ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. Σ.Ψ. κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 1796/2024, 17/3/2026
print
Τίτλος:
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. Σ.Ψ. κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 1796/2024, 17/3/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Γ. Ππεκρή, Ε.Δ.

Αρ. Υπόθεσης: 1796/2024

 

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ

Κατηγορούσα Αρχή

ν.

 

1.    Σ.Ψ.

2.    Ι.Σ.

3.    O.K.

4.    Σ.Π.

Κατηγορούμενοι

 

Ημερομηνία: 17 Μαρτίου 2026

Εμφανίσεις:

Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Γ. Αργυρού

Για Κατηγορούμενο 1: κα Τ. Τελιανίδου

Για Κατηγορούμενους 2 και 3: κα Δ. Χριστοούλου

Κατηγορούμενοι 1 - 3 παρόντες

ΠΟΙΝΗ

 

Οι κατηγορούμενοι 1 - 3 κρίθηκαν ένοχοι, κατόπιν παραδοχής τους, για τη διάπραξη των ακόλουθων αδικημάτων, κατά παράβαση των προνοιών του Ποινικού Κώδικα και της οικείας νομοθεσίας:

 

Κατηγορούμενος 1: Για το αδίκημα της κατοχής εκρηκτικών υλών χωρίς άδεια (9η κατηγορία), της μεταφοράς εκρηκτικών υλών χωρίς άδεια (10η κατηγορία), της οχλαγωγίας (11η κατηγορία), της παράνομης εισόδου σε αγωνιστικό χώρο (13η κατηγορία), της χρησιμοποίησης επικίνδυνων αντικειμένων σε αθλητικό χώρο (14η κατηγορία), της ρίψης επικίνδυνων αντικειμένων (15η κατηγορία), της απόκρυψης προσώπου (16η κατηγορία) και της ματαίωσης αγώνα (17η κατηγορία).

 

Κατηγορούμενος 2: Για το αδίκημα της απόκρυψης προσώπου (18η κατηγορία) και της άσεμνης χειρονομίας σε αθλητικό χώρο (19η κατηγορία).

 

Κατηγορούμενος 3: Για το αδίκημα της οχλαγωγίας (23η κατηγορία), της παρακώλυσης ομαλής διεξαγωγής αθλητικής εκδήλωσης (24η κατηγορία), της παράνομης εισόδου σε αγωνιστικό χώρο (25η κατηγορία), της απόκρυψης προσώπου (26η κατηγορία), της ματαίωσης αγώνα (27η κατηγορία) και της άσεμνης χειρονομίας σε αθλητικό χώρο (28η κατηγορία).

 

Παρενθετικά σημειώνω, ότι οι υπόλοιπες κατηγορίες που οι κατηγορούμενοι 1 – 3 αντιμετώπιζαν, αναστάλθηκαν.

 

Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο σε σχέση με τις κατηγορίες 9, 10, 11, 13, 14, 15, 16 και 17 που αντιμετωπίζει ο 1ος κατηγορούμενος, την 24.1.2024 στη Λεμεσό, ο 1ος κατηγορούμενος κατείχε και μετέφερε εκρηκτικές ύλες, δηλαδή ένα πυρσό που περιείχε ποσότητα εκρηκτικής ύλης χαμηλής ισχύος χωρίς άδεια του Επιθεωρητή Εκρηκτικών Υλών, συμμετείχε σε οχλαγωγία στο στάδιο ΑΛΦΑ ΜΕΓΑ, αγωνιστικό χώρο στον οποίο εισήλθε πριν τη διεξαγωγή του αγώνα ΑΠΟΛΛΩΝ-ΑΕΛ, χωρίς άδεια ή νόμιμη δικαιολογία, και εντός του οποίου έριξε ένα πυρσό, απέκρυψε το πρόσωπό του ώστε να μην αναγνωριστεί, φορώντας μάσκα, ενώ με τη βία ματαίωσε τη διεξαγωγή του ποδοσφαιρικού αγώνα μεταξύ των ΑΠΟΛΛΩΝ - ΑΕΛ, στο στάδιο ΑΛΦΑ ΜΕΓΑ.

 

Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο σε σχέση με τις κατηγορίες 18 και 19 που αντιμετωπίζει ο 2ος κατηγορούμενος, την 24.1.2024 στη Λεμεσό, ο 2ος κατηγορούμενος, μέσα στον αθλητικό χώρο του σταδίου ΑΛΦΑ ΜΕΓΑ, απέκρυψε το πρόσωπό του χωρίς αιτιολογία, σε σημείο που αυτό να μην μπορεί να αναγνωριστεί, φορώντας μάσκα, χειρονόμησε δε με άσεμνο τρόπο προς τη δυτική κερκίδα του σταδίου, προς τους φιλάθλους της ομάδας του ΑΠΟΛΛΩΝΑ Λεμεσού.

 

Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο σε σχέση με τις κατηγορίες 23 - 28 που αντιμετωπίζει ο 3ος κατηγορούμενος, την 24.1.2024 στη Λεμεσό, ο 3ος κατηγορούμενος συμμετείχε σε οχλαγωγία στο στάδιο ΑΛΦΑ ΜΕΓΑ, χωρίς εύλογη αιτία ενήργησε με σκοπό να παρακωλύσει την ομαλή διεξαγωγή του ποδοσφαιρικού αγώνα μεταξύ των ΑΠΟΛΛΩΝ – ΑΕΛ, δηλ. εισήλθε εντός του αγωνιστικού χώρου του σταδίου ΑΛΦΑ ΜΕΓΑ και έριχνε φωτοβολίδες, χώρο στον οποίο εισήλθε πριν τη διεξαγωγή του αναφερόμενου αγώνα χωρίς άδεια ή νομιμη δικαιολογία, απέκρυψε το πρόσωπό του χωρίς αιτιολογία σε σημείο που αυτό να μην μπορεί να αναγνωριστεί φορώντας μάσκα και παράνομα με τη βία ματαίωσε τη διεξαγωγή του εν λόγω ποδοσφαιρικού αγώνα και χειρονόμησε με άσεμνο τρόπο προς τη δυτική κερκίδα του σταδίου, προς τους φιλάθλους της ομάδας του ΑΠΟΛΛΩΝΑ Λεμεσού, κάνοντας κίνηση με το χέρι του πάνω στον λαιμό, εννοώντας με αυτό ότι θα κόψει τον λαιμό τους.

 

Εκθέτοντας τα γεγονότα της υπόθεσης, η ευπαίδευτη εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής κατέθεσε κείμενο γεγονότων, το οποίο σημειώθηκε ως Έγγραφο Α και κατατέθηκε στον φάκελο του Δικαστηρίου.

 

Ως αναφέρεται, μεταξύ άλλων, στο Έγγραφο Α, την 24.1.2024 στις 19:00 ήταν ορισμένος ο ποδοσφαιρικός αγώνας μεταξύ των ομάδων ΑΠΟΛΛΩΝ – ΑΕΛ στο ΑΛΦΑΜΕΦΑ Stadium στο Κολόσσι, για την αστυνόμευση του οποίου ετοιμάστηκε επιχείρηση από την Αστυνομική Διεύθυνση Λεμεσού, το δε παιγνίδι κρίθηκε ως υψηλής επικινδυνότητας.

 

Στις 18:55, πριν την έναρξη του αγώνα, εντός του αγωνιστικού χώρου εισήλθε ένας οπαδός της ΑΕΛ και άναψε δύο πυρσούς και στη συνέχεια ακολούθησαν δεκάδες άλλοι φίλαθλοι οι οποίοι βρίσκονταν πίσω από την κερκίδα, ανάβοντας μεγάλο αριθμό από φωτοβολίδες και καπνογόνα, τα οποία έριξαν εντός του αγωνιστικού χώρου. Στις 18:59, εισήλθαν εντός του αγωνιστικού χώρου φίλαθλοι της ΑΕΛ, οι οποίοι είχαν καλυμμένα τα πρόσωπα τους με κουκούλες και προκαλούσαν με χειρονομίες και ρίχνοντας αντικείμενα και φωτοβολίδες προς την ανατολική και δυτική κερκίδα, όπου βρίσκονταν οι φίλαθλοι του ΑΠΟΛΛΩΝΑ.

 

Από τη ρίψη φωτοβολίδας τραυματίστηκε η Η.Σ. η οποία βρισκόταν στην ανατολική κερκίδα, καθώς χτυπήθηκε το δεξί της πλευρό και δημιουργήθηκε οπή στο φούτερ που φορούσε. Η Η.Σ. μεταφέρθηκε στο Νοσοκομείο όπου διαπιστώθηκε ότι δεν έφερε οποιεσδήποτε εξωτερικές κακώσεις και απολύθηκε με οδηγίες.

 

Επίσης ρίχθηκε κροτίδα προς τη δυτική κερκίδα, με αποτέλεσμα τον τραυματισμό ανηλίκου ο οποίος καθόταν με τον πατέρα του, ο οποίος τον μετέφερε στο Νοσοκομείο, όπου αφού έτυχε Α’ Βοηθειών απολύθηκε με οδηγίες.

 

Ακολούθως, φίλαθλοι της ΑΕΛ εισήλθαν εντός του αγωνιστικού χώρου με επιθετικές διαθέσεις και προκαλούσαν τους φιλάθλους του ΑΠΟΛΛΩΝΑ για να συμμετέχουν σε οχλαγωγία, με αποτέλεσμα την αντίδραση των φιλάθλων του ΑΠΟΛΛΩΝΑ που βρίσκονταν στο νότιο πέταλο και γύρω στα δέκα άτομα εισήλθαν εντός του αγωνιστικού χώρου.

 

Για την καταστολή της οχλαγωγίας, δύο αντιοχλαγωγικές διμοιρίες της Αστυνομίας εισήλθαν στον αγωνιστικό χώρο, με αποτέλεσμα όλοι οι οπαδοί που βρίσκονταν εντός του σταδίου να επιστρέψουν στην κερκίδα. Στη συνέχεια, συστάθηκε ομάδα κρίσεως και αποφασίστηκε η μη διεξαγωγή του αγώνα.

 

Κατά τη διάρκεια των αστυνομικών εξετάσεων παραλήφθησαν πλάνα από το ΚΚΠ του σταδίου προς εντοπισμό και σύλληψη των δραστών, ενώ παραλήφθηκαν διάφορα τεκμήρια. Από σχετικό έλεγχο του ΚΚΠ, καταγράφεται ο 2ος κατηγορούμενος να εισέρχεται στο στάδιο, φορώντας φούτερ και κασκόλ της ΑΕΛ και αφού σάρωσε το εισιτήριό του, κάλυψε το πρόσωπό του με προσωπίδα και ανέβηκε στην κερκίδα, αρχίζοντας να προβαίνει σε χειρονομίες προς την κερκίδα των οπαδών του ΑΠΟΛΛΩΝΑ. Ο κατηγορούμενος 2 αναγνωρίστηκε από λογαριασμό που διατηρεί στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης στον οποίο υπάρχουν αναρτήσεις του οργανωμένου συνδέσμου φιλάθλων Θύρα 3.

 

Στη συνέχεια, καταγράφεται ο 3ος κατηγορούμενος να εισέρχεται εντός του σταδίου φορώντας κουκούλα και φούτερ της ΑΕΛ. Αφού ανέβηκε στην κερκίδα, έβαλε μαύρη προσωπίδα, καλύπτοντας πλήρως το πρόσωπό του, ενώ προέβαινε συνεχώς σε χειρονομίες  προς την κερκίδα των οπαδών του ΑΠΟΛΛΩΝΑ, προκαλώντας τους, ήτοι κινήσεις ότι θα κόψει τον λαιμό τους. Έπειτα, πήγε στο σημείο όπου είναι η κύρια μάζα των οπαδών της ΑΕΛ, αριστερά του οργανωτή της κερκίδας, όπου άναψαν φωτοβολίδες και προέβησαν στην παρακώλυση της διεξαγωγής του αγώνα και ακολούθως της ματαίωσής του.  

 

Ο 1ος κατηγορούμενος καταγράφεται να εισέρχεται εντός του σταδίου περί τις 18:42 φορώντας φούτερ και κασκόλ της ΑΕΛ και στις 19:00, όταν εισήλθε αριθμός φιλάθλων της ΑΕΛ στον αγωνιστικό χώρο, αποκρύπτοντας το πρόσωπό του, άναψε πυρσό τον οποίο έριξε στην ανατολική κερκίδα όπου κάθονταν οι φίλαθλοι του ΑΠΟΛΛΩΝΑ και ακολούθως επέστρεψε στην κερκίδα της ΑΕΛ. Έγινε ταυτοποίηση των στοιχείων του μέσω του ΚΟΑ και της κάρτας φιλάθλου.

 

Την 27.1.2024 εξασφαλίστηκε μαρτυρία και για τον 3ο κατηγορούμενο, τον οποίο αναγνώρισαν μέλη της Αστυνομίας τα οποία τον γνωρίζουν.

 

Οι κατηγορούμενοι 1 – 3 είναι λευκού ποινικού μητρώου.

 

Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των κατηγορουμένων 1 – 3 αγόρευσαν ενώπιον του Δικαστηρίου για σκοπούς μετριασμού της ποινής που θα τους επιβληθεί και τα όσα ανέφεραν είναι καταγεγραμμένα στα πρακτικά του Δικαστηρίου και έχουν αποτιμηθεί πλήρως, σημειώνονται δε συνοπτικώς κατωτέρω.

 

Αναφορικά με τον 1ο κατηγορούμενο, η ευπαίδευτη συνήγορος υπεράσπισης κατέθεσε γραπτή αγόρευση, το περιεχόμενο της οποίας έχω διέλθει. Επιγραμματικά σημειώνω, ότι σε αυτήν γίνεται αναφορά στις αρχές εξατομίκευσης της ποινής, στις προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις του κατηγορουμένου, στις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων και στη συναισθηματική φόρτιση που διακατείχε τον κατηγορούμενο λόγω τραυματισμού του αδερφού του, καθώς επίσης και στο γεγονός ότι από την πράξη του να ανάψει τον πυρσό δεν τραυματίστηκαν τρίτα πρόσωπα. Κάλεσε περαιτέρω το Δικαστήριο όπως λάβει υπόψη του την άμεση παραδοχή του κατηγορουμένου, τη συνεργασία του με τις αστυνομικές αρχές, το λευκό του ποινικό μητρώο, το ότι επρόκειτο για ένα μεμονωμένο περιστατικό, την πρόκληση από μερίδα των οπαδών της άλλης ομάδας, την εξωδικαστηριακή τιμωρία του κατηγορουμένου, καθώς έχει εκδοθεί διάταγμα με το οποίο του έχει αποστερηθεί η είσοδος σε αγωνιστικούς χώρους, καλώντας το Δικαστήριο, όπως σε περίπτωση επιβολής ποινής φυλάκισης, διατάξει την αναστολή της.

 

Πέραν και επιπρόσθετα των ανωτέρω, η συνήγορος που εκπροσωπεί τον 1ο κατηγορούμενο, ήγειρε ζήτημα αντισυνταγματικότητας του αρ. 73 του περί της Πρόληψης και της Καταστολής της Βίας στους Αθλητικούς Χώρους Νόμου του 2008, Ν.48(I)/2008, επιχειρηματολογώντας ότι το εδάφιο (1) του συγκεκριμένου άρθρου προβλέπει επιτακτικά την επιβολή ποινής αποκλεισμού του αδικοπραγούντος από αγώνα ή εκδήλωση ή απαγόρευση εισόδου σε αθλητικούς χώρους και δεν εναποθέτει το ζήτημα στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, με αποτέλεσμα να προσκρούει στο αρ. 12.3 του Συντάγματος. Πρόσθετα, επιχειρηματολογεί, ότι νομικές πρόνοιες οι οποίες προβλέπουν επιτακτικά κατώτερη ή ειδική ποινή, κρίνονται αντισυνταγματικές, σε περίπτωση που το Δικαστήριο κρίνει επιπροσθέτως ότι η προβλεπόμενη στο νόμο ποινή είναι δυσανάλογη της βαρύτητας του αδικήματος για το οποίο θα επιβάλει ποινή. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει, εν προκειμένω, κατά πόσο η έκδοση διατάγματος αποκλεισμού του κατηγορουμένου, κατά τα διαλαμβανόμενα του αρ. 73(1) του Ν.48(I)/2008, συνιστά ποινή δυσανάλογη της βαρύτητας του αδικήματος που διέπραξε ο κατηγορούμενος.

 

Για σκοπούς μετριασμούς της ποινής που θα επιβληθεί στους κατηγορουμένους 2 και 3, η ευπαίδευτη συνήγορος που τους εκπροσωπεί κάλεσε το Δικαστήριο όπως λάβει υπόψη του την άμεση τους παραδοχή, το λευκό ποινικό τους μητρώο, την απουσία πρόθεσης και το γεγονός ότι ενήργησαν υπό καθεστώς συναισθηματικής φόρτισης, τη συνεργασία τους με τις αστυνομικές αρχές, καθώς επίσης και το ότι τιμωρήθηκαν, εφόσον για δύο χρόνια ισχύει διάταγμα αποκλεισμού τους από αθλητικούς αγώνες. Επιπρόσθετα, υιοθέτησε το περιεχόμενο των Εκθέσεων του Γραφείου Ευημερίας, κάλεσε το Δικαστήριο όπως λάβει υπόψη του τον διαρρεύσαντα χρόνο και όπως σε περίπτωση επιβολής ποινής στερητικής της ελευθερίας στον 2ο κατηγορούμενο, όπως αυτή ανασταλεί, καθώς είναι η πρώτη φορά που βρίσκεται ενώπιον Δικαστηρίου.

 

Σε σχέση με τον 3ο κατηγορούμενο, επικαλέστηκε το νεαρό της ηλικίας του, ενώ ανέφερε ότι είναι κατάδικος από 27.7.2024 στην Υπόθεση υπ’ αρ. 325/23 του Μόνιμου Κακουργιοδικείου Λεμεσού, όπου του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης για πέντε χρόνια, αναφορικά με αδικήματα σεξουαλικής φύσεως τα οποία διαπράχθηκαν το 2021, και εισηγήθηκε όπως τυχόν ποινή φυλάκισης που θα του επιβληθεί στην παρούσα, συντρέχει με την ποινή που ήδη εκτίει, καθώς δεν είχε ζητηθεί στο πλαίσιο της υπόθεσης εκείνης όπως ληφθεί υπόψη η παρούσα κατά την επιβολή ποινής. Ως επίσης ανέφερε, σε περίπτωση που του επιβληθεί ποινή φυλάκισης, ο 3ος κατηγορούμενος θα απολέσει το δικαίωμα να προχωρήσει σε διαβήματα για ανοιχτή φυλακή.

 

Ενόψει της σοβαρότητας των κατηγοριών που οι κατηγορούμενοι  αντιμετωπίζουν, ως αυτή προσδιορίζεται κατωτέρω, το Δικαστήριο ζήτησε την ετοιμασία Έκθεσης από το Γραφείο Ευημερίας, με σκοπό να τεθούν ενώπιόν του οι προσωπικές περιστάσεις των κατηγορουμενων, για σκοπούς εξατομίκευσης της ποινής που θα τους εοιβληθεί.[1]

 

Στην Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας που ετοιμάστηκε αναφορικά με τον 1ο κατηγορούμενο, μεταξύ άλλων, αναφέρεται ότι είναι 41 ετών, είναι παντρεμένος και έχει δύο παιδιά 17 και 15 ετών. Προέρχεται από εξαμελή οικογένεια εκτοπισθέντων και άρχισε να εργάζεται από την ηλικία των 15 ετών σε διάφορα επαγγέλματα, όπως ψαράς, εργάτης οικοδομών, πιτσαδόρος, ενώ τα τελευταία δύο χρόνια εργάζεται με μερική απασχόληση σε εταιρεία ταχυμεταφορών λαμβάνοντας μισθό περί τα €600,00. Το 2017 υπέστη σοβαρό τραυματισμό στη σπονδυλική στήλη και το 2021 υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση σπονδυλοδεσίας. Έκανε χρήση κάνναβης από την ηλικία των 18 ετών περίπου, την οποία διέκοψε το 2021. Η σύζυγος του εργάζεται ως σχολική βοηθός με μηνιαίες απολαβές ύψους €830,00 και η οικογένεια διαμένει στην πατρική οικία του κατηγορούμενου, μαζί με τους γονείς και τον αδερφό του. Δεν ολοκλήρωσε τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, ενώ υπηρέτησε στην Εθνική Φρουρά για οκτώ μήνες και στη συνέχεια πήρε απαλλαγή λόγω μη προσαρμογής.

 

Στην Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας που ετοιμάστηκε αναφορικά με τον 2ο κατηγορούμενο, μεταξύ άλλων, αναφέρεται ότι είναι 29 ετών και εργάζεται ως υπάλληλος σε οικογενειακή επιχείρηση. Διαμένει στην πατρική του οικία μαζί με την οικογένεια του, την μητέρα και τον αδερφό του, ενώ οι γονείς του τα τελευταία χρόνια βρίσκονται σε διάσταση. Είναι παντρεμένος και έχει ένα παιδί ενός έτους. Διέκοψε τη φοίτησή του στην Γ’ Τάξη της Τεχνικής Σχολής και πήρε απαλλαγή από την Εθνική Φρουρά.

 

Στην Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας που ετοιμάστηκε αναφορικά με τον 3ο κατηγορούμενο, μεταξύ άλλων αναφέρεται ότι αυτός είναι 23 ετών, άγαμος και άτεκνος, ενώ διατηρεί δεσμό με κοπέλα από τη Λευκωσία. Βρίσκεται στις Κεντρικές Φυλακές όπου εκτίει ποινή φυλάκισης πέντε ετών από 25.7.2024 και πριν τη σύλληψή του διέμενε με την οικογένειά του σε ενοικιαζόμενη κατοικία. Προέρχεται από πολυμελή οικογένεια Κούρδων, πλην όμως γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Λεμεσό. Είναι απόφοιτος του Κλάδου Μηχανικής Αυτοκινήτων της Α’ Τεχνικής Σχολής Λεμεσού, επάγγελμα το οποίο άσκησε μόνο μέσα στο πλαίσιο της πρακτικής του άσκησης, ενώ τα τελευταία 3 - 4 χρόνια πριν τη φυλάκισή του, εργαζόταν ως barista σε καφετέρια/παιχνιδότοπο. Δεν αντιμετωπίζει οποιαδήποτε προβλήματα υγείας ή εξάρτησης από ουσίες.

 

Η επιβολή ποινής συνιστά ένα πολύ λεπτό έργο του Δικαστηρίου, καθώς απαιτείται η εξισορρόπηση μεταξύ του γενικού συμφέροντος απονομής της δικαιοσύνης και της εξατομίκευσης της ποινής, λαμβανομένων υπόψη των ειδικών περιστατικών εκάστης περίπτωσης, καθώς επίσης και της σοβαρότητας του διαπραχθέντος αδικήματος. Με άλλα λόγια, η ποινή που θα επιβληθεί, πρέπει να αρμόζει στο πρόσωπο του παραβάτη, αλλά και στο αδίκημα που έχει διαπραχθεί.[2]

 

Παράλληλα, η εξατομίκευση της ποινής δεν συνεπάγεται εξουδετέρωση, ούτε της σοβαρότητας του εγκλήματος, ούτε του στοιχείου της αποτροπής, όταν συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή, τόσο για τον ίδιο τον κατηγορούμενο, όσο και για το κοινό γενικότερα.[3] Επισημαίνεται ωστόσο, ότι η σοβαρότητα των διαπραχθέντων αδικημάτων, δεν οδηγεί σε ατονία το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής.[4]

 

Διαφωτιστικά είναι τα όσα αναφέρθηκαν επί τούτου στην Πισκόπου v. Δημοκρατίας (1999) 2 Α.Α.Δ. 342.

 

Αναφορικά με τη σοβαρότητα των κατηγοριών που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι, αυτή αντανακλάται από την ποινή που προβλέπει η οικεία νομοθεσία,[5] καθώς, ως έχει νομολογηθεί, το μέγιστο ύψος της ποινής που είναι δυνατό να επιβληθεί, λαμβανομένης υπόψη της εκ του νόμου προβλεπόμενης ποινής, αποτελεί τη βάση από την οποία το Δικαστήριο ξεκινά τη διεργασία του, για σκοπούς επιμέτρησης και καθορισμού της ποινής.[6]

 

Ειδικότερα, για τα αδικήματα της κατοχής και μεταφοράς εκρηκτικών υλών χωρίς άδεια, η οικεία νομοθεσία προβλέπει την επιβολή ποινής φυλάκισης έως και δέκα έτη, για τα αδικήματα της οχλαγωγίας, της παράνομης εισόδου σε αγωνιστικό χώρο και της χρησιμοποίησης επικίνδυνων αντικειμένων σε αθλητικό χώρο προβλέπει την επιβολή ποινών φυλάκισης μέχρι το ένα έτος, για το αδίκημα της παρακώλυσης ομαλής διεξαγωγής αθλητικής εκδήλωσης προβλέπει την επιβολή ποινής φυλάκισης μέχρι έξι μήνες, για το αδίκημα της ρίψης επικίνδυνων αντικειμένων σε αθλητικό χώρο προβλέπει την επιβολή ποινής φυλάκισης μέχρι τα τρία έτη, για το αδίκημα της απόκρυψης προσώπου και της ματαίωσης αγώνα προβλέπει την επιβολή ποινών φυλάκισης μέχρι τα δύο έτη, ενώ για το αδίκημα της άσεμνης χειρονομίας σε αθλητικό χώρο προβλέπει την επιβολή ποινής φυλάκισης μέχρι τους έξι μήνες.

 

Δεν διαλανθάνει την προσοχή μου, ότι η παρούσα έχει παραπεμφθεί στο Επαρχιακό Δικαστήριο, γεγονός το οποίο  δεν αποτελεί κατά κανόνα ελαφρυντικό στοιχείο υπέρ ενός κατηγορούμενου προσώπου, πλην όμως έχει τη δική της σημασία, καθότι το Επαρχιακό Δικαστήριο είναι διά Νόμου περιορισμένο στην επιβολή κατ’ ανώτατο όριο πενταετούς ποινής φυλάκισης.[7]

 

Πέραν της αντικειμενικής σοβαρότητας των αδικημάτων, η οποία πηγάζει από τις προβλεπόμενες εκ της νομοθεσίας ποινές, η σοβαρότητά τους προκύπτει και από τη σχετική επί του θέματος νομολογία.

 

Αναφορικά με αδικήματα τα οποία αφορούν στην κατοχή και μεταφορά εκρηκτικών υλών, το Δικαστήριο, λαμβάνει υπόψη του, μεταξύ άλλων, τον σκοπό της κατοχής, την επικινδυνότητα προς άλλα πρόσωπα ή περιουσία και την ποσότητα.[8] 

 

Στην Καραπατέας ν. Δημοκρατίας (2014) 2 ΑΑΔ 664, η οποία αφορούσε σε κατοχή κροτίδων, η ποινή φυλάκισης των δύο ετών που επιβλήθηκε πρωτοδίκως επικυρώθηκε, με το Εφετείο να αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι παρόλο που στην περίπτωση εκείνη οι κροτίδες δεν προορίζονταν για σκοπούς καταστροφής περιουσίας, η μεγάλη ποσότητα των εκρηκτικών υλών από τον εφεσείοντα χωρίς οποιοδήποτε έλεγχο ή εποπτεία, εντός κατοικημένης περιοχής, καταδεικνύει τον εν δυνάμει κίνδυνο, εφόσον σε περίπτωση έκρηξης, τα αποτελέσματα θα ήταν μοιραία, καθώς το οστικό κύμα θα μπορούσε να προκαλέσει τραυματισμούς, την έκταση των οποίων ουδείς θα μπορούσε να προβλέψει.

 

Ως χαρακτηριστικά αναφέρθηκε στην Urgur Mehmet v Αστυνομίας (2012) 2 ΑΑΔ 189:

 

«Τα φαινόμενα βίας που συχνά παρατηρούνται τον τελευταίο καιρό σε διάφορες εκφάνσεις της κοινωνικής ζωής, μας προκαλούν ιδιαίτερη ανησυχία. Η βία στα γήπεδα, στους δρόμους, στην οικογένεια ακόμη και στα σχολεία είναι πλέον θέματα της καθημερινότητας. Προτού αυτά τα φαινόμενα προσλάβουν μεγαλύτερες διαστάσεις και με ολέθριες συνέπειες, κάποιοι πρέπει να προβληματιστούν ώστε εγκαίρως και με τα κατάλληλα μέτρα να αντιμετωπιστεί όσο μπορεί πιο αποτελεσματικά η κατάσταση. Τα δικαστήρια από τη δική τους πλευρά, οφείλουν να μεριμνούν ώστε οι υποθέσεις αυτού του είδους να εκδικάζονται χωρίς καθυστέρηση και να επιβάλλονται στους δράστες αποτρεπτικές ποινές, στέλλοντας έτσι μήνυμα μηδενικής ανοχής».

 

Στην Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Αντώνη Αντωνίου (1996) 2 Α.Α.Δ. 1, η πρωτοδίκως επιβληθείσα ποινή φυλάκισης 60 ημερών με τριετή αναστολή αντικαταστάθηκε με άμεση ποινή φυλάκισης 60 ημερών, με αναφορά στην ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής  στις περιπτώσεις διάπραξης αδικημάτων βίας στους αθλητικούς χώρους, λόγω της συχνότητας διάπραξής τους. Διαφωτιστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα:

 

«Τον τελευταίο καιρό το φαινόμενο της βίας στους αθλητικούς χώρους έχει λάβει ανησυχητικές διαστάσεις, εξελίσσεται δε σταθερά σε κύριο κοινωνικό πρόβλημα. Η περιφρούρηση του αθλητισμού από πράξεις βίας αποτελεί καθήκον του Δικαστηρίου. Η ευπρεπής συμπεριφορά θα πρέπει να είναι ο κανόνας και όχι η εξαίρεση και τα γήπεδα αθλοπαιδιών θα πρέπει να γίνουν όπως ήταν στο παρελθόν, χώροι ψυχαγωγίας, ευγενούς άμιλλας και υγιούς ανταγωνισμού, ενώ οι αθλητικοί αγώνες πρέπει να παύσουν να παρέχουν δικαιολογίες για βανδαλισμούς και εκδηλώσεις μισαλλοδοξίας. Οι επιβαλλόμενες σε αδικήματα αυτής της φύσης ποινές θα πρέπει να είναι αποθαρρυντικές για πρόσωπα που δεν μπορούν να ελέγξουν τη συμπεριφορά τους σε δημόσιες συναθροίσεις και ιδιαίτερα σε γήπεδα αθλοπαιδιών, ενώ εκείνοι που δεν μπορούν να ελέγξουν τους εαυτούς τους, θα πρέπει να αντιληφθούν ότι θα κα-ταβάλλουν βαρύ τίμημα για τη συμπεριφορά τους αυτή (Mathikoloni and Another vThe Police (1988) 2 C.L.R. 22). Η ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών είναι ιδιαίτερα εμφανής τον τελευταίο καιρό που η βίαιη συμπεριφορά, είτε υπό μορφή μεμονομένων περιστατικών είτε οργανωμένης αντικοινωνικής συμπεριφοράς έχει καταστεί ανησυχητικά συχνή. Τόσο το πρωτόδικο Δικαστήριο όσο και το Εφετείο μπορεί να λάβει δικανική γνώση της συχνότητας παρόμοιων επεισοδίων κατά τη διάρκεια ποδοσφαιρικών, κυρίως, αγώνων (βλ. σχετικά The Attorney-General vMavrokefalos (1966) 2 C.L.R. 93, και Police vIoannou (1989) 2 C.L.R. 61). Όπως τονίστηκε και στην υπόθεση Theodorou vthe Police (1979) 2 C.L.R. 191, τόσο οι συμμετέχοντες σε ποδοσφαιρικούς αγώνες όσο και οι θεατές, θα πρέπει να επιδεικνύουν αυτοσυγκράτηση και να μην επιτρέπουν στους εαυτούς τους να παρασύρονται από ξεσπάσματα θυμού ή από φανατισμό οποιουδήποτε είδους (βλ. επίσης Hapsides vThe Police (1969) 2 C.L.R. 64)».

               (Η υπογράμμιση και η έμφαση έγινε από το Δικαστήριο).

 

Παρεμβάλλω, ότι οι προηγούμενες αποφάσεις που αφορούν στην επιβολή ποινών, παρέχουν ένδειξη του μέτρου τιμωρίας συγκεκριμένων αδικημάτων και των παραμέτρων του καθορισμού της ποινής, πλην όμως δεν έχουν τον δεσμευτικό χαρακτήρα που ενέχει ο καθορισμός αρχών δικαίου, καθώς η ποινή που επιβάλλεται σε μια συγκεκριμένη υπόθεση, είναι αλληλένδετη με τις ιδιαιτερότητες των γεγονότων που τη συνθέτουν και των συνθηκών του εκάστοτε παραβάτη.[9]

 

Έχοντας κατά νου όλα τα ανωτέρω, προχωρώ στην επιβολή της αρμόζουσας, κατά την κρίση μου, ποινής.

 

Προς τούτο, λαμβάνω υπόψη μου τα γεγονότα της υπόθεσης, ως εκτέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου και δεν τέθηκαν υπό αμφισβήτηση, καθώς επίσης και τη σοβαρότητα των αδικημάτων που έχουν διαπραχθεί, ως αυτή προκύπτει από την ανώτατη ποινή που προβλέπεται για καθένα από αυτά και από τη σχετική νομολογία. Λαμβάνω επίσης υπόψη μου ότι η βία η οποία σχετίζεται με αθλητικές εκδηλώσεις βρίσκεται σε έξαρση, πράγμα το οποίο καθιστά αναγκαία η αντιμετώπισή της δια της επιβολής αυστηρών ποινών.

 

Λαμβάνω περαιτέρω υπόψη μου, ως μετριαστικούς παράγοντες, το λευκό ποινικό μητρώο των κατηγορουμένων και την παραδοχή τους προτού η διαδικασία οδηγηθεί σε ακρόαση και η οποία σύμφωνα με την ισχύουσα νομολογία, προάγει τους σκοπούς της δικαιοσύνης και πρέπει να αμοίβεται,[10] το είδος των επικίνδυνων αντικειμένων που χρησιμοποιήθηκαν και ρίχθηκαν εντός του αγωνιστικού χώρου από τον 1ο κατηγορούμενο, σε συνάρτηση με το γεγονός ότι από τη χρήση τους δεν φαίνεται να προκλήθηκε ζημιά σε οποιοδήποτε τρίτο πρόσωπο ή περιουσία, καθώς επίσης και τις προσωπικές και κοινωνικό-οικονομικές περιστάσεις των κατηγορουμένων, ως εκτίθενται στις Εκθέσεις του Γραφείου Ευημερίας.

Ειδικότερα, σε ότι αφορά στους κατηγορουμένους 1 και 2, λαμβάνω ιδιαίτερα υπόψη μου ότι πρόκειται για άτομα που έχουν ανήλικα τέκνα, με τον 1ο κατηγορούμενο να αντιμετωπίζει και ορισμένα προβλήματα υγείας, ενώ σε σχέση με τον 3ο κατηγορούμενο, λαμβάνεται υπόψη και το νεαρό της ηλικίας του. Περαιτέρω, λαμβάνω υπόψη μου την απουσία προσχεδιασμού και τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων, καθότι, από τα όσα τέθηκαν ενώπιόν μου, δεν προκύπτει ότι οι κατηγορούμενοι είχαν προσχεδιάσει τις οποιεσδήποτε ενέργειές τους.

 

Συνεκτιμώντας και σταθμίζοντας όλους τους πιο πάνω παράγοντες, σε συνάρτηση με τα γεγονότα της υπόθεσης και τον αποτρεπτικό χαρακτήρα που πρέπει να διέπει την ποινή που θα επιβληθεί εις έκαστο κατηγορούμενο, λαμβανομένης υπόψη της έξαρσης στην οποία βρίσκονται τέτοιας φύσεως αδικήματα, τα οποία θέτουν σε κίνδυνο το κοινό, καταλήγω, όλοι οι ανωτέρω παράγοντες μπορούν να επηρεάσουν το ύψος, αλλά όχι το είδος της ποινής, που δε μπορεί να είναι άλλη, από τη στέρηση της ελευθερίας, σε ότι αφορά στους κατηγορουμένους 1 και 3. Αυτή, είναι και η μόνη ποινή η οποία θα στείλει κατά την κρίση του Δικαστηρίου, τα σωστά μηνύματα στην κοινωνία.

 

Συνεπακόλουθα, επιβάλλονται στους κατηγορούμενους οι ακόλουθες ποινές:

 

Κατηγορούμενος 1:

 

-            Για το αδίκημα της κατοχής εκρηκτικών υλών χωρίς άδεια επιβάλλεται ποινή φυλάκισης 6 μηνών (9η κατηγορία).

-            Για το αδίκημα της οχλαγωγίας επιβάλλεται ποινή φυλάκισης 2 μηνών (11η κατηγορία).

-            Για το αδίκημα της της παράνομης εισόδου σε αγωνιστικό χώρο επιβάλλεται ποινή φυλάκισης 3 μηνών (13η κατηγορία).

-            Για το αδίκημα της της χρησιμοποίησης επικίνδυνων αντικειμένων σε αθλητικό χώρο επιβάλλεται ποινή φυλάκισης 6 μηνών (14η κατηγορία).

-            Για το αδίκημα της της ρίψης επικίνδυνων αντικειμένων επιβάλλεται ποινή φυλάκισης 6 μηνών (15η κατηγορία).

-            Για το αδίκημα της της απόκρυψης προσώπου επιβάλλεται ποινή φυλάκισης 2 μηνών (16η κατηγορία).

-            Για το αδίκημα της ματαίωσης αγώνα επιβάλλεται ποινή φυλάκισης 2 μηνών (17η κατηγορία).

 

Οι πιο πάνω ποινές να συντρέχουν.

 

Καμία ποινή στο αδικήματα που αφορά η κατηγορία 10, λαμβανομένης υπόψη της αρχής της συνολικότητας και του ότι επρόκειτο για μία ενιαία εγκληματική συμπεριφορά.

 

Κατηγορούμενος 3:

 

-            Για το αδίκημα της οχλαγωγίας επιβάλλεται ποινή φυλάκισης 2 μηνών (23η κατηγορία).

-            Για το αδίκημα της παρακώλυσης ομαλής διεξαγωγής αθλητικής εκδήλωσης επιβάλλεται ποινή φυλάκισης 2 μηνών (24η κατηγορία).

-            Για το αδίκημα της παράνομης εισόδου σε αγωνιστικό χώρο επιβάλλεται ποινή φυλάκισης 3 μηνών (25η κατηγορία).

-            Για το αδίκημα της απόκρυψης προσώπου επιβάλλεται ποινή φυλάκισης 2 μηνών (26η κατηγορία).

-            Για το αδίκημα της άσεμνης χειρονομίας σε αθλητικό χώρο επιβάλλεται ποινή φυλάκισης 2 μηνών (28η κατηγορία).

 

Οι πιο πάνω ποινές φυλάκισης να συντρέχουν.

 

Καμία ποινή για το αδίκημα που αφορά η κατηγορία 27, λαμβανομένης υπόψη της αρχής της συνολικότητας και του ότι επρόκειτο για μία ενιαία εγκληματική συμπεριφορά.

 

Αναφορικά με τον 2ο κατηγορούμενο, σταθμίζοντας όλα τα ανωτέρω και έχοντας κατά νου τα γεγονότα της υπόθεσης, σε συνάρτηση με τις προσωπικές περιστάσεις του, θεωρώ ότι η ποινή της φυλάκισης μπορεί να αποφευχθεί στη δική του περίπτωση και να του επιβληθεί η ποινή του προστίμου για τις κατηγορίες στις οποίες έχει παραδεχθεί ενοχή. Το πρόστιμο ωστόσο, θα πρέπει να αντανακλά και τη σοβαρότητα των αδικημάτων που έχει διαπράξει και να εμπεριέχει το στοιχείο της αποτροπής. Ως εκ τούτου, στον κατηγορούμενο 2 επιβάλλονται οι ακόλουθες ποινές προστίμων:

 

-            Για το αδίκημα της απόκρυψης προσώπου επιβάλλεται ποινή προστίμου ύψους €1.000,00 (18η κατηγορία).

-            Για το αδίκημα της άσεμνης χειρονομίας σε αθλητικό χώρο επιβάλλεται ποινή προστίμου ύψους €500,00 (19η κατηγορία).

 

Προχωρώ σε εξέταση του ενδεχομένου αναστολής της ποινής φυλάκισης που επιβλήθηκε στους κατηγορουμένους 1 και 3, καθότι αυτή δεν ξεπερνά τα τρία έτη.

 

Σύμφωνα με το άρθρο 3 του περί της Υφ Όρων Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, Ν. 95/72, ως έχει τροποποιηθεί, η ποινή της φυλάκισης μπορεί να ανασταλεί, κατόπιν άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, νοουμένου ότι αυτή δεν ξεπερνά τα τρία έτη.

 

Πρόκειται για διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου, η οποία έχει διευρυνθεί και μπορεί να ασκηθεί εάν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορουμένου.[11]

 

Επισημαίνεται, ότι η αναστολή της ποινής φυλάκισης δεν αποτελεί εναλλακτικό μέτρο τιμωρίας του κατηγορουμένου, αλλά διεργασία στην οποία προβαίνει το Δικαστήριο, κατόπιν επιβολής ποινής φυλάκισης, εάν και εφόσον συντρέχουν λόγοι που αιτιολογούν την αναστολή της.[12]

 

Η ενδεχόμενη αναστολή της ποινής φυλάκισης, δεν αλλοιώνει τον χαρακτήρα της ποινής φυλάκισης, καθώς η δυνατότητα αναστολής της ποινής φυλάκισης διαχωρίζεται από την απόφαση επιβολής ποινής φυλάκισης. Τα δε κριτήρια επί των οποίων θα βασιστεί το Δικαστήριο κατά τη βάσανο της αξιολόγησης αυτής δεν είναι ανελαστικά, παρέχεται δε ευρεία διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να σταθμίσει όλους τους παράγοντες, πάντοτε με γνώμονα το συμφέρον της δικαιοσύνης.[13]

 

Έχει δε νομολογηθεί, ότι ως κριτήρια αξιολόγησης του ενδεχομένου της αναστολής της ποινής φυλάκισης, εξετάζονται (α)  η σοβαρότητα του αδικήματος και τα κίνητρα διάπραξής του, (β)        το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου, δηλαδή αν είναι τέτοιο που υπάρχει η ανάγκη για αποτροπή και (γ) η διαγωγή του κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος, συμπεριλαμβανομένης και της μεταμέλειας, καθώς ένας κατηγορούμενος με λευκό ποινικό μητρώο έχει καλύτερη απαίτηση για αναστολή.[14]

 

Στην Σκεύη Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας (2010) 2 Α.Α.Δ 22, λέχθηκε, μεταξύ άλλων, ότι στην περίπτωση της εφεσείουσας, συνέτρεχαν αρκετοί παράγοντες οι οποίοι θα μπορούσαν να ληφθούν υπόψη ως συνηγορούντες υπέρ της αναστολής της ποινής άμεσης φυλάκισης που είχε πρωτοδίκως επιβληθεί, περιλαμβανομένου του πρότερου βίου της, καθότι η κατηγορούμενη επέδειξε για πρώτη φορά εγκληματική αδιαφορία για τις σοβαρές επιπτώσεις από την ενέργειά της, ενώ συνειδητοποίησε αμέσως τη σοβαρότητα των πράξεών της και μεταμελήθηκε πλήρως.

 

Στην Αστυνομία v. Μαυρομμάτη, Π.Ε. υπ’ αρ. 92/2019 ημερ. 22.5.2020, επικυρώθηκε η αναστολή της επιβληθείσας ποινή φυλάκισης, λαμβανομένου ιδιαίτερα υπόψη του λευκού ποινικού μητρώου του κατηγορουμένου και της διαγωγής του, μετά τη διάπραξη του αδικήματος.

 

Στην προκειμένη περίπτωση, κατόπιν έντονου προβληματισμού και αξιολογώντας όλα τα ανωτέρω, καταλήγω ότι το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου 1, δικαιολογούν την άσκηση της διακριτικής μου ευχέρειας υπέρ της αναστολής εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης που του έχει επιβληθεί. Δεν παραγνωρίζω, τη σοβαρότητα των αδικημάτων που έχει διαπράξει και το γεγονός ότι το μήνυμα που θα σταλεί στην κοινωνία πρέπει να είναι αποτρεπτικό. Ωστόσο, κατ’ επέκταση των όσων έχω παραθέσει ανωτέρω, λαμβανομένου ιδιαίτερα υπόψη του ότι ο κατηγορούμενος 1 είναι λευκού ποινικού μητρώου και πατέρας δύο ανηλίκων, ενώ δεν έχουν τεθεί ενώπιόν μου γεγονότα από τα οποία να μπορεί να εξαχθεί συμπέρασμα περί επαναλαμβανόμενης παραβατικής συμπεριφοράς του, κρίνω ορθό και δίκαιο όπως ασκήσω τη διακριτική μου ευχέρεια υπέρ της αναστολής της ποινής φυλάκισης που του έχει επιβληθεί.

 

Συνεπακόλουθα, η ποινή φυλάκισης που έχει επιβληθεί στον 1ο κατηγορούμενο αναστέλλεται για περίοδο 3 ετών.

 

Η κατάληξη του Δικαστηρίου σε σχέση με τον 3ο κατηγορούμενο δεν μπορεί να είναι ίδια, λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των προσωπικών του περιστάσεων, περιλαμβανομένου του ότι από 25.7.2024, εκτίει ποινή φυλάκισης για άλλα αδικήματα. Τούτου λεχθέντος, στρέφομαι σε εξέταση του κατά πόσον η ποινή φυλάκισης που επιβλήθηκε στον 3ο κατηγορούμενο θα συντρέχει με την ποινή που ήδη εκτίει ή εάν η επιβληθείσα ποινή φυλάκισης θα εκτιθεί διαδοχικά, ως η εισήγηση της υπεράσπισης.

 

Σύμφωνα με το άρθρο 117(2) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155:

 

                      «Ποινή φυλάκισης που επιβλήθηκε σε πρόσωπο που ήδη καταδικάστηκε σε φυλάκιση, αρχίζει να εκτίεται μετά τη λήξη της προηγούμενης ποινής, εκτός αν το Δικαστήριο διατάξει διαφορετικά».

 

Οι αρχές που διέπουν το θέμα συνοψίζονται στην Χριστοφόρου ν. Αστυνομίας (2004) 2 ΑΑΔ 443, μέσα στο πλαίσιο της οποίας λέχθηκαν τα εξής:

 

                      «Η αρχή της συνολικότητας της ποινής ισχύει βεβαίως στην Κύπρο όπως ισχύει και στην Αγγλία. Επεκτείνεται πέραν της περίπτωσης διαδοχικών ποινών που επιβάλλονται από το ίδιο δικαστήριο την ίδια ώρα στην ίδια ή σε διαφορετικές υποθέσεις και καλύπτει περιπτώσεις όπως η προκειμένη στην οποία οι ποινές επιβάλλονται από διαφορετικό δικαστήριο σε διαφορετικό χρόνο και σε διαφορετικές υποθέσεις. Ακόμα, δεν περιορίζεται σε αδικήματα που είναι όμοια ή σχετίζονται μεταξύ τους ως μέρος μίας ενιαίας ενέργειας, ως προς τα οποία ο γενικός κανόνας είναι ότι δεν πρέπει να επιβάλλονται διαδοχικές ποινές (ίδε και Αχιλλέως ν. Αστυνομίας (1989) 1 Α.Α.Δ. 331).

                     

                      Επίκεντρο της είναι ο τιμωρούμενος και προοπτική της η αποφυγή υπέρμετρης ή δυσανάλογης ποινής ως προς τη συνολική ποινική ευθύνη του. Και υπόβαθρο της είναι οι ευρύτεροι παράμετροι που διέπουν την αναλογικότητα της τιμωρίας προς το έγκλημα και που έχουν έρεισμα στις θεμελιακές αρχές του δικαίου και αναγνώριση στο Σύνταγμα και στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, υπό το φως των οποίων και θα πρέπει να εφαρμόζεται το άρθρο 117(2) και να ασκείται η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ως προς το ύψος της επιβληθησομένης ποινής. Εφόσον πρόκειται για στέρηση της ελευθερίας του ατόμου για σκοπούς τιμωρίας, η ποινική ευθύνη του τιμωρούμενου πρέπει να αντικρίζεται διαχρονικά σαν σύνολο σε κάθε δεδομένη περίπτωση φυλάκισής του».

 

Ανάμεσα στους παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη, κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, είναι η ομοιότητα μεταξύ των αδικημάτων, η συνάφεια γεγονότων, εάν υπάρχει, και ο χρόνος διάπραξής τους.[15] Ως έχει επίσης νομολογηθεί, λαμβάνεται υπόψη ο χρόνος καταχώρισης της υπόθεσης και κατά πόσο αυτή ήταν δυνατό να ληφθεί υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής σε άλλη υπόθεση.[16]

 

Όπως λέχθηκε στην Φράγκου ν. Αστυνομίας (2011) 2 ΑΑΔ 13):

 

                      «Η αρχή της συνολικότητας επεκτείνεται πέραν της περίπτωσης επιβολής διαδοχικών ποινών που επιβάλλονται από το ίδιο δικαστήριο ταυτόχρονα και καλύπτει επίσης περιπτώσεις όπου οι ποινές επιβάλλονται από διαφορετικά δικαστήρια σε διαφορετικό χρόνο και διαφορετικές βέβαια υποθέσεις. Επίκεντρο της αρχής είναι η αποφυγή υπέρμετρης ή δυσανάλογης ποινής ως προς τη συνολική ποινική ευθύνη του κατηγορουμένου. Δεν χρειάζεται να επαναλάβουμε τις αρχές που θέτει η νομολογία».

 

Στην Ευσταθίου ν. Δημοκρατίας (2014) 2 Α.Α.Δ. 541, λέχθηκε ότι το Δικαστήριο, θα πρέπει πρωτίστως να αναλογίζεται το ορθό ποινικό μέτρο σε κάθε κατηγορία και μετά να εξετάζει το ενδεχόμενο της επιβολής διαδοχικότητας των ποινών.

Επανερχόμενη στα περιστατικά της παρούσας, σημειώνω, ότι με βάση τα όσα τέθηκαν ενώπιόν μου, ο 3ος κατηγορούμενος εκτίει πενταετή ποινή φυλάκισης από 27.7.2024 στην Υπόθεση υπ’ αρ. 325/23 του Μόνιμου Κακουργιοδικείου Λεμεσού, αναφορικά με αδικήματα σεξουαλικής φύσεως τα οποία διαπράχθηκαν το 2021. Αναφέρθηκε περαιτέρω, ότι δεν είχε ζητηθεί μέσα στο πλαίσιο της υπόθεσης εκείνης, όπως ληφθεί υπόψη η παρούσα, κατά την επιβολή ποινής.

 

Σημειώνω, ότι τα αδικήματα που αφορά η παρούσα υπόθεση διαπράχθηκαν μερικά χρόνια αργότερα, πρόκειται δε για διαφορετικής φύσεως αδικήματα, ενώ σε περίπτωση που επιβληθεί διαδοχική ποινή στην παρούσα υπόθεση, ο κατηγορούμενος θα υπόκειται στην ουσία σε συνολική ποινή φυλάκισης 5 ετών και 3 μηνών.

 

Υπό το φως όλων των ανωτέρω και έχοντας κατά νου την αρχή της συνολικότητας της ποινής, η οποία θα πρέπει να αντανακλάται στη συνολική ποινική ευθύνη του κατηγορούμενου, καταλήγω ότι η παρούσα είναι κατάλληλη περίπτωση, όπου η αρχή της συνολικότητας της ποινής επιτρέπει στο Δικαστήριο να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια κατ’ απόκλιση από τη γενική αρχή του άρθρου 117(2) του Κεφ. 155.

 

Συνεπακόλουθα, διατάζεται όπως η έκτιση της ποινής φυλάκισης που επιβλήθηκε στον 3ο κατηγορούμενο στην παρούσα υπόθεση, συντρέχει με την ποινή που του επιβλήθηκε στην υπόθεση υπ’ αρ. 325/23 του Μόνιμου Κακουργιοδικείου Λεμεσού.

 

Έχοντας αναφέρει τα ανωτέρω, στρέφομαι σε εξέταση του κατά πόσο, επιπρόσθετα των ανωτέρω ποινών, θα εκδοθούν διατάγματα αποκλεισμού των κατηγορουμένων από αθλητικούς χώρους, δυνάμει των προνοιών των αρ. 54(1) και 73 του Ν. Ν.48(I)/2008.

 

Παρεμβάλλω, ότι την 1.2.2024, εκδόθηκε διάταγμα απαγόρευσης εισόδου των κατηγορουμένων σε αθλητικούς χώρους μέχρι την ολοκλήρωση της παρούσας.

 

Το αρ. 54(1) του Ν.48(I)/2008, το οποίο σχετίζεται με τις κατηγορίες 13 και 25 που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι 1 και 3 αντίστοιχα, προβλέπει τα εξής επί του θέματος:

 

«54. (1) Οποιοδήποτε πρόσωπο εισέρχεται σε αγωνιστικό χώρο χωρίς άδεια ή νόμιμη δικαιολογία, για την οποία φέρει το βάρος της αποδείξεως, θεωρείται ότι εισέρχεται προς το σκοπό διάπραξης αδικήματος και είναι ένοχο πλημμελήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει το ένα έτος ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δύο χιλιάδες ευρώ ή και στις δύο αυτές ποινές και επιπλέον το Δικαστήριο εκδίδει εναντίον του διάταγμα απαγόρευσης εισόδου σε αθλητικούς χώρους για χρονική περίοδο μεταξύ τριών (3) και πέντε (5) ετών, το οποίο ισχύει άμεσα από την ημερομηνία της καταδίκης του».

 

Επιπρόσθετα, το αρ. 73 του Ν.48(I)/2008, διαλαμβάνει τα εξής:

 

«(1) Επιπρόσθετα με οποιαδήποτε ποινή προβλέπεται στον παρόντα Νόμο ή σε Κανονισμούς που εκδίδονται δυνάμει αυτού, το δικαστήριο, λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστάσεων της υπόθεσης, εκδίδει-

 

(α) σε περίπτωση πρώτης καταδίκης, διάταγμα αποκλεισμού από αγώνα ή εκδήλωση ή απαγόρευσης της εισόδου σε αθλητικούς χώρους για χρονική περίοδο από έξι (6) μήνες μέχρι ένα (1) έτος ή διάταγμα υποχρεωτικής κοινωνικής εργασίας για αντίστοιχη περίοδο,

 

(β) σε περίπτωση δεύτερης καταδίκης διάταγμα αποκλεισμού από αγώνα ή εκδήλωση ή απαγόρευσης της εισόδου σε αθλητικούς χώρους για χρονική περίοδο από ένα (1) έτος μέχρι δύο (2) έτη,

 

(γ) σε περίπτωση τρίτης καταδίκης διάταγμα αποκλεισμού από αγώνα ή εκδήλωση ή απαγόρευσης της εισόδου σε αθλητικούς χώρους για χρονική περίοδο από δύο (2) μέχρι τέσσερα (4), και

 

(δ) σε περίπτωση περισσότερων καταδικών, διάταγμα αποκλεισμού από αγώνα ή εκδήλωση ή απαγόρευσης της εισόδου σε αθλητικούς χώρους για χρονική περίοδο από τέσσερα (4) μέχρι έξι (6) έτη:

 

Νοείται ότι, σε περίπτωση που το δικαστήριο επιβάλλει ποινή φυλάκισης, το διάταγμα αποκλεισμού από αγώνα ή εκδήλωση ή απαγόρευση της εισόδου σε αθλητικούς χώρους, που εκδίδεται για το ίδιο αδίκημα, ισχύει από την ημερομηνία που καθορίζεται από το δικαστήριο:

 

Νοείται περαιτέρω ότι, σε περίπτωση έκδοσης διατάγματος αποκλεισμού από αγώνα ή εκδήλωση ή απαγόρευσης της εισόδου σε αθλητικούς χώρους το δικαστήριο, προς εξασφάλιση της συμμόρφωσης με το εν λόγω διάταγμα, διατάσσει το καταδικασθέν πρόσωπο να παρουσιάζεται και να παραμένει σε αστυνομικό σταθμό κατά τη διεξαγωγή συγκεκριμένου αγώνα ή εκδήλωσης, εκτός εάν το δικαστήριο, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, ικανοποιηθεί ότι είναι δυνατόν να ληφθούν οποιαδήποτε άλλα μέτρα που δυνατόν να εξασφαλίσουν τη συμμόρφωση με το εκδοθέν διάταγμα.

 

(2) Οποιοδήποτε πρόσωπο δε συμμορφώνεται με τις διατάξεις του εδαφίου (1) είναι ένοχο πλημμελήματος και σε περίπτωση καταδίκης του υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα δύο έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις τέσσερις χιλιάδες ευρώ ή και στις δύο αυτές ποινές.

 

(3) Το δικαστήριο δύναται, κατά την εκδίκαση οποιασδήποτε υπόθεσης ενώπιόν του στην οποία οποιοδήποτε πρόσωπο κατηγορείται για παράβαση των διατάξεων του παρόντος Νόμου ή Κανονισμών που εκδίδονται δυνάμει αυτού, αν κρίνει αυτό σκόπιμο, τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 47 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, να επιβάλει και όρο αποκλεισμού από αγώνα ή εκδήλωση ή απαγόρευσης της εισόδου σε αθλητικούς χώρους μέχρι την έκδοση τελικής απόφασης:

 

Νοείται ότι για τους σκοπούς του παρόντος εδαφίου εφαρμόζονται οι διατάξεις της επιφύλαξης του εδαφίου (1). 

 

(4) Το δικαστήριο δύναται να επιβάλει τη, δυνάμει του εδαφίου (1), ποινή αποκλεισμού από αγώνα ή εκδήλωση ή απαγόρευσης της εισόδου σε αθλητικούς χώρους και σε περίπτωση ποδοσφαιρικού αγώνα με διεθνή διάσταση:

 

Νοείται ότι ο Αρχηγός Αστυνομίας, σε περίπτωση ποδοσφαιρικού αγώνα με διεθνή διάσταση, ενημερώνει το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος για την ύπαρξη τέτοιας ποινής που επιβάλλεται στη Δημοκρατία δυνάμει του παρόντος εδαφίου».

 

Πρόκειται για διατάξεις, οι οποίες προβλέπουν επιτακτικά ότι το Δικαστήριο θα εκδίδει διάταγμα απαγόρευσης εισόδου σε αθλητικούς χώρους, σε περίπτωση επιβολής ποινής σε κατηγορούμενο πρόσωπο και το ζήτημα δεν επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου.

 

Σύμφωνα με το αρ. 12(3) του Συντάγματος:

 

«Νόμος δεν δύναται να προβλέψη ποινήν δυσανάλογον προς την βαρύτητα του αδικήματος».

 

Ως έχει νομολογηθεί, το είδος και η έκταση της ποινής η οποία επιβάλλεται επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και η θέσπιση κατώτατης ποινής, είναι αντίθετη προς το Σύνταγμα. Διαφωτιστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την Γενικός Εισαγγελέας ν Χαράλαμπου Πέτρου (1993) 2 ΑΑΔ 9:

 

«Μετά την εγκαθίδρυση της Δημοκρατίας, η κατωτάτη ποινή κρίθηκε ότι ήταν αντίθετη προς το Σύνταγμα και, ως εκ τούτου, το είδος και η έκταση της ποινής η οποία επιβάλλεται είναι στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη την πρόθεση του νομοθέτη, όπως φανερώνεται στις ποινές που προβλέπει ο Νόμος, και τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης, συμπεριλαμβανομένων των προσωπικών περιστάσεων κάθε κατηγορουμένου. Δεν απαιτείται η ύπαρξη ειδικών λόγων για την επιβολή ποινής μικρότερης από εξάμηνη φυλάκιση - (βλ. Hassan Dourmoush v. The Police (1963) 1 C.L.R. 39, σελ. 40-41)».

 

Συνεπακόλουθα, το κατά πόσο θα εκδοθεί διάταγμα σύμφωνα με τα αρ. 54(1) και 73 του Ποινικού Κώδικα, επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου.

 

Στην προκειμένη περίπτωση, έχοντας κατά νου τα γεγονότα της υπόθεσης και τη σοβαρότητα των αδικημάτων στα οποία οι κατηγορούμενοι παραδέχθηκαν ενοχή, τις προσωπικές περιστάσεις των κατηγορουμένων και συνάμα και την ανάγκη αποτροπής τόσο του παραβάτη, όσο και άλλων επίδοξων παραβατών, δίχως να διαλανθάνει την προσοχή μου ότι εκδόθηκαν διατάγματα αποκλεισμού των κατηγορουμένων από αθλητικούς χώρους από την καταχώριση της παρούσας, θεωρώ την έκδοση διατάγματος αποκλεισμού των κατηγορουμένων 1 - 3 από αθλητικούς χώρους για διάστημα τριών μηνών από σήμερα, ως μέρος της ποινής που τους έχει επιβληθεί, σύμφωνη με την αρχή της αναλογικότητας.

 

Το διάταγμα θα έχει άμεση ισχύ από σήμερα σε σχέση με τους κατηγορουμένους 1 και 2, ενώ σε σχέση με τον 3ο κατηγορούμενο, θα ισχύει από την ημέρα που θα αποφυλακιστεί.

 

Τα τεκμήρια να παραμείνουν στην κατοχή της Αστυνομίας.

 

(Το Δικαστήριο εξηγεί σε απλή γλώσσα τις συνέπειες διάπραξης αδικήματος κατά την περίοδο αναστολής της ποινής φυλάκισης).

 

 

 

(Υπ.) ……………………

Χρ. Γ. Ππεκρή, Ε.Δ.

Πιστό Αντίγραφο

 

Πρωτοκολλητής



[1] Τηλεμάχου v. Αστυνομίας (2000) 2 Α.Α.Δ. 701.

 

[2] Κυριάκος Σακαρίδης ν. Αστυνομίας (2011) 2 ΑΑΔ 272.

 

[3] Οδυσσέας Θεοχάρη Καλανίδης κ.α. v. Αστυνομίας (2009) 2 ΑΑΔ 298, Σωκράτους v. Δημοκρατίας (1994) 2 Α.Α.Δ. 132 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Ανδρέα Τόκκαλλου (2001) 2 Α.Α.Δ. 95).

 

[4] Θεοχάρους v. Αστυνομίας (2008) 2 Α.Α.Δ. 575).

 

[5] Βραχίμης v. Αστυνομίας (2000) 2 Α.Α.Δ. 527.

 

[6] Λεβέντης v. Αστυνομίας (1999) 2 ΑΑΔ 632, Γενικός Εισαγγελέας ν. Αριστοτέλους (2004) 2 ΑΑΔ 166.

 

[8] Sentencing in Cyprus, 2nd ed, G. M. Pikis, σελ. 210 - 211.

[9] Χαραλάμπους v. Δημοκρατίας (2000) 2 Α.Α.Δ. 1, Ειρηναίος Γεωργίου ν. Δημοκρατίας Π.Ε. Αρ, 61/2020 ημερ. 14.7.2022.

 

[10] Gorko κ.ά. ν. Δημοκρατίας (2010) 2 ΑΑΔ 458, CCC Laundries (Paphos) Ltd κ.ά. ν. Θεοφάνους (2010) 2 ΑΑΔ 288), Φούττης ν. Αστυνομίας (2005) 2 ΑΑΔ 359.

 

 

[11] Siminoiu v. Αστυνομίας (2012) 2 ΑΑΔ 699 και Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας (2009) 2 ΑΑΔ 583.

 

[12] Γενικός Εισαγγελέας ν. Στέφανου Περατικού (1997) 2 Α.Α.Δ. 373.

 

[13] Koukos v. Police (1986) 2 C.L.R. 1.

 

[14] Γενικός Εισαγγελέας ν. Ρομίνα Τζιαουχάρη (2005) 2 ΑΑΔ 161 και Γενικός Εισαγγελέας v. Φανιέρου (1996) 2 ΑΑΔ 303.

[15] Αχιλλέως ν. Αστυνομίας (1989) 2 Α.Α.Δ. 331.

 

[16] Μιχάλης Παραρέ ν. Αστυνομίας (2013) 2 ΑΑΔ 257.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο