ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. ΜΑΡΙΟΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Αρ. Υπόθεσης: 10758/2025, 9/2/2026
print
Τίτλος:
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. ΜΑΡΙΟΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Αρ. Υπόθεσης: 10758/2025, 9/2/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Γ. Ππεκρή, Ε.Δ.

Αρ. Υπόθεσης: 10758/2025

 

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ

 

Κατηγορούσα Αρχή

ν.

 

ΜΑΡΙΟΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ

Κατηγορούμενος

Ημερομηνία: 9 Φεβρουαρίου 2026

Εμφανίσεις:

Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Β. Δανιηλίδου

Για Κατηγορούμενο: αυτοπροσώπως

Κατηγορούμενος παρών.

ΠΟΙΝΗ

 

Ο κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος κατόπιν παραδοχής του για τη διάπραξη των αδικημάτων της κλοπής που αφορούν οι κατηγορίες 2 και 3, κατά παράβαση των σχετικών προνοιών του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154.

 

Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο, σε σχέση με την 1η κατηγορία, ο κατηγορούμενος την 4.2.2024 στη Λεμεσό, έκλεψε μία γυναικεία τσάντα αξίας €15.- η οποία περιείχε το χρηματικό ποσό των €1.500.- και δύο κινητά τηλέφωνα αξίας €350.- και €150.- περιουσία της Β.R.

 

Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο, σε σχέση με τη 2η κατηγορία, ο κατηγορούμενος την 18.2.2024 στη Λεμεσό, έκλεψε το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής [ ] αξίας €1.500.- περιουσία της Ι.Α.

 

Εκθέτοντας τα γεγονότα της υπόθεσης, η ευπαίδευτη εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής κατέθεσε κείμενο γεγονότων, το οποίο σημειώθηκε ως Έγγραφο Α και κατατέθηκε στον φάκελο του Δικαστηρίου.

Ως αναφέρεται, μεταξύ άλλων, στο Έγγραφο Α, την 4.2.2024 καταγγέλθηκε από την B.R. ότι την ίδια ημέρα, ενώ βρισκόταν στην οδό [ ] στη Λεμεσό, τοποθέτησε τη τσάντα της σε ένα παγκάκι με σκοπό να τραβήξει κάποιες φωτογραφίες. Σε κάποια στιγμή, ένας ποδηλάτης πέρασε από το μέρος και άρπαξε τη τσάντα της και τράπηκε σε φυγή.

 

Οι κινήσεις του δράστη καταγράφηκαν από κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης, το οποίο επιθεωρήθηκε από μέλη της ΑΔΕ Λεμεσού, ένα εκ των οποίων αναγνώρισε τον κατηγορούμενο. Ακολούθησε η έκδοση εντάλματος σύλληψης εναντίον του κατηγορουμένου και η σύλληψή του. Ανακρινόμενος, ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε τη διάπραξη του αδικήματος.

 

Σε σχέση με τη 2η κατηγορία, σύμφωνα με τα όσα αναφέρονται στο Έγγραφο Α, την 18.2.2024 καταγγέλθηκε στο ΤΑΕ Λεμεσού  από την Ι.Α. ότι την 17.2.2024 στάθμευσε το αυτοκίνητό της με αρ. εγγραφής [ ] στο πλάι του δρόμου επί της οδού [ ] στη Λεμεσό. Την 18.2.2024 ώρα 0830 το είδε για τελευταία φορά σταθμευμένο στη συγκεκριμένη οδό και περί την 1230 της ίδιας ημέρας, διαπίστωσε ότι το εν λόγω όχημα είχε κλαπεί.

 

Την 20.2.2024 εξασφαλίστηκε μαρτυρία σύμφωνα με την οποία, το εν λόγω όχημα οδηγείτο από τον κατηγορούμενο, ο οποίος μετέβη σε εργοστάσιο περισυλλογής μετάλλων για να πουλήσει διάφορα είδη σιδέρου, οδηγώντας το συγκεκριμένο όχημα. Την 21.2.2024 το κλοπιμαίο όχημα εντοπίστηκε κλειδωμένο και ακινητοποιημένο στα Λατσιά στη Λευκωσία και μεταφέρθηκε στη Λεμεσό για να τύχει περαιτέρω εξετάσεων. Ακολούθησε η έκδοση δικαστικού εντάλματος σύλληψης εναντίον του κατηγορουμένου και η σύλληψή του την 7.8.2025. Ανακρινόμενος, ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε τη διάπραξη των αδικημάτων.

 

Ο κατηγορούμενος βαρύνεται με τρεις προηγούμενες καταδίκες ημερ. 11.3.2021, 14.2.2023 και 11.10.2023, όπου του επιβλήθηκαν ποινές φυλάκισης, για τη διάπραξη αδικημάτων κλοπής και άλλων ομοειδών αδικημάτων.

 

Για σκοπούς μετριασμού της ποινής που θα του επιβληθεί, ο κατηγορούμενος απολογήθηκε για τις πράξεις του και υιοθέτησε την Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, την ετοιμασία της οποίας ζήτησε το Δικαστήριο, ενόψει της σοβαρότητας των κατηγοριών που ο κατηγορούμενος  αντιμετωπίζει, ώστε να τεθούν ενώπιόν του οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου, για σκοπούς εξατομίκευσης της αρμόζουσας ποινής.[1]

 

Στην εν λόγω Έκθεση, αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι ο κατηγορούμενος είναι 40 ετών, φοίτησε μέχρι τη Β’ τάξη Γυμνασίου αλλά λόγω έλλειψης ενδιαφέροντος, διέκοψε τη φοίτησή του. Δεν υπηρέτησε στην Εθνική Φρουρά λόγω προβλημάτων ψυχικής υγείας, παρουσίαζε προβλήματα χρήσης ουσιών και από το 2021 εντάχθηκε στο κλειστό πρόγραμμα Αγ. Σκέπης από το οποίο έφυγε τρεις εβδομάδες αργότερα. Πριν τη σύλληψή του διέμενε σε διάφορα μέρη τα οποία δεν διευκρίνισε, ενώ δεν έχει παρουσιάσει σταθερό εισόδημα, ούτε περιουσιακά στοιχεία ή χρέη. Οι γονείς του χώρισαν όταν ήταν σε μικρή ηλικία και έκτοτε δεν έχει οποιαδήποτε επαφή με τον πατέρα του.

 

Έχοντας κατά νου όλα όσα τέθηκαν ενώπιόν μου, προχωρώ να εξετάσω την επιβολή της αρμόζουσας υπό τις περιστάσεις ποινή στον κατηγορούμενο.

 

Η επιβολή ποινής συνιστά ένα πολύ λεπτό έργο του Δικαστηρίου, καθώς απαιτείται η εξισορρόπηση μεταξύ του γενικού συμφέροντος απονομής της δικαιοσύνης και της εξατομίκευσης της ποινής, λαμβανομένων υπόψη των ειδικών περιστατικών εκάστης περίπτωσης, καθώς επίσης και της σοβαρότητας του διαπραχθέντος αδικήματος. Με άλλα λόγια, η ποινή που θα επιβληθεί, πρέπει να αρμόζει στο πρόσωπο του παραβάτη, αλλά και στο αδίκημα που έχει διαπραχθεί.[2]

 

Παράλληλα, η εξατομίκευση της ποινής δεν συνεπάγεται εξουδετέρωση, ούτε της σοβαρότητας του εγκλήματος, ούτε του στοιχείου της αποτροπής, όταν συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή, τόσο για τον ίδιο τον κατηγορούμενο, όσο και για το κοινό γενικότερα.[3] Επισημαίνεται ωστόσο, ότι η σοβαρότητα των διαπραχθέντων αδικημάτων, δεν οδηγεί σε ατονία το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής.[4]

 

Διαφωτιστικά είναι τα όσα αναφέρθηκαν επί τούτου στην Πισκόπου v. Δημοκρατίας (1999) 2 Α.Α.Δ. 342.

 

Αναφορικά με τη σοβαρότητα των κατηγοριών που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος, αυτή αντανακλάται από τις ποινές που προβλέπει η οικεία νομοθεσία,[5] καθώς, ως έχει νομολογηθεί, το μέγιστο ύψος της ποινής που είναι δυνατό να επιβληθεί, λαμβανομένης υπόψη της εκ του νόμου προβλεπόμενης ποινής, αποτελεί τη βάση από την οποία το Δικαστήριο ξεκινά τη διεργασία του, για σκοπούς επιμέτρησης και καθορισμού της ποινής.[6]

 

Ειδικότερα, για το αδίκημα της κλοπής, το οποίο συνιστά κακούργημα, το αρ. 262 του Ποινικού Κώδικα προβλέπει ποινή φυλάκισης μέχρι και τρία έτη.

 

Το δε αρ. 272(1) του Ποινικού Κώδικα, το οποίο περιλαμβάνεται στο κατηγορητήριο, διαλαμβάνει τα ακόλουθα:

 

«272.-(1) Αν ο υπαίτιος, πριν από τη διάπραξη της κλοπής καταδικάστηκε για κλοπή που τιμωρείται σύμφωνα με το άρθρο 262, υπόκειται σε φυλάκιση πέντε χρόνων».

 

Πέραν της αντικειμενικής σοβαρότητας των αδικημάτων, η οποία πηγάζει από την προβλεπόμενη εκ της νομοθεσίας ποινή, η σοβαρότητά τους προκύπτει και από τη σχετική επί του θέματος νομολογία.

 

Σχετικά παραπέμπω στις Ekole v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση αρ. 108/2021, ECLI:CY:AD:2022:B62 ημερ. 15.2.2022, Bezanidis v. Δημοκρατίας (2013) 2 ΑΑΔ 785, Saadi v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση αρ. 308/2014 ημερ. 24.6.2016 και Dygdalowicz v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση αρ. 11/2021 ημερ. 4.11.2022.

Ως έχει νομολογηθεί, τέτοιου είδους αδικήματα προκαλούν ρήγματα στην έννομη τάξη και διαβίωση και διαβρώνουν συνάμα το αίσθημα ασφάλειας του πολίτη.[7]  

 

Διαφωτιστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα, από την Ekole v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση αρ. 108/2021, ECLI:CY:AD:2022:B62 ημερ. 15.2.2022:

 

«Δεν είναι λίγες φορές που το Ανώτατο Δικαστήριο έχει τονίσει ότι οι κλοπές και διαρρήξεις, καθώς και ομοειδή αδικήματα, βρίσκονται εδώ και χρόνια στην πρώτη γραμμή της εγκληματικότητας. Ορθά, επομένως, το πρωτόδικο Δικαστήριο αναφέρθηκε στη συχνότητα διάπραξης αυτού του είδους των αδικημάτων και την αναγκαιότητα επιβολής αποτρεπτικών ποινών. Σχετικά είναι και τα όσα επισημάνθηκαν στην υπόθεση Bezanidis v. Δημοκρατίας (2013) 2 Α.Α.Δ. 785:

 

                      «Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η διάπραξη τέτοιων αδικημάτων επιφέρει ρήξη στον κοινωνικό ιστό και στην ευόδωση της επίτευξης του στόχου εδραίωσης μιας φιλήσυχης και ειρηνικής κοινωνίας στην οποία δικαιούται να προσβλέπει ο κάθε πολίτης ώστε να νοιώθει ασφάλεια. Στις πρόσφατες αποφάσεις Mixaylov κ.ά. ν. Αστυνομίας (2012) 2 Α.Α.Δ. 175, αναφέρθηκαν τα εξής:

 

                      «Στις πλέον πρόσφατες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου αναφορικά με υποθέσεις διάρρηξης και κλοπής, επανατονίσθηκε, η χωρίς σημεία κάμψης συνεχόμενη αυξητική τάση των διαρρήξεων και κλοπών, γεγονός που κλονίζει την ασφάλεια που πρέπει να αισθάνεται κάθε πολίτης ενός εύνομου κράτους, (Φραντζίδης ν. Αστυνομίας (2011)                     2 Α.Α.Δ. 146). Παρόμοια επισήμανση ως προς το γεγονός ότι αδικήματα της φύσεως αυτής απασχολούν σχεδόν καθημερινά τα Δικαστήρια, με αποτέλεσμα οι ποινές που επιβάλλονται να πρέπει να είναι αποτρεπτικές, έγινε και στις υποθέσεις Bukowski και άλλος v. Αστυνομίας (2011) 2 Α.Α.Δ. 92

 

Παρεμβάλλω, ότι οι προηγούμενες αποφάσεις που αφορούν στην επιβολή ποινών, παρέχουν ένδειξη του μέτρου τιμωρίας συγκεκριμένων αδικημάτων και των παραμέτρων του καθορισμού της ποινής, πλην όμως δεν έχουν τον δεσμευτικό χαρακτήρα που ενέχει ο καθορισμός αρχών δικαίου, καθώς η ποινή που επιβάλλεται σε μια συγκεκριμένη υπόθεση, είναι αλληλένδετη με τις ιδιαιτερότητες των γεγονότων που τη συνθέτουν και των συνθηκών του εκάστοτε παραβάτη.[8]

 

Επιπρόσθετα, η συχνότητα διάπραξης τέτοιων αδικημάτων, αναφορικά με την οποία το Δικαστήριο αντλεί δικαστική γνώση από τις πολλές υποθέσεις που καταχωρούνται ενώπιον του, καταδεικνύει τη σοβαρότητά τους και συγχρόνως, επιτάσσει όπως τα Δικαστήρια προσεγγίζουν με αυστηρότητα τέτοια αδικήματα με σκοπό την αποτροπή τους, χωρίς βεβαίως αυτό να ατονεί το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής.[9]

 

Έχοντας κατά νου όλα τα ανωτέρω, προχωρώ στην επιβολή της αρμόζουσας κατά την κρίση μου ποινής στον κατηγορούμενο.

 

Προς τούτο, λαμβάνω υπόψη μου τα γεγονότα της υπόθεσης, ως εκτέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου και δεν τέθηκαν υπό αμφισβήτηση, καθώς επίσης και τη σοβαρότητα των αδικημάτων που έχουν διαπραχθεί και τον αποτρεπτικό χαρακτήρα που πρέπει να χαρακτηρίζει την ποινή που θα επιβληθεί στον κατηγορούμενο.

 

Λαμβάνω επίσης υπόψη μου τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων, την άμεση παραδοχή του κατηγορουμένου, η οποία σύμφωνα με την ισχύουσα νομολογία προάγει τους σκοπούς της δικαιοσύνης, καθώς επίσης και τις προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις του, ως καταγράφονται στην Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, χωρίς βεβαίως να παραγνωρίζω, ότι αυτές δεν υπερφαλαγγίζουν το δημόσιο συμφέρον, το οποίο επιτάσσει την επιβολή αυστηρών ποινών, αναφορικά με τη διάπραξη τέτοιας φύσεως αδικημάτων. Τέλος, λαμβάνω υπόψη μου τον χρόνο κατά τον οποίο ο κατηγορούμενος τελεί υπό κράτηση μέσα στο πλαίσιο της παρούσας.

Δεν διαλανθάνει την προσοχή μου, το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος βαρύνεται με τρεις προηγούμενες καταδίκες και μάλιστα αναφορικά με ομοειδή αδικήματα, γεγονός το οποίο, σύμφωνα με τη νομολογία, δεν συνιστά επιβαρυντικό παράγοντα, πλην όμως αποτελεί ένδειξη της στάσης του κατηγορουμένου στην τήρηση των νόμων.

 

Διαφωτιστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την DYGDALOWICZ ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 11/2021 ημερ. 4.11.2022:

 

                      «Όμως η σημασία των προηγούμενων καταδικών έγκειται στο ότι η ύπαρξη τους τείνει να μειώσει σε κάποιο βαθμό, την επιείκεια που μπορεί να επιδειχθεί. Και τούτο, κυρίως, γιατί αποτελούν ένδειξη της στάσης του κατηγορούμενου στην τήρηση των νόμων (Γενικός Εισαγγελέας ν. Ματθαίου (1994) 2 Α.Α.Δ. 1 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Αεροπόρου (1997) 2 Α.Α.Δ. 17). Στην Μιχαήλ ν. Δημοκρατίας (1998) 2 Α.Α.Δ. 306 τονίστηκε και πάλι ότι οι προηγούμενες καταδίκες δεν αποτελούν παράγοντα επιβαρυντικό της ποινής, αλλά επενεργούν ως παράγων περιορισμού της επιείκειας, της οποίας θα μπορούσε να τύχει ο συγκεκριμένος κατηγορούμενος, αν δεν βαρυνόταν με τις προηγούμενες καταδίκες (βλ. επίσης Γεωργίου άλλως Καμμούγιαρος ν. Αστυνομίας (2003) 2 Α.Α.Δ. 565 και Vedat v. Αστυνομίας (2012) 2 Α.Α.Δ. 787

 

Συνεκτιμώντας και σταθμίζοντας όλους τους πιο πάνω παράγοντες, σε συνάρτηση με τα γεγονότα της υπόθεσης και τον αποτρεπτικό χαρακτήρα που πρέπει να διέπει την ποινή που θα επιβληθεί στον κατηγορούμενο, καταλήγω όλοι οι ανωτέρω παράγοντες μπορούν να επηρεάσουν το ύψος, αλλά όχι το είδος της ποινής, που δε μπορεί να είναι άλλη, από τη στέρηση της ελευθερίας. Αυτή, είναι και η μόνη ποινή η οποία θα στείλει κατά την κρίση του Δικαστηρίου, τα σωστά μηνύματα στην κοινωνία.

 

Συνεπακόλουθα, επιβάλλεται στον κατηγορούμενο ποινή φυλάκισης δέκα μηνών στην 1η κατηγορία που αντιμετωπίζει και δέκα μηνών στη 2η κατηγορία που αντιμετωπίζει.

 

Οι πιο πάνω ποινές φυλάκισης να συντρέχουν, λαμβανομένων υπόψη των αρχών που διέπουν το θέμα.[10]

 

Ενόψει του ότι η επιβληθείσα ποινή φυλάκισης δεν ξεπερνά τα τρία έτη, προχωρώ σε εξέταση του ενδεχομένου αναστολής της.

 

Σύμφωνα με το άρθρο 3 του περί της Υφ' Όρων Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, Ν. 95/72, όπως τροποποιήθηκε από τον Ν.186(Ι)/2003, η ποινή της φυλάκισης μπορεί να ανασταλεί, κατόπιν άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, νοουμένου ότι αυτή δεν ξεπερνά τα τρία έτη.

 

Πρόκειται για εξουσία του Δικαστηρίου η οποία δυνατό να ασκηθεί εάν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου.[11]

 

Διευκρινίζεται, ότι η αναστολή της ποινής φυλάκισης δεν αποτελεί εναλλακτικό μέτρο τιμωρίας του κατηγορουμένου, αλλά διεργασία στην οποία προβαίνει το Δικαστήριο κατόπιν επιβολής ποινής φυλάκισης, εάν και εφόσον συντρέχουν λόγοι που αιτιολογούν την αναστολή της.[12]

 

Επιπρόσθετα, η ενδεχόμενη αναστολή της ποινής φυλάκισης δεν αλλοιώνει τον χαρακτήρα της ποινής, καθώς η δυνατότητα αναστολής της ποινής φυλάκισης, διαχωρίζεται από την απόφαση επιβολής ποινής φυλάκισης. Τα δε κριτήρια επί των οποίων θα βασιστεί το Δικαστήριο κατά τη βάσανο της αξιολόγησης αυτής δεν είναι ανελαστικά, αλλά παρέχεται ευρεία διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να σταθμίσει όλους τους παράγοντες, πάντοτε με γνώμονα το συμφέρον της δικαιοσύνης.[13]

Αναφορικά με τα κριτήρια αξιολόγησης του ενδεχομένου της αναστολής της ποινής φυλάκισης, ως έχουν τεθεί νομολογιακώς, παραπέμπω στις Γενικός Εισαγγελέας ν. Ρομίνα Τζιαουχάρη (2005) 2 ΑΑΔ 161, Γενικός Εισαγγελέας v. Φανιέρου (1996) 2 ΑΑΔ 303 και Σκεύη Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας (2010) 2 Α.Α.Δ 22

 

Στην προκειμένη περίπτωση, κατόπιν έντονου προβληματισμού και αξιολογώντας όλα τα ανωτέρω, είναι η κρίση του παρόντος Δικαστηρίου, ότι το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου, δεν δικαιολογούν την άσκηση της διακριτικής μου ευχέρειας υπέρ της αναστολής εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης που έχει επιβληθεί στον κατηγορούμενο. Τούτο, αφού έλαβα υπόψη μου όλα τα πιο πάνω δεδομένα, συμπεριλαμβανομένων των ελαφρυντικών παραγόντων που αφορούν στο πρόσωπο του κατηγορουμένου, οι οποίοι δεν μπορούν κατά την κρίση μου, να υπερφαλαγγίσουν το δημόσιο συμφέρον, το οποίο επιτάσσει την επιβολή αποτρεπτικών ποινών, ενόψει της ιδιαίτερης σοβαρότητας των αδικημάτων τα οποία έχει διαπράξει ο κατηγορούμενος, αλλά και της έξαρσης στην οποία βρίσκονται τέτοιας φύσεως αδικήματα.

 

Ως έχει άλλωστε νομολογηθεί, η αναστολή της ποινής φυλάκισης δεν ενδείκνυται, όταν τα αδικήματα που αφορά η υπόθεση βρίσκονται σε έξαρση και η τιμωρία του παραβάτη, συνιστά επιπρόσθετα, μέσο αποτροπής άλλων πιθανών παραβατών, καθώς η προστασία του δημοσίου συμφέροντος, είναι υπεράνω οιωνδήποτε προσωπικών περιστάσεων.[14]

 

Ενόψει όλων των ανωτέρω, η ποινή φυλάκισης που επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο θα έχει άμεση ισχύ από σήμερα.

 

Λαμβανομένων ωστόσο υπόψη των προνοιών του αρ. 117 του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, διατάζεται όπως η ποινή φυλάκισης που έχει επιβληθεί στον κατηγορούμενο, μειωθεί κατά το χρονικό διάστημα που ο κατηγορούμενος τελεί υπό κράτηση μέχρι σήμερα, δηλ. από 13.1.2026.

 

 

Τα τεκμήρια της υπόθεσης να κατασχεθούν και να καταστραφούν.

 

 

 

 

(Υπ.) …………………..

Χρ. Γ. Ππεκρή, Ε.Δ.

 

Πιστό Αντίγραφο

 

Πρωτοκολλητής



[1] Τηλεμάχου v. Αστυνομίας (2000) 2 Α.Α.Δ. 701.

 

[2] Κυριάκος Σακαρίδης ν. Αστυνομίας (2011) 2 ΑΑΔ 272.

 

[3] Οδυσσέας Θεοχάρη Καλανίδης κ.α. v. Αστυνομίας (2009) 2 ΑΑΔ 298, Σωκράτους v. Δημοκρατίας (1994) 2 Α.Α.Δ. 132 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Ανδρέα Τόκκαλλου (2001) 2 Α.Α.Δ. 95).

 

[4] Θεοχάρους v. Αστυνομίας (2008) 2 Α.Α.Δ. 575).

 

[5] Βραχίμης v. Αστυνομίας (2000) 2 Α.Α.Δ. 527.

 

[6] Λεβέντης v. Αστυνομίας (1999) 2 ΑΑΔ 632, Γενικός Εισαγγελέας ν. Αριστοτέλους (2004) 2 ΑΑΔ 166.

 

[7] Παναγίδης v. Δημοκρατίας (1997) 2 Α.Α.Δ. 104, Γενικός  Εισαγγελέας vCham & άλλων (1993) 2 A.A.Δ. 129.

[8] Χαραλάμπους v. Δημοκρατίας (2000) 2 Α.Α.Δ. 1, Ειρηναίος Γεωργίου ν. Δημοκρατίας Π.Ε. Αρ, 61/2020 ημερ. 14.7.2022.

 

[9] Κωνσταντίνου v. Δημοκρατίας (1989) 2 Α.Α.Δ. 224.

 

[10] Ekole v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση αρ. 108/2021 ημερ. 15.2.2022, ECLI:CY:AD:2022:B62, Σάκκος ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση αρ. 196/2020 ημερ. 20.9.2022, ECLI:CY:AD:2022:B355, Μohamed Αlahmad ν. Δημοκρατίας, Π.Ε. 235/2022 ημερ. 30.9.2025.

 

[11] Βλ. Siminoiu v. Αστυνομίας (2012) 2 ΑΑΔ 699 και Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας (2009) 2 ΑΑΔ 583.

 

[12] Βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Στέφανου Περατικού (1997) 2 Α.Α.Δ. 373.

 

[13] Koukos v. Police (1986) 2 C.L.R. 1.

 

[14] Σ.Π.Ε. Λακατάμιας-Δευτερας Λτδ. ν. Δράκου, Πoινική Έφεση Αρ.129/2015 ημερ. 15.11.2017.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο