ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Γ. Ππεκρή, Ε.Δ.
Αρ. Υπόθεσης: 16614/2025
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ
Κατηγορούσα Αρχή
ν
Χ.Ζ.
Κατηγορούμενος
Ημερομηνία: 5 Μαρτίου 2026
Εμφανίσεις:
Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Β. Δανιηλίδου
Για τον Κατηγορούμενο: κα Σ. Αδάμου
Κατηγορούμενος παρών.
ΠΟΙΝΗ
Ο κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος, κατόπιν παραδοχής του, για τα αδικήματα των γραπτών απειλών για φόνο (1η και 2η κατηγορία), της παρενόχλησης (5η και 11η κατηγορία), της κοινής επίθεσης (6η κατηγορία), της εισόδου σε περιουσία με σκοπό διάπραξης ποινικού αδικήματος (7η κατηγορία), της άσκησης ψυχολογικής βίας (9η και 13η κατηγορία) και της απειλής (10η κατηγορία) κατά παράβαση των προνοιών του Ποινικού Κώδικα και της οικείας νομοθεσίας.
Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο αναφορικά με την 1η κατηγορία, ο κατηγορούμενος την 21.11.2025 στη Λεμεσό, ενώ γνώριζε το περιεχόμενο του, άμεσα ή έμμεσα συντέλεσε ώστε να ληφθεί γραπτό μήνυμα από τη μητέρα του, με το οποίο απειλείτο να φονευθεί η πιο πάνω, δηλ. απέστειλε μήνυμα στην αδερφή του που έγραφε «orkizome sou simera ena tin stilo nosokomio etsi opos mou kamni en me kofti pou me astinomies pe pou tiptoe…opse ena di tha pathi i makaismeni».
Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο αναφορικά με την 2η κατηγορία, ο κατηγορούμενος την 21.11.2025 στη Λεμεσό, σε χρόνο άλλο από αυτό που αναφέρεται στην 1η κατηγορία, ενώ γνώριζε το περιεχόμενο του, άμεσα ή έμμεσα συντέλεσε ώστε να ληφθεί γραπτό μήνυμα από τη μητέρα του, με το οποίο απειλείτο να φονευθεί η πιο πάνω, δηλ. απέστειλε μήνυμα στην αδερφή του που έγραφε «ena ti skotoso tin POUTANA tin mana sou orkizomai sou to simera».
Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο αναφορικά με την 5η κατηγορία, ο κατηγορούμενος μεταξύ της 26.10.2025 και 27.10.2025 προέβηκε σε συμπεριφορά για την οποία ενώ γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει ότι θα παρενοχλούσε τη μητέρα του, την ενοχλούσε επανειλημμένως με γραπτά μηνύματα ζητώντας της χρήματα.
Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο αναφορικά με την 6η κατηγορία, ο κατηγορούμενος την 22.7.2025 στη Λεμεσό, παράνομα επιτέθηκε κατά της μητέρας του, δηλ. την κλώτσησε στο πόδι.
Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο αναφορικά με την 7η κατηγορία, ο κατηγορούμενος την 22.7.2025 στη Λεμεσό, αφού εισήλθε νόμιμα στην οικία της μητέρας του, παρέμεινε με σκοπό να ενοχλήσει.
Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο αναφορικά με την 9η κατηγορία, ο κατηγορούμενος, σε διάφορες ημερομηνίες μεταξύ 22.7.2025 και 21.11.2025 στη Λεμεσό, με τη συμπεριφορά του η οποία εκφράστηκε με προσπάθεια εξαναγκασμού και ψυχολογικής πίεσης, έπληξε σοβαρά τη ψυχολογική ακεραιότητα της μητέρας του, προκαλώντας της πραγματικό φόβο.
Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο αναφορικά με την 10η κατηγορία, ο κατηγορούμενος την 21.11.2025 στη Λεμεσό, προκάλεσε στην αδερφή του τρόμο, απειλώντας την με βία, δηλ. την απείλησε λέγοντάς της «ena dite simera tha yini en me kofti poy ta kopelouthkia….afou etsy thelete etsui en ne exete kai xirotera».
Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο αναφορικά με την 11η κατηγορία, ο κατηγορούμενος την 21.11.2025 στη Λεμεσό, προέβη σε συμπεριφορά για την οποία ενώ γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει ότι θα παρενοχλούσε την αδερφή του, δηλ. της έστειλε τα πιο πάνω απειλητικά μηνύματα.
Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο αναφορικά με την 13η κατηγορία, ο κατηγορούμενος, σε διάφορες ημερομηνίες μεταξύ 22.7.2025 και 21.11.2025 στη Λεμεσό, με τη συμπεριφορά του η οποία εκφράστηκε με προσπάθεια εξαναγκασμού και ψυχολογικής πίεσης, έπληξε σοβαρά την ψυχολογική ακεραιότητα της αδερφής του, προκαλώντας της πραγματικό φόβο.
Παρενθετικά σημειώνω, ότι οι κατηγορίες 3, 4, 8 και 12 ανεστάλησαν και ο κατηγορούμενος απαλλάχθηκε από αυτές.
Εκθέτοντας τα γεγονότα της υπόθεσης, η ευπαίδευτη εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής κατέθεσε κείμενο γεγονότων, το οποίο σημειώθηκε ως Έγγραφο Α και κατατέθηκε στον φάκελο του Δικαστηρίου.
Ως αναφέρεται, μεταξύ άλλων, στο Έγγραφο Α, την 21.11.2025 καταγγέλθηκε στην Αστυνομία από τη μητέρα του κατηγορούμενου, ότι ο τελευταίος είναι χρήστης ναρκωτικών ουσιών και επανειλημμένως δημιουργεί προβλήματα με τη συμπεριφορά του. Συγκεκριμένα, την 18.11.2025 μετέβη στην οικία της για να παραλάβει κάποια προσωπικά του αντικείμενα και άρχισε χωρίς λόγο να φωνάζει με αποτέλεσμα η μητέρα του να φύγει από το σπίτι λόγω φόβου.
Την 21.11.2025, σύμφωνα με την καταγγελία της μητέρας του κατηγορούμενου, ο τελευταίος μετέβη στο σπίτι της για να πάρει κάτι που ήθελε και όταν η μητέρα του, του ζήτησε να φύγει, αυτός θύμωσε και άρχισε να φωνάζει, με αποτέλεσμα η παραπονούμενη, φοβούμενη τη συμπεριφορά του, να φύγει από το σπίτι και να προβεί σε σχετική καταγγελία. Κατά τη διαδρομή της προς την αστυνομία, έλαβε από την κόρη της, αδερφή του παραπονούμενου, ένα στιγμιότυπο οθόνης, με απειλητικό περιεχόμενο, στο οποίο μεταξύ άλλων, έγραφε «orkizome sou simera ena tin stilo nosokomio etsi opos mou kamni en me kofti pou me astinomies pe pou tiptoe…opse ena di tha pathi i makaismeni».
Λόγω της αναστάτωσης και ενόχλησης που προκάλεσε ο κατηγορούμενος στην μητέρα του, καθώς την ενοχλούσε επανειλημμένως με μηνύματα, κατά την περίοδο 26-27.10.2025, ζητώντας χρήματα, μπλόκαρε το κινητό του τηλέφωνο, εξ ου και το συγκεκριμένο μήνυμα εστάλη στην αδερφή του.
Επιπρόσθετα, η μητέρα του κατηγορουμένου, κατήγγειλε ότι την 22.7.2025, ο κατηγορούμενος μετέβη στο σπίτι της χωρίς να την ενημερώσει και όταν του ζήτησε να φύγει εξαγριώθηκε και την κλώτσησε στο πόδι.
Την ίδια ημέρα, καταγγελία στην Αστυνομία υπέβαλε και η αδερφή του κατηγορουμένου, παραδίδοντας στιγμιότυπα οθόνης στα οποία έγραφε «ena ti skotoso tin POUTANA tin mana sou orkizomai sou to simera» και «ena dite simera ti tha yini en me kofti poy ta kopelouthkia….afou etsy thelete etsui en ne exete kai xirotera».
Αμφότερες οι παραπονούμενες, εξέφρασαν φόβο από τη συμπεριφορά του κατηγορουμένου, ο οποίος συνελήφθη δυνάμει εντάλματος σύλληψης και τέθηκε υπό κράτηση.
Ως η ευπαίδευτη εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής ανέφερε, ο κατηγορούμενος βαρύνεται με τις ακόλουθες προηγούμενες καταδίκες:
- Καταδίκη ημερ. 27.2.2024 του Ε.Δ. Λεμεσού στην υπόθεση με αρ. 23315/23, αναφορικά με αδικήματα απειλής, παρενόχλησης, άσκησης ψυχολογικής βίας και βίας στην οικογένεια, όπου του επιβλήθηκαν άμεσες και συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 4, 3, 8 και 7 μηνών. Στην υπόθεση αυτή λήφθηκε υπόψη και η υπόθεση με αρ. 17387/20 η οποία αφορά σε αδικήματα βίας στην οικογένεια.
- Καταδίκη ημερ. 12.5.2025 του Ε.Δ. Λεμεσού στην υπόθεση με αρ. 2281/25, αναφορικά με αδικήματα παράνομης κατοχής περιουσίας, όπου του επιβλήθηκαν άμεσες και συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 5 μηνών.
Αγορεύοντας για σκοπούς μετριασμού της ποινής που θα επιβληθεί στον κατηγορούμενο, η ευπαίδευτη συνήγορος υπεράσπισης υιοθέτησε την Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας και κάλεσε το Δικαστήριο, όπως για σκοπούς επιβολής ποινής, λάβει υπόψη του την παραδοχή και απολογία του κατηγορουμένου, το γεγονός ότι έχει συμφιλιωθεί με τη μητέρα του, η οποία τον έχει συγχωρέσει, καθώς επίσης και την πρόθεσή του να παρακολουθήσει πρόγραμμα απεξάρτησης όταν αποφυλακιστεί, καθώς κατά τον χρόνο που τελεί υπό κράτηση απέχει από τη χρήση ναρκωτικών ουσιών. Όπως σημείωσε, ο κατηγορούμενος έχει ένα παιδί με το οποίο θέλει να έχει σχέσεις μετά την αποφυλάκισή του.
Αναφέρθηκε περαιτέρω εκτενώς στις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων, επισημαίνοντας, ότι η διάπραξή τους οφειλόταν στον συνδυασμό των σοβαρών προβλημάτων ψυχικής υγείας που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει, με τη χρήση ναρκωτικών ουσιών, αλλά και στο γεγονός ότι ζητούσε χρήματα για να αγοράσει ναρκωτικές ουσίες, ενώ προσκόμισε στο Δικαστήριο δέσμη σχετικών ιατρικών πιστοποιητικών.
Επιπρόσθετα, η συνήγορος υπεράσπισης κάλεσε το Δικαστήριο όπως λάβει υπόψη του τον χρόνο κατά τον οποίο ο κατηγορούμενος τελεί υπό κράτηση, επικαλέστηκε το σοβαρό πρόβλημα που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει στον εγκέφαλο, ενώ σε σχέση με τις προηγούμενες καταδίκες που βαραίνουν τον κατηγορούμενο, αφού δήλωσε ότι είναι αποδεκτές, ανέφερε ότι αυτές δεν στερούν από τον κατηγορούμενο το δικαίωμα σε επιείκεια, η δε μία από αυτές αφορά σε άλλης φύσεως αδικήματα.
Στην Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας η οποία τέθηκε ενώπιόν μου, αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι ο κατηγορούμενος είναι 41 ετών και δεν εργάζεται, καθώς λαμβάνει ΕΕΕ λόγω του ότι εγκρίθηκε ως μόνιμα ανάπηρο άτομο. Είναι διαζευγμένος και έχει ένα γιο 16 ετών σήμερα, ενώ διαμένει μόνος του σε ενοικιαζόμενο διαμέρισμα. Δεν διαθέτει οποιαδήποτε περιουσιακά στοιχεία, ενώ οφείλει περί τις €3.000 στην Αστυνομία αναφορικά με διάφορα εντάλματα. Είναι απόφοιτος Λυκείου και υπηρέτησε μόνο για έξι μήνες στην Εθνική Φρουρά. Παρουσιάζει προβλήματα ψυχικής υγείας από την ηλικία των 18 ετών και έκτοτε παρακολουθείται από ψυχίατρο και λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή, ενώ νοσηλεύτηκε 12 φορές στο Νοσοκομείο της Αθαλάσσας.
Η επιβολή ποινής είναι ένα πολύ λεπτό έργο του Δικαστηρίου, καθώς απαιτείται η εξισορρόπηση μεταξύ του γενικού συμφέροντος απονομής της δικαιοσύνης και της εξατομίκευσης της ποινής, λαμβανομένων υπόψη των ειδικών περιστατικών εκάστης περίπτωσης, καθώς επίσης και της σοβαρότητας του διαπραχθέντος αδικήματος. Με άλλα λόγια, η ποινή που θα επιβληθεί, πρέπει να αρμόζει στο πρόσωπο του παραβάτη, αλλά και στο αδίκημα που έχει διαπραχθεί.[1]
Παράλληλα, η εξατομίκευση της ποινής δεν συνεπάγεται εξουδετέρωση, ούτε της σοβαρότητας του εγκλήματος, ούτε του στοιχείου της αποτροπής, όταν συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή, τόσο για τον ίδιο τον κατηγορούμενο, όσο και για το κοινό γενικότερα.[2] Επισημαίνεται ωστόσο, ότι η σοβαρότητα των διαπραχθέντων αδικημάτων, δεν οδηγεί σε ατονία το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής.[3]
Διαφωτιστικά είναι τα όσα αναφέρθηκαν επί τούτου στην Πισκόπου v. Δημοκρατίας (1999) 2 Α.Α.Δ. 342.
Αναφορικά με τη σοβαρότητα των κατηγοριών που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος, αυτή αντανακλάται από τις ποινές που προβλέπει η οικεία νομοθεσία,[4] καθώς, ως έχει νομολογηθεί, το μέγιστο ύψος της ποινής που είναι δυνατό να επιβληθεί, λαμβανομένης υπόψη της εκ του νόμου προβλεπόμενης ποινής, αποτελεί τη βάση από την οποία το Δικαστήριο ξεκινά τη διεργασία του, για σκοπούς επιμέτρησης και καθορισμού της ποινής.[5]
Ειδικότερα, για το αδίκημα των γραπτών απειλών για φόνο, το αρ. 216 του Ποινικού Κώδικα προβλέπει την επιβολή ποινής φυλάκισης επτά ετών. Πρόκειται για αδίκημα το οποίο κατηγοριοποιείται ως αδίκημα βίας κατά των γυναικών, σύμφωνα με το αρ. 5(α) του Περί της Πρόληψης και της Καταπολέμησης της Βίας κατά των Γυναικών και της Ενδοοικογενειακής Βίας και περί Συναφών Θεμάτων Νόμο του 2021 (Ν.115(I)/2021), το αρ. 11 του οποίου, παραθέτει ορισμένες επιβαρυντικές περιστάσεις, τις οποίες το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του κατά την επιμέτρηση και επιβολή ποινής, σε τέτοιας φύσεως αδικήματα, ένεκα της σοβαρότητάς τους.
Δεν διαλανθάνει την προσοχή μου, ότι η παρούσα έχει παραπεμφθεί στο Επαρχιακό Δικαστήριο, γεγονός το οποίο δεν αποτελεί κατά κανόνα ελαφρυντικό στοιχείο υπέρ ενός κατηγορουμένου προσώπου, πλην όμως έχει τη δική της σημασία, καθότι το Επαρχιακό Δικαστήριο είναι διά Νόμου περιορισμένο στην επιβολή κατ’ ανώτατο όριο πενταετούς ποινής φυλάκισης.[6]
Αναφορικά με το αδίκημα της παρενόχλησης, το αρ. 3 του περί της Προστασίας από Παρενόχληση και Παρενοχλητική Παρακολούθηση Νόμου του 2021 (Ν. 114(I)/2021), προβλέπει την επιβολή ποινής φυλάκισης δύο ετών, το αρ. 5 του οποίου, παραθέτει ορισμένες επιβαρυντικές περιστάσεις, τις οποίες το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του κατά την επιμέτρηση και επιβολή ποινής. Το συγκεκριμένο αδίκημα, κατηγοριοποιείται ως αδίκημα βίας κατά των γυναικών, σύμφωνα με το αρ. 5(α) του Ν.115(I)/2021.
Τέλος, για το αδίκημα της κοινής επίθεσης, το αρ. 242 του Ποινικού Κώδικα προβλέπει την επιβολή ποινής φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τον ένα χρόνο ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις χίλιες λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές. Το συγκεκριμένο αδίκημα, κατηγοριοποιείται ως αδίκημα βίας κατά των γυναικών, σύμφωνα με το αρ. 5(α) του Ν.115(I)/2021, ενώ με βάση το αρ. 4 του Περί Βίας στην Οικογένεια Νόμου (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) (Ν.119(I)/2000), η φυλάκιση αυξάνεται από ένα σε δύο χρόνια ή επιβάλλεται η προβλεπόμενη χρηματική ποινή ή και οι δύο ποινές.
Αναφορικά με το αδίκημα της εισόδου σε περιουσία με σκοπό τη διάπραξη ποινικού αδικήματος, το αρ. 280 του Ποινικού Κώδικα προβλέπει την επιβολή ποινής φυλάκισης δύο ετών, ενώ αναφορικά με το αδίκημα της απειλής, το αρ. 91Α του Ποινικού Κώδικα προβλέπει την επιβολή ποινής φυλάκισης τριών ετών.
Τέλος, για το αδίκημα της άσκησης ψυχολογικής βίας, το αρ. 6 του Ν. 115(I)/2000 προβλέπει την επιβολή ποινής φυλάκισης μέχρι πέντε έτη.
Πέραν της αντικειμενικής σοβαρότητας των αδικημάτων, η οποία πηγάζει από την προβλεπόμενη εκ της νομοθεσίας ποινή, η σοβαρότητά τους προκύπτει και από τη σχετική επί του θέματος νομολογία.
Για τα αδικήματα βίας στην οικογένεια, σχετικά παραπέμπω στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Γεωργίου (2002) 2 ΑΑΔ 464, όπου αναφέρθηκαν τα εξής:
«Η σοβαρότητα εγκλημάτων βίας στην οικογένεια είναι αυτόδηλη. Εκτός από το τραύμα που επιφέρουν, τείνουν να πλήξουν τη συνοχή της οικογένειας και την υπόσταση των μελών της. Χρήση βίας από το σύζυγο κατά της συζύγου του αποτελεί ιδιαίτερη πτυχή εγκλημάτων βίας στην οικογένεια, τα οποία έχουν ως γενεσιουργό αιτία τη χρήση βίας ως μέσο επιβολής της θέλησης του συζύγου επί της συζύγου του και την κυριαρχία του στην οικογένεια, με έρεισμα τη σωματική του δύναμη. Η βία αντικαθιστά το λόγο και η ισχύς τη λογική. Εξαρθρώνεται το κλίμα ισότητας που πρέπει να χαρακτηρίζει τις σχέσεις των συζύγων - (βλ. Κούλλουρος ν. Κούλλουρου & Άλλου (1989) 1(Ε) Α.Α.Δ. 50). Η άσκηση βίας από το σύζυγο εις βάρος της συζύγου του αποτελεί ανάθεμα για τις συζυγικές σχέσεις και πλήττει τον πυρήνα της οικογένειας. Τέτοια συμπεριφορά δε γίνεται ανεκτή. Πρέπει να εκριζωθεί από την οικογένεια.»
Ως έχει νομολογηθεί, η χρήση βίας κατά του συνανθρώπου συνιστά αδίκημα ιδιάζουσας σοβαρότητας. Πλήττει το θεμελιώδες δικαίωμα της σωματικής ακεραιότητας του ατόμου το οποίο κατοχυρώνει το Άρθρο 7(1) του Συντάγματος και καταρρακώνει την αξιοπρέπειά του.
Η ωμή χρήση βίας, είτε ως μέσο επικράτησης, είτε ως μέσο εκδίκησης, είτε ως μέσο τιμωρίας, δεν έχει θέση στην κοινωνία των ανθρώπων. Η εκδήλωσή της, πρέπει να τιμωρείται με την αυστηρότητα που επιβάλλει η σοβαρότητα του εγκλήματος και η ανάγκη για τη γενική καταστολή τέτοιας συμπεριφοράς.
Ως προς την έξαρση που παρατηρείται στη διάπραξη αδικημάτων που ενέχουν το στοιχείο της βίας ή της επαπειλούμενης χρήσης της, δεν χρειάζεται να λεχθούν πολλά, αφού καθημερινά τα Δικαστήρια που επιβάλλουν ποινές σε τέτοια αδικήματα, ακούραστα διακηρύττουν την έξαρση που παρατηρείται στη διάπραξη τέτοιας φύσεως αδικημάτων.
Ιδιαίτερα σε ότι αφορά στο αδίκημα των γραπτών απειλών για φόνο, έρευνα στη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και του Εφετείου, δεν οδήγησε στον εντοπισμό απόφασης, στην οποία υπήρξε ενασχόληση με το συγκεκριμένο αδίκημα. Κάποια καθοδήγηση όμως, δύναται, κατά την κρίση μου, να αντληθεί από τη νομολογία που σχετίζεται με το αδίκημα της απειλής βιαιοπραγίας, κατά παράβαση του άρθρου 91(γ) του Κεφ. 154, με την επισήμανση βεβαίως, ότι το εν λόγω αδίκημα είναι αναμφίβολα ήσσονος σοβαρότητας σε σχέση το αδίκημα του αρ. 216 του Ποινικού Κώδικα, καθώς το πρώτο συνιστά πλημμέλημα και τιμωρείται κατ’ ανώτατο όριο, με ποινή φυλάκισης τριών ετών.
Στην Ομήρου ν. Αστυνομίας (2000) 2 Α.Α.Δ. 588, επιβλήθηκε ποινή άμεσης φυλάκισης 9 μηνών, σε πρόσωπο που βαρύνετο με 16 προηγούμενες καταδίκες.
Στην Παπέττας ν. Αστυνομίας (2015) 2Β Α.Α.Δ. 952, ποινή άμεσης φυλάκισης 4 μηνών μειώθηκε σε φυλάκιση 2 μηνών, καθότι δεν είχε τεθεί ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου το γεγονός ότι με την επιβολή ποινής φυλάκισης θα ενεργοποιείτο ποινή φυλάκισης 6 μηνών για την οποία είχε δοθεί προεδρική χάρη.
Στην Κωνσταντίνου άλλως Γιαλλούρης κ.α. ν. Αστυνομίας (2005) 2 Α.Α.Δ. 282, επικυρώθηκε ποινή άμεσης φυλάκισης 6 μηνών, σε πρόσωπα που αντιμετώπιζαν σοβαρά προβλήματα υγείας.
Ως έχει επίσης νομολογηθεί, σε υπόθεση απειλής βιαιοπραγίας, το ξεκαθάρισμα ή η απειλή για ξεκαθάρισμα οποιωνδήποτε διαφορών ή η απειλή σαν μέσο για προώθηση οποιωνδήποτε οικονομικών ή άλλων απαιτήσεων, δεν μπορεί να γίνουν ανεκτά υπό όποιες συνθήκες και αν γίνονται.[7]
Αναφορικά με το αδίκημα της κακόβουλης ζημιάς σε περιουσία, παραπέμπω στην Τσιλικίδη ν. Αστυνομίας (2013) 2 Α.Α.Δ. 272, όπου ο εφεσείων παραδέχτηκε ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου τη διάπραξη τριών διαρρήξεων κατοικίας, τριών κλοπών από κατοικία και μια κατηγορία κακόβουλης ζημιάς, κατά παράβαση των σχετικών προνοιών του Ποινικού Κώδικα. Για το αδίκημα της κακόβουλης ζημιάς σε περιουσία, επιβλήθηκε σε αυτόν πρωτοδίκως η συντρέχουσα ποινή ενός έτους, η οποία κατ’ έφεση δεν ανατράπηκε.
Πέραν των ανωτέρω, η συχνότητα διάπραξης τέτοιων αδικημάτων, αναφορικά με την οποία το Δικαστήριο αντλεί δικαστική γνώση από τις πολλές υποθέσεις που καταχωρούνται ενώπιον του, καταδεικνύει τη σοβαρότητά τους και συγχρόνως, επιτάσσει όπως τα Δικαστήρια προσεγγίζουν με αυστηρότητα τέτοια αδικήματα με σκοπό την αποτροπή τους, χωρίς βεβαίως αυτό να ατονεί το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής.[8]
Παρεμβάλλω, ότι οι προηγούμενες αποφάσεις που αφορούν στην επιβολή ποινών, παρέχουν ένδειξη του μέτρου τιμωρίας συγκεκριμένων αδικημάτων και των παραμέτρων του καθορισμού της ποινής, πλην όμως δεν έχουν τον δεσμευτικό χαρακτήρα που ενέχει ο καθορισμός αρχών δικαίου, καθώς η ποινή που επιβάλλεται σε μια συγκεκριμένη υπόθεση, είναι αλληλένδετη με τις ιδιαιτερότητες των γεγονότων που τη συνθέτουν και των συνθηκών του εκάστοτε παραβάτη.[9]
Έχοντας κατά νου όλα τα ανωτέρω, προχωρώ στην επιβολή της αρμόζουσας κατά την κρίση μου ποινής στον κατηγορούμενο.
Προς τούτο, λαμβάνω υπόψη μου τα γεγονότα της υπόθεσης, καθώς επίσης και τη σοβαρότητα των αδικημάτων που έχουν διαπραχθεί και τον αποτρεπτικό χαρακτήρα που πρέπει να χαρακτηρίζει την ποινή που θα επιβληθεί στον κατηγορούμενο. Παράλληλα, λαμβάνω υπόψη μου, επιβαρυντικά για τον κατηγορούμενο, το γεγονός ότι διέπραξε τα αδικήματα εις βάρος μελών της οικογένειάς του (βλ. άρθρο 11 του Ν.115(Ι)/2021 και αρ. 5 του Ν.114(Ι)/2021, όπου εφαρμόζεται). Λαμβάνω περαιτέρω υπόψη μου τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων και το πλαίσιο μέσα στο οποίο ο κατηγορούμενος ενήργησε, ήτοι για σκοπούς εξασφάλισης χρημάτων, σε συνάρτηση ωστόσο, με τη συναισθηματική κατάσταση στην οποία βρισκόταν, δεδομένων των προβλημάτων ψυχικής υγείας και ουσιοεξάρτησης που αντιμετώπιζε.
Παράλληλα, λαμβάνω υπόψη μου τον χρόνο κατά τον οποίο ο κατηγορούμενος τελεί υπό κράτηση, καθώς επίσης και τις προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις του, ως καταγράφονται στην Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, ιδιαίτερα δε το γεγονός ότι πρόκειται για πρόσωπο το οποίο αντιμετωπίζει διάφορα σοβαρά προβλήματα υγείας. Εντούτοις, σημειώνω, ότι οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου δεν μπορεί να υπερφαλαγγίζουν το δημόσιο συμφέρον, το οποίο επιτάσσει την επιβολή αυστηρών ποινών, αναφορικά με τη διάπραξη τέτοιας φύσεως αδικημάτων.
Λαμβάνω περαιτέρω υπόψη μου την προσπάθεια και πρόθεση του κατηγορουμένου για απεξάρτηση από ναρκωτικές ουσίες, ο οποία σύμφωνα με τη νομολογία πρέπει να επικροτείται, την παραδοχή και την απολογία του, έστω και σε αυτό το στάδιο, καθώς επίσης και το ότι απολογήθηκε προς τη μητέρα του, η οποία προέβη σε δήλωση στο Δικαστήριο ότι επιθυμία της είναι όπως ο γιός της απεξαρτηθεί.
Δεν διαλανθάνει την προσοχή μου, το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος βαρύνεται με δύο προηγούμενες καταδίκες και μάλιστα αναφορικά με ομοειδή αδικήματα, γεγονός το οποίο, σύμφωνα με τη νομολογία, δεν συνιστά επιβαρυντικό παράγοντα, πλην όμως αποτελεί ένδειξη της στάσης του κατηγορουμένου στην τήρηση των νόμων.
Διαφωτιστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την DYGDALOWICZ ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 11/2021 ημερ. 4.11.2022:
«Όμως η σημασία των προηγούμενων καταδικών έγκειται στο ότι η ύπαρξη τους τείνει να μειώσει σε κάποιο βαθμό, την επιείκεια που μπορεί να επιδειχθεί. Και τούτο, κυρίως, γιατί αποτελούν ένδειξη της στάσης του κατηγορούμενου στην τήρηση των νόμων (Γενικός Εισαγγελέας ν. Ματθαίου (1994) 2 Α.Α.Δ. 1 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Αεροπόρου (1997) 2 Α.Α.Δ. 17). Στην Μιχαήλ ν. Δημοκρατίας (1998) 2 Α.Α.Δ. 306 τονίστηκε και πάλι ότι οι προηγούμενες καταδίκες δεν αποτελούν παράγοντα επιβαρυντικό της ποινής, αλλά επενεργούν ως παράγων περιορισμού της επιείκειας, της οποίας θα μπορούσε να τύχει ο συγκεκριμένος κατηγορούμενος, αν δεν βαρυνόταν με τις προηγούμενες καταδίκες (βλ. επίσης Γεωργίου άλλως Καμμούγιαρος ν. Αστυνομίας (2003) 2 Α.Α.Δ. 565 και Vedat v. Αστυνομίας (2012) 2 Α.Α.Δ. 787
Συνεκτιμώντας και σταθμίζοντας όλα τα ανωτέρω, σε συνάρτηση με τα γεγονότα της υπόθεσης και τον αποτρεπτικό χαρακτήρα που πρέπει να διέπει την ποινή που θα επιβληθεί στον κατηγορούμενο, καταλήγω ότι όλοι οι ανωτέρω ελαφρυντικοί παράγοντες, μπορούν να επηρεάσουν το ύψος, αλλά όχι το είδος της ποινής, που δεν μπορεί να είναι άλλη, από τη στέρηση της ελευθερίας. Αυτή, είναι και η μόνη ποινή η οποία θα στείλει κατά την κρίση του Δικαστηρίου, τα σωστά μηνύματα στην κοινωνία.
Όπως έχει άλλωστε νομολογηθεί, σε αδικήματα για τα οποία αρμόζει η επιβολή αποτρεπτικής ποινής, οι προσωπικές περιστάσεις των κατηγορούμενων είναι ήσσονος σημασίας.[10]
Συνεπακόλουθα, έχοντας κατά νου όλα τα ανωτέρω και ασκώντας τη μέγιστη δυνατή επιείκεια, επιβάλλονται στον κατηγορούμενο οι ακόλουθες ποινές:
1η κατηγορία: Ποινή Φυλάκισης 7 μηνών.
2η κατηγορία: Ποινή Φυλάκισης 7 μηνών.
5η κατηγορία: Ποινή Φυλάκισης 3 μηνών.
6η κατηγορία: Ποινή Φυλάκισης 3 μηνών.
9η κατηγορία: Ποινή Φυλάκισης 6 μηνών.
10η κατηγορία: Ποινή Φυλάκισης 3 μηνών.
13η κατηγορία: Ποινή Φυλάκισης 6 μηνών.
Οι πιο πάνω ποινές φυλάκισης συντρέχουν, λαμβανομένων υπόψη των αρχών που διέπουν το θέμα.[11]
Σε σχέση με την 7η και 11η κατηγορία, δεν επιβάλλεται καμία ποινή, λαμβανομένης υπόψη της αρχής της αναλογικότητας και του ότι πρόκειται για το σύνολο μίας ενιαίας εγκληματικής συμπεριφοράς, από τις δε λεπτομέρειες των κατηγοριών, προκύπτει ότι τα αδικήματα απορρέουν από μια ενιαία έκνομη συμπεριφορά, συνδέονται δε, χρονικά και τοπικά.
Ενόψει του ότι η επιβληθείσα ποινή φυλάκισης δεν ξεπερνά τα τρία έτη, προχωρώ σε εξέταση του ενδεχομένου αναστολής της.
Σύμφωνα με το άρθρο 3 του περί της Υφ’ Όρων Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, Ν. 95/72, όπως τροποποιήθηκε από τον Ν.186(Ι)/2003, η ποινή της φυλάκισης μπορεί να ανασταλεί, κατόπιν άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, νοουμένου ότι αυτή δεν ξεπερνά τα τρία έτη.
Πρόκειται για εξουσία του Δικαστηρίου η οποία δυνατό να ασκηθεί εάν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου.[12]
Διευκρινίζεται, ότι η αναστολή της ποινής φυλάκισης δεν αποτελεί εναλλακτικό μέτρο τιμωρίας του κατηγορουμένου, αλλά διεργασία στην οποία προβαίνει το Δικαστήριο κατόπιν επιβολής ποινής φυλάκισης, εάν και εφόσον συντρέχουν λόγοι που αιτιολογούν την αναστολή της.[13]
Επιπρόσθετα, η ενδεχόμενη αναστολή της ποινής φυλάκισης δεν αλλοιώνει τον χαρακτήρα της ποινής, καθώς η δυνατότητα αναστολής της ποινής φυλάκισης, διαχωρίζεται από την απόφαση επιβολής ποινής φυλάκισης.
Τα δε κριτήρια επί των οποίων θα βασιστεί το Δικαστήριο κατά τη βάσανο της αξιολόγησης αυτής δεν είναι ανελαστικά, αλλά παρέχεται ευρεία διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να σταθμίσει όλους τους παράγοντες, πάντοτε με γνώμονα το συμφέρον της δικαιοσύνης.[14]
Αναφορικά με τα κριτήρια αξιολόγησης του ενδεχομένου της αναστολής της ποινής φυλάκισης, ως έχουν τεθεί νομολογιακώς, παραπέμπω στις Γενικός Εισαγγελέας ν. Ρομίνα Τζιαουχάρη (2005) 2 ΑΑΔ 161 και Γενικός Εισαγγελέας v. Φανιέρου (1996) 2 ΑΑΔ 303.
Σταθμίζοντας όλα τα ανωτέρω και δίχως να παραγνωρίζω τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου και τους ελαφρυντικούς παράγοντες που αφορούν στο πρόσωπό του, δεν καταλήγω ότι δικαιολογείται η άσκηση της διακριτικής μου ευχέρειας υπέρ της αναστολής εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης που έχει επιβληθεί στον κατηγορούμενο, ένεκα της σοβαρότητας των αδικημάτων που έχει διαπράξει, αλλά και της έξαρσης στην οποία βρίσκονται τέτοιας φύσεως αδικήματα. Διαφορετική κατάληξη, θεωρώ ότι θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα προς την κοινωνία.
Ως έχει άλλωστε νομολογηθεί, η αναστολή της ποινής φυλάκισης δεν ενδείκνυται, όταν τα αδικήματα που αφορά η υπόθεση βρίσκονται σε έξαρση και η τιμωρία του παραβάτη, συνιστά επιπρόσθετα, μέσο αποτροπής άλλων πιθανών παραβατών, καθώς η προστασία του δημοσίου συμφέροντος, είναι υπεράνω οιωνδήποτε προσωπικών περιστάσεων.[15]
Κατ’ αναλογία παραπέμπω στο ακόλουθο απόσπασμα από την Μακρής ν. Αστυνομίας (2013) 2 ΑΑΔ 15:
«Το βάρος των εισηγήσεων του ευπαιδεύτου συνηγόρου ήταν, βεβαίως, στην άλλη πτυχή των προσωπικών περιστάσεων. Έχουμε προβληματιστεί ιδιαίτερα και συμμεριστεί την αγωνία η οποία υπάρχει σε ένα άνθρωπο ο οποίος έχει αντιμετωπίσει επανειλημμένες ατυχίες στη ζωή του και προβαίνει σε μια απονενοημένη ουσιαστικά ενέργεια της ένοπλης ληστείας για επίλυση των προβλημάτων του. Όμως, αν τα οικονομικά προβλήματα, συνδεόμενα και με άλλα προβλήματα ευρύτερα, οικογενειακά ή υγείας, μπορούσαν να δικαιολογήσουν την παρανομία, αυτό θα ήταν η οριστική κατάρρευση κάθε ηθικής αρχής αλλά και κάθε αρχής τάξης και δικαίου. Η φιλοσοφική αρχή όσο και η χριστιανική αρχή ότι είναι καλύτερα να αδικείσαι παρά να αδικείς, δεν μπορεί να υποχωρήσει στις περιπτώσεις που υφίσταται ένας άνθρωπος μια δοκιμασία, έστω και αν εκείνη η δοκιμασία είναι σοβαρής φύσεως. Πολλοί άνθρωποι υφίστανται τέτοιες δοκιμασίες και, εν τούτοις, δεν προσφεύγουν στη χρήση βίας για διάπραξη αδικημάτων, με αξιοπρέπεια δεχόμενοι τις καταστάσεις τις οποίες αντιμετωπίζουν και προσπαθώντας με τα μέσα τα οποία μπορεί να είναι δυνατά να τις αντιμετωπίσουν».
(Η έμφαση έγινε από το Δικαστήριο).
Ενόψει όλων των ανωτέρω, η ποινή φυλάκισης που επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο θα έχει άμεση ισχύ από σήμερα.
Ενούτοις, διατάζεται όπως μειωθεί κατά το χρονικό διάστημα που ο κατηγορούμενος τελεί υπό κράτηση μέχρι σήμερα ως υπόδικος, δυνάμει του αρ. 117 του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, δηλ. από 25.11.2025.
Έξοδα €20,00 να καταβληθούν από τη Δημοκρατία.
(Υπ.) …………………..
Χρ. Γ. Ππεκρή, Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
[1] Κυριάκος Σακαρίδης ν. Αστυνομίας (2011) 2 ΑΑΔ 272.
[2] Οδυσσέας Θεοχάρη Καλανίδης κ.α. v. Αστυνομίας (2009) 2 ΑΑΔ 298, Σωκράτους v. Δημοκρατίας (1994) 2 Α.Α.Δ. 132 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Ανδρέα Τόκκαλλου (2001) 2 Α.Α.Δ. 95).
[5] Λεβέντης v. Αστυνομίας (1999) 2 ΑΑΔ 632, Γενικός Εισαγγελέας ν. Αριστοτέλους (2004) 2 ΑΑΔ 166.
[6] Kolev v. Αστυνομίας (2003) 2 Α.Α.Δ. 197, Αστυνομία ν. Βακανά Π.Ε. 173/2020 ημερ. 20.5.2021, ECLI:CY:AD:2021:B200, αρ. 24 του Περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 (Ν.14/1960).
[7] Γενικός Εισαγγελέας ν. Φανιέρου (1996) 2 Α.Α.Δ 303.
[8] Κωνσταντίνου v. Δημοκρατίας (1989) 2 Α.Α.Δ. 224.
[9] Χαραλάμπους v. Δημοκρατίας (2000) 2 Α.Α.Δ. 1, Ειρηναίος Γεωργίου ν. Δημοκρατίας Π.Ε. Αρ, 61/2020 ημερ. 14.7.2022.
[10] Παναγιώτου ν. Αστυνομίας (2001) 2 ΑΑΔ 540.
[11] Ekole v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση αρ. 108/2021 ημερ. 15.2.2022, ECLI:CY:AD:2022:B62, Σάκκος ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση αρ. 196/2020 ημερ. 20.9.2022, ECLI:CY:AD:2022:B355, Μohamed Αlahmad ν. Δημοκρατίας, Π.Ε. 235/2022 ημερ. 30.9.2025.
[12] Βλ. Siminoiu v. Αστυνομίας (2012) 2 ΑΑΔ 699 και Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας (2009) 2 ΑΑΔ 583.
[13] Βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Στέφανου Περατικού (1997) 2 Α.Α.Δ. 373.
[14] Koukos v. Police (1986) 2 C.L.R. 1.
[15] Σ.Π.Ε. Λακατάμιας-Δευτερας Λτδ. ν. Δράκου, Πoινική Έφεση Αρ.129/2015 ημερ. 15.11.2017.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο