ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.
Υπόθεση αρ. 865 / 2026
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ
v.
P. G.
___________________
Ημερομηνία: 16 Φεβρουαρίου 2026
Εμφανίσεις:
Π. Αβρααμίδης για την Κατηγορούσα Αρχή
Α. Μιχαήλ, για τον Κατηγορούμενο
Κατηγορούμενο: παρών
ΠΟΙΝΗ
(ex tempore)
Κατόπιν ομολογίας ενοχής το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή στην κατηγορία της διάρρηξης του εργαστηρίου του Φ.Ι. από τη Λεμεσό, και κλοπής από αυτό χαλκοσωλήνων αξίας €100 και μίας μπαταρίας 18Volts μάρκας Makita αξίας €100, όλα συνολικής αξίας €200, περιουσία του προσώπου που αναφέρεται, αδίκημα που διαπράχθηκε την 9.1.2026 [διάρρηξη κτιρίου, άρθρα 294(α) 255 ΠΚ].
Έχω υπόψη μου την ποινή που προβλέπει ο νόμος, που είναι η ποινή φυλάκισης μέχρι τα επτά έτη[1].
Η επιμέτρηση αρχίζει από την ανώτατη προβλεπόμενη στον νόμο ποινή, η οποία αποτελεί το θεσμικό σημείο αναφοράς για τον καθορισμό του είδους και της έκτασης της ποινής[2]. Η ποινή, κατά την επιβολή της, πρέπει να εξατομικεύεται. Για τον σκοπό αυτό λαμβάνονται υπόψη οι περιστάσεις που περιβάλλουν τη διάπραξη του συγκεκριμένου αδικήματος και η έκταση της βλάβης που προκλήθηκε σε πραγματικό χρόνο, ως πιο αντικειμενικοί παράγοντες, από τους οποίους προσδιορίζεται η κλίμακα έντασης ή σοβαρότητας του αδικήματος[3]. Ακολούθως λαμβάνονται υπόψη και πιο υποκειμενικοί ή μεταβλητοί παράγοντες, που άπτονται του προσώπου του κατηγορουμένου και δυνατόν να λειτουργήσουν είτε ως ελαφρυντικοί είτε ως επιβαρυντικοί. Η επιμέτρηση δεν ακολουθεί μαθηματικό τύπο ούτε δεσμευτική μεθοδολογία∙ η διάκριση μεταξύ αντικειμενικών και υποκειμενικών παραγόντων είναι εγγενής στην αρχή της εξατομίκευσης και υπηρετεί την αναλογικότητα της ποινής. Ως αποτέλεσμα, η ανώτατη προβλεπόμενη στον νόμο ποινή επιφυλάσσεται για τα χειρότερα αδικήματα του είδους τους[4], ενώ η ποινή που τελικώς επιβάλλεται πρέπει να είναι ανάλογη με τη σοβαρότητα του κάθε αδικήματος. Όπου είναι εφικτό, γίνεται στάθμιση με τυχόν καθοδηγητικά πλαίσια που δίδει η νομολογία για περιπτώσεις που ομοιάζουν. Η εξατομίκευση της ποινής, που είναι καθήκον του Δικαστηρίου, δεν μπορεί να εξουδετερώνει οποιονδήποτε από τους σκοπούς της ποινής[5], όπως η αποτροπή, η προστασία της κοινωνίας και η αναμόρφωση, αλλά και η ποινή, κατά την επιβολή της, δεν θα πρέπει να αποσυνδέεται από την πραγματική διάσταση της εγκληματικότητας στην κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Το Δικαστήριο συνηθέστερα καταλήγει να κινείται στα ανώτατα όρια της ποινής όταν η φύση του εγκλήματος είναι τέτοια ώστε να επιβάλλονται εξαιρετικά μέτρα αποτροπής, χάριν της προστασίας του κοινωνικού συνόλου, και παράλληλα το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου είναι βεβαρημένο[6]. Γίνεται πάντοτε προσπάθεια αποφυγής της ποινής φυλάκισης όπου δεν είναι απολύτως αναγκαία∙ όπου είναι απολύτως αναγκαία, η έκτασή της περιορίζεται όσο το δυνατόν, ώστε να εξυπηρετηθούν οι σκοποί για τους οποίους επιβάλλεται.
Τα αδικήματα κατά της περιουσίας ανήκουν στα πλέον διαβρωτικά για την κοινωνική συνοχή, καθώς πλήττουν άμεσα το αίσθημα ασφάλειας των πολιτών και την εμπιστοσύνη στη νομιμότητα[7]. Η νομολογία είναι σταθερή ότι τέτοια αδικήματα απαιτούν ποινές με ουσιαστικό αποτρεπτικό χαρακτήρα, οι οποίες διαμηνύουν με σαφήνεια πως υπάρχουν συνέπειες. Το Δικαστήριο, έχοντας πλήρη επίγνωση της ανάγκης αυτής, προσέρχεται στην επιμέτρηση με γνώμονα τόσο την προστασία της κοινωνίας όσο και την αναλογικότητα.
Σε σχέση με τα γεγονότα, που πληρέστερα καταγράφηκαν στα πρακτικά της διαδικασίας και πρόσθετα έχουν κατατεθεί (Τεκμήριο Α), σημειώνεται πως η είσοδος στο εργαστήριο επιτεύχθηκε από υπερυψωμένο αλουμινένιο συρόμενο παράθυρο, το οποίο πιθανόν να ήταν ξεκλείδωτο, σε ύψος τριών μέτρων. Υπήρχαν ήδη από πριν στημένες σκαλωσιές, που ευκαιριακά χρησιμοποιήθηκαν για την ανάβαση. Ο δράστης θεάθηκε από κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης, και έτυχε αναγνώρισης, εφόσον δεν έλαβε οποιαδήποτε μέτρα για να αποφευχθεί η αναγνώρισή του. Έγινε προσπάθεια πώλησης των κλοπιμαίων για την εξασφάλιση χρημάτων, ωστόσο χωρίς επιτυχία, εφόσον το πρόσωπο στο οποίο αποτάθηκε για τον σκοπό αυτό ο Κατηγορούμενος ήταν συγγενικό πρόσωπο του καταγγέλλοντος, που αναγνώρισε την περιουσία. Από όσα αναφέρθηκαν, προκύπτει ότι η πράξη δεν τελέστηκε με ιδιαίτερη προπαρασκευή ή επιδεξιότητα. Αναφέρθηκε οικονομική δυσχέρεια. Η αφαίρεση των αντικειμένων ολοκληρώθηκε και ακολούθησε προσπάθεια διάθεσης των κλοπιμαίων προς εξασφάλιση οικονομικού οφέλους, γεγονός που καταδεικνύει ιδιοτελή σκοπό. Εντούτοις, δεν ασκήθηκε βία κατά προσώπων, δεν προκλήθηκαν πρόσθετες φθορές, δεν υπήρξε επιτυχής αξιοποίηση των κλοπιμαίων, χαμηλής οικονομικής αξίας. Μέρος της κλοπιμαίας περιουσίας, οι χαλκοσωλήνες, επιστράφηκε στον καταγγέλλοντα, ο οποίος υπέστη περιορισμένη περιουσιακή ζημιά, χωρίς ενδείξεις για οποιαδήποτε άλλη βλάβη. Στη συνολική στάθμιση των πιο πάνω, το Δικαστήριο κρίνει ότι η πράξη εμφανίζει μεν ορισμένα στοιχεία που αυξάνουν την απαξία ως προς τον τρόπο τέλεσης, πλην όμως έχει περιορισμένη βαρύτητα ως προς τις συνέπειές της.
Υπάρχουν προηγούμενες καταδίκες (Τεκμήριο Β), στις υποθέσεις 19176/2022 Ε.Δ. Λεμεσού, 21743/2023 Ε.Δ. Λεμεσού, 17909/2023 Ε.Δ. Λεμεσού, και 3743/2025 Ε.Δ. Λεμεσού, πρόσφατες, για αδικήματα κατά της περιουσίας. Η επιβάρυνση αυτή, η οποία είναι ιδιαίτερα εκτεταμένη, αποτρέπει το Δικαστήριο από το να επιδείξει επιείκεια, την οποία θα μπορούσε να επιδείξει εάν υπήρχε λευκό ποινικό μητρώο, αναγνωρίζοντας, όμως, και το ευρύτερο πλαίσιο μέσα στο οποίο δημιουργήθηκε η εν λόγω επιβάρυνση.
Στον περιορισμένο βαθμό που μπορούν να ληφθούν υπόψη οι προσωπικές συνθήκες, το Δικαστήριο έχει υπόψη του όσα έχουν εκτεθεί, από τα οποία προκύπτει η ηλικία των 32 ετών, η καταγωγή, και τα κοινωνικά προβλήματα, που δυσκολεύουν τον βιοπορισμό.
Τέλος, λαμβάνεται υπόψη η παραδοχή, τόσο στην Αστυνομία, όσο και στο Δικαστήριο[8], που ήταν άμεση. Εξοικονομείται πολύτιμος δικαστικός χρόνος. Έχει τη μέγιστη ελαφρυντική επίδραση.
Οι προαναφερόμενοι ως ελαφρυντικοί παράγοντες δεν αναιρούν τη σοβαρότητα της πράξης, ούτε υποβαθμίζουν τον αντικοινωνικό της χαρακτήρα, πλην όμως είναι ουσιώδεις για την επιλογή της ποινής που ανταποκρίνεται πληρέστερα στους σκοπούς της ποινής, ήτοι την αναλογική αποδοκιμασία της πράξης, την ειδική και γενική πρόληψη και την προοπτική αναμόρφωσης. Λαμβάνοντας υπόψη τη φύση του αδικήματος, τον τρόπο δράσης και την έκταση της βλάβης, σε συνάρτηση με όσα προαναφέρθηκαν, κρίνεται ότι αρμόζουσα, κατ’ είδος, είναι η ποινή φυλάκισης, ως η μόνη ποινή που μπορεί να αποτυπώσει επαρκώς τη σοβαρότητα της πράξης και να λειτουργήσει αποτρεπτικά. Η έκταση της ποινής υπολογίζεται λαμβάνοντας υπόψη την προβλεπόμενη στον νόμο ανώτατη ποινή και όλους τους προαναφερόμενους παράγοντες.
Επιβάλλεται:
1η Κατηγορία: Ποινή φυλάκισης 12 μηνών.
Ο χρόνος κράτησης, από την 20.1.2026, να συνυπολογιστεί στον χρόνο φυλάκισης, ώστε η ποινή να αρχίσει να προσμετρά από την 20.1.2026.
Εξετάζεται η εισήγηση για αναστολή της εκτέλεσης της εναπομείνασας ποινής φυλάκισης. Η εξουσία του Δικαστηρίου να αναστείλει την εκτέλεση της ποινής φυλάκισης ρυθμίζεται από τον περί της Υφ' όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμος 95/1972. Η εν λόγω εξουσία αφορά οποιαδήποτε ποινή φυλάκισης η οποία δεν υπερβαίνει τα τρία έτη. Με τον τροποποιητικό ν.186(1)/2013, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για αναστολή της ποινής φυλάκισης είχε διευρυνθεί, ώστε να μπορεί να αποφασίζεται στη βάση του συνόλου των περιστάσεων της υπόθεσης και των προσωπικών περιστάσεων του Κατηγορουμένου. Πρακτικά, το βασικό ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσον, ισοζυγίζοντας το σύνολο των περιστάσεων, θα μπορούσαν ή έπρεπε, αυτοί οι παράγοντες, να επενεργήσουν φυσιολογικά στο να δοθεί δικαιολογημένα στον Κατηγορούμενο μια «δεύτερη ευκαιρία»[9]. Δεν υπάρχει γενικός κανόνας. Η κάθε υπόθεση κρίνεται στη βάση των δικών της περιστατικών. Θεωρούνται εκ νέου οι συνθήκες διάπραξης του αδικήματος και οι προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορούμενου και αποδίδεται κατά κάποιον τρόπο «διπλή βαρύτητα» σ’ αυτούς[10]. Είναι απαραίτητο να εξετάζεται κατά πόσο η ποινή, φέρουσα αναστολή, θα αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος, εξυπηρετώντας τους πολλαπλούς σκοπούς της ποινής[11].
Λαμβάνοντας υπόψη τη φύση και τη σοβαρότητα του αδικήματος, το βεβαρημένο ποινικό μητρώο και τις προσωπικές συνθήκες που έχουν αναφερθεί, σε συνάρτηση με το ότι ο κίνδυνος για το κοινωνικό σύνολο παραμένει ενεργός, δεν υπάρχει προσανατολισμός ως προς το να ανασταλεί η ποινή φυλάκισης. Η ποινή να εκτελεστεί άμεσα.
Οδηγίες διαχείρισης τεκμηρίων: το USB με τα πλάνα από το κλειστό κύκλωμα να κατασχεθεί και να καταστραφεί.
(Υπ.) ……………………….
Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ
[1] άρθρο 294(α) ΠΚ.
[2] Λεβέντης ν. Αστυνομίας (1999) 2 ΑΑΔ 632, Δημοκρατία ν. Κυριάκου (1990) 2 ΑΑΔ 264, 270, Souilmi v. Αστυνομίας (1992) 2 ΑΑΔ 248, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Πέτρου (1993) 2 ΑΑΔ 9, Λαζάρου ν. Δημοκρατίας (1992) 2 ΑΑΔ 129.
[3] Μιχαηλίδης v. Δημοκρατίας, ΠΕ 161/2020, 11.5.2022, ECLI:CY:AD:2022:B182, Γιαννακού ν. Δημοκρατία, ΠΕ 235/2023, 19.7.2024, Μιχαηλίδης v. Δημοκρατίας (1991) 2 ΑΑΔ 391, Δημοκρατία v. Κυριάκου (1990) 2 ΑΑΔ 264.
[4] Γενικός Εισαγγελέας v. Κυριάκου (2008) 2 ΑΑΔ 562, Ιακώβου ν. Αστυνομίας, ΠΕ 159/2024, 8.11.2024.
[5] Θεοχάρους ν. Αστυνομίας (2008) 2 ΑΑΔ 575.
[6] John v. Κυπριακής Δημοκρατίας (Αρ. 2) (1998) 2 ΑΑΔ 417, Antoniou v. Police (1983) 2 CLR 319.
[7] Bandits v. Αστυνομία (2015) 2 ΑΑΔ 717, Ekole v. Αστυνομίας, ΠΕ 108/2021, 15.2.2022, ECLI:CY:AD:2022:B62, Ξενοφόντως ν. Αστυνομίας, ΠΕ 9/2024, 19.7.2024, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Housein, ΠΕ 268/2024, 13.11.2025, και άλλες.
[8] Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας (2002) 2 ΑΑΔ 616.
[9] Ξενοφώντος ν. Αστυνομία, ΠΕ 9/2024, 19.07.2024, Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας (2010) 2 ΑΑΔ 22.
[10] Ξενοφώντος ν. Αστυνομία, ΠΕ 9/2024, 19.07.2024, Γενικός Εισαγγελέας ν. Καραολή, ΠΕ 230/19, 27.04.2021, ECLI:CY:AD:2021:B177, Γενικός Εισαγγελέας ν. Μυλωνά, ΠΕ 65/2017, 14.12.2018, ECLI:CY:AD:2018:B537, Αριστοδήμου ν. Δημοκρατίας, ΠΕ 121/17, 21.09.2017, ECLI:CY:AD:2017:D311, Ιωσήφ ν. Δημοκρατίας (2012) 2 ΑΑΔ 930, Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας (2010) 2 ΑΑΔ 22.
[11] Γενικός Εισαγγελέας ν. Περατικού (1997) 2 ΑΑΔ 373, Σώζου ν. Αστυνομίας (2016) 2 ΑΑΔ 260.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο