοσης δεν συνεπάγεται κατ’ ανάγκην ότι, σε συγκεκριμένη περίπτωση, ο ενδιαφερόμενος θα υποστεί απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση σε περίπτωση παράδοσής του στις Αρχές του εν λόγω κράτους μέλους. Κατά συνέπεια, προκειμένου να διασφαλισθεί ο σεβασμός του άρθρου 4 ΧΘΔΕΕ στη συγκεκριμένη περίπτωση του ατόμου εις βάρος του οποίου έχει εκδοθεί ΕΕΣ, η δικαστική Αρχή εκτέλεσης, η οποία έχει στη διάθεσή της στοιχεία αντικειμενικά, αξιόπιστα, συγκεκριμένα και δεόντως ενημερωμένα τα οποία μαρτυρούν την ύπαρξη τέτοιων πλημμελειών, οφείλει να εξακριβώσει αν, υπό τις περιστάσεις της συγκεκριμένης υπόθεσης, συντρέχουν σοβαροί και αποδεδειγμένοι λόγοι να θεωρηθεί ότι, κατόπιν της παράδοσής του στο κράτος μέλος έκδοσης, το εν λόγω άτομο θα διατρέξει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί στο ως άνω κράτος μέλος απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση, κατά την έννοια του άρθρου αυτού.

 

Προς τον σκοπό αυτό, η εν λόγω Αρχή οφείλει, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 15 § 2 της Απόφαση ‒ Πλαισίου, να ζητήσει από τη δικαστική Αρχή του κράτους μέλους έκδοσης την κατεπείγουσα προσκόμιση κάθε αναγκαίας συμπληρωματικής πληροφορίας όσον αφορά τις συνθήκες υπό τις οποίες πρόκειται να κρατηθεί ο ενδιαφερόμενος στο εν λόγω κράτος μέλος. Το αίτημα αυτό δύναται, επίσης, να αφορά την ύπαρξη, στο κράτος μέλος έκδοσης, ενδεχόμενων εθνικών ή διεθνών διαδικασιών και μηχανισμών ελέγχου των συνθηκών κράτησης που σχετίζονται, για παράδειγμα, με επισκέψεις στα σωφρονιστικά καταστήματα, οι οποίες επιτρέπουν την εκτίμηση της τρέχουσας καταστάσεως των συνθηκών κράτησης στα καταστήματα αυτά. Σύμφωνα με το άρθρο 15 § 2 της Απόφασης ‒ Πλαισίου, η δικαστική Αρχή εκτέλεσης μπορεί να ορίσει προθεσμία για την παραλαβή των ζητηθέντων συμπληρωματικών πληροφοριών από την δικαστική Αρχή έκδοσης. Η προθεσμία αυτή πρέπει να είναι προσαρμοσμένη στη συγκεκριμένη υπόθεση, έτσι ώστε η δικαστική Αρχή έκδοσης να διαθέτει τον αναγκαίο χρόνο για τη συλλογή των εν λόγω πληροφοριών, εν ανάγκη ζητώντας προς τον σκοπό αυτό τη συνδρομή της κεντρικής Αρχής ή μίας εκ των κεντρικών Αρχών του κράτους μέλους έκδοσης, κατά την έννοια του άρθρου 7 της ιδίας. Σύμφωνα με το άρθρο 15 § 2, η εν λόγω προθεσμία πρέπει, πάντως, να λαμβάνει υπόψη την ανάγκη να τηρηθούν οι προθεσμίες που τάσσονται στο άρθρο 17. Η δικαστική Αρχή έκδοσης οφείλει να διαβιβάσει τις πληροφορίες αυτές στη δικαστική Αρχή εκτέλεσης.

 

Εφόσον, λαμβανομένων υπόψη των πληροφοριών που προσκομίζονται κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 15 § 2 της Απόφασης ‒ Πλαισίου, καθώς και όλων των λοιπών πληροφοριών που έχει στη διάθεσή της η δικαστική Αρχή εκτέλεσης, η Αρχή αυτή διαπιστώσει ότι συντρέχει, για το άτομο εις βάρος του οποίου έχει εκδοθεί ΕΕΣ, πραγματικός κίνδυνος απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης, όπως έχει ήδη εξηγηθεί, η εκτέλεση του εντάλματος αυτού πρέπει να αναβληθεί, αλλά δεν μπορεί να ματαιωθεί. Σε κάθε περίπτωση που η εν λόγω Αρχή αποφασίζει μια τέτοια αναβολή, το κράτος μέλος εκτέλεσης ενημερώνει σχετικώς την Eurojust, σύμφωνα με το άρθρο 17 § 7 της Απόφασης ‒ Πλαισίου, διευκρινίζοντας τους λόγους της καθυστέρησης. Επιπλέον, σύμφωνα με την διάταξη αυτή, ένα κράτος μέλος έχει βρεθεί ενώπιον επανειλημμένων καθυστερήσεων από άλλο κράτος μέλος στην εκτέλεση ΕΕΣ, ενημερώνει σχετικά το Συμβούλιο, με σκοπό να γίνει αξιολόγηση, σε επίπεδο κρατών μελών, του τρόπου με τον οποίον εφαρμόζεται η Απόφαση – Πλαίσιο.

 

Σύμφωνα με το άρθρο 6 ΧΘΔΕΕ, η δικαστική Αρχή εκτέλεσης μπορεί να αποφασίσει τη συνέχιση της κράτησης του οικείου προσώπου μόνον καθόσον η διαδικασία εκτέλεσης του ΕΕΣ διεξήχθη με επαρκή επιμέλεια και, συνεπώς, η διάρκεια της κράτησης δεν είναι υπερβολική. Η Αρχή αυτή οφείλει να λαμβάνει δεόντως υπόψη, όσον αφορά τα πρόσωπα εις βάρος των οποίων έχει εκδοθεί ΕΕΣ προς τον σκοπό της άσκησης διώξεων, την κατοχυρωμένη στο άρθρο 48 ΧΘΔΕΕ αρχή του τεκμηρίου αθωότητας. Η δικαστική Αρχή οφείλει συναφώς να σέβεται την επιταγή περί αναλογικότητας, την οποία προβλέπει το άρθρο 52 § 1 ΧΘΔΕΕ, όσον αφορά τον περιορισμό κάθε δικαιώματος ή ελευθερίας που αναγνωρίζονται από αυτόν. Συγκεκριμένα, η έκδοση ΕΕΣ δεν μπορεί να δικαιολογήσει τη συνέχιση της κράτησης του οικείου προσώπου χωρίς κανένα χρονικό όριο. Εν πάση περιπτώσει, αν η δικαστική Αρχή εκτέλεσης κρίνει, μετά τον έλεγχο για τον οποίο γίνεται λόγος, ότι υποχρεούται να θέσει τέρμα στην κράτηση του καταζητούμενου, σε αυτήν απόκειται, δυνάμει των άρθρων 12 και 17 § 5 της Απόφασης ‒ Πλαισίου, να συνδυάσει την προσωρινή απόλυση του προσώπου αυτού με κάθε μέτρο που κρίνει αναγκαίο ώστε να αποφευχθεί η διαφυγή του και να διασφαλίσει ότι εξακολουθούν να συντρέχουν οι αναγκαίες ουσιαστικές προϋποθέσεις για την παράδοσή του ενόσω δεν έχει ληφθεί καμία οριστική απόφαση για την εκτέλεση του ΕΕΣ (Lanigan, C‑237/15 PPU, EU:C:2015:474, σκέψη 61).

 

Σε κάθε περίπτωση που, με βάση τις πληροφορίες τις οποίες έλαβε η δικαστική Αρχή εκτέλεσης από τη δικαστική Αρχή έκδοσης, συνάγεται ότι πρέπει να απορριφθεί η ύπαρξη πραγματικού κινδύνου να υποστεί το οικείο πρόσωπο απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση στο κράτος μέλος έκδοσης, η δικαστική Αρχή εκτέλεσης οφείλει να εκδώσει, εντός των προθεσμιών που τάσσει η Απόφαση ‒ Πλαίσιο, την απόφασή της σχετικά με την εκτέλεση του ΕΕΣ, με την επιφύλαξη της δυνατότητας του οικείου προσώπου, αφού παραδοθεί, να κάνει χρήση, εντός της έννομης τάξης του κράτους μέλους έκδοσης, των μέσων παροχής ενδίκου προστασίας προς αμφισβήτηση, εφόσον συντρέχει λόγος, της νομιμότητας των συνθηκών κράτησής του στο σωφρονιστικό κατάστημα αυτού του κράτους μέλους (F., C‑168/13 PPU, EU:C:2013:358, σκέψη 50).

 

Η διαβεβαίωση που παρέχει ή εγκρίνει η δικαστική Αρχή έκδοσης του ΕΕΣ, ότι το ενδιαφερόμενο πρόσωπο δεν θα υποστεί απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση λόγω πραγματικών και επακριβών συνθηκών κράτησης, υποχρεωτικά συνεκτιμάται. Η δικαστική Αρχή του κράτους εκτέλεσης μπορεί να βασιστεί σε αυτήν και εάν δεν υπάρχουν άλλα στοιχεία που να συνηγορούν στο ότι οι συνθήκες κράτησης εντός ορισμένου καταστήματος είναι αντίθετες με το άρθρο 4 ΧΘΔΕΕ, να προχωρήσει στη λήψη σχετικής απόφασης[3]. Εάν ο κίνδυνος δεν μπορεί να αποκλειστεί εντός εύλογου χρονικού διαστήματος, αποφασίζεται κατά πόσον η διαδικασία πρέπει να περατωθεί. Στο πλαίσιο αυτό, συζητούνται τυχόν εναλλακτικές προσεγγίσεις.

 

Σε μετέπειτα νομολογία του ΔΕΕ, αναλύθηκε περαιτέρω, υπό διάφορες περιστάσεις, το «test» των δύο σταδίων. Κατά το δεύτερο στάδιο, η δικαστική Αρχή εκτέλεσης του ΕΕΣ οφείλει, εφόσον έχει διαπιστώσει την ύπαρξη γενικευμένων ή συστημικών πλημμελειών, να εκτιμήσει, κατά τρόπο συγκεκριμένο και ακριβή, αν υφίστανται σοβαροί και αποδεδειγμένοι λόγοι να θεωρηθεί ότι το οικείο πρόσωπο πρόκειται να διατρέξει, μετά την παράδοσή του στο κράτος μέλος έκδοσης του εντάλματος, πραγματικό κίνδυνο προσβολής του θεμελιώδους δικαιώματός του. Η δικαστική Αρχή εκτέλεσης δεν δύναται να συναγάγει ότι συντρέχουν σοβαροί και αποδεδειγμένοι λόγοι ώστε να θεωρηθεί ότι, κατόπιν παράδοσής του στο κράτος μέλος έκδοσης του εντάλματος, το πρόσωπο εις βάρος του οποίου έχει εκδοθεί το ΕΕΣ θα διατρέξει πραγματικό κίνδυνο απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης, κατά την έννοια του άρθρου 4 ΧΘΔΕΕ, χωρίς προηγουμένως να έχει υποβάλει στη δικαστική Αρχή έκδοσης του εντάλματος, δυνάμει του άρθρου 15 § 2 της Απόφασης ‒ Πλαισίου, αίτημα παροχής πληροφοριών. Η παρεχόμενη από τις αρμόδιες Αρχές του κράτους μέλους έκδοσης του εντάλματος διαβεβαίωση ότι το ενδιαφερόμενο πρόσωπο δεν θα υποστεί απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση λόγω των συγκεκριμένων και ακριβών συνθηκών κράτησής του, ανεξαρτήτως του σωφρονιστικού καταστήματος στο οποίο θα κρατηθεί εντός του κράτους μέλους έκδοσης του εντάλματος, αποτελεί στοιχείο το οποίο δεν επιτρέπεται να μην λάβει υπόψη η δικαστική Αρχή εκτέλεσης. Συγκεκριμένα, η αθέτηση μιας τέτοιας διαβεβαίωσης, κατά το μέρος που η διαβεβαίωση αυτή δεσμεύει την Αρχή που την παρέσχε, θα μπορούσε να προβληθεί κατά της συγκεκριμένης Αρχής ενώπιον των δικαστηρίων του κράτους μέλους έκδοσης του εντάλματος. Η δικαστική Αρχή εκτέλεσης του εντάλματος δεν μπορεί να αρνηθεί την εκτέλεσή του στηριζόμενη σε στοιχεία σχετικά με τις συνθήκες κράτησης εντός των σωφρονιστικών καταστημάτων του κράτους μέλους έκδοσης τα οποία συνέλεξε η ίδια και ως προς τα οποία δεν ζήτησε από την οικεία Αρχή συμπληρωματικές πληροφορίες. Η δικαστική Αρχή εκτέλεσης δεν δύναται να λαμβάνει υπόψη επίπεδο προστασίας υψηλότερο από εκείνο που διασφαλίζει το άρθρο 4 ΧΘΔΕΕ σε σχέση με τις συνθήκες κράτησης [απόφαση της 25ης Ιουλίου 2018, ML (συνθήκες κράτησης στην Ουγγαρία) C‑220/18 PPU EU:C:2018:589· απόφαση της 15ης Οκτωβρίου 2019 Dorobantu, C‑128/18 EU:C:2019:857· απόφαση της 17ης Δεκεμβρίου 2020 Openbaar Ministerie C‑354/20 PPU και C‑412/20 PPU EU:C:2020:1033· απόφαση της 31ης Ιανουαρίου 2023, Puig Gordi κ.λπ. C‑158/21 EU:C:2023:57· απόφαση της 29ης Ιουλίου 2024 Breian C‑318/24 PPU].

 

Έχοντας υπόψη τις εισηγήσεις που έγιναν από πλευράς του Καθ’ ου η αίτηση, θα πρέπει να τονισθεί ιδιαιτέρως πως υπάρχουν όρια στη λειτουργική λογική των δύο σταδίων, που προκύπτουν από την προαναφερόμενη νομολογία. Εκκινούν από την υπόμνηση ότι η εκτέλεση του ΕΕΣ είναι ο κανόνας, και η άρνηση της εκτέλεσής του, στενά ερμηνευόμενη, είναι εξαίρεση. Συναφώς, δεν αρκεί κάποια παρατυπία ή ανεπάρκεια, ούτε η αρχή της καλοπιστίας που διέπει τις σχέσεις μεταξύ κρατών μελών δικαιολογεί την επίμονη αναζήτηση τέτοιων παρατυπιών ή ανεπαρκειών, προκειμένου να μην εκτελεστεί το ΕΕΣ. Μόνον «εξαιρετικές περιστάσεις» είναι δυνατόν να διαρρηγνύουν την αμοιβαία εμπιστοσύνη λόγω κινδύνου προσβολής θεμελιώδους δικαιώματος. Στη βάση αυτών των διατυπώσεων, η δικαστική Αρχή εκτέλεσης συνάγεται και πως δεν θα πρέπει να ενεργοποιεί εύκολα διαδικασία που πρακτικά θα ήταν δυνατό να μετατρέψει την εξαίρεση σε μία συνήθη πρακτική. Η δομή των δύο σταδίων υφίσταται, και επιβεβαιώνεται σε κάθε επόμενη απόφαση που υιοθετεί το «Aranyosi test», αλλά η υποχρέωση αναζήτησης συμπληρωματικών πληροφοριών ή διαβεβαιώσεων, η κίνηση δηλαδή ενός μηχανισμού παρέκκλισης, δεν ενεργοποιείται με κάθε αβεβαιότητα ή γενική ανησυχία, για να ενεργήσει ως έλεγχος τελειότητας. Είναι μία έκτακτη διαδικασία, όταν οι πλημμέλειες φτάνουν σε επίπεδο που αγγίζει τον πυρήνα του δικαιώματος. Το ένα όριο είναι, πρώτα, στο τι λογίζεται ως συστημική ή γενικευμένη πλημμέλεια, όπου δεν αρκεί κάτι «προβληματικό», αλλά οι πλημμέλειες θα πρέπει να είναι της ποιότητας και της βαρύτητας που να μπορούν να οδηγήσουν σε πραγματικό κίνδυνο προσβολής δικαιώματος. Το άλλο όριο είναι, στο δεύτερο στάδιο, στο τι αρκεί για την εξατομίκευση. Ακόμη κι αν ξεπεραστεί το πρώτο στάδιο, αυτό, από μόνο του, δεν αρκεί, για να τεκμηριωθεί ο πραγματικός κίνδυνος για τον συγκεκριμένο εκζητούμενο, αλλά χρειάζεται σύνδεση με την προσωπική του κατάσταση, τη φύση της υπόθεσης, το πραγματικό πλαίσιο και τυχόν συμπληρωματικές πληροφορίες.

 

Κατ’ ανάλογη εφαρμογή στις συνθήκες κράτησης, δεν είναι κάθε πρόβλημα του σωφρονιστικού συστήματος (π.χ. υπερπληθυσμός γενικά, απεργίες γενικά, περιστατικά βίας γενικά) ικανό να ενεργοποιήσει την υποχρέωση για αναζήτηση διαβεβαιώσεων. Χρειάζεται είτε σοβαρό και δεόντως επικαιροποιημένο υλικό, που να δείχνει ότι συγκεκριμένα καταστήματα ή κατηγορίες κρατουμένων βρίσκονται σε επίπεδο άρθρου 3 ΕΣΔΑ, και έπειτα εξατομίκευση ότι ο εκζητούμενος είναι πράγματι πιθανό να βρεθεί εκεί, υπό αυτές τις συνθήκες. Η διαδικασία αναζήτησης διαβεβαιώσεων ενεργοποιείται υποχρεωτικά μόνον όταν η δικαστική Αρχή εκτέλεσης, βάσει αντικειμενικών και επικαιροποιημένων στοιχείων, μπορεί να διαπιστώσει ότι υφίστανται σοβαροί και αποδεδειγμένοι λόγοι να θεωρηθεί πως ο συγκεκριμένος εκζητούμενος, υπό τις προβλεπόμενες συνθήκες κράτησής του, θα διατρέξει πραγματικό κίνδυνο απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης. Αν τα στοιχεία παραμένουν σε γενικό επίπεδο, δεν επιτρέπουν εξατομίκευση ή στηρίζονται σε υποθέσεις και πιθανολογήσεις, τότε δεν γεννάται υποχρέωση ενεργοποίησης του άρθρου 15 § 2, διότι κάτι τέτοιο θα αντέβαινε στην αρχή της αμοιβαίας εμπιστοσύνης, στον εξαιρετικό χαρακτήρα της παρέκκλισης, και στη σαφή νομολογία του ΔΕΕ. Συνεπώς, η υποχρέωση αναζήτησης συμπληρωματικών πληροφοριών κατά το άρθρο 15 § 2 της Απόφασης – Πλαισίου ενεργοποιείται μόνον εφόσον το δικαστήριο έχει ήδη στη διάθεσή του στοιχεία ικανά να θεμελιώσουν σοβαρούς και αποδεδειγμένους λόγους εξατομικευμένου κινδύνου· δεν δύναται να λειτουργεί ως μέσο διερεύνησης γενικών ή υποθετικών ανησυχιών.

 

Όπως άλλωστε προκύπτει και από τη ML (ανωτέρω), εναπόκειται αποκλειστικά στη δικαστική Αρχή εκτέλεσης να εκτιμήσει αν τα στοιχεία που διαθέτει αναδεικνύουν την ύπαρξη συστημικών ή γενικευμένων πλημμελειών ως προς τις συνθήκες κράτησης στο κράτος μέλος έκδοσης. Η εκτίμηση αυτή αποτελεί πρώτο και αναγκαίο στάδιο, πλην όμως δεν αρκεί αφ’ εαυτής για την άρνηση εκτέλεσης ΕΕΣ ούτε για την αυτοματοποιημένη ενεργοποίηση της διαδικασίας αναζήτησης συμπληρωματικών πληροφοριών. Η εξέταση που οφείλει να διενεργήσει η δικαστική Αρχή εκτέλεσης πρέπει να είναι συγκεκριμένη και ακριβής και δεν αφορά τις γενικές συνθήκες κράτησης στο σύνολο των σωφρονιστικών καταστημάτων του κράτους μέλους έκδοσης, αλλά μόνον εκείνα στα οποία, βάσει των διαθέσιμων στοιχείων, προβλέπεται κατά τρόπο συγκεκριμένο να κρατηθεί ο εκζητούμενος, έστω και για μεταβατικό ή περιορισμένο χρονικό διάστημα. Τυχόν υποχρέωση ελέγχου των συνθηκών κράτησης σε όλα τα πιθανά καταστήματα, θα ήταν προδήλως υπερβολική, πρακτικά ανέφικτη εντός των προθεσμιών του άρθρου 17 της Απόφασης ˗ Πλαισίου και θα αναιρούσε την πρακτική αποτελεσματικότητα του μηχανισμού του ΕΕΣ, δημιουργώντας κίνδυνο ατιμωρησίας. Η δυνατότητα της δικαστικής Αρχής εκτέλεσης να ζητήσει, κατά το άρθρο 15 § 2 της Απόφασης ˗ Πλαισίου, την κατεπείγουσα προσκόμιση συμπληρωματικών πληροφοριών συνιστά έσχατη λύση και ενεργοποιείται μόνον σε εξαιρετικές περιπτώσεις, όταν η Αρχή αυτή διαπιστώνει ότι δεν διαθέτει τα αναγκαία στοιχεία για να εκδώσει απόφαση περί παράδοσης, αφού προηγουμένως έχει διαμορφώσει, βάσει αντικειμενικών, αξιόπιστων και επικαιροποιημένων δεδομένων, σοβαρές ενδείξεις εξατομικευμένου πραγματικού κινδύνου απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης. Κατά συνέπεια, οι δικαστικές Αρχές εκτέλεσης δεν δύνανται να χρησιμοποιούν συστηματικά το άρθρο 15 § 2 για να ζητούν γενικές πληροφορίες περί των συνθηκών κράτησης σε όλα τα σωφρονιστικά καταστήματα του κράτους μέλους έκδοσης. Τέτοια πρακτική, θα αντέβαινε στην αρχή της αμοιβαίας εμπιστοσύνης και στον σκοπό της Απόφασης ˗ Πλαισίου, που συνίσταται στη διευκόλυνση και επιτάχυνση των διαδικασιών παράδοσης μέσω απλουστευμένου και αποτελεσματικού συστήματος. Εξάλλου, η παρεχόμενη από τη δικαστική Αρχή έκδοσης δεσμευτική διαβεβαίωση ότι ο εκζητούμενος δεν θα υποστεί απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση λόγω των συγκεκριμένων συνθηκών κράτησής του, ανεξαρτήτως του καταστήματος στο οποίο θα κρατηθεί, αποτελεί στοιχείο που η δικαστική Αρχή εκτέλεσης οφείλει να λάβει σοβαρά υπόψη, ελλείψει συγκεκριμένων αντιθέτων ενδείξεων.

 

Μαρτυρία και εξέταση

 

Θα εξεταστεί πρώτα η μαρτυρία που προσκομίστηκε από το κράτος έκδοσης, δια της Κεντρικής Αρχής, δηλαδή η μαρτυρία των ΜΑ1 και ΜΑ2. Στα σημεία όπου χρειάζεται και σχετίζεται η μαρτυρία της πλευράς του Καθ’ ου η αίτηση, θα εξεταστεί η μαρτυρία των ΜΥ1 και ΜΥ2.

 

Με δεδομένο πως δεν είναι ο ρόλος της δικαστικής Αρχής του κράτους εκτέλεσης να αποφασίσει την ενοχή ή την αθωότητα του Καθ’ ου η αίτηση, δεν αξιολογείται σε βάθος η μαρτυρία σε τέτοιας φύσης διαδικασία, με σκοπό να προκύψουν ευρήματα. Έχω υπόψη μου τις αρχές που εφαρμόζονται για την αξιολόγηση της μαρτυρίας, στην έκταση που αυτή αξιολογείται.

 

Συνοπτικά, όπως καθοδηγεί η νομολογία[4], η εστίαση είναι στο περιεχόμενο της μαρτυρίας, την ποιότητα και την πειστικότητά της, σε συνάρτηση με το σύνολο της μαρτυρίας και την αντικειμενική όψη των πραγμάτων. Δυνατό να λαμβάνονται υπόψη διάφοροι παράγοντες, που δεν εκτίθενται εκ προοιμίου ή εξαντλητικά, όπως η αμεσότητα στις απαντήσεις, η συνοχή και η λογική συνέχειά τους, η απουσία ουσιωδών αντιφάσεων ή υπερβολών, η πιθανότητα όπως κάποια εκδοχή ως προς τα πράγματα να επηρεάζεται από την ευκαιρία γνώσης των γεγονότων ή από προσωπικό συμφέρον ή επιθυμία ή από την μνήμη. Το Δικαστήριο έχει την ευκαιρία να παρακολουθεί και τη συμπεριφορά των μαρτύρων στο εδώλιο.  Η εκδοχή του κάθε μάρτυρα δεν προσεγγίζεται μικροσκοπικά με εστίαση απλώς στις λέξεις που χρησιμοποιήθηκαν ή στη σειρά τους. Προσεγγίζεται ως ένα σύνολο μέσα στη ζωντανή ατμόσφαιρα της προφορικής δίκης, στην οποία ο προφορικός λόγος μπορεί να μην είναι σε τέλεια γλώσσα ή καλά συνταγμένος και εκφρασμένος με απόλυτη ακρίβεια. Το Δικαστήριο μπορεί να δεχθεί μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα και να απορρίψει άλλο, εάν κάτι τέτοιο δικαιολογείται. Δεν υπάρχει η δυνατότητα να δέχεται ή να απορρίπτει συστηματικά σημεία της μαρτυρίας κατά το δοκούν ή με επιλεκτικότητα που να παραπέμπει σε κατάτμηση και χρησιμοποίηση της μαρτυρίας για να υποστηριχθεί συγκεκριμένο αποτέλεσμα. Η αναφορά του Δικαστηρίου σε «αξιοπιστία της μαρτυρίας» στο πλαίσιο συγκεκριμένης υπόθεσης δεν απευθύνεται στο άτομο, την εντιμότητά του ή την ειλικρίνειά του ως γενικότερα χαρακτηριστικά του. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται ενώ το Δικαστήριο έχει υπόψη του το σύνολο της μαρτυρίας. Αυτό ακόμη και εάν στη δομή της απόφασής του καταγράφεται ξεχωριστά η κάθε μία μαρτυρία.

 

Το καθήκον των μαρτύρων που καταθέτουν στο Δικαστήριο ως πραγματογνώμονες, και το οποίο προέχει έναντι οποιουδήποτε άλλου καθήκοντος προς τους εντολείς τους, είναι να παρέχουν αιτιολογημένη, αντικειμενική και αμερόληπτη παρουσίαση των επιστημονικών κριτηρίων, με σαφή τρόπο και χωρίς περιπλοκές και εστίες σύγχυσης ή παραπλάνησης, για να μπορεί το Δικαστήριο να διαμορφώσει την ανεξάρτητη κρίση του, εφαρμόζοντάς τα στην υπό κρίση περίπτωση[5]. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας των πραγματογνωμόνων δεν διαφέρει από την αξιολόγηση της μαρτυρίας των μαρτύρων γεγονότων ως προς τις αρχές που εφαρμόζονται[6], με εστίαση στο περιεχόμενο της μαρτυρίας, όπου ρόλο διαδραματίζουν η σοβαρότητα και η υπευθυνότητα με την οποία προσεγγίζεται η διατύπωση της γνώσης, η παράθεση και εξήγησης των βάσεων της, η πληρότητα και η σταθερότητά της, χωρίς ασφαλώς τα κριτήρια να είναι εφικτό να προκαθοριστούν εξαντλητικά.

 

Ο ΜΑ1, Αστ.2163 Χάρης Γεωργίου, αστυφύλακας που υπηρετεί στο ΤΑΕ Λεμεσού, αναγνώρισε και υιοθέτησε την κατάθεσή του ημερομηνίας 27.10.2025 (Τ1), όπου αναφέρεται στο γεγονός της σύλληψης του Καθ’ ου η αίτηση βάσει του ΕΕΣ (Τ2) και στην ενημέρωση που έγινε για τους λόγους σύλληψης, όπου ο Καθ’ ου η αίτηση απάντησε «it has been a very long time since I worked for this company», και για τα δικαιώματά του (Τ3, Τ4). Ο ΜΑ1, όπως ανέφερε, διαπίστωσε ότι ο συλληφθείς ήταν το πρόσωπο που κατονομαζόταν στο ΕΕΣ, προέβη στη σύλληψη, στις σχετικές ενημερώσεις δικαιωμάτων και στη μεταφορά του Καθ’ ου η αίτηση στο Δικαστήριο, και δεν έχει οποιαδήποτε άλλη εμπλοκή με την υπόθεση.

 

Κατά την αντεξέτασή του, ο ΜΑ1 ανέφερε, μεταξύ άλλων, πως έδωσε στον Καθ’ ου η αίτηση το ΕΕΣ να το διαβάσει, αλλά δεν ήταν δική του αρμοδιότητα να του πει εάν ήταν για ποινική δίωξη ή για έκτιση ποινής. Απαντώντας σε σχετική ερώτηση, ανέφερε πως γνωρίζει πως υπήρχε οργανωμένη επιχείρηση, υπήρχαν διαφορετικά ΕΕΣ, στον ίδιο ανατέθηκε η σύλληψη βάσει του συγκεκριμένου, αλλά δεν γνωρίζει περαιτέρω για τον σκοπό της επιχείρησης. Κατά τη σύλληψη του Καθ’ ου η αίτηση, ενήργησαν με διακριτικότητα, ενόψει του ότι υπήρχαν ανήλικα παιδιά στο σπίτι. Ο ίδιος, επίσης, δεν έχει εμπλοκή στην εκτέλεση Ευρωπαϊκής Εντολής Έρευνας (ΕΕΕ). Του υποδείχθηκαν τα έγγραφα που αφορούν τις άλλες παράλληλες διαδικασίες, στο πλαίσιο της όλης επιχείρησης (Τ22), τα οποία δεν αναγνώρισε, μένοντας σταθερός στη θέση του, σχετικά με τη δική του περιορισμένη εμπλοκή στη σύλληψη του Καθ’ ου η αίτηση βάσει του συγκεκριμένου ΕΕΣ.

 

Δεν υπάρχουν αντιφάσεις στη μαρτυρία του ΜΑ1 σχετικά με τα γεγονότα που γνωρίζει και κατέθεσε, ούτε του υποβλήθηκε οτιδήποτε που να αντικρούει τα αναφερόμενα από αυτόν γεγονότα σχετικά με τη σύλληψη και τις ενημερώσεις που έγιναν στον Καθ’ ου η αίτηση. Είναι αποδεκτή η μαρτυρία του ΜΑ1 στο σύνολό της.

 

Ο ΜΑ2, Προκόπης Χίντικος, εργάζεται στο Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξης, στη Μονάδα Διεθνούς Συνεργασίας. Έχει πολυετή εμπειρία στα σχετικά καθήκοντα, τα οποία ανέφερε αναλυτικά. Εξήγησε το περιεχόμενου του ΕΕΣ (Τ2) και ανέφερε πως το ΕΕΣ λήφθηκε από το Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξης ως Κεντρική Αρχή μέσω των καναλιών της Eurojust την 24.10.2025. Η Eurojust επισύναψε τόσο το ΕΕΣ στην ολλανδική γλώσσα όσο και την πιστή μετάφρασή του στα αγγλικά (Τ5). Το Τ5 διαβιβάστηκε στον Αρχηγό Αστυνομίας την 27.10.2025, με επιστολή ιδίας ημερομηνίας, μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (Τ6). Την 7.11.2025 λήφθηκε ηλεκτρονικό μήνυμα από το δικηγορικό γραφείου του Γιάννη Πολυχρόνη, στο οποίο επισύναψε ερωτηματολόγιο στην αγγλική γλώσσα, με την παράκληση όπως αυτό διαβιβαστεί στις βελγικές Αρχές (Τ7). Την ίδια ημέρα, μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, διαβιβάστηκε στις βελγικές Αρχές το ερωτηματολόγιο με επιστολή διαβίβασης ιδίας ημερομηνίας. Με επιστολή ημερομηνίας 7.11.2025, διαβιβάστηκε και αίτημα εκ μέρους της Κεντρικής Αρχής, ως προς τις νομικές εγγυήσεις στη βάση του άρθρου 5 § 3 της Απόφασης ‒ Πλαισίου [7], καθότι είχε διαπιστωθεί, μέσω του ερωτηματολογίου, ότι ο Καθ’ ου η αίτηση διαμένει στην Κύπρο (Τ8). Οι βελγικές Αρχές απάντησαν στις δύο επιστολές, σε δύο ηλεκτρονικά μηνύματα, ημερομηνιών 10.11.2025 και 13.11.2025. Η αλληλογραφία διαβιβάστηκε από τη Eurojust προς το Υπουργείο. Με το ηλεκτρονικό μήνυμα ημερομηνίας 10.11.2025, είχαν απαντήσει στα ερωτήματα του δικηγορικού γραφείου (Τ9), ενώ στις 13.11.2025 λήφθηκε η απάντηση στο ερώτημα αρ.13 (Τ10). Την 14.11.2025, με νέα επιστολή, ζητήθηκε από τις βελγικές Αρχές αντίγραφο του εθνικού εντάλματος σύλληψης ημερομηνίας 15.10.2025 και περιληπτική επεξήγηση του βελγικού δικαίου (Τ11). Στις 17.11.2025 λήφθηκε απάντηση μέσω της Eurojust όπου οι βελγικές Αρχές δίδουν απάντηση σε σχέση με την επιστολή ημερομηνίας 14.11.2025, καθώς επίσης επισυνάπτουν αντίγραφο του εθνικού εντάλματος σύλληψης ημερομηνίας 15.10.2025 (Τ12). Την 20.11.2025, μέσω της Eurojust, λήφθηκε αντίγραφο των νόμιμων εγγυήσεων που εξέδωσαν οι εισαγγελικές Αρχές του Βελγίου σε σχέση με τον Καθ’ ου η αίτηση, στη βάση του άρθρου 5 § 3 της Απόφασης ‒ Πλαισίου, στην ολλανδική γλώσσα (Τ13) και στις 24.11.2025 διαβιβάστηκε από τη Eurojust η μετάφραση αυτών στην αγγλική γλώσσα (Τ14). Την 27.11.2025, μέσω ηλεκτρονικού μηνύματος, ζητήθηκε από τις βελγικές Αρχές η μετάφραση του εθνικού εντάλματος σύλληψης ημερομηνίας 15.10.2025 στην αγγλική γλώσσα (Τ15), η οποία λήφθηκε την 1.12.2025 (Τ16).

 

Κατά την αντεξέταση του, ο ΜΑ2 ανέφερε, μεταξύ άλλων, πως είναι επικουρικός ο ρόλος του Υπουργείου, καθότι αρμόδια Αρχή, για να αποφασίσει ή μη την εκτέλεση του ΕΕΣ, είναι το Δικαστήριο. Ο ίδιος δεν είναι εμπειρογνώμονας του βελγικού δικαίου ούτε ανακριτής, ενώ η γνώση του απορρέει από τα έγγραφα που κατέχει και κατέθεσε στο Δικαστήριο. Στη βάση αυτή, δεν ήταν – δεν αναμένονταν να είναι – σε θέση να απαντήσει σε διάφορες υποβολές και επιχειρήματα της πλευράς του Καθ’ ου η αίτηση, αλλά η μαρτυρία του, σχετικά με τα γεγονότα και την ύπαρξη και το περιεχόμενο των συγκεκριμένων εγγράφων που κατέθεσε σχετικά με τα γεγονότα, ασχέτως της νομικής ή άλλης ερμηνείας που αποδίδεται σε αυτά, δεν αμφισβητήθηκε. Δεν υπάρχουν σημεία αναξιοπιστίας της μαρτυρίας του ΜΑ2, η οποία είναι αποδεκτή στο σύνολό της.

 

Στη βάση της μαρτυρίας των ΜΑ1 και ΜΑ2, και των στοιχείων που έχουν προσκομιστεί, αναφέρονται τα ακόλουθα, ως προς την εξέταση του ΕΕΣ.

 

Καταρχάς, από τα ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία, προκύπτει ότι η Κεντρική Αρχή κινήθηκε σε γενικές γραμμές εντός των ορίων του αμφοτερόπλευρου επικουρικού ρόλου που της αποδίδει ο νόμος και δεν διαπιστώνεται οποιαδήποτε «κατάχρηση της διαδικασίας», είτε εκ μέρους της ίδιας είτε εκ μέρους του κράτους έκδοσης, όπως είναι η εισήγηση της πλευράς του Καθ’ ου η αίτηση.

 

Το μόνο ζήτημα που θα μπορούσε να δημιουργήσει ορισμένο προβληματισμό ως προς την τήρηση της προβλεπόμενης διαδικασίας αφορά την πρωτοβουλία των συνηγόρων του Καθ’ ου η αίτηση να απευθύνουν απευθείας ερωτήματα προς την Κεντρική Αρχή, με σκοπό τη διαβίβασή τους στη δικαστική Αρχή έκδοσης, χωρίς να έχει προηγουμένως διαπιστωθεί από τη δικαστική Αρχή εκτέλεσης η αναγκαιότητα υποβολής τέτοιων ερωτημάτων.

 

Διευκρινίζεται, ωστόσο, ότι η λήψη και διαβίβαση εγγράφων ή αιτημάτων από την Κεντρική Αρχή, στο πλαίσιο του αμφοτερόπλευρα επικουρικού της ρόλου, δεν συνιστά αφ’ εαυτής υπέρβαση αρμοδιότητας ούτε ενέργεια ικανή να επηρεάσει τη θέση της υπεράσπισης. Πλην όμως, η ενεργοποίηση θεσμικού διαλόγου με τη δικαστική Αρχή έκδοσης, στο πλαίσιο της διαδικασίας εκτέλεσης ΕΕΣ, προϋποθέτει προηγούμενη κρίση της δικαστικής Αρχής εκτέλεσης ως προς την αναγκαιότητά του.

 

Σε κάθε περίπτωση, οι εν λόγω ενέργειες δεν ασκούν επιρροή ούτε στη νομιμότητα ούτε στην ουσιαστική κρίση του Δικαστηρίου επί της εκτέλεσης του ΕΕΣ. Δεν έχουν τη σημασία που επιχειρήθηκε να δοθεί.

 

Επίσης,  η πρωτοβουλία της Κεντρικής Αρχής να ζητήσει από τη δικαστική Αρχή έκδοσης διαβεβαίωση αναφορικά με την εκτέλεση τυχόν επιβληθείσας ποινής στην Κύπρο, λόγω της μόνιμης κατοικίας του εκζητούμενου, δεν συνιστά άσκηση δικαιοδοτικής αρμοδιότητας ούτε υποκαθιστά τη δικαστική κρίση επί της εκτέλεσης του ΕΕΣ. Πρόκειται για ενέργεια επικουρικού χαρακτήρα, η οποία δεν επηρέασε ούτε μπορούσε να επηρεάσει την ουσιαστική κρίση του Δικαστηρίου και, ως εκ τούτου, δεν στοιχειοθετεί «κατάχρηση της διαδικασίας».

 

Η εκφρασθείσα επιθυμία του εκζητούμενου είτε να ανακριθεί στην Κύπρο είτε να μεταβεί οικειοθελώς στο κράτος έκδοσης δεν δύναται να ανατρέψει τον σκοπό και τη λειτουργία του ΕΕΣ ούτε η εκλαμβανόμενη ως παραγνώρισή της να εκληφθεί ως «κατάχρηση της διαδικασίας». Ο θεσμός του ΕΕΣ αποσκοπεί στην εξασφάλιση της παρουσίας του εκζητούμενου ενώπιον των αρμόδιων Αρχών του κράτους έκδοσης, ανεξαρτήτως του τρόπου με τον οποίον ο ίδιος επιθυμεί να συνεργαστεί με αυτές.

 

Η δε δηλωθείσα πρόθεση συνεργασίας του εκζητούμενου με τις ανακριτικές Αρχές του κράτους έκδοσης συνιστά στοιχείο που δύναται, κατά περίπτωση, να συνεκτιμηθεί από τις αρμόδιες Αρχές του εν λόγω κράτους στο πλαίσιο της ποινικής διαδικασίας που διεξάγεται ενώπιόν τους. Ωστόσο, δεν μπορεί να αποτελέσει αυτοτελή ή πρόσθετο λόγο, μη προβλεπόμενο από το ισχύον θεσμικό πλαίσιο, για την άρνηση εκτέλεσης του ΕΕΣ από τη δικαστική Αρχή εκτέλεσης.

 

Επίσης, το γεγονός ότι έχει εκδοθεί και ΕΕΕ δεν ασκεί οποιαδήποτε επιρροή στην εκτέλεση του ΕΕΣ. Πρόκειται για διακριτά και αυτοτελή μέσα δικαστικής συνεργασίας, τα οποία εξυπηρετούν διαφορετικούς σκοπούς και διέπονται από διαφορετικό κανονιστικό πλαίσιο. Η ΕΕΕ αποσκοπεί στη συλλογή αποδεικτικού υλικού στο πλαίσιο ποινικής έρευνας ή διαδικασίας, ενώ το ΕΕΣ αφορά αποκλειστικά την παράδοση προσώπου για σκοπούς ποινικής δίωξης ή εκτέλεσης ποινής. Η ταυτόχρονη ή διαδοχική έκδοση των δύο αυτών πράξεων δεν συνεπάγεται ιεράρχηση, εξάρτηση ή αναστολή της μίας από την άλλη, ούτε δημιουργεί, αφ’ εαυτής, λόγο καθυστέρησης ή αναστολής της διαδικασίας εκτέλεσης του ΕΕΣ. Η τελευταία εξετάζεται αυτοτελώς, βάσει των προϋποθέσεων και των λόγων άρνησης που προβλέπει η οικεία νομοθεσία, ανεξαρτήτως της πορείας ή της αναγκαιότητας εκτέλεσης της ΕΕΕ.

 

Το υπό εξέταση ΕΕΣ (Τ2) φέρει όλα τα τυπικά στοιχεία ενός ΕΕΣ, κατά το άρθρο 4 του νόμου. Ο λόγος που εκδόθηκε το εν λόγω ΕΕΣ, όπως προκύπτει από το περιεχόμενό του, είναι η άσκηση ποινικής δίωξης εναντίον του Καθ’ ου η αίτηση, κατά την έννοια του άρθρου 3. Δεν υφίσταται ζήτημα τύπου ή ασάφειας ως προς την περιγραφή οποιωνδήποτε αναγκαίων πληροφοριών που να εμποδίζει το Δικαστήριο στην περαιτέρω εξέταση του ΕΕΣ, το οποίο δεν προκύπτει από οπουδήποτε να έχει εκδοθεί για εκτέλεση ποινής ή μέτρου στερητικού της ελευθερίας.

 

Συναφώς αναφέρεται, με δεδομένη τη σχετική ένσταση της πλευράς του Καθ’ ου η αίτηση, πως ο όρος «ποινική δίωξη» δεν προσεγγίζεται μικροσκοπικά ή με παραστάσεις της εγχώριας διαδικασίας, αλλά ερμηνεύεται διασταλτικά, ώστε να περιλαμβάνει και διαδικασία προερχόμενη από δικαστική Αρχή που οδηγεί δυνητικά σε ποινική δίωξη, χωρίς ασφαλώς να αποκλείεται και το αντίθετο, με δεδομένο και το τεκμήριο αθωότητας του εκζητούμενου[8]. Ο τρόπος με τον οποίον έχουν εκτεθεί οι πληροφορίες σχετικά με τη δράση των εμπλεκομένων στα αδικήματα που αναφέρονται στο ΕΕΣ δεν δίδει την εικόνα ότι ο Καθ’ ου η αίτηση ζητείται να εκδοθεί απλώς για σκοπούς υποβολής ερωτήσεων, που θα μπορούσαν να υποβληθούν και με εναλλακτικό μέσο. Τίθεται υποψία εναντίον του, με συγκεκριμένο τρόπο, για την εμπλοκή του στη διάπραξη των αδικημάτων, ώστε, όπως είναι κατανοητό και χωρίς η διατύπωση αυτή να συνιστά ερμηνεία αλλοδαπού δικαίου ή διαδικασίας, σε περίπτωση μη διαφοροποίησης των δεδομένων που παρουσιάζονται, μετά και την ακρόαση του ιδίου του Καθ’ ου η αίτηση επί των εν λόγω στοιχείων, μπορεί να δρομολογηθεί ποινική δίωξη για τα συγκεκριμένα αδικήματα. Η συνέχιση του ανακριτικού έργου ή ο όγκος του, λόγω της πολυπλοκότητας των αδικημάτων, δεν αποσυνδέουν το ΕΕΣ από τον σκοπό για τον οποίον εκδόθηκε ούτε αναιρούν τη δυνατότητα του Καθ’ ου η αίτηση να απεμπλακεί απ’ ό,τι, με τα υφιστάμενα στοιχεία, του καταλογίζεται από τις βελγικές Αρχές. Δεν υπάρχουν οποιεσδήποτε αντικειμενικές ενδείξεις ότι η εκτέλεση του ΕΕΣ εναντίον του Καθ’ ου η αίτηση χρησιμοποιείται για «αλίευση μαρτυρίας», όπως αναφέρθηκε. Η εγχώρια νομολογία που ήδη υφίσταται φαίνεται να καλύπτει πλήρως το ζήτημα, ώστε να περιττεύει η περαιτέρω ανάλυσή του.

 

Όπως προκύπτει από το περιεχόμενο του ΕΕΣ και από το εθνικό ένταλμα σύλληψης (Τ2, Τ16), η έκδοση του Καθ’ ου η αίτηση ζητείται για σκοπούς ποινικής δίωξης, για αδικήματα για τα οποία δεν χρειάζεται ο έλεγχος του διττού αξιοποίνου, τα οποία τιμωρούνται με ποινή φυλάκισης άνω των 3 ετών. Συνακόλουθα, το ΕΕΣ είναι εκτελεστό, και μπορεί να εκτελεστεί εάν δεν συντρέχουν λόγοι για τη μη εκτέλεσή του.

 

Στην προκειμένη περίπτωση, δεν συντρέχουν λόγοι υποχρεωτικής άρνησης εκτέλεσης του ΕΕΣ κατά το άρθρο 13 του νόμου. Σε αυτό φαίνεται να υπάρχει ομοφωνία.

 

Επίσης, η θέση του Δικαστηρίου είναι πως δεν συντρέχει ούτε οποιοσδήποτε λόγος δυνητικής άρνησης εκτέλεσης του ΕΕΣ, με βάση το άρθρο 14 του νόμου. Δεν βρίσκει σύμφωνο το Δικαστήριο η προσέγγιση πως επειδή πρόκειται για απάτη μέσω διαδικτύου και μέρος της μαρτυρίας συλλέχθηκε από την Κύπρο ή και από την Κύπρο, μέσω ΕΕΕ, ή επειδή εμπλέκονται και εταιρείες που εγγράφηκαν στην Κύπρο, μπορεί να θεωρηθεί πως πρόκειται για αδικήματα που έχουν διαπραχθεί εν μέρει στην Κύπρο, ώστε να ενεργοποιείται λόγος προαιρετικής μη εκτέλεσης. Ένα θέμα είναι η ύπαρξη μαρτυρίας και στην Κύπρο και άλλο θέμα η διάπραξη ή η εν μέρει διάπραξη των αδικημάτων στην Κύπρο, ενώ δεν φαίνεται να υπάρχει τέτοια μαρτυρία που να καταδεικνύει ισχυρισμό περί συντρέχουσας δικαιοδοσίας της Κυπριακής Δημοκρατίας. Τα γεγονότα δεν διαφοροποιούνται ουσιωδώς από τη DNX v. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, Πολιτική Έφεση 6/2022, 7.6.2022, ενώ σχετική είναι και η Dumitry v. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Πολιτική Έφεση 300/2021, 8.12.2021, ECLI:CY:AD:2021:A564. Σε κάθε περίπτωση, ακόμα κι αν υπήρχε συντρέχουσα δικαιοδοσία, εφόσον ήδη λαμβάνει χώρα διαδικασία ποινικής δίωξης στο Βέλγιο, που φέρεται επίσης ως σχετική δικαιοδοσία, και δεν διαφαίνεται προοπτική ποινικής διερεύνησης για σκοπούς ποινικής δίωξης στην Κύπρο, δεν θα ασκούσε το Δικαστήριο τη διακριτική του ευχέρεια στο να μην προχωρήσει στην έκδοση, για τον σκοπό που εκείνη ζητείται, εφόσον κάτι τέτοιο δεν θα εξυπηρετούσε τον ευρύτερο κοινό σκοπό μεταξύ των κρατών μελών, για απονομή δικαιοσύνης για το συγκεκριμένο ζήτημα. Στις περιπτώσεις όπου υπάρχουν παράλληλες δικαιοδοσίες, η επίλυση γίνεται μέσω θεσμικής συνεργασίας (π.χ. Eurojust), όχι μέσω μονομερούς άρνησης εκτέλεσης ΕΕΣ από το κράτος εκτέλεσης. Το κράτος εκτέλεσης δεν υποκαθιστά την κρίση του κράτους έκδοσης για το πού πρέπει να διεξαχθεί η ποινική διαδικασία ούτε προβαίνει σε έλεγχο σκοπιμότητας. Εντελώς διαφορετικό θέμα είναι εκείνο του «κατάλληλου forum», ανεξαρτήτως δικαιοδοσίας, του οποίου έγινε επίκληση. Δεν λειτουργεί όπως στο ιδιωτικό (διεθνές) δίκαιο και ασφαλώς δεν μπορεί να αυτοανακυρηχθεί μονομερώς από το κράτος εκτέλεσης ούτως ώστε να μην προβεί στην εκτέλεση ενός ΕΕΣ. Ό,τι εμπερικλείει η λεγόμενη «καταλληλότητα», στο υπό εξέταση πλαίσιο, είτε αποτελεί θέμα διαβούλευσης μεταξύ Αρχών, είτε υπάγεται και εξαντλείται στις ήδη υφιστάμενες θεσμοθετημένες εξαιρέσεις.

 

Έχοντας διατυπώσει τα προαναφερόμενα, αυτά καταλήγουν και ως προς το ότι δεν ευσταθούν οι τρεις πρώτοι λόγοι ένστασης που προβλήθηκαν από την πλευρά του Καθ’ ου η αίτηση.

 

Προχωρώ με την εξέταση της τελευταίας θέσης του Καθ’ ου η αίτηση ότι η παράδοσή του αντίκειται στο άρθρο 4 ΧΘΔΕΕ ή αντίστοιχα 3 ΕΣΔΑ. Για τον σκοπό αυτό, διέρχομαι τη μαρτυρία που προσκομίστηκε από την πλευρά του Καθ’ ου η αίτηση (ΜΥ1) και του ΜΥ2.

 

Ο Καθ’ ου η αίτηση (ΜΥ1) αναγνώρισε και υιοθέτησε το περιεχόμενο γραπτής του δήλωσης (Τ17), στην οποία αναφέρονται οι προσωπικές του συνθήκες, οι δεσμοί που έχει με τη Δημοκρατία, τα τελευταία επτά χρόνια, και η σημασία της παρουσίας του στην καθημερινότητα της οικογένειάς του. Ανέφερε, επίσης, τα προβλήματα υγείας που πρόσφατα ο ίδιος αντιμετώπισε και η ιατρική παρακολούθηση που λαμβάνει χώρα στην Κύπρο, καθώς και στην ιατρική κατάσταση της συζύγου του μετά τη γέννηση του τρίτου παιδιού τους. Επίσης, ανέφερε τη συνέπειά του με τις δικαστικές εντολές, την ενεργή του δράση στην Εβραϊκή κοινότητα της Κύπρου και στον τρόπο που ακολουθεί τη θρησκευτική του παράδοση, με την παρουσία του στις συναγωγές, την κατανάλωση φαγητού kosher και τις προσευχές. Διαμένουν σε υπό ενοικίαση διαμέρισμα στη Λεμεσό, μέχρι να περατωθεί η υπό ανέγερση οικία τους στη Γερμασόγεια. Αναφέρθηκε, επίσης, στο ακαδημαϊκό του υπόβαθρο και στους επαγγελματικούς δεσμούς του με την Κύπρο, υπεισερχόμενος σε σημεία υπεράσπισης έναντι των όσων του καταλογίζουν οι βελγικές Αρχές, σχετικά με την άσκηση των καθηκόντων του. Τέλος, αναφέρθηκε στην προθυμία του να συνεργαστεί με τις βελγικές Αρχές, για οποιαδήποτε κατάθεση στην Κύπρο ή ακόμα και να ταξιδέψει οικειοθελώς στο Βέλγιο, εάν είναι αναγκαίο για τον σκοπό αυτό, ασχέτως της συγκεκριμένης διαδικασίας, αναφορικά με την οποία δεν θεωρεί ότι πρέπει να εκδοθεί δια τέτοιας διαδικασίας ως ύποπτος. Προσκόμισε, πρόσθετα, αναλυτικές καταστάσεις αποδοχών ασφαλισμένου για τα έτη 2019-2025 (Τ18) και ιατρικές βεβαιώσεις αναφορικά με την κατάσταση υγείας του ιδίου (Τ19, Τ20).

 

Καθ’ όλη τη διάρκεια της μαρτυρίας του, ο Καθ’ ου η αίτηση ήταν συναισθηματικά φορτισμένος, που βιώνει αυτή τη διαδικασία. Η εταιρεία του, η οποία αναφέρεται και στο ΕΕΣ, ασχολείται με αγοραπωλησίες και εκμισθώσεις περιουσιών, διαθέτει και διαδικτυακή λειτουργία. Εξήγησε τον τρόπο που λειτουργεί η εν λόγω εταιρεία και με τον οποίο συναλλάσσεται οικονομικά, με τις δραστηριότητές της να επεκτείνονται σε διάφορες δικαιοδοσίες, ωστόσο ο ίδιος εργαζόταν από την Κύπρο. Περιέγραψε πως ήταν μία τραυματική εμπειρία για τον ίδιο και την οικογένειά του η διαδικασία σύλληψής του, στο πλαίσιο του επίδικου ΕΕΣ, καθώς και η έρευνα που έγινε στην οικία του. Η μαρτυρία του Καθ’ ου η αίτηση, στον βαθμό που αναφέρεται στα προσωπικά του δεδομένα, δεν αμφισβητήθηκε, ούτε υπάρχουν ενδείξεις πως ο Καθ’ ου η αίτηση είπε ψευδώς ή καθ’ υπερβολική τα όσα εξέθεσε σχετικά με τους δεσμούς με την Κύπρο, την υγεία ή τη θρησκεία του ιδίου και της οικογένειάς του. Πειστικός ήταν και ως προς το γεγονός ότι βίωσε και βιώνει έντονα αυτή τη διαδικασία. Για όσα σχετίζονται με την εμπλοκή της εταιρείας του στη διερευνώμενη υπόθεση αναφορικά με την οποία εκδόθηκε το ΕΕΣ, δεν υπεισέρχεται το Δικαστήριο σε ουσιαστικά ζητήματα, στο πλαίσιο αυτής της διαδικασίας, και η μαρτυρία του, σε αυτό το σκέλος, δεν μπορεί να λεχθεί πως είναι σχετική. Είναι ωστόσο κατανοητό ότι ο Καθ’ ου η αίτηση έχει στοιχεία και επιχειρήματα να θέσει σχετικά με την εταιρεία του, τον τρόπο λειτουργίας της και τις συναλλαγές της, για σκοπούς εξιχνίασης της υπόθεσης.

 

Το Δικαστήριο επισημαίνει ότι η μαρτυρία του Καθ’ ου η αίτηση αφορά, κατά κύριο λόγο, προσωπικές, οικογενειακές, επαγγελματικές και θρησκευτικές παραμέτρους της ζωής του, οι οποίες, αν και κρίνονται ειλικρινείς και ουδόλως αμφισβητούνται ως προς την ακρίβειά τους, δεν συνδέονται άμεσα με τις συνθήκες κράτησης ή μεταχείρισης που ενδέχεται να αντιμετωπίσει στο κράτος έκδοσης. Η ένταση της ψυχικής επιβάρυνσης που βιώνει ο Καθ’ ου η αίτηση, καθώς και οι επιπτώσεις της διαδικασίας στην οικογενειακή και επαγγελματική του ζωή, συνιστούν αναμενόμενες, δυσάρεστες ασφαλώς, συνέπειες της ενεργοποίησης του μηχανισμού του ΕΕΣ και δεν επαρκούν, αφ’ εαυτών, για να θεμελιώσουν παραβίαση του άρθρου 4 ΧΘΔΕΕ ή του άρθρου 3 ΕΣΔΑ.

 

Ειδικότερα, από τη μαρτυρία του Καθ’ ου η αίτηση δεν προκύπτουν συγκεκριμένα στοιχεία που να τεκμηριώνουν ότι, λόγω των προσωπικών του χαρακτηριστικών, της κατάστασης της υγείας του ή της θρησκευτικής του ταυτότητας, θα τεθεί, σε περίπτωση παράδοσής του, σε συνθήκες κράτησης ή μεταχείρισης που να υπερβαίνουν το αναπόφευκτο επίπεδο ταλαιπωρίας που συνεπάγεται κάθε στέρηση της ελευθερίας και να προσλαμβάνουν τον χαρακτήρα απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης.

 

Ο ΜΥ2, Δρ. Κώστας Παρασκευά, είναι Πρόεδρος του Τμήματος Νομικής του Πανεπιστημίου Κύπρου, Αναπληρωτής Καθηγητής Δημοσίου Δικαίου και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στο εν λόγω τμήμα, δικηγόρος και από τον Δεκέμβριο 2011 μέχρι τον Μάρτιο 2020 ήταν το εξελεγμένο μέλος για την Κυπριακής Δημοκρατία στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή για την Πρόληψη των Βασανιστηρίων του Συμβουλίου της Ευρώπης (CPT) του Συμβουλίου της Ευρώπης. Αναφέρθηκαν εκτενώς τα προσόντα και η πείρα του μάρτυρα, που δεν αμφισβητούνται.

 

Ο σκοπός της μαρτυρίας του ΜΥ2 ήταν να καταδείξει πως υπάρχουν «συστημικές πλημμέλειες» στο Βέλγιο, που συνεπιδρούν στη δυνατότητα εκτέλεσης του ΕΕΣ. Αναφέρθηκε το προφίλ του Βελγίου, με αναφορά στο νομικό πλαίσιο που διέπει τις υποχρεώσεις του σχετικά με τα ανθρώπινα δικαιώματα, και η αναφορά εστιάστηκε στην κατάσταση των φυλακών.

 

Ειδικότερα, αναφέρθηκε πως η Επιτροπή των Ηνωμένων Εθνών κατά των Βασανιστηρίων (CAT) εξέφρασε τις ανησυχίες της για την κατάσταση στις φυλακές του Βελγίου στις συμπερασματικές της παρατηρήσεις σχετικά με την τέταρτη περιοδική έκθεση του Βελγίου (Παράρτημα 1), με αναφορά στο πρόβλημα του υπερπληθυσμού, στην ελλιπή συντήρηση των σωφρονιστικών ιδρυμάτων κτηριολογικά, και στην καταλληλότητα της διατροφής. Επίσης, η Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων των Ηνωμένων Εθνών (HRC), στις συμπερασματικές παρατητήσεις της σχετικά με την 6η περιοδική έκθεση του Βελγίου, εξέφρασε, επίσης, σοβαρές ανησυχίες για την κατάσταση στις φυλακές (Παράρτημα 2), με ειδικότερη αναφορά στον υπερπληθυσμό, την έλλειψη πρόσβασης σε υγειονομική περίθαλψη, την υπερβολική χρήση φαρμακευτικής αγωγής, το ποσοστό αυτοκτονιών κατά την κράτηση, την κράτηση ατόμων με ψυχικές διαταραχές με ανεπαρκή φροντίδα, αλλά και για τις επιπτώσεις των απεργιών των φυλάκων στους κρατουμένους.

 

Η CTP, το 2017, μετά την περιοδική επίσκεψή της, είχε εφαρμόσει το εξαιρετικό μέτρο (Παράρτημα 3, Παράρτημα 5) της έκδοσης δημόσιας δήλωσης, που εκδίδεται όταν ένα μέλος δεν συνεργάζεται ή αρνείται να βελτιώσει την κατάσταση υπό το φως των συστάσεών της. Η τελευταία ad hoc επίσκεψή της ήταν το 2022 και η τελευταία περιοδική επίσκεψή της το 2025 (δεν έχει δημοσιοποιηθεί σχετική έκθεση). Η CTP εξέφρασε κατ’ επανάληψη τις ανησυχίες της για τις επιπτώσεις της απεργιακής δράσης του προσωπικού των φυλακών στις συνθήκες κράτησης, την υγεία και την ασφάλεια των ατόμων υπό την ευθύνη τους. Ειδικότερα, συνεπάγονταν συνεχή κράτηση σε κελιά υπό ανυπόφορες συνθήκες, σοβαρή διαταραχή στη διανομή των γευμάτων, επιδείνωση της προσωπικής υγιεινής, συχνή ακύρωση της καθημερινής άσκησης σε εξωτερικούς χώρους, περιορισμούς στην πρόσβαση στην υγειονομική περίθαλψη και διακοπή επαφών με τον έξω κόσμο. Τέτοιες εργασιακές κινητοποιήσεις, οι οποίες μερικές φορές πραγματοποιούνται χωρίς προηγούμενη προειδοποίηση και χωρίς όρια, προκαλούν αύξηση της έντασης στα σχετικά ιδρύματα. Κατά τη διάρκεια των απεργιών εμφανίστηκαν σοβαρά περιστατικά που, σε ορισμένες περιπτώσεις οδήγησαν σε θανάτους. Κατά τη διάρκεια των πολυάριθμων επισκέψεών της, στα 47 (τότε) κράτη μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης, τα τελευταία 27 χρόνια (κατά τη στιγμή της δημόσιας δήλωσης), η Επιτροπή τόνισε πως δεν είχε παρατηρήσει παρόμοιο φαινόμενο, τόσον όσον αφορά την έκτασή του όσο και τους κινδύνους που ενέχει.

 

Γίνεται αναφορά σε χρονιές από το 2005-2016 και εκτεταμένη αναφορά στο περιεχόμενο της δημόσιας δήλωσης του 2017. Δύο χρόνια μετά από τη δημόσια δήλωση, την 23.3.2019, ψηφίστηκε ομοσπονδιακός νόμος για την παροχή ελάχιστων υπηρεσιών στις φυλακές. Τον Ιούλιο του 2021, το Συνταγματικό Δικαστήριο απέρριψε την αίτηση ακύρωσης που είχε υποβάλει ένα μέλος της σοσιαλιστικής συνδικαλιστικής οργάνωσης CGSP. Αν και η ψήφιση του νόμου πρέπει να θεωρηθεί ως ένα βήμα προς τη σωστή κατεύθυνση, η πρακτική επίδραση του νόμου στη βελτίωση της κατάστασης παραμένει αμφίβολη. Από τη ψήφιση του νόμου έχουν πραγματοποιηθεί πολυάριθμες εργατικές κινητοποιήσεις, οι οποίες έχουν επηρεάσει αρνητικά τη λειτουργία των Βελγικών φυλακών. Οι απεργίες παραμένουν συχνές, διαταράσσοντας τη λειτουργία των φυλακών.

 

Το 2021 η CTP πραγματοποίησε ad hoc επίσκεψη στο Βέλγιο, προκειμένου να αξιολογήσει την κατάσταση της βελγικές φυλακές υπό το πρίσμα των συστάσεων που διατυπώθηκαν το 2017 (Παράρτημα 6). Οι επισκέψεις ήταν στις φυλακές της Αμβέρσας, του Lantin και του Saint-Gilles καθώς και την πρώτη επίσκεψη στις φυλακές Ypres. Έδωσε έμφαση σε θέματα όπως οι υλικές συνθήκες, ο υπερπληθυσμός, οι δραστηριότητες, οι υπηρεσίες υγειονομικής περίθαλψης, το προσωπικό ιδίως στο πλαίσιο των απεργιών, η διαχείριση του Covid-19, η δημιουργία εθνικού μηχανισμού πρόληψης (Παράρτημα 7). Η αντιπροσωπεία διαπίστωσε ότι η βία μεταξύ των κρατουμένων ήταν επαναλαμβανόμενο πρόβλημα που συνδέονταν με τα προαναφερόμενα προβλήματα. Η Επιτροπή συνέστησε τη λήψη μέτρων για την αντιμετώπιση του φαινομένου της βίας στις φυλακές. Ο υπερπληθυσμός ήταν γενικευμένο πρόβλημα, στο σωφρονιστικό σύστημα, λήφθηκαν υπόψη τα μέτρα που ήδη ακολουθήθηκαν, και κλήθηκαν εκ νέου οι βελγικές Αρχές να συνεχίσουν τις προσπάθειες. Η πιο δραματική κατάσταση σε υπερπληθυσμό παρατηρήθηκε στις φυλακές της Αμβέρσας, γίνεται περιγραφή των ευρημάτων κατά τη στιγμή της επίσκεψης στην εν λόγω φυλακή και στις υπόλοιπες που αναφέρονται, και επισημαίνονται οι τομείς όπου δεν υπήρξε βελτίωση από το 2017.

 

Γίνεται, επίσης, αναφορά σε αποφάσεις του ΕΔΔΑ, που αφορούν προσφυγές εναντίων του Βελγίου τα έτη 2012-2018. Γίνεται, επίσης, αναφορά στις ενέργειες της Επιτροπής Υπουργιών του Συμβουλίου της Ευρώπης σχετικά με την παρακολούθηση του φαινομένου του υπερπληθυσμού των προσπαθειών μείωσής του, το γεγονός ότι το 2022 άνοιξαν δύο νέες φυλακές, η Haren και η Termonde, ενώ ανακαινίστηκε και η Namur, επεκτάθηκε η Ypres  και συνεχίζεται η κατασκευή και ανακαίνιση άλλων φυλακών και κέντρων κράτησης. Από την τελευταία επανεξέτασης της Επιτροπής Υπουργών τον Σεπτέμβριο του 2023, η κατάσταση είχε νέα επιδείνωση όσον αφορά τον υπερπληθυσμό και τις συνθήκες κράτησης (χρήση στρωμάτων στο πάτωμα).

 

Καταληκτικά, όπως αναφέρει ο ΜΥ2, λαμβάνοντας υπόψη τα ζητήματα αυτά, περιλαμβανομένων των συστημικών ή και δομικών προβλημάτων που επικρατούν στο Βέλγιο, η έκδοση του Καθ’ ου η αίτηση, αναφέρει, θα τον έθετε σε άμεσο κίνδυνο. Ειδικότερα, με δεδομένο των υπερπληθυσμό, κινδυνεύει να κρατηθεί σε φυλακές σε συνθήκες που δεν συνάδουν με τα ευρωπαϊκά πρότυπα, να κοιμάται στο πάτωμα. Προσκόμισε δημοσιεύματα στον Τύπου σχετικά με το πρόβλημα αυτό (Παράρτημα 9). Επίσης, κινδυνεύει να υποστεί βία από άλλους κρατούμενους, εφόσον η βία μεταξύ κρατουμένων αποτελεί συστημικό πρόβλημα. Σε περίπτωση απεργίας, λέχθηκε, υπάρχει κίνδυνος να υποστεί απάνθρωπη και ταπεινωτική μεταχείριση ή και να μην λάβει έγκαιρη ιατρική βοήθεια, σε περίπτωση που χρειαστεί.

 

Κατά την προφορική του μαρτυρία, ο ΜΥ2, επικαλέστηκε πρόσφατο επεισόδιο τρομοκρατικής επίθεσης στην Αυστραλία, κατά την έναρξη της θρησκευτικής εορτής του Ισραήλ. Ανέφερε πως επικοινώνησε με τον Καθ’ ου η αίτηση, για να δει εάν υπάρχουν οποιαδήποτε χαρακτηριστικά που θα τον καθιστούσαν στόχο, ένεκα της καταγωγής του και του κύματος αντισημιτισμού που υπάρχει το τελευταίο χρονικό διάστημα. Αναφέρθηκε στη συνήθεια του Καθ’ ου η αίτηση να προσεύχεται τρεις φορές την ημέρα, φορώντας ειδική ενδυμασία, αλλά και στις διατροφικές του συνήθειες, λέγοντας πως, εάν το φαγητό δεν είναι «kosher», δεν θα φάει. Θεωρεί, ο ΜΥ2, πως ο Καθ’ ου η αίτηση μπορεί να καταστεί στόχος, λόγω των συνθηκών αυτών.

 

Κατά την αντεξέτασή του, ο ΜΥ2 ανέφερε πως ο ίδιος δεν έλαβε μέρος στην αποστολή της CTP που αφορούσε το Βέλγιο, εξηγώντας περαιτέρω πώς λειτουργεί η CTP, και αναφέροντας πως είχε ιδιαίτερη ανάμειξη στην υιοθέτηση των εκθέσεων που αφορούν το Βέλγιο κατά την περίοδο που ήταν μέλος. Αρχικά ήταν μέλος και έπειτα επικεφαλής του Jurisprudence Group, που ελέγχει τη συνέπεια των εκθέσεων της CTP μεταξύ τους και με τη νομολογία του ΕΔΔΑ και τις αποφάσεις άλλων διεθνών σωμάτων. Ενόψει αυτών, είπε, έχει πλήρη γνώση της κατάστασης στο Βέλγιο, πώς είχε, και πώς παρέμεινε. Ως προς τα Παραρτήματα 6 και 7, ο ίδιος δεν είχε εμπλοκή στη συγγραφής τους. Ερωτώμενος, ο ΜΥ2, εάν στις εκθέσεις που ακολούθησαν τη δήλωση του 2017, υπήρξε βελτίωση, ήταν απόλυτος στο να απορρίψει τη σχετική θέση, δίδοντας έμφαση στον υπερπληθυσμό. Τέθηκε, κατά την αντεξέταση του μάρτυρα, ότι το Βέλγιο δεν έχει μόνον 4 φυλακές, αυτές που αναφέρονται στις εκθέσεις, αλλά ούτε και μπορεί να είναι γνωστό εάν και πού ο Καθ’ ου η αίτηση θα τεθεί υπό κράτηση. Ο ΜΥ2 απάντησε πως πιστεύει πως θα τεθεί υπό κράτηση, πεποίθηση που δεν στήριξε σε συγκεκριμένη γνώση του βελγικού δικαίου, αλλά επικαλέστηκε την εμπειρία του σε τέτοιου είδους υποθέσεις. Ανέφερε πως δεν υπάρχουν διαβεβαιώσεις από το Βέλγιο που να εξηγούν πού θα μεταφερθεί, ενώ παρατήρησε πως εάν οι χώροι κράτησης στο Βέλγιο είναι 36, και η επίσκεψη της CTP είχε δειγματοληπτικό χαρακτήρα 4, τα προβλήματα είναι σε τέτοια κλίμακα που έχουν δομικό ή διαρθρωτικό χαρακτήρα, ο υπερπληθυσμός και τα προβλήματα που επιφέρει. Δεν αναφέρεται στην έκθεση της CTP ή της Επιτροπής Υπουργών φυλακή που να μην επηρεάζεται από τον υπερπληθυσμό, είπε, επικαλούμενος και τα δημοσιεύματα στον Τύπο. Δεν γνωρίζει την πηγή πληροφόρησης του προσώπου που συνέγραψε τα δημοσιεύματα, ωστόσο πρόκειται, όπως ανέφερε, για γνωστή ημερήσια εφημερίδα.

 

Σε κατοπινό στάδιο της αντεξέτασής του, ο ΜΥ2, όταν ερωτήθηκε σχετικά με τις θετικές πτυχές που αναφέρονται στο Παράρτημα 1, ενώ προηγουμένως ήταν απόλυτος στο γεγονός ότι δεν υπάρχουν θετικά διαβήματα, ανέφερε πως δεν έχει καταγράψει πως είναι όλα «μαύρα» στο Βέλγιο, αλλά η δική του αποστολή, ανέφερε, ήταν, σε περίπτωση που υπάρχει έκδοση του συγκεκριμένου εκζητούμενου, να εξετάσει κατά πόσον υπάρχει σοβαρό ενδεχόμενο να εκτεθεί σε συνθήκες οι οποίες να σημαίνουν παράβαση του άρθρου 3 της ΕΣΔΑ. Υπάρχουν θετικά διαβήματα, όμως το Βέλγιο και η Ιρλανδία ήταν οι τελευταίες χώρες του Συμβουλίου της Ευρώπης που δεν υπέγραψαν το προαιρετικό Πρωτόκολλο και μετά από πίεση του έκανε το Βέλγιο τον Δεκέμβριο του 2024 (δεν το έπραξε η Ιρλανδία). Η θετική εξέλιξη, όπως ανέφερε, δεν μπορεί να περιορίσει τα σοβαρά δομικά προβλήματα. Κατά τη θέση του μάρτυρα, επισημαίνεται και στις εκθέσεις που επικαλέστηκε, η κατασκευή νέων φυλακών ή η αύξηση της χωρητικότητάς τους δεν αποτελεί μόνιμη λύση στο πρόβλημα του υπερπληθυσμού. Η υπόθεση του Βελγίου είναι ανοικτή ενώπιον της Επιτροπής Υπουργών, πράγμα που σημαίνει, κατά τον μάρτυρα, ότι μέχρι και τον Δεκέμβριο του 2024, αλλά και μέχρι σήμερα, εφόσον δεν υπάρχει άλλη συνεδρία που να σημειώνει διαφορετικά, δεν υπήρξε συμμόρφωση του Βελγίου με τη υπόθεση που αναφέρεται, στην οποία είχε επισημανθεί ο υπερπληθυσμός, το παθητικό κάπνισμα και η βία μεταξύ κρατουμένων. Διαφώνησε κατηγορηματικά με την περί αντιθέτου θέση ότι το γεγονός πως δεν υπάρχει νεότερη απόφαση και είναι ανοικτή η υπόθεση, για να εξεταστεί το ζήτημα, δεν οδηγεί στο συμπέρασμα που ανέφερε.

 

Ο ΜΥ2 ανέφερε πως δεν υπήρξε κοινωνιολόγος ή ερευνητής στο Βέλγιο και ούτε γνωρίζει τη διάρθρωση του πληθυσμού μέσα στις φυλακές. Δεν γνωρίζει, επίσης, εάν δεν υπάρχουν άλλα άτομα με τα ίδια χαρακτηριστικά σε σχέση κυρίως με το θρήσκευμα, αλλά συσχετίζει τα υψηλά ποσοστά βίας, ένεκα του υπερπληθυσμού, με το φαινόμενο του αντισημιτισμού. Του υποβλήθηκε πως η θέση του αυτή δεν βασίζεται σε επιστημονική έρευνα, αποφεύγοντας, ο ΜΥ2, να δεχθεί ότι πρόκειται για απλή θεωρητική υπόθεση.

 

Το Δικαστήριο έλαβε υπόψη τη μαρτυρία του ΜΥ2, τα προσόντα του οποίου είναι εκτεταμένα και δεν αμφισβητούνται. Ο μάρτυρας διαθέτει μακρά ακαδημαϊκή και επαγγελματική εμπειρία στον τομέα του δημοσίου δικαίου και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, καθώς και σημαντική θεσμική εμπλοκή σε διεθνή όργανα προστασίας δικαιωμάτων, περιλαμβανομένης της προηγούμενης συμμετοχής του στην CPT.

 

Ο δηλωμένος σκοπός της μαρτυρίας του ΜΥ2 ήταν να καταδείξει την ύπαρξη συστημικών ή δομικών πλημμελειών στο σωφρονιστικό σύστημα του Βελγίου, οι οποίες, κατά τον μάρτυρα αυτό, συνεπάγονται σοβαρό κίνδυνο έκθεσης του Καθ’ ου η αίτηση σε συνθήκες αντίθετες προς το άρθρο 3 της ΕΣΔΑ, σε περίπτωση εκτέλεσης του ΕΕΣ.

 

Το Δικαστήριο παρατηρεί ότι, πέραν της επιστημονικής αποτίμησης γενικών δεδομένων, ο ΜΥ2 προέβη σε ενέργειες που υπερβαίνουν τον συνήθη ρόλο ενός ανεξάρτητου πραγματογνώμονα. Ειδικότερα, κατά την προφορική του μαρτυρία, ανέφερε ότι επικοινώνησε ο ίδιος με τον Καθ’ ου η αίτηση, με αφορμή εξωγενές περιστατικό (επεισόδιο στην Αυστραλία), προκειμένου να διερευνήσει κατά πόσον στοιχεία της προσωπικής του ταυτότητας (θρήσκευμα, πρακτικές λατρείας, ενδυμασία, διατροφικές συνήθειες) θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν ως σύνδεσμος με τους κινδύνους που προβάλλονται. Η πρωτοβουλία αυτή, ανεξαρτήτως προθέσεων, καταδεικνύει ενεργό εμπλοκή με την υπερασπιστική εκδοχή και υποδηλώνει μετάβαση από ουδέτερη αξιολόγηση πηγών σε αναζήτηση υλικού ενίσχυσης συγκεκριμένης θέσης. Επομένως, το Δικαστήριο δεν αμφισβητεί την επιστημονική επάρκεια του μάρτυρα, πλην όμως θεωρεί ότι η έκταση της εμπλοκής του μειώνει αντικειμενικά τον βαθμό ανεξαρτησίας που αναμένει το Δικαστήριο από πραγματογνώμονα.

 

Το Δικαστήριο δέχεται ότι οι πλείστες διεθνείς πηγές που επικαλέστηκε ο μάρτυρας, ιδίως αποφάσεις του ΕΔΔΑ και εκθέσεις διεθνών και ευρωπαϊκών οργανισμών, συνιστούν κατ’ αρχήν αξιόπιστο υλικό, καθόσον προέρχονται από θεσμικά όργανα με ειδική αρμοδιότητα ελέγχου της συμμόρφωσης των κρατών προς το άρθρο 3 ΕΣΔΑ και αποτυπώνουν διαπιστώσεις που διατυπώνονται, κατά κανόνα, με αυξημένο βαθμό αυστηρότητας και προληπτικού χαρακτήρα. Αντιθέτως, τα προσκομισθέντα δημοσιεύματα στον ημερήσιο Τύπο, αν και ενδέχεται να αντανακλούν υπαρκτές κοινωνικές ή θεσμικές ανησυχίες, δεν διαθέτουν την ίδια αποδεικτική βαρύτητα, καθόσον δεν συνιστούν επίσημες αξιολογήσεις αρμόδιων οργάνων ούτε τεκμηριώνουν, αφ’ εαυτών, γενικευμένη ή διαρθρωτική κατάσταση ικανή να στηρίξει δικαστική κρίση στο πλαίσιο ΕΕΣ.

 

Ωστόσο, διαπιστώνεται, αφενός, ότι οι εν λόγω πηγές δεν συνοδεύονται από επαρκή χρονική επικαιροποίηση, υπό την έννοια της αποτίμησης της κατάστασης των σωφρονιστικών ιδρυμάτων κατά τον κρίσιμο χρόνο της παρούσας διαδικασίας και μετά τις μεταγενέστερες νομοθετικές, διοικητικές και υλικές παρεμβάσεις του κράτους έκδοσης· αφετέρου, ότι ο μάρτυρας έδωσε δυσανάλογη έμφαση σε παλαιότερες περιόδους και ακραίες εκφάνσεις των διαπιστωμένων προβλημάτων, υποβαθμίζοντας τη σημασία νεότερων παρεμβάσεων και εξελίξεων, όπως η θέσπιση νομοθεσίας περί ελάχιστων υπηρεσιών, η δημιουργία νέων σωφρονιστικών ιδρυμάτων, οι ανακαινίσεις υφιστάμενων δομών και λοιπά διοικητικά μέτρα. Οι πηγές, ακόμη και αν δεν είναι όλες παρωχημένες, δεν χρησιμοποιούνται με τρόπο που να αποτιμά τη σημερινή κατάσταση μετά τις μεταγενέστερες παρεμβάσεις.

 

Υπό τα δεδομένα αυτά, το καταληκτικό συμπέρασμα του μάρτυρα, διατυπωμένο με γλώσσα βεβαιότητας, ότι τα ληφθέντα βελτιωτικά μέτρα είναι κατ’ ουσίαν αδιάφορα, δεν συμβαδίζει ούτε με τη σύνθετη και δυναμική φύση των σωφρονιστικών πραγματικοτήτων ούτε με την ανάγκη επικαιροποιημένης και ισορροπημένης αποτίμησης. Η θέση αυτή δεν είναι κατ’ αρχήν αδύνατη ως επιστημονική άποψη· πλην όμως, προκειμένου να αποκτήσει αποδεικτική ισχύ στο πλαίσιο διαδικασίας ΕΕΣ, θα απαιτούσε ειδική και σαφή αιτιολόγηση ως προς το γιατί τα εν λόγω μέτρα δεν μειώνουν τον κίνδυνο συγκεκριμένα για τον Καθ’ ου η αίτηση. Τέτοια αιτιολόγηση δεν προσφέρθηκε.

 

Όπως ήδη αναφέρθηκε στο σκέλος της θέσης του πλαισίου, ο θεσμός του ΕΕΣ αποτελεί μηχανισμό ταχείας και αποτελεσματικής δικαστικής συνεργασίας, θεμελιωμένο στην αρχή της αμοιβαίας εμπιστοσύνης μεταξύ κρατών μελών. Η άρνηση εκτέλεσης ΕΕΣ, ιδίως για λόγους συνθηκών κράτησης, αποτελεί εξαίρεση που ενεργοποιείται μόνον υπό αυστηρές προϋποθέσεις, διότι άλλως θα οδηγούσε σε αποδόμηση του μηχανισμού μέσω έμμεσης γενίκευσης. Κάθε αδυναμία ενός σωφρονιστικού συστήματος θα μετατρεπόταν σε de facto λόγο γενικής αναστολής εκδόσεων προς συγκεκριμένο κράτος μέλος. Αυτό δεν συνάδει με το πλαίσιο του ΕΕΣ. Συνεπώς, το νομικό ερώτημα δεν είναι αν στο Βέλγιο υφίστανται προβλήματα που επισημαίνονται σε προληπτικές εκθέσεις τη φύσης των εκθέσεων της CTP και για τους σκοπούς τέτοιων παρεμβάσεων, αλλά εάν, με βάση συγκεκριμένη και εξατομικευμένη εκτίμηση, ο Καθ’ ου η αίτηση αντιμετωπίζει πραγματικό, άμεσο και σοβαρό κίνδυνο μεταχείρισης αντίθετης προς το άρθρο 3 ΕΣΔΑ. Όπως αναφέρθηκε, η ορθή προσέγγιση σε υποθέσεις αυτού του είδους απαιτεί, σε πρώτο στάδιο (γενικό), να διαπιστωθεί, επί τη βάσει αξιόπιστων πηγών, ότι στο κράτος έκδοσης/εκτέλεσης υφίστανται πραγματικές ενδείξεις γενικών ελλείψεων ή κινδύνων στις συνθήκες κράτησης. Σε δεύτερο στάδιο (εξατομικευμένο), να αποδειχθεί ότι ο συγκεκριμένος εκζητούμενος, υπό τις προβλεπόμενες περιστάσεις της υπόθεσής του (πιθανός τόπος κράτησης, καθεστώς, διάρκεια, προσωπικά χαρακτηριστικά που πράγματι αυξάνουν κίνδυνο, διαθέσιμα μέτρα προστασίας), θα εκτεθεί ο ίδιος σε πραγματικό κίνδυνο.

 

Το Δικαστήριο δέχεται ότι τα στοιχεία που προσκόμισε ο ΜΥ2, η ύπαρξη και το περιεχόμενο των οποίων δεν αμφισβητείται καθαυτό, συμβάλλει στο πρώτο στάδιο της ανάλυσης, στον βαθμό που τεκμηριώνει, ως έναν βαθμό, την ύπαρξη ορισμένων γενικών και διαχρονικών προβλημάτων στο σωφρονιστικό σύστημα του κράτους έκδοσης. Πλην όμως, κρίνει ότι η όλη μαρτυρία του ΜΥ2, είτε αυτοτελώς είτε σε συνδυασμό με τη μαρτυρία του ΜΥ1, παρά την περί αντιθέτου προσπάθεια του ΜΥ2 με την επιχειρούμενη από μέρους του επικοινωνία με τον Καθ’ ου η αίτηση, αποτυγχάνει στο δεύτερο στάδιο, καθότι δεν θεμελιώνει συγκεκριμένη, εξατομικευμένη και επαρκώς τεκμηριωμένη σύνδεση μεταξύ των γενικών αυτών διαπιστώσεων και πραγματικού κινδύνου για τον Καθ’ ου η αίτηση, η δε μετάβαση από το γενικό στο ειδικό επιχειρείται μέσω πιθανολογήσεων και όχι αποδεικτικών δεδομένων.

 

Το Δικαστήριο κρίνει σκόπιμο να διευκρινίσει ότι οι όροι «συστημικό» ή «δομικό» περιγράφουν την έκταση/διάρκεια ενός προβλήματος, όχι αυτομάτως την ένταση του κινδύνου για κάθε άτομο σε κάθε περίπτωση. Ακόμη και σημαντικά και γενικευμένα προβλήματα (π.χ. υπερπληθυσμός) δεν συνεπάγονται ότι κάθε κρατούμενος θα κοιμάται στο πάτωμα, κάθε κρατούμενος θα στερείται πρόσβασης σε περίθαλψη, κάθε κρατούμενος θα υποστεί βία, και ότι το κράτος αδυνατεί να λάβει προστατευτικά μέτρα.

 

Το γεγονός ότι ο Καθ’ ου η αίτηση έχει συγκεκριμένη καταγωγή και τηρεί, για λόγους θρησκείας, συγκεκριμένες διατροφικές ή άλλες πρακτικές, που αναφέρθηκαν, δεν αρκεί, αφ’ εαυτού ούτε σε συνδυασμό με γενικές δυσλειτουργίες του σωφρονιστικού συστήματος, για να θεμελιώσει πραγματικό και εξατομικευμένο κίνδυνο απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης. Ελλείψει συγκεκριμένων στοιχείων περί αναπόφευκτης στέρησης βασικών αναγκών, το ζήτημα δεν δύναται να επηρεάσει την κρίση του Δικαστηρίου ως προς την εκτέλεση του ΕΕΣ.

 

Ακόμα, η επίκληση πρόσφατου περιστατικού ενδεχόμενης τρομοκρατικής επίθεσης σε τρίτη χώρα, καθώς και γενικών αναφορών σε διεθνές «κύμα αντισημιτισμού», δεν αρκεί, αφ’ εαυτής ούτε σε συνδυασμό με γενικές δυσλειτουργίες του σωφρονιστικού συστήματος, για να θεμελιώσει πραγματικό και εξατομικευμένο κίνδυνο απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης του Καθ’ ου η αίτηση στο κράτος έκδοσης. Ελλείψει συγκεκριμένων και επικαιροποιημένων στοιχείων που να αφορούν το σωφρονιστικό περιβάλλον του κράτους έκδοσης και την ατομική κατάσταση του εκζητούμενου, η εν λόγω επίκληση παραμένει σε επίπεδο γενικής ανησυχίας και δεν δύναται να επηρεάσει την κρίση του Δικαστηρίου ως προς την εκτέλεση του ΕΕΣ.

 

Το Δικαστήριο διευκρινίζει πως αποδέχεται ότι το θρήσκευμα και τα συναφή χαρακτηριστικά ενός προσώπου μπορούν, σε ορισμένα περιβάλλοντα, να συνιστούν παράγοντα τρωτότητας. Όμως, για να μετατραπεί αυτό σε νομικά κρίσιμη βάση άρνησης εκτέλεσης ΕΕΣ, απαιτείται κάτι παραπάνω από γενικές αναφορές σε διεθνείς τάσεις ή αόριστη επίκληση λ.χ. «κύματος αντισημιτισμού». Στην προκειμένη περίπτωση, η συλλογιστική που προβάλλεται έχει τη μορφή μίας χαλαρής αλυσίδας, που περιλαμβάνει το ότι υπάρχει υπερπληθυσμός, αυξάνεται η ένταση και η βία, υπάρχει αντισημιτισμός διεθνώς, άρα ο Καθ’ ου η αίτηση θα στοχοποιηθεί, άρα υπάρχει ο κίνδυνος του άρθρου 3. Το Δικαστήριο κρίνει ότι μία τέτοια αλυσίδα δεν θεμελιώνεται με εμπειρικά στοιχεία που να αφορούν το συγκεκριμένο περιβάλλον κράτησης στο Βέλγιο και τις ρεαλιστικές συνθήκες κράτησης του Καθ’ ου η αίτηση. Ο ίδιος ο ΜΥ2 παραδέχθηκε, ουσιαστικά, ότι δεν έχει μελετήσει τη δομή του πληθυσμού των φυλακών, ούτε διαθέτει ειδική κοινωνιολογική/εμπειρική τεκμηρίωση για στοχοποίηση ατόμων με τα χαρακτηριστικά αυτά εντός των βελγικών φυλακών. Επομένως, η επίκληση του θρησκεύματος και της καταγωγής του Καθ’ ου η αίτηση ή ακόμα και των ζητημάτων υγείας του ιδίου και της συζύγου του, σε συνάρτηση με τις οικογενειακές του υποχρεώσεις, λειτουργούν περισσότερο ως ένας θεωρητικός πολλαπλασιαστής ανησυχίας, παρά ως αποδεικτικό στοιχείο. Η πιθανότητα κινδύνου στον κόσμο, γενικά, δεν εξομοιώνεται με πραγματικό, συγκεκριμένο και σοβαρό κίνδυνο, για αυτό το πρόσωπο, σε αυτές τις συνθήκες.

 

Το Δικαστήριο επισημαίνει ότι, αν αρκούσε η γενική ύπαρξη λ.χ. του υπερπληθυσμού στις φυλακές ενός κράτους μέλους ή των απεργιών, για να αρνείται συστηματικά την εκτέλεση ΕΕΣ, τότε θα δημιουργείτο προηγούμενο όπου ο θεσμός θα αδρανοποιείτο μέσω γενικών αξιολογήσεων «ποιότητας» των σωφρονιστικών συστημάτων. Αυτό θα ισοδυναμούσε με έμμεση, γενική αναστολή των εκδόσεων προς συγκεκριμένο κράτος μέλος, αποτέλεσμα που δεν συνάδει με την ίδια την ουσία της ύπαρξης του ΕΕΣ και τις αρχές που ενσωματώνει στη λειτουργία του. Το Δικαστήριο δεν επιτρέπεται να υποκαταστήσει την απόδειξη με την ανησυχία, ούτε να συναγάγει βεβαιότητες από πιθανότητες, όταν το διακύβευμα είναι η ανατροπή της αμοιβαίας εμπιστοσύνης.

 

Για άρνηση εκτέλεσης ΕΕΣ, δεν αρκεί η διαπίστωση ότι το σύστημα δεν είναι τέλειο ή ότι έχουν καταγραφεί προβλήματα σε εκθέσεις διεθνών οργανισμών, στο πλαίσιο άσκησης των αρμοδιοτήτων και των σκοπών τους. Απαιτείται να καταδεικνύεται ότι, παρά τα μέτρα που λαμβάνονται, η έκθεση σε μεταχείριση αντίθετη προς το άρθρο 3 ΕΣΔΑ είναι πραγματικά πιθανή για τον συγκεκριμένο εκζητούμενο, με τρόπο που δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί.

 

Σημειώνεται πως δεν αποκλείεται η πιθανότητα ο Καθ’ ου η αίτηση να τεθεί υπό κράτηση για τους σκοπούς της διαδικασίας για την οποία ζητείται η παράδοσή του. Πλην όμως, από το εθνικό ένταλμα σύλληψης (Τ16) προκύπτει ότι ο πιθανός χώρος κράτησης είναι το σωφρονιστικό κατάστημα Hasselt. Το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι, βάσει των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιόν του, δεν υφίστανται συγκεκριμένες, αξιόπιστες και επικαιροποιημένες ενδείξεις ότι ο εν λόγω χώρος κράτησης παρουσιάζει προβλήματα τέτοιας φύσης ή έκτασης που να δύνανται να εγείρουν ζήτημα παραβίασης του άρθρου 3 ΕΣΔΑ. Ειδικότερα, ο χώρος κράτησης Hasselt δεν μνημονεύεται στις εκθέσεις διεθνών οργάνων που προσκομίστηκαν ως παράδειγμα καταστήματος με σοβαρές ή συστημικές ελλείψεις, ούτε συνδέεται με σχετική νομολογία. Οι γενικές αναφορές σε προβλήματα του σωφρονιστικού συστήματος στο σύνολό του δεν αρκούν, ελλείψει ειδικής σύνδεσης με τον συγκεκριμένο χώρο κράτησης, για να θεμελιώσουν εξατομικευμένο πραγματικό κίνδυνο για τον Καθ’ ου η αίτηση. Εφόσον ο πιθανός χώρος κράτησης προσδιορίζεται στο εθνικό ένταλμα και δεν έχουν προσκομισθεί συγκεκριμένα στοιχεία που να αφορούν προβλήματα στον εν λόγω χώρο, το Δικαστήριο δεν δύναται να συναγάγει, βάσει γενικών αναφορών, την ύπαρξη πραγματικού και εξατομικευμένου κινδύνου. Ούτε υποχρεούται να αναζητήσει στοιχεία ή διαβεβαιώσεις για τον χώρο Hasselt, διότι η υποχρέωση του άρθρου 15 § 2 της Απόφασης ‒ Πλαισίου ενεργοποιείται μόνον μετά από τη διαπίστωση εξατομικευμένου πραγματικού κινδύνου, και τέτοιος κίνδυνος δεν τεκμηριώθηκε. Τα στοιχεία που έχει ενώπιον του το Δικαστήριο επαρκούν για να λάβει την απόφασή του.

 

Δόθηκαν εγγυήσεις, βάσει του άρθρου 15 (Τ14) ότι, σε περίπτωση που ο Καθ’ ου η αίτηση εκδοθεί με βάση το ΕΕΣ και εν τέλει δικαστεί και καταδικαστεί, θα μπορεί να εκτίσει την ποινή που θα του επιβληθεί στην Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω του σχετικού διακρατικού εργαλείου.

 

Λαμβάνοντας υπόψη τα ανωτέρω, το Δικαστήριο καταλήγει ότι, παρά το αναμφισβήτητο κύρος και την εμπειρία του ΜΥ2, η μαρτυρία του, μεμονωμένα ή και συνδυαστικά με τη μαρτυρία του ΜΥ1, δεν πληροί τις αυστηρές προϋποθέσεις που απαιτούνται για άρνηση εκτέλεσης του ΕΕΣ. Οι διαπιστώσεις του αποτυπώνουν γενικές και σοβαρές ανησυχίες για την κατάσταση των φυλακών στο Βέλγιο σε επίπεδο πρόληψης, πλην όμως δεν υπερβαίνουν το επίπεδο γενικών διαπιστώσεων και πιθανολογήσεων και δεν θεμελιώνουν πραγματικό, άμεσο και εξατομικευμένο κίνδυνο παραβίασης του άρθρου 3 ΕΣΔΑ για τον Καθ’ ου η αίτηση.

 

Κατάληξη

 

Καταληκτικά, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι ενώπιόν του υφίσταται νομίμως εκδοθέν και εκτελεστό ΕΕΣ. Από την ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία δεν προέκυψε η συνδρομή οποιουδήποτε υποχρεωτικού ή δυνητικού λόγου άρνησης της εκτέλεσής του αναφορικά με τον Καθ’ ου η αίτηση, ούτε στοιχειοθετήθηκαν σοβαροί και αποδεδειγμένοι λόγοι που να θεμελιώνουν πραγματικό και εξατομικευμένο κίνδυνο να υποστεί απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση, κατά την έννοια του άρθρου 4 ΧΘΔΕΕ ή του άρθρου 3 ΕΣΔΑ.

 

Ως εκ τούτου:

 

Διατάσσεται η εκτέλεση του ΕΕΣ και η παράδοση του Καθ’ ου η αίτηση στις αρμόδιες Αρχές του Βελγίου, υπό την προϋπόθεση ότι: σε περίπτωση καταδίκης του και επιβολής ποινής στερητικής της ελευθερίας ή στερητικού της ελευθερίας μέτρου ασφαλείας, ο Καθ’ ου η αίτηση θα διαμεταχθεί στην Κυπριακή Δημοκρατία για να εκτίσει την ποινή ή το μέτρο αυτό, σύμφωνα με τις παρεχόμενες σχετικές διαβεβαιώσεις.

 

Η παράδοση του Καθ’ ου η αίτηση να υλοποιηθεί εντός της προθεσμίας και σύμφωνα με το άρθρο 29 του νόμου.

 

Για το καθεστώς του Καθ’ ου η αίτηση μέχρι την παράδοση, εάν θα εξακολουθήσουν να ισχύουν οι όροι που είχαν τεθεί για την εξασφάλιση της παρουσίας του στη δίκη ή εάν θα επιβληθεί κράτηση, κρίνω ορθότερο να ακούσω πρώτα τους συνηγόρους και να αποφασίσω αυτό το ζήτημα ξεχωριστά, αμέσως μετά.

 

Η παρούσα απόφαση να κοινοποιηθεί από τον αρμόδιο Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, δια της Κεντρικής Αρχής, στη δικαστική Αρχή έκδοσης του ΕΕΣ, σύμφωνα με το άρθρο 28 του νόμου.

 

 

(Υπ.) ………………………..

Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.

Πιστό Αντίγραφο

ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ



[1] West, C192/12 PPU, EU:C:2012:404, σκέψη 54· Melloni, C 399/11, EU:C:2013:107, σκέψη 36· F., C168/13 PPU, EU:C:2013:358, σκέψη 34, και Lanigan, C237/15 PPU, EU:C:2015:474, σκέψη 27. Hadwen ν. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, Πολιτική Έφεση 184/2014, 17.7.2014· Constantinides v. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, Πολιτική Έφεση 347/2014, 5.3.2015· Said v. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, Πολιτική Έφεση 279/2015, 17.11.2015.

[2]  Γεωργίου ν. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, Πολιτική Έφεση 154/2017, 6.7.2017, ECLI:CY:AD:2017:A245

[3] Steinmetz, Έφεση ΕΕΣ 3/2023, 3.11.2023.

[4]. Χριστοδούλου ν. Αριστοδήμου (1996) 1 ΑΑΔ 552, Ζερβού ν. Χαραλάμπους (1996) 1 ΑΑΔ 447, Καρεκλά ν. Κλεάνθους (1997) 1 ΑΑΔ 1119, Αθανασίου ν. Κουνούνη (1997) 1 ΑΑΔ 614, Παπακοκκίνου ν. Σμυρλή (2001) 1 ΑΑΔ 1653, Χριστοφή ν. Ζαχαριάδη (2002) 1 ΑΑΔ 401, Χρίστου ν. Khoreva (2002) 1 ΑΑΔ 207, Ιωάννου ν. Παλάζη (2004) 1 ΑΑΔ 576, Γενικός Εισαγγελέας ν. Vlatislaw (2011) 1 ΑΑΔ 55, Τσιντίδης ν. Χαριδήμου (2012) 1 ΑΑΔ 2290.

[5] Παναγρίτη ν. Χαραλάμπους (2012) 1 ΑΑΔ 439, Σαρρής ν. Καλλέγιας (2011) 1 ΑΑΔ 958, Cybarco Ltd v. Kouashik (2001) 1 ΑΑΔ 2013, Inman v. Abbot and Haliburton (2015) 2 SCR 182, R v. Ward (1992) 2 All ER 577, R. v. Maguire (1992) 2 All ER 433 κ.α.

[6] Ψάλτης ν. Αστυνομίας (2001) 2 ΑΑΔ 113.

[7] «όταν το πρόσωπο κατά του οποίου εκδόθηκε ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης προς το σκοπό της δίωξης είναι υπήκοος ή κάτοικος του κράτους μέλους εκτέλεσης, η παράδοση μπορεί να εξαρτηθεί από την προϋπόθεση ότι το εν λόγω πρόσωπο, μετά από ακρόασή του, θα διαμεταχθεί στο κράτος μέλος εκτέλεσης ώστε να εκτίσει εκεί τη στερητική της ελευθερίας ποινή ή το στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας που θα απαγγελθεί εναντίον του στο κράτος μέλος έκδοσης του εντάλματος.»

[8] Ghebali, Πολιτική Έφεση 50.2020, 11.5.2020, Constantinides v. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, Πολιτική Έφεση 347/2024, 5.3.2015, Πέτρου, Πολιτική Έφεση 421/2017, 11.1.2018, ECLI:CY:AD:2018:A10, Vovk v. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, Έφεση ΕΕΣ 6/2024, 17.1.2025, Stenli ν. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, Έφεση ΕΕΣ 4/2024, 7.1.2025, Visokowski v. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, Έφεση ΕΕΣ 1/2025, 27.2.2025 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο