ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Γ. Ππεκρή, Ε.Δ.
Αρ. Υπόθεσης: 11775/2025
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ
Κατηγορούσα Αρχή
ν.
Μ.Σ.
Κατηγορούμενος
Ημερομηνία: 13 Φεβρουαρίου 2026
Εμφανίσεις:
Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Β. Δανιηλίδου
Για τον Κατηγορούμενο: κα Κ. Πιερούδη
Κατηγορούμενος παρών.
ΑΠΟΦΑΣΗ
[Ι] Εισαγωγή
Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει πέντε κατηγορίες μέσα στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης και συγκεκριμένα για το αδίκημα της απειλής (1η κατηγορία), της εισόδου σε περιουσία με σκοπό διάπραξης ποινικού αδικήματος (2η κατηγορία), της κακόβουλης ζημιάς σε περιουσία (3η κατηγορία), της άσκησης βίας στην οικογένεια (4η κατηγορία) και της άσκησης ψυχολογικής βίας (5η κατηγορία), κατά παράβαση των προνοιών του Ποινικού Κώδικα και της οικείας νομοθεσίας.
Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των πιο πάνω κατηγοριών, αποδίδεται στον κατηγορούμενο ότι την 15.8.2025 στη Λεμεσό, προκάλεσε στην πρώην σύζυγό του τρόμο, απειλώντας την με τη βία, δηλ. προτάσσοντας προς το μέρος της ένα μαχαίρι την απείλησε με τη φράση «Εννα σε σκοτώσω σήμερα».
Καταλογίζεται περαιτέρω στον κατηγορούμενο, ότι κατά τον ίδιο πιο πάνω χρόνο και τόπο, εισήλθε στην οικία της πρώην συζύγου του με σκοπό να διαπράξει κακούργημα και ότι εσκεμμένα και παράνομα προκάλεσε ζημιά άγνωστης αξίας σε έπιπλα του υπνοδωματίου της πρώην συζύγου του, στο τραπέζι της κουζίνας και σε ένα φωτιστικό της βεράντας, όλα περιουσία της πρώην συζύγου του, ότι επέδειξε συμπεριφορά με την οποία προκλήθηκε άμεσα ψυχική βλάβη στην πρώην σύζυγό του και ότι με τη συμπεριφορά του η οποία εκφράζεται με εξαναγκασμό, πίεση, υποτιμητικά σχόλια, εξύβριση ή απειλές, έπληξε σοβαρά τη ψυχολογική ακεραιότητα της πρώην συζύγου του και της προκάλεσε πραγματικό φόβο.
Ο κατηγορούμενος αρνήθηκε ενοχή στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει και η υπόθεση προχώρησε σε ακρόαση. Για σκοπούς απόδειξης της υπόθεσης, η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε δύο μάρτυρες. Μετά το πέρας της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής, το Δικαστήριο εξέτασε κατά πόσο έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορουμένου και αφού εξέδωσε σχετική ενδιάμεση απόφαση, κάλεσε τον κατηγορούμενο σε απολογία.
Αφού επεξηγήθηκαν τα δικαιώματα του κατηγορουμένου, αυτός επέλεξε να τηρήσει το δικαίωμα της σιωπής και δεν κάλεσε οποιονδήποτε μάρτυρα.
[ΙΙ] Ακροαματική Διαδικασία και Προσκομισθείσα Μαρτυρία
Με την υπόμνηση ότι δεν είναι αναγκαίο το Δικαστήριο να παραθέτει ολόκληρη τη μαρτυρία που παρουσίασε η κάθε πλευρά ή να αναφέρεται σε όλες τις πτυχές της, καθώς είναι καταγεγραμμένη στα πρακτικά του Δικαστηρίου, συνοψίζω κατωτέρω την προσκομισθείσα μαρτυρία.[1]
Η πρώτη μάρτυρας η οποία προσέφερε μαρτυρία από πλευράς Κατηγορούσας Αρχής ήταν η παραπονούμενη (στο εξής η «ΜΚ1»), η οποία, ως μέρος της κυρίως εξέτασής της, υιοθέτησε την κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία ημερ. 15.8.2025, η οποία σημειώθηκε και κατατέθηκε ως Τεκμήριο 6.
Σε αυτήν, η ΜΚ1 αναφέρει ότι ήταν παντρεμένη με τον κατηγορούμενο και πριν από τρία χρόνια πήραν διαζύγιο. Από τον γάμο τους απέκτησαν τέσσερα παιδιά ηλικιών 13, 11, 10 και 7 ετών. Την 15.8.2025, ο κατηγορούμενος πήγε στο σπίτι της για να δει τα παιδιά του και βρισκόταν σε ένταση, άρχισε δε να την προσβάλλει και να της λέει ότι έχει φίλο και διάφορα άλλα. Στη συνέχεια, πήγε στην κουζίνα, πήρε ένα μεγάλο μαχαίρι με μαύρη και κόκκινη πλαστική λαβή και προκάλεσε εκδορές πάνω στο τραπέζι της κουζίνας, στο ερμάρι του υπνοδωματίου της και στην παπουτσοθήκη.
Σε κάποια στιγμή, ο κατηγορούμενος την πλησίασε σε απόσταση ενός μέτρου περίπου και κρατώντας το μαχαίρι, της είπε «Εννα σε σκοτώσω σήμερα», πλην όμως δεν έκανε άλλη κίνηση. Και ενώ η ΜΚ1 προσπαθούσε να επικοινωνήσει με την Αστυνομία, ο κατηγορούμενος χτύπησε το κινητό της τηλέφωνο με το μαχαίρι, χωρίς ωστόσο να προκαλέσει ζημιά, καθώς υπήρχε σε αυτό προστατευτικό οθόνης. Έπειτα ο κατηγορούμενος άφησε το μαχαίρι στο σπίτι, βγήκε εκτός εαυτού και τράβηξε το φαναράκι που ήταν εγκατεστημένο στη βεράντα και το έσπασε.
Αφού έγιναν όλα αυτά, ο κατηγορούμενος αποχώρησε από το σπίτι της ΜΚ1, όπου κατέφτασε η Αστυνομία.
Κατά την κυρίως εξέτασή της η ΜΚ1 αναγνώρισε τον κατηγορούμενο ως το πρόσωπο στο οποίο αναφέρεται στην κατάθεσή της και αναπαρέστησε στο Δικαστήριο τον τρόπο με τον οποίο ο κατηγορούμενος κρατούσε το μαχαίρι στο οποίο αναφέρεται στην κατάθεσή της, ενώ αυτή καθόταν στο κρεβάτι του υπνοδωματίου της, σε απόσταση περί τα 1 – 2 μέτρα από την πόρτα του υπνοδωματίου.
Ως επίσης ανέφερε, ένιωσε φόβο όταν ο κατηγορούμενος μπήκε στο υπνοδωμάτιό της και την απείλησε ότι θα τη σκοτώσει, εξ ου και κάλεσε την Αστυνομία. Υπέδειξε περαιτέρω, ότι κρατούσε το κινητό της τηλέφωνο σε ανοιχτή ακρόαση και ο κατηγορούμενος χτύπησε με το μαχαίρι πάνω στο κινητό της.
Η μάρτυρας ανέφερε επίσης ότι ζήτησε να έχει πρόσβαση στην εφαρμογή «Ελπίς» λόγω φόβου για τη ζωή της από τον κατηγορούμενο, εξηγώντας ότι πρόκειται για εφαρμογή «SOS» που εγκατέστησαν στην Αστυνομία, για να πατά κουμπί σε περίπτωση που χρειαστεί βοήθεια.
Αντεξεταζόμενη, η ΜΚ1 ανέφερε ότι την 15.8.2025 ο κατηγορούμενος μετέβη στην οικία της για να δει τα ανήλικα τέκνα του χωρίς να έχει προηγηθεί μεταξύ τους συνεννόηση, καθότι δεν του επιτρέπει να εισέρχεται στο σπίτι της. Ερωτηθείσα γιατί δεν κάλεσε αμέσως την Αστυνομία, η μάρτυρας απάντησε ότι ο λόγος είναι ότι έχει τέσσερα παιδιά μέσα στο σπίτι και δεν θέλει να βλέπουν τέτοιες καταστάσεις, αρνήθηκε δε την υποβολή ότι ήθελε να αποκόψει τον κατηγορούμενο από το σπίτι και τα παιδιά της, επειδή ήθελε να συμβιώνει με τη σχέση της.
Περαιτέρω, κατά την αντεξέτασή της η μάρτυρας αρνήθηκε ότι παρακολουθείτο από ψυχολόγο και ότι λάμβανε φαρμακευτική αγωγή, ερωτηθείσα δε πότε πήγε η Αστυνομία στο σπίτι της, ανέφερε ότι περί τα πέντε με δέκα λεπτά, αφότου ο κατηγορούμενος αποχώρησε από το μέρος, μετέβησαν στην οικία της δύο αστυνομικοί, οι οποίοι της είπαν να δώσει κατάθεση και δεν της ζήτησαν το μαχαίρι το οποίο κρατούσε ο κατηγορούμενος.
Ως επίσης ανέφερε αντεξεταζόμενη η ΜΚ1, αμέλησε να πάρει το μαχαίρι στην Αστυνομία, λόγω του ότι έχει τέσσερα παιδιά τα οποία φροντίζει, ενώ δεν ήθελε τα παιδιά της να λάβουν μέρος στην ακροαματική διαδικασία, διότι έχουν ήδη ταλαιπωρηθεί, εμμένοντας στη θέση της ότι ήταν παρόντα κατά το επίδικο συμβάν και αναφέροντας ότι το Γραφείο Ευημερίας είναι ενήμερο.
Ήταν περαιτέρω η θέση της μάρτυρος, ότι δεν θέλει να έχει επαφή με τον κατηγορούμενο στο σπίτι της επειδή τον φοβάται, ενώ ποτέ δεν του αρνήθηκε να βλέπει τα παιδιά του. Ως επίσης ανέφερε, λόγω του ότι ο κατηγορούμενος είναι άστεγος, στο παρελθόν του προσέφερε φαγητό και του επέτρεπε να έχει το ελεύθερο για να βλέπει τα παιδιά, πλην όμως εκμεταλλευόταν την κατάσταση και δημιουργούσε προβλήματα, επομένως του είπε ότι δεν θέλει ούτε να της δίνει διατροφές, μόνο ηρεμία.
Ο δεύτερος μάρτυρας ο οποίος κατέθεσε από πλευράς Κατηγορούσας Αρχής ενώπιον του Δικαστηρίου ήταν ο Αστ. [ ], Π.Γ. (στο εξής ο «ΜΚ2»).
Κατά την κυρίως εξέτασή του, ο ΜΚ2 ανέφερε ότι κατά τον επίδικο χρόνο υπηρετούσε στον Αστυνομικό Σταθμό Αγίου Ιωάννη και μετέβη στην οικία της παραπονούμενης την 15.8.2025.
Ο μάρτυρας κατέθεσε ως Τεκμήριο 7 ημερολόγιο παραπόνων και συμβάντων αναφορικά με την 15.8.2025, το οποίο, ως εξήγησε, αφορά τα παράπονα που λαμβάνονται καθημερινά στον Σταθμό και τις ανάλογες ενέργειες που λαμβάνονται από την Αστυνομία. Ανέφερε επίσης, ότι όταν έφτασε στη σκηνή, ο κατηγορούμενος δεν ήταν παρών και εκεί βρισκόταν μόνο η παραπονούμενη και τα παιδιά, τα οποία ήταν στην βεράντα του σπιτιού. Στη συνέχεια, στο μέρος έφτασε ο πατέρας της παραπονούμενης, κρατώντας ένα μαχαίρι, το οποίο ισχυρίστηκε ότι κρατούσε ο κατηγορούμενος.
Ως περαιτέρω εξήγησε, για τον Αστυνομικό Σταθμό Αγίου Ιωάννη το θέμα θεωρείται λήξαν, διότι δεν είναι θέμα που εξετάζει ο συγκεκριμένος Σταθμός, αλλά το Κλιμάκιο της Βίας στην Οικογένεια. Ως εκ τούτου, ο μάρτυρας εξήγησε ότι πήγαν σαν άμεση δράση στην οικία της ΜΚ1, πλην όμως δεν προέβησαν σε οποιαδήποτε ενέργεια αναφορικά με το μαχαίρι, επειδή δεν εξέταζαν αυτοί την υπόθεση, ενώ είπαν στην παραπονούμενη να κάνει καταγγελία στο Κλιμάκιο της Βίας στην Οικογένεια, πράγμα το οποίο εκείνη ανέφερε ότι θα έπραττε σε μεταγενέστερο στάδιο, διότι δεν ήθελε να αφήσει μόνα τα παιδιά της.
Σύμφωνα με τον μάρτυρα, η παραπονούμενη ήταν εμφανώς αναστατωμένη και του εξιστόρησε το παράπονό της για το τι συνέβη, αναφέροντάς ότι τα προηγούμενα λεπτά ήταν εκεί ο πρώην σύζυγός της και έκανε ζημιές εντός και εκτός του σπιτιού.
Ερωτηθείς εάν είδε τις ζημιές αυτές, ο ΜΚ2 είπε ότι δεν μπήκε μέσα στο σπίτι και δεν έκανε έλεγχο για να διαπιστώσει οτιδήποτε, καθώς η υπόθεση δεν θα διερευνάτο από τον Αστυνομικό Σταθμό Αγίου Ιωάννη, ανέφερε ωστόσο ότι είδε το φωτιστικό της βεράντας σπασμένο. Τέλος, ανέφερε ότι έμειναν στο μέρος μερικά λεπτά και αποχώρησαν, καθώς έλαβαν άλλη πληροφορία από τον Σταθμό για άλλο σοβαρό περιστατικό και προς επίρρωση του ισχυρισμού του αυτού κατέθεσε ως Τεκμήριο 8 την καταχώριση στο ημερολόγιο παραπόνων και συμβάντων για το συγκεκριμένο περιστατικό.
Ο ΜΚ2 δεν αντεξετάστηκε.
Με το πέρας της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής και αφού κρίθηκε ότι αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορουμένου στην κατηγορία που αντιμετωπίζει, ο τελευταίος, αφού του επεξηγήθηκαν τα δικαιώματά του, επέλεξε να ασκήσει το δικαίωμα της σιωπής και δεν κάλεσε οποιοδήποτε μάρτυρα.
Η ακρόαση της υπόθεσης ολοκληρώθηκε με τις αγορεύσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων των δύο πλευρών, οι οποίες επιχειρηματολόγησαν προς υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεών τους, παραπέμποντας το Δικαστήριο σε σχετική νομολογία και αρχές, αλλά και στα όσα, κατά την εισήγησή τους, προκύπτουν από την ενώπιον του Δικαστηρίου προσκομισθείσα μαρτυρία. Ειδική αναφορά στο περιεχόμενο των εισηγήσεων των ευπαίδευτων συνηγόρων γίνεται κατωτέρω, όπου τούτο κρίνεται σκόπιμο.
[ΙΙΙ] Παραδεκτά Γεγονότα
Μέσα στο πλαίσιο της υπόθεσης, δηλώθηκαν, κατατέθηκαν και εγκρίθηκαν, ως παραδεκτά γεγονότα, τα ακόλουθα:
· Η κατάθεση του Αστ. [ ] ημερ. 16.8.2025 σημειώθηκε και κατατέθηκε ως Τεκμήριο 1 ως προς την αλήθεια του περιεχομένου της και με την επιφύλαξη της συνηγόρου υπεράσπισης ως προς το αληθές του ισχυρισμού της παραπονούμενης.
Ειδικότερα, στην εν λόγω κατάθεση, ο Αστ. [ ] αναφέρει ότι την 15.8.2025[2] περί ώρα 23:00, μετέβη η παραπονούμενη στο Γραφείο του και προέβη σε καταγγελία κατά του πρώην συζύγου της, αναφέροντας ότι κατά τις απογευματινές ώρες, ο κατηγορούμενος μετέβη στην οικία της και πήρε ένα μαχαίρι από την κουζίνα και άρχισε να προκαλεί διάφορες ζημιές σε έπιπλα του σπιτιού της, ενώ σε κάποια φάση, κρατώντας το μαχαίρι, την απείλησε με τη φράση «εννα σε σκοτώσω σήμερα».
· Η κατάθεση του Αστ. [ ] ημερ. 2.9.2025 σημειώθηκε και κατατέθηκε ως Τεκμήριο 2 ως προς την αλήθεια του περιεχομένου της. Σε αυτήν αναφέρεται ότι την 2.9.2025, λήφθηκε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο, πλην όμως αρνήθηκε να υπογράψει τις απαντήσεις που έδωσε ως καταγράφηκαν, καθώς επίσης και την επίστηση στο Νόμο.
· Η κατάθεση του κατηγορουμένου σημειώθηκε και κατατέθηκε ως Τεκμήριο 3 ως προς τη λήψη της.
· Η κατάθεση του Αστ. [ ] ημερ. 2.9.2025 σημειώθηκε και κατατέθηκε ως Τεκμήριο 4 ως προς την αλήθεια του περιεχομένου της. Σε αυτήν αναφέρεται ότι την 2.9.2025 εντοπίστηκε και συνελήφθη ο κατηγορούμενος, βάσει εντάλματος σύλληψης που είχε εκδοθεί εναντίον του.
· Ως Τεκμήριο 5 σημειώθηκε και κατατέθηκε το εκτελεσθέν ένταλμα σύλληψης εναντίον του κατηγορουμένου.
[IV] Αξιολόγηση Μαρτυρίας
Παρακολουθώντας τους μάρτυρες να προσφέρουν δια ζώσης την μαρτυρία τους στο εδώλιο του μάρτυρα, το Δικαστήριο δύναται να αξιολογεί τη συνολική εμφάνιση και συμπεριφορά τους, με βάση, μεταξύ άλλων, τη λογική, την ποιότητα και την πειστικότητα της μαρτυρίας που προσκόμισαν, την αμεσότητα και σαφήνεια των απαντήσεων τους ή την ύπαρξη ουσιαστικών αντιφάσεων σε αυτές.[3]
Η αξιολόγηση της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα δεν περιορίζεται αποκλειστικώς στην αποτίμηση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα ξεχωριστά, αλλά συσχετίζεται, αντιπαραβάλλεται και διερευνάται, μέσα από την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων,[4] η δε αξιοπιστία των μαρτύρων εκτιμάται αυτοτελώς και ανεξαρτήτως επιπέδου απόδειξης.[5]
Κατά την αξιολόγηση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα, λαμβάνεται υπόψη, ότι με βάση τη νομολογία, είναι ανάγκη μια μαρτυρία να τίθεται στη βάσανο της αξιολόγησης από απόψεως περιεχομένου και να μην γίνεται αποδεκτή ή να απορρίπτεται μόνο βάσει της εξωτερικής εντύπωσης που προκαλεί ο μάρτυρας.[6]
Επουσιώδεις αντιφάσεις δεν πλήττουν την αξιοπιστία ενός μάρτυρα,[7] ενώ ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς και δεν είναι επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα.[8]
Σύμφωνα δε με τη σχετική επί του θέματος νομολογία, η αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται στη βάση της μαρτυρίας η οποία σχετίζεται με τα επίδικα θέματα και δεν περιλαμβάνει κάθε πτυχή της μαρτυρίας.[9]
Έχοντας κατά νου τα ανωτέρω, προχωρώ σε αξιολόγηση των μαρτύρων τους οποίους είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω μέσα στο πλαίσιο της παρούσας.
Η εντύπωση που απεκόμισα από τη ΜΚ1 ήταν θετική. Η μάρτυρας μου έδωσε την εντύπωση ότι ήρθε στο Δικαστήριο για να πει την αλήθεια και δεν εντόπισα στη μαρτυρία της οποιεσδήποτε αντιφάσεις. Η μάρτυρας ενέμεινε με σταθερότητα στις θέσεις της και απάντησε στις ερωτήσεις που της υποβλήθηκαν κατά την αντεξέτασή της με φυσικότητα και αυθορμητισμό, περιέγραψε με παραστατικότητα τα επίδικα γεγονότα, ο δε συναισθηματισμός που τη διακατείχε σε ορισμένα σημεία κατά την αντεξέτασή της, δεν θεωρώ ότι συνιστά παράγοντα που να με οδηγεί, εν προκειμένω, σε διαφορετικό συμπέρασμα, λαμβανομένης υπόψη της φύσης της υπόθεσης.
Δεν διαλανθάνει την προσοχή μου, ότι το μαχαίρι στο οποίο έγινε αναφορά από την ΜΚ1, δεν προσκομίστηκε στην Αστυνομία. Σύμφωνα με την ΜΚ1, αμέλησε να το πράξει, λόγω των υποχρεώσεων που έχει φροντίζοντας τα τέσσερα παιδιά της. Δεν θεωρώ ότι το γεγονός αυτό, συναρτώμενο και αντιπαραβαλλόμενο με την υπόλοιπη μαρτυρία της ΜΚ1, αλλά και του ΜΚ2, επηρεάζει αρνητικά την εντύπωση που η μάρτυρας άφησε στο Δικαστήριο, ότι δηλαδή ήρθε στο Δικαστήριο για να πει την αλήθεια. Ομοίως, δεν θεωρώ ότι η επιθυμία της παραπονούμενης να μην εμπλέξει τα παιδιά της στην όλη υπόθεση ή να μην κάνει αναφορά στον πατέρα της, αποτελεί λόγο αναξιοπιστίας της ή αναδεικνύει οποιοδήποτε αλλότριο κίνητρο από μέρους της.
Αποτελεί εισήγηση της ευπαίδευτης συνηγόρου υπεράσπισης, μέσω της τελικής της αγόρευσης, ότι η μαρτυρία της παραπονούμενης δεν καλύπτει το κενό του χρόνου που προκύπτει μεταξύ του χρόνου που επικαλέστηκε ότι έγινε το επεισόδιο, ήτοι το απόγευμα, και του χρόνου υποβολής της καταγγελίας, που έγινε στις 21:00 το βράδυ.
Ως προς τα χρονικά σημεία κατά τα οποία διαδραματίστηκαν τα γεγονότα, σημειώνω τα ακόλουθα.
Στην κατάθεσή της ημερ. 15.8.2025, με ώρα έναρξης 23:10, η ΜΚ1 αναφέρει ότι την 15.8.2025, «κατά τις απογευματινές ώρες», πήγε στην οικία της ο κατηγορούμενος. Αναφέρει περαιτέρω, ότι «σε κάποια στιγμή», ο κατηγορούμενος την πλησίασε και κρατώντας μαχαίρι, της είπε τη φράση «εννα σε σκοτώσω σήμερα», με την ίδια να προσπαθεί να επικοινωνήσει με την Αστυνομία. Αφού εξιστορεί τα όσα έλαβαν χώρα την 15.8.2025, αναφέρει ότι η Αστυνομία έφτασε στην οικία της λίγο μετά την αποχώρηση του κατηγορουμένου από την οικία της.
Αντεξεταζόμενη, η ΜΚ1 ανέφερε ότι η Αστυνομία έφτασε στο σπίτι της περί τα πέντε – δέκα λεπτά μετά την αποχώρηση του κατηγορουμένου από το μέρος.
Σύμφωνα με το ημερολόγιο παραπόνων που κατατέθηκε από τον ΜΚ2 ως Τεκμήριο 7, η ΜΚ1 κάλεσε την Αστυνομία στις 21:00. Ο δε ΜΚ2, ανέφερε ότι όταν πήγε στην οικία της παραπονούμενης, η τελευταία του εξιστόρησε τι έγινε εκεί τα προηγούμενα λεπτά και ήταν αναστατωμένη.
Αντιπαραβάλλοντας και αξιολογώντας τη μαρτυρία η οποία τέθηκε ενώπιόν μου επί του θέματος, διαπιστώνω ότι πουθενά στην κατάθεσή της η παραπονούμενη δεν προσδιορίζει επακριβώς το χρονικό πλαίσιο εντός του οποίου εκτυλίχθηκαν όλα όσα αναφέρει. Ούτε και της υποβλήθηκαν ερωτήσεις επί τούτου, ή τέτοια θέση, ώστε να της δοθεί το δικαίωμα να τοποθετηθεί.[10] Υπενθυμίζεται, ότι οι υποβολές παραμένουν μετέωρες, σε περίπτωση που δεν ακολουθήσει η προσκόμιση αποδεκτής μαρτυρίας, προς απόδειξή των.[11]
Εν πάση περιπτώσει, δεν θεωρώ ότι το όλο ζήτημα του χρονικού προσδιορισμού των όσων εκτυλίχθηκαν την 15.8.2025, κλονίζει με οποιοδήποτε τρόπο την αξιοπιστία της μάρτυρος, ούτε και εντόπισα αντιφάσεις από μέρους της ΜΚ1 σε ότι αφορά στο θέμα αυτό.
Ως εκ των άνω, θεωρώ ότι μπορώ να βασιστώ επί της μαρτυρίας της ΜΚ1 εξ ολοκλήρου για την εξαγωγή των συμπερασμάτων μου.
Αναφορικά με τον ΜΚ2, ο συγκεκριμένος μάρτυρας δεν αντεξετάστηκε, συνεπώς η μαρτυρία του παρέμεινε αναντίλεκτη και το Δικαστήριο μπορεί να βασιστεί εξ ολοκλήρου επί της μαρτυρίας αυτής για την εξαγωγή των συμπερασμάτων του.
Ο κατηγορούμενος επέλεξε να τηρήσει το δικαίωμα της σιωπής και δεν κάλεσε οποιονδήποτε μάρτυρα. Η επιλογή του αυτή σε καμία περίπτωση δεν οδηγεί το Δικαστήριο στην εξαγωγή οποιωνδήποτε ενοχοποιητικών συμπερασμάτων, αφής στιγμής το τεκμήριο της αθωότητας εμπεριέχει σιωπηρά το δικαίωμα της σιωπής και συνεπακόλουθα το δικαίωμα της μη αυτοενοχοποίησης. Το βάρος αποδείξεως ενοχής πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, εξακολουθεί να βαραίνει την Κατηγορούσα Αρχή.[12]
Συγχρόνως, τούτο δεν βαραίνει την Κατηγορούσα Αρχή με το βάρος αποδείξεως των υποβολών της Υπεράσπισης προς τους μάρτυρες κατηγορίας, καθώς, ως έχει νομολογηθεί, οι υποβολές είναι αναγκαίες, ώστε να δοθεί η ευκαιρία στον μάρτυρα να απαντήσει και περαιτέρω να τεθεί η υπόθεση της άλλης πλευράς. Ως εκ τούτου, οι υποβολές παραμένουν μετέωρες, σε περίπτωση που δεν ακολουθήσει η προσκόμιση αποδεκτής μαρτυρίας, που να αποδεικνύει του λόγου το αληθές.[13]
Διερχόμενη δε της ανακριτικής κατάθεσης του κατηγορουμένου, διαπιστώνω ότι ο κατηγορούμενος δεν απάντησε σε καμία από τις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν, επί της ουσίας της υπόθεσης.
[V] Ευρήματα Δικαστηρίου
Από την όλη αξιολόγηση της ενώπιόν μου προσκομισθείσας μαρτυρίας, διαφαίνεται ότι η πραγματική υπόσταση των ουσιωδών σε σχέση με την παρούσα υπόθεση γεγονότων, έχει ως εξής:
Την 15.8.2025 κατά τις απογευματινές ώρες, ο κατηγορούμενος επισκέφθηκε την οικία όπου διαμένει η πρώην σύζυγός του μαζί με τα τέσσερα ανήλικα τέκνα που απέκτησαν από τον γάμο τους.
Σε κάποια στιγμή, άρχισε να προσβάλλει την κατηγορούμενη και να της λέει ότι έχει φίλο και διάφορα άλλα. Στη συνέχεια, πήγε στην κουζίνα, πήρε ένα μεγάλο μαχαίρι με μαύρη και κόκκινη πλαστική λαβή και προκάλεσε εκδορές πάνω στο τραπέζι της κουζίνας, στο ερμάρι του υπνοδωματίου της πρώην συζύγου του και στην παπουτσοθήκη.
Σε κάποια στιγμή, ενώ η ΜΚ1 βρίσκονταν στο υπνοδωμάτιό της, ο κατηγορούμενος την πλησίασε σε απόσταση ενός μέτρου περίπου και κρατώντας αναφερόμενο το μαχαίρι, της είπε «Εννα σε σκοτώσω σήμερα», προκαλώντας της φόβο, και ενώ η ΜΚ1 προσπαθούσε να επικοινωνήσει με την Αστυνομία, ο κατηγορούμενος χτύπησε το κινητό της τηλέφωνο με το μαχαίρι, χωρίς ωστόσο να προκαλέσει ζημιά, καθώς υπήρχε σε αυτό προστατευτικό οθόνης.
Έπειτα, ο κατηγορούμενος άφησε το μαχαίρι στο σπίτι, τράβηξε το φαναράκι που ήταν εγκατεστημένο στη βεράντα και το έσπασε και αποχώρησε από το σπίτι της ΜΚ1. Λίγο αργότερα, στην οικία της ΜΚ1 κατέφτασαν μέλη της Αστυνομίας, τα οποία υπέδειξαν στην παραπονούμενη να προβεί σε σχετική καταγγελία και δεν εισήλθαν στην οικία της, εντόπισαν ωστόσο το σπασμένο φαναράκι της βεράντας.
[VI] Νομική Πτυχή και Συμπεράσματα Δικαστηρίου
Στις ποινικές υποθέσεις η Κατηγορούσα Αρχή φέρει το βάρος αποδείξεως, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, της ύπαρξης κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι.[14]
Κενά αναφορικά με την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων, που συνιστούν και αποδεικνύουν το αδίκημα, αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη.[15] Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής.[16]
Εάν στο τέλος της υπόθεσης υπάρχει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας.[17]
Παράλληλα, δεν αποτελεί υποχρέωση της Κατηγορούσας Αρχής το να αναιρέσει ή αποκρούσει κάθε πιθανή υπεράσπιση που ενδεχομένως θα επικαλεστεί ο κατηγορούμενος.[18]
Έχοντας κατά νου όλα τα πιο πάνω, προχωρώ σε εξέταση του κατά πόσον έχουν αποδειχθεί τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει.
Η 1η κατηγορία αφορά στο αδίκημα της απειλής, κατά παράβαση του αρ. 91Α του Ποινικού Κώδικα και των αρ. 2, 3 και 5(α) του περί της Πρόληψης και της Καταπολέμησης της Βίας κατά των Γυναικών και της Ενδοοικογενειακής Βίας και περί Συναφών Θεμάτων Νόμου του 2021 (Ν. 115(I)/2021).
Σύμφωνα με το αρ. 91Α:
«Πρόσωπο το οποίο προκαλεί σε άλλον τρόμο ή ανησυχία απειλώντας τον με βία ή άλλη παράνομη πράξη ή παράλειψη, διαπράττει αδίκημα και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία (3) έτη».
Το συγκεκριμένο αδίκημα, περιλαμβάνεται στον Πίνακα που προβλέπεται στο αρ. 5(α) του Ν.115(I)/2021, όπου προσδιορίζονται τα αδικήματα κατά της γυναίκας βάσει της εν λόγω νομοθεσίας, η οποία θεσπίστηκε με σκοπό τον καθορισμό αδικημάτων βίας κατά των γυναικών και ενδοοικογενειακής βίας, την πρόληψη, την καταστολή και την καταπολέμησή τους, την προστασία των γυναικών από κάθε μορφή βίας και την εξάλειψη της βίας κατά των γυναικών και της ενδοοικογενειακής βίας, την προώθηση της ουσιαστικής ισότητας μεταξύ γυναικών και ανδρών, τον σχεδιασμό περιεκτικού πλαισίου, πολιτικών και μέτρων για την προστασία και στήριξη όλων των θυμάτων και την παροχή υποστήριξης και βοήθειας σε οργανισμούς και εμπλεκόμενες υπηρεσίες προς αποτελεσματική συνεργασία, ώστε να υιοθετηθεί μια ολοκληρωμένη προσέγγιση για την εξάλειψη της βίας κατά των γυναικών και της ενδοοικογενειακής βίας.[19]
Ως προς τη φράση «μέλος οικογένειας», το αρ. 2 του Ν. 115(Ι)/2021 προβλέπει ότι έχει την έννοια που δίδεται στον όρο αυτό από τις διατάξεις του περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία των Θυμάτων) Νόμου, ανεξαρτήτως του εάν τα μέλη μοιράζονται ή μοιράζονταν το ίδιο σπίτι ή στέγη και περιλαμβάνει σύντροφο, πρώην σύντροφο και συμβίο, ανεξαρτήτως του εάν αυτά συζούσαν κατά τον χρόνο διάπραξης του αδικήματος.
Το αρ. 2 του Ν.119(I)/2000, ως «μέλος της οικογένειας» ορίζει άντρα και γυναίκα οι οποίοι (i) έχουν συνάψει νόμιμο γάμο ανεξάρτητα αν ο γάμος υφίσταται ή όχι, ή (ii) συζούν ή συζούσαν ως αντρόγυνο. Στην προκειμένη περίπτωση, το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος και η παραπονούμενη ήταν παντρεμένοι δεν τέθηκε υπό αμφισβήτηση, επομένως η σχετική νομοθεσία τυγχάνει εφαρμογής.
Επιπρόσθετα, το ίδιο άρθρο καθορίζει ως «γυναίκα» πρόσωπο θηλυκού βιολογικού φύλου ή θηλυκής ταυτότητας φύλου και περιλαμβάνει τέτοιο πρόσωπο που δεν έχει συμπληρώσει το δέκατο όγδοο (18ο) έτος της ηλικίας του. Στην προκειμένη περίπτωση, αποτελεί αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι η παραπονούμενη είναι γυναίκα.
Σημειώνεται δε, ότι σύμφωνα με το αρ. 29 του Ν.115(Ι)/2021, για την απόδειξη αδικήματος βίας κατά γυναίκας, δεν είναι απαραίτητη η αναζήτηση ενισχυτικής μαρτυρίας της ένορκης ή ανώμοτης μαρτυρίας παιδιού ή της ένορκης μαρτυρίας γυναίκας, ούτε η αυτοπροειδοποίηση του Δικαστηρίου για τον κίνδυνο καταδίκης με μόνη την ένορκη ή ανώμοτη μαρτυρία παιδιού ή την ένορκη μαρτυρία γυναίκας.
Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της απειλής, ως λέχθηκε στην Ιωσήφ ν. Αστυνομίας, Π.Ε. Αρ. 41/2021 ημερ. 28.9.2022, ECLI:CY:AD:2022:B369, είναι τα ακόλουθα:
(α) η απειλή (άσκησης) βίας ή (τέλεσης) παράνομης πράξης ή παράλειψης κατά προσώπου,
(β) που του προκαλεί τρόμο ή ανησυχία.
Λέχθηκε περαιτέρω, ότι το τι συνιστά απειλή, είναι ζήτημα πραγματικό, το οποίο κρίνεται σε συνάρτηση με τις περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Ειδικότερα, κρίνεται αντικειμενικά, από το περιεχόμενο των όσων εκστομίζονται, ως και το αποτέλεσμα που αυτά προκαλούν στο πρόσωπο προς το οποίο απευθύνονται. Κενή απειλή, δηλαδή απειλή λόγω του εξωπραγματικού χαρακτήρα της ή των συνθηκών κάτω από τις οποίες διατυπώθηκε, δεν στοιχειοθετεί πρόθεση εκφοβισμού.
Ως έχει επίσης νομολογηθεί, η απειλή, πρέπει να έχει πραγματικό έρεισμα και να δημιουργεί εξ αντικειμένου τη δυνατότητα εκφοβισμού του θύματος.[20]
Στην Κούσουλος ν Αστυνομίας, Π.Ε. Αρ. 119/2022 ημερ. 20.1.2022, λέχθηκαν τα εξής διαφωτιστικά:
«Ως προς την πρόκληση τρόμου ή ανησυχίας στον απειλούμενο αυτό εξετάζεται με βάση την υποκειμενική αντίληψη του απειλούμενου. Σχετική είναι η αγγλική υπόθεση DPP v. Ramos [2000] All E.R. (D) 544, όπου εξετάστηκε το Άρθρο 4 του αγγλικού Public Order Act 1986, που αφορά το αδίκημα «fear or provocation of violence»[1], όπου τονίστηκε ότι αυτό που έχει σημασία είναι η υποκειμενική αντίληψη του απειλούμενου, παρά τη στατιστική πιθανότητα άσκησης βίας σε σύντομο χρόνο[2].
Ο κατηγορούμενος πρέπει να είχε πρόθεση εκφοβισμού του παραπονούμενου, έστω και αν δεν είχε σκοπό να διενεργήσει πράξη βίας ή παράνομη πράξη. Αυτή είναι η ένοχη διάνοια για τη διάπραξη του αδικήματος.
Το Δικαστήριο, για να καταλήξει σε συμπέρασμα ύπαρξης πρόθεσης εκφοβισμού από τον κατηγορούμενο, όπως ορθά ανέφερε το πρωτόδικο Δικαστήριο, πρέπει να εξετάσει όλα τα γεγονότα που περιβάλλουν το συμβάν. Οι περιστάσεις των εμπλεκομένων και η συμπεριφορά τους, τόσο πριν, όσο και κατά τη διάρκεια που εξελίσσεται το συμβάν, ακόμα και μετά από αυτό, καθώς και η φύση της απειλής, πρέπει να εξεταστούν από το Δικαστήριο, προτού καταλήξει στα συμπεράσματά του».
Επί του θέματος της ένοχης διάνοιας σε ότι αφορά στο αδίκημα της απειλής, αναφέρθηκαν επιπρόσθετα τα ακόλουθα, στην Ιωσήφ ν Αστυνομίας Π.Ε. Αρ. 41/2021 ημερ. 28.9.2022, ECLI:CY:AD:2022:B369:
«Σ' ό,τι αφορά την ένοχη διάνοια παραθέτουμε το πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση Sweet v. Parsley [1970] A.C. 132 σελίδα 148:
«Ι dealt with this matter at some length in Warner's case [1969] 2 A.C. 256. On reconsideration I see no reason to alter anything which I there said. But I thing that some amplification is necessary. Our first duty is to consider the words of the Act: if they show a clear intention to create an absolute offence that is an end of the matter. But such cases are very rare. Sometimes the words of the section which creates a particular offence make it clear that mens rea is required in one form or another. Such cases are quite frequent. But in a very large number of cases there is no clear indication either way. In such cases there has for centuries been a presumption that Parliament did not intend to make criminals of persons who were in no way blameworthy in what they did. That means that whenever a section is silent as to mens rea there is a presumption that, in order to give effect to the will of Parliament, we must read in words appropriate to require mens rea."
Επανερχόμενη στα περιστατικά της παρούσας, δοθείσας της μαρτυρίας η οποία τέθηκε ενώπιόν μου, της αξιολόγησης στην οποία έχω προβεί και λαμβανομένων υπόψη των ευρημάτων στα οποία κατέληξα, ικανοποιούμαι ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος πληρούνται.
Ειδικότερα, είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου, λαμβάνοντας υπόψη όλα τα γεγονότα που περιβάλλουν το συμβάν και τη συμπεριφορά του κατηγορουμένου κατά τη διάρκεια της επίσκεψής του στην οικία της παραπονούμενης, το περιεχόμενο της φράσης που αυτός εκστόμισε, προτάσσοντας μαχαίρι, ότι έχει στοιχειοθετηθεί στον απαιτούμενο βαθμό ότι ο κατηγορούμενος απείλησε την παραπονούμενη ότι θα ασκήσει βία εναντίον της ή ότι θα τελέσει παράνομη πράξη κατά του προσώπου της, η οποία της προκάλεσε τρόμο. Ικανοποιούμαι περαιτέρω, στη βάση των όσων τέθηκαν ενώπιόν μου, ότι ο κατηγορούμενος είχε πρόθεση να προκαλέσει στην παραπονούμενη τρόμο.
Συνακόλουθα, καταλήγω ότι αποδείχθηκε το αδίκημα της απειλής, κατά παράβαση του άρθρου 91Α του Ποινικού Κώδικα και των σχετικών προνοιών του Περί Πρόληψης και Καταπολέμησης της Βίας κατά των Γυναικών και της Ενδοοικογενειακής Βίας Νόμου, Ν. 115(Ι)/2021.
Αναφορικά με το αδίκημα της εισόδου σε περιουσία με σκοπό τη διάπραξη ποινικού αδικήματος, που αφορά η 2η κατηγορία, το αρ. 280 του Ποινικού Κώδικα διαλαμβάνει τα ακόλουθα:
«Όποιος εισέρχεται σε περιουσία που είναι στην κατοχή άλλου, με σκοπό διάπραξης ποινικού αδικήματος που τιμωρείται σύμφωνα με τον Κώδικα αυτό ή με οποιοδήποτε άλλο νόμο που ισχύει στη Δημοκρατία ή με σκοπό εκφοβισμού, εξύβρισης ή όχλησης του κατόχου τέτοιας περιουσίας ή όποιος, αφού εισέρθει νόμιμα σε τέτοια περιουσία, παραμένει σε αυτή παράνομα, με σκοπό εκφοβισμού, εξύβρισης ή όχλησης του κατόχου τέτοιας περιουσίας ή με σκοπό διάπραξης ποινικού αδικήματος που τιμωρείται σύμφωνα με τον Κώδικα αυτό ή με οποιοδήποτε άλλο νόμο που ισχύει στη Δημοκρατία, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση δύο χρόνων».
Από το πιο πάνω λεκτικό, προκύπτει ότι το συγκεκριμένο αδίκημα δυνατό να τελεστεί σε δύο διαφορετικές περιπτώσεις, νοουμένου ότι πληρούνται τα ακόλουθα συστατικά στοιχεία:
(α) η παράνομη είσοδος σε περιουσία που είναι στην κατοχή άλλου προσώπου,
(β) με σκοπό τη διάπραξη ποινικού αδικήματος ή με σκοπό τον εκφοβισμό, την εξύβριση ή την όχληση του κατόχου τέτοιας περιουσίας
ή
(α) η νόμιμη είσοδος σε περιουσία που είναι στην κατοχή άλλου προσώπου,
(β) η παράνομη παραμονή στην εν λόγω περιουσία,
(γ) με σκοπό τη διάπραξη ποινικού αδικήματος ή με σκοπό τον εκφοβισμό, την εξύβριση ή την όχληση του κατόχου τέτοιας περιουσίας
Ως έχει νομολογηθεί, η πρόθεση όχλησης αποτελεί απαραίτητο στοιχείο του αδικήματος και μπορεί να συναχθεί ως πραγματικό γεγονός από τις περιστάσεις που περιβάλλουν τη συγκεκριμένη υπόθεση. Δεν είναι αρκετό ότι το συμπέρασμα για ύπαρξη πρόθεσης είναι εύλογο, καθώς πρέπει να είναι το μόνο εύλογο συμπέρασμα το οποίο μπορεί να συναχθεί από τα γεγονότα. Η πρόθεση, δεν μπορεί να αποδειχθεί με θετική άμεση απόδειξη, ενώ τεκμαίρεται ότι κάθε πρόσωπο έχει την πρόθεση να επιφέρει τις φυσικές συνέπειες των πράξεων του.[21]
Στην προκειμένη περίπτωση, υπό το φως των όσων τέθηκαν ενώπιόν μου και των ευρημάτων στα οποία κατέληξα, κατόπιν αξιολόγησης της μαρτυρίας η οποία τέθηκε ενώπιόν μου, ο κατηγορούμενος εισήλθε στην οικία της παραπονούμενης για να δει τα παιδιά του, παρόλο που η παραπονούμενη του έχει απαγορεύσει να εισέρχεται στην οικία της και παρέμεινε εκεί παράνομα, με σκοπό να εκφοβίσει και να ενοχλήσει την παραπονούμενη.
Ως εκ των άνω, ικανοποιούμαι ότι έχει αποδειχθεί και η τέλεση του αδικήματος της 2ης κατηγορίας.
Αναφορικά με το αδίκημα της κακόβουλης ζημιάς σε περιουσία, που αφορά η 3η κατηγορία, το αρ. 324(1) του Ποινικού Κώδικα προβλέπει τα εξής:
«Όποιος εσκεμμένα και παράνομα καταστρέφει ή προξενεί ζημιά σε περιουσία, είναι ένοχος ποινικού αδικήματος, το οποίο εκτός αν προνοείται διαφορετικά είναι πλημμέλημα, αυτός αν δεν προβλέπεται κάποια άλλη ποινή, υπόκειται σε φυλάκιση δύο χρόνων ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις χίλιες πεντακόσιες λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές: […]».
Από το πιο πάνω λεκτικό, προκύπτει ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα εξής:
(α) η εσκεμμένη και,
(β) η παράνομη καταστροφή ή πρόκληση ζημιάς σε περιουσία.
Σύμφωνα με τη νομολογία, για την απόδειξη του αδικήματος αυτού δεν απαιτείται η ύπαρξη ειδικής πρόθεσης (specific intent). Η απόδειξή του συναρτάται με τη θεληματική και παράνομη πρόκληση ζημιάς.[22] Με τον όρο «θεληματική», νοείται η εσκεμμένη και εκ προθέσεως (deliberately and intentionally) πρόκληση ζημιάς και όχι κατά λάθος.[23]
Επανερχόμενη στα περιστατικά της παρούσας, σε συνέχεια των όσων παρέθεσα ανωτέρω, καταλήγω ότι ο κατηγορούμενος εσκεμμένα και παράνομα, με επίγνωση του τι έπραττε, προκάλεσε ζημιές στα έπιπλα του υπνοδωματίου της οικίας της παραπονούμενης, στο τραπέζι της κουζίνας και σε ένα φωτιστικό στην βεράντα.
Η 4η κατηγορία αφορά στο αδίκημα της άσκησης βίας στην οικογένεια, κατά παράβαση των αρ. 2, 3(1)(4) και 23 του Περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και προστασία θυμάτων) Νόμου, Ν.119(I)/2000.
Σύμφωνα με το αρ. 3(1) του Ν.119(I)/2000:
«Βία, για τους σκοπούς του Νόμου αυτού, σημαίνει οποιαδήποτε πράξη, παράλειψη ή συμπεριφορά με την οποία προκαλείται σωματική, σεξουαλική ή ψυχική βλάβη σε οποιοδήποτε μέλος της οικογένειας από άλλο μέλος της οικογένειας και περιλαμβάνει και τη βία που ασκείται με σκοπό την επίτευξη σεξουαλικής επαφής χωρίς τη συγκατάθεση του θύματος, καθώς επίσης και τον περιορισμό της ελευθερίας του….».
Ενόψει των όσων τέθηκαν ανωτέρω σε σχέση με το τι συνιστά «μέλος της οικογένειας» και το γεγονός ότι δεν τέθηκε υπό αμφισβήτηση ότι ο κατηγορούμενος και η παραπονούμενη ήταν παντρεμένοι, τυγχάνουν εν προκειμένω εφαρμογής οι πρόνοιες του Ν.119(I)/2000.
Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του κατηγορητηρίου σε σχέση με την κατηγορία αυτή, ο κατηγορούμενος την 15.8.2025, με τη συμπεριφορά του προκάλεσε άμεσα ψυχική βλάβη στην παραπονούμενη.
Λαμβανομένων υπόψη των ευρημάτων μου και του συνόλου της μαρτυρίας την οποία έχω αξιολογήσει, δεν καταλήγω ότι έχει στοιχειοθετηθεί το συγκεκριμένο αδίκημα. Ουδεμία μαρτυρία και δη επιστημονική, προσφέρθηκε από πλευράς Κατηγορούσας Αρχής, ως προς το ζήτημα της ψυχικής βλάβης, η οποία να προκλήθηκε άμεσα στην παραπονούμενη, εξαιτίας της συμπεριφοράς του κατηγορουμένου.
Η 5η κατηγορία αφορά στο αδίκημα της άσκησης ψυχολογικής βίας, κατά παράβαση των αρ. 2, 3, 6, 11 και 33 του Ν.115(Ι)/2021.
Σύμφωνα με το αρ. 6 του εν λόγω νομοθετήματος:
«Πρόσωπο, το οποίο με τη συμπεριφορά του η οποία εκφράζεται με εξαναγκασμό, πίεση, υποτιμητικά σχόλια, εξύβριση ή απειλές πλήττει σοβαρά την ψυχολογική ακεραιότητα γυναίκας ή της προκαλεί πραγματικό φόβο, είναι ένοχο αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα πέντε (5) έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000) ή και στις δύο αυτές ποινές».
Από το πιο πάνω λεκτικό, συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος αυτού έχουν ως εξής:
(α) Πρόσωπο, με τη συμπεριφορά του η οποία εκφράζεται με εξαναγκασμό, πίεση, υποτιμητικά σχόλια, εξύβριση ή απειλές,
(β)(i) πλήττει σοβαρά την ψυχολογική ακεραιότητα γυναίκας,
ή
(β)(ii) της προκαλεί πραγματικό φόβο.
Εν προκειμένω, λαμβανομένων υπόψη των ευρημάτων μου και της αξιολόγησης της μαρτυρίας η οποία τέθηκε ενώπιόν μου, καταλήγω ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος έχουν αποδειχθεί. Και τούτο, διότι την 15.8.2025, ο κατηγορούμενος με τη συμπεριφορά του, ήτοι μέσω απειλής προς την παραπονούμενη, της προκάλεσε πραγματικό φόβο.
[VII] Κατάληξη Δικαστηρίου
Ενόψει όλων των ανωτέρω, καταλήγω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε την υπόθεσή της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας εναντίον του κατηγορουμένου στις κατηγορίες 1, 2, 3 και 5 που αντιμετωπίζει.
Συνεπακόλουθα, ο κατηγορούμενος απαλλάσσεται και αθωώνεται από την 4η κατηγορία.
Υπ.) ...............................
Χρ. Γ. Ππεκρή, Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
[1] Χρυσούλλα Καννάουρου κ.α. v. Ανδρέα Στατιώτη (1990) 1 Α.Α.Δ. 35.
[2] Κατόπιν δήλωσης των συνηγόρων η οποία κατέστη και εγκρίθηκε ως παραδεκτό γεγονός, η ημερομηνία που αναγραφόταν στην εν λόγω κατάθεση, ήτοι η 16.8.2025, δεν είναι η ορθή. Η ορθή ημερομηνία είναι η 15.8.2025.
[3] Ομήρου v. Δημοκρατίας (2001) 2 Α.Α.Δ. 506, Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρας (1992) 1 Α.Α.Δ. 1056, Σκορδέλλη και Άλλων ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 101/13 ημερ. 6.6.2016 & MOSSA (MUSSA) MOHAMMED MUSTAFA ν. Ανδρέα Κακουρή κ.α. (2002) 1 ΑΑΔ 165.
[4] Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρας (1992) 1 Α.Α.Δ. 1056, Σκορδέλλη και Άλλων ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 101/13 ημερ. 6.6.2016 & MOSSA (MUSSA) MOHAMMED MUSTAFA ν. Ανδρέα Κακουρή κ.α. (2002) 1 ΑΑΔ 165.
[6] Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ v. Πολυβίου (2009) 1 Α.Α.Δ. 339.
[7] Σ.Κ. ν. Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού (2010) 2 ΑΑΔ 304.
[8] Χρίστου ν. Khoreva (2002) 1 Α.Α.Δ. 454.
[9] Al Ittihad Al Watani κ.α. ν. Παπαδόπουλου (2000) 1(Γ) ΑΑΔ 1924).
[10] Σιακαλλής ν. Αστυνομίας (2010) 2 ΑΑΔ 146.
[11] Rabiul Hossain ν Αστυνομίας (2015) 2 ΑΑΔ 895.
[13] Rabiul Hossain ν Αστυνομίας (2015) 2 ΑΑΔ 895.
[14] Σιακόλα ν Αστυνομίας (2013) 2 ΑΑΔ 110.
[15] Γεν. Eισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Aνδρέα Σάζου (2001) 2 ΑΑΔ 18, Λοΐζου v. Αστυνομίας (1989) 2 Α.Α.Δ. 363, Γεν. Εισαγγελέας ν. Σπύρου (2002) 2 Α.Α.Δ. 71.
[18] Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας (2012) 2 ΑΑΔ 296.
[19] Βλ. αρ. Ν.115(I)/2021.
[20] Νετζιήπ ν. Αστυνομίας (1992) 2 ΑΑΔ 1.
[21] Ανθία ν Δημοκρατίας 1999) 2 ΑΑΔ 404.
[23] R. v. Senior [1899] 1 Q.B. 283.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο