ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.
Υπόθεση αρ. 10520 / 2025
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ
v.
Α. Γ.
__________
Ημερομηνία: 12 Φεβρουαρίου 2026
Εμφανίσεις:
Π. Αβρααμίδης, για Κατηγορούσα Αρχή
Α. Καφαντάρης, για τον Κατηγορούμενο
Κατηγορούμενος: παρών
ΠΟΙΝΗ
(ex tempore)
Kατόπιν ομολογίας ενοχής, το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινές. Οι κατηγορίες σχετίζονται με το ότι την 26.1.2025 (1η Κατηγορία) και την 25.2.2025 (3η Κατηγορία) στη Λεμεσό, ο Κατηγορούμενος είχε στην κατοχή του ελεγχόμενο φάρμακο τάξεως Β’, δηλαδή 18,0857 γραμμάρια φυτού κάνναβης (1η Κατηγορία) και αντίστοιχα 17,2646 γραμμάρια φυτού κάνναβης (3η Κατηγορία) από το οποίο δεν είχε εξαχθεί η ρητίνη, χωρίς άδεια του Υπουργού Υγείας και ότι κάπνισε κάνναβη (2η Κατηγορία, 4η Κατηγορία).
Για την κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β’, όπως είναι η κάνναβη, χωρίς την άδεια του Υπουργού Υγείας, ο νόμος προβλέπει ποινή φυλάκισης είναι μέχρι και τα οκτώ έτη ή και χρηματική ποινή[1]. Για το κάπνισμα κάνναβης, επίσης, προβλέπεται ποινή φυλάκισης ή και χρηματική ποινή[2]. Επιπλέον, υπάρχουν ορισμένες δυνατότητες έκδοσης διαταγμάτων, εάν κρίνεται αναγκαίο. Δεν ισχύουν στην προκειμένη περίπτωση οι ειδικότερες ρυθμίσεις του άρθρου 30 § 2 για την περιορισμένη ποινή σε νεαρά άτομα.
Η επιμέτρηση αρχίζει από την ανώτατη προβλεπόμενη στον νόμο ποινή[3], αλλά η ποινή, κατά την επιβολή της, πρέπει να εξατομικεύεται. Για τον σκοπό αυτό λαμβάνονται υπόψη οι περιστάσεις που περιβάλλουν τη διάπραξη του συγκεκριμένου αδικήματος και η έκταση της βλάβης ή της διακινδύνεσης, για τον προσδιορισμό της σοβαρότητας του αδικήματος σε πραγματικό χρόνο[4]. Εάν ο νόμος προβλέπει συγκεκριμένα κριτήρια, για σκοπούς προσδιορισμού της σοβαρότητας των αδικημάτων, χρησιμοποιούνται. Ακολούθως λαμβάνονται υπόψη και πιο υποκειμενικοί ή μεταβλητοί παράγοντες, που άπτονται του προσώπου του κατηγορουμένου και δυνατόν να λειτουργήσουν είτε ως ελαφρυντικοί είτε ως επιβαρυντικοί. Η επιμέτρηση δεν ακολουθεί μαθηματικό τύπο ούτε δεσμευτική μεθοδολογία∙ υπηρετεί την αρχή της αναλογικότητας. Ως αποτέλεσμα, η ανώτατη προβλεπόμενη στον νόμο ποινή επιφυλάσσεται για τα χειρότερα αδικήματα του είδους τους[5], ενώ η ποινή που τελικώς επιβάλλεται πρέπει να είναι ανάλογη με τη σοβαρότητα του κάθε αδικήματος. Όπου είναι εφικτό, γίνεται στάθμιση με τυχόν καθοδηγητικά πλαίσια που δίδει η νομολογία για περιπτώσεις που ομοιάζουν. Η εξατομίκευση της ποινής, που είναι καθήκον του Δικαστηρίου, δεν μπορεί να εξουδετερώνει οποιονδήποτε από τους σκοπούς της ποινής[6], όπως η αποτροπή, η προστασία της κοινωνίας και η αναμόρφωση, αλλά και η ποινή, κατά την επιβολή της, δεν θα πρέπει να αποσυνδέεται από την πραγματική διάσταση της εγκληματικότητας στην κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Το Δικαστήριο συνηθέστερα καταλήγει να κινείται στα ανώτατα όρια της ποινής όταν η φύση του εγκλήματος είναι τέτοια ώστε να επιβάλλονται εξαιρετικά μέτρα αποτροπής, χάριν της προστασίας του κοινωνικού συνόλου, και παράλληλα το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου είναι βεβαρημένο[7]. Γίνεται πάντοτε προσπάθεια αποφυγής της ποινής φυλάκισης όπου δεν είναι απολύτως αναγκαία∙ όπου είναι απολύτως αναγκαία, η έκτασή της περιορίζεται όσο το δυνατόν, ώστε να εξυπηρετηθούν οι σκοποί για τους οποίους επιβάλλεται.
Σχετικά με τα γεγονότα, αυτά αναφέρθηκαν αναλυτικά και είναι καταγεγραμμένα στα πρακτικά της διαδικασίας και στην έκθεση των γεγονότων που πρόσθετα κατατέθηκε (Τεκμήριο Α). Λαμβάνοντας υπόψη και τα κριτήρια του άρθρου 30, τα αδικήματα δεν τοποθετούνται στα «ιδιαίτερα σοβαρά», δεδομένου ότι απουσιάζουν πλήρως παράγοντες που αυξάνουν την αντικειμενική απαξία, όπως η διάδοση σε τρίτους, η στόχευση ευάλωτων ομάδων ή η λειτουργική σύνδεση με άλλες εγκληματικές δραστηριότητες. Υπήρξε σταθερή κατοχή, σημαντικής ποσότητας, για προσωπική χρήση. Ασφαλώς και η κατοχή για προσωπική χρήση είναι ποινικό αδίκημα και θεωρείται πως συντηρεί και τροφοδοτεί και την εμπορία.
Υπάρχει μία προηγούμενη καταδίκη, το 2022, για ληστεία, βαριά σωματική βλάβη και συναφή αδικήματα, με ευρύτερη ποινή φυλάκισης των 23 μηνών. Υπήρξε αποφυλάκιση κατόπιν προεδρικής χάρης, αφού εκτίθηκε μέρος της ποινής. Η ύπαρξη βεβαρημένου μητρώου εμποδίζει την επίδειξη επιείκειας που θα μπορούσε διαφορετικά να επιδειχθεί, ωστόσο η προηγούμενη καταδίκη συνεκτιμάται με όλα τα υπόλοιπα δεδομένα της υπόθεσης. Νοείται ότι ο συνυπολογισμός του βεβαρημένου ποινικού μητρώου προσεγγίζεται κατά τρόπο που να μην απολήγει σε καταδίκη εις διπλούν, όπως ορθά αναφέρθηκε από την Υπεράσπιση.
Επίσης, λαμβάνονται υπόψη, στον βαθμό που μπορούν να ληφθούν υπόψη, με δεδομένη την έξαρση των αδικημάτων παράνομης κατοχής και χρήσης ελεγχόμενων ουσιών και την ανάγκη για αποτροπή, οι προσωπικές συνθήκες, όπως εκτέθηκαν και καταγράφονται και στην έκθεση του Γραφείου Ευημερίας (Τεκμήριο Β). Αυτές περιλαμβάνουν το νεαρό της ηλικίας (27 ετών), την οικογενειακή κατάσταση και τις κοινωνικές συνθήκες, τις δυσκολίες του παρελθόντος, τη σημερινή απόσταση από τη χρήση ουσιών (Τεκμήριο Γ), με την οποία υπήρχε εμπλοκή από την παιδική ηλικία των 14 ετών. Ήταν ένας από τους παράγοντες που όπως φαίνεται δημιούργησαν αρκετές δυσκολίες. Υπάρχει πλέον δίκτυο υποστήριξης.
Τέλος, λαμβάνεται υπόψη η άμεση συνεργασία με τις Αρχές και η παραδοχή στο Δικαστήριο. Συμβάλλει στην εξοικονόμηση πολύτιμου δικαστικού χρόνου.
Παρότι η γενική ανάγκη αποτροπής, που συνοψίζεται μεταξύ άλλων και στην Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Παπανικολάου, ΠΕ214/2021, 19.1.2024, παραμένει υψηλή σε υποθέσεις ναρκωτικών, η επίτευξη των σκοπών της ποινής δεν εξαρτάται αποκλειστικά από την επιβολή ποινής στερητικής της ελευθερίας. Ρητά προβλεπόμενη στον νόμο ποινή, η οποία μπορεί να επιβληθεί για τέτοιας φύσης αδικήματα, είναι και η χρηματική ποινή, σε κατάλληλες περιπτώσεις. Στην παρούσα περίπτωση, με δεδομένα τα πραγματικά περιστατικά, τις προσωπικές συνθήκες και την απουσία στοιχείων διακίνησης ή κινδύνου διάδοσης σε τρίτους, η επιβολή χρηματικής ποινής ουσιαστικού ύψους, σε συνδυασμό με την καταδίκη, εκτιμάται ότι επιτυγχάνει αποτελεσματικά τους σκοπούς της ποινής. Η χρηματική ποινή συνιστά άμεση και απτή συνέπεια της παράνομης συμπεριφοράς, αποτυπώνοντας με σαφή τρόπο την κοινωνική απαξία της πράξης και ικανοποιώντας τον ανταποδοτικό σκοπό της ποινής. Παράλληλα, λειτουργεί ουσιαστικά σε επίπεδο ειδικής αποτροπής, καθώς δημιουργεί συγκεκριμένο και αισθητό κόστος που συνδέεται άμεσα με την παραβατική συμπεριφορά, ιδίως ενόψει των περιορισμένων οικονομικών δυνατοτήτων του Κατηγορουμένου, μειώνοντας τον κίνδυνο επανάληψής της. Σε επίπεδο γενικής αποτροπής, η επιβολή χρηματικής ποινής αποστέλλει σαφές και προβλέψιμο μήνυμα ότι η παράνομη κατοχή και χρήση ελεγχόμενων ουσιών δεν παραμένει ατιμώρητη, χωρίς όμως να καταφεύγει σε δυσανάλογα περιοριστικά μέτρα προσωπικής ελευθερίας σε περιπτώσεις που δεν το επιβάλλουν οι συνθήκες. Περαιτέρω, ελλείψει στοιχείων που να καταδεικνύουν αυξημένο κοινωνικό κίνδυνο, η προστασία της κοινωνίας δεν εξυπηρετείται αποτελεσματικότερα μέσω της απομόνωσης του Κατηγορουμένου, ενώ η επιλογή μη στερητικής της ελευθερίας ποινής αποτρέπει την πρόκληση πρόσθετων κοινωνικών συνεπειών, όπως η αποσταθεροποίηση της οικογενειακής και επαγγελματικής ζωής. Υπό τα δεδομένα αυτά, η χρηματική ποινή συμβάλλει και στον αναμορφωτικό σκοπό της ποινής, επιτρέποντας τη διατήρηση της κοινωνικής λειτουργικότητας και την ανάληψη προσωπικής ευθύνης για τη συμπεριφορά αυτή, χωρίς να κανονικοποιείται η παραβατικότητα ούτε να υποβαθμίζεται η σοβαρότητα των αδικημάτων.
Λαμβάνεται υπόψη το ύψος της ποσότητας, στην κάθε περίπτωση. Το ύψος της χρηματικής ποινής καθορίζεται κατά τρόπο ώστε να είναι αποτρεπτικό και αισθητό, χωρίς να οδηγεί σε πλήρη οικονομική εξόντωση, και μπορεί να ενταχθεί στο εύρος χρηματικών ποινών που αναλογικά επιβάλλονται σε περιπτώσεις πρώτης καταδίκης για κατοχή κάνναβης χωρίς διακίνηση. Λαμβάνεται υπόψη ότι ο Κατηγορούμενος διαθέτει εργασιακή ικανότητα και δύναται να μετέχει στην αγορά εργασίας. Το ύψος της χρηματικής ποινής καθορίζεται σε συνάρτηση με τον παρεχόμενο χρόνο αποπληρωμής, ώστε να είναι αισθητό και αποτρεπτικό, χωρίς να υπερβαίνει τις πραγματικές δυνατότητες συμμόρφωσης. Λαμβάνεται υπόψη η συνολική επιβάρυνση εκ του κατηγορητηρίου.
Επιβάλλονται:
1η Κατηγορία (παράνομη κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β’): Χρηματική ποινή ύψους €800
2η Κατηγορία (χρήση/κάπνισμα κάνναβης): Λόγω της επιβολής ποινής στην 1η Κατηγορία και της συσχέτισης των γεγονότων, καμία επιπλέον ποινή.
3η Κατηγορία (παράνομη κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β’): Χρηματική ποινή ύψους €800
4η Κατηγορία (χρήση/κάπνισμα κάνναβης): Λόγω της επιβολής ποινής στην 3η Κατηγορία και της συσχέτισης των γεγονότων, καμία επιπλέον ποινή.
Η συνολική ποινή των €1.600 να πληρωθεί με μηνιαίες δόσεις ύψους €100 η κάθε μία, αρχίζοντας από 2.3.2026 και ακολούθως την πρώτη εργάσιμη ημέρα κάθε επόμενου μήνα μέχρι εξόφλησης. Η έκδοση του παρόντος διατάγματος δεν αποτρέπει την εξόφληση νωρίτερα, όταν υπάρξει η δυνατότητα.
Οδηγίες διαχείρισης τεκμηρίων:
· Οι ουσίες που αναφέρονται στις λεπτομέρειες των κατηγοριών να κατασχεθούν και να καταστραφούν.
(Υπ.) ……………………….
Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ
[1] άρθρο 6 § 2, άρθρο 30 § 1 και Τρίτος Πίνακας, περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμος 29/77.
[2] άρθρο 10(α), 24(1), 30 § 1, Τρίτος Πίνακας ν.29/77.
[3] Λεβέντης ν. Αστυνομίας (1999) 2 ΑΑΔ 632, Δημοκρατία ν. Κυριάκου (1990) 2 ΑΑΔ 264, 270, Souilmi v. Αστυνομίας (1992) 2 ΑΑΔ 248, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Πέτρου (1993) 2 ΑΑΔ 9, Λαζάρου ν. Δημοκρατίας (1992) 2 ΑΑΔ 129.
[4] Μιχαηλίδης v. Δημοκρατίας, ΠΕ 161/2020, 11.5.2022, ECLI:CY:AD:2022:B182, Γιαννακού ν. Δημοκρατία, ΠΕ 235/2023, 19.7.2024, Μιχαηλίδης v. Δημοκρατίας (1991) 2 ΑΑΔ 391, Δημοκρατία v. Κυριάκου (1990) 2 ΑΑΔ 264.
[5] Γενικός Εισαγγελέας v. Κυριάκου (2008) 2 ΑΑΔ 562, Ιακώβου ν. Αστυνομίας, ΠΕ 159/2024, 8.11.2024.
[6] Θεοχάρους ν. Αστυνομίας (2008) 2 ΑΑΔ 575.
[7] John v. Κυπριακής Δημοκρατίας (Αρ. 2) (1998) 2 ΑΑΔ 417, Antoniou v. Police (1983) 2 CLR 319.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο