ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. F. A., Υπόθεση αρ. 1591 / 2026, 9/2/2026
print
Τίτλος:
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. F. A., Υπόθεση αρ. 1591 / 2026, 9/2/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.

 

Υπόθεση αρ. 1591 / 2026

 

 

 

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ

 

 

ν.

 

 

F. A.

 

 

___________________

Ημερομηνία: 9 Φεβρουαρίου 2026

Εμφανίσεις:

Κ. Χατζηκωνσταντίνου (κα), για την Κατηγορούσα Αρχή

Κ. Σπηλιωτόπουλος, για τον Κατηγορούμενο

Κατηγορούμενος: παρών

 

 

(διαδικασία κεκλεισμένων των θυρών)

Αίτημα για προσωρινή κράτηση μέχρι τη δίκη

Α Π Ο Φ Α Σ Η

(ex tempore)

 

Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει κατηγορίες για αδικήματα σεξουαλικής φύσης κατά ανήλικης. Η υπόθεση παραπέμφθηκε στο Κακουργιοδικείο, που συνεδριάζει την 26.3.2026.

 

Υποβλήθηκε αίτημα για την κράτηση του Κατηγορούμενου μέχρι τότε, το οποίο βασίζεται στον κίνδυνο φυγοδικίας. Η πλευρά της Κατηγορούσας Αρχής έθεσε υπόψη του Δικαστηρίου το μέχρι στιγμής διαθέσιμο μαρτυρικό υλικό (Τεκμήριο Α), και επιχειρηματολόγησε σχετικά. Υπήρξε ένσταση στο αίτημα. Ακούστηκε επίσης σχετική επιχειρηματολογία και από την πλευρά της Υπεράσπισης, η οποία, ταυτόχρονα, εξέφρασε και επιφύλαξη να τοποθετηθεί εκ νέου και στο Κακουργιοδικείο.

 

Η προσωπική ελευθερία συνιστά θεμελιώδες δικαίωμα. Η προσωρινή κράτηση αποτελεί εξαιρετικό μέτρο, το οποίο εφαρμόζεται μόνον εφόσον πληρούνται συγκεκριμένες προϋποθέσεις, που προσεγγίζονται αυστηρά. Η πρώτη επιλογή του Δικαστηρίου είναι η υπό όρους απόλυση του Κατηγορουμένου, εκτός αν κρίνεται αναγκαία η κράτηση για την εξυπηρέτηση σκοπών απονομής της Δικαιοσύνης[1]. Έχουν αναγνωριστεί περιορισμένοι σκοποί ή λόγοι για τους οποίους μπορεί να δικαιολογηθεί η κράτηση.  Ένας εξ αυτών είναι ο κίνδυνος φυγοδικίας ή φυγής[2].

 

Η σχετική αξιολόγηση δεν μπορεί να εξαντλείται σε αφηρημένες γενικεύσεις ή υποθετικές εκτιμήσεις, αλλά πρέπει να βασίζεται σε τεκμηριωμένη ανάλυση. Ο κίνδυνος αυτός εκτιμάται με βάση τη σοβαρότητα του κάθε αδικήματος και τη δυνητική αυστηρότητα της προβλεπόμενης ποινής· την πιθανότητα καταδίκης, κατά την αρχική εξ όψεως αξιολόγηση του μαρτυρικού υλικού· τις προσωπικές και κοινωνικές συνθήκες του Κατηγορουμένου, ιδίως ως προς τη διασύνδεσή του με τη χώρα και τον τρόπο ζωής του. Αν και το κίνητρο για φυγοδικία αυξάνεται όσο αυξάνεται η σοβαρότητα του αδικήματος[3], η σοβαρότητα του αδικήματος δεν αποτιμάται απομονωμένα. Όσο σοβαρό κι αν είναι το αδίκημα, η κατοχυρωμένη αρχή του τεκμηρίου αθωότητας υπαγορεύει ότι ο κάθε Κατηγορούμενος πρέπει να παραμένει ελεύθερος εν αναμονή της δίκης του, εκτός αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που καθιστούν την κράτηση απολύτως αναγκαία. Η σοβαρότητα τεκμαίρεται τόσο από την προβλεπόμενη ποινή όσο και από τη φύση των πράξεων. Η πιθανολόγηση καταδίκης στηρίζεται στην εκτίμηση της ισχύος του μαρτυρικού υλικού, σε οπτική μόνο προσέγγιση, καθώς στο στάδιο αυτό δεν γίνεται αξιολόγηση ουσίας ή αποδοχή αποδεικτικών ισχυρισμών, αλλά απλή δικονομική στάθμιση. Το κριτήριο της πιθανολόγησης είναι κατώτερο από αυτό της απόδειξης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης και δεν συνεπάγεται κρίση για την ενοχή ή την αθωότητα. Η κατάθεση του κάθε Κατηγορουμένου, όπου προσφέρεται, δύναται να διαφωτίσει περαιτέρω την εξ όψεως αποτύπωση των πραγματικών περιστατικών. Αν και η κατάσταση των αποδεικτικών στοιχείων μπορεί να είναι ένας σημαντικός παράγοντας για την ύπαρξη και εμμονή σοβαρών ενδείξεων ενοχής, και πάλι, από μόνη της, δεν μπορεί να δικαιολογήσει την κράτηση[4]. Η ύπαρξη δεσμών με την Κύπρο (οικογενειακών, επαγγελματικών, κοινωνικών), όπου υφίσταται, λειτουργεί ανασταλτικά στην πιθανότητα φυγής και αποφυγής της δίκης. Όμως, και πάλι, οι δεσμοί αυτοί δεν μπορούν να εξουδετερώσουν καθολικά τον κίνδυνο, ειδικά όταν η σοβαρότητα των πράξεων ή άλλα ενισχυτικά στοιχεία δείχνουν αυξημένο ενδεχόμενο αποτροπής από την εμφάνιση στη δίκη[5]. Έχω υπόψη μου και τη νομολογία του ΕΔΔΑ, όπου επισημαίνεται, επίσης, ότι ο κίνδυνος φυγοδικίας δεν αξιολογείται μεμονωμένα βάσει της ενδεχόμενης ποινής, αλλά με πολλαπλά κριτήρια: χαρακτήρα, ήθος, περιουσιακά δεδομένα, διεθνείς επαφές, δέσμευση στον τόπο. Όταν ο μόνος λόγος κράτησης που προβάλλεται είναι ο φόβος ότι ο κατηγορούμενος θα τραπεί σε φυγή και συνεπώς θα αποφύγει να παρουσιαστεί για δίκη, πρέπει να αφεθεί ελεύθερος εν αναμονή της δίκης, εάν είναι δυνατόν να ληφθούν εγγυήσεις που θα εξασφαλίσουν αυτήν την εμφάνιση[6]. Η επίδραση της κράτησης στον βίο του κάθε Κατηγορουμένου (οικογενειακή ζωή, εργασία, υγεία) πρέπει να συνεκτιμάται, αλλά δεν μπορεί να ανατρέψει την αναγκαιότητα κράτησης, όταν δεν είναι εφικτή η διασφάλιση της εμφάνισης με ηπιότερα μέσα[7].

 

Προχωρώντας στην εξέταση του αιτήματος, σε αυτή τη βάση, σημειώνονται τα ακόλουθα:

 

Τα αδικήματα που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος είναι αναμφίβολα σοβαρά, με γνώμονα τις προβλεπόμενες στον νόμο ποινές. Συνήθης ποινική μεταχείριση, σε περίπτωση καταδίκης, περιλαμβάνει ποινή στερητική της ελευθερίας.

 

Μέσα από το μαρτυρικό υλικό που προσκομίστηκε (Τεκμήριο Α), στην όψη του, μπορεί να αναδυθεί ορατή πιθανότητα καταδίκης. Υπάρχει η οπτικογραφημένη κατάθεση της ανήλικης, με βάση την οποία άνδρας, ο οποίος επέβαινε στο ίδιο λεωφορείο μαζί της, της επιτέθηκε, αγγίζοντας την στα γεννητικά όργανα και στα οπίσθια, αφού αποβιβάστηκαν από το λεωφορείο. Τα γεγονότα διαδραματίστηκαν σε συγκεκριμένη οδό, δόθηκε περιγραφή του δράστη, στο πρόσωπο του οποίου αναγνωρίστηκε ο Κατηγορούμενος, μέσα από πλάνα κλειστού κυκλώματος παρακολούθησης που είχαν λήψη στο σημείο. Στην ανακριτική του κατάθεση, ο Κατηγορούμενος αναγνώρισε τον εαυτό του στις φωτογραφίες που απομονώθηκαν από το κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης του σημείου. Η ταύτιση του Κατηγορούμενου με τις φωτογραφίες γίνεται και από τον αδελφό του. Στον ανακριτικό φάκελο, περιλαμβάνονται οι σχετικές καταθέσεις. Δεν αξιολογείται η μαρτυρία, σε αυτό το στάδιο, αλλά επαρκεί, στην όψη της, για να καταφαθεί πως υπάρχει πιθανότητα καταδίκης, χωρίς, από την άλλη, η διατύπωση αυτή να αναιρεί το τεκμήριο αθωότητας, και την εύλογη προσδοκία του Κατηγορούμενου να αθωωθεί.

 

Ο Κατηγορούμενος είναι 24 ετών. Κατάγεται από τη Συρία. Οι δεσμοί του με την Κυπριακή Δημοκρατία δεν είναι ισχυροί, παρά την παραμονή του στην Κύπρο, τα τελευταία έξι χρόνια, με το καθεστώς της συμπληρωματικής προστασίας. Δεν έχει ιδιόκτητη περιουσία, πληροφορίες για μόνιμη διεύθυνση διαμονής ή για μόνιμη εργασία ή για γνωστές κοινωνικές δραστηριότητες, ενώ έχει σχέση και με άλλη χώρα, τη χώρα καταγωγής του, αλλά και τον Λίβανο, όπου αναφέρθηκε πως βρίσκεται η οικογένειά του, σύζυγος και παιδιά. Δεν υφίσταται οτιδήποτε που να εμποδίζει αντικειμενικά ή έστω να αποθαρρύνει τη διαφυγή του, ενόψει και της σοβαρότητας των αδικημάτων που αντιμετωπίζει, της φύσης τους, αλλά και του ενδεχομένου να υποστεί φυλάκιση, σε περίπτωση καταδίκης. Η θεώρηση της σοβαρότητας των αδικημάτων δεν διαφοροποιείται από το γεγονός ότι το περιστατικό φέρεται ως στιγμιαίο, κατά άγνωστου θύματος, κατά την αποβίβαση από λεωφορείο, συγκριτικά τιθέμενο με ό,τι έφερε και κρατά τον Κατηγορούμενο στην Κύπρο. Κίνδυνος φυλάκισης προκύπτει σε κάθε περίπτωση. Η οικογένεια του Κατηγορούμενου, όπως αναφέρθηκε, διαμένει στον Λίβανο, και ο ίδιος ο Κατηγορούμενος, λέχθηκε επίσης, πως την επισκέπτεται τακτικά. Έγινε αναφορά σε αυτό για να καταδειχθεί πως επιστρέφει πάντοτε. Ωστόσο, δεν προκύπτει πως η επιστροφή του στην Κύπρο, όλες τις προηγούμενες φορές, ήταν με δεδομένο τον κίνδυνο φυλάκισής του, για τόσο σοβαρά αδικήματα, σεξουαλικής φύσης. Δεν υπάρχουν περιστάσεις που να τον καθηλώνουν στη Δημοκρατία, υπάρχει συχνή εγκατάλειψη της Δημοκρατίας, και το Δικαστήριο δεν μπορεί να βασιστεί σε απλή υπόσχεσή του ότι θα τηρήσει περιοριστικούς όρους, τους οποίους μπορεί απλώς και να μην τηρήσει. Τα δεδομένα δεν διαφοροποιούνται ουσιωδώς προς άλλη κατεύθυνση, από τα δεδομένα της πολύ πρόσφατης Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Corneci, ΠΕ6/2026, 19.1.2026, στην οποία θεωρήθηκε ότι οι περιοριστικοί όροι που είχαν προτεραιοποιηθεί, υπό τέτοιες συνθήκες, δεν θα μπορούσαν να αναχαιτίσουν τον κίνδυνο φυγοδικίας, σε συνάρτηση με τη σοβαρότητα και τη φύση της εκεί κατηγορίας (ο λόγος ήταν για πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης) και τις εκεί πιθανότητες καταδίκης, κατά τρόπο ώστε να υπερτερεί η ανάγκη διασφάλισης της απρόσκοπτης απονομής της δικαιοσύνης.

 

Συνεκτιμώντας όλα τα προαναφερόμενα, η σοβαρότητα των αδικημάτων και η πιθανότητα καταδίκης, σε συνάρτηση με τις προσωπικές συνθήκες του Κατηγορούμενου, συνηγορούν στο ότι υπάρχει κίνδυνος φυγοδικίας. Αυτός ο κίνδυνος της έκτασης και της φύσης που δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί με όρους οι οποίοι να πρέπει να προτεραιοποιηθούν. Ειδικότερα, οι όροι που έχουν προταθεί, οικονομικής φύσης (με τη συνδρομή άλλων ατόμων), απαγόρευσης εξόδου και τακτικών επισκέψεων σε αστυνομικό σταθμό, δεν επαρκούν, στην προκειμένη περίπτωση, υπό τα δεδομένα της υπόθεσης, ενώ δεν υφίσταται ούτε άλλοι όροι που το Δικαστήριο νόμιμα θα μπορούσε να επιβάλει, για να αποτρέψει ή έστω να ελέγξει αποτελεσματικά τον προαναφερόμενο κίνδυνο. Καθίσταται αναγκαίο και ανάλογο μέτρο η κράτηση, υπό τις περιστάσεις, μέχρι τη δίκη. Ο χρόνος της κράτησης, μέχρι την 26.3.2026, συνεκτιμάται, και δεν καθιστά την κράτηση δυσανάλογη.

 

Για όλους τους λόγους που εξηγήθηκαν, με τα επί του παρόντος δεδομένα της υπόθεσης, και έχοντας υπόψη το νομικό πλαίσιο, κρίνεται ως απολύτως αναγκαία η κράτηση, λόγω κινδύνου φυγοδικίας, και το αίτημα εγκρίνεται. Εκδίδεται διάταγμα προσαγωγής.

 

(Υπ.) ………………………

Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.

Πιστό Αντίγραφο

ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ



[1] Ε.Α.Β.Ο. ν. Αστυνομίας, ΠΕ 133/2024, 11.7.2024.

[2] Ιωάννου ν. Δημοκρατίας, ΠΕ112/2025, 2.5.2025, Γεωργίου ν. Αστυνομίας, ΠΕ 163/2024, 26.07.2024, Ε.Ι.Κ. ν. Αστυνομίας, ΠΕ 186/2024, 24.07.2024, Στυλιανού ν Δημοκρατίας, ΠΕ 78/24, 8.4.2024, Γενικός Εισαγγελέας v. Γ.Ν., ΠΕ 145/23, 21.7.2023, Κοτσούδη ν. Αστυνομίας, ΠΕ 131/20, 20.8.2020, ECLI:CY:AD:2020:B288, Dydi v. Αστυνομίας, ΠΕ 103/20, 3.9.2020, Νικήτα ν. Δημοκρατίας (2011) 2 ΑΑΔ 54, Τσεκούρα ν. Δημοκρατίας (2010) 2 ΑΑΔ 32, Νικολάου ν. Αστυνομίας (2008) 2 ΑΑΔ 790, Θεοχάρους κ.α. ν. Δημοκρατίας (2002) 2 ΑΑΔ 48, Βασιλείου ν. Αστυνομίας (1997) 2 ΑΑΔ 7.

[3] Τσαπατσάρης ν. Αστυνομίας (2004) 2 ΑΑΔ 600, Σπανού κ.ά. ν. Δημοκρατίας (2013) 2 ΑΑΔ 281, Θεοδωρίδης κ.ά. ν. Αστυνομίας (2001) 2 ΑΑΔ.139.

[4] Dereci v. Turkey, 2005, § 38.

[5] Shimon Mistriel Aykout v. Αστυνομίας, ΠΕ 160/2024, 16.07.2024, Θεοχάρους κ.ά. ν. Δημοκρατίας (2002) 2 ΑΑΔ 48, Καραγιάννη ν. Αστυνομίας, ΠΕ20/2025, 10.02.2025.

[6] Wemhoff v. Letellier, 1968, § 46· Luković v. Serbia, αρ. 43808/07, § 54, 26 Μαρτίου 2013.

[7] Memic v. ΔημοκρατίαςΠΕ 81/2019 κ.ά., 16.07.2019, Diab v. Γενικός Εισαγγελέας, ΠΕ Ε151/2019, 13.08.2019, Shimon Mistriel Aykout v. Αστυνομίας, ΠΕ 160/2024, 16.07.2024.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο