ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. Α.Α., Αρ. Υπόθεσης: 177/2022, 3/3/2026
print
Τίτλος:
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. Α.Α., Αρ. Υπόθεσης: 177/2022, 3/3/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Γ. Ππεκρή, Ε.Δ.

Αρ. Υπόθεσης: 177/2022

 

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ

 

Κατηγορούσα Αρχή

ν.

 

Α.Α.

Κατηγορούμενος

Ημερομηνία: 3 Μαρτίου 2025

Εμφανίσεις:

Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Δανιηλίδου

Για τον Κατηγορούμενο: κ. Κλεοβούλου

Κατηγορούμενος παρών.

ΠΟΙΝΗ

 

Ο κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος, κατόπιν παραδοχής του, για τη διάπραξη των αδικημάτων της μεταφοράς πυροβόλου όπλου κατηγορίας Α που απαγορεύεται (2η κατηγορία), της κατοχής πυροβόλου όπλου κατηγορίας Δ (3η κατηγορία), της μεταφοράς πυροβόλου όπλου κατηγορίας Δ (4η κατηγορία), της κατοχής εκρηκτικών υλών χωρίς άδεια (5η κατηγορία) και της μεταφοράς εκρηκτικών υλών χωρίς άδεια (6η κατηγορία), κατά παράβαση των προνοιών της οικείας νομοθεσίας.

 

Παρενθετικά σημειώνω, ότι η 1η κατηγορία αναστάλθηκε και ο κατηγορούμενος απαλλάχθηκε από αυτή.

 

Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο αναφορικά με τη 2η κατηγορία, την 28.4.2014 στη Λεμεσό, ο κατηγορούμενος μετέφερε πυροβόλο όπλο κατηγορίας Α που απαγορεύεται, δηλ. ένα στρατιωτικό τυφέκιο G3-A3 με μία κενή φυσιογγιοθήκη.

 

Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο αναφορικά με την 3η κατηγορία, την 28.4.2014 στη Λεμεσό, ο κατηγορούμενος κατείχε πυροβόλο όπλο κατηγορίας Δ, δηλ. ΔΟΚΟ μάρκας LAURONA, χωρίς άδεια απόκτησης και κατοχής πυροβόλου όπλου κατηγορίας Δ από τον Αρχηγό της Αστυνομίας.

 

Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο αναφορικά με την 4η κατηγορία, την 28.4.2014 στη Λεμεσό, ο κατηγορούμενος μετέφερε πυροβόλο όπλο κατηγορίας Δ, δηλ. ΔΟΚΟ μάρκας LAURONA, χωρίς άδεια απόκτησης και κατοχής πυροβόλου όπλου κατηγορίας Δ από τον Αρχηγό της Αστυνομίας.

 

Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο αναφορικά με την 5η κατηγορία, την 28.4.2014 στη Λεμεσό, ο κατηγορούμενος είχε στην κατοχή του εκρηκτικές ύλες, δηλ. έξι πλήρη φυσίγγια διαμετρήματος 12 και δύο πλήρη φυσίγγια διαμετρήματος 22’’ χωρίς την άδεια του Επιθεωρητή Εκρηκτικών Υλών.

 

Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο αναφορικά με την 6η κατηγορία, την 28.4.2014 στη Λεμεσό, ο κατηγορούμενος μετέφερε εκρηκτικές ύλες, δηλ. έξι πλήρη φυσίγγια διαμετρήματος 12 και δύο πλήρη φυσίγγια διαμετρήματος 22’’ χωρίς την άδεια του Επιθεωρητή Εκρηκτικών Υλών.

 

Εκθέτοντας τα γεγονότα της υπόθεσης, η ευπαίδευτη εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής κατέθεσε κείμενο γεγονότων, το οποίο σημειώθηκε ως Έγγραφο Α και κατατέθηκε στον φάκελο του Δικαστηρίου.

 

Ως αναφέρεται, μεταξύ άλλων, στο Έγγραφο Α, την 28.4.2014, μέλη της Αστυνομικής δύναμης Κύπρου μετέβησαν σε συγκεκριμένη οδό, όπου διενήργησαν έρευνα στην παρουσία του κατηγορουμένου, δυνάμει δικαστικού εντάλματος έρευνας, προς διερεύνηση πληροφορίας ότι αποκρύπτονται παράνομα πυρομαχικά και πυροβόλα όπλα.

 

Κατά τη διάρκεια της έρευνας, εντοπίστηκαν τέσσερα κουτιά με πλήρη στρατιωτικά φυσίγγια του G3 (σύνολο 80 φυσίγγια), με τον κατηγορούμενο να αναφέρει ότι ήταν δικά του από τον στρατό. Επιπρόσθετα, εντοπίστηκαν δύο πλήρη φυσίγγια πιστολιού αγνώστου διαμετρήματος, με τον κατηγορούμενο να αναφέρει ότι ήταν παλιά.

 

Στη συνέχεια, κατόπιν έρευνας που διενεργήθηκε στα οχήματα του κατηγορουμένου, βάσει της γραπτής του συγκατάθεσης, εντοπίστηκαν ένα στρατιωτικό τυφέκιο G3 και ένας άδειος γεμιστήρας, με τον κατηγορούμενο να αναφέρει ότι είναι χρεωμένο από τον στρατό, καθώς επίσης και ένα κυνηγετικό όπλο (ΔΟΚΟ) μάρκας LAURONA μαζί με έξι πλήρη φυσίγγια, με τον κατηγορούμενο να αναφέρει ότι αυτό ανήκει στη μητέρα του και το έχει στην κατοχή του για να το πουλήσει.

 

Ανακρινόμενος γραπτώς, ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε τη διάπραξη των αδικημάτων. Κατά τη διενέργεια βαλλιστικού ελέγχου, δεν εντοπίστηκε οτιδήποτε το προηγούμενο.

 

Ως αναφέρθηκε από την εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής, ο κατηγορούμενος βαρύνεται με μία προηγούμενη καταδίκη ημερ. 6.3.2015 του Ε.Δ. Λάρνακας, όπου του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 3 ετών και 6 μηνών, για αδικήματα που σχετίζονται με ναρκωτικές ουσίες και συγκεκριμένα την κατοχή Ελεγχόμενου Φαρμάκου Τάξεως Β, με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα. Η προηγούμενη καταδίκη έγινε παραδεκτή από πλευράς κατηγορουμένου.

 

Για σκοπούς μετριασμού της ποινής που θα επιβληθεί στον κατηγορούμενο, ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης αναφέρθηκε στις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων, επισημαίνοντας, ότι ο κατηγορούμενος είχε χρεωθεί το όπλο από τον στρατό και αμέλησε να ακυρώσει την εν λόγω χρέωση, ένεκα ωστόσο της παρέλευσης του χρόνου, δεν ήταν εφικτό να λάβει σχετική βεβαίωση, ότι την προηγούμενη μέρα είχε υπηρετήσει ως έφεδρος.

 

Αναφέρθηκε επιπρόσθετα στην απουσία προσχεδιασμού και στο γεγονός ότι ο κατηγορούμενος δεν είχε πρόθεση να χρησιμοποιήσει τον οπλισμό, καθώς επίσης και στην μεταβολή των προσωπικών περιστάσεων του κατηγορουμένου από το 2016 που αποφυλακίστηκε και έπειτα, καθότι έκτοτε εργάζεται και δεν έχει απασχολήσει ξανά τη δικαιοσύνη. Κάλεσε περαιτέρω το Δικαστήριο όπως λάβει υπόψη του, για σκοπούς επιβολής ποινής, την απολογία και παραδοχή του κατηγορουμένου, τον χρόνο που έχει διαρρεύσει, ενώ για σε σχέση με τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου, υιοθέτησε την Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας η οποία είναι κατατεθειμένη στον φάκελο του Δικαστηρίου.

 

Στην εν λόγω Έκθεση, αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι ο κατηγορούμενος είναι σήμερα 50 ετών και εργάζεται ως οδηγός, γεννήθηκε στη Λεμεσό και έχει μία μικρότερη αδερφή. Διαμένει με τους γονείς του, οι οποίοι είναι σήμερα συνταξιούχοι, στην πατρική του κατοικία. Είναι απόφοιτος Λυκείου και ολοκλήρωσε κανονικά τη στρατιωτική του θητεία στην Εθνική Φρουρά, ενώ εργάστηκε για 11 χρόνια ως οδηγός στις βρετανικές βάσεις. Το 2014 καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης 3 ½ ετών και μετά την αποφυλάκισή του εργάστηκε ως κηπουρός για κάποιους μήνες, ενώ πλέον εργάζεται ως οδηγός. Δεν αντιμετωπίζει οποιαδήποτε προβλήματα υγείας και δεν κάνει χρήση ουσιών, διατηρεί δε καλές σχέσεις με την οικογένειά του και το ευρύτερο κοινωνικό του περιβάλλον.

 

Έχοντας κατά νου όλα όσα τέθηκαν ενώπιόν μου, προχωρώ να εξετάσω την επιβολή της αρμόζουσας υπό τις περιστάσεις ποινή στον κατηγορούμενο.

 

Η επιβολή ποινής συνιστά ένα πολύ λεπτό έργο του Δικαστηρίου, καθώς απαιτείται η εξισορρόπηση μεταξύ του γενικού συμφέροντος απονομής της δικαιοσύνης και της εξατομίκευσης της ποινής, λαμβανομένων υπόψη των ειδικών περιστατικών εκάστης περίπτωσης, καθώς επίσης και της σοβαρότητας του διαπραχθέντος αδικήματος. Με άλλα λόγια, η ποινή που θα επιβληθεί, πρέπει να αρμόζει στο πρόσωπο του παραβάτη, αλλά και στο αδίκημα που έχει διαπραχθεί.[1]

 

Παράλληλα, η εξατομίκευση της ποινής δεν συνεπάγεται εξουδετέρωση, ούτε της σοβαρότητας του εγκλήματος, ούτε του στοιχείου της αποτροπής, όταν συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή, τόσο για τον ίδιο τον κατηγορούμενο, όσο και για το κοινό γενικότερα.[2] Επισημαίνεται ωστόσο, ότι η σοβαρότητα των διαπραχθέντων αδικημάτων, δεν οδηγεί σε ατονία το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής.[3]

 

Διαφωτιστικά είναι τα όσα αναφέρθηκαν επί τούτου στην Πισκόπου v. Δημοκρατίας (1999) 2 Α.Α.Δ. 342.

 

Αναφορικά με τη σοβαρότητα των κατηγοριών που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος, αυτή αντανακλάται από τις ποινές που προβλέπει η οικεία νομοθεσία,[4] καθώς, ως έχει νομολογηθεί, το μέγιστο ύψος της ποινής που είναι δυνατό να επιβληθεί, λαμβανομένης υπόψη της εκ του νόμου προβλεπόμενης ποινής, αποτελεί τη βάση από την οποία το Δικαστήριο ξεκινά τη διεργασία του, για σκοπούς επιμέτρησης και καθορισμού της ποινής.[5]

 

Ειδικότερα, για τα αδικήματα της μεταφοράς πυροβόλου όπλου χωρίς άδεια και της κατοχής πυροβόλου όπλου κατηγορίας Δ, το αρ. 51(1) του Περί Πυροβόλων και Μη Πυροβόλων Όπλων Νόμου, Ν. 113(Ι)/2004, προβλέπει την επιβολή ποινής φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα 15 έτη ή του προστίμου που δεν υπερβαίνει το ποσό των €42,715. Επιπρόσθετα, για τα αδικήματα της κατοχής και μεταφοράς εκρηκτικών υλών χωρίς άδεια, το αρ.4(4)(δ) του Περί Εκρηκτικών Υλών Νόμου, Κεφ. 54, προβλέπει την επιβολή ποινής φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα δέκα έτη ή προστίμου που δεν υπερβαίνει τις €50.000 ή και τις δύο αυτές ποινές.

 

Δεν διαλανθάνει την προσοχή μου, ότι η παρούσα έχει παραπεμφθεί στο Επαρχιακό Δικαστήριο, γεγονός το οποίο  δεν αποτελεί κατά κανόνα ελαφρυντικό στοιχείο υπέρ ενός κατηγορουμένου προσώπου, πλην όμως έχει τη δική της σημασία, καθότι το Επαρχιακό Δικαστήριο είναι διά Νόμου περιορισμένο στην επιβολή κατ’ ανώτατο όριο πενταετούς ποινής φυλάκισης.[6]

 

Πέραν της αντικειμενικής σοβαρότητας του αδικήματος, η οποία πηγάζει από την προβλεπόμενη εκ της νομοθεσίας ποινή, η σοβαρότητά του προκύπτει και από τη σχετική επί του θέματος νομολογία.

 

Στην Προκοπίου ν. Αστυνομίας (2012) 2 ΑΑΔ 433, η οποία αφορούσε σε κατοχή και μεταφορά πυροβόλου όπλου, η πρωτοδίκως επιβληθείσα ποινή φυλάκισης των 3½ ετών επικυρώθηκε, με το Εφετείο να επισημαίνει ότι η παράνομη κατοχή όπλου υπονομεύει την έννομη τάξη, δημιουργεί ανασφάλεια και τείνει να οδηγήσει άτομα σε εκδήλωση εγκληματικής δραστηριότητας που στοχεύει στην επιβολή του νόμου του ισχυρού, κάτι το οποίο δεν μπορεί με οποιονδήποτε τρόπο να γίνει αποδεκτό σε βάρος των φιλήσυχων και νομιμοφρόνων πολιτών του κράτους.

 

Στην Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Λεωνίδου (1997) 2 ΑΑΔ 300, οι πρωτοδίκως επιβληθείσες συντρέχουσες ποινές τετράμηνης φυλάκισης με αναστολή, σε κατηγορίες παράνομης κατοχής πιστολιού και εκρηκτικών υλών, κρίθηκαν ανεπαρκείς από το Εφετείο, το οποίο τις αντικατέστησε με άμεσες και συντρέχουσες ποινές φυλάκισης ενός έτους.

 

Στην Θεοδώρου ν. Δημοκρατίας (1992) 2 ΑΑΔ 206, ο εφεσείων κρίθηκε ένοχος από το Κακουργιοδικείο Αμμοχώστου στην κατηγορία της κατοχής πυροβόλου όπλου στην κατηγορία κατοχής πιστολιού, στην κατηγορία κατοχής περιστρόφου και στην κατηγορία της κατοχής εκρηκτικών υλών και του επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 6 ετών στην πρώτη κατηγορία, 4 ετών στη δεύτερη και τρίτη κατηγορία και 5 ετών στην τέταρτη κατηγορία. Ο εφεσείων εφεσίβαλε την ποινή που του επιβλήθηκε ως έκδηλα υπερβολική, με το Εφετείο να απορρίπτει την έφεση και να επισημαίνει, μεταξύ άλλων, ότι η παράνομη κατοχή όπλων υπονομεύει την έννομη τάξη, οδηγεί στην αναρχία και δημιουργεί ένα αίσθημα ανασφάλειας στους φιλήσυχους και νομοταγείς πολίτες, στοιχείο που δεν έχει θέση στη ζωή σε μια Δημοκρατική κοινωνία.

 

Παρεμβάλλω, ότι οι προηγούμενες αποφάσεις που αφορούν στην επιβολή ποινών, παρέχουν ένδειξη του μέτρου τιμωρίας συγκεκριμένων αδικημάτων και των παραμέτρων του καθορισμού της ποινής, πλην όμως δεν έχουν τον δεσμευτικό χαρακτήρα που ενέχει ο καθορισμός αρχών δικαίου, καθώς η ποινή που επιβάλλεται σε μια συγκεκριμένη υπόθεση, είναι αλληλένδετη με τις ιδιαιτερότητες των γεγονότων που τη συνθέτουν και των συνθηκών του εκάστοτε παραβάτη.[7]

 

Έχοντας κατά νου όλα τα ανωτέρω, προχωρώ στην επιβολή ποινής.

 

Προς τούτο, λαμβάνω υπόψη μου τα γεγονότα της υπόθεσης, ως εκτέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου και δεν τέθηκαν υπό αμφισβήτηση, καθώς επίσης και τη σοβαρότητα των αδικημάτων που έχουν διαπραχθεί και τον αποτρεπτικό χαρακτήρα που πρέπει να χαρακτηρίζει την ποινή που θα επιβληθεί στον κατηγορούμενο.

 

Λαμβάνω επίσης υπόψη μου τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων, καθώς επίσης και τους μετριαστικούς παράγοντες που αφορούν στο πρόσωπο του κατηγορουμένου και τα όσα διαλαμβάνει η Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας.

 

Ειδικότερα, λαμβάνω υπόψη μου την παραδοχή του κατηγορουμένου πριν το ακροαματικό στάδιο, η οποία σύμφωνα με την ισχύουσα νομολογία προάγει τους σκοπούς της δικαιοσύνης,[8] τη συνεργασία του με τις αστυνομικές αρχές, το γεγονός ότι δεν τραυματίστηκαν τρίτα πρόσωπα, ούτε και διαφάνηκε να υπήρχε τέτοια πρόθεση από πλευράς κατηγορουμένου, ως προκύπτει από τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου, τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων, ως αναφέρθηκαν από τον συνήγορο υπεράσπισης, καθώς επίσης και τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου, ως περιγράφονται στην Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας. Λαμβάνω περαιτέρω υπόψη μου τον χρόνο που έχει διαρρεύσει από τη διάπραξη των αδικημάτων, καθότι σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των κατηγοριών, αυτά διαπράχθηκαν την 28η Απριλίου 2014, σε συνδυασμό με τη μεταβολή στις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου, ως περιγράφεται ανωτέρω.

 

Ως προς την προηγούμενη καταδίκη με την οποία βαρύνεται ο κατηγορούμενος, για αδικήματα που σχετίζονται με ναρκωτικές ουσίες, σημειώνω ότι τούτο δεν συνιστά επιβαρυντικό παράγοντα, πλην όμως αποτελεί ένδειξη της στάσης του κατηγορουμένου απέναντι στην τήρηση των νόμων.

 

Διαφωτιστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την DYGDALOWICZ ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 11/2021 ημερ. 4.11.2022:

 

«Όμως η σημασία των προηγούμενων καταδικών έγκειται στο ότι η ύπαρξη τους τείνει να μειώσει σε κάποιο βαθμό, την επιείκεια που μπορεί να επιδειχθεί. Και τούτο, κυρίως, γιατί αποτελούν ένδειξη της στάσης του κατηγορούμενου στην τήρηση των νόμων (Γενικός Εισαγγελέας ν. Ματθαίου (1994) 2 Α.Α.Δ. 1 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Αεροπόρου (1997) 2 Α.Α.Δ. 17). Στην Μιχαήλ ν. Δημοκρατίας (1998) 2 Α.Α.Δ. 306 τονίστηκε και πάλι ότι οι προηγούμενες καταδίκες δεν αποτελούν παράγοντα επιβαρυντικό της ποινής, αλλά επενεργούν ως παράγων περιορισμού της επιείκειας, της οποίας θα μπορούσε να τύχει ο συγκεκριμένος κατηγορούμενος, αν δεν βαρυνόταν με τις προηγούμενες καταδίκες (βλ. επίσης Γεωργίου άλλως Καμμούγιαρος ν. Αστυνομίας (2003) 2 Α.Α.Δ. 565 και Vedat v. Αστυνομίας (2012) 2 Α.Α.Δ. 787

 

Δεν διαλανθάνει βεβαίως την προσοχή μου, ότι από τα όσα τέθηκαν ενώπιόν μου, προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος μετέβαλε θετικά τις προσωπικές περιστάσεις του από την αποφυλάκισή του και έπειτα, καθώς έκτοτε εργάζεται και δεν έχει απασχολήσει ξανά τη δικαιοσύνη. Διαπιστώνω επίσης, από τα όσα τέθηκαν ενώπιόν μου, ότι η παραβατική συμπεριφορά του κατηγορουμένου συμπίπτει χρονικά και αφορά στα έτη 2014 – 2015. Ο παράγων αυτός ασφαλώς και θα πρέπει να ληφθεί σοβαρά υπόψη από το Δικαστήριο και να προσμετρήσει υπέρ του κατηγορουμένου, λαμβανομένης υπόψη της ανάγκης για σωφρονισμό των προσώπων στα οποία επιβάλλονται ποινές φυλάκισης, πέραν και επιπρόσθετα του σκοπού της αποτροπής άλλων επίδοξων παραβατών, δια της επιβολής ποινής στερητικής της ελευθερίας.

 

Συνεκτιμώντας και σταθμίζοντας όλους τους πιο πάνω παράγοντες, σε συνάρτηση με τα γεγονότα της υπόθεσης και τον αποτρεπτικό χαρακτήρα που πρέπει να διέπει την ποινή που θα επιβληθεί στον κατηγορούμενο, καταλήγω όλοι οι ανωτέρω παράγοντες μπορούν να επηρεάσουν το ύψος, αλλά όχι το είδος της ποινής, που δε μπορεί να είναι άλλη, από τη στέρηση της ελευθερίας. Αυτή, είναι και η μόνη ποινή η οποία θα στείλει κατά την κρίση του Δικαστηρίου, τα σωστά μηνύματα στην κοινωνία.

 

Συνεπακόλουθα, επιβάλλονται στον κατηγορούμενο οι ακόλουθες ποινές:

 

Για το αδίκημα της 2ης κατηγορίας επιβάλλεται ποινή φυλάκισης 10 μηνών.

 

Για το αδίκημα της 3ης κατηγορίας επιβάλλεται ποινή φυλάκισης 10 μηνών.

 

Για το αδίκημα της 5ης κατηγορίας επιβάλλεται ποινή φυλάκισης 6 μηνών.

 

Οι πιο πάνω ποινές φυλάκισης να συντρέχουν, λαμβανομένων υπόψη των αρχών που διέπουν το θέμα.[9]

Αναφορικά με τις κατηγορίες 4 και 6, δεν επιβάλλεται οποιαδήποτε ποινή, λαμβανομένης υπόψη της αρχής της συνολικότητας της ποινής, εφόσον πρόκειται για το σύνολο μιας ενιαίας εγκληματικής συμπεριφοράς.

 

Ενόψει του ότι η ποινή φυλάκισης δεν ξεπερνά τα τρία έτη, προχωρώ σε εξέταση του ενδεχομένου αναστολής της.

 

Σύμφωνα με το άρθρο 3 του περί της Υφ Όρων Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, Ν. 95/72, ως έχει τροποποιηθεί, η ποινή της φυλάκισης μπορεί να ανασταλεί, κατόπιν άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, νοουμένου ότι αυτή δεν ξεπερνά τα τρία (3) έτη.

 

Πρόκειται για διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου, η οποία έχει διευρυνθεί και μπορεί να ασκηθεί εάν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορουμένου.[10]

 

Επισημαίνεται, ότι η αναστολή της ποινής φυλάκισης δεν αποτελεί εναλλακτικό μέτρο τιμωρίας του κατηγορουμένου, αλλά διεργασία στην οποία προβαίνει το Δικαστήριο, κατόπιν επιβολής ποινής φυλάκισης, εάν και εφόσον συντρέχουν λόγοι που αιτιολογούν την αναστολή της.[11]

 

Η ενδεχόμενη αναστολή της ποινής φυλάκισης, δεν αλλοιώνει τον χαρακτήρα της ποινής φυλάκισης, καθώς η δυνατότητα αναστολής της ποινής φυλάκισης διαχωρίζεται από την απόφαση επιβολής ποινής φυλάκισης. Τα δε κριτήρια επί των οποίων θα βασιστεί το Δικαστήριο κατά τη βάσανο της αξιολόγησης αυτής δεν είναι ανελαστικά, αλλά παρέχεται ευρεία διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να σταθμίσει όλους τους παράγοντες, πάντοτε με γνώμονα το συμφέρον της δικαιοσύνης.[12]

 

Τα κριτήρια αξιολόγησης του ενδεχομένου της αναστολής της ποινής φυλάκισης, ως έχουν τεθεί νομολογιακώς, είναι τα ακόλουθα:[13]

 

(α)       η σοβαρότητα του αδικήματος και τα κίνητρα διάπραξής του,

 

(β)       το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου, δηλαδή αν είναι τέτοιο που υπάρχει η ανάγκη για αποτροπή και

 

(γ)        η διαγωγή του κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος συμπεριλαμβανομένης και της μεταμέλειας, καθώς ένας κατηγορούμενος με λευκό ποινικό μητρώο έχει καλύτερη απαίτηση για αναστολή.

 

Στη Σκεύη Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας (2010) 2 Α.Α.Δ 22, λέχθηκε, μεταξύ άλλων, ότι στην περίπτωση της εφεσείουσας, συνέτρεχαν αρκετοί παράγοντες οι οποίοι θα μπορούσαν να ληφθούν υπόψη ως συνηγορούντες υπέρ της αναστολής της ποινής άμεσης φυλάκισης που είχε πρωτοδίκως επιβληθεί, περιλαμβανομένου του πρότερου βίου της, καθότι η κατηγορούμενη επέδειξε για πρώτη φορά εγκληματική αδιαφορία για τις σοβαρές επιπτώσεις από την ενέργειά της, ενώ συνειδητοποίησε αμέσως τη σοβαρότητα των πράξεών της και μεταμελήθηκε πλήρως.

 

Στην Αστυνομία v. Μαυρομμάτη, Π.Ε. υπ’ αρ. 92/2019 ημερ. 22.5.2020, επικυρώθηκε η αναστολή της επιβληθείσας ποινή φυλάκισης, λαμβανομένου ιδιαίτερα υπόψη του λευκού ποινικού μητρώου του κατηγορουμένου και της διαγωγής του, μετά τη διάπραξη του αδικήματος.

 

Στην προκειμένη περίπτωση, κατόπιν έντονου προβληματισμού και αξιολογώντας όλα τα ανωτέρω, καταλήγω ότι το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου, δικαιολογούν την άσκηση της διακριτικής μου ευχέρειας υπέρ της αναστολής εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης που έχει επιβληθεί στον κατηγορούμενο.

 

Δεν παραγνωρίζω, τη σοβαρότητα των αδικημάτων που έχει διαπράξει ο κατηγορούμενος και το γεγονός ότι το μήνυμα που θα σταλεί στην κοινωνία πρέπει να είναι αποτρεπτικό. Ωστόσο, κατ’ επέκταση των όσων έχω παραθέσει ανωτέρω, λαμβανομένου ιδιαίτερα υπόψη του ότι ο κατηγορούμενος, από την ημερομηνία διάπραξης του αδικήματος μέχρι σήμερα δεν απασχόλησε ξανά τη δικαιοσύνη, πέραν της προηγούμενης καταδίκης του, η οποία με βάση τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιόν μου αφορά στην ίδια περίπου χρονική περίοδο της ζωής του, ενώ έχει εμπράκτως επανενταχθεί στην κοινωνία μετά την αποφυλάκισή του για τα τελευταία δέκα περίπου χρόνια, κρίνω ορθό και δίκαιο όπως ασκήσω τη διακριτική μου ευχέρεια υπέρ της αναστολής της ποινής φυλάκισης, παρέχοντας στον κατηγορούμενο μία δεύτερη ευκαιρία.

 

Συνεπακόλουθα, η ποινή φυλάκισης που έχει επιβληθεί στον κατηγορούμενο αναστέλλεται για περίοδο 3 ετών.

 

Τα τεκμήρια να κατασχεθούν και να καταστραφούν.

 

(Το Δικαστήριο εξηγεί σε απλή γλώσσα τις συνέπειες διάπραξης αδικήματος κατά την περίοδο αναστολής της ποινής φυλάκισης).

 

 

(Υπ.) ……………………

Χρ. Γ. Ππεκρή, Ε.Δ.

Πιστό Αντίγραφο

 

Πρωτοκολλητής

 

 



[1] Κυριάκος Σακαρίδης ν. Αστυνομίας (2011) 2 ΑΑΔ 272.

 

[2] Οδυσσέας Θεοχάρη Καλανίδης κ.α. v. Αστυνομίας (2009) 2 ΑΑΔ 298, Σωκράτους v. Δημοκρατίας (1994) 2 Α.Α.Δ. 132 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Ανδρέα Τόκκαλλου (2001) 2 Α.Α.Δ. 95).

 

[3] Θεοχάρους v. Αστυνομίας (2008) 2 Α.Α.Δ. 575).

 

[4] Βραχίμης v. Αστυνομίας (2000) 2 Α.Α.Δ. 527.

 

[5] Λεβέντης v. Αστυνομίας (1999) 2 ΑΑΔ 632, Γενικός Εισαγγελέας ν. Αριστοτέλους (2004) 2 ΑΑΔ 166.

 

[7] Χαραλάμπους v. Δημοκρατίας (2000) 2 Α.Α.Δ. 1, Ειρηναίος Γεωργίου ν. Δημοκρατίας Π.Ε. Αρ, 61/2020 ημερ. 14.7.2022.

 

[8] Gorko κ.ά. ν. Δημοκρατίας (2010) 2 ΑΑΔ 458, CCC Laundries (Paphos) Ltd κ.ά. ν. Θεοφάνους (2010) 2 ΑΑΔ 288), Φούττης ν. Αστυνομίας (2005) 2 ΑΑΔ 359.

 

 

[9] Ekole v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση αρ. 108/2021 ημερ. 15.2.2022, ECLI:CY:AD:2022:B62, Σάκκος ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση αρ. 196/2020 ημερ. 20.9.2022, ECLI:CY:AD:2022:B355, Μohamed Αlahmad ν. Δημοκρατίας, Π.Ε. 235/2022 ημερ. 30.9.2025.

 

[10] Siminoiu v. Αστυνομίας (2012) 2 ΑΑΔ 699 και Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας (2009) 2 ΑΑΔ 583.

 

[11] Γενικός Εισαγγελέας ν. Στέφανου Περατικού (1997) 2 Α.Α.Δ. 373.

 

[12] Koukos v. Police (1986) 2 C.L.R. 1.

 

[13] Γενικός Εισαγγελέας ν. Ρομίνα Τζιαουχάρη (2005) 2 ΑΑΔ 161 και Γενικός Εισαγγελέας v. Φανιέρου (1996) 2 ΑΑΔ 303.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο