ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. Μ. Κ., Υπόθεση αρ. 19419 / 2024, 16/2/2026
print
Τίτλος:
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. Μ. Κ., Υπόθεση αρ. 19419 / 2024, 16/2/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.

 

Υπόθεση αρ. 19419 / 2024

 

 

 

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ

 

 

 

v.

 

 

Μ. Κ.

 

__________________________

 

Ημερομηνία: 16 Φεβρουαρίου 2026

Εμφανίσεις:

Π. Αβρααμίδης, για την Κατηγορούσα Αρχή

Ν. Καλλής, για τον Κατηγορούμενο

Κατηγορούμενος: παρών

 

ΠΟΙΝΗ

(ex tempore)

 

Κατόπιν ομολογίας ενοχής, το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινές, στις κατηγορίες επί του κατηγορητηρίου:

 

1η Κατηγορία, 2η Κατηγορία: ότι ο Κατηγορούμενος την 05.07.2022, στη Λεμεσό, είχε στην κατοχή του ελεγχόμενο φάρμακο τάξης Β, δηλαδή 79,82 γραμμάρια φυτού κάνναβης από το οποίο δεν είχε εξαχθεί η ρητίνη με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα και χωρίς την άδεια του Υπουργού Υγείας.

 

3η Κατηγορία: ότι την 04.07.2022, στη Λεμεσό, κάπνισε φυτό κάνναβης από το οποίο δεν είχε εξαχθεί η ρητίνη.

 

Στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης, λαμβάνεται υπόψη και η υπόθεση 2954/2025 Ε.Δ. Λεμεσού, η οποία αφορά σε κατηγορία κλοπής μιας μοτοσικλέτας, αξίας €2.000, το 2024.

 

Η κατοχή κάνναβης χωρίς άδεια και με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα απαγορεύεται με βάση τον περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμο 29/77. Για την κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β’ με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα [1η Κατηγορία], κατά το άρθρο 6 § 3, με βάση το άρθρο 30 § 1 και τον Τρίτο Πίνακα, η προβλεπόμενη στον νόμο ποινή είναι η δια βίου φυλάκιση ή και χρηματική ποινή. Για την κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β’, όπως είναι η κάνναβη, χωρίς την άδεια του Υπουργού Υγείας [2η Κατηγορία], κατά το άρθρο 6 § 2, με βάση το άρθρο 30 § 1 και τον Τρίτο Πίνακα, η προβλεπόμενη από τον νόμο ποινή είναι μέχρι οκτώ έτη φυλάκιση ή και χρηματική ποινή. Όμοιας φύσης και έκτασης είναι και η προβλεπόμενη ποινή για το κάπνισμα κάνναβης. Επιπλέον, υπάρχουν ορισμένες δυνατότητες έκδοσης διαταγμάτων, εάν κρίνεται αναγκαίο. Δεν ισχύουν στην προκειμένη περίπτωση οι ειδικότερες ρυθμίσεις του άρθρου 30 § 2 για την περιορισμένη ποινή σε νεαρά άτομα, λόγω της προσθήκης της κατηγορίας που αναφέρεται στην κατοχή με σκοπό την προμήθεια.

 

Έχω υπόψη μου τις αρχές της επιμέτρησης και της επιβολής ποινών με βάση την εγχώρια νομολογία. Η επιμέτρηση αρχίζει από την ανώτατη προβλεπόμενη στον νόμο ποινή, η οποία αποτελεί το θεσμικό σημείο αναφοράς για τον καθορισμό του είδους και της έκτασης της ποινής[1]. Η ποινή, κατά την επιβολή της, πρέπει να εξατομικεύεται. Για τον σκοπό αυτό λαμβάνονται υπόψη οι περιστάσεις που περιβάλλουν τη διάπραξη του συγκεκριμένου αδικήματος και η έκταση της βλάβης που προκλήθηκε σε πραγματικό χρόνο, ως πιο αντικειμενικοί παράγοντες, από τους οποίους προσδιορίζεται η κλίμακα έντασης ή σοβαρότητας του αδικήματος[2]. Ακολούθως λαμβάνονται υπόψη και πιο υποκειμενικοί ή μεταβλητοί παράγοντες, που άπτονται του προσώπου του κατηγορουμένου και δυνατόν να λειτουργήσουν είτε ως ελαφρυντικοί είτε ως επιβαρυντικοί. Η επιμέτρηση δεν ακολουθεί μαθηματικό τύπο ούτε δεσμευτική μεθοδολογία∙ η διάκριση μεταξύ αντικειμενικών και υποκειμενικών παραγόντων είναι εγγενής στην αρχή της εξατομίκευσης και υπηρετεί την αναλογικότητα της ποινής. Ως αποτέλεσμα, η ανώτατη προβλεπόμενη στον νόμο ποινή επιφυλάσσεται για τα χειρότερα αδικήματα του είδους τους[3], ενώ η ποινή που τελικώς επιβάλλεται πρέπει να είναι ανάλογη με τη σοβαρότητα του κάθε αδικήματος. Όπου είναι εφικτό, γίνεται στάθμιση με τυχόν καθοδηγητικά πλαίσια που δίδει η νομολογία για περιπτώσεις που ομοιάζουν. Η εξατομίκευση της ποινής, που είναι καθήκον του Δικαστηρίου, δεν μπορεί να εξουδετερώνει οποιονδήποτε από τους σκοπούς της ποινής[4], όπως η αποτροπή, η προστασία της κοινωνίας και η αναμόρφωση, αλλά και η ποινή, κατά την επιβολή της, δεν θα πρέπει να αποσυνδέεται από την πραγματική διάσταση της εγκληματικότητας στην κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Το Δικαστήριο συνηθέστερα καταλήγει να κινείται στα ανώτατα όρια της ποινής όταν η φύση του εγκλήματος είναι τέτοια ώστε να επιβάλλονται εξαιρετικά μέτρα αποτροπής, χάριν της προστασίας του κοινωνικού συνόλου, και παράλληλα το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου είναι βεβαρημένο[5]. Γίνεται πάντοτε προσπάθεια αποφυγής της ποινής φυλάκισης όπου δεν είναι απολύτως αναγκαία∙ όπου είναι απολύτως αναγκαία, η έκτασή της περιορίζεται όσο το δυνατόν, ώστε να εξυπηρετηθούν οι σκοποί για τους οποίους επιβάλλεται.

 

Τα γεγονότα που εκτέθηκαν σχετικά με την παρούσα υπόθεση είναι εκτενή, περιγράφοντας τον τρόπο με τον οποίο διαπιστώθηκε η διάπραξη των αδικημάτων και τις ανακριτικές πράξεις. Έχουν, στην πλήρη τους μορφή, καταγραφεί στα πρακτικά της διαδικασίας, και στο Τεκμήριο Α.  Εκ των όσων έχουν λεχθεί, σημειώνεται πως δεν συντρέχουν παράγοντες, από τους προβλεπόμενους στο άρθρο 30 ν.29/77, που να καθιστούν τα αδικήματα «ιδιαίτερα σοβαρά», χωρίς ασφαλώς να σημαίνει πως στερούνται σοβαρότητας. Δεν υπάρχει εγκληματική οργάνωση ή ομαδική δράση ούτε διακίνηση σε ειδικούς χώρους προστασίας ή υπό ιδιότητες που προσθέτουν στην απαξία. Ωστόσο, και η διακίνηση κάνναβης, έστω πιο μικρών ποσοτήτων, είναι σοβαρή, εφόσον συνιστά τον συνδετικό κρίκο στην αλυσίδα που τροφοδοτεί την εμπορία. Ακόμα κι αν ο δράστης, σε τέτοιες περιπτώσεις, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως ο ιθύνων νους της συγκεκριμένης διακίνησης ναρκωτικών, ο ρόλος του τον καθιστά αναπόσπαστο και αναγκαίο μέρος της αλυσίδας της διακίνησης[6]. Λαμβάνεται υπόψη πως επρόκειτο για 79,82 γραμμάρια φυτού κάνναβης (τάξεως Β’), χωρίς την εξαγωγή της ρητίνης, ποσότητα που δεν υπάρχουν ενδείξεις πως πράγματι διακινήθηκε σε άλλα πρόσωπα, πλην του παραδεδεγμένου σκοπού.

 

Σχετικά με την υπόθεση 2954/2025 Ε.Δ. Λεμεσού, επίσης, αναφέρθηκαν σε έκταση τα γεγονότα, και καταγράφονται στο Τεκμήριο Β, και περιγράφουν τον τρόπο εντοπισμού της μοτοσικλέτας και τις ανακριτικές πράξεις που ακολούθησαν. Δεν υπάρχει οργανωμένη εγκληματική δράση ή επιδεξιότητα, υπάρχει το στοιχείο της απερισκεψίας. Η έκταση της βλάβης ήταν περιορισμένη στην πρόσκαιρη περουσιακή απώλεια του ιδιοκτήτη, ο οποίος ανέφερε, επιβεβαιώνοντας τη θέση, πως η μοτοσικλέτα είχε κλαπεί από ανοικτό χώρο, χωρίς ο ίδιος να έχει καταγγείλει την κλοπή της. Δεν υπήρξε πρόσθετη ζημιά στη μοτοσικλέτα, που έχει επιστραφεί στον ιδιοκτήτη της.

 

Πρόσθετα, λαμβάνονται υπόψη, στον βαθμό που είναι εφικτό, οι προσωπικές και οικογενειακές συνθήκες, όπως εκτέθηκαν στην έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, που είναι ενώπιον του Δικαστηρίου, και όπως επίσης αναφέρθηκαν κατά τον μετριασμό. Περιλαμβάνουν την ηλικία των 23 περίπου ετών (κατά τον χρόνο διάπραξης των αδικημάτων περίπου 19 ετών), την καταγωγή από οικογένεια με αξιοπρεπείς εργασίες, που παρέχει υποστηρικτικό περιβάλλον. Υπάρχει επαγγελματική ενασχόληση με την κομμωτική, από την οποία υπάρχει η δυνατότητα εξασφάλισης εισοδήματος. Υπήρξε χρήση ναρκωτικών, μετά το σοβαρό ατύχημα, την περίοδο της στρατιωτικής θητείας, για το οποίο χρειάστηκε χειρουργείο στον αυχένα. Με προσπάθεια, έχει επιτευχθεί η απεξάρτηση (Τεκμήριο Γ).

 

Το γεγονός πως δεν έχουν προσφερθεί προηγούμενες καταδίκες λαμβάνεται επίσης υπόψη. Το λευκό ποινικό μητρώο αξιολογείται, αν και ο μετριαστικός του χαρακτήρας είναι μειωμένης βαρύτητας σε αδικήματα στα οποία η αποτροπή αναδεικνύεται σε πρωταρχικό σκοπό[7].

 

Η πάροδος του χρόνου από το 2022, που έχουν διαπραχθεί τα αδικήματα, μέχρι την καταχώριση της ποινικής υπόθεσης, το 2024, και μέχρι σήμερα, λαμβάνεται επίσης υπόψη. Συναρτάται με τις ουσιαστικές αλλαγές που έλαβαν χώρα στην προσωπική ζωή, εφόσον πλέον σήμερα δεν υπάρχει εξάρτηση στα ναρκωτικά, υπάρχει σταθερή εργασία και ένας καλός κοινωνικός δρόμος, με καλό υποστηρικτικό περιβάλλον, με προοπτικές υγιούς και ωφέλιμης κοινωνικής ζωής.

 

Τέλος, λαμβάνεται υπόψη η συνεργασία με την Αστυνομία και η παραδοχή, υπό τις περιστάσεις που έλαβαν χώρα, και η παραδοχή στο Δικαστήριο, που έγινε με την πρώτη δυνατή ευκαιρία.

 

Η κοινωνική διάσταση των ναρκωτικών και οι επιπτώσεις τους στο κοινωνικό σύνολο συνεχίζουν να απασχολούν τη Δικαιοσύνη, γεγονός που έχει οδηγήσει σε αυξημένη έμφαση στην αποτρεπτικότητα των ποινών στις υποθέσεις κατοχής με σκοπό προμήθειας[8].  

 

Η παρούσα υπόθεση δεν συνιστά μία από τις πλέον υψηλής απαξίας περιπτώσεις διακίνησης ελεγχόμενων ουσιών, εφόσον δεν προκύπτει οργανωμένη δράση, κέρδος ή διασπορά της ουσίας σε άλλα πρόσωπα. Ωστόσο, η κατοχή της κάνναβης με παραδεδεγμένο σκοπό την προμήθεια σε τρίτους εξακολουθεί να εντάσσεται στην κατηγορία πράξεων που τροφοδοτούν την παράνομη εμπορία ελεγχόμενων ουσιών. Η επιβολή ποινής φυλάκισης κρίνεται, συνεπώς, αναγκαία για την επίτευξη του σκοπού της ειδικής και γενικής αποτροπής, ακόμη και όταν ο δράστης δεν λειτουργεί στο επίπεδο του οργανωτή ή του κερδοσκόπου διακινητή. Όλα τα προαναφερόμενα, επιδρούν στην έκταση της ποινής.

 

Στην έκταση της ποινής επιδρά και το γεγονός ότι στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης λαμβάνεται υπόψη και η υπόθεση 2954/2025 Ε.Δ. Λεμεσού.

 

Θα επιβληθεί ποινή μόνον στην 1η Κατηγορία, η οποία καλύπτει την απαξία και των υπολοίπων που περιέχονται στο κατηγορητήριο της υπόθεσης αυτής.

 

Έχω υπόψη μου τη νομολογία, για σκοπούς στάθμισης της ποινής που θα επιβληθεί, με βάση την αρχή της αναλογικότητας[9].

 

Η ποινή των 8 μηνών ευρίσκεται εντός του εύρους των ποινών που έχουν επιβληθεί σε ανάλογες υποθέσεις κατηγορουμένων νεαρής ηλικίας, χωρίς ποινικό μητρώο και χωρίς ενδείξεις εμπορικής δομής στην κατοχή της ουσίας, που έχουν παραδεχθεί άμεσα. Προσεγγίζει και την ποινή που επιβλήθηκε στην υπόθεση που εισηγήθηκε η πλευρά της Υπεράσπισης.

 

Επιβάλλονται:

 

1η Κατηγορία: Ποινή φυλάκισης 8 μηνών.

 

2η Κατηγορία: Λόγω της επιβολής ποινής στην 1η Κατηγορία, καμία επιπλέον ποινή.

 

3η Κατηγορία: Λόγω της επιβολής ποινής στην 1η Κατηγορία, καμία επιπλέον ποινή.

 

Δεν εκδίδεται οποιοδήποτε άλλο διάταγμα.

 

Εξετάζεται η εισήγηση που έγινε για την αναστολή της εκτέλεσης της ποινής. Έχω υπόψη μου τις αρχές που διέπουν την αναστολή. Η εξουσία του Δικαστηρίου να αναστείλει την εκτέλεση της ποινής φυλάκισης ρυθμίζεται από τον περί της Υφ' όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμος 95/1972. Η εν λόγω εξουσία αφορά οποιαδήποτε ποινή φυλάκισης η οποία δεν υπερβαίνει τα τρία έτη. Με τον τροποποιητικό ν.186(1)/2013, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για αναστολή της ποινής φυλάκισης είχε διευρυνθεί, ώστε να μπορεί να αποφασίζεται στη βάση του συνόλου των περιστάσεων της υπόθεσης και των προσωπικών περιστάσεων του Κατηγορουμένου. Πρακτικά, το βασικό ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσον, ισοζυγίζοντας το σύνολο των περιστάσεων, θα μπορούσαν ή έπρεπε, αυτοί οι παράγοντες, να επενεργήσουν φυσιολογικά στο να δοθεί δικαιολογημένα στον Κατηγορούμενο μια «δεύτερη ευκαιρία»[10]. Δεν υπάρχει γενικός κανόνας. Η κάθε υπόθεση κρίνεται στη βάση των δικών της περιστατικών. Θεωρούνται εκ νέου οι συνθήκες διάπραξης του αδικήματος και οι προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορούμενου και αποδίδεται κατά κάποιον τρόπο «διπλή βαρύτητα» σ’ αυτούς[11]. Είναι απαραίτητο να εξετάζεται κατά πόσο η ποινή, φέρουσα αναστολή, θα αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος, εξυπηρετώντας τους πολλαπλούς σκοπούς της ποινής[12].

 

Έχω υπόψη μου τη σοβαρότητα των αδικημάτων, το πολύ νεαρό της ηλικίας του Κατηγορουμένου, τόσο κατά τον χρόνο διάπραξης των αδικημάτων όσο και σήμερα, και το γεγονός ότι δεν έχει βεβαρημένο μητρώο, σε συνάρτηση με το γεγονός πως ο κίνδυνος για το κοινωνικό σύνολο είναι ελέγξιμος, με την απαλλαγή του από την εξάρτηση. Τα δεδομένα της υπόθεσης διαφοροποιούνται από εκείνα στη Μιχαήλ ν. Αστυνομίας, ΠΕ 161/2024, 16.10.2025 και την εκεί παρατιθέμενη νομολογία. Υπήρχαν κατηγορίες για κατοχή ναρκωτικών τάξεως Α’ με σκοπό την προμήθεια και για προμήθεια. Διαφοροποίηση υπάρχει και από τα δεδομένα της Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Παπανικόλα, ΠΕ 214/2021, 19.1.2024, όπου τα 96,41γρ. ναρκωτικών ουσιών τάξεως Β ήταν ποσότητα επιμελώς διαμοιρασμένη σε 27 επιμέρους συσκευασίες, οι οποίες (εκτός μιας) είχαν ήδη ετοιμαστεί και ευρίσκοντο σε πλαστική τσάντα, ενώ δίπλα υπήρχε ηλεκτρονική ζυγαριά και 75 χαρτονομίσματα διαφόρων αξιών και όπου, παρά την πάροδο των ετών, ενώ δεν υπήρχε και ουσιαστική μεταβολή στις προσωπικές συνθήκες του κατηγορουμένου. Εκεί το Εφετείο διαφοροποιήθηκε από τις Γενικός Εισαγγελέας v. Κανάρη (Αρ.2) (2005) 2 ΑΑΔ 327 και Γενικός Εισαγγελέας v. Χρυσάνθου (Αρ.2) (2016) 2 ΑΑΔ 584. Στην προκειμένη περίπτωση, ο Κατηγορούμενος, σήμερα 23 περίπου ετών, βίωσε μία δύσκολη περίοδο όταν, λόγω σοβαρού ατυχήματος, χρειάστηκε να υποστεί χειρουργείο στον αυχένα. Οδηγήθηκε στη χρήση ναρκωτικών, πλαίσιο στο οποίο διαπράχθηκαν και τα αδικήματα που παραδέχθηκε, το 2022, κατάφερε να απαλλαγεί από την εξάρτηση, να αρχίσει να εργάζεται ως κουρέας και να έχει εισοδήματα και, με τη στήριξη της οικογένειάς του, η οποία είναι δομημένη και λειτουργική, να ορθοποδεί. Η μεταστροφή του κατηγορουμένου από εξαρτημένο χρήστη ουσιών προς μια σταθερή και παραγωγική κοινωνική ζωή εντάσσεται πλήρως στον σκοπό της αναμόρφωσης, ο οποίος αποτελεί συστατικό της ποινικής Δικαιοσύνης και δεν μπορεί να παραγνωρίζεται σε περιπτώσεις όπου είναι πραγματοποιήσιμος και ήδη ορατός. Η άμεση εκτέλεση της ποινής φυλάκισης θα είχε υψηλή πιθανότητα να ανατρέψει αυτή την πορεία, με αποτέλεσμα να υπονομευθεί ο ίδιος ο σκοπός της ποινής ως μέσο επανένταξης και προστασίας της κοινωνίας. Το μήνυμα της αποτροπής εξαντλείται,  υπό τα ιδιαίτερα δεδομένα της παρούσας υπόθεσης, στην επιβολή της ποινής φυλάκισης. Εγγύτερα προς την προσέγγιση των Γενικός Εισαγγελέας v. Κανάρη (ανωτέρω) και Γενικός Εισαγγελέας v. Χρυσάνθου (ανωτέρω), και χωρίς την ανάγκη αναδρομής στην αγγλική υπόθεση στην οποία έγινε παραπομπή από την Υπεράσπιση, το Δικαστήριο ασκεί τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ της έγκρισης του αιτήματος για αναστολή της εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης.

 

Η επιβολή της ποινής φυλάκισης, έστω και με αναστολή, διασφαλίζει την αποτρεπτική λειτουργία της ποινής τόσο προς τον Κατηγορούμενο όσο και προς το κοινωνικό σύνολο. Η αναστολή της εκτέλεσης δεν αίρει τη σοβαρότητα της καταδίκης, αλλά λειτουργεί ως κίνητρο συμμόρφωσης και σταθερής κοινωνικής επανένταξης. Η εμπειρία της δικαστικής υπόθεσης και η διαρκής απειλή ενεργοποίησης της ποινής, σε περίπτωση νέας διάπραξης αδικήματος, συνιστούν μέσα αποτροπής σε ευάλωτους νέους που έχουν ήδη δείξει ισχυρά σημάδια επαναφοράς σε υγιή κοινωνική λειτουργία. Συνεπώς, στην παρούσα υπόθεση, η αναστολή δεν συνιστά αποδυνάμωση της επιβληθείσας ποινής, αλλά μέσο πραγματοποίησης του σκοπού της ποινής.

 

Εκδίδεται διάταγμα για την αναστολή της εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης, για περίοδο 3 ετών από σήμερα.

 

Εξηγείται ότι: η ποινή που επιβλήθηκε είναι ποινή φυλάκισης για όλους τους σκοπούς της. Δόθηκε μία δεύτερη ευκαιρία. Σε περίπτωση που, εντός 3 ετών από σήμερα, διαπράξεις οποιοδήποτε αδίκημα τιμωρείται με ποινή φυλάκισης, σε περίπτωση καταδίκης, το Δικαστήριο, εκτός από την επιβολή ποινής για το νέο αδίκημα, είναι δυνατόν να ενεργοποιήσει και το σύνολο ή μέρος της ποινής φυλάκισης που επιβλήθηκε σε αυτή την υπόθεση.

 

Οδηγίες διαχείρισης τεκμηρίων προς την Κατηγορούσα Αρχή:

 

§ Η ουσία που αναφέρεται στις κατηγορίες να κατασχεθεί και να καταστραφεί.

 

[λήφθηκε υπόψη η υπόθεση 2954/2025 Ε.Δ. Λεμεσού]

 

(Υπ.) ……………………….

Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.

Πιστό Αντίγραφο

ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ



[1] Λεβέντης ν. Αστυνομίας (1999) 2 ΑΑΔ 632, Δημοκρατία ν. Κυριάκου (1990) 2 ΑΑΔ 264, 270, Souilmi v. Αστυνομίας (1992) 2 ΑΑΔ 248, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Πέτρου (1993) 2 ΑΑΔ 9, Λαζάρου ν. Δημοκρατίας (1992) 2 ΑΑΔ 129.

[2] Μιχαηλίδης v. Δημοκρατίας, ΠΕ 161/2020, 11.5.2022, ECLI:CY:AD:2022:B182, Γιαννακού ν. Δημοκρατία, ΠΕ 235/2023, 19.7.2024, Μιχαηλίδης v. Δημοκρατίας (1991) 2 ΑΑΔ 391, Δημοκρατία v. Κυριάκου (1990) 2 ΑΑΔ 264.

[3] Γενικός Εισαγγελέας v. Κυριάκου (2008) 2 ΑΑΔ 562, Ιακώβου ν. Αστυνομίας, ΠΕ 159/2024, 8.11.2024.

[4] Θεοχάρους ν. Αστυνομίας (2008) 2 ΑΑΔ 575.

[5] John v. Κυπριακής Δημοκρατίας (Αρ. 2) (1998) 2 ΑΑΔ 417, Antoniou v. Police (1983) 2 CLR 319.

[6] Μιχαήλ ν. Αστυνομίας, ΠΕ 161/2024, 16.10.2025, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Παπανικόλα, ΠΕ 214/2021, 19.1.2024.

[7] Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Μονιάτη (2000) 2 ΑΑΔ 553.

[8] Κλεομένης v. Δημοκρατίας (2013) 2 ΑΑΔ 350, Bora v. Δημοκρατίας, ΠΕ 79/17, ημερ. 13.3.18, ECLI:CY:AD:2018:B110, Γενικός Εισαγγελέας v. Πέτρου, ΠΕ 71/22, 1.12.22

[9] Βασιλείου v. Δημοκρατίας (1999) 2 ΑΑΔ 583, Ναζίπ v. Αστυνομίας (2014) 2(Β) ΑΑΔ 808, Γενικός Εισαγγελέας ν. Παπανικόλα, ΠΕ 214/2021, 19.1.2024.

[10] Ξενοφώντος ν. Αστυνομία, ΠΕ 9/2024, 19.7.2024, Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας (2010) 2 ΑΑΔ 22.

[11] Ξενοφώντος ν. Αστυνομία, ΠΕ 9/2024, 19.7.2024, Γενικός Εισαγγελέας ν. ΚαραολήΠΕ 230/19, 27.4.2021, ECLI:CY:AD:2021:B177, Γενικός Εισαγγελέας ν. ΜυλωνάΠΕ 65/2017, 14.12.2018, ECLI:CY:AD:2018:B537, Αριστοδήμου ν. ΔημοκρατίαςΠΕ 121/17, 21.9.2017, ECLI:CY:AD:2017:D311, Ιωσήφ ν. Δημοκρατίας (2012) 2 ΑΑΔ 930, Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας (2010) 2 ΑΑΔ 22.

[12] Γενικός Εισαγγελέας ν. Περατικού (1997) 2 ΑΑΔ 373, Σώζου ν. Αστυνομίας (2016) 2 ΑΑΔ 260.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο