ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.
ΕΕΣ 4 / 2025
Αναφορικά με τον περί Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης και των Διαδικασιών Παράδοσης Εκζητούμενων μεταξύ των Κρατών Μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης Νόμο 133(Ι)/2004
και
τον Κ. Κ. από την Κύπρο
___________________
Ημερομηνία: 9 Ιανουαρίου 2026
Εμφανίσεις:
Π. Βαρνάβα, για την Κεντρική Αρχή
Ε. Κωνσταντίνου (κα), για τον Καθ’ ου η αίτηση
Καθ’ ου η αίτηση: παρών
Αίτημα αναβολής της ακρόασης
Α Π Ο Φ Α Σ Η
(ex tempore)
Δικαστική απόφαση που εκδόθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού την 29.10.2025 εφεσιβλήθηκε. Με απόφαση του Εφετείου ημερομηνίας 24.11.2025 διατάχθηκε η επανεκδίκασή της. Το Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης (ΕΕΣ) τέθηκε εκ νέου ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού (άλλη σύνθεση) για ακρόαση στις 26.11.2025 και ορίστηκε εν συνεχεία για ακρόαση στις 9.12.2025, ημερομηνία μέχρι την οποία αναμενόταν να διευθετηθεί ο διορισμός δικηγόρου με νομική αρωγή στο κράτος έκδοσης, προς άσκηση των δικαιωμάτων του εκζητούμενου. Στο μεταξύ, ο εκζητούμενος αφέθηκε ελεύθερος υπό όρους. Ο διορισμός αυτός δεν κατέστη δυνατός μέχρι τότε και εγκρίθηκε εκ νέου αίτημα αναβολής της ακροαματικής διαδικασίας, υποβληθέν από κοινού τόσο από την Κεντρική Αρχή, η οποία ανέμενε απαντήσεις σε ζητηθείσες διευκρινίσεις, όσο και από την πλευρά του εκζητούμενου.
Με βάση τα ανωτέρω, τονίζεται ως δεδομένο ότι το Δικαστήριο χορήγησε κατ’ επανάληψη αναβολή και σχετική προθεσμία, προκειμένου ο εκζητούμενος να καταστεί σε θέση να ασκήσει το δικαίωμά του σε νομική συνδρομή στο κράτος έκδοσης μέσω του θεσμού της νομικής αρωγής, ιδίως προς αξιοποίηση του δικαιώματος διορισμού δικηγόρου στο κράτος έκδοσης στο πλαίσιο του ΕΕΣ.
Περαιτέρω προκύπτει ότι η διαδικασία νομικής αρωγής στο κράτος έκδοσης καθυστέρησε, ότι διορίστηκε δικηγόρος ο οποίος στη συνέχεια παύθηκε, χωρίς να προκύπτει ότι αντικαταστάθηκε εγκαίρως, και ότι οι προβλεπόμενες προθεσμίες για τη λήψη απόφασης επί του ΕΕΣ έχουν ήδη παρέλθει. Συναφώς, το Δικαστήριο είχε ήδη ενημερώσει σχετικά με την καθυστέρηση και τους λόγους της, κάνοντας χρήση της προβλεπόμενης δυνατότητας παράτασης.
Ο εκζητούμενος αιτείται σήμερα εκ νέου αναβολή της ακρόασης, με το ίδιο αίτημα και για τον ίδιο σκοπό, με την προσθήκη ότι σήμερα μόλις υπήρξε ενημέρωση ότι διορίστηκε δικηγόρος στο κράτος έκδοσης και πρέπει να γίνει επαφή μαζί του, ενώ υπάρχει προβληματισμός εάν διορίστηκε και παραμένει δικηγόρος αυτός που έχει διοριστεί. Σημειώνεται ότι στο αίτημα δεν εναντιώθηκε η Κεντρική Αρχή, θεωρεί ότι καθίσταται σαφές πως υπάρχει δικηγόρος διορισμένος στο κράτος έκδοσης, ενώ δηλώθηκε ετοιμότητα για τη σημερινή ακρόαση.
Κατά την Απόφαση-Πλαίσιο 2002/584/ΔΕΥ, η διαδικασία εκτέλεσης ΕΕΣ διέπεται από την αρχή της ταχείας και αποτελεσματικής συνεργασίας. Η λήψη απόφασης τίθεται σε σύντομες προθεσμίες, με δυνατότητα υπέρβασης μόνον κατ’ εξαίρεση και με ειδική αιτιολογία, όταν συντρέχουν λόγοι που δεν επιτρέπουν την τήρησή τους (άρθρο 17). Η αναβολή ή μετάθεση της διαδικασίας δεν αποτελεί αυτοσκοπό, αλλά δικονομικό εργαλείο για την επίτευξη ουσιαστικά δίκαιης κρίσης εντός του ενωσιακού πλαισίου.
Το δικαίωμα αποτελεσματικής προσφυγής και δίκαιης δίκης (άρθρο 47 ΧΘΔΕΕ), τα δικαιώματα υπεράσπισης (άρθρο 48 ΧΘΔΕΕ), καθώς και οι εγγυήσεις του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ, επιβάλλουν η διαδικασία να διεξάγεται κατά τρόπο που να επιτρέπει στον εκζητούμενο να προβάλλει αποτελεσματικά τις θέσεις του.
Ειδικότερα, η Οδηγία 2013/48/ΕΕ κατοχυρώνει το δικαίωμα πρόσβασης σε δικηγόρο, περιλαμβανομένου του πλαισίου του ΕΕΣ, ενώ προβλέπει τη δυνατότητα διορισμού δικηγόρου στο κράτος έκδοσης («διπλή υπεράσπιση») προς αποτελεσματική υποστήριξη της υπεράσπισης στο κράτος εκτέλεσης. Η δε Οδηγία 2016/1919/ΕΕ αφορά τη νομική αρωγή και επιβάλλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση διασφάλισης της πρακτικής και αποτελεσματικής λειτουργίας της.
Το Δικαστήριο οφείλει να διακρίνει, αφενός, τα δικονομικά μέτρα που είναι αναγκαία για την προετοιμασία της ακρόασης, αφετέρου, την ουσιαστική αξιολόγηση του κατά πόσον, υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες, η εκτέλεση του ΕΕΣ θα συμβιβαζόταν με τα θεμελιώδη δικαιώματα και τις απαιτήσεις δίκαιης διαδικασίας.
Το ζήτημα της αδράνειας ή κωλυσιεργίας δεν επιλύεται με ατέρμονες αναβολές. Το υπό εξέταση αίτημα στηρίζεται στο ότι δεν κατέστη μέχρι σήμερα εφικτή η σταθερή παροχή νομικής συνδρομής στο κράτος έκδοσης μέσω νομικής αρωγής, υπήρξε διορισμός δικηγόρου, ως είναι σήμερα η ενημέρωση, χωρίς ωστόσο να έχει προλάβει να ενεργήσει, προς μία διαφορετική κατεύθυνση. Ωστόσο, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι έχει ήδη παρασχεθεί επαρκής χρόνος για τον ίδιο σκοπό, χωρίς το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα να επιτευχθεί, ως το τέλος του, ενώ στο μεταξύ οι ενωσιακές προθεσμίες έχουν παρέλθει.
Στο πλαίσιο του ΕΕΣ, η επαναλαμβανόμενη αναβολή για τον ίδιο λόγο δεν μπορεί να λειτουργεί ως de facto παράταση χωρίς χρονικό ορίζοντα. Η σχετική καθυστέρηση, και ιδίως οι αιτίες της (αδράνεια, διοικητικά κωλύματα, παύση διορισθέντος δικηγόρου, διορισμός νέου αλλά μη ετοιμότητα), δεν συνιστούν πλέον ζήτημα απλής έλλειψης προετοιμασίας, αλλά πραγματικό δεδομένο που επηρεάζει την αξιολόγηση του κατά πόσον η διαδικασία διασφάλισε πρακτικά και αποτελεσματικά τα δικαιώματα υπεράσπισης.
Διευκρινίζεται ότι η καθυστέρηση αυτή δεν αποδίδεται σε υπαιτιότητα ή παθητική στάση του εκζητούμενου, στοιχείο το οποίο το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη κατά τη σχετική στάθμιση, χωρίς ωστόσο να καταλήγει, υπό τα παρόντα δεδομένα, στο συμπέρασμα ότι επιβάλλεται η χορήγηση νέας αναβολής.
Μια νέα αναβολή θα μπορούσε να δικαιολογηθεί μόνον εφόσον προκύπτει συγκεκριμένα ότι η άμεση συνέχιση της διαδικασίας θα οδηγούσε σε ουσιώδη και μη επανορθώσιμη στέρηση των δικαιωμάτων υπεράσπισης και εφόσον υφίσταται ρεαλιστική και άμεση προοπτική ολοκλήρωσης του διορισμού εντός απολύτως σύντομου χρονικού διαστήματος, ώστε η αναβολή να είναι πρόσφορη και αναγκαία κατά την έννοια της αρχής της αναλογικότητας, λαμβανομένης υπόψη της φύσης και του σκοπού της διαδικασίας του ΕΕΣ.
Εν προκειμένω, από τα στοιχεία της υπόθεσης δεν προκύπτει συγκεκριμένο και άμεσα προσδιορισμένο χρονοδιάγραμμα ολοκλήρωσης της διαδικασίας νομικής αρωγής στο κράτος έκδοσης, ούτε τεκμηριώνεται ότι η έλλειψη αυτή, στο παρόν δικονομικό στάδιο, δεν δύναται να αντιμετωπισθεί μέσω της αξιολόγησης των συνεπειών της στο πλαίσιο της τελικής κρίσης του Δικαστηρίου περί της εκτέλεσης ή μη του ΕΕΣ, επί της οποίας το Δικαστήριο διατηρεί πλήρη δικαιοδοσία.
Προβλήθηκε ο ισχυρισμός ότι, σε περίπτωση διορισμού δικηγόρου στο κράτος έκδοσης, ο εκζητούμενος ενδέχεται να συγκατατεθεί στην παράδοσή του, κάτι που όμως δεν μπορεί να συμβεί σήμερα, λόγω του πρόσφατου διορισμού του δικηγόρου. Το Δικαστήριο επισημαίνει ότι η συγκατάθεση στο πλαίσιο ΕΕΣ συνιστά προσωπικό, ελεύθερο και ρητό δικαίωμα του εκζητούμενου, το οποίο πρέπει να εκδηλώνεται σαφώς και χωρίς επιφύλαξη, κατόπιν επαρκούς ενημέρωσης. Η συγκατάθεση αυτή δεν τεκμαίρεται, ούτε συναρτάται αυτομάτως με την ύπαρξη ή μη νομικής συνδρομής στο κράτος έκδοσης, ούτε συνιστά διαδικαστικό στάδιο ικανό να θεμελιώσει αυτοτελές δικαίωμα αναβολής της ακρόασης.
Ο ανωτέρω ισχυρισμός στηρίζεται σε υποθετική εκτίμηση περί μελλοντικής μεταβολής της στάσης του εκζητούμενου και δεν συνοδεύεται από ρητή ή συγκεκριμένη δήλωση πρόθεσης συγκατάθεσης, ούτε από στοιχεία που να καθιστούν άμεση και προσδιορίσιμη την πιθανότητα αυτή. Ως εκ τούτου, δεν μπορεί να θεμελιώσει λόγο νέας αναβολής, ιδίως ενόψει του ότι έχει ήδη χορηγηθεί χρόνος για τον ίδιο σκοπό και οι προβλεπόμενες προθεσμίες της διαδικασίας έχουν παρέλθει. Στην απόφαση με την οποία το Εφετείο παρέπεμψε την υπόθεση για επανεκδίκαση ήταν κρίσιμο για την αιτιολόγησή της το γεγονός ότι δεν είχαν εξαντληθεί οι προβλεπόμενες προθεσμίες κατά τον χρόνο που το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε διαμορφώσει την κρίση του να μην επιτρέψει την αναβολή, στο πλαίσιο της αρχής της αναλογικότητας. Δεν είναι τα ίδια δεδομένα σήμερα, που έχουν πλέον παρέλθει οι προθεσμίες, έχοντας ήδη χορηγήσει κατ’ επανάληψη αναβολή, και συνεπώς μπορεί να λεχθεί πως υπάρχει ουσιαστική και ουσιώδης διαφοροποίηση.
Το Δικαστήριο κρίνει ότι το ζήτημα της καθυστέρησης ή της δυσλειτουργίας της νομικής αρωγής στο κράτος έκδοσης, καθώς και η παύση διορισθέντος δικηγόρου και ο διορισμός νέου με καθυστέρηση, πρέπει να συνεκτιμηθούν ως ουσιαστικό στοιχείο στην τελική απόφαση περί εκτέλεσης ή μη του ΕΕΣ, υπό το πρίσμα της πρακτικής και αποτελεσματικής άσκησης των δικαιωμάτων υπεράσπισης, των ενωσιακών εγγυήσεων νομικής συνδρομής και της ανάγκης να μη ματαιώνεται η λειτουργία του θεσμού μέσω επ’ αόριστον αναβολών.
Κατόπιν των ανωτέρω, το αίτημα περί εκ νέου αναβολής απορρίπτεται ως μη αναγκαίο και μη πρόσφορο κατά το παρόν δικονομικό στάδιο και διατάσσεται η συνέχιση της διαδικασίας. Το Δικαστήριο επιφυλάσσεται να συνεκτιμήσει ειδικά και αιτιολογημένα, στην απόφασή του περί εκτέλεσης ή μη του ΕΕΣ, όλα τα ανωτέρω πραγματικά και νομικά δεδομένα.
(Υπ.) …………………………
Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο