ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ
Ενώπιον: Χρ. Γ. Ππεκρή, Ε.Δ.
Αίτηση Κατακράτησης Τεκμηρίων υπ’ αρ.: 151/2025
Αναφορικά με τη Μονομερή Αίτηση της Αστυνομίας ημερ. 3.11.2025 για έκδοση διατάγματος κατακράτησης των Τεκμηρίων που αναφέρονται στην Αίτηση μέχρι την αποπεράτωση οποιασδήποτε ποινικής διαδικασίας η οποία δυνατό να διεξαχθεί σε σχέση με αυτά στη Γαλλία
Ημερομηνία: 16 Ιανουαρίου 2026
Εμφανίσεις:
Για Διευθυντή Τμήματος Καταπολέμησης Εγκλήματος: κα Α. Τιμοθέου
Για Ενδιαφερόμενα Πρόσωπα, M.R., L.R., E.A.: κ. Δ. Λοχίας
ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ
(Αίτημα για εξαίρεση Δικαστηρίου)
Δια της υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό Αίτησης, ζητείται η έκδοση διατάγματος του Δικαστηρίου για την κατακράτηση των τεκμηρίων που αναφέρονται στην Αίτηση, μέχρι την αποπεράτωση οποιασδήποτε ποινικής διαδικασίας η οποία είναι δυνατό να διεξαχθεί σε σχέση με αυτά στη Γαλλία.
Σημειώνω, στο σημείο αυτό, ότι για σκοπούς έκδοσης της παρούσας, δεν κρίνω σκόπιμη τη λεπτομερή παράθεση των όσων αφορούν στην ουσία της Αίτησης, πέραν των σημείων όπου τούτο ήθελε κριθεί σκόπιμο μέσα στο πλαίσιο της παρούσας. Κρίνω ωστόσο σκόπιμο, να καταγράψω το ιστορικό της πορείας της Αίτησης.
Κατά την ημερομηνία καταχώρισης της Αίτησης, εμφανίστηκε δικηγόρος εκ μέρους των Ενδιαφερόμενων Προσώπων και ζήτησε χρόνο για να καταχωρίσει Ένσταση. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο έκρινε ορθό όπως δοθεί χρόνος στα Ενδιαφερόμενα Πρόσωπα για να καταχωρίσουν την Ένσταση τους και η Αίτηση ορίστηκε την 3.12.2025 για ακρόαση, με οδηγίες για καταχώριση Ένστασης στο μεταξύ. Την 3.12.2025, ο συνήγορος των Ενδιαφερόμενων Προσώπων υπέβαλε αίτημα αναβολής λόγω φόρτου εργασίας που προέκυψε από χειρισμό υποθέσεων Ευρωπαϊκών Ενταλμάτων Σύλληψης και η υπόθεση ορίστηκε εκ νέου για Ακρόαση την 14.1.2026. Την 14.1.2025, υποβλήθηκε αίτημα εξαίρεσης του Δικαστηρίου από τον συνήγορο που εκπροσωπεί τα Ενδιαφερόμενα Πρόσωπα, με αναφορά στην αντικειμενική αμεροληψία του Δικαστηρίου.
Συνοψίζοντας, ο ευπαίδευτος συνήγορος των Ενδιαφερόμενων Προσώπων παρέπεμψε σε συγκεκριμένο απόσπασμα από την απόφαση του Δικαστηρίου στην Αίτηση με αρ. 6/2025 ημερ. 19.12.2025, σελ. 43, που αφορούσε στην εκτέλεση Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης αναφορικά με άλλο πρόσωπο και όχι κάποιο εκ των Ενδιαφερομένων Προσώπων, και εισηγήθηκε ότι το συγκεκριμένο απόσπασμα εκφράζει θέση ή πεποίθηση η οποία αφορά την ουσία της παρούσας Αίτησης και δημιουργεί στο μυαλό του τρίτου παρατηρητή που γνωρίζει τα γεγονότα, υποψία ότι υπάρχει πιθανότητα προκατάληψης του Δικαστή. Παρέπεμψε επίσης στον όρκο που συνοδεύει την υπό κρίση Αίτηση, όπου αναφέρεται ότι σε περίπτωση έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος, τα αναφερόμενα τεκμήρια θα παραδοθούν στις αρχές της Γαλλίας για σκοπούς της υπόθεσής τους.
Αντίθετη ήταν η τοποθέτηση της ευπαίδευτης εκπροσώπου του Γενικού Εισαγγελέα, η οποία, αναφερόμενη στη νομική πτυχή που διέπει το θέμα, εισηγήθηκε ότι δεν τίθεται τέτοιο ζήτημα.
Παρενθετικά σημειώνω, ότι έχω διέλθει των τοποθετήσεων των ευπαίδευτων συνηγόρων επί του θέματος, οι οποίες είναι καταγεγραμμένες στα πρακτικά του Δικαστηρίου, ειδική δε αναφορά θα γίνει σε αυτές όπου τούτο κριθεί σκόπιμο από το Δικαστήριο.
Σημειώνω εν πρώτοις, ότι με βάση το αρ. 30.2 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας και το αρ. 6.1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, έκαστο πρόσωπο έχει δικαίωμα σε ανεπηρέαστη, δημοσία, ακροαματική διαδικασία, εντός ευλόγου χρόνου, ενώπιον ανεξαρτήτου, αμερολήπτου και αρμοδίου Δικαστηρίου.
Το θέμα της εξαίρεσης Δικαστή απασχόλησε σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου.
Όπως λέχθηκε στην Πίτσιλλος ν. Δημοκρατίας κ.α. (1994) 1 Α.Α.Δ. 268, αποτελεί βασική αρχή, θεμελιώδους σημασίας, ότι η δικαιοσύνη, όχι μόνο πρέπει να απονέμεται, αλλά και να φαίνεται ότι απονέμεται. Λέχθηκε περαιτέρω ότι Δικαστής δεν εξαιρείται ανάλογα με τις επιθυμίες των διαδίκων, οι οποίοι δε δικαιούνται να καθορίζουν τη σύνθεση του Δικαστηρίου, ενώ το κριτήριο για εξαίρεση Δικαστή είναι η δημιουργία δικαιολογημένης εντύπωσης ύπαρξης πραγματικής πιθανότητας προκατάληψης από τον Δικαστή στο νου του μέσου εχέφρονα πολίτη, ο οποίος γνωρίζει όλα τα γεγονότα, καθώς εικασίες και καχυποψίες μόνο, δεν είναι αρκετές.
Στην Πολιτική Έφεση Αρ. 363/20 Αναφορικά με την αίτηση του xxx Καντούνα και της xxx Καντούνα για άδεια για καταχώρηση αίτησης για την έκδοση εντάλματος certiorari ημερ. 13.9.2021, οι εφεσείοντες ήταν προσφεύγοντες στο Διοικητικό Δικαστήριο σε έξι συνενωμένες προσφυγές. Σε αυτό το πλαίσιο, είχαν υποβάλει αίτημα τροποποίησης προσφυγής, το οποίο το Διοικητικό Δικαστήριο απέρριψε, αναφέροντας, στην απόφασή του, τη φράση «υπό το πρόσχημα καλύτερης επεξήγησης των λόγων που καθιστούν επιτακτική την τροποποίηση της αίτησης ακυρώσεως». Οι εφεσείοντες, θεωρώντας ότι το Διοικητικό Δικαστήριο ήταν αρνητικά προκατειλημμένο εναντίον τους και της υπόθεσης τους, υπέβαλαν αίτημα εξαίρεσης της Δικαστού από την περαιτέρω εκδίκαση των προσφυγών τους, αίτημα το οποίο απορρίφθηκε από το πρωτόδικο Δικαστήριο.
Απορρίπτοντας την έφεση, το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε ότι η πιο πάνω φράση, που είχε χρησιμοποιηθεί από το Δικαστήριο, εντασσόμενη στο σύνολο της δικαστικής του κρίσης, δεν φαίνεται να δημιουργεί στον αντικειμενικό παρατηρητή υποψία προκατάληψης. Διαφωτιστικά επί του όλου ζητήματος, είναι τα όσα λέχθηκαν μέσα στο πλαίσιο της εν λόγω απόφασης:
«Το πρωτόδικο Δικαστήριο εξετάζοντας την απόφαση της Δικαστού να μην εξαιρεθεί της εκδίκασης των προσφυγών, δεν εντόπισε στοιχεία προκατάληψης εναντίον των εφεσειόντων.
Η νομολογία μας προσεγγίζει το θέμα της εξαίρεσης Δικαστή με τον προσήκοντα σεβασμό που συναρτάται κυρίως με το θέμα της αμεροληψίας. Κάθε διάδικος έχει δικαίωμα να κρίνεται από αμερόληπτο Δικαστήριο, αυτό ως σύμφυτο με την ανθρώπινη ιδιότητα. Όπως επισημαίνεται στη Μιχαηλίδη κ.ά. ν. Δημοκρατίας ποιν. εφέσεις 125/17 κ.ά. 26.4.2018 το δικαίωμα αυτό προστατεύεται ως θεμελιώδες και ως εχέγγυο του δίκαιου της δίκης τόσο από την Ευρωπαϊκή Συνθήκη Δικαιωμάτων του Ανθρώπου όσο και από το Σύνταγμα. Δεν είναι νέο στην κυπριακή έννομη τάξη αφού εφαρμόστηκε με ευλάβεια ως θεμελιακή αρχή του Κοινοδικαίου.
Σκόπιμο είναι να παραθέσουμε σχετικό απόσπασμα από την Μιχαηλίδη ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω) όπου τίθεται το ιστορικό και αιτιολογικό υπόβαθρο των αρχών που διέπουν το θέμα. Αναφέρονται τα εξής:
«Η έλλειψη αμεροληψίας μπορεί κατ΄αρχάς να λάβει τη μορφή ύπαρξης αμέσου ή προσωπικού συμφέροντος (direct or personal interest) του δικαστή από το αποτέλεσμα της υπόθεσης. Σε τέτοια περίπτωση δημιουργείται τεκμήριο πραγματικής έλλειψης αμεροληψίας (actual bias) (Locabail (UK) Ltd v. Bayfield Properties Ltd [2000] QB 451) και η εξαίρεση του δικαστή επέρχεται αυτόματα (automatic disqualification), ανεξάρτητα από το κατά πόσον το συγκεκριμένο συμφέρον προκαλεί εύλογη υπόνοια για την ύπαρξη προκατάληψης εκ μέρους του (Dimes v. Proprietor of Grand Junction Canal (1852) 3 HL Cas 759) ή ανεξάρτητα από το κατά πόσον το συμφέρον που έχει είναι οικονομικής φύσεως (R. v. Bow Street Metropolitan Stipendiary Magistrate, Ex p Pinochet Ugarte (No 2) [1999] 1 All ER 577, HL). Τούτο, εφόσον η ύπαρξη συμφέροντος του δικαστή από το αποτέλεσμα της υπόθεσης αντίκειται ευθέως στη θεμελιακή αρχή της φυσικής δικαιοσύνης, nemo judex in causa sua.
Ανεξάρτητα όμως από τη, σπάνια αναφερόμενη, περίπτωση πραγματικής έλλειψης αμεροληψίας, αναγνωρίζεται και η περίπτωση της «φαινόμενης έλλειψης αμεροληψίας» (apparent bias). Όπως διακηρύχθηκε στην υπόθεση R. v. Sussex Justices, Ex p McCarthy [1923] All ER Rep 233, από τον Lord Hewart CJ:
«Justice should not only be done, but should manifestly and undoubtedly be seen to be done. »
H αρχή αυτή ενσωματώθηκε από ενωρίς στη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου για τα Δικαιώματα του ανθρώπου (ΕΔΔΑ) (Delcourt v. Belgium (1970) 1 EHRR 355, 369, para 31).
Η κυπριακή επίσης νομολογία με σταθερότητα έχει επιβεβαιώσει ότι ο δικαστής δεν πρέπει μόνο να είναι, αλλά και να φαίνεται ότι είναι αμερόληπτος. Όπως τέθηκε από τον Γ.Μ. Πική, Δ. (ως ήτο τότε) στην xxx Πίτσιλλος ν. xxx Ευγενίου (1989) 1 ΑΑΔ, 691, 695:
«Όχι μόνο ο δικαστής δεν πρέπει να διακατέχεται από προκατάληψη εναντίον του διαδίκου αλλά επίσης η σχέση του με την υπόθεση ή οποιοδήποτε από τους διαδίκους δεν πρέπει να είναι τέτοια ώστε να εγείρει αμφιβολίες ως προς την αμεροληψία του στον μέσο λογικά σκεπτόμενο άνθρωπο. Συνεπώς, η αμεροληψία δεν συναρτάται μόνο με υποκειμενικά αλλά και με αντικειμενικά κριτήρια.»
Ως κριτήριο διάκρισης περιπτώσεων φαινόμενης προκατάληψης, η αγγλική νομολογία υιοθέτησε αρχικά την έννοια του πραγματικού κινδύνου να υφίσταται έλλειψη αμεροληψίας υπό τις περιστάσεις (real danger test ή Gough test) (R v. Gough [1993] A.C. 646).
Η προσέγγιση όμως αυτή δεν ακολουθήθηκε σε άλλες δικαιοδοσίες του κοινοδικαίου, όπως της Σκωτίας, της Αυστραλίας και της Νότιας Αμερικής όπου υιοθετήθηκε ως κριτήριο το κατά πόσον ένας αντικειμενικός παρατηρητής, έχοντας γνώση των ουσιωδών γεγονότων, θα σχημάτιζε εύλογη υπόνοια ότι ο δικαστής δυνατόν να μην είναι αμερόληπτος (reasonable suspicion or reasonable apprehension test). Πρόκειται για αντικειμενικό κριτήριο που εναρμονίζεται με τη νομολογία του ΕΔΔΑ (βλ. Nicholas v. Cyprus, no. 63246/10, απόφαση ημερ. 9.2.2018).
Αλλά και στην Αγγλία, μετά από διακυμάνσεις (βλ. Locabail, para 17 και In Re Medicaments and Rolates Classes of Goods (No. 2) [2001] 1 W.L.R. 700, para 85), η νομολογία φαίνεται να κατέληξε, επίσης, στο αντικειμενικό κριτήριο της εύλογης πιθανότητας. Ειδικότερα στην Porter v. Magill [2002] 2 A.C. 359, ο Lord Hope, αφού ανασκόπησε την αγγλική νομολογία υπό το φως της σχετικής νομολογίας του ΕΔΔΑ, εξοβέλισε την έννοια του «πραγματικού κινδύνου» λέγοντας τα εξής:
«Those words no longer serve a useful purpose here and they are not used in the jurisprudence of the Strasbourg Court. The question is whether a fair-minded and informed observer having considered the facts would conclude that there was a real possibility that the tribunal was biased.»
Η παραπάνω προσέγγιση έχει υιοθετηθεί και στην Κύπρο όπου έγινε δεκτό ότι:
«το κριτήριο για εξαίρεση Δικαστή είναι η δημιουργία δικαιολογημένης εντύπωσης ύπαρξης πραγματικής πιθανότητας προκατάληψης από το Δικαστή στο νου του μέσου εχέφρονα πολίτη, ο οποίος γνωρίζει όλα τα γεγονότα.» (Πίτσιλλος ν. Δημοκρατίας, ανωτέρω, σελ. 274)
Σύμφωνα με τη νομολογία του ΕΔΔΑ, η προσωπική αμεροληψία του δικαστή τεκμαίρεται μέχρι αποδείξεως του εναντίου (De Cubber v. Belgium (1984) 7 EHRR 236). Εάν δεν στοιχειοθετείται επί υποκειμενικής βάσης πραγματική έλλειψη αμεροληψίας, μπορεί, παρά ταύτα, να εξεταστεί πλέον, με το προαναφερθέν αντικειμενικό κριτήριο, κατά πόσον:
«. quite apart from the judge's personal conduct, there are ascertainable facts which may raise doubts as to his impartiality. In this respect even appearances may be of a certain importance. What is at stake is the confidence which the courts in a democratic society must inspire in the public and above all, as far as criminal proceedings are concerned, in the accused. Accordingly, any judge in respect of whom there is a legitimate reason to fear a lack of impartiality must withdraw (see, mutatis mutandis, the De Cubber judgment previously cited, Series A no. 86, p. 14, para. 26).
This implies that in deciding whether in a given case there is a legitimate reason to fear that a particular judge lacks impartiality, the standpoint of the accused is important but not decisive (see the Piersack judgment of 1 October 1982, Series A no. 53, p. 16, para. 31). What is decisive is whether this fear can be held objectively justified.»
(Hauschildt v. Denmark (1990) 12 E.H.R.R. 226)
Από την άλλη, η εγρήγορση για διασφάλιση των δικαιωμάτων ενός διαδίκου και ιδιαίτερα ενός κατηγορουμένου και η αδιαμφισβήτητη ανάγκη για διαφάνεια στην απονομή της δικαιοσύνης δεν είναι επιτρεπτό να οδηγήσουν το δικαστή σε αβασάνιστη ή, εν πάση περιπτώσει, αδικαιολόγητη παραίτηση από το καθήκον του να εκδικάσει την υπόθεση που του αναλόγισε και σε αναγνώριση δικαιώματος ενός διαδίκου να επιλέγει το δικαστή που θα τον δικάσει, κάτι που χαρακτηρίστηκε ως συνέπεια ολέθρια για το σύστημα απονομής της δικαιοσύνης (xxx Evangeli (1992) 1 CLR 1443, Αίτηση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας για Απόλυση του Βοηθού Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας δια Ανάρμοστη Συμπεριφορά, Αίτηση Αρ. 1/2015, ημερ. 23.6.2015). Κριτήριο δεν είναι η προσωπική ευαισθησία του δικαστή, αλλά η ορθή εκτίμηση του δικαστικού καθήκοντος. Σ΄ αυτά τα πλαίσια οι εικασίες και η απλή καχυποψία δεν είναι αρκετές (Πίτσιλλου ν. Δημοκρατίας, ανωτ., 273-274, Κωνσταντίνου ν. Κωνσταντίνου (2009) 1 ΑΑΔ, 761, 766, Markides v. Republic (1984) 3 CLR 304)».
Στην κρινόμενη περίπτωση δεν αποδίδεται στην ευπαίδευτη Διοικητική Δικαστή υποκειμενική αμεροληψία. Πρόκειται για ισχυρισμό περί παραβίασης της αντικειμενικής αμεροληψίας. (Βλ. Αυτοκέφαλος Εκκλησία της Κύπρου ν. Βουλής των Αντιπροσώπων (αρ.1) (1990) 3 ΑΑΔ 54, όπου γίνεται διαχωρισμός των σχετικών εννοιών). Συνεπώς στο σκηνικό των δεδομένων απαραιτήτως «εισβάλλει» το λεγόμενο αντικειμενικό κριτήριο που, όπως επισημαίνεται πιο πάνω, εναρμονίζεται με την ευρωπαϊκή νομολογία.
Κατ΄ ακολουθίαν, η ερώτηση που πρέπει να τεθεί και να απαντηθεί είναι το κατά πόσον ένας αντικειμενικός παρατηρητής, έχοντας υπόψη τα ουσιώδη γεγονότα της υπόθεσης θα θεωρούσε ότι συντρέχει ή μη λόγος εξαίρεσης. Συνεπώς θα πρέπει να εξεταστεί τι γεγονότα έχουν σημασία, εν προκειμένω».
(Η έμφαση και η υπογράμμιση είναι του Δικαστηρίου).
Στην Αυτοκέφαλος Αγιωτάτη Ορθόδοξος και Αποστολική Εκκλησιά της Κύπρου ν. Βουλή των Αντιπροσώπων (1990) 3 ΑΑΔ 69, υποβλήθηκε αίτημα εξαίρεσης Δικαστή, με το επιχείρημα ότι σε προγενέστερο χρόνο ο συγκεκριμένος Δικαστής εξέδωσε απόφαση στην οποία περιέχονται παρατηρήσεις εν παρόδω (obiter dicta), που προδικάζουν κατά τρόπο καθοριστικό τη θέση του συνηγόρου που υπέβαλε το αίτημα εξαίρεσης. Ως επίσης αναφέρθηκε, υποστηρικτικά του αιτήματος εξαίρεσης, οι συγκεκριμένες παρατηρήσεις δεν άπτονταν αμιγών νομικών θεμάτων, αλλά προεκτείνονταν σε θέματα κοινωνικά και πολιτειακά και ότι η παρέκκλιση αυτή δεν είναι επιτρεπτή και εκφεύγει των ορίων των σκέψεων και παρατηρήσεων που νόμιμα μπορεί να κάνει ο Δικαστής, κατά την έκδοση μιας απόφασής του.
Απορρίπτοντας την έφεση, το Ανώτατο Δικαστήριο σημείωσε τα εξής:
«Είναι κατάδηλο ότι οτιδήποτε λέγει ο Δικαστής στην εκτέλεση του καθήκοντός του, είτε αφορά στην αιτία της απόφασης ή αποτελεί παρατηρήσεις εν παρόδω (obiter dicta) και άλλες απόψεις, είναι κείμενο δικαστικής υφής, που κατά τη νομολογία μας, δεν αποτελεί λόγο αποκλεισμού του από μελλοντική υπόθεση, έστω και αν αυτή παρουσιάζει παραπλήσιο ή ακόμη ταυτόσημο θέμα. Με άλλες λέξεις η εκπλήρωση του δικαστικού έργου με την έκδοση απόφασης, δε δημιουργεί ποτέ κώλυμα εκδίκασης μεταγενέστερων υποθέσεων από τον ίδιο δικαστή σε μονομελή σύνθεση ή συμμετοχής του σε δικαστήριο με ευρύτερη σύνθεση. Και αυτή είναι η εδραιωμένη άποψη της νομολογίας στην οποία αναφερθήκαμε και που ακολουθήσαμε πιστά την προκείμενη περίπτωση».
(Η έμφαση και η υπογράμμιση είναι του Δικαστηρίου).
Ως προς το ποιος είναι ο «αντικειμενικός παρατηρητής», λέχθηκαν τα ακόλουθα στην Typye v. Αστυνομίας (2008) 2 Α.Α.Δ.279:
«Ο αντικειμενικός παρατηρητής δεν είναι ασφαλώς ο τυχαίος απληροφόρητος άνθρωπος που θα μπορούσε να σχηματίσει μια βεβιασμένη εντύπωση παρασυρόμενος από την υποκειμενική του μονομερή και αποσπασματική αντίληψη, αλλά εκείνος ο οποίος, με ολοκληρωμένη πληροφόρηση και κατανόηση του τρόπου λειτουργίας των διαδικασιών στα πλαίσιά τους, μπορεί έτσι να καταλήξει σε μια αντάξια της αντικειμενικότητας του άποψη ως προς το ζητούμενο».
(Η έμφαση και η υπογράμμιση είναι του Δικαστηρίου).
Σχετικά είναι επίσης τα όσα αναφέρθηκαν στην Tekinder Pal κ.ά. ν. Δημοκρατίας (2010) 2 Α.Α.Δ.551:
«Το κριτήριο επανατοποθετήθηκε και σχετικά πρόσφατα στην υπόθεση Helow (AP) v. Secretary of State and Another [2008] UKHL 62, όπου η Δικαστική Επιτροπή της Βουλής των Λόρδων έδωσε τον ορισμό του δίκαιου σκεπτόμενου και πληροφορημένου παρατηρητή. Λέχθηκε ότι αυτό το άτομο δεν λαμβάνει βεβιασμένες αποφάσεις, αλλά επιφυλάσσει την απόφαση του σε κάθε σημείο μέχρι να είναι πλήρως ενήμερο των γεγονότων και να έχει σφαιρική αντίληψη των εκατέρωθεν επιχειρημάτων. Ταυτόχρονα δεν είναι υπέρμετρα ευαίσθητο ή καχύποπτο, δύναται να αποστασιοποιηθεί από την ενώπιον του υπόθεση, είναι δε και επαρκώς πληροφορημένο. Η ουσία παραμένει ότι η θεώρηση εκ μέρους του παραπονούμενου ατόμου ως προς την ύπαρξη φαινομενικής προκατάληψης, θα πρέπει στο τέλος της ημέρας να είναι δυνατόν να αιτιολογηθεί κατά αντικειμενικό τρόπο».
(Η έμφαση και η υπογράμμιση είναι του Δικαστηρίου).
Επιπρόσθετα, ως έχει νομολογηθεί, η επίλυση νομικού ζητήματος πρωτοδίκως ή κατ’ έφεση, δεν αποκλείει τη συμμετοχή Δικαστή στη σύνθεση Δικαστηρίου που επιλαμβάνεται του ιδίου, όμοιου, ή παρεμφερούς νομικού ζητήματος. Η δε ευαισθησία του Δικαστή δεν αποτελεί οδηγό στη διαπίστωση κωλύματος. Τον οδηγό συνιστά η σωστή εκτίμηση του δικαστικού καθήκοντος και ό,τι αυτό επιβάλλει. Παραίτηση από αυτό το καθήκον, ενέχει ορατούς κινδύνους για την απονομή της δικαιοσύνης (Αποστολίδου ν. Δημοκρατίας (Αρ.1) (2002) 3 Α.Α.Δ.80).
Έχοντας κατά νου τις πιο πάνω αρχές, σε συνάρτηση με τις εισηγήσεις των συνηγόρων και τα ειδικά περιστατικά της παρούσας, προχωρώ σε εξέταση του υποβληθέντος αιτήματος εξαίρεσης μου.
Στην Αίτηση υπ’ αρ. ΕΕΣ 6/2025, Αναφορικά με τον περί Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης και των Διαδικασιών Παράδοσης Εκζητούμενων μεταξύ των Κρατών Μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης Νόμο του 2004 (Ν.133(Ι)/2004), η οποία εκδικάσθηκε υπό την ίδια σύνθεση Δικαστηρίου, ως ορθά αναφέρθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο των Ενδιαφερόμενων Προσώπων, ένας εκ των προβεβλημένων λόγων μη εκτέλεσης του εκεί επίδικου Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης, ήταν ο προαιρετικός λόγος που προβλέπεται στο αρ. 14(1)(στ) του Ν.133(Ι)/2004.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο και προς υποστήριξη του συγκεκριμένου λόγου μη έκδοσης, σύμφωνα και με τα όσα επιχειρηματολόγησε υποστηρικτικά του αιτήματος εξαίρεσης ο συνήγορος των Ενδιαφερόμενων Προσώπων, κατατέθηκε από πλευράς εκζητούμενου, σωρεία αιτήσεων κατακράτησης τεκμηρίων και ευρωπαϊκών εντολών έρευνας και επιχειρηματολογήθηκε, ότι τα τεκμήρια της υπόθεσης ή έστω τα πλείστα από αυτά, βρίσκονται στην Κύπρο.
Το Δικαστήριο, εξετάζοντας τον προβεβλημένο λόγο μη έκδοσης του εκζητούμενου προσώπου στην Αιτούσα Χώρα, κάτω από τις επικεφαλίδες «Στ. Εξέταση των Λόγων Ένστασης και Συμπεράσματα Δικαστηρίου» και «Β. Το Δικαστήριο θα πρέπει να μην εκδώσει τον εκζητούμενο βάσει του προαιρετικού λόγου μη έκδοσης που προνοεί το αρ. 14(1)(στ) του Ν. 133(Ι)/2004», στην απόφασή του, κατέληξε, για τους λόγους που εξηγεί, σε απόρριψη του συγκεκριμένου λόγου μη έκδοσης του εκζητούμενου προσώπου και προέβη, μεταξύ άλλων, στην ακόλουθη αναφορά, στη σελ. 43 της απόφασής του:
«Εν πάση δε περιπτώσει, σύμφωνα με τον περί της Ευρωπαϊκής Εντολής Έρευνας σε Ποινικές Υποθέσεις Νόμο του 2017, Ν.181(Ι)/2017, τα τεκμήρια που παραλήφθηκαν βάσει των ευρωπαϊκών εντολών έρευνας, θα πρέπει να διαβιβαστούν στη Γαλλία».
Η πιο πάνω αναφορά, κατά τον συνήγορο των Ενδιαφερόμενων Προσώπων, αποτελεί έκφραση πεποίθησης επί του θέματος και εγείρει ζήτημα αντικειμενικής αμεροληψίας του Δικαστηρίου, στα μάτια ενός τρίτου παρατηρητή που γνωρίζει τα γεγονότα.
Με κάθε σεβασμό, για τους λόγους που θα εξηγήσω ευθύς αμέσως, η θέση αυτή δεν βρίσκει σύμφωνο το Δικαστήριο.
Επισημαίνω αρχικά, ότι στην απόφασή του ημερ. 19.12.2025, το Δικαστήριο καταπιάστηκε με τα ζητήματα που ήγειρε η πλευρά του εκζητούμενου προσώπου ώστε να αποφανθεί αναφορικά με το κατά πόσο θα διατάζετο η εκτέλεση ή μη, του εκδοθέντος Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης. Το δε ορθό πρωτόδικης δικαστικής κρίσης, επαφίεται σε εφετειακή κρίση, σε περίπτωση καταχώρισης έφεσης κατά πρωτόδικης απόφασης.
Αντικείμενο δε της παρούσας διαδικασίας, είναι το κατά πόσο θα διαταχθεί η κατακράτηση των τεκμηρίων που παραλήφθηκαν κατά την εκτέλεση εντάλματος έρευνας, το οποίο εκδόθηκε στη βάση ευρωπαϊκής εντολής έρευνας, κρίση την οποία το Δικαστήριο θα ασκήσει με βάση τα όσα θα τεθούν ενώπιόν του από τα μέρη. Σχετικές, είναι οι πρόνοιες του Περί της Ευρωπαϊκής Εντολής Έρευνας σε Ποινικές Υποθέσεις Νόμου του 2017, Ν.181(Ι)/2017.
Ως εκ των άνω, δεν θεωρώ ότι η αναφορά του Δικαστηρίου σε υφιστάμενη νομοθεσία, δίχως την παραμικρή αναφορά στην έκβαση της υπό κρίση Αίτησης, εντασσόμενη στο σύνολο της κρίσης του Δικαστηρίου επί συγκεκριμένου ζητήματος, ήτοι στο πλαίσιο εκδίκασης Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης που αφορά σε άλλο πρόσωπο, φαίνεται να δημιουργεί υποψία προκατάληψης του Δικαστηρίου, στον μέσο εχέφρονα πολίτη που γνωρίζει όλα τα γεγονότα και τον τρόπο λειτουργίας των διαδικασιών και είναι απαλλαγμένος από καχυποψία.
Υπενθυμίζεται, ότι σύμφωνα με τη νομολογία, καταληκτικά συμπεράσματα σε προηγούμενη απόφαση και διατύπωση δικαστικών θέσεων και απόψεων σε αυτή, δεν δημιουργεί κώλυμα για συμμετοχή Δικαστή σε μεταγενέστερη διαδικασία στην οποία εγείρονται άμεσα ή έμμεσα παρόμοια θέματα προς εξέταση (Αυτοκέφαλος Αγιωτάτη Ορθόδοξος και Αποστολική Εκκλησιά της Κύπρου ν. Βουλή των Αντιπροσώπων (1990) 3 ΑΑΔ 69).
Πόσω δε μάλλον στην παρούσα, όπου το Δικαστήριο καλείται να αποφανθεί για διαφορετικό ζήτημα, σε ένα εντελώς διαφορετικό πλαίσιο.
Υπό το φως λοιπόν των όσων τέθηκαν ενώπιόν μου, δεν δύναμαι να καταλήξω σε συμπέρασμα ότι υπάρχει οτιδήποτε το οποίο υποκειμενικά ή αντικειμενικά κρινόμενο, θα επέβαλλε ή θα δικαιολογούσε την εξαίρεσή μου από την εκδίκαση της παρούσας Αίτησης.
Αντίθετη προσέγγιση, θεωρώ ότι θα ισοδυναμούσε, επί της ουσίας, με παραίτησή μου από το δικαστικό μου καθήκον να επιληφθώ της υπόθεσης, ενώ θα έδιδε παράλληλα, δικαίωμα στα Ενδιαφερόμενα Πρόσωπα να επιλέξουν τη σύνθεση του Δικαστηρίου, πράγμα το οποίο εγκυμονεί σοβαρούς κινδύνους για την εν γένει απονομή της δικαιοσύνης, ως η νομολογία εύστοχα σκιαγραφεί.
Για όλους τους πιο πάνω λόγους, το αίτημα εξαίρεσης μου από την εκδίκαση της υπόθεσης, απορρίπτεται.
Ενόψει της φύσης της διαδικασίας, δεν εκδίδεται οποιαδήποτε διαταγή για έξοδα.
Υπ. ………………….
Χρ. Γ. Ππεκρή, Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο