ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ
Ενώπιον: Χρ. Γ. Ππεκρή, Ε.Δ.
Αίτηση Κατακράτησης Τεκμηρίων υπ’ αρ.: 151/2025
Αναφορικά με τη Μονομερή Αίτηση της Αστυνομίας ημερ. 3.11.2025 για έκδοση διατάγματος κατακράτησης των Τεκμηρίων που αναφέρονται στην Αίτηση μέχρι την αποπεράτωση οποιασδήποτε ποινικής διαδικασίας η οποία δυνατό να διεξαχθεί σε σχέση με αυτά στη Γαλλία
Ημερομηνία: 2 Μαρτίου 2026
Εμφανίσεις:
Για Διευθυντή Τμήματος Καταπολέμησης Εγκλήματος: κα Α. Τιμοθέου
Για Ενδιαφερόμενα Μέρη, M.R., L.R., E.A.: κ. Δ. Λοχίας
ΑΠΟΦΑΣΗ
[I] Εισαγωγή
Την 3.11.2025 η Αστυνομία αποτάθηκε μονομερώς στο Δικαστήριο, καταχωρώντας την υπό κρίση Αίτηση, δια της οποίας ζητείται η κατακράτηση των τεκμηρίων που κατασχέθηκαν κατά την εκτέλεση του εντάλματος έρευνας ημερ. 18.10.2025, στην οικία και στα υποστατικά του Ενδιαφερομένου Μέρους,M.R., μέχρι την αποπεράτωση οποιασδήποτε ποινικής διαδικασίας η οποία είναι δυνατό να διεξαχθεί σε σχέση με αυτά στη Γαλλία.
Η Αίτηση εδράζεται στα άρθρα 25, 26, 27 και 32 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, στα αρ. 9 και 10 του περί Διεθνούς Συνεργασίας σε Ποινικά Θέματα Νόμου του 2001, Ν.23(Ι)/2001, στον περί της Ευρωπαϊκής Εντολής Έρευνας σε Ποινικές Υποθέσεις Νόμο, Ν.181(Ι)/2017 και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου.
[II] Οι Εκατέρωθεν Θέσεις των Μερών
Την Αίτηση υποστηρίζει η ένορκη δήλωση του Α/Αστ. [ ] του Γραφείου Εκτέλεσης Ευρωπαϊκών Εντολών Έρευνας και Αιτημάτων Δικαστικής Συνδρομής του Τμήματος Καταπολέμησης Εγκλήματος – Αρχηγείο Αστυνομίας, το περιεχόμενο της οποίας παραθέτω συνοπτικώς, λαμβανομένης υπόψη της αρχής της εμπιστευτικότητας που καθιερώνεται μέσω του αρ. 20 του Ν. 181(Ι)/2017.
Ειδικότερα, ως αναφέρεται στην εν λόγω ένορκη δήλωση, οι γαλλικές αρχές διερευνούν αδικήματα τα οποία αντιστοιχούν στα ακόλουθα άρθρα της νομοθεσίας της Κυπριακής Δημοκρατίας:
1. Ορισμός ψευδών παραστάσεων, άρθρο 297 του Κεφ. 154.
2. Εξασφάλιση αγαθών με ψευδείς παραστάσεις, άρθρο 298 του Κεφ. 154.
3. Απάτη, άρθρο 300 του Κεφ. 154.
4. Συνομωσία για καταδολίευση, άρθρο 302 του Κεφ. 154.
5. Συνομωσία προς διάπραξη κακουργήματος, άρθρο 371 του Κεφ. 154.
6. Νόμος που κυρώνει τη Σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης κατά του εγκλήματος μέσω διαδικτύου που υπογράφτηκε στη Βουδαπέστη στις 23.11.2001, άρθρα 6, 8, 9, 10, 13.
7. Ο περί της Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμος του 2007, άρθρα 3, 4 και 5.
8. Ο περί της Καταπολέμησης της Απάτης και της Πλαστογραφίας μέσων Πληρωμής πλην των Μετρητών Νόμος του 2021, άρθρα 4 – 12.
Ως περαιτέρω αναφέρεται στην εν λόγω ένορκη δήλωση, το Γραφείο Εκτέλεσης Ευρωπαϊκών Εντολών Έρευνας και Αιτημάτων Δικαστικής Συνδρομής, έλαβε επιστολή του αρμοδίου Υπουργείου, δια της οποίας διαβιβάστηκε ευρωπαϊκή εντολή έρευνας (στο εξής η «ΕΕΕ») από τις αρχές της Γαλλίας και δια της οποίας δόθηκαν οδηγίες εκτέλεσης της εν λόγω ΕΕΕ.
Σύμφωνα με τα γεγονότα που περιγράφονται στην ΕΕΕ, αναφορικά με τη διερευνώμενη υπόθεση, οι κατ’ ισχυρισμό δράστες ενεργούσαν με τη χρήση εξειδικευμένων μέσων της τεχνολογίας και του διαδικτύου, πράξεις οι οποίες διαπράχθηκαν σε μια οργανωμένη συμμορία που περιλάμβανε άτομα τα οποία βρίσκονται σε διάφορες χώρες και απαιτούσαν εξοπλισμό και εφαρμογές για να επικοινωνούν μεταξύ τους.
Ένα από τα πρόσωπα στα οποία οδηγήθηκαν οι γαλλικές αρχές κατά τη διερεύνηση των πιο πάνω αδικημάτων, είναι το Ενδιαφερόμενο Πρόσωπο, M.R. Ακολούθησε η έκδοση εντάλματος έρευνας ημερ. 18.10.2025 στην οικία, υποστατικά και οχήματα του Ενδιαφερομένου Προσώπου, για την ανεύρεση, περισυλλογή και φύλαξη των αναζητούμενων τεκμηρίων, τα οποία συγκεκριμενοποιούνται στο εν λόγω ένταλμα έρευνας.
Η έρευνα έλαβε χώρα την 30.10.2025, από μέλη της Αστυνομίας Κύπρου, στην παρουσία εκπροσώπων των αρχών της Γαλλίας, της συζύγου του Ενδιαφερομένου Προσώπου, M.R. και δύο δικηγόρων. Κατά τη διάρκεια της έρευνας, παραλήφθηκαν συνολικά 29 τεκμήρια, τα οποία συγκεκριμενοποιούνται και καταγράφονται στην ένορκη δήλωση του Α/Αστ. [ ], την κατακράτηση των οποίων αιτείται η Αστυνομία δια της υπό κρίση Αίτησης, ώστε αυτά να παραδοθούν στις αρχές της Γαλλίας για σκοπούς της υπόθεσής τους.
Σημειώνω, ότι στην Αίτηση επισυνάπτεται ως Παράρτημα Ι το ένταλμα έρευνας ημερ. 18.10.2025.
Τα Ενδιαφερόμενα Μέρη καταχώρισαν Ένσταση στην υπό κρίση Αίτηση, κατόπιν εμφάνισης και υποβολής σχετικού αιτήματος δικηγόρου που τους εκπροσωπεί, την 3.11.2025 που η Αίτηση τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου για πρώτη φορά. Επί τούτου, αρκούμαι να σημειώσω, ότι, ως έχει νομολογηθεί, το Δικαστήριο δύναται και να διατάξει επίδοση της Αίτησης κατακράτησης Τεκμηρίων.[1]
Στην εν λόγω Ένσταση, προβάλλονται δέκα λόγοι ένστασης, οι οποίοι βάλλουν κατά της υπό εξέταση Αίτησης, ειδική αναφορά στους οποίους θα γίνει κατωτέρω.
Η Ένσταση στηρίζεται στα άρθρα 12, 15, 17, 23 και 30 του Συντάγματος, στα άρθρα 2, 27 και 32 του Κεφ. 155, στο άρθρο 2 του Ν. 14/60, στα άρθρα 3 – 6, 12 και 13 του Ν. 181(Ι)/2017, άρθρα 2 και 11 του Κεφ. 2, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48, ΘΘ 1, 2 και 4 και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου.
Την Ένσταση συνοδεύει ένορκη δήλωση ασκούμενης δικηγόρου, η οποία εργάζεται στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τα Ενδιαφερόμενα Μέρη και η οποία επισυνάπτει ως Τεκμήρια, στην ένορκη της δήλωση, τις ένορκες δηλώσεις των Ενδιαφερομένων Μερών, L.R., και E.A.
Σύμφωνα με την ένορκη δήλωση της L.R., το περιεχόμενο της οποίας παραθέτω συνοπτικώς, την 30.10.2025, ενώ αφίχθη από το εξωτερικό, την προσέγγισαν αστυνομικοί οι οποίοι της ανέφεραν ότι υπήρχε ένταλμα έρευνας στην οικία τους και αμέσως ειδοποίησε τους κ.κ. Η. Αγαθοκλέους και Σ. Ιωάννου, δικηγόρους, οι οποίοι προσήλθαν και ήταν παρόντες κατά την έρευνα.
Κατά τη διάρκεια της εν λόγω έρευνας, παρόντες ήταν και εκπρόσωποι των αρχών της Γαλλίας, οι οποίοι επί της ουσίας προέβηκαν στην έρευνα, καθώς σε κάθε στάδιο έλεγαν στους κύπριους αστυνομικούς τι θα έπρεπε να παραλάβουν και τι να ερευνήσουν. Για κάθε αντικείμενο, της δινόταν η ευκαιρία να τοποθετηθεί και αυτή εξήγησε, ότι αρκετά από τα εν λόγω αντικείμενα, ήταν ιδιοκτησίας του συζύγου της, που θεωρείτο ύποπτος. Παρά ταύτα και δίχως να επιβεβαιωθούν τα λεγόμενά της, προχώρησαν στην κατάσχεση των αντικειμένων αυτών.
Ακολούθως η ενόρκως δηλούσα συγκεκριμενοποιεί ποια από τα κατασχεθέντα αντικείμενα είναι δική της περιουσία, επισημαίνοντας ότι δεν εξουσιοδοτεί τον οποιονδήποτε να τα επιθεωρήσει. Επιπρόσθετα, ορισμένα από τα κατασχεθέντα τεκμήρια, συνεχίζει η ομνύουσα, αποτελούν ιδιοκτησία οικογενειακού τους φίλου, ο οποίος ανακαινίζει την οικία του και τους ζήτησε να αποθηκεύσουν προσωρινά ορισμένα προσωπικά τους αντικείμενα, τα οποία ουδεμία σχέση έχουν με τον σύζυγό της ή με την υπόθεση που διερευνά η Αστυνομία.
Στην ένορκη δήλωση του Ε.Α., αναφέρεται ότι είναι φίλος των M.R. και L.R., με τους οποίους ουδέποτε είχαν επαγγελματικές σχέσεις. Ενόψει του ότι ανακαινίζεται η οικία του και δεν διαμένει σε αυτήν, ο M.R. προσφέρθηκε όπως ορισμένα από τα προσωρινά τους αντικείμενα αποθηκευτούν στην οικία του, τα οποία ουδεμία σχέση έχουν με την διερευνώμενη υπόθεση και τα οποία επιθυμεί όπως του επιστραφούν, για λόγους που εξηγεί στην ένορκη του δήλωση.
[III] Ακροαματική Διαδικασία
Η ακρόαση της Αίτησης διεξήχθη βάσει των εμπεριστατωμένων γραπτών αγορεύσεων των ευπαίδευτων συνηγόρων των μερών τις οποίες διήλθα και αναφορά στις θέσεις που προωθήθηκαν θα γίνει όπου τούτο κριθεί σκόπιμο.
[IV] Νομική Πτυχή
Σημειώνω εν πρώτοις, ότι ως έχει νομολογηθεί, η διαδικασία για κατακράτηση τεκμηρίων είναι πολιτική και όχι ποινική, εφόσον δεν αποσκοπεί στην τιμωρία προσώπου για οποιοδήποτε αδίκημα.[2]
Αναφορικά με την κατακράτηση ή διάθεση πραγμάτων που κατασχέθηκαν δυνάμει εντάλματος έρευνας, σχετικές είναι οι ακόλουθες διατάξεις του αρ. 32 του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155:
«32.-(1) Όταν, κατά την εκτέλεση εντάλματος έρευνας, κατασχεθεί οτιδήποτε και προσκομιστεί ενώπιον Δικαστή, όπως προβλέπεται στο άρθρο 27, το πράγμα αυτό, τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου (2) του άρθρου αυτού, δύναται να κατακρατηθεί από τέτοιο πρόσωπο ως ο Δικαστής ήθελε ορίσει, λαμβανόμενης πάντοτε εύλογης φροντίδας για τη διατήρηση του μέχρι την αποπεράτωση οποιασδήποτε ποινικής διαδικασίας η οποία είναι δυνατό να διεξαχθεί σε σχέση με αυτό.
(2) Όταν οτιδήποτε που κατασχέθηκε δυνάμει εντάλματος έρευνας και προσκομίστηκε ενώπιον Δικαστή υπόκειται σε φθορά ή είναι επιβλαβές, το πράγμα αυτό δύναται αμέσως να διατεθεί με τέτοιο τρόπο όπως ο Δικαστής ήθελε ορίσει.
(3) Αν ο Δικαστής είναι της γνώμης ότι οτιδήποτε που κατασχέθηκε δυνάμει εντάλματος έρευνας δεν απαιτείται πλέον για οποιαδήποτε ποινική διαδικασία, τότε εκτός αν εξουσιοδοτείται ή υποχρεώνεται από αυτόν ή οποιοδήποτε άλλο Νόμο να διαθέσει αυτό διαφορετικά, διατάσσει-
(α) όπως το πράγμα ή οποιοδήποτε μέρος του επιστραφεί στο πρόσωπο το οποίο φαίνεται στο Δικαστή ότι έχει δικαίωμα σε αυτό και, αν το εν λόγω πρόσωπο είναι ο κατηγορούμενος, όπως επιστραφεί στον ίδιο ή σε τέτοιο άλλο πρόσωπο ως ο κατηγορούμενος ήθελε ορίσει ή
(β) όπως το πράγμα αυτό, αν ανήκει στον κατηγορούμενο, ή μέρος αυτού, χρησιμοποιηθεί για την πληρωμή οποιωνδήποτε εξόδων ή αποζημιώσεων τα οποία ο κατηγορούμενος διατάχτηκε να πληρώσει».
Εν προκειμένω, ενδιαφέρουν και οι διατάξεις του περί της Ευρωπαϊκής Εντολής Έρευνας σε Ποινικές Υποθέσεις Νόμου του 2017 (181(I)/2017), ο οποίος ενσωματώνει στο κυπριακό δίκαιο την Οδηγία 2014/41/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 3ης Απριλίου 2014 περί της ευρωπαϊκής εντολής έρευνας σε ποινικές υποθέσεις.
Σύμφωνα με το αρ. 3(1) του Ν.181(I)/2017, η ΕΕΕ είναι δικαστική απόφαση την οποία εκδίδει ή επικυρώνει δικαστική αρχή κράτους έκδοσης με σκοπό:
(α) την εκτέλεση ενός ή περισσότερων συγκεκριμένων ερευνητικών μέτρων σε άλλο κράτος μέλος ως κράτος εκτέλεσης για τη λήψη αποδεικτικών στοιχείων δυνάμει των διατάξεων του συγκεκριμένου Νόμου και της Οδηγίας 2014/41/ΕΕ,
ή/και
(β) τη λήψη αποδεικτικών στοιχείων ευρισκομένων ήδη στην κατοχή των αρμόδιων αρχών του κράτους εκτέλεσης.
Περαιτέρω, το αρ. 3(2) προνοεί ότι, με την επιφύλαξη των διατάξεων του Νόμου, η κυπριακή αρχή εκτέλεσης εκτελεί όλες τις ΕΕΕ με βάση την αρχή της αμοιβαίας αναγνώρισης.
Ως «αρχή εκτέλεσης», το αρ. 2 του Ν.181(I)/2017 ορίζει την αρχή κράτους εκτέλεσης άλλου από τη Δημοκρατία, η οποία είναι αρμόδια να αναγνωρίζει ΕΕΕ και να εξασφαλίζει την εκτέλεσή της, σύμφωνα με τις διατάξεις της Οδηγίας 2014/41/ΕΕ και τις ισχύουσες διαδικασίες σε παρόμοια εγχώρια υπόθεση, οι οποίες διαδικασίες δυνατό να απαιτούν έγκριση Δικαστηρίου στο κράτος εκτέλεσης, όταν αυτό προβλέπεται από το δίκαιό του.
Επιπρόσθετα, το αρ. 10 του Ν.181(I)/2017 προβλέπει ότι η κυπριακή αρχή εκτέλεσης αναγνωρίζει άνευ ετέρου ΕΕΕ διαβιβασθείσα κατά τις διατάξεις του εν λογω Νόμου και της Οδηγίας 2014/41/ΕΕ και μεριμνά για την εκτέλεσή της κατά τον ίδιο τρόπο και διαδικασία, ως εάν επρόκειτο για ερευνητικό μέτρο διαταχθέν από αρχή της Δημοκρατίας, εκτός αν η κυπριακή αρχή εκτέλεσης αποφασίζει να επικαλεστεί έναν εκ των λόγων μη αναγνώρισης ή μη εκτέλεσης ή έναν εκ των λόγων αναβολής που προβλέπονται στον Νόμο και στην Οδηγία 2014/41/ΕΕ.
Οι λόγοι για τους οποίους δυνατό να μην αναγνωριστεί ή εκτελεστεί μία ΕΕΕ απαριθμούνται στο αρ. 12 του Ν.181(I)/2017, οι δε λόγοι για τους οποίους δυνατό να ανασταλεί η εκτέλεση ή η αναγνώριση μιας ΕΕΕ, καταγράφονται στο αρ. 16 του Ν.181(I)/2017, το οποίο προβλέπει επιπρόσθετα, ότι μόλις εκλείψει ο λόγος αναβολής, η κυπριακή αρχή εκτέλεσης λαμβάνει αμελλητί τα απαραίτητα μέτρα για την εκτέλεση της ΕΕΕ και ενημερώνει σχετικά την αρχή έκδοσης με κάθε μέσο που μπορεί να τεκμηριωθεί εγγράφως.
Σύμφωνα δε με το αρ. 14 του Ν.181(I)/2017, το οποίο συνάδει με το αρ. 13 της Οδηγίας 2014/41/ΕΕ, η κυπριακή αρχή εκτέλεσης διαβιβάζει χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση στο κράτος έκδοσης τα αποδεικτικά στοιχεία που συγκέντρωσε ή που βρίσκονται ήδη στην κατοχή των αρμοδίων αρχών της Δημοκρατίας, ως αποτέλεσμα της εκτέλεσης της ΕΕΕ. Περιπλέον, σε περίπτωση που ζητείται στην ΕΕΕ και, ει δυνατόν, βάσει του δικαίου της Δημοκρατίας, τα αναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία διαβιβάζονται απευθείας στις αρμόδιες αρχές του κράτους έκδοσης.
Ως περαιτέρω ορίζει το αρ. 14 του Ν.181(I)/2017, η διαβίβαση των αποδεικτικών στοιχείων δυνατό να ανασταλεί, όσο εκκρεμεί απόφαση σχετικά με ένδικο μέσο, εκτός αν η αρχή έκδοσης έχει αποδείξει επαρκώς στην ΕΕΕ ότι η άμεση διαβίβαση είναι ουσιώδους σημασίας για την ορθή διεξαγωγή της έρευνας ή τη διαφύλαξη των ατομικών δικαιωμάτων, ωστόσο η διαβίβαση αποδεικτικών στοιχείων αναστέλλεται σε περίπτωση που θα προκαλούσε σοβαρή και μη αναστρέψιμη ζημία στο ενδιαφερόμενο πρόσωπο.
Ως έχει νομολογηθεί, η απόφαση για κατακράτηση τεκμηρίων θεωρείται αυτοτελής απόφαση, η οποία, αν και άμεσα συνδεδεμένη με το ένταλμα έρευνας, εντούτοις έχει τη δική της αυτοτέλεια, εφόσον ο δικαστής, δυνάμει των Άρθρων 27 - 34 του Κεφαλαίου 155, έχει ευρεία διακριτική ευχέρεια να χειριστεί αντικείμενα που κατασχέθηκαν, ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης.[3]
Διάταγμα δε που εκδίδεται βάσει του άρθρ. 32(1) του Κεφ. 155, μπορεί να εφεσιβληθεί, ενώ όπως κάθε άλλη δικαστική διαταγή, μπορεί να αναθεωρηθεί βάσει των προνομιακών ενταλμάτων, αν συντρέχουν οι αναγκαίες προϋποθέσεις. Επιπρόσθετα, οι διατάξεις του άρθρου 32(1) του Κεφ. 155, παρέχουν εξουσία στο Δικαστήριο να διατάξει την κράτηση και φύλαξη αντικειμένων από τις αστυνομικές Αρχές, που κατασχέθηκαν βάσει του άρθρου 27, για καθορισμένο χρονικό διάστημα ή μέχρι την αποπεράτωση ποινικής διαδικασίας η οποία ήθελε προκύψει από τις ανακρίσεις.[4]
Διαφωτιστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση της Έντιμης κας Δημητριάδου-Ανδρέου Δ., ημερ. 11.7.2025, στην Αίτηση του Π.Τ. για την έκδοση εντάλματος προνομιακής φύσεως υπ’ αρ. 123/2025:
«Η εξουσία για κατακράτηση αντικειμένων τα οποία ανευρέθηκαν και κατασχέθηκαν στα πλαίσια εκτέλεσης εντάλματος έρευνας δυνάμει του Άρθρου 27 του Κεφ. 155 παρέχεται από το Άρθρο 32(1), στο οποίο ορίζεται ότι πράγμα που έχει κατασχεθεί κατά την εκτέλεση εντάλματος έρευνας και προσκομιστεί ενώπιον Δικαστή, όπως προβλέπεται στο Άρθρο 27, δύναται να κατακρατηθεί μέχρι την αποπεράτωση οποιασδήποτε ποινικής διαδικασίας η οποία είναι δυνατό να διεξαχθεί σε σχέση με αυτό. Το Άρθρο 33 παρέχει εξουσία στο Δικαστήριο για την έκδοση διατάγματος κατακράτησης σε σχέση με περιουσία η οποία, στο πλαίσιο εκτέλεσης εντάλματος έρευνας που εξουσιοδοτούσε τη διενέργεια έρευνας σε συγκεκριμένο χώρο, έχει κατασχεθεί χωρίς η εν λόγω περιουσία να αναφέρετο στο ένταλμα έρευνας […].
Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση του Κ.Ν., Πολιτική Αίτηση Αρ. 181/2021, ημερ. 25/10/2022, οι πρόνοιες των Άρθρων 32 και 33 διαφέρουν ως προς το ότι στην περίπτωση του Άρθρου 32, η περιουσία της οποίας, δυνατό να διαταχθεί η κατακράτηση, αναφέρεται στο ένταλμα, ως το αντικείμενο διενεργούμενης, στη βάση αυτού, έρευνας ενώ στην περίπτωση του Άρθρου 33, η κατασχεθείσα περιουσία δεν αναφέρεται στο ένταλμα […].
Είναι σημαντικό στο σημείο αυτό να επισημάνουμε ότι η απόφαση του Δικαστηρίου για κατακράτηση τεκμηρίων θεωρείται αυτοτελής απόφαση η οποία, αν και άμεσα συνδεδεμένη με το ένταλμα έρευνας, εντούτοις έχει τη δική της αυτοτέλεια (C.T. Tobacco Ltd κ.ά. ν. Τμήματος Τελωνείων (2003) 2 Α.Α.Δ. 212). Τόσο νομικά όσο και δικονομικά υφίσταται σαφής διάκριση μεταξύ της κατάσχεσης και μεταφοράς πραγμάτων και αντικειμένων που εντοπίστηκαν κατά την έρευνα αφενός και της κατακράτησης και διάθεσης τους αφετέρου. Όπως από το Νόμο οριοθετούνται και ρυθμίζονται τα ξεχωριστά στάδια της διαδικασίας, το πρώτο στάδιο αφορά την έρευνα στο πλαίσιο της οποίας, εφόσον κάτι τέτοιο κρίνεται αναγκαίο για τους σκοπούς της αστυνομικής έρευνας, επιτρέπεται η κατάσχεση αντικειμένων μέχρι αυτά να παρουσιαστούν ενώπιον του Δικαστηρίου για την εξασφάλιση διατάγματος κατακράτησης. Το δεύτερο στάδιο αφορά την περαιτέρω κράτηση των κατασχεθέντων αντικειμένων μέσω της έκδοσης διατάγματος κατακράτησης, αφού προηγήθηκε η πρώτη φάση μέσω της κατάσχεσης κατά την εκτέλεση εντάλματος έρευνας η οποία παρέχει, ως ήδη πιο πάνω επισημάνθηκε, περιορισμένο δικαίωμα κράτησης τους μέχρι την παρουσίαση τους, το συντομότερο δυνατόν ενώπιον του Δικαστηρίου. Σκοπός δε των διαδικασιών αναφορικά με την κατακράτηση τεκμηρίων είναι ο καθορισμός της τύχης των παραληφθέντων και κατασχεθέντων αντικειμένων και πραγμάτων πέραν της περιόδου που έπεται της έρευνας. Το δεύτερο αυτό στάδιο, ως ήδη πιο πάνω έχει επισημανθεί, αν και ακολουθεί τη διεκπεραίωση της έρευνας, θεωρείται αυτοτελές. Η πιο πάνω επισήμανση γίνεται για να τονισθεί η διάκριση που υφίσταται μεταξύ των δύο ξεχωριστών σταδίων και των δύο διαδικασιών και της αυτοτέλειας που χαρακτηρίζει την κάθε μια από αυτές. Ό,τι δε απασχολεί, εν προκειμένω, είναι η νομιμότητα της διαδικασίας που ακολουθήθηκε για την κατακράτηση τεκμηρίων…».
(Η υπογράμμιση και η έμφαση είναι του Δικαστηρίου).
Παραπέμπω επίσης στην Αίτηση του Π.Τ. για την έκδοση εντάλματος προνομιακής φύσεως υπ’ αρ. 174/2025, όπου μεταξύ άλλων αναφέρεται ότι:
«Προαπαιτούμενο της ύπαρξης αυτής της εξουσίας του Δικαστηρίου είναι η διασύνδεση των τεκμηρίων με τα αδικήματα, η οποία (διασύνδεση) πρέπει να προκύπτει από την ένορκη δήλωση του αστυνομικού που υποστηρίζει την αίτηση κατακράτησης. Η απουσία τέτοιας διασύνδεσης αφαιρεί το βάθρο της εξουσίας του Δικαστηρίου, δυνάμει του Άρθρου 32».
(Η υπογράμμιση και η έμφαση είναι του Δικαστηρίου).
[V] Εξέταση της Αίτησης και Συμπεράσματα Δικαστηρίου
Έχω θέσει υπόψη μου και μελέτησα το σύνολο των όσων τέθηκαν στην Αίτηση, στην Ένσταση, στις Ένορκες Δηλώσεις, καθώς και στις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων των μερών.
Έχοντας αναφέρει τα ανωτέρω, προχωρώ σε εξέταση των εγειρόμενων λόγων ένστασης.
1ος και 2ος Λόγος Ένστασης: (1) Το Δικαστήριο στερείται υπό τις περιστάσεις δικαιοδοσίας να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα, καθότι ο αιτητής, ενώ ουσιαστικά ζητά την εκτέλεση ΕΕΕ, δεν την έχει θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου και (2) Διαζευκτικά του πρώτου λόγου ένστασης, δεν καταδεικνύεται ή/και εμφαίνεται η ΕΕΕ να εκδόθηκε από δικαστική αρχή.
Αποτελεί επιχειρηματολογία του ευπαίδευτου συνηγόρου των Ενδιαφερομένων Μερών, ότι στην προκειμένη περίπτωση, το Δικαστήριο ενεργεί ως κυπριακή αρχή εκτέλεσης, καθότι δια της υπό κρίση Αίτησης ζητείται η παράδοση των επίδικων αντικειμένων στη Γαλλία και δεν πρόκειται για συνήθη περίπτωση αίτησης δυνάμει του αρ. 32 του Κεφ. 155. Ως εκ τούτου, υποστηρίζει ότι το Δικαστήριο θα έπρεπε να έχει ενώπιον του την ΕΕΕ. Πρόσθετα, επιχειρηματολογεί, ότι ενόψει της μη προσκόμισης της ΕΕΕ, το Δικαστήριο δεν είναι σε θέση να αποφασίσει εάν συντρέχει λόγος μη αναγνώρισης ή εκτέλεσης της ΕΕΕ δυνάμει του αρ. 12 του Ν. 181(Ι)/2017.
Οι θέσεις αυτές δεν βρίσκουν σύμφωνο το Δικαστήριο, για τους λόγους που θα εξηγήσω ευθύς αμέσως.
Σημειώνω εν πρώτοις, ότι δια της υπό κρίση Αίτησης ζητείται έκδοση διατάγματος με το οποίο να διατάζεται η κατακράτηση των τεκμηρίων που παραλήφθηκαν κατά την εκτέλεση της ΕΕΕ, ήτοι την έρευνα της 18.10.2025, η οποία έλαβε χώρα βάσει εντάλματος έρευνας που εκδόθηκε από Επαρχιακό Δικαστή.
Σχετικά παραπέμπω στο αρ. 14(1)(α) του Ν.181(Ι)/2017, όπου αναφέρεται ότι:
«Η κυπριακή αρχή εκτέλεσης διαβιβάζει χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση στο κράτος έκδοσης τα αποδεικτικά στοιχεία που συγκέντρωσε ή που βρίσκονται ήδη στην κατοχή των αρμόδιων αρχών της Δημοκρατίας ως αποτέλεσμα της εκτέλεσης της ΕΕΕ».
Επομένως, η υπό κρίση Αίτηση καταχωρίστηκε μετά την εκτέλεση της ΕΕΕ, με σκοπό να καθοριστεί η τύχη των αντικειμένων που κατασχέθηκαν κατά την εκτέλεση της ΕΕΕ.[5] Εξ ου και στον όρκο του Α/Αστ. [ ], αναφέρεται ότι σε περίπτωση έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος, τα αναφερόμενα τεκμήρια θα παραδοθούν στις αρχές της Γαλλίας.
Σε σχέση δε με το ένταλμα έρευνας που εκδόθηκε βάσει της ΕΕΕ, δεν τέθηκε ενώπιόν μου μαρτυρία ή ισχυρισμός, ότι αυτό ακυρώθηκε δια της άσκησης του κατάλληλου ένδικου μέσου. Τυχόν δε ισχυρισμοί σε σχέση με το κατά πόσον ορθώς εκδόθηκε το ένταλμα έρευνας ή που σχετίζονται με το κατά πόσο η ΕΕΕ εκδόθηκε από δικαστική αρχή, θα μπορούσαν να είχαν εγερθεί μέσα στο πλαίσιο άλλης διαδικασίας, στοχεύουσας στην ακύρωση του εν λόγω εντάλματος έρευνας.
Ως προς τη θέση ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί στο παρόν στάδιο να ελέγξει κατά πόσο υφίσταται οιοσδήποτε λόγος άρνησης εκτέλεσης της ΕΕΕ, δυνάμει του αρ. 12 του Ν.181(Ι)/2017, σχετικά παραπέμπω στο ένταλμα έρευνας (Παράρτημα Ι), όπου, μεταξύ άλλων, αναφέρεται ότι «δεν εντοπίζεται κάποιος λόγος άρνησης έγκρισης του αιτήματος δυνάμει των προνοιών του άρθρου 12 του νόμου».
Επομένως, έχει ήδη ασκηθεί κρίση από τον Δικαστή που εξέδωσε το ένταλμα έρευνας ημερ. 18.10.2025 επί του θέματος αυτού. Αρκούμαι, στο σημείο αυτό, να σημειώσω ότι αποτελεί βασική αρχή της νομολογίας, ότι Δικαστήριο δεν δύναται να αναθεωρεί αποφάσεις ισόβαθμου Δικαστηρίου. Τούτο, θα αποτελούσε εξέλιξη ανεπίτρεπτη και αντινομική.[6]
Πέραν των ανωτέρω, ενώπιον του Δικαστηρίου τέθηκε ένας αρκούντως ικανοποιητικός και εμπεριστατωμένος κατά την κρίση μου όρκος, ο οποίος συνοδεύει την υπό εξέταση Αίτηση, στον οποίο γίνονται σαφείς και εύστοχες αναφορές στη σχετική ΕΕΕ. Συνεπακόλουθα, δεν θεωρώ ότι η μη επισύναψη της ΕΕΕ στην Αίτηση, στο στάδιο αυτό, αποτελεί σφάλμα που να με οδηγήσει σε απόρριψη της Αίτησης.
Ως εκ των άνω, οι Λόγοι Ένστασης 1 και 2 απορρίπτονται.
3ος και 4ος Λόγος Ένστασης: (3) Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του αρ. 32 του Κεφ. 155 ή/και των προνοιών του Ν.181(Ι)/2017 και (4) Η Αίτηση συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας ή/και η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα ήταν υπό τις περιστάσεις μέτρο καταπιεστικό ή/και άδικο για το Ενδιαφερόμενο Πρόσωπο.
Αποτελεί επιχειρηματολογία του συνηγόρου των Ενδιαφερομένων Μερών, ότι δια της Αίτησης δεν καλύπτεται με συγκεκριμένο αιτητικό αυτό που πραγματικά επιδιώκεται, ήτοι η παράδοση των τεκμηρίων στο εξωτερικό, καθώς στην Αίτηση αναφέρεται ότι ζητείται η κατακράτησή τους μέχρι την αποπεράτωση διαδικασίας που δυνατό να διεξαχθεί σε σχέση με αυτά στη Γαλλία. Ούτε και συγκεκριμενοποιείται ποιος θα κατέχει τα αντικείμενα αυτά, δυνάμει του αρ. 32 του Κεφ. 155. Παραπέμποντας στο αρ. 23 του Συντάγματος και στο δικαίωμα υποβολής αίτησης επιστροφής τεκμηρίων, ο ευπαίδευτος συνήγορος των Ενδιαφερομένων Μερών, θέτει ερωτήματα ως προς το ποιος θα φέρει την ευθύνη κατακράτησης των τεκμηρίων.
Αντίθετη είναι η θέση της ευπαίδευτης συνηγόρου του Αιτητή, η οποία υποστηρίζει ότι ο συσχετισμός και η διασύνδεση των τεκμηρίων που έχουν κατασχεθεί προκύπτει από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει το αίτημα, όπως επίσης και από τα γεγονότα που παρατίθενται στην Αίτηση, η δε ποινική δίωξη οποιουδήποτε προσώπου αφορά το κράτος μέλος έκδοσης, δηλαδή τη Γαλλία.
Αρχικά σημειώνω ότι σύμφωνα με το αιτητικό της υπό κρίση Αίτησης, ζητείται η κατακράτηση των τεκμηρίων που συγκεκριμενοποιούνται στην Αίτηση, μέχρι την αποπεράτωση οποιασδήποτε ποινικής διαδικασίας η οποία είναι δυνατό να διεξαχθεί σε σχέση με αυτά στη Γαλλία. Στην δε ένορκη δήλωση η οποία συνοδεύει την Αίτηση, αναφέρεται ότι σε περίπτωση έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος, τα αναφερόμενα τεκμήρια θα παραδοθούν στις αρχές της Γαλλίας.
Εν πάση περιπτώσει, σημειώνω, ότι στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση, δεν υπάρχει ίχνος ισχυρισμού ως προς το τί αποτελεί κατάχρηση διαδικασίας, ούτε και εξηγείται με ποιο τρόπο θα ήταν καταπιεστική η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Υπενθυμίζεται, ότι οι αγορεύσεις των συνηγόρων δεν έχουν οποιαδήποτε αποδεικτική ισχύ.
Για σκοπούς δε πληρότητας και ανεξαρτήτως των ανωτέρω, σημειώνω, ότι από τα όσα τέθηκαν ενώπιόν μου, δεν θεωρώ ότι διαπιστώνεται είτε ότι ο Αιτητής ενήργησε καταχρηστικά, είτε ότι δεν τηρήθηκαν οι πρόνοιες της νομοθεσίας, λαμβάνοντας υπόψη μου το στάδιο στο οποίο βρίσκεται η διαδικασία, τη φύση της υπόθεσης και τις σαφείς αναφορές σε υπόθεση που διερευνούν οι γαλλικές αρχές, στις οποίες πρόθεση είναι να σταλούν τα αντικείμενα που κατασχέθηκαν για σκοπούς της εν λόγω υπόθεσης, μέχρι την αποπεράτωση οποιασδήποτε ποινικής διαδικασίας η οποία είναι δυνατό να διεξαχθεί σε σχέση με αυτά στη Γαλλία.
Σε ότι δε αφορά στο θέμα της ευθύνης του προσώπου που θα έχει στην κατοχή του τα εν λόγω τεκμήρια, δεν θεωρώ ότι αποτελεί ζήτημα που άπτεται της παρούσας διαδικασίας ή που τείνει να επηρεάσει την έκβαση της υπό κρίση Αίτησης, καθώς αποτελεί ζήτημα που αφορά στις γαλλικές αρχές. Σε κάθε περίπτωση, θεωρώ ότι δημόσιο συμφέρον απονομής της δικαιοσύνης και πάταξης του εγκλήματος, υπερτερεί έναντι του ατομικού δικαιώματος στην ιδιοκτησία, το οποίο εν πάση περιπτώσει, δεν είναι απόλυτο.[7]
Ως εκ των άνω, οι Λόγοι Ένστασης 3 και 4 απορρίπτονται.
5ος και 7ος Λόγος Ένστασης: (5) Η Αίτηση είναι δυσανάλογη προς τον επιδιωκόμενο σκοπό ή/και περιλαμβάνονται σε αυτήν αντικείμενα τα οποία δεν ανήκουν σε πρόσωπο υπό διερεύνηση ή/και εκφεύγουν από το τι εξουσιοδοτήθηκε από το σχετικό ένταλμα έρευνας και (7) Δεν έχει καταδειχθεί η απαιτούμενη αναγκαιότητα έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος.
Οι συγκεκριμένοι λόγοι ένστασης, επισημαίνει ο συνήγορός του Ενδιαφερόμενου Μέρους, εδράζονται σε δύο πυλώνες. Αφενός μεν ότι έχουν κατασχεθεί αντικείμενα που δεν καλύπτονταν από το ένταλμα έρευνας, αφετέρου δε, ότι η έκδοση διατάγματος κατακράτησης όλων των κατασχεθέντων αντικειμένων, είναι δυσανάλογη προς τον επιδιωκόμενο σκοπό, ήτοι τη διερεύνηση υπόθεσης εναντίον του M.R. Όπως προκύπτει από το εκδοθέν ένταλμα έρευνας, εξουσιοδοτούσε τον εντοπισμό των περιγραφόμενων αντικειμένων, σε σχέση ή ιδιοκτησίας του M.R., επομένως οτιδήποτε κατασχέθηκε εκτός του πλαισίου του εντάλματος έρευνας, άπτεται εφαρμογής του αρ. 33 του Κεφ. 155. Επιπρόσθετα, έχουν κατασχεθεί αντικείμενα ιδιοκτησίας των L.R. και Ε.Α., τα οποία δεν αφορά το εκδοθέν ένταλμα έρευνας.
Αντίθετη είναι η θέση της συνηγόρου του Αιτητή, η οποία υποστηρίζει ότι η αναγκαιότητα προκύπτει από το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την Αίτηση, ενώ σε σχέση με την αρχή της αναλογικότητας, σημειώνει ότι ο συσχετισμός και η διασύνδεση των κατασχεθέντων τεκμηρίων προκύπτει από την ένορκη δήλωση η οποία συνοδεύει την Αίτηση, καθώς επίσης και από τα γεγονότα που υποστηρίζουν την Αίτηση.
Εν πρώτοις σημειώνω ότι διερχόμενη των όσων τέθηκαν ενώπιόν μου, διαπιστώνω ότι τα αντικείμενα που παραλήφθηκαν κατά την έρευνα ημερ. 30.10.2025, αντιστοιχούν στα αναζητούμενα τεκμήρια, αναφορικά με τα οποία εκδόθηκε το ένταλμα έρευνας ημερ. 18.10.2025.
Περαιτέρω, διερχόμενη του εντάλματος έρευνας (Παράρτημα Ι), διαπιστώνω ότι πουθενά δεν αναφέρεται σε αυτό ότι τα αναζητούμενα τεκμήρια πρέπει να αποτελούν ιδιοκτησία συγκεκριμένου προσώπου. Το εν λόγω ένταλμα έρευνας, εξουσιοδοτεί την έρευνα στην οικία, υποστατικά και οχήματα του M.R., με σκοπό την ανεύρεση τεκμηρίων τα οποία σχετίζονται με την υπόθεση που διερευνούν οι αρχές της Γαλλίας, λεπτομέρειες αναφορικά με την οποία τέθηκαν στην ΕΕΕ η οποία τέθηκε ενώπιον του Δικαστή που εξέδωσε το ένταλμα έρευνας. Πουθενά δεν αναγράφεται στο ένταλμα έρευνας, ότι εξουσιοδοτεί την ανεύρεση τεκμηρίων που αφορούν αποκλειστικά περιουσία του υπόπτου.
Σε ότι αφορά στην εξέταση της αναγκαιότητας έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος, παραπέμπω στην Concrete Mix Ltd v. Αστυνομίας (1991) 2 Α.Α.Δ. 360, όπου λέχθηκαν τα εξής:
«Οι διατάξεις που αφορούν την κατάσχεση και κράτηση αντικειμένων (για ανακριτικούς και αποδεικτικούς σκοπούς) είναι ταξινομημένες με χρονολογική σειρά η οποία αντανακλά τα τρία ξεχωριστά στάδια που οριοθετούνται και ρυθμίζονται από το νόμο. Το άρθρο 27 διέπει την εξουσία για την κατάσχεση αντικειμένων. Αυτά μπορεί να κατασχεθούν κατά την εκτέλεση εντάλματος ερεύνης εφόσο η εξέτασή τους κρίνεται αναγκαία για τους σκοπούς της αστυνομικής έρευνας. Η κατάσχεση αντικειμένου, βάσει του άρθρ. 27, παρέχει μόνο περιορισμένο δικαίωμα κράτησης, μέχρι την παρουσίασή του, το συντομότερο δυνατό, ενώπιον του Δικαστηρίου, όπως προβλέπεται στο άρθρο 32 (1) του νόμου. Κριτής της αναγκαιότητας της περαιτέρω κράτησης του αντικειμένου για τους σκοπούς των ανακρίσεων και μελλοντικής ποινικής διαδικασίας, είναι το Δικαστήριο. Οι πρόνοιες του άρθρ. 32 (1) παρέχουν διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να διατάξει την κράτηση και φύλαξη κατασχεθέντος αντικειμένου από τις αστυνομικές Αρχές μέχρι και την αποπεράτωση ποινικής διαδικασίας η οποία ήθελε προκύψει από τις αστυνομικές έρευνες».
Έχοντας κατά νου τα όσα τέθηκαν ενώπιόν μου, σε συνάρτηση με τη φύση της παρούσας διαδικασίας και τις περιορισμένες εξουσίες του Δικαστηρίου στο παρόν στάδιο, θα συμφωνήσω με τη θέση της ευπαίδευτης συνηγόρου του Αιτητή, ότι δηλαδή η αναγκαιότητα έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος, προκύπτει από τα όσα υποστηρίζουν το αίτημα και τα οποία τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου μέσα στο πλαίσιο της παρούσας. Στην ένορκη δήλωση του Α/Αστ. [ ], γίνεται λεπτομερής αναφορά στην υπόθεση που διερευνούν οι γαλλικές αρχές, η οποία οδήγησε στην έκδοση ΕΕΕ, κατόπιν σχετικού εντάλματος έρευνας, διεργασία κατά την οποία, επισημαίνω, αξιολογήθηκε, μεταξύ άλλων, η αναγκαιότητα έκδοσής του. Σχετικά παραπέμπω στην Αίτηση του Π.Τ. για την έκδοση εντάλματος προνομιακής φύσεως υπ’ αρ. 174/2025.
Υπενθυμίζεται δε, ότι πρόκειται για υπόθεση που διερευνούν οι γαλλικές αρχές και οι αρχές της Κυπριακής Δημοκρατίας ενήργησαν βάσει της σχετικής νομοθεσίας, για σκοπούς εκτέλεσης του εκδοθέντος εντάλματος έρευνας, βάσει της αρχής της αμοιβαιότητας.
Αναφορικά με τον ισχυρισμό περί δυσανάλογου μέτρου, με την επισήμανση που αφορά στο περιορισμένο των εξουσιών του Δικαστηρίου μέσα στο πλαίσιο της παρούσας, παραπέμπω στα όσα λέχθηκαν στην Αίτηση των Αντώνης Ανδρέου & Σία Δ.Ε.Π.Ε. κ.ά. v. Κυπριακής Δημοκρατίας (2015) 1 Α.Α.Δ. 2560:
«Είναι γεγονός ότι με βάση τις αυθεντίες που αναφέρονται στη γραπτή αγόρευση της Δημοκρατίας, καθίσταται δυνατή η λήψη υλικού στο οποίο δυνατό να εμπεριέχεται το αναζητούμενο έγγραφο ή έγγραφα και ότι δεν υπάρχει απόλυτος κανόνας που να απαγορεύει στους διεξάγοντες την έρευνα αστυνομικούς από του να λάβουν αριθμό εγγράφων ή πραγμάτων ώστε να αφεθεί να γίνει η εξέταση και ο διαχωρισμός των μη απαραίτητων εγγράφων από τα απαραίτητα, σε μεταγενέστερο χρόνο. Εκείνο που υπαγορεύει η κοινή λογική κατά τις αποφάσεις είναι ότι δεν μπορεί να επιβαρύνεται το αστυνομικό όργανο κατά την έρευνα με την διαμετακόμιση ηλεκτρονικών μέσων και μηχανημάτων που να καθιστούν δυνατή την επί τόπου χρήση τους κατά το στάδιο της έρευνας. Ούτε ο αστυνομικός που διεξαγάγει την έρευνα στο υποστατικό μπορεί να θεωρήσει ως άνευ ετέρου ορθή την τοποθέτηση δικηγόρου ότι τα έγγραφα που αναζητούνται ή τα αρχεία που θα παραληφθούν από το αστυνομικό όργανο, υπόκεινται στην προστασία του δικηγορικού απορρήτου. Οι πιο πάνω θέσεις απορρέουν συνοπτικά από αποφάσεις όπως τις Faisaltex Ltd v. Chief Constable of Lancashire [2009] EWHC 799 (QB), R. V. Chesterfield Justices Ex p. Bramley [2000] 1 Cr. App. R. 486 και Servulo & Associados - Sociedade de Admogados, RL a.ο. v. Portugal υπόθ. αρ. 27013/10, ημερ. 3.9.2015, του ΕΔΑΔ».
Παραπέμπω επίσης στην Πολ. Αίτηση 10/22 ημερ. 17.02.22, ECLI:CY:AD:2022:D71, Αναφορικά με την Αίτηση του Γενικού Εισαγγελέα, όπου λέχθηκαν τα εξής διαφωτιστικά:
«…η εξουσία του Δικαστηρίου αναφορικά με το ζήτημα της κατακράτησης/ανανέωσης κατακράτησης τεκμηρίων είναι περιορισμένη στην ίδια την έκδοση ή μη διαταγής για κατακράτηση/ανανέωση τεκμηρίων κατασχεθέντων δυνάμει του άρθρου 27 «για καθορισμένο χρονικό διάστημα ή μέχρι την αποπεράτωση ποινικής διαδικασίας, η οποία ήθελε προκύψει από τις ανακρίσεις». Δεν γίνεται στη διαδικασία αυτή ένας έλεγχος ή προέλεγχος της αποδεκτότητας της μαρτυρίας. Η εξουσία του Δικαστηρίου περιορίζεται στην κατακράτηση ή στην ανανέωση αυτής σε συνάρτηση με τον έλεγχο ως προς τον χρονικό προσδιορισμό της ποινικής υπόθεσης.
[…]
….ο ίδιος ο δικός μας Νόμος, όπως υφίσταται, δεν παρέχει τέτοια ευρεία εξουσία στον Επαρχιακό Δικαστή στη συγκεκριμένη διαδικασία. Η αντίληψη «επιθεώρησης» ή «προσκόμισης» ή «μεταφοράς» των τεκμηρίων για σκοπούς του άρθρου δεν σημαίνει - και δεν μπορεί να σημαίνει - ότι στην ουσία ο Δικαστής που ασκεί δικαιοδοσία εκ του άρθρου 32 θα αποφασίσει οτιδήποτε άλλο που να εκφεύγει της αναγκαιότητας να παραμείνουν ή μη ως τεκμήρια τα κατασχεθέντα, ως προς τον παράγοντα που αφορά το χρόνο έγερσης της ποινικής υπόθεσης».
Σχετικά είναι και τα όσα λέχθηκαν στην Ποιν. Εφ. Αρ. 263/22 ημερ. 14.1.2025 Αρετή Χαριδήμου & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. κ.α. ν. Αστυνομίας, όπου επισημάνθηκε, η περιορισμένη εξουσία του Δικαστηρίου σε τέτοιας φύσεως διαδικασίες, η οποία δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να επεκταθεί σε έλεγχο της νομιμότητας του εκδοθέντος εντάλματος έρευνας.
Τούτο, συνάδει στην προκειμένη περίπτωση και με την εισαγωγική σκέψη 34 της Οδηγίας 2014/41/ΕΕ, σύμφωνα με την οποία η εκτίμηση κατά πόσο ένα στοιχείο πρέπει να χρησιμεύσει ως αποδεικτικό στοιχείο, άρα ως αντικείμενο μιας ΕΕΕ, ανήκει στην αρχή έκδοσης, δηλαδή στην προκειμένη περίπτωση, τη Γαλλία.
Ό,τι εν προκειμένω εξετάζεται, είναι το κατά πόσο θα διαταχθεί τα κατασχεθέντα τεκμήρια να κατακρατηθούν, με απώτερο σκοπό να σταλούν στο κράτος έκδοσης, ενόψει των όσων τίθεται ενώπιον του Δικαστηρίου για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας, και όχι εις βάθος εξέταση της διερευνώμενης υπόθεσης.
Άλλωστε, ως αναφέρεται στην ένορκη δήλωση της L.R., που επισυνάπτεται ως Τεκμήριο στην ένορκη δήλωση η οποία συνοδεύει την Ένσταση, οι εκπρόσωποι των γαλλικών αρχών που ήταν παρόντες κατά την εκτέλεση του εντάλματος έρευνας, καθοδηγούσαν τους Κύπριους Αστυνομικούς ως προς το ποια αντικείμενα να κατάσχουν.
Τέλος, ως προς την αναφορά των L.R. και Ε.Α., ότι τα αντικείμενα που κατασχέθηκαν και αποτελούν ιδιοκτησία τους, είναι άσχετα με τη διερευνώμενη υπόθεση καθώς περιέχουν άσχετα δεδομένα, αρκούμαι να σημειώσω ότι τούτο εκφεύγει του πεδίου της παρούσας διαδικασίας, καθώς το Δικαστήριο στο παρόν στάδιο δεν προβαίνει σε τέτοιο έλεγχο, παρά μόνο σε διαπίστωση της αναγκαιότητας κατακράτησης των τεκμηρίων, στη βάση των όσων τίθενται ενώπιόν του και στον βαθμό που η σχετική νομολογία προνοεί.
Συνεπακόλουθα, οι Λόγοι Ένστασης 5 και 7 απορρίπτονται.
6ος Λόγος Ένστασης: Η Αίτηση υποβλήθηκε από αναρμόδιο πρόσωπο και/ή πρόσωπο το οποίο δεν έχει δικαίωμα να ασκεί δικηγορία.
Ως επιχειρηματολογείται στη γραπτή αγόρευση των Ενδιαφερομένων Μερών, η αίτηση δεν υποβλήθηκε από την Αστυνομία, αλλά από τον Αιτητή, Α/Αστ. [ ], ο οποίος κατονομάζεται προσωπικά και είναι συνεπώς εξ υπαρχής άκυρη, καθότι δεν πρόκειται για πρόσωπο το οποίο δύναται να ασκεί τη δικηγορία, κατά τα διαλαμβανόμενα του περί Δικηγόρων Νόμου, Κεφ. 2.
Εκ διαμέτρου αντίθετη είναι η θέση της συνηγόρου του Αιτητή, η οποία προτάσσει ότι η υπό κρίση Αίτηση υποβλήθηκε από τον Αστυνομικό Διευθυντή, στην κατοχή του οποίου βρίσκονται τα τεκμήρια, το δε γεγονός ότι η Αίτηση προωθείται από μέλος της Αστυνομίας και όχι από δικηγόρο, ουδένα πρόβλημα δημιουργεί, καθώς ο Γενικός Εισαγγελέας, ως νομικός σύμβουλος του κράτους και όλων των κρατικών υπηρεσιών, κέκτηται εξουσίας σε κάθε περίπτωση να εκπροσωπεί και προωθεί οποιαδήποτε αίτηση ενώπιον των Δικαστηρίων, ως πράττει εν προκειμένω.
Σημειώνω αρχικά, ότι η υπό εξέταση Αίτηση φαίνεται να καταχωρίστηκε από τον Διευθυντή Τμήματος Καταπολέμησης Εγκλήματος, παρόλο που στον τίτλο της Αίτησης, πράγματι, κατονομάζεται και ο Α/Αστ. [ ] του συγκεκριμένου τμήματος της αστυνομίας, ως αιτητής. Το ίδιο πρόσωπο, ορκίζεται επίσης στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την Αίτηση.
Ο δε Γενικός Εισαγγελλέας της Δημοκρατίας, δυνάμει του αρ. 113 του Συντάγματος, έχει εξουσία να επιλαμβάνεται, συνεχίζει ή διακόπτει οιανδήποτε διαδικασία, είτε αυτοπροσώπως είτε δια των υπαγόμενων σε αυτόν υπαλλήλων του, οι οποίοι ενεργούν συμφώνως των οδηγιών του.
Ως εκ των άνω, ούτε ο 6ος Λόγος Ένστασης ευσταθεί.
9ος Λόγος Ένστασης: Το διάταγμα ζητείται προκειμένου να εξεταστεί ιδιωτική επικοινωνία αναφορικά με ορισμένα αντικείμενα, πράγμα σαφώς ανεπίτρεπτο και αντισυνταγματικό, καθότι δεν διερευνώνται αδικήματα που εμπίπτουν στις εξαιρέσεις του αρ. 17.2 του Συντάγματος
Σύμφωνα με την επιχειρηματολογία του συνηγόρου των Ενδιαφερομένων Μερών, ξεκάθαρα επιδιώκεται να ερευνηθούν συγκεκριμένα τεκμήρια προς εντοπισμό ιδιωτικής επικοινωνίας. Παρόλο που πρόκειται για δικαστική συνδρομή, δεν θα πρέπει να παραχωρούνται διατάγματα τα οποία δεν θα εκδίδονταν σε παρόμοια εγχώρια υπόθεση ή που προσκρούουν στις αρχές του Συντάγματος και ειδικότερα, στο αρ. 17 που διασφαλίζει το απόρρητο της αλληλογραφίας.
Από την άλλη, η συνήγορος του Αιτητή, υποστηρίζει ότι τα όποια διαβήματα σχετίζονται με την ποινική δίωξη οποιουδήποτε προσώπου, αφορούν το κράτος έκδοσης και όχι την Κυπριακή Δημοκρατία, η οποία ουδέποτε ζήτησε και εξασφάλισε διάταγμα συναφές με την εξέταση των τεκμηρίων της παρούσας υπόθεσης.
Έχοντας κατά νου τα όσα τέθηκαν ενώπιόν μου, σημειώνω εν πρώτοις, ότι δεν θεωρώ ότι το στάδιο αυτό είναι κατάλληλο για εξέταση του θέματος, καθότι τέτοιοι ισχυρισμοί θα μπορούσαν να είχαν προωθηθεί μέσα στο πλαίσιο αίτησης ακύρωσης του σχετικού εντάλματος έρευνας. Σχετικά παραπέμπω στην Πολ. Αιτ. Αρ. 117/19 ημερ. 21.10.2019, Αναφορικά με την αίτηση της Yiannoukas Medical Laboratories Ltd, όπου προωθήθηκαν παρόμοιοι ισχυρισμοί, μέσα στο πλαίσιο αίτησης για την ακύρωση του εντάλματος έρευνας.
Πέραν τούτου, τα όσα επιχειρηματολογούνται από πλευράς Ενδιαφερομένων Μερών, ενδεχομένως να αφορούν στα διαβήματα που θα λάβουν οι γαλλικές αρχές, σε μεταγενέστερο στάδιο, εάν και εφόσον λάβουν τα κατασχεθέντα τεκμήρια. Υπενθυμίζεται, ότι οι εξουσίες του Δικαστηρίου, μέσα στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας, είναι περιορισμένες. Σημειώνω επίσης, ότι ως προκύπτει από τις θέσεις των συνηγόρων, το γεγονός ότι δεν εξασφαλίστηκε διάταγμα πρόσβασης σε ιδιωτικά δεδομένα, δεν αμφισβητείται.
Συνεπακόλουθα, ο 9ος Λόγος Ένστασης απορρίπτεται.
Οι Λόγοι Ένστασης 8 και 10 δεν προωθούνται δια της γραπτής αγόρευσης του ευπαίδευτου συνηγόρου του ενδιαφερομένου μέρους, συνεπώς θεωρούνται εγκαταλειφθέντες και απορρίπτονται.
[VI] Κατάληξη Δικαστηρίου
Εν κατακλείδι, έχοντας κατά νου την αρχή περί δημιουργίας ενός χώρου ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης στην Ένωση, που να βασίζεται στην αμοιβαία εμπιστοσύνη και στο τεκμήριο συμμόρφωσης των άλλων κρατών μελών με το δίκαιο της Ένωσης και με τα θεμελιώδη δικαιώματα, σε συνάρτηση με τα όσα τέθηκαν ενώπιόν μου μέσα στο πλαίσιο της παρούσας, θεωρώ ότι η έγκριση της Αίτησης είναι ορθή και δίκαιη και ότι ουδείς λόγος προβλήθηκε που να με οδηγήσει σε αντίθετη κατάληξη.
Συνεπακόλουθα, εκδίδεται διάταγμα για την κατακράτηση από την Αστυνομία των Τεκμηρίων που αναφέρονται στην Αίτηση, μέχρι την αποπεράτωση οποιασδήποτε ποινικής διαδικασίας, η οποία δυνατό να διεξαχθεί σε σχέση με αυτά στη Γαλλία.
Ενόψει της φύσης της διαδικασίας, δεν εκδίδεται οποιαδήποτε διαταγή για έξοδα.
………………………
Χρ. Γ. Ππεκρή, Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
[1] Ησαϊα Ανδρέας κ.α. ν. Αστυνομίας (2013) 2 ΑΑΔ 669.
[2] Ησαϊα Ανδρέας κ.α. ν. Αστυνομίας (2013) 2 ΑΑΔ 669.
[3] Ησαϊα Ανδρέας κ.α. ν. Αστυνομίας (2013) 2 ΑΑΔ 669.
[4] Concrete Mix Ltd v. Αστυνομίας (1991) 2 Α.Α.Δ. 360.
[5] Βλ. Αίτηση του Π.Τ. για την έκδοση εντάλματος προνομιακής φύσεως υπ’ αρ. 123/2025, ημερ. 11.7.2025.
[7] Το αρ. 23(3) του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας προβλέπει ότι «Η άσκησις τοιούτου δικαιώματος δύναται να υποβληθή διά νόμου εις όρους, δεσμεύσεις ή περιορισμούς απολύτως απαραιτήτους προς το συμφέρον της δημοσίας ασφαλείας ή της δημοσίας υγιείας ή των δημοσίων ηθών ή της πολεοδομίας ή της αναπτύξεως και χρησιμοποιήσεως οιασδήποτε ιδιοκτησίας προς προαγωγήν της δημοσίας ωφελείας ή προς προστασίαν των δικαιωμάτων τρίτων».
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο