ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΑΡΑΟΛΗΣ, Αρ. Υπόθεσης: 6359/2022, 6/2/2026
print
Τίτλος:
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΑΡΑΟΛΗΣ, Αρ. Υπόθεσης: 6359/2022, 6/2/2026

 

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Γ. Ππεκρή, Ε.Δ.

Αρ. Υπόθεσης: 6359/2022

 

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ

 

Κατηγορούσα Αρχή

ν.

 

ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΑΡΑΟΛΗΣ

Κατηγορούμενος

Ημερομηνία: 6 Φεβρουαρίου 2026

Εμφανίσεις:

Για Κατηγορούσα Αρχή: κ. Γ. Αργυρού

Για Κατηγορούμενο: κ. Θ. Κατσικίδης

Κατηγορούμενος παρών.

ΠΟΙΝΗ

 

Ο κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος κατόπιν παραδοχής του για τη διάπραξη του αδικήματος της απείθειας κατά νόμιμων διαταγών, κατά παράβαση του αρ. 137 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154.

 

Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο, ο κατηγορούμενος, μεταξύ της 1ης Οκτωβρίου 2015 και της 1ης Φεβρουαρίου 2016 στη Λεμεσό, απείθησε σε διάταγμα που εκδόθηκε την 30.6.2015 από το Ε.Δ. Λεμεσού, στην ποινική υπόθεση υπ’ αρ. 25907/13, με το οποίο διατάσσετο να υποβάλει στον Έφορο Φόρου Εισοδήματος μέσα σε 3 μήνες κεφαλαιουχική κατάσταση κατά την 31.12.2007 μέχρι 31.12.2012.

 

Εκθέτοντας τα γεγονότα της υπόθεσης, ο ευπαίδευτος εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής, πέραν της υιοθέτησης των λεπτομερειών του κατηγορητηρίου, ανέφερε ότι την 30.6.2015 ο κατηγορούμενος καταδικάστηκε από το Ε.Δ. Λεμεσού και εναντίον του εκδόθηκε διάταγμα για υποβολή κεφαλαιουχικών καταστάσεων για την περίοδο που αναφέρεται πιο πάνω, με το οποίο ο κατηγορούμενος δεν συμμορφώθηκε. Ο κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου.

 

Για σκοπούς μετριασμού της ποινής που θα επιβληθεί στον κατηγορούμενο, ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης κατέθεσε γραπτή αγόρευση και ζήτησε τη μέγιστη δυνατή επιείκεια από το Δικαστήριο. Στην εν λόγω αγόρευση, γίνεται αναφορά στη νομική πτυχή που διέπει το θέμα της επιμέτρησης ποινής και περαιτέρω γίνεται εκτενής αναφορά στις συνθήκες κάτω από τις οποίες διαπράχθηκε το αδίκημα που αφορά η παρούσα υπόθεση.

 

Ειδικότερα, αναφέρεται ότι ο κατηγορούμενος δραστηριοποιείτο στον τομέα των οικοδομών και συγκεκριμένα με την ανέγερση και πώληση ακινήτων μέσω της εταιρείας του. Ωστόσο, η οικονομική κρίση έπληξε την οικονομική του κατάσταση με αποτέλεσμα η εταιρεία μέσω της οποίας ασκείτο το σύνολο των επιχειρηματικών του δραστηριοτήτων να τεθεί υπό διαχείριση και ο κατηγορούμενος να χάσει την πρόσβαση στα περιουσιακά στοιχεία της εν λόγω εταιρείας και να τεθεί σε δυσμενή οικονομική κατάσταση, με αποκορύφωμα τη φυλάκισή του λόγω αδυναμίας πληρωμής ορισμένων χρηματικών ποσών. Στα γεγονότα αυτά, οφείλεται η αδυναμία του να συμμορφωθεί με το εκδοθέν διάταγμα.

 

Πέραν των ανωτέρω, στη γραπτή αγόρευση του συνηγόρου υπεράσπισης γίνεται αναφορά στον χρόνο διάπραξης του αδικήματος, ενώ αναφέρεται ότι πρόκειται για πρόσωπο 64 ετών, παντρεμένο με ένα ενήλικο τέκνο και σοβαρό πρόβλημα υγείας, καθώς περί το 2018 υποβλήθηκε σε επέμβαση ανοιχτής καρδίας και τον Φεβρουάριο του 2025 υποβλήθηκε σε στεφανιογραφία και αγγειοπλαστική και του τοποθετήθηκε στεντ. Από τον Ιανουάριο του 2022 έχασε την εργασία του, ωστόσο από τον Ιούνιο του 2025, μετά από πολλές προσπάθειες, εξηύρε εργασία.

 

Επιπρόσθετα, κάλεσε το Δικαστήριο όπως λάβει υπόψη του την παραδοχή του κατηγορουμένου και εισηγήθηκε, όπως επιβληθεί σε αυτόν χρηματική ποινή, σε περίπτωση δε επιβολής ποινής στερητικής της ελευθερίας, εισηγήθηκε όπως αυτή ανασταλεί.

 

 

Έχοντας κατά νου όλα όσα τέθηκαν ενώπιόν μου, προχωρώ να εξετάσω την επιβολή της αρμόζουσας υπό τις περιστάσεις ποινή στον κατηγορούμενο.

 

Η επιβολή ποινής συνιστά ένα πολύ λεπτό έργο του Δικαστηρίου, καθώς απαιτείται η εξισορρόπηση μεταξύ του γενικού συμφέροντος απονομής της δικαιοσύνης και της εξατομίκευσης της ποινής, λαμβανομένων υπόψη των ειδικών περιστατικών εκάστης περίπτωσης, καθώς επίσης και της σοβαρότητας του διαπραχθέντος αδικήματος. Με άλλα λόγια, η ποινή που θα επιβληθεί, πρέπει να αρμόζει στο πρόσωπο του παραβάτη, αλλά και στο αδίκημα που έχει διαπραχθεί.[1]

 

Παράλληλα, η εξατομίκευση της ποινής δεν συνεπάγεται εξουδετέρωση, ούτε της σοβαρότητας του εγκλήματος, ούτε του στοιχείου της αποτροπής, όταν συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή, τόσο για τον ίδιο τον κατηγορούμενο, όσο και για το κοινό γενικότερα.[2] Επισημαίνεται ωστόσο, ότι η σοβαρότητα των διαπραχθέντων αδικημάτων, δεν οδηγεί σε ατονία το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής.[3]

 

Διαφωτιστικά είναι τα όσα αναφέρθηκαν επί τούτου στην Πισκόπου v. Δημοκρατίας (1999) 2 Α.Α.Δ. 342.

 

Αναφορικά με τη σοβαρότητα της κατηγορίας που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος, αυτή αντανακλάται από την ποινή που προβλέπει η οικεία νομοθεσία,[4] καθώς, ως έχει νομολογηθεί, το μέγιστο ύψος της ποινής που είναι δυνατό να επιβληθεί, λαμβανομένης υπόψη της εκ του νόμου προβλεπόμενης ποινής, αποτελεί τη βάση από την οποία το Δικαστήριο ξεκινά τη διεργασία του, για σκοπούς επιμέτρησης και καθορισμού της ποινής.[5]

 

Ειδικότερα, για το αδίκημα της απείθειας, το αρ. 137 του Ποινικού Κώδικα προβλέπει ποινή φυλάκισης μέχρι και δύο έτη.

 

Πέραν της αντικειμενικής σοβαρότητας του αδικήματος, η οποία πηγάζει από την προβλεπόμενη εκ της νομοθεσίας ποινή, η σοβαρότητά του προκύπτει και από τη σχετική επί του θέματος νομολογία.

 

Ως έχει νομολογηθεί, η συμμόρφωση με διάταγμα του Δικαστηρίου, αποτελεί ένα από τα θεμέλια της σύγχρονης πολιτισμένης κοινωνίας και η ανυπακοή προς αυτό, δυναμιτίζει την αποτελεσματικότητα της δικαστικής διαδικασίας, με ευρύτερες κοινωνικές συνέπειες. Όταν δε οι παραβάτες είναι φυσικά πρόσωπα, κατά κανόνα τιμωρούνται με φυλάκιση και η χρηματική ποινή πρέπει να επιβάλλεται μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις.[6]

 

Διαφωτιστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την Λοΐζου ν. Αστυνομίας (1996) 2 ΑΑΔ 227:

 

«Παρακοή σε διαταγή του Δικαστηρίου πλήττει το θεμέλιο της έννομης τάξης. Η συνέχιση της (παρακοής) τείνει να το ανατρέψει. Ανάλογη με την σοβαρότητα της ανυπακοής είναι και η τιμωρία η οποία επιβάλλεται. Η τιμωρία για τη συνεχιζόμενη παρακοή σε διαταγή του δικαστηρίου είναι κατά κανόνα η φυλάκιση. Όταν επέλθει συμμόρφωση παρέχεται η δυνατότητα για επιεικέστερη αντιμετώπιση του παραβάτη, χωρίς όμως να διαγράφεται η σοβαρότητα του αδικήματος».

 

Παρεμβάλλω, ότι οι προηγούμενες αποφάσεις που αφορούν στην επιβολή ποινών, παρέχουν ένδειξη του μέτρου τιμωρίας συγκεκριμένων αδικημάτων και των παραμέτρων του καθορισμού της ποινής, πλην όμως δεν έχουν τον δεσμευτικό χαρακτήρα που ενέχει ο καθορισμός αρχών δικαίου, καθώς η ποινή που επιβάλλεται σε μια συγκεκριμένη υπόθεση, είναι αλληλένδετη με τις ιδιαιτερότητες των γεγονότων που τη συνθέτουν και των συνθηκών του εκάστοτε παραβάτη.[7]

 

Έχοντας κατά νου όλα τα ανωτέρω, προχωρώ στην επιβολή της αρμόζουσας κατά την κρίση μου ποινής στον κατηγορούμενο.

 

Προς τούτο, λαμβάνω υπόψη μου τα γεγονότα της υπόθεσης, ως εκτέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου και δεν τέθηκαν υπό αμφισβήτηση, καθώς επίσης και τη σοβαρότητα του αδικήματος που έχει διαπραχθεί και τον αποτρεπτικό χαρακτήρα που πρέπει να χαρακτηρίζει την ποινή που θα επιβληθεί.

 

Λαμβάνω επίσης υπόψη μου τις συνθήκες διάπραξης του αδικήματος, το λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου και τον έντιμο πρότερο του βίο, την παραδοχή του πριν το ακροαματικό στάδιο, η οποία σύμφωνα με την ισχύουσα νομολογία προάγει τους σκοπούς της δικαιοσύνης, τον χρόνο που έχει διαρρεύσει από τη διάπραξη του αδικήματος, καθώς επίσης και τις προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις του, ως εκτέθηκαν από τον συνήγορο υπεράσπισης, χωρίς βεβαίως να παραγνωρίζω, ότι αυτές δεν υπερφαλαγγίζουν το δημόσιο συμφέρον, το οποίο επιτάσσει την επιβολή αυστηρών ποινών, αναφορικά με τη διάπραξη τέτοιας φύσεως αδικημάτων.

 

Συνεκτιμώντας και σταθμίζοντας όλους τους πιο πάνω παράγοντες, σε συνάρτηση με τα γεγονότα της υπόθεσης και τον αποτρεπτικό χαρακτήρα που πρέπει να διέπει την ποινή που θα επιβληθεί στον κατηγορούμενο, καταλήγω όλοι οι ανωτέρω παράγοντες μπορούν να επηρεάσουν το ύψος, αλλά όχι το είδος της ποινής, που δε μπορεί να είναι άλλη, από τη στέρηση της ελευθερίας. Αυτή, είναι και η μόνη ποινή η οποία θα στείλει κατά την κρίση του Δικαστηρίου, τα σωστά μηνύματα στην κοινωνία.

 

Συνεπακόλουθα, επιβάλλεται στον κατηγορούμενο ποινή φυλακισης 20 ημερών στην κατηγορία που αντιμετωπίζει.

 

Ενόψει του ότι η επιβληθείσα ποινή φυλάκισης δεν ξεπερνά τα τρία έτη, προχωρώ σε εξέταση του ενδεχομένου αναστολής της.

 

Σύμφωνα με το άρθρο 3 του περί της Υφ' Όρων Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, Ν. 95/72, όπως τροποποιήθηκε από τον Ν.186(Ι)/2003, η ποινή της φυλάκισης μπορεί να ανασταλεί, κατόπιν άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, νοουμένου ότι αυτή δεν ξεπερνά τα τρία έτη.

 

Πρόκειται για εξουσία του Δικαστηρίου η οποία δυνατό να ασκηθεί εάν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου.[8]

 

Διευκρινίζεται, ότι η αναστολή της ποινής φυλάκισης δεν αποτελεί εναλλακτικό μέτρο τιμωρίας του κατηγορουμένου, αλλά διεργασία στην οποία προβαίνει το Δικαστήριο κατόπιν επιβολής ποινής φυλάκισης, εάν και εφόσον συντρέχουν λόγοι που αιτιολογούν την αναστολή της.[9]

 

Επιπρόσθετα, η ενδεχόμενη αναστολή της ποινής φυλάκισης δεν αλλοιώνει τον χαρακτήρα της ποινής, καθώς η δυνατότητα αναστολής της ποινής φυλάκισης, διαχωρίζεται από την απόφαση επιβολής ποινής φυλάκισης. Τα δε κριτήρια επί των οποίων θα βασιστεί το Δικαστήριο κατά τη βάσανο της αξιολόγησης αυτής δεν είναι ανελαστικά, αλλά παρέχεται ευρεία διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να σταθμίσει όλους τους παράγοντες, πάντοτε με γνώμονα το συμφέρον της δικαιοσύνης.[10]

 

Αναφορικά με τα κριτήρια αξιολόγησης του ενδεχομένου της αναστολής της ποινής φυλάκισης, ως έχουν τεθεί νομολογιακώς, παραπέμπω στις Γενικός Εισαγγελέας ν. Ρομίνα Τζιαουχάρη (2005) 2 ΑΑΔ 161 και Γενικός Εισαγγελέας v. Φανιέρου (1996) 2 ΑΑΔ 303 και Σκεύη Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας (2010) 2 Α.Α.Δ 22.

 

Εν προκειμένω, σταθμίζοντας όλα τα ανωτέρω και υπό το φως των όσων έχουν νομολογηθεί, δίχως να παραγνωρίζω τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου, σε συνάρτηση με τη σοβαρότητα του αδικήματος που έχει διαπράξει, δεν καταλήγω ότι δικαιολογείται η άσκηση της διακριτικής μου ευχέρειας υπέρ της αναστολής εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης που έχει επιβληθεί στον κατηγορούμενο. Διαφορετική κατάληξη, θεωρώ ότι θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα προς την κοινωνία.

 

Ενόψει όλων των ανωτέρω, η ποινή φυλάκισης που επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο θα έχει άμεση ισχύ από σήμερα.

 

Έξοδα €20,00 να καταβληθούν από τη Δημοκρατία.

 

 

(Υπ.) ..…………………..

Χρ. Γ. Ππεκρή, Ε.Δ.

 

Πιστό Αντίγραφο

 

Πρωτοκολλητής

 



[1] Κυριάκος Σακαρίδης ν. Αστυνομίας (2011) 2 ΑΑΔ 272.

 

[2] Οδυσσέας Θεοχάρη Καλανίδης κ.α. v. Αστυνομίας (2009) 2 ΑΑΔ 298, Σωκράτους v. Δημοκρατίας (1994) 2 Α.Α.Δ. 132 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Ανδρέα Τόκκαλλου (2001) 2 Α.Α.Δ. 95).

 

[3] Θεοχάρους v. Αστυνομίας (2008) 2 Α.Α.Δ. 575).

 

[4] Βραχίμης v. Αστυνομίας (2000) 2 Α.Α.Δ. 527.

 

[5] Λεβέντης v. Αστυνομίας (1999) 2 ΑΑΔ 632, Γενικός Εισαγγελέας ν. Αριστοτέλους (2004) 2 ΑΑΔ 166.

 

[6] CCC LAUNDRIES (PAPHOS) LTD k.a. -n.- ELISABET UEOFANOYS (2010) 2 Α.Α.Δ. 288, Krashias Shoes v. Adidas (1989) 1(Ε) Α.Α.Δ. 750.

 

[7] Χαραλάμπους v. Δημοκρατίας (2000) 2 Α.Α.Δ. 1, Ειρηναίος Γεωργίου ν. Δημοκρατίας Π.Ε. Αρ, 61/2020 ημερ. 14.7.2022.

 

[8] Βλ. Siminoiu v. Αστυνομίας (2012) 2 ΑΑΔ 699 και Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας (2009) 2 ΑΑΔ 583.

 

[9] Βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Στέφανου Περατικού (1997) 2 Α.Α.Δ. 373.

 

[10] Koukos v. Police (1986) 2 C.L.R. 1.

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο