Αναφορικά με τη Μονομερή Αίτηση της Αστυνομίας ημερ. 22.9.2025 για έκδοση διατάγματος κατακράτησης των Τεκμηρίων που αναφέρονται στην Αίτηση μέχρι την αποπεράτωση οποιασδήποτε ποινικής διαδικασίας η οποία δυνατό να διεξαχθεί σε σχέση με αυτά στη Γαλλία, Αίτηση Κατακράτησης Τεκμηρίων υπ’ αρ.: 130/2025, 15/1/2026
print
Τίτλος:
Αναφορικά με τη Μονομερή Αίτηση της Αστυνομίας ημερ. 22.9.2025 για έκδοση διατάγματος κατακράτησης των Τεκμηρίων που αναφέρονται στην Αίτηση μέχρι την αποπεράτωση οποιασδήποτε ποινικής διαδικασίας η οποία δυνατό να διεξαχθεί σε σχέση με αυτά στη Γαλλία, Αίτηση Κατακράτησης Τεκμηρίων υπ’ αρ.: 130/2025, 15/1/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ

Ενώπιον: Χρ. Γ. Ππεκρή, Ε.Δ.

Αίτηση Κατακράτησης Τεκμηρίων υπ’ αρ.: 130/2025

 

Αναφορικά με τη Μονομερή Αίτηση της Αστυνομίας ημερ. 22.9.2025 για έκδοση διατάγματος κατακράτησης των Τεκμηρίων που αναφέρονται στην Αίτηση μέχρι την αποπεράτωση οποιασδήποτε ποινικής διαδικασίας η οποία δυνατό να διεξαχθεί σε σχέση με αυτά στη Γαλλία

 

Ημερομηνία: 15 Ιανουαρίου 2026

Εμφανίσεις:

Για Διευθυντή Τμήματος Καταπολέμησης Εγκλήματος: κα Α. Τιμοθέου

Για Καθ’ ης η αίτηση: κ. Η. Στεφάνου για Ηλίας Α. Στεφάνου Δ.Ε.Π.Ε.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

Εισαγωγή

 

Την 22.9.2025 η Αστυνομία αποτάθηκε μονομερώς στο Δικαστήριο, καταχωρώντας την υπό κρίση Αίτηση, δια της οποίας ζητείται η κατακράτηση των τεκμηρίων που κατασχέθηκαν κατά την εκτέλεση του εντάλματος έρευνας ημερ. 5.9.2025, ήτοι ενός φορητού υπολογιστή μάρκας Lenovo και ενός σκληρού δίσκου στον οποίο αποθηκεύτηκαν δεδομένα από τον διακομιστή νέφους (cloud server) της [ ] (στο εξής η «Καθ’ ης η αίτηση»), μέχρι την αποπεράτωση οποιασδήποτε ποινικής διαδικασίας η οποία είναι δυνατό να διεξαχθεί σε σχέση με αυτά στη Γαλλία.

 

Η Αίτηση εδράζεται στα άρθρα 25, 26, 27 και 32 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, στα αρ. 9 και 10 του περί Διεθνούς Συνεργασίας σε Ποινικά Θέματα Νόμου του 2001, Ν.23(Ι)/2001, στον περί της Ευρωπαϊκής Εντολής Έρευνας σε Ποινικές Υποθέσεις Νόμο, Ν.181(Ι)/2017 και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου.

 

 

 

 

 

Οι εκατέρωθεν θέσεις των μερών

 

Την Αίτηση υποστηρίζει η ένορκη δήλωση της Αστ. [ ], το περιεχόμενο της οποίας παραθέτω συνοπτικώς, λαμβανομένης υπόψη της αρχής της εμπιστευτικότητας που καθιερώνεται μέσω του αρ. 20 του Ν. 181(Ι)/2017.

 

Ειδικότερα, ως αναφέρεται στην εν λόγω ένορκη δήλωση, κατόπιν λήψης ευρωπαϊκής εντολής έρευνας (στο εξής η «ΕΕΕ») από τις αρχές της Γαλλίας, αναφορικά με τη διερεύνηση αδικημάτων συμμετοχής σε εγκληματική συνωμοσία, απάτης και νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες κ.α., εκδόθηκε από Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού ένταλμα έρευνας ημερ. 5.9.2025.

 

Σύμφωνα με τα όσα περιγράφονται στον όρκο, η αρμόδια υπηρεσία της Γαλλίας έλαβε καταγγελίες για απάτη από πρόσωπα τα οποία βρίσκονται στη Γαλλία και κατά τη διερεύνηση της όλης υπόθεσης, η οποία φαίνεται να είναι περίπλοκη, καθότι χρησιμοποιούνται για σκοπούς διάπραξης των διερευνώμενων αδικημάτων πολύπλοκες διαδικτυακές δομές, εντοπίστηκε, μεταξύ άλλων, ότι η Καθ’ ης η αίτηση, η οποία είναι κυπριακή εταιρεία, φαίνεται να χρησιμοποιείται για σκοπούς διάπραξης των διερευνώμενων αδικημάτων.

 

Με την εν λόγω εταιρεία, φαίνεται να σχετίζονται διάφορα ύποπτα φυσικά πρόσωπα, τα οποία δραστηριοποιούνται στην Κύπρο, λεπτομέρειες αναφορικά με τη δράση των οποίων παρατίθενται στην ένορκη δήλωση της Αστ. [ ].

 

Ως εκ των άνω, με αναφορά στον ρόλο που η Καθ’ ης η αίτηση φαίνεται να διαδραματίζει σε ότι αφορά στη διάπραξη των διερευνώμενων αδικημάτων, οι γαλλικές αρχές ζήτησαν τη διενέργεια έρευνας των εγκαταστάσεων της Καθ’ ης η αίτηση. Ακολούθησε η έκδοση του εντάλματος έρευνας ημερ. 5.9.2025 στα γραφεία και υποστατικά της Καθ’ ης η αίτηση, για την ανεύρεση, περισυλλογή και φύλαξη αναζητούμενων τεκμηρίων, τα οποία συγκεκριμενοποιούνται στην ένορκη δήλωση η οποία συνοδεύει την Αίτηση, και σε αυτά περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, ηλεκτρονικές συσκευές όπως ηλεκτρονικοί υπολογιστές, έξυπνα κινητά τηλέφωνα, μέσα αποθήκευσης δεδομένων, υπολογιστικά νέφη (clouds) κ.α.

 

Η έρευνα έλαβε χώρα την 16.9.2025 και την 17.9.2025, παρουσία του εξουσιοδοτημένου δικηγόρου της Καθ’ ης η αίτηση, μελών της Αστυνομίας Κύπρου, εκπροσώπου των αρχών της Γαλλίας, ενώ μεταγενέστερο στάδιο, προσήλθε και ο Χ.Ν., λειτουργός πληροφορικής (IT Support Officer) της Καθ’ ης η αίτηση.

 

Κατά τη διάρκεια της έρευνας, παραλήφθηκε ένας φορητός ηλεκτρονικός υπολογιστής μάρκας Lenovo, καθότι ο λειτουργός πληροφορικής της Καθ’ ης η αίτηση ανέφερε ότι δεν γνώριζε τον κωδικό που απαιτείτο για πρόσβαση στα αρχεία του εν λόγω υπολογιστή, εφόσον ο λογαριασμός που είναι συνδεδεμένος με τον εν λόγω υπολογιστή χρησιμοποιείται από τρίτο πρόσωπο και συνεπώς δεν ήταν δυνατή η επιτόπια προκαταρκτική αξιολόγηση τυχόν δεδομένων που περιέχονται στον εν λόγω υπολογιστή.  

 

Σε σχέση ωστόσο με άλλο υπολογιστή που βρισκόταν στο γραφείο του Χ.Ν., επιτεύχθηκε πρόσβαση στον διακομιστή νέφους (cloud server) της Καθ’ ης η αίτηση και επιλέχθηκαν ορισμένα αρχεία, τα οποία αποθηκεύτηκαν σε σκληρό δίσκο της Αστυνομίας.

 

Η Καθ’ ης η αίτηση καταχώρισε Ένσταση στην υπό κρίση Αίτηση, κατόπιν εμφάνισης και υποβολής σχετικού αιτήματος δικηγόρου που την εκπροσωπεί, την 22.9.2025 που η Αίτηση τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου για πρώτη φορά. Επί τούτου, αρκούμαι να σημειώσω ότι, ως έχει νομολογηθεί, το Δικαστήριο δύναται και να διατάξει επίδοση της Αίτησης κατακράτησης Τεκμηρίων.[1]

 

Στην εν λόγω Ένσταση προβάλλονται οι ακόλουθοι τέσσερις λόγοι ένστασης (με σχετική εξειδίκευση την οποία δεν κρίνω σκόπιμο να καταγράψω αυτολεξεί επί του παρόντος):

 

1.    Δεν αποκαλύπτεται και/ή δεν προκύπτει διασύνδεση και/ή συσχετισμός των κατασχεθέντων τεκμηρίων με τα υπό διερεύνηση ποινικά αδικήματα και/ή περιγραφή τους είναι γενική και η αόριστη.

2.    Η Αίτηση και εκτέλεση του εντάλματος έρευνας παραβιάζει τις αρχές της αναλογικότητας και της αναγκαιότητας λόγω της κατάσχεσης απροσδιόριστων τεκμηρίων.

3.    Δεν αποκαλύπτεται και/ή δεν προκύπτει χρονική διάρκεια στην κατακράτηση των αντικειμένων αντίθετα αυτή φαίνεται να είναι επ’ άπειρον.

4.    Η Αίτηση και η εκτέλεση του εντάλματος έρευνας παραβιάζει το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ και της αρχής της ελαχιστοποίησης της επέμβασης λόγω μαζικής και δυσανάλογης κατάσχεσης δεδομένων.

 

Την Ένσταση συνοδεύει ένορκη δήλωση του λειτουργού πληροφορικής της Καθ’ ης η αίτηση, Χ.Ν., ο οποίος ήταν παρών στα γραφεία της Καθ’ ης η αίτηση κατά τη διεξαγωγή της έρευνας. Αρχικά ο ομνύων αναφέρεται στο ιστορικό της υπόθεσης και έπειτα υιοθετεί και επαναλαμβάνει τους λόγους ένστασης και τα όσα έχουν διατυπωθεί σε αυτήν.

 

Περαιτέρω αναφέρει ότι κατά τον χρόνο της εκτέλεσης του εντάλματος έρευνας, ο αιτητής προέβη σε κάποιες παρατυπίες ασύμβατες με το ένταλμα έρευνας που εκδόθηκε. Συγκεκριμένα, ο αιτητής προέβη στην αντιγραφή εγγράφων στον σκληρό δίσκο, τα οποία εκφεύγουν τις διερευνώμενες εταιρείες και πρόσωπα, ενώ ως ενημερώθηκε από τον διευθυντή της Καθ’ ης η αίτηση, τα ηλεκτρονικά δεδομένα τα οποία ο αιτητής αντέγραψε, αφορούν μη θυγατρικές εταιρείες της Καθ’ ης η αίτηση. Επιπρόσθετα, κατασχέθηκε φορητός υπολογιστής οποίος ανήκει σε υπάλληλο η οποία εργάζεται σε άλλη εταιρεία.

 

Σύμφωνα με συμβουλή την οποία λαμβάνει ο ενόρκως δηλών, για να κατασχεθεί περιουσία η οποία δεν καταγράφεται σε ένταλμα έρευνας και στη συνέχεια ζητείται η κατακράτηση της, θα πρέπει να υπάρχει εύλογη αιτία να πιστεύεται ότι διαπράχθηκε ή σκοπεύεται να διαπραχθεί ποινικό αδίκημα που σχετίζεται με την εν λόγω περιουσία. Από τη στιγμή που η κυπριακή Αστυνομία ενεργούσε μόνον ως αρχή εκτέλεσης της ευρωπαϊκής εντολής έρευνας και όχι ως διωκτική/ανακριτική αρχή, που να έχει κρίση και γνώση ως προς το ανακριτικό έργο και τα υπό διερεύνηση αδικήματα, δεν έχει κανένα δικαίωμα να ζητά κατακράτηση των εν λόγω τεκμηρίων, στη βάση του άρθρου 33 του Κεφ. 155, καθότι δεν πληρείται η προϋπόθεση για την ύπαρξη «εύλογης αιτίας».

Ακροαματική Διαδικασία

 

Η ακρόαση της Αίτησης διεξήχθη βάσει των εμπεριστατωμένων γραπτών αγορεύσεων των ευπαίδευτων συνηγόρων των μερών τις οποίες διήλθα και αναφορά στις θέσεις που προωθήθηκαν θα γίνει όπου τούτο κριθεί σκόπιμο.

 

Νομική Πτυχή

 

Σημειώνω εν πρώτοις, ότι ως έχει νομολογηθεί, η διαδικασία για κατακράτηση τεκμηρίων είναι πολιτική και όχι ποινική, εφόσον δεν αποσκοπεί στην τιμωρία προσώπου για οποιοδήποτε αδίκημα.[2]

 

Αναφορικά με την κατακράτηση ή διάθεση πραγμάτων που κατασχέθηκαν δυνάμει εντάλματος έρευνας, σχετικές είναι οι ακόλουθες διατάξεις του αρ. 32 του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155:

 

«32.-(1) Όταν, κατά την εκτέλεση εντάλματος έρευνας, κατασχεθεί οτιδήποτε και προσκομιστεί ενώπιον Δικαστή, όπως προβλέπεται στο άρθρο 27, το πράγμα αυτό, τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου (2) του άρθρου αυτού, δύναται να κατακρατηθεί από τέτοιο πρόσωπο ως ο Δικαστής ήθελε ορίσει, λαμβανόμενης πάντοτε εύλογης φροντίδας για τη διατήρηση του μέχρι την αποπεράτωση οποιασδήποτε ποινικής διαδικασίας η οποία είναι δυνατό να διεξαχθεί σε σχέση με αυτό.

 

(2) Όταν οτιδήποτε που κατασχέθηκε δυνάμει εντάλματος έρευνας και προσκομίστηκε ενώπιον Δικαστή υπόκειται σε φθορά ή είναι επιβλαβές, το πράγμα αυτό δύναται αμέσως να διατεθεί με τέτοιο τρόπο όπως ο Δικαστής ήθελε ορίσει.

 

(3) Αν ο Δικαστής είναι της γνώμης ότι οτιδήποτε που κατασχέθηκε δυνάμει εντάλματος έρευνας δεν απαιτείται πλέον για οποιαδήποτε ποινική διαδικασία, τότε εκτός αν εξουσιοδοτείται ή υποχρεώνεται από αυτόν ή οποιοδήποτε άλλο Νόμο να διαθέσει αυτό διαφορετικά, διατάσσει-

 

(α) όπως το πράγμα ή οποιοδήποτε μέρος του επιστραφεί στο πρόσωπο το οποίο φαίνεται στο Δικαστή ότι έχει δικαίωμα σε αυτό και, αν το εν λόγω πρόσωπο είναι ο κατηγορούμενος, όπως επιστραφεί στον ίδιο ή σε τέτοιο άλλο πρόσωπο ως ο κατηγορούμενος ήθελε ορίσει ή

 

(β) όπως το πράγμα αυτό, αν ανήκει στον κατηγορούμενο, ή μέρος αυτού, χρησιμοποιηθεί για την πληρωμή οποιωνδήποτε εξόδων ή αποζημιώσεων τα οποία ο κατηγορούμενος διατάχτηκε να πληρώσει».

 

Εν προκειμένω, ενδιαφέρουν και οι διατάξεις του περί της Ευρωπαϊκής Εντολής Έρευνας σε Ποινικές Υποθέσεις Νόμος του 2017 (181(I)/2017), ο οποίος ενσωματώνει στο κυπριακό δίκαιο την Οδηγία 2014/41/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 3ης Απριλίου 2014 περί της ευρωπαϊκής εντολής έρευνας σε ποινικές υποθέσεις.

 

Σύμφωνα με το αρ. 3(1) του Ν.181(I)/2017, η Ευρωπαϊκή Εντολή Έρευνας ΕΕΕ») είναι δικαστική απόφαση την οποία εκδίδει ή επικυρώνει δικαστική αρχή κράτους έκδοσης με σκοπό:

 

(α) την εκτέλεση ενός ή περισσότερων συγκεκριμένων ερευνητικών μέτρων σε άλλο κράτος μέλος ως κράτος εκτέλεσης για τη λήψη αποδεικτικών στοιχείων δυνάμει των διατάξεων του συγκεκριμένου Νόμου και της Οδηγίας 2014/41/ΕΕ, ή/και

 

(β) τη λήψη αποδεικτικών στοιχείων ευρισκομένων ήδη στην κατοχή των αρμόδιων αρχών του κράτους εκτέλεσης. Περαιτέρω, το αρ. 3(2) προνοεί ότι, με την επιφύλαξη των διατάξεων του παρόντος Νόμου, η κυπριακή αρχή εκτέλεσης εκτελεί όλες τις ΕΕΕ με βάση την αρχή της αμοιβαίας αναγνώρισης.

 

Ως «αρχή εκτέλεσης», το αρ. 2 του Ν.181(I)/2017 ορίζει την αρχή κράτους εκτέλεσης άλλου από τη Δημοκρατία, η οποία είναι αρμόδια να αναγνωρίζει ΕΕΕ και να εξασφαλίζει την εκτέλεσή της, σύμφωνα με τις διατάξεις της Οδηγίας 2014/41/ΕΕ και τις ισχύουσες διαδικασίες σε παρόμοια εγχώρια υπόθεση, οι οποίες διαδικασίες δυνατό να απαιτούν έγκριση Δικαστηρίου στο κράτος εκτέλεσης, όταν αυτό προβλέπεται από το δίκαιό του.

 

Επιπρόσθετα, το αρ. 10 του Ν.181(I)/2017 προβλέπει ότι η κυπριακή αρχή εκτέλεσης αναγνωρίζει άνευ ετέρου ΕΕΕ διαβιβασθείσα κατά τις διατάξεις του εν λογω Νόμου και της Οδηγίας 2014/41/ΕΕ και μεριμνά για την εκτέλεσή της κατά τον ίδιο τρόπο και διαδικασία, ως εάν επρόκειτο για ερευνητικό μέτρο διαταχθέν από αρχή της Δημοκρατίας, εκτός αν η κυπριακή αρχή εκτέλεσης αποφασίζει να επικαλεστεί έναν εκ των λόγων μη αναγνώρισης ή μη εκτέλεσης ή έναν εκ των λόγων αναβολής που προβλέπονται στον Νόμο και στην Οδηγία 2014/41/ΕΕ.

 

Σύμφωνα δε με το αρ. 14 του Ν.181(I)/2017, το οποίο συνάδει με το αρ. 13 της Οδηγίας 2014/41/ΕΕ, η κυπριακή αρχή εκτέλεσης διαβιβάζει χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση στο κράτος έκδοσης τα αποδεικτικά στοιχεία που συγκέντρωσε ή που βρίσκονται ήδη στην κατοχή των αρμοδίων αρχών της Δημοκρατίας, ως αποτέλεσμα της εκτέλεσης της ΕΕΕ. Περιπλέον, σε περίπτωση που ζητείται στην ΕΕΕ και, ει δυνατόν, βάσει του δικαίου της Δημοκρατίας, τα αναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία διαβιβάζονται απευθείας στις αρμόδιες αρχές του κράτους έκδοσης.

 

Ως περαιτέρω ορίζει το αρ. 14 του Ν.181(I)/2017, η διαβίβαση των αποδεικτικών στοιχείων δύναται να ανασταλεί, όσο εκκρεμεί απόφαση σχετικά με ένδικο μέσο, εκτός αν η αρχή έκδοσης έχει αποδείξει επαρκώς στην ΕΕΕ ότι η άμεση διαβίβαση είναι ουσιώδους σημασίας για την ορθή διεξαγωγή της έρευνας ή τη διαφύλαξη των ατομικών δικαιωμάτων, ωστόσο η διαβίβαση αποδεικτικών στοιχείων αναστέλλεται σε περίπτωση που θα προκαλούσε σοβαρή και μη αναστρέψιμη ζημία στο ενδιαφερόμενο πρόσωπο.

 

Ως έχει νομολογηθεί, η απόφαση για κατακράτηση τεκμηρίων θεωρείται αυτοτελής απόφαση, η οποία, αν και άμεσα συνδεδεμένη με το ένταλμα έρευνας, εντούτοις έχει τη δική της αυτοτέλεια, εφόσον ο δικαστής, δυνάμει των Άρθρων 27 - 34 του Κεφαλαίου 155, έχει ευρεία διακριτική ευχέρεια να χειριστεί αντικείμενα που κατασχέθηκαν, ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης.[3]

 

Διάταγμα δε που εκδίδεται βάσει του άρθρ. 32(1) του Κεφ. 155, μπορεί να εφεσιβληθεί, ενώ όπως κάθε άλλη δικαστική διαταγή, μπορεί να αναθεωρηθεί βάσει των προνομιακών ενταλμάτων, αν συντρέχουν οι αναγκαίες προϋποθέσεις. Επιπρόσθετα, οι διατάξεις του άρθρου 32(1) του Κεφ. 155, παρέχουν εξουσία στο Δικαστήριο να διατάξει την κράτηση και φύλαξη αντικειμένων από τις αστυνομικές Αρχές, που κατασχέθηκαν βάσει του άρθρου 27, για καθορισμένο χρονικό διάστημα ή μέχρι την αποπεράτωση ποινικής διαδικασίας η οποία ήθελε προκύψει από τις ανακρίσεις.[4] 

 

Διαφωτιστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση της Έντιμης κας Δημητριάδου-Ανδρέου Δ., ημερ. 11.7.2025, στην Αίτηση του Π.Τ. για την έκδοση εντάλματος προνομιακής φύσεως υπ’ αρ. 123/2025:

 

«Η εξουσία για κατακράτηση αντικειμένων τα οποία ανευρέθηκαν και κατασχέθηκαν στα πλαίσια εκτέλεσης εντάλματος έρευνας δυνάμει του Άρθρου 27 του Κεφ. 155 παρέχεται από το Άρθρο 32(1), στο οποίο ορίζεται ότι πράγμα που έχει κατασχεθεί κατά την εκτέλεση εντάλματος έρευνας και προσκομιστεί ενώπιον Δικαστή, όπως προβλέπεται στο Άρθρο 27, δύναται να κατακρατηθεί μέχρι την αποπεράτωση οποιασδήποτε ποινικής διαδικασίας η οποία είναι δυνατό να διεξαχθεί σε σχέση με αυτό. Το Άρθρο 33 παρέχει εξουσία στο Δικαστήριο για την έκδοση διατάγματος κατακράτησης σε σχέση με περιουσία η οποία, στο πλαίσιο εκτέλεσης εντάλματος έρευνας που εξουσιοδοτούσε τη διενέργεια έρευνας σε συγκεκριμένο χώρο, έχει κατασχεθεί χωρίς η εν λόγω περιουσία να αναφέρετο στο ένταλμα έρευνας […].

Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση του Κ.Ν., Πολιτική Αίτηση Αρ. 181/2021, ημερ. 25/10/2022, οι πρόνοιες των Άρθρων 32 και 33 διαφέρουν ως προς το ότι στην περίπτωση του Άρθρου 32, η περιουσία της οποίας, δυνατό να διαταχθεί η κατακράτηση, αναφέρεται στο ένταλμα, ως το αντικείμενο διενεργούμενης, στη βάση αυτού, έρευνας ενώ στην περίπτωση του Άρθρου 33, η κατασχεθείσα περιουσία δεν αναφέρεται στο ένταλμα […].

 

Είναι σημαντικό στο σημείο αυτό να επισημάνουμε ότι η απόφαση του Δικαστηρίου για κατακράτηση τεκμηρίων θεωρείται αυτοτελής απόφαση η οποία, αν και άμεσα συνδεδεμένη με το ένταλμα έρευνας, εντούτοις έχει τη δική της αυτοτέλεια (C.TTobacco Ltd κ.ά. ν. Τμήματος Τελωνείων (2003) 2 Α.Α.Δ. 212). Τόσο νομικά όσο και δικονομικά υφίσταται σαφής διάκριση μεταξύ της κατάσχεσης και μεταφοράς πραγμάτων και αντικειμένων που εντοπίστηκαν κατά την έρευνα αφενός και της κατακράτησης και διάθεσης τους αφετέρου. Όπως από το Νόμο οριοθετούνται και ρυθμίζονται τα ξεχωριστά στάδια της διαδικασίας, το πρώτο στάδιο αφορά την έρευνα στο πλαίσιο της οποίας, εφόσον κάτι τέτοιο κρίνεται αναγκαίο για τους σκοπούς της αστυνομικής έρευνας, επιτρέπεται η κατάσχεση αντικειμένων μέχρι αυτά να παρουσιαστούν ενώπιον του Δικαστηρίου για την εξασφάλιση διατάγματος κατακράτησης. Το δεύτερο στάδιο αφορά την περαιτέρω κράτηση των κατασχεθέντων αντικειμένων μέσω της έκδοσης διατάγματος κατακράτησης, αφού προηγήθηκε η πρώτη φάση μέσω της κατάσχεσης κατά την εκτέλεση εντάλματος έρευνας η οποία παρέχει, ως ήδη πιο πάνω επισημάνθηκε, περιορισμένο δικαίωμα κράτησης τους μέχρι την παρουσίαση τους, το συντομότερο δυνατόν ενώπιον του Δικαστηρίου. Σκοπός δε των διαδικασιών αναφορικά με την κατακράτηση τεκμηρίων είναι ο καθορισμός της τύχης των παραληφθέντων και κατασχεθέντων αντικειμένων και πραγμάτων πέραν της περιόδου που έπεται της έρευνας. Το δεύτερο αυτό στάδιο, ως ήδη πιο πάνω έχει επισημανθεί, αν και ακολουθεί τη διεκπεραίωση της έρευνας, θεωρείται αυτοτελές. Η πιο πάνω επισήμανση γίνεται για να τονισθεί η διάκριση που υφίσταται μεταξύ των δύο ξεχωριστών σταδίων και των δύο διαδικασιών και της αυτοτέλειας που χαρακτηρίζει την κάθε μια από αυτές. Ό,τι δε απασχολεί, εν προκειμένω, είναι η νομιμότητα της διαδικασίας που ακολουθήθηκε για την κατακράτηση τεκμηρίων…».

  

(Η υπογράμμιση και η έμφαση είναι του Δικαστηρίου).

 

Παραπέμπω επίσης στην Αίτηση του Π.Τ. για την έκδοση εντάλματος προνομιακής φύσεως υπ’ αρ. 174/2025, όπου μεταξύ άλλων αναφέρεται ότι:

 

«Προαπαιτούμενο της ύπαρξης αυτής της εξουσίας του Δικαστηρίου είναι η διασύνδεση των τεκμηρίων με τα αδικήματα, η οποία (διασύνδεση) πρέπει να προκύπτει από την ένορκη δήλωση του αστυνομικού που υποστηρίζει την αίτηση κατακράτησης. Η απουσία τέτοιας διασύνδεσης αφαιρεί το βάθρο της εξουσίας του Δικαστηρίου, δυνάμει του Άρθρου 32».

 

Πέραν των ανωτέρω, θα πρέπει να επισημανθεί ότι η παρούσα περίπτωση, ενόψει του διασυνοριακού χαρακτήρα της, διέπεται και από τις πρόνοιες του περί Διεθνούς Συνεργασίας σε Ποινικά Θέματα Νόμου του 2001, Ν.23(Ι)/2001.

 

Εξέταση της Αίτησης και Συμπεράσματα Δικαστηρίου

 

Έχω θέσει υπόψη μου και μελέτησα το σύνολο των όσων τέθηκαν στην Αίτηση, στην Ένσταση, στις κατατεθείσες Ένορκες Δηλώσεις, καθώς και στις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων.

 

Επανερχόμενη στα περιστατικά της παρούσας, διαπιστώνω αρχικά, από τα όσα τέθηκαν ενώπιόν μου, ότι το ένταλμα έρευνας ημερ. 5.9.2025, περιλαμβάνει στα αναζητούμενα αντικείμενα ηλεκτρονικούς υπολογιστές, σκληρούς δίσκους, ηλεκτρονικούς λογαριασμούς cloud και υπολογιστικά νέφη (cloud), στα οποία περιλαμβάνονται τα τεκμήρια τα οποία παραλήφθηκαν κατά τη διενέργεια των ερευνών και των οποίων ζητείται η κατακράτηση. Επομένως, ορθά η Αίτηση βασίζεται επί του αρ. 32 του Κεφ. 155.

 

Προχωρώντας σε εξέταση των εγειρόμενων λόγων ένστασης, διαπιστώνω καταρχάς ότι οι πλείστοι αφορούν στο κατά πόσο ορθώς εκδόθηκε το ένταλμα έρευνας. Έπεται, ότι οι συγκεκριμένοι ισχυρισμοί θα μπορούσαν να είχαν εγερθεί μέσα στο πλαίσιο άλλης διαδικασίας, στοχεύουσας στην ακύρωση του εν λόγω εντάλματος έρευνας. Επισημαίνεται, ότι η εξουσία του Δικαστηρίου μέσα στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας, περιορίζεται στο κατά πόσο θα διαταχθεί η κατακράτηση των τεκμηρίων που αναφέρονται στην Αίτηση η οποία έχει τεθεί ενώπιόν του.

 

Έχοντας αναφέρει τα ανωτέρω, προχωρώ σε εξέταση των εγειρόμενων λόγων ένστασης. Για τους λόγους που θα εξηγήσω ευθύς αμέσως, δεν θεωρώ ότι ευσταθεί οιοσδήποτε εκ των εγειρόμενων λόγων ένστασης.

 

1ος Λόγος Ένστασης: Δεν αποκαλύπτεται και/ή δεν προκύπτει διασύνδεση και/ή συσχετισμός των κατασχεθέντων τεκμηρίων με τα υπό διερεύνηση ποινικά αδικήματα και/ή περιγραφή τους είναι γενική και η αόριστη.

 

Επισημαίνεται αρχικά, ότι η διεξαγωγή της έρευνας έγινε βάσει ειδικής νομοθεσίας, μέσα στο πλαίσιο αναγνώρισης και εκτέλεσης ΕΕΕ που απέστειλαν οι γαλλικές αρχές.

 

Διερχόμενη της ένορκης δήλωσης η οποία συνοδεύει την Αίτηση, διαπιστώνω ότι γίνεται σε αυτήν λεπτομερέστατη και εκτενής αναφορά στα αδικήματα που διερευνούν οι γαλλικές αρχές, στις καταγγελίες που υποβλήθηκαν από κατοίκους Γαλλίας, στον τρόπο με τον οποίο φαίνεται να ενεργούσαν οι δράστες και στα ηλεκτρονικά και περίπλοκα μέσα που χρησιμοποιούσαν, καθώς επίσης και στο πως οι έρευνες των γαλλικών αρχών οδήγησαν στον εντοπισμό της Καθ’ ης η αίτηση και άλλων ύποπτων προσώπων.

 

Περαιτέρω, τα Τεκμήρια των οποίων ζητείται η κατακράτηση μέσω της υπό κρίση Αίτησης, περιλαμβάνονται στα αντικείμενα σε σχέση με τα οποία εκδόθηκε το ένταλμα έρευνας ημερ. 5.9.2025. Είναι σημαντικό να σημειωθεί, ότι λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο η φύση των διερευνώμενων αδικημάτων, ήτοι ότι πρόκειται περί ηλεκτρονικής απάτης και οικονομικού εγκλήματος, αδικήματα τα οποία φαίνεται να διαπράχθηκαν με τη χρήση περίπλοκων ηλεκτρονικών μέσων και εταιρικών δομών, κατά τον τρόπο που περιγράφεται στον όρκο της Αστ. [ ].

Σε σχέση δε με τον φορητό ηλεκτρονικό υπολογιστή, σημειώνω ότι, ως προκύπτει από τον όρκο της Αστ. [ ], αυτός συνδέεται με λογαριασμό που χρησιμοποιείται από υπάλληλο της Καθ’ ης η αίτηση, πρόσωπο το οποίο επίσης θεωρείται ύποπτο, μέσα στο πλαίσιο διερεύνησης της όλης υπόθεσης.

 

Σύμφωνα δε με την εισαγωγική σκέψη 34 της Οδηγίας 2014/41/ΕΕ, η εκτίμηση κατά πόσο ένα στοιχείο πρέπει να χρησιμεύσει ως αποδεικτικό στοιχείο, άρα ως αντικείμενο μιας ΕΕΕ, ανήκει στην αρχή έκδοσης, δηλαδή στην προκειμένη περίπτωση, τη Γαλλία.

 

Ως εκ των άνω, δεν συμμερίζομαι τη θέση ότι δεν αποκαλύπτεται διασύνδεση των κατασχεθέντων τεκμηρίων με τα υπό διερεύνηση ποινικά αδικήματα και ότι η περιγραφή τους είναι γενική και η αόριστη, λαμβανομένης υπόψη της φύσης της παρούσας διαδικασίας, του γεγονότος ότι η λήψη των τεκμηρίων αποτελεί απότοκο εκτέλεσης ΕΕΕ, αλλά και του γεγονότος ότι δεν τέθηκε ενώπιόν μου οποιοσδήποτε ισχυρισμός ότι για τα διερευνώμενα αδικήματα, εκκρεμεί τυχόν έρευνα από τις αρχές της Κυπριακής Δημοκρατίας.

 

Ενόψει των πιο πάνω, ο 1ος Λόγος Ένστασης απορρίπτεται.

 

2ος Λόγος Ένστασης: Η Αίτηση και εκτέλεση του εντάλματος έρευνας παραβιάζει τις αρχές της αναλογικότητας και της αναγκαιότητας λόγω της κατάσχεσης απροσδιόριστων τεκμηρίων.

 

Αποτελεί ισχυρισμό της Καθ’ ης η αίτηση, ότι παραβιάστηκε η αρχή της αναλογικότητας και της αναγκαιότητας, ένεκα της κατάσχεσης απροσδιόριστων τεκμηρίων, πέραν αυτών που εξουσιοδοτούσε το ένταλμα έρευνας, ενώ δεν αναφέρθηκε ποια ηλεκτρονικά δεδομένα από τον διακομιστή νέφους είναι αποθηκευμένα στο Τεκμήριο 2, παρά μόνο ότι ήταν αποθηκευμένα στον διακομιστή νέφους της Καθ’ ης η αίτηση. Κατασχέθηκαν περαιτέρω, ηλεκτρονικά δεδομένα που αφορούν σε άλλα πρόσωπα.

 

Αρχικά, σημειώνω ότι δεν θεωρώ ότι η ανωτέρω επιχειρηματολογία άπτεται της ουσίας του πράγματος, καθώς σχετίζεται με το κατά πόσον ορθώς εκδόθηκε και εκτελέστηκε το ένταλμα έρευνας, ζήτημα το οποίο ωστόσο δεν θα κρίνει το Επαρχιακό Δικαστήριο που επιλαμβάνεται την υπό κρίση Αίτηση. Τυχόν δε παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας και της αναγκαιότητας, αφορά στη διερεύνηση που διενεργείται από πλευράς γαλλικών αρχών.

 

Υπενθυμίζεται, ότι πρόκειται για υπόθεση που διερευνούν οι γαλλικές αρχές και οι αρχές της Κυπριακής Δημοκρατίας ενήργησαν βάσει της σχετικής νομοθεσίας, για σκοπούς εκτέλεσης του εκδοθέντος εντάλματος έρευνας, βάσει της αρχής της αμοιβαιότητας. Συνεπακόλουθα, τα όσα αφορούν στην ουσία της υπόθεσης, αφορούν στα διαβήματα που λαμβάνονται από τις γαλλικές αρχές.

 

Εν πάση περιπτώσει, για σκοπούς πληρότητας της παρούσας, σημειώνω ότι διερχόμενη της ένορκης δήλωσης της Αστ. [ ], διαπιστώνω ότι σε αυτήν αναφέρεται ότι κατά την έρευνα της 16.9.2025, επιτεύχθηκε πρόσβαση στον διακομιστή νέφους της Καθ’ ης η αίτηση και καθ’ υπόδειξη του εκπροσώπου των αρχών της Γαλλίας που ήταν παρών στην έρευνα, επιλέχθηκαν αρχεία και μέλος του Δικανικού Εργαστηρίου Ηλεκτρονικών Δεδομένων της Αστυνομίας Κύπρου άρχισε την εξαγωγή τους και αποθήκευσή τους σε σκληρό δίσκο της Αστυνομίας Κύπρου.

 

Ως εκ των άνω, ούτε ο 2ος Λόγος Ένστασης ευσταθεί.

 

3ος Λόγος Ένστασης: Δεν αποκαλύπτεται και/ή δεν προκύπτει χρονική διάρκεια στην κατακράτηση των αντικειμένων αντίθετα αυτή φαίνεται να είναι επ’ άπειρον.

 

Αναφορικά με τον χρόνο εντός του οποίου δυνατό να κατακρατούνται τεκμήρια, παραπέμπω στο αρ. 32(1) του Κεφ. 155, όπου αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι οτιδήποτε έχει κατασχεθεί κατά την εκτέλεση εντάλματος έρευνας και προσκομιστεί ενώπιον Δικαστή, όπως προβλέπεται στο άρθρο 27, το πράγμα αυτό δύναται να κατακρατηθεί μέχρι την αποπεράτωση οποιασδήποτε ποινικής διαδικασίας η οποία είναι δυνατό να διεξαχθεί σε σχέση με αυτό.

 

Σύμφωνα δε με το αρ. 14 του Ν.181(Ι)/2017, η κυπριακή αρχή εκτέλεσης διαβιβάζει, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, στο κράτος έκδοσης, τα αποδεικτικά στοιχεία που συγκέντρωσε ή που βρίσκονται ήδη στην κατοχή των αρμόδιων αρχών της Δημοκρατίας, ως αποτέλεσμα της εκτέλεσης της ΕΕΕ.

Όπως μάλιστα το ίδιο άρθρο προβλέπει, στο εδάφιο (3), κατά τη διαβίβαση των συγκεντρωθέντων αποδεικτικών στοιχείων, η κυπριακή αρχή εκτέλεσης επισημαίνει κατά πόσο επιθυμεί όπως τα εν λόγω αποδεικτικά στοιχεία επιστραφούν στη Δημοκρατία μόλις παύσουν να είναι απαραίτητα στο κράτος έκδοσης, ενώ υπάρχει και πρόνοια, σε περίπτωση που τα ίδια αντικείμενα είναι χρήσιμα για άλλη διαδικασία, ώστε αυτά να διαβιβαστούν προσωρινά και να επιστραφούν στην Κυπριακή Δημοκρατία, μόλις παύσουν να είναι απαραίτητα στο κράτος έκδοσης ή σε οποιαδήποτε άλλη χρονική στιγμή ή υπό οποιαδήποτε περίσταση που θα συμφωνηθεί μεταξύ των αρμοδίων αρχών.

 

Τα όσα δε αφορούν στην κατ’ ισχυρισμό παραβίαση του δικαιώματος στην ιδιοκτησία, δυνάμει του αρ. 23 του Συντάγματος, το οποίο, επισημαίνω, δεν συνιστά απόλυτο δικαίωμα, αλλά υπόκειται σε περιορισμούς με βάση το Σύνταγμα, δεν θεωρώ ότι άπτονται της παρούσας διαδικασίας.

 

Εν πάση δε περιπτώσει, για σκοπούς πληρότητας, σημειώνω, ότι δεν θεωρώ ότι ο όποιος περιορισμός ενδεχομένως να προκύπτει σε σχέση με το εν λόγω δικαίωμα, ένεκα της εκτέλεσης εντάλματος έρευνας, το οποίο σκοπεί στη διερεύνηση και πάταξη του εγκλήματος, είναι δυσανάλογος, καθότι σε τέτοιες περιπτώσεις υπερέχει το δημόσιο συμφέρον, κατά τα διαλαμβανόμενα του αρ. 23(3) του Συντάγματος, ενώ δεν φαίνεται υπό τις περιστάσεις να υπάρχει άλλο καταλληλότερο ερευνητικό μέτρο.[5]

 

Συνεπακόλουθα, ο 3ος Λόγος Ένστασης απορρίπτεται.

 

4ος Λόγος Ένστασης: Η Αίτηση και η εκτέλεση του εντάλματος έρευνας παραβιάζει το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ και της αρχής της ελαχιστοποίησης της επέμβασης λόγω μαζικής και δυσανάλογης κατάσχεσης δεδομένων.

 

Ο συγκεκριμένος λόγος ένστασης σχετίζεται με τα όσα αναφέρονται ανωτέρω, σε σχέση με τον 2ο λόγο ένστασης και θεωρώ ότι ισχύουν κατ’ αναλογία τα όσα αναφέρονται ανωτέρω.

 

Συνεπώς και ο 4ος Λόγος Ένστασης απορρίπτεται.

 

Κατάληξη Δικαστηρίου

 

Εν κατακλείδι, έχοντας κατά νου την αρχή περί δημιουργίας ενός χώρου ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης στην Ένωση, που να βασίζεται στην αμοιβαία εμπιστοσύνη και στο τεκμήριο συμμόρφωσης των άλλων κρατών μελών με το δίκαιο της Ένωσης και με τα θεμελιώδη δικαιώματα, σε συνάρτηση με τα όσα τέθηκαν ενώπιόν μου μέσα στο πλαίσιο της παρούσας, θεωρώ ότι η έγκριση της Αίτησης είναι ορθή και δίκαιη και ότι ουδείς λόγος προβλήθηκε που να με οδηγήσει σε αντίθετη κατάληξη.

 

Συνεπακόλουθα, εκδίδεται διάταγμα για την κατακράτηση από την Αστυνομία των Τεκμηρίων που αναφέρονται στην Αίτηση, μέχρι την αποπεράτωση οποιασδήποτε ποινικής διαδικασίας, η οποία δυνατό να διεξαχθεί σε σχέση με αυτά στη Γαλλία.

 

Ενόψει της φύσης της διαδικασίας, δεν εκδίδεται οποιαδήποτε διαταγή για έξοδα.

 

 

 

………………………

Χρ. Γ. Ππεκρή, Ε.Δ.

Πιστό Αντίγραφο

 

Πρωτοκολλητής



[1] Ησαϊα Ανδρέας κ.α. ν. Αστυνομίας (2013) 2 ΑΑΔ 669.

 

[2] Ησαϊα Ανδρέας κ.α. ν. Αστυνομίας (2013) 2 ΑΑΔ 669.

 

[3] Ησαϊα Ανδρέας κ.α. ν. Αστυνομίας (2013) 2 ΑΑΔ 669.

[4] Concrete Mix Ltd v. Αστυνομίας (1991) 2 Α.Α.Δ. 360.

[5] Βλ. σκέψη 16 της Οδηγίας 2014/41/ΕΕ.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο