ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.
Υπόθεση αρ. 6549 / 2022
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ
v.
Π. Σ. Χ.
__________________________
Ημερομηνία: 16 Μαρτίου 2026
Εμφανίσεις:
Π. Αβρααμίδης, για την Κατηγορούσα Αρχή
Μ. Νικολάου (κα) με Ν. Παναγιώτου (κα), για την Κατηγορούμενη
Κατηγορούμενη: παρούσα
ΠΟΙΝΗ
(ex tempore)
Κατόπιν ομολογίας ενοχής, το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινές στις κατηγορίες που περιέχονται στο κατηγορητήριο:
1η Κατηγορία: ότι την 5.3.2022, στην Ερήμη, υπήρξε απείθεια σε διάταγμα του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λεμεσού που εκδόθηκε την 1.2.2022 στην αίτηση 28/2022. Ειδικότερα, ενώ υπήρχε διαταγή για παράδοση του ανηλίκου τέκνου στον πατέρα του, Ν.Α., κάθε πρώτο και τρίτο Σάββατο, κάθε μήνα, μεταξύ των ωρών 10:00-18:00, για να ασκεί το δικαίωμα επικοινωνίας, υπήρξε άρνηση της παράδοσης.
2η Κατηγορία: ότι την 9.3.2022, στην Ερήμη, υπήρξε απείθεια σε διάταγμα του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λεμεσού που εκδόθηκε την 1.2.2022 στην αίτηση 28/2022. Ειδικότερα, ενώ υπήρχε διαταγή για παράδοση του ανηλίκου τέκνου στον πατέρα του, Ν.Α., κάθε Τετάρτη, μεταξύ των ωρών 15:00-18:00, για να ασκεί το δικαίωμα επικοινωνίας, υπήρξε άρνηση της παράδοσης.
3η Κατηγορία: ότι την 13.3.2022, στην Ερήμη, υπήρξε απείθεια σε διάταγμα του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λεμεσού που εκδόθηκε την 1.2.2022 στην αίτηση 28/2022. Ειδικότερα, ενώ υπήρχε διαταγή για παράδοση του ανηλίκου τέκνου στον πατέρα του, Ν.Α., κάθε δεύτερη και τέταρτη Κυριακή, κάθε μήνα, μεταξύ των ωρών 10:00-18:00, για να ασκεί το δικαίωμα επικοινωνίας, υπήρξε άρνηση της παράδοσης.
Στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης, λαμβάνονται υπόψη οι ποινικές υποθέσεις αρ. 7922/2022 Ε.Δ. Λεμεσού και 7924/2022 Ε.Δ. Λεμεσού και 20012/2022 Ε.Δ. Λεμεσού, με ίδιας φύσης αδικήματα, για τις ημερομηνίες 24.4.2022 και 27.3.2022 και 30.7.2022.
Για την απείθεια κατά νόμιμων διαταγών, κατά παράβαση του άρθρου 137 ΠΚ, προβλέπεται, στον νόμο, ποινή φυλάκισης μέχρι τα 2 χρόνια.
Η επιμέτρηση αρχίζει από την ανώτατη προβλεπόμενη στον νόμο ποινή, η οποία αποτελεί το θεσμικό σημείο αναφοράς για τον καθορισμό του είδους και της έκτασης της ποινής[1]. Η ποινή, κατά την επιβολή της, πρέπει να εξατομικεύεται. Για τον σκοπό αυτό λαμβάνονται υπόψη οι περιστάσεις που περιβάλλουν τη διάπραξη του συγκεκριμένου αδικήματος και η έκταση της βλάβης που προκλήθηκε σε πραγματικό χρόνο, ως πιο αντικειμενικοί παράγοντες, από τους οποίους προσδιορίζεται η κλίμακα έντασης ή σοβαρότητας του αδικήματος[2]. Ακολούθως λαμβάνονται υπόψη και πιο υποκειμενικοί ή μεταβλητοί παράγοντες, που άπτονται του προσώπου του κατηγορουμένου και δυνατόν να λειτουργήσουν είτε ως ελαφρυντικοί είτε ως επιβαρυντικοί. Η επιμέτρηση δεν ακολουθεί μαθηματικό τύπο ούτε δεσμευτική μεθοδολογία∙ η διάκριση μεταξύ αντικειμενικών και υποκειμενικών παραγόντων είναι εγγενής στην αρχή της εξατομίκευσης και υπηρετεί την αναλογικότητα της ποινής. Ως αποτέλεσμα, η ανώτατη προβλεπόμενη στον νόμο ποινή επιφυλάσσεται για τα χειρότερα αδικήματα του είδους τους[3], ενώ η ποινή που τελικώς επιβάλλεται πρέπει να είναι ανάλογη με τη σοβαρότητα του κάθε αδικήματος. Όπου είναι εφικτό, γίνεται στάθμιση με τυχόν καθοδηγητικά πλαίσια που δίδει η νομολογία για περιπτώσεις που ομοιάζουν. Η εξατομίκευση της ποινής, που είναι καθήκον του Δικαστηρίου, δεν μπορεί να εξουδετερώνει οποιονδήποτε από τους σκοπούς της ποινής[4], όπως η αποτροπή, η προστασία της κοινωνίας και η αναμόρφωση, αλλά και η ποινή, κατά την επιβολή της, δεν θα πρέπει να αποσυνδέεται από την πραγματική διάσταση της εγκληματικότητας στην κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Το Δικαστήριο συνηθέστερα καταλήγει να κινείται στα ανώτατα όρια της ποινής όταν η φύση του εγκλήματος είναι τέτοια ώστε να επιβάλλονται εξαιρετικά μέτρα αποτροπής, χάριν της προστασίας του κοινωνικού συνόλου, και παράλληλα το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου είναι βεβαρημένο[5]. Γίνεται πάντοτε προσπάθεια αποφυγής της ποινής φυλάκισης όπου δεν είναι απολύτως αναγκαία∙ όπου είναι απολύτως αναγκαία, η έκτασή της περιορίζεται όσο το δυνατόν, ώστε να εξυπηρετηθούν οι σκοποί για τους οποίους επιβάλλεται.
Τα γεγονότα που περιβάλλουν τη διάπραξη των αδικημάτων πληρέστερα καταγράφθηκαν στα πρακτικά της διαδικασίας. Λαμβάνεται υπόψη ότι τα διατάγματα επικοινωνίας ενέχουν ιδιαίτερη ευαισθησία και αυξημένη πολυπλοκότητα ως προς την εκτέλεση και παρακολούθησή τους, ιδίως όταν συνδέονται με δικαιώματα επικοινωνίας ανηλίκων και εύρυθμης οικογενειακής λειτουργίας. Διαπιστώνεται ότι η συμμόρφωση προς το διάταγμα απαιτούσε σημαντικό βαθμό οργανωτικής και πρακτικής μέριμνας, γεγονός που καθιστούσε την άμεση και ακριβή υλοποίησή του απαιτητική σε καθημερινό επίπεδο. Η παράβαση, αν και επαναλαμβανόμενη, περιορίστηκε χρονικά κυρίως στον μήνα Μάρτιο του 2022 και σε μεμονωμένες ημερομηνίες τον Απρίλιο του 2022 και τον Ιούλιο του 2022, στοιχείο που περιορίζει την έκταση της προσβολής της δικαστικής επιταγής. Η δράση δεν κατέδειξε χαρακτηριστικά προσχεδιασμένης ή συστηματικής παρεμπόδισης της εκτέλεσης του διατάγματος με σκοπό να πληγεί το δικαίωμα επικοινωνίας του παιδιού με τον πατέρα για λόγους προσωπικής εναντίωσης με αυτό (να μην επικοινωνεί ο πατέρας με το παιδί), αλλά εντάχθηκε κυρίως σε συγκυρίες και προβλήματα της συγκεκριμένης χρονικής περιόδου. Δεν προκύπτει πως οι συνέπειες από τη μη τήρηση του διατάγματος προκάλεσαν διαρκή ή μη αναστρέψιμη βλάβη στην άσκηση του δικαιώματος επικοινωνίας, αν και δημιούργησαν πρόσκαιρη δυσχέρεια στην ομαλή του λειτουργία. Σταθμίζοντας όλους τους ανωτέρω αντικειμενικούς παράγοντες, η πράξη δεν κρίνεται τέτοιας βαρύτητας ως στα χειρότερα αδικήματα αυτού του είδους, καθώς παρότι παραβιάστηκε δικαστική επιταγή με επαναλαμβανόμενο τρόπο, η παραβίαση είχε περιορισμένη χρονική εμβέλεια και η εκτέλεση του διατάγματος ήταν εκ των πραγμάτων ιδιαίτερα απαιτητική, σημειώθηκε δε στις απαρχές της εφαρμογής του.
Λαμβάνονται υπόψη οι προσωπικές και κοινωνικές συνθήκες όπως έχουν εκτεθεί στην Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας και όπως έχουν πρόσθετα αναφερθεί κατά την αγόρευση για μετριασμό της ποινής. Από τα όσα έχουν εκτεθεί προκύπτει η ηλικία, των περίπου 44 σήμερα ετών, το γεγονός ότι υπάρχουν μητρικές υποχρεώσεις έναντι τεσσάρων παιδιών, εκ των οποίων τα τρία ανήλικα, το παρελθόν ενδοοικογενειακής βίας, το περιορισμένο δίκτυο υποστήριξης, οι δυσκολίες ως προς την εργασία και οι μεγάλες οικονομικές δυσκολίες που υφίστανται στην αντιμετώπιση των εξόδων διαβίωσης όλων.
Λαμβάνεται επίσης υπόψη η απουσία βεβαρυμμένου ποινικού μητρώου και σχέσης με οποιεσδήποτε εγκληματικές δραστηριότητες[6].
Η πάροδος του χρόνου από το 2022 μέχρι σήμερα συνεκτιμάται, χωρίς ωστόσο να αναιρεί τη νομική σημασία της παράβασης, στον βαθμό που δύναται να επηρεάσει την αποτίμηση της βαρύτητας και των επιπτώσεών της.
Τέλος, λαμβάνεται υπόψη η άμεση παραδοχή, τόσο στην Αστυνομία, με την οποία υπήρξε συνεργασία, όσο και στο Δικαστήριο[7], υπό τις περιστάσεις που έλαβαν χώρα. Είναι ενδεικτική μεταμέλειας[8]. Εξοικονομείται πολύτιμος δικαστικός χρόνος, λαμβανομένης υπόψη και της φύσης της υπόθεσης.
Η νομολογία έχει επανειλημμένα υπογραμμίσει τη σοβαρότητα των περιπτώσεων απείθειας σε δικαστικά διατάγματα, ανεξαρτήτως της φύσης ή του περιεχομένου τους. Η παραβίαση δικαστικής επιταγής πλήττει το θεμέλιο της έννομης τάξης και της απονομής της δικαιοσύνης, διαβρώνει την εμπιστοσύνη του κοινού στην αποτελεσματική εφαρμογή των δικαστικών αποφάσεων και στη σταθερότητα του κράτους δικαίου, ενώ εμπεριέχει το στοιχείο της καταφρόνησης προς το Δικαστήριο. Γι’ αυτό και σε περιπτώσεις ασυνέπειας ή μη συμμόρφωσης, η επιβολή ποινής φυλάκισης αποτελεί καθιερωμένη αντιμετώπιση, εκτός από εξαιρετικές περιπτώσεις, όπου κατάλληλη μπορεί να θεωρηθεί η χρηματική ποινή[9]. Όπως λέχθηκε στην Γ.Κ. ν. Αστυνομίας, ΠΕ 13/2023, 30.5.2023, αναφορικά με ίδιας φύσης διατάγματα, «η επικοινωνία των ανήλικων τέκνων και με τους δύο γονείς, διατηρεί ζωντανούς τους δεσμούς των ανήλικων τέκνων με τους γονείς και συμβάλλει στη συναισθηματική ολοκλήρωσή τους και στην υγιή ανάπτυξη της προσωπικότητάς τους. Συνεπώς, οι γονείς που δεν συμβιώνουν, οφείλουν να έχουν μεταξύ τους αρμονικές και καλές σχέσεις και να ενθαρρύνουν την επικοινωνία των ανήλικων τέκνων και με τους δύο. Όταν δεν επιδεικνύουν τέτοια συμπεριφορά, τότε το θέμα είναι δυνατόν να ρυθμιστεί με διάταγμα του Δικαστηρίου...». Συνεπάγεται πως η πιστή τήρησης τέτοιας φύσης διαταγμάτων είναι εξέχουσας σημασίας.
Τα δεδομένα αυτής της περίπτωσης, όμως, κρίνεται ότι είναι τέτοια που μπορούν να δικαιολογήσουν την εξαιρετική εφαρμογή της αποφυγής της ποινής φυλάκισης, καθότι υπάρχουν ουσιώδεις διαφοροποιήσεις από την Γ.Κ. ν. Αστυνομίας (ανωτέρω). Εκεί η σοβαρότητα και η διάρκεια της παράβασης, σε συνδυασμό με τα στοιχεία και τις συνέπειες που την συνέθεταν, καθιστούσε αναγκαία την επιβολή ποινής φυλάκισης, έστω περιορισμένης έκτασης, εφόσον η εικόνα, στο σύνολό της, δεν άφηνε περιθώριο για ηπιότερη μεταχείριση. Στην προκειμένη περίπτωση, η αποφυγή της φυλάκισης δεν συνιστά επιείκεια, αλλά επιλογή του πλέον πρόσφορου μέσου για την επίτευξη των σκοπών της ποινής. Υπό τις περιστάσεις, η χρηματική ποινή καθίσταται η καταλληλότερη και ουσιαστικότερη ποινή. Η επιλογή της χρηματικής ποινής δεν έρχεται σε αντίθεση με την πάγια νομολογιακή αρχή περί σοβαρότητας της απείθειας. Στην παρούσα περίπτωση, οι αντικειμενικοί παράγοντες της μειωμένης χρονικής έκτασης της παράβασης, της μη πρόκλησης διαρκούς βλάβης στο δικαίωμα επικοινωνίας και της αντικειμενικής δυσκολίας εκτέλεσης του διατάγματος, σε συνδυασμό με τους υποκειμενικούς παράγοντες που εκτέθηκαν, και τη μετέπειτα εξομάλυνση της όλης κατάστασης, καθιστούν τη φυλάκιση μη αναγκαία για την επίτευξη των σκοπών της ποινής και αναδεικνύουν τη χρηματική ποινή ως την προσφορότερη και αναλογικότερη. Η χρηματική ποινή επιτελεί και τον σκοπό της γενικής πρόληψης, διασφαλίζοντας ότι η απείθεια σε δικαστικά διατάγματα συνεπάγεται πραγματικές και απτές κυρώσεις.
Το ύψος της χρηματικής ποινής καθορίζεται σε επίπεδο τέτοιο ώστε να αντανακλά την επαναληψιμότητα της συμπεριφοράς και να δημιουργεί απτή αποτρεπτική επίδραση χωρίς να υπερβαίνει το απαραίτητο μέτρο για τις ιδιαίτερες προσωπικές και κοινωνικές συνθήκες της κατηγορουμένης. Θα προσαρμοστεί το ύψος της χρηματικής ποινής σε κάθε κατηγορία, στο πλαίσιο της αρχής της συνολικότητας και της αναλογικότητας, ώστε η συνολική χρηματική επιβάρυνση που προκύπτει από το κατηγορητήριο να αντανακλά τη σοβαρότητα της όλης αδικηματικής συμπεριφοράς που έλαβε χώρα με τη μη συνεπή τήρηση του διατάγματος επικοινωνίας, λαμβανομένων υπόψη και των υποθέσεων αρ. 7922/2022 Ε.Δ. Λεμεσού και 7924/2022 Ε.Δ. Λεμεσού και 20012/2022 Ε.Δ. Λεμεσού.
Επιβάλλονται:
1η Κατηγορία: Χρηματική ποινή ύψους €300
2η Κατηγορία: Χρηματική ποινή ύψους €300
3η Κατηγορία: Χρηματική ποινή ύψους €300
Τα έξοδα σε όλες τις υποθέσεις, συνολικά €120, να πληρωθούν από την Κατηγορούμενη.
Η συνολική χρηματική επιβάρυνση των €1.020 να πληρωθεί εντός 12 μηνών από σήμερα.
[Λήφθηκαν υπόψη οι υποθέσεις αρ.7922/2022 Ε.Δ. Λεμεσού και 7924/2022 Ε.Δ. Λεμεσού και 20012/2022 Ε.Δ. Λεμεσού]
(Υπ.) …………………………..
Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ
[1] Λεβέντης ν. Αστυνομίας (1999) 2 ΑΑΔ 632, Δημοκρατία ν. Κυριάκου (1990) 2 ΑΑΔ 264, 270, Souilmi v. Αστυνομίας (1992) 2 ΑΑΔ 248, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Πέτρου (1993) 2 ΑΑΔ 9, Λαζάρου ν. Δημοκρατίας (1992) 2 ΑΑΔ 129.
[2] Μιχαηλίδης v. Δημοκρατίας, ΠΕ 161/2020, 11.5.2022, ECLI:CY:AD:2022:B182, Γιαννακού ν. Δημοκρατία, ΠΕ 235/2023, 19.7.2024, Μιχαηλίδης v. Δημοκρατίας (1991) 2 ΑΑΔ 391, Δημοκρατία v. Κυριάκου (1990) 2 ΑΑΔ 264.
[3] Γενικός Εισαγγελέας v. Κυριάκου (2008) 2 ΑΑΔ 562, Ιακώβου ν. Αστυνομίας, ΠΕ 159/2024, 8.11.2024.
[4] Θεοχάρους ν. Αστυνομίας (2008) 2 ΑΑΔ 575.
[5] John v. Κυπριακής Δημοκρατίας (Αρ. 2) (1998) 2 ΑΑΔ 417, Antoniou v. Police (1983) 2 CLR 319.
[6] Ψωμά ν. Αστυνομίας (1992) 2 ΑΑΔ 40, Γενικός Εισαγγελέας ν. Πάγκαλου (2001) 2 ΑΑΔ 304, Abe v. Δημοκρατίας (2008) 2 ΑΑΔ 211.
[7] Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας (2002) 2 ΑΑΔ 616.
[8] Ανδρέου ν. Δημοκρατίας (2016) 2 ΑΑΔ 719, Okmelashvili ν. Δημοκρατίας, ΠΕ 146/2020, 22.12.2021, M. C. T. ν. Δημοκρατίας, ΠΕ 222/2020, 14.10.2022, ECLI:CY:AD:2022:B386.
[9] Λοΐζου ν. Αστυνομίας (1996) 2 ΑΑΔ 227, CCC Laundries (Paphos) Ltd ν. Θεοφάνους (2010) 2 ΑΑΔ 288.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο