ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Γ. Ππεκρή, Ε.Δ.
Αρ. Υπόθεσης: 11235/2025
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ
Κατηγορούσα Αρχή
ν.
A.O.
Κατηγορούμενος
Ημερομηνία: 24 Μαρτίου 2026
Εμφανίσεις:
Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Γ. Αργυρού
Για τον Κατηγορούμενο: κα Α. Ιωάννου
Κατηγορούμενος παρών.
ΑΠΟΦΑΣΗ
[Ι] Εισαγωγή
Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει δέκα κατηγορίες μέσα στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης και συγκεκριμένα για το αδίκημα της κοινής επίθεσης (1η, 2η και 3η κατηγορία), της απειλής (4η, 5η και 7η κατηγορία), της επίθεσης προκαλούσας πραγματική σωματική βλάβη (6η κατηγορία), της άσκησης βίας στην οικογένεια (8η κατηγορία) και της άσκησης ψυχολογικής βίας (9η κατηγορία), κατά παράβαση των προνοιών του Ποινικού Κώδικα και της οικείας νομοθεσίας.
Παρεμβάλλω, ότι ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε την 10η κατηγορία που αφορά στο αδίκημα της παράνομης παραμονής στη Δημοκρατία της Κύπρου.
Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των πιο πάνω κατηγοριών, αποδίδεται στον κατηγορούμενο ότι επιτέθηκε παράνομα κατά της συμβίας του, N.D. (στο εξής η «παραπονούμενη»), σε τρείς διαφορετικές περιπτώσεις. Συγκεκριμένα, καταλογίζεται στον κατηγορούμενο ότι σε άγνωστη ημερομηνία του μηνός Δεκεμβρίου 2024, έριξε προς το μέρος της παραπονούμενης ένα αντικείμενο και τη χτύπησε στο σώμα της, ότι σε άγνωστη ημερομηνία του μηνός Μαϊου 2025 την έπιασε από τα χέρια, την σήκωσε πάνω και μετά την έριξε στο πάτωμα της κουζίνας και ότι σε άγνωστη ημερομηνία του μηνός Ιουλίου 2025, χαστούκισε την παραπονούμενη στο πρόσωπο, τη στρίμωξε πάνω στο ερμάρι και την άρπαξε από τον λαιμό.
Επιπρόσθετα, αποδίδεται στον κατηγορούμενο ότι σε άγνωστη ημερομηνία του μηνός Ιουλίου 2025, προκάλεσε στην παραπονούμενη τρόμο, απειλώντας την με τη φράση «θα σε σφάξω» ενώ κρατούσε ένα μαχαίρι και ότι την απείλησε με βία, με τη φράση «αν καλέσεις την αστυνομία θα σε σκοτώσω». Σύμφωνα δε με τις λεπτομέρειες της 6ης κατηγορίας, αποδίδεται στον κατηγορούμενο ότι την 24.8.2025 στη Λεμεσό, έδωσε γροθιά στο δεξί μάτι της παραπονούμενης και στη συνέχεια άρπαξε ένα μαξιλάρι, το έβαλε στον αυχένα της, τη χτύπησε με τα χέρια του και ακολούθως την άρπαξε από τα μαλλιά και την έριξε στο πάτωμα.
Καταλογίζεται επίσης στον κατηγορούμενο, ότι την 24.8.2025, προκάλεσε τρόμο στην παραπονούμενη, απειλώντας την με τη φράση «θα σε σφάξω» κρατώντας ένα μαχαίρι και ότι μεταξύ Δεκεμβρίου 2024 και της 23.8.2025, επέδειξε συμπεριφορά με την οποία προκλήθηκε άμεσα ψυχική βλάβη στην παραπονούμενη, κατά τον ίδιο δε χρόνο, έπληξε με τη συμπεριφορά του σοβαρά τη ψυχολογική ακεραιότητα της παραπονούμενης και της προκάλεσε πραγματικό φόβο.
Ο κατηγορούμενος αρνήθηκε ενοχή στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει και η υπόθεση προχώρησε σε ακρόαση. Για σκοπούς απόδειξης της υπόθεσης, η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε επτά μάρτυρες. Μετά το πέρας της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής, το Δικαστήριο εξέτασε κατά πόσο έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορουμένου και αφού εξέδωσε σχετική ενδιάμεση απόφαση, κάλεσε τον κατηγορούμενο σε απολογία.
Αφού του επεξηγήθηκαν τα δικαιώματά του, ο κατηγορούμενος επέλεξε να καταθέσει ενόρκως και δεν κάλεσε οποιονδήποτε μάρτυρα.
[ΙΙ] Ακροαματική Διαδικασία και Προσκομισθείσα Μαρτυρία
Με την υπόμνηση ότι δεν είναι αναγκαίο το Δικαστήριο να παραθέτει ολόκληρη τη μαρτυρία που παρουσίασε η κάθε πλευρά ή να αναφέρεται σε όλες τις πτυχές της, καθώς είναι καταγεγραμμένη στα πρακτικά του Δικαστηρίου, συνοψίζω κατωτέρω την προσκομισθείσα μαρτυρία.[1]
Μαρτυρία Κατηγορούσας Αρχής
Αστ. [ ] Χ.Χ. (στο εξής ο «ΜΚ1»).
Ο ΜΚ1 ως μέρος της κυρίως εξέτασής του υιοθέτησε την κατάθεσή του ημερ. 26.8.2025, η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο 1. Σε αυτήν, ο ΜΚ1 αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι την 26.8.2025, μέσα στο πλαίσιο διερεύνησης υπόθεσης αναφορικά με αδικήματα που εμπίπτουν στον νόμο περί βίας στην οικογένεια, σε σχέση με τον κατηγορούμενο, επικοινώνησε με την Υπηρεσία Αλλοδαπών και Μετανάστευσης και ενημερώθηκε ότι ο κατηγορούμενος βρίσκεται παράνομα στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας από 7.9.2022, καθότι η άδεια παραμονής του ως σύζυγος Ευρωπαίας πολίτη έληξε. Περαιτέρω, ο ΜΚ1 αναγνώρισε τον κατηγορούμενο ως το πρόσωπο το οποίο συνέλαβε αναφορικά με το αδίκημα της παράνομης παραμονής στη Δημοκρατία.
Αντεξεταζόμενος, ο ΜΚ1 δεν γνώριζε να απαντήσει στην ερώτηση αναφορικά με το κατά πόσο ο κατηγορούμενος σήμερα διαμένει νόμιμα στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Παραπονούμενη (στο εξής η «ΜΚ2»).
Ως μέρος της κυρίως εξέτασής της, η ΜΚ2 υιοθέτησε την κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία ημερ. 25.8.2025, η οποία σημειώθηκε και κατατέθηκε ως Τεκμήριο 3(α) στη μητρική της γλώσσα και ως Τεκμήριο 3(β) η πιστή της μετάφραση στην ελληνική.
Ως η ΜΚ2 αναφέρει, μεταξύ άλλων, στην εν λόγω κατάθεσή της, κατάγεται από την Εσθονία και ήρθε στην Κύπρο την 1.8.2023 για να μείνει μόνιμα με τον γιό της ηλικίας 14 ετών. Τον Μάιο του 2024, γνώρισε τον κατηγορούμενο και περί τα τέλη Μαΐου 2024, ξεκίνησαν να διαμένουν στο σπίτι της μαζί, ως ζευγάρι. Αρχικά ο κατηγορούμενος ήταν καλός μαζί της και της υποσχέθηκε ότι θα ξεκινήσει να εργάζεται, πράγμα το οποίο ουδέποτε έπραξε, ενώ τον Σεπτέμβριο του 2024, του αγόρασε ένα αυτοκίνητο αξίας €12,000 για τις μετακινήσεις του, το οποίο αφού χρησιμοποίησε για λίγο καιρό, στην πορεία ακινητοποίησε σε ένα χωράφι.
Κατά τη διάρκεια της συμβίωσής τους, περί τον Δεκέμβριο του 2024, ενώ η ΜΚ2 απασχολείτο στον υπολογιστή της στην κουζίνα, για λόγο που δεν θυμόταν, ο κατηγορούμενος της επιτέθηκε και τη χτύπησε, ρίχνοντας κάτι προς το σώμα της και δίχως να την τραυματίσει. Αναφορικά με το περιστατικό αυτό δεν έκανε καταγγελία, διότι ήθελε να χωρίσουν ειρηνικά.
Περί τους τρεις μήνες αργότερα, ζήτησε από τον κατηγορούμενο να φύγει από το σπίτι διότι ήθελε να χωρίσουν και αυτός αντέδρασε και την έπιασε με τα χέρια του, τη σήκωσε πάνω και την έριξε στο πάτωμα της κουζίνας, με αποτέλεσμα να χτυπήσει την κοιλιά της. Για το περιστατικό αυτό δεν έκανε καταγγελία και δεν πήγε σε γιατρό.
Επιπρόσθετα, η ΜΚ1 εξιστορεί στην κατάθεσή της ότι ενάμιση μήνα πριν υποβάλει την καταγγελία της, ενώ ήταν μαζί με τον κατηγορούμενο στο υπνοδωμάτιό της και του ανέφερε ότι λήγει το συμβόλαιο ενοικίου του διαμερίσματος της και θα πρέπει να φύγει, αυτός εξαγριώθηκε, άρπαξε ένα εργαλείο που βρήκε και έκανε ζημιές σε κουζινικά είδη. Έπειτα τη χαστούκισε στο πρόσωπο, τη στρίμωξε πάνω σε ένα ερμάρι και προσπαθούσε να την πνίξει με τα χέρια του, θέση στην οποία την κράτησε για μερικά δευτερόλεπτα. Αυτή φώναζε ότι θα καλέσει την Αστυνομία και προσπάθησε να πάρει τηλέφωνο, όταν ο κατηγορούμενος άρπαξε ένα από τα μαχαίρια του και κρατώντας το, την απείλησε με τη φράση «θα σε σφάξω τωρά». Αυτή άρχισε να φωνάζει και τότε ο κατηγορούμενος την κλώτσησε με το πόδι του, όταν δε άνοιξε την πόρτα και βγήκε έξω από το διαμέρισμα, ο κατηγορούμενος την απείλησε ξανά με τη φράση «αν καλέσεις την αστυνομία θα σε σκοτώσω».
Την 23.8.2025 γύρω στις 21:00, ενώ η ΜΚ2 βρισκόταν στο διαμέρισμά της, ήρθε ο κατηγορούμενος μαζί με ένα άγνωστο άνδρα και της ανέφερε ότι θα έμενε στο σπίτι τους. Τότε η ΜΚ2 φοβούμενη, κλειδώθηκε στο δωμάτιο της. Το πρωί της 24.8.2025, όταν ξύπνησε, είδε τον άνδρα αυτό να βγαίνει από την κουζίνα με το εσώρουχο του και φοβήθηκε, ενώ κάλεσε τηλεφωνικώς τον κατηγορούμενο και του ζήτησε να διώξει αυτό τον άνδρα από το σπίτι και κλειδώθηκε μέσα στο δωμάτιό της, όπου έμεινε μέχρι στο βράδυ. Όταν επέστρεψε ο κατηγορούμενος, γύρω στις 21:00, ξεκίνησε να της φωνάζει επειδή δεν προσέφερε τσάι στον φίλο του και ενώ αυτή έκλαιγε και καθόταν στο κρεβάτι της, ο κατηγορούμενος της έδωσε μια γροθιά στο δεξί μάτι και πήρε το μαξιλάρι και το έβαλε πάνω στον αυχένα της και ξεκίνησε να τη χτυπά πάνω στο μαξιλάρι που ήταν πάνω στον αυχένα της. Η ΜΚ2 του ξέφυγε και πήρε το τηλέφωνό της, ωστόσο αυτός έτρεξε πίσω της και έβαλε πάνω στην κοιλιά της ένα μαχαίρι το οποίο κρατούσε, χωρίς να την τραυματίσει. Στη συνέχεια της φώναζε και την απειλούσε με τη φράση «θα σε σκοτώσω» και της πήρε το τηλέφωνο που κρατούσε και δεν της το έδινε. Ενώ βρίσκονταν στο σαλόνι, την έπιασε από τα μαλλιά, την έριξε κάτω στο πάτωμα και την τράβηξε μέχρι το δωμάτιο. Σε κάποια στιγμή την άφησε και πήγε να ψάξει τον φίλο του, οπότε η ΜΚ2 βρήκε ευκαιρία να πάει στην Γιούλια και να της αναφέρει τι έγινε, οπότε αυτή κάλεσε την Αστυνομία, η οποία μετέβη στο μέρος και μετέφερε την παραπονούμενη από εκεί.
Ως επίσης αναφέρεται στην κατάθεση της παραπονούμενης, δεν επιθυμεί να εξεταστεί από ψυχολόγο, αλλά εξετάστηκε την 25.8.2025 στο Νοσοκομείο, ενώ δεν επέστρεψε στο διαμέρισμά της και έμεινε σε ξενοδοχείο. Αναφέρει επιπρόσθετα, ότι στο παρελθόν ο κατηγορούμενος της ανέφερε τουλάχιστον δέκα φορές, ότι αν τον καταγγείλει και πάει φυλακή, θα την σκοτώσει όταν βγει από τη φυλακή.
Η ΜΚ2 αναγνώρισε τον κατηγορούμενο ως το πρόσωπο στο οποίο κάνει αναφορές στην κατάθεσή της, ενώ περιέγραψε πως έγιναν τα περιστατικά στα οποία αναφέρεται στην κατάθεσή της, αναπαριστώντας τον τρόπο με τον οποίο ο κατηγορούμενος έπραττε κατά τους ισχυρισμούς της, σε κάθε περιστατικό. Ως επίσης ανέφερε, η Γιούλια στην οποία έκανε αναφορά είναι γειτόνισσά της η οποία διαμένει στον 1ο όροφο.
Περαιτέρω, αναγνώρισε το ιατρικό παραπεμπτικό που της είχε δοθεί από την Αστυνομία για να εξεταστεί, το οποίο κατατέθηκε ως Τεκμήριο 4.
Αντεξεταζόμενη, η μάρτυρας αρνήθηκε ότι έχει πρόβλημα με το ποτό ή ότι έκανε θεραπεία στη χώρα της για να απεξαρτηθεί από αυτό, τονίζοντας ότι κατέχει υψηλές θέσεις σε δύο Κεντρικές Τράπεζες και ότι είναι μέλος Διοικητικού Συμβουλίου Τράπεζας. Η μάρτυρας ανέφερε επίσης ότι καταναλώνει μόνο κρασί τα Σαββατοκύριακα, σημειώνοντας ότι εργάζεται 12ωρα και ότι δύο φορές την εβδομάδα κάνει μαθήματα ελληνικών και γαλλικών, ενώ κάθε πρωί πάει στο γραφείο της περί τις 8:00 – 9:00 το πρωί. Αρνητική ήταν επίσης η απάντησή της, στην ερώτηση εάν παίρνει στη δουλειά της αλκοόλ μέσα σε πλαστικό μπουκάλι, αναφερόμενη στη διευθυντική θέση που κατέχει, στις συναντήσεις που κάνει με πελάτες και στις εκδηλώσεις όπου παρευρίσκεται.
Ερωτηθείσα εάν την 23.8.2025 ο κατηγορούμενος έφτιαξε τα πράγματα του για να φύγει από το σπίτι, η ΜΚ2 απάντησε ότι δεν γνωρίζει, καθώς κρυβόταν στο δωμάτιό της. Ανέφερε επίσης ότι κατά τη συγκεκριμένη ημερομηνία, ο κατηγορούμενος ήρθε στο σπίτι με κάποιο άντρα, έφυγε την 24.8.2025 το πρωί ενώ ο άνδρας αυτός παρέμεινε στο σπίτι της και επέστρεψε γύρω στις 21:00 το βράδυ.
Ερωτηθείσα γιατί δέχτηκε πίσω τον κατηγορούμενο, η ΜΚ2 απάντησε ότι δεν τον δέχτηκε εφόσον κρυβόταν στο δωμάτιό της, καθώς στο σπίτι της βρισκόταν ένας άγνωστος άνδρας, χωρίς να γνωρίζει για ποιο λόγο.
Στην υποβολή ότι την 23.8.2025 ο κατηγορούμενος έφτιαξε τα πράγματά του και της ανακοίνωσε ότι θα φύγει, πράγμα το οποίο αυτή δεν ήθελε επειδή είναι ερωτευμένη μαζί του, και ότι ενόψει τούτου, τον κατήγγειλε την 25.8.2025, η ΜΚ2 απάντησε ότι δεν υπήρχαν ρούχα που να είχε μαζέψει ο κατηγορούμενος στο σπίτι, μόνο εξαρτήματα, το δε σπίτι είχε μετατραπεί σε τρώγλη, γεγονός το οποίο είδαν οι Αστυνομικοί που μετέβησαν στο μέρος, όπως και η βοηθός της.
Ερωτηθείσα αν αληθεύει ότι ο κατηγορούμενος ζήτησε από το περίπτερο που την προμήθευε με ποτά, να μην το πράττει, με αποτέλεσμα αυτή να θυμώσει, η ΜΚ2 απάντησε ότι δεν μπορεί να γνωρίζει που ήταν ο κατηγορούμενος τον περισσότερο χρόνο και ότι αν ήθελε τόσο πολύ ποτό, μπορούσε να το αγοράσει και μόνη της.
Κατά την αντεξέτασή της, η ΜΚ2 ανέφερε επίσης ότι σύμφωνα με τα λεγόμενα του κατηγορούμενου, του επισυνέβη κάποιο ατύχημα με αμάξι περί τον Μάρτιο και είχε το πόδι του σε γύψο, πλην όμως δεν είδε κάποιο έγγραφο στο οποίο να γίνεται αναφορά σε ατύχημα, ενώ σε σχέση με το χέρι του, ανέφερε ότι αυτό ήταν κάπως παράξενο, αλλά δεν μπορούσε να πει ακριβώς τι, καθώς δεν έχει αυτή την εκπαίδευση. Ερωτηθείσα δε κατά πόσο το πόδι και το χέρι του κατηγορουμένου του τα περιέθαλψαν στη φυλακή, η μάρτυρας απάντησε ότι δεν γνωρίζει και ότι την πρώτη φορά που είδε στο Δικαστήριο τον κατηγορούμενο δεν υπήρχε οτιδήποτε.
Αναφέρθηκε περαιτέρω από τη ΜΚ2 κατά την αντεξέτασή της ότι αρχικά ενδιαφέρθηκε για τον κατηγορούμενο, ερωτηθείσα δε γιατί δεν αναφέρει στην κατάθεσή της, ότι κάθε τρεις μέρες του ζητούσε να φύγει και ότι δεν ένιωθε κάτι για εκείνον, η μάρτυρας απάντησε ότι όταν έδιδε την κατάθεσή της, αρκέστηκε στο να περιγράψει στις σκηνές και τα γεγονότα βίας.
Αναφορικά με την αγορά του αυτοκινήτου, η ΜΚ2 ανέφερε ότι το εν λόγω όχημα το αγόρασε για τον εαυτό της, εξ ου και είναι εγγεγραμμένο επ’ ονόματί της, καθώς εάν το αγόραζε για τον κατηγορούμενο, θα το είχε εγγράψει στο δικό του όνομα. Στην δε υποβολή ότι ήταν πολύ ερωτευμένη με τον κατηγορούμενο, εξ ου και του έκανε τα χατίρια, η μάρτυρας απάντησε ότι το έκανε για τον εαυτό της, καθώς ο κατηγορούμενος δεν εργαζόταν και δεν πλήρωνε για τίποτε και της υποσχέθηκε ότι αν του αγόραζε αυτοκίνητο θα ξεκινούσε να εργάζεται, πράγμα το οποίο δεν έκανε ποτέ.
Ερωτηθείσα τι αντικείμενο της πέταξε ο κατηγορούμενος τον Δεκέμβριο του 2024, η ΜΚ2 απάντησε ότι δεν γνώριζε και ότι έφυγε τρέχοντας, ανέφερε δε, ότι ο λόγος που δεν προέβαινε σε καταγγελίες ήταν ότι φοβόταν τον κατηγορούμενο και ήταν τρομαγμένη, εφόσον την απειλούσε ότι αν κάνει καταγγελία εναντίον του θα πάθει κακό.
Ερωτηθείσα εάν κατά τον χρόνο που ο κατηγορούμενος έφυγε από το σπίτι ήταν ακόμα χτυπημένος και κρατούσε πατερίτσες, η μάρτυρας απάντησε ότι ήταν μια χαρά και έκανε sup με κάποιο φίλο του και πήγαινε θάλασσα, επομένως δεν είχε λόγο να υποψιαστεί ότι ο κατηγορούμενος είχε προβλήματα, καθώς το χέρι του δεν ήταν δεμένο και τον επίδεσμο από το πόδι τον έβγαλε πριν καιρό.
Στην υποβολή ότι ο κατηγορούμενος τον Μάιο ήταν τραυματισμένος και δεν μπορούσε να τη σηκώσει ψηλά και να τη ρίξει, η μάρτυρας απάντησε ότι ο κατηγορούμενος έσπασε με γροθιά την πόρτα του δωματίου, ενώ κουβαλούσε το πατίνι του το οποίο προσπαθούσε να επιδιορθώσει.
Ερωτηθείσα εάν κοιμόντουσαν μαζί με τον κατηγορούμενο, η ΜΚ2 απάντησε ότι για καιρό ο κατηγορούμενος κοιμόταν στον καναπέ, ήταν δε η θέση της ότι ζούσε με τον φόβο. Στην υποβολή ότι κατήγγειλε τον κατηγορούμενο επειδή δεν ήθελε να φύγει από κοντά της, η μάρτυρας απάντησε ότι τον ικέτευε να φύγει και ότι δεν ήθελε να γίνει κάτι κακό, οπότε ήταν πρόθυμη να τον συγχωρέσει για τα πάντα, περιλαμβανομένης της οικονομικής ζημιάς.
Ερωτηθείσα αν ήταν υπό την επήρεια αλκοόλης κατά τη διάρκεια όλων των επεισοδίων για τα οποία παραπονείται ότι ο κατηγορούμενος άσκησε βία εναντίον της, η μάρτυρας απάντησε αρνητικά.
Αστ. 1844, Ευστάθιος Αλεξάνδρου (στο εξής ο «ΜΚ3»).
Αφού ο ΜΚ3 υιοθέτησε την κατάθεσή του ημερ. 25.8.2025, η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο 5 και στην οποία αναφέρει ότι την 25.8.2025 εντόπισε και συνέλαβε μαζί με ένα συνάδελφό του τον κατηγορούμενο δυνάμει εντάλματος σύλληψης και τον ενημέρωσε για τα δικαιώματά του, αναγνώρισε τον κατηγορούμενο ως το πρόσωπο το οποίο συνέλαβε. Ο ΜΚ3 δεν αντεξετάστηκε.
Αρχιαστυφύλακας [ ], Μ.Μ. (στο εξής ο «ΜΚ4»).
Ο ΜΚ4 υιοθέτησε την κατάθεσή του ημερ. 25.8.2025 στην οποία αναφέρει ότι έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο και η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο 6, ενώ κατέθεσε ως Τεκμήρια 7(α) και 7(β) την ανακριτική κατάθεση που έλαβε από τον κατηγορούμενο, στην μητρική του γλώσσα και την ελληνική αντίστοιχα, διευκρινίζοντας, ότι δεν είναι ο ανακριτής της υπόθεσης και ότι δεν είδε την παραπονούμενη σε κανένα στάδιο. Ο ΜΚ4 δεν αντεξετάστηκε.
Αστ. [ ], Α.Κ. (στο εξής ο «ΜΚ5»).
Ο ΜΚ5 υιοθέτησε την κατάθεσή του ημερ. 26.8.2025, η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο 8. Σε αυτήν, ο μάρτυρας αναφέρει ότι προέβη σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες για τη διερεύνηση της υπόθεσης και την ετοιμασία του ποινικού φακέλου. Ο ΜΚ5 δεν αντεξετάστηκε.
Αρχιαστυφύλακας [ ], Γ.Α. (στο εξής ο «ΜΚ6»).
Ο ΜΚ6 υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσής του ημερ. 25.8.2025, η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο 9 και στην οποία αναφέρει ότι την 25.8.2025 περί ώρα 10:50, με τη βοήθεια της διερμηνέως, Α.Κ., έλαβε γραπτώς το παράπονο της N.D. στη ρωσική γλώσσα και της εξήγησε τις επιλογές της, σε περίπτωση που επιθυμεί να φιλοξενηθεί σε καταφύγιο, αλλά αυτή δεν επιθυμούσε.
Ερωτηθείς ποια η εμφάνιση της παραπονούμενης ότι την είδε, ο μάρτυρας ανέφερε ότι ήταν αναστατωμένη και φοβισμένη και είχε ένα χτύπημα κάτω από το μάτι της, σαν μώλωπα, εκδορά.
Αντεξεταζόμενος, ο ΜΚ6 ανέφερε ότι είδε από κοντά την παραπονούμενη, ερωτηθείς δε, εάν διαπίστωσε ότι είχε πρόβλημα ποτού και αν μύριζε ποτό, ο μάρτυρας απάντησε ότι δεν διαπίστωσε κάτι τέτοιο, ούτε μπορεί να γνωρίζει αν η παραπονούμενη είχε πρόβλημα με το ποτό.
Δρ. Α.Κ. (στο εξής ο «ΜΚ7»).
Ο μάρτυρας αναφέρθηκε στα επαγγελματικά και ακαδημαϊκά του προσόντα, σημειώνοντας ότι από το 2025 εργάζεται ως ιατρός επειγόντων στο Γ.Ν. Λεμεσού και βλέπει περίπου 20-25 περιστατικά καθημερινά. Ο μάρτυρας αναγνώρισε το Τεκμήριο 4, υποδεικνύοντας ότι κάτω δεξιά είναι η σφραγίδα και η υπογραφή του, εξήγησε δε, ότι το έγγραφο αυτό δίνεται από τον Αστυνομικό Υπηρεσίας και σε αυτό συμπληρώνεται το πάνω μέρος με τα στοιχεία του εξεταζόμενου, ενώ ζητείται από τον γιατρό να συμπληρώσει την εκτίμησή του μετά το πέρας της εξέτασης, στο κάτω μέρος.
Ως επίσης ανέφερε ο ΜΚ7, την 25.8.2025 εξέτασε την παραπονούμενη και κατέγραψε την εκτίμησή του στο Τεκμήριο 4, εξηγώντας τι σημαίνει «εκχύμωση και οίδημα» στο δεξί μάτι και διευκρινίζοντας, ότι αν το μέγεθος της πλήξης είναι μεγάλο, η εκχύμωση θα εμφανιστεί γρήγορα, στη δε δερματική περιοχή του προσώπου, αναμένεται να εμφανιστεί στις έξι ώρες.
Κατά την εξέταση της παραπονούμενης, συνέχισε ο μάρτυρας, είχε εμφανιστεί ένα μελανό σημείο, που σημαίνει ότι είχε προκληθεί κάκωση, θεωρητικά τις προηγούμενες 6-8 ώρες. Ανέφερε περαιτέρω, ότι είδε στην παραπονούμενη μια πρησμένη περιοχή του σώματος με στοιχεία εκχύμωσης ή μελανιάς, δηλ. μπλε, ενώ κατά τη διάρκεια της εξέτασης, ψηλάφισε την περιοχή για να διαπιστώσει κατά πόσο υπήρχε κάταγμα γύρω από το μάτι, διαπιστώνοντας ότι υπήρχε ευαισθησία, δίχως στοιχεία κατάγματος.
Ερωτηθείς εάν θα μπορούσε αυτή η διάγνωση βάσει της πείρας του να προκλήθηκε από γροθιά, ο μάρτυρας απάντησε καταφατικά.
Κατά την αντεξέταση του ΜΚ7, ο μάρτυρας ερωτήθηκε κατά πόσο αυτή η μελανιά μπορεί να οφείλεται αλλού βάσει της πείρας του, με τον ΜΚ7 να απαντά ότι δεν μπορεί να το αποκλείσει.
Μαρτυρία Υπεράσπισης
Από πλευράς υπεράσπισης, κατέθεσε μόνο ο κατηγορούμενος. Ως μέρος της κυρίως εξέτασής του, ο κατηγορούμενος υιοθέτησε την κατάθεσή του, όπου αναφέρει ότι διαμένει μαζί με την παραπονούμενη και το παιδί της και ότι όταν η παραπονούμενη δεν καταναλώνει ποτό, οι σχέσεις τους είναι πολύ καλές. Επιπρόσθετα, ο κατηγορούμενος στην κατάθεσή του αρνήθηκε όλους τους ισχυρισμούς της παραπονούμενης, λέγοντας ότι πρόκειται για ψέμματα της παραπονούμενης, η οποία ήθελε να τον εκδικηθεί επειδή της είπε ότι θα την χωρίσει και θα μετακομίσει. Συγκεκριμένα, ανέφερε ότι την 23.8.2025, τοποθέτησε όλα του τα προσωπικά αντικείμενα στη βαλίτσα του και η παραπονούμενη τα έβγαλε όλα και εξαφάνισε τη βαλίτσα.
Κατά την αντεξέτασή του, ο κατηγορούμενος ενέμεινε στη θέση του ότι ουδέποτε χτύπησε ή απείλησε την παραπονούμενη, ανέφερε δε ότι δεν της επέτρεπε να πίνει και λόγω αυτού είχαν προστριβές. Ανέφερε επίσης, ότι ήρθε στην Κύπρο το 2001 και δούλεψε για 2,5 χρόνια στον Λανίτη και μετά για πέντε χρόνια ως πολιτικός μηχανικός σε εργοληπτική εταιρεία. Ερωτηθείς εάν εργαζόταν από το 2009 μέχρι το 2025, ο κατηγορούμενος ανέφερε ότι εργαζόταν στην εταιρεία ΚΡΟΝ και μετά μπήκε φυλακή για ένα χρόνο, καθώς για διάστημα τεσσάρων μηνών, ως ανέφερε, δεν έβρισκαν το διαβατήριό του, ενώ μετά τον έφεραν Δικαστήριο για άλλη κατηγορία. Ανέφερε περαιτέρω, ότι πέντε χρόνια ζούσε στη χώρα του και ήρθε στην Κύπρο ξανά το 2016 και μετά παντρεύτηκε και έμεινε στην Κύπρο. Από 11.3.2024 μέχρι το 2025, ήταν τραυματισμένος.
Ως περαιτέρω ανέφερε ο κατηγορούμενος κατά την αντεξέτασή του, όταν γνώρισε την παραπονούμενη ήταν τραυματισμένος, καθώς τον είχε χτυπήσει αυτοκίνητο, ενώ στην υποβολή ότι έμενε στο σπίτι της παραπονούμενης επειδή δεν είχε που να μείνει και την απομυζούσε οικονομικά, απάντησε ότι μπορεί να μείνει σε συγγενείς του στην Κύπρο, οι οποίοι έχουν επιχειρήσεις, και ότι δεν είχε οικονομικά προβλήματα.
Ο κατηγορούμενος συμφώνησε ότι η παραπονούμενη αγόρασε αυτοκίνητο, διευκρινίζοντας ότι δεν το αγόρασε για εκείνον και ότι ήταν εγγεγραμμένο επ’ ονόματί της και το χρησιμοποιούσαν και οι δύο. Ήταν επίσης η θέση του, ότι τον Αύγουστο του 2025, ο φίλος του φιλοξενήθηκε στο σπίτι της παραπονούμενης με την άδεια της και αρνήθηκε ότι ο φίλος του περιφέρετο μέσα στο σπίτι της παραπονούμενης χωρίς την άδεια της. Αρνήθηκε περαιτέρω ότι χτύπησε την παραπονούμενη επειδή δεν προσέφερε τσάι στον φίλο του και ανέφερε ότι της είπε να σηκωστεί επειδή είχε πιεί από το πρωί, με αποτέλεσμα αυτή να αρχίσει να φωνάζει και ο φίλος του να αποχωρήσει, παρόλο που δεν είχαν ολοκληρώσει την επιδιόρθωση του πατινιού.
Ο κατηγορούμενος αρνήθηκε ότι χτύπησε την παραπονούμενη, ενώ ανέφερε ότι αυτή δεν φοβάται ποτέ και είναι δυνατό άτομο, εντούτοις μετά την εργασία της καταναλώνει μεγάλη ποσότητα ποτού και αρχίζει να του εκφράζει παράπονα, με αποτέλεσμα αυτός να φεύγει ή να μην απαντά. Ερωτηθείς γιατί έμεινε μαζί της, ο κατηγορούμενος απάντησε ότι ήθελε να τη βοηθήσει όπως τον είχε βοηθήσει και εκείνη, αναφερόμενος στο πρόβλημα του ποτού. Ως επίσης ανέφερε, όταν μάζεψε τα πράγματά του για να φύγει από το σπίτι της παραπονούμενης, εκείνη του τηλεφώνησε και του ζήτησε να επιστρέψει, ενώ το παιδί, με το οποίο είχε καλές σχέσεις, αντέδρασε και έσπασε την πόρτα, οπότε επέστρεψε και κάλεσε τεχνικό.
Ο κατηγορούμενος αρνήθηκε όλα όσα του καταλογίζονται και ως ανέφερε, η παραπονούμενη του είχε υποσχεθεί ότι αν φύγει θα τον βάλει φυλακή, ενώ διερωτήθηκε, γιατί δεν κάλεσε ενωρίτερα την Αστυνομία, αν έκανε αυτά τα πράγματα.
Η ακρόαση της υπόθεσης ολοκληρώθηκε με τις αγορεύσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων των δύο πλευρών, οι οποίοι επιχειρηματολόγησαν προς υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεών τους, παραπέμποντας το Δικαστήριο σε σχετική νομολογία και αρχές, αλλά και στα όσα, κατά την εισήγησή τους, προκύπτουν από την ενώπιον του Δικαστηρίου προσκομισθείσα μαρτυρία. Ειδική αναφορά στο περιεχόμενο των εισηγήσεων των ευπαίδευτων συνηγόρων θα γίνει κατωτέρω, όπου τούτο ήθελε κριθεί σκόπιμο.
[ΙΙΙ] Παραδεκτά Γεγονότα
Μέσα στο πλαίσιο της υπόθεσης, δηλώθηκαν, κατατέθηκαν και εγκρίθηκαν, ως παραδεκτά γεγονότα, τα ακόλουθα:
· Η Α.Κ. μετέφρασε πιστά την ανακριτική κατάθεση του κατηγορουμένου και της παραπονούμενης και η κατάθεσή της ημερ. 25.8.2025, όπου αναφέρει ότι την 25.8.2025 εκτέλεσε χρέη διερμηνέως από τη ρωσική γλώσσα στην ελληνική και αντίστροφα, κατατέθηκε ως Τεκμήριο 2 για την αλήθεια του περιεχομένου της.
· Ο ΜΚ7 είναι Γενικός Ιατρός.
[IV] Αξιολόγηση Μαρτυρίας
Παρακολουθώντας τους μάρτυρες να προσφέρουν δια ζώσης την μαρτυρία τους στο εδώλιο του μάρτυρα, το Δικαστήριο, δύναται να αξιολογεί τη συνολική εμφάνιση και συμπεριφορά τους, με βάση, μεταξύ άλλων, τη λογική, την ποιότητα και την πειστικότητα της μαρτυρίας που προσκόμισαν, την αμεσότητα και σαφήνεια των απαντήσεων τους ή την ύπαρξη ουσιαστικών αντιφάσεων σε αυτές.[2]
Η αξιολόγηση της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα δεν περιορίζεται αποκλειστικώς στην αποτίμηση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα ξεχωριστά, αλλά συσχετίζεται, αντιπαραβάλλεται και διερευνάται, μέσα από την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων,[3] η δε αξιοπιστία των μαρτύρων εκτιμάται αυτοτελώς και ανεξαρτήτως επιπέδου απόδειξης.[4]
Κατά την αξιολόγηση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα, λαμβάνεται υπόψη, ότι με βάση τη νομολογία, είναι ανάγκη μια μαρτυρία να τίθεται στη βάσανο της αξιολόγησης από απόψεως περιεχομένου και να μην γίνεται αποδεκτή ή να απορρίπτεται μόνο βάσει της εξωτερικής εντύπωσης που προκαλεί ο μάρτυρας.[5]
Επουσιώδεις αντιφάσεις δεν πλήττουν την αξιοπιστία ενός μάρτυρα,[6] ενώ ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς και δεν είναι επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα.[7]
Σύμφωνα δε με τη σχετική επί του θέματος νομολογία, η αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται στη βάση της μαρτυρίας η οποία σχετίζεται με τα επίδικα θέματα και δεν περιλαμβάνει κάθε πτυχή της μαρτυρίας.[8]
Όσον αφορά στην μαρτυρία εμπειρογνωμόνων και στην αξιολόγησή τους, αυτή δεν διαφέρει από την αξιολόγηση της συνήθους μαρτυρίας, εξαιρουμένου του ότι η συμπεριφορά ενός εμπειρογνώμονα μάρτυρα στο εδώλιο δεν έχει τόση σπουδαιότητα για τη διαπίστωση της αξιοπιστίας του, παρόλο που αποτελεί ένα από τα στοιχεία κρίσεως της αξίας της γνώμης του. Το Δικαστήριο, πρέπει πρωτίστως να πεισθεί ότι ο μάρτυρας είναι εμπειρογνώμονας στον τομέα που καταθέτει και ακολούθως να εξετάσει εάν με τη μαρτυρία του έχει δώσει τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για τον έλεγχο της ακρίβειας των συμπερασμάτων του.[9]
Οι εμπειρογνώμονες, οφείλουν να παρουσιάσουν στο Δικαστήριο όλα εκείνα τα επιστημονικά κριτήρια με βάση τα οποία κατέληξαν στα συμπεράσματά τους, ώστε το Δικαστήριο να μπορέσει να ελέγξει την ορθότητα των ευρημάτων τους και να διαμορφώσει συναφώς τη δική του, ανεξάρτητη άποψη, δια της εφαρμογής των κριτηρίων αυτών στα γεγονότα της υπόθεσης.[10]
Το κατά πόσο ένας μάρτυρας διαθέτει τα απαιτούμενα προσόντα ώστε να κριθεί εμπειρογνώμονας, είναι ζήτημα που εμπίπτει στη σφαίρα της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου,[11] το οποίο μέσα στο πλαίσιο της διακριτικής του ευχέρειας εξετάζει τις γνώσεις και την εμπειρία του μάρτυρα, σε συνάρτηση με τα θέματα αναφορικά με τα οποία καλείται να καταθέσει.[12] Έτσι, ένα πρόσωπο δυνατό να θεωρηθεί πραγματογνώμονας, όχι μόνο βάσει των ακαδημαϊκών προσόντων του, αλλά και βάσει της εμπειρίας του.[13]
Έχοντας κατά νου τα ανωτέρω, προχωρώ σε αξιολόγηση των μαρτύρων τους οποίους είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω μέσα στο πλαίσιο της παρούσας.
Η εντύπωση που απεκόμισα από τον ΜΚ1 ήταν θετική. Επρόκειτο για τυπικό μάρτυρα, ο οποίος απάντησε με σταθερότητα και φυσικότητα σε όλες τις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν και δεν αναδύθηκε να έχει οποιοδήποτε κίνητρο ή συμφέρον από την έκβαση της υπόθεσης, επομένως θεωρώ ότι μπορώ να βασιστώ εξ ολοκλήρου επί της μαρτυρίας του.
Θετική ήταν επίσης η εντύπωση που απεκόμισα από την ΜΚ2, η οποία μου έδωσε την εντύπωση ότι ήρθε στο Δικαστήριο για να πει την αλήθεια και δεν εντόπισα στη μαρτυρία της οποιεσδήποτε αντιφάσεις. Η μάρτυρας ενέμεινε με σταθερότητα στις θέσεις της και απάντησε στις ερωτήσεις που της υποβλήθηκαν κατά την αντεξέτασή της χωρίς υπεκφυγές, με φυσικότητα και αυθορμητισμό, εξήλθε δε αλώβητη από την αντεξέτασή της.
Αναφορικά με το θέμα της αγοράς αυτοκινήτου, διαφάνηκε από την όλη μαρτυρία ότι η παραπονούμενη το αγόρασε ενόσω ήταν ζευγάρι με τον κατηγορούμενο και ότι ήταν εγγεγραμμένο επ’ ονόματί της, πλην όμως το χρησιμοποιούσε ο κατηγορούμενος, επομένως δεν θεωρώ ότι η αναφορά στην κατάθεσή της ότι αγόρασε το αυτοκίνητο στον κατηγορούμενο, έρχεται σε αντίθεση με την υπόλοιπη μαρτυρία, δοθείσας της εξήγησης που δόθηκε από τη μάρτυρα επί τούτου, ούτε και θεωρώ το ζήτημα αυτό ουσιώδες, σε κάθε περίπτωση.
Συνεπακόλουθα, θεωρώ ότι μπορώ να βασιστώ επί της μαρτυρίας της ΜΚ2 εξ ολοκλήρου για την εξαγωγή των ευρημάτων μου.
Αναφορικά με τους ΜΚ3, ΜΚ4 και ΜΚ5, οι συγκεκριμένοι μάρτυρες δεν αντεξετάστηκαν, συνεπώς η μαρτυρία τους παρέμεινε αναντίλεκτη και το Δικαστήριο μπορεί να βασιστεί εξ ολοκλήρου επί της μαρτυρίας αυτής για την εξαγωγή των ευρημάτων του.
Ο ΜΚ6 μου έκανε επίσης θετική εντύπωση, καθώς απάντησε με φυσικότητα στα όσα ερωτήθηκε και δεν εντόπισα οποιεσδήποτε ανακολουθίες στη μαρτυρία του, ούτε και αναδύθηκε να είχε οποιοδήποτε συμφέρον από την έκβαση της υπόθεσης.
Αναφορικά με τον ΜΚ7, σημειώνω εν πρώτοις, ότι τα ακαδημαϊκά προσόντα και η εμπειρία του δεν έτυχαν αμφισβήτησης. Έχοντας δε αξιολογήσει αυτά, σε συνάρτηση με τις νομικές αρχές που διέπουν το θέμα, θεωρώ ότι ο συγκεκριμένος μάρτυρας είναι εμπειρογνώμονας στο αντικείμενο αναφορικά με το οποίο κλήθηκε να καταθέσει στο Δικαστήριο.
Διατηρώντας λοιπόν κατά νου τη συνολική παρουσία του συγκεκριμένου μάρτυρα και το σύνολο της μαρτυρίας του, απεκόμισα εξαιρετική εντύπωση, καθώς ο ΜΚ7 ήταν πλήρως και δεόντως κατατοπιστικός αναφορικά με τα ιατρικά ζητήματα σε σχέση με τα οποία κλήθηκε να καταθέσει, ενώ δεν διαπίστωσα οιεσδήποτε ουσιώδεις ανακολουθίες στη μαρτυρία του, η οποία ήταν ποιοτική, ο δε μάρτυρας απάντησε με ευθύτητα και επεξηγηματικότητα σε όλες τις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν και δεν αναδύθηκε η ύπαρξη οποιουδήποτε κινήτρου ή συμφέροντος, από την έκβαση της υπόθεσης. Συνεπακόλουθα, αποδέχομαι εξ ολοκλήρου τη μαρτυρία του ΜΚ7, λαμβανομένου υπόψη του ότι μέσω αυτής κατέστη δυνατός ο σχηματισμός της ανεξάρτητης κρίσης του Δικαστηρίου.
Ο κατηγορούμενος, ο οποίος επέλεξε να καταθέσει ενόρκως ενώπιον του Δικαστηρίου και να αντεξετασθεί, έδωσε την εντύπωση στο Δικαστήριο ότι προσπαθούσε να αποφύγει την ευθύνη του, ενώ δεν διαλανθάνει την προσοχή μου, η ερειστική στάση του κατά την αντεξέταση της παραπονούμενης.
Παρόλο που ο κατηγορούμενος ήταν ήρεμος και σταθερός κατά την αντεξέτασή του, εμμένοντας στις θέσεις του ότι η παραπονούμενη υπέβαλε εκδικητικά την καταγγελία και ότι είχε πρόβλημα αλκοολισμού, δεν με έπεισε για το αληθές των ισχυρισμών του. Σημειώνεται δε, ότι ακόμα και αν η παραπονούμενη αντιμετώπιζε πρόβλημα αλκοολισμού ή γενικότερα με το ποτό, τούτο δεν φαίνεται να συνδέθηκε από πλευράς υπεράσπισης με την κατ’ ισχυρισμό εκδικητική υποβολή της καταγγελίας της εναντίον του κατηγορουμένου ή με οποιαδήποτε άλλη υπερασπιστική γραμμή, επομένως ό,τι συνάγεται από την επαναλαμβανόμενη προβολή της θέσης αυτής, είναι η προσπάθεια καλλιέργειας εντυπώσεων, σε βάρος της παραπονούμενης.
Αναφορικά δε με τη θέση που υπεβλήθη στην ΜΚ2, ότι ο κατηγορούμενος ήταν τραυματισμένος στο χέρι και στο πόδι, επομένως δεν θα μπορούσε να σηκώσει την παραπονούμενη, ως ο ισχυρισμός της, επισημαίνεται ότι ουδεμία μαρτυρία προσκομίστηκε προς τεκμηρίωση του ότι ο κατηγορούμενος ήταν τραυματισμένος και για ποιο χρονικό διάστημα.
Υπενθυμίζεται, ότι οι υποβολές θέσεων προς τους μάρτυρες παραμένουν μετέωρες, σε περίπτωση που δεν ακολουθήσει η προσκόμιση αποδεκτής μαρτυρίας, που να αποδεικνύει του λόγου το αληθές.[14]
Ως εκ των άνω, δεν θεωρώ ότι μπορώ να βασιστώ επί της μαρτυρίας του κατηγορουμένου.
[V] Ευρήματα Δικαστηρίου
Από την όλη αξιολόγηση της ενώπιόν μου προσκομισθείσας μαρτυρίας, διαφαίνεται ότι η πραγματική υπόσταση των ουσιωδών σε σχέση με την παρούσα υπόθεση γεγονότων, έχει ως εξής:
Περί τον Μάϊο του 2024, η παραπονούμενη και ο κατηγορούμενος γνωρίστηκαν και ξεκίνησαν να συζούν ως ζευγάρι στο σπίτι της παραπονούμενης περί τα τέλη του ιδίου μήνα.
Κατά τη διάρκεια της συμβίωσής τους, περί τον Δεκέμβριο του 2024, ενώ η παραπονούμενη απασχολείτο στον υπολογιστή της στην κουζίνα, ο κατηγορούμενος της έριξε ένα αντικείμενο προς το σώμα της και τη χτύπησε, δίχως ωστόσο να την τραυματίσει. Περί τον Μάιο του 2025, η παραπονούμενη ζήτησε από τον κατηγορούμενο να φύγει από το σπίτι διότι ήθελε να χωρίσουν και αυτός αντέδρασε και την έπιασε με τα χέρια του, τη σήκωσε πάνω και την έριξε στο πάτωμα της κουζίνας, με αποτέλεσμα να χτυπήσει την κοιλιά της.
Περί τον Ιούλιο του 2025, ενώ η παραπονούμενη ήταν μαζί με τον κατηγορούμενο στο υπνοδωμάτιό της και του ανέφερε ότι λήγει το συμβόλαιο ενοικίου του διαμερίσματος της και θα πρέπει να φύγει, αυτός εξαγριώθηκε, άρπαξε ένα εργαλείο που βρήκε και έκανε ζημιές σε κουζινικά είδη. Έπειτα τη χαστούκισε στο πρόσωπο, τη στρίμωξε πάνω σε ένα ερμάρι και την κράτησε από το λαιμό για μερικά δευτερόλεπτα. Η παραπονούμενη φώναζε ότι θα καλέσει την Αστυνομία και προσπάθησε να πάρει τηλέφωνο, όταν ο κατηγορούμενος άρπαξε ένα από τα μαχαίρια του και κρατώντας το, της είπε «θα σε σφάξω», προκαλώντας της τρόμο. Τότε η παραπονούμενη άρχισε να φωνάζει και ο κατηγορούμενος την κλώτσησε με το πόδι του, όταν δε άνοιξε την πόρτα και βγήκε έξω από το διαμέρισμα, ο κατηγορούμενος της είπε «αν καλέσεις την αστυνομία θα σε σκοτώσω», προκαλώντας της τρόμο.
Την 23.8.2025 γύρω στις 21:00, ενώ η παραπονούμενη βρισκόταν στο διαμέρισμά της, ήρθε ο κατηγορούμενος μαζί με ένα άγνωστο άνδρα και της ανέφερε ότι θα έμενε στο σπίτι τους. Τότε η αυτή φοβούμενη, κλειδώθηκε στο δωμάτιο της.
Το πρωί της 24.8.2025, όταν η παραπονούμενη ξύπνησε, είδε τον άνδρα αυτό να βγαίνει από την κουζίνα με το εσώρουχο του και φοβήθηκε, ενώ κάλεσε τηλεφωνικώς τον κατηγορούμενο και του ζήτησε να διώξει αυτό τον άνδρα από το σπίτι και κλειδώθηκε μέσα στο δωμάτιό της, όπου έμεινε μέχρι το βράδυ. Όταν επέστρεψε ο κατηγορούμενος, γύρω στις 21:00, ξεκίνησε να της φωνάζει επειδή δεν προσέφερε τσάι στον φίλο του και ενώ αυτή έκλαιγε και καθόταν στο κρεβάτι της, ο κατηγορούμενος της έδωσε μια γροθιά στο δεξί μάτι και πήρε το μαξιλάρι και το έβαλε πάνω στον αυχένα της και ξεκίνησε να τη χτυπά πάνω στο μαξιλάρι που ήταν πάνω στον αυχένα της. Η παραπονούμενη του ξέφυγε και πήρε το τηλέφωνό της, ωστόσο αυτός έτρεξε πίσω της και έβαλε πάνω στην κοιλιά της ένα μαχαίρι το οποίο κρατούσε, χωρίς να την τραυματίσει. Στη συνέχεια της φώναξε «θα σε σκοτώσω», προκαλώντας της τρόμο, και της πήρε το τηλέφωνο που κρατούσε και δεν της το έδινε. Ενώ βρίσκονταν στο σαλόνι, την έπιασε από τα μαλλιά, την έριξε κάτω στο πάτωμα και την τράβηξε μέχρι το δωμάτιο. Σε κάποια στιγμή την άφησε και πήγε να ψάξει τον φίλο του, οπότε η παραπονούμενη βρήκε ευκαιρία να πάει στην γειτόνισσα της και να της αναφέρει τι έγινε, οπότε αυτή κάλεσε την Αστυνομία, η οποία μετέβη στο μέρος και μετέφερε την παραπονούμενη από εκεί.
Η παραπονούμενη εξετάστηκε την 25.8.2025 στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού και σύμφωνα με την ιατρική εκτίμηση, έφερε εκχύμωση και οίδημα στο δεξί μάτι, καθώς επίσης και ευαισθησία πέριξ και της συνταγογραφήθηκαν αντιφλεγμονώδη.
[VI] Νομική Πτυχή και Συμπεράσματα Δικαστηρίου
Στις ποινικές υποθέσεις η Κατηγορούσα Αρχή φέρει το βάρος αποδείξεως, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, της ύπαρξης κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι.[15]
Κενά αναφορικά με την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων, που συνιστούν και αποδεικνύουν το αδίκημα, αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη.[16] Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής.[17]
Εάν στο τέλος της υπόθεσης υπάρχει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας.[18]
Παράλληλα, δεν αποτελεί υποχρέωση της Κατηγορούσας Αρχής το να αναιρέσει ή αποκρούσει κάθε πιθανή υπεράσπιση που ενδεχομένως θα επικαλεστεί ο κατηγορούμενος.[19]
Έχοντας κατά νου όλα τα πιο πάνω, προχωρώ σε εξέταση του κατά πόσον έχουν αποδειχθεί τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει.
Οι κατηγορίες 1, 2 και 3 αφορούν στο αδίκημα της κοινής επίθεσης, κατά παράβαση του αρ. 242 του Ποινικού Κώδικα και των αρ. 2, 3(1)(4) και 4(1)(2)(ιβ) του περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμου του 2000 (119(I)/2000) και των αρ. 2, 3, 5(α) και 11 του περί της Πρόληψης και της Καταπολέμησης της Βίας κατά των Γυναικών και της ενδοοικογενειακής βίας και περί Συναφών Θεμάτων Νόμου, Ν.115(Ι)/2021, ως έχουν τροποποιηθεί.
Σύμφωνα με το αρ. 242 του Π.Κ.:
«Όποιος επιτίθεται εναντίον άλλου παράνομα, είναι ένοχος πλημμελήματος, αν όμως η επίθεση δεν διαπράχτηκε κάτω από περιστάσεις για τις οποίες σύμφωνα με τον Κώδικα αυτό προνοείται βαρύτερη ποινή, υπόκειται σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τον ένα χρόνο ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις χίλιες λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές».
Σύμφωνα με το αρ. 3(1) του Ν. 119(I)/2000:
«Βία, για τους σκοπούς του Νόμου αυτού, σημαίνει οποιαδήποτε πράξη, παράλειψη ή συμπεριφορά με την οποία προκαλείται σωματική, σεξουαλική ή ψυχική βλάβη σε οποιοδήποτε μέλος της οικογένειας από άλλο μέλος της οικογένειας και περιλαμβάνει και τη βία που ασκείται με σκοπό την επίτευξη σεξουαλικής επαφής χωρίς τη συγκατάθεση του θύματος, καθώς επίσης και τον περιορισμό της ελευθερίας του».
Το αδίκημα της κοινής επίθεσης του αρ. 242, περιλαμβάνεται επίσης στον Πίνακα με τα στα αδικήματα που σύμφωνα με το αρ. 4 του Ν.119(I)/2000, αποτελούν αδικήματα αυξημένης σοβαρότητας, σε σχέση δε με το αδίκημα της κοινής επίθεσης, η ποινή φυλάκισης αυξάνεται από ένα σε δύο χρόνια ή επιβάλλεται η προβλεπόμενη χρηματική ποινή ή και οι δύο ποινές.
Περιλαμβάνεται επίσης, στα αδικήματα τα οποία λογίζονται ως αδικήματα βίας κατά των γυναικών, σύμφωνα με το αρ. 5(ζ) του Ν.115(Ι)/2021.
Για σκοπούς πληρότητας, παρότι τούτο δεν τέθηκε υπό αμφισβήτηση από οποιαδήποτε πλευρά, σημειώνω, ότι με βάση το αρ. 2 του Ν.119(I)/2000, «μέλος της οικογένειας» σημαίνει (α) άντρα και γυναίκα που είτε (i) έχουν συνάψει νόμιμο γάμο ανεξάρτητα αν ο γάμος υφίσταται ή όχι, είτε (ii) συζούν ή συζούσαν ως αντρόγυνο. Εν προκειμένω, η παραπονούμενη και ο κατηγορούμενος ήταν ζευγάρι και συζούσαν κατά τον χρόνο που αφορά έκαστη κατηγορία.
Ως έχει νομολογηθεί, επίθεση αποτελεί οιαδήποτε πράξη που γίνεται με πρόθεση ή ακόμη και απερίσκεπτα ή αδιάφορα και δημιουργεί στον άλλο την αντίληψη ότι θα ασκηθεί άμεση και παράνομη βία εναντίον του.[20]
Όπως λέχθηκε στην Πετρόπουλος ν. Αστυνομίας (2003) 2 Α.Α.Δ. 574, το αρ. 242 δεν συναρτά το νοητικό στοιχείο του αδικήματος της επίθεσης με πρόθεση χρήσης βίας και απαγορεύει τη χρήση βίας χωρίς νομικό έρεισμα παρανόμως (unlawfully). Υπό αυτή την έννοια, η διάπραξη του αδικήματος μπορεί να γίνει όχι μόνο εκεί που υπάρχει πρόθεση χρήσης βίας, αλλά και στις περιπτώσεις που ο κατηγορούμενος ενεργεί με απερισκεψία. Η απερισκεψία, καλύπτει τις περιπτώσεις όπου ο παραβάτης, πριν ενεργήσει, είτε παραβλέπει την πιθανότητα του κινδύνου, είτε, αφού συνειδητοποιήσει την ύπαρξη του κινδύνου, παρά ταύτα προβαίνει στις ενέργειες του.[21]
Eπίθεση, μπορεί να διαπραχθεί επίσης χωρίς ο κατηγορούμενος να αγγίξει το θύμα και δεν απαιτείται η πρόκληση οποιουδήποτε τραύματος για να συντελεστεί το αδίκημα, το οποίο μπορεί να διαπραχθεί ακόμα και με ένα απλό άγγιγμα.[22]
Περαιτέρω δεν είναι απαραίτητο, η επίθεση να είναι άμεση. Σχετική είναι η υποθεση Scott v. Shepherd (1773) 2 W.Bl. 892, όπου ρίχθηκε από τον Εναγόμενο ένα αντικείμενο σε κάποια αγορά το οποίο τινάχθηκε από χέρι σε χέρι από διάφορα άτομα και τελικά κτύπησε τον Ενάγοντα βγάζοντάς του το μάτι και ο Εναγόμενος κρίθηκε υπόλογος για επίθεση και βιαιοπραγία.
Επανερχόμενη στα περιστατικά της παρούσας, λαμβανομένης υπόψη της μαρτυρίας η οποία τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου και των ευρημάτων μου, σε συνάρτηση με τις ανωτέρω νομικές αρχές, καταλήγω ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της κοινής επίθεσης έχουν επαρκώς στοιχειοθετηθεί αναφορικά με τις κατηγορίες 1 – 3 που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει, ότι δηλαδή και στα τρία αυτά περιστατικά ο κατηγορούμενος παράνομα επιτέθηκε κατά της συμβίας του και άσκησε βία εναντίον της, κατά τον τρόπο που περιγράφεται ανωτέρω.
Δεν διαλανθάνουν την προσοχή μου οι πρόνοιες του αρ. 16 του Ν.119(Ι)/2000, σύμφωνα με το οποίο το Δικαστήριο δύναται να κρίνει ένοχο τον κατηγορούμενο με μόνη την κατάθεση του θύματος, εφόσον δεν ήταν δυνατόν υπό τις περιστάσεις να εξασφαλιστεί ενισχυτική μαρτυρία, με έχει δε προβληματίσει το κατά πόσο το Δικαστήριο δέον όπως αυτοπροειδοποιηθεί.
Έχω παράλληλα κατά νου, ότι σύμφωνα με το αρ. 29 του Ν.115(Ι)/2021, για την απόδειξη αδικήματος βίας κατά γυναίκας, δεν είναι απαραίτητη η αναζήτηση ενισχυτικής μαρτυρίας της ένορκης ή ανώμοτης μαρτυρίας παιδιού ή της ένορκης μαρτυρίας γυναίκας, ούτε η αυτοπροειδοποίηση του Δικαστηρίου για τον κίνδυνο καταδίκης με μόνη την ένορκη ή ανώμοτη μαρτυρία παιδιού ή την ένορκη μαρτυρία γυναίκας.
Στην προκειμένη περίπτωση, η μαρτυρία που υπάρχει σε σχέση με τη διάπραξη των αδικημάτων είναι αυτή που προέρχεται από την ίδια την παραπονούμενη, καθώς, δεν υπήρχαν, με βάση τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου, αυτόπτες μάρτυρες όταν επισυνέβησαν τα επίδικα περιστατικά. Σε κάθε περίπτωση, η μαρτυρία της παραπονούμενης έχει κριθεί αξιόπιστη και έχει γίνει εξ ολοκλήρου αποδεκτή από το Δικαστήριο, για τους λόγους που εξηγούνται πιο πάνω, σύμφωνα δε με την υπόλοιπη μαρτυρία η οποία τέθηκε ενώπιόν μου από πλευράς Κατηγορούσας Αρχής και η οποία κρίθηκε επίσης αξιόπιστη, η παραπονούμενη προέβη σε άμεση καταγγελία στην Αστυνομία την 24.8.2025, η δε ιατρική εξέτασή της ημερ. 25.8.2025, ήτοι την επόμενη μέρα του τραυματισμού της, κατέδειξε οίδημα και εκχύμωση στο δεξί μάτι, επιβεβαιώνοντας τα λεγόμενά της, ως υποστηρικτική μαρτυρία.[23]
Δεν παραγνωρίζω βεβαίως, ότι τα προηγούμενα περιστατικά επιθέσεων που η παραπονούμενη δέχτηκε από τον κατηγορούμενο και αφορούν στις κατηγορίες 1 - 3, δεν καταγγέλθηκαν αμέσως από αυτήν στην Αστυνομία, πράγμα αναφορικά με το οποίο το Δικαστήριο αυτοπροειδοποιείται. Λαμβανομένης ωστόσο υπόψη της εξήγησης που η παραπονούμενη έδωσε, ως προς το γεγονός ότι δεν κατήγγειλε αμέσως τα προηγούμενα περιστατικά επιθέσεων που δέχτηκε από τον κατηγορούμενο, σε συνάρτηση με την αναφορά της ότι ζούσε υπό καθεστώς φόβου επί μήνες και έχοντας αξιολογήσει τη μαρτυρία της ως αξιόπιστη, δεν θεωρώ ότι υφίσταται νομικό κώλυμα στο να καταδικαστεί ο κατηγορούμενος για τα περιστατικά αυτά.
Σχετικά παραπέμπω στην Μ. ΓΙΩΡΚΑΣ ν ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποιν. Εφ. Αρ. 27/2021 ημερ. 16.3.2022, όπου λέχθηκαν, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα:
«Είναι, επομένως, σαφές ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν εντόπισε την ύπαρξη οποιασδήποτε ενισχυτικής της Παραπονούμενης μαρτυρίας και βασίστηκε μόνο στη δική της την οποία είχε κρίνει αξιόπιστη. Δεν χρειάζετο, επομένως, να ασχοληθεί με τα κριτήρια της ενισχυτικής μαρτυρίας, όπως διατείνεται η πλευρά του Εφεσείοντα. Τα όσα δε ανέφερε σε σχέση με τη μαρτυρία των Μ.Κ.4 και Μ.Κ.5, ήτοι ότι αυτή ήτο υποστηρικτική της Παραπονούμενης μαρτυρία, δεν πρέπει να συγχέονται με την έννοια της ενισχυτικής μαρτυρίας. Υπενθυμίζουμε στο σημείο αυτό ότι ενισχυτική μαρτυρία είναι μαρτυρία που τείνει να καταδείξει ουσιωδώς ότι, όχι μόνο διαπράχθηκε αδίκημα, αλλά και ότι εκείνος που το διέπραξε είναι ο Εφεσείων (Meitanis v. The Republic (1967) 2 C.L.R. 31), ενώ υποστηρικτική μαρτυρία (supportive evidence), είναι η μαρτυρία που δυνατόν να τεκμηριώνει και να στηρίζει τη μαρτυρία ενός μάρτυρα - στην προκείμενη περίπτωση της Παραπονούμενης - ως προς τα επίδικα ζητήματα (Hadjisavva alias Koutras v. The Republic (1976) 2 C.L.R. 13, Κουσουλίδης ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 10/2018, ημερ. 9/11/2018 και Σ.Σ. κ.ά. (ανωτέρω))».
Οι κατηγορίες 4, 5 και 7 αφορούν στο αδίκημα της απειλής, κατά παράβαση του αρ. 91Α του Ποινικού Κώδικα και των αρ. 2, 3 και 5(α), 11 και 33 του περί της Πρόληψης και της Καταπολέμησης της Βίας κατά των Γυναικών και της Ενδοοικογενειακής Βίας και περί Συναφών Θεμάτων Νόμου του 2021 (Ν. 115(I)/2021), ως έχει τροποποιηθεί.
Σύμφωνα με το αρ. 91Α του Π.Κ.:
«Πρόσωπο το οποίο προκαλεί σε άλλον τρόμο ή ανησυχία απειλώντας τον με βία ή άλλη παράνομη πράξη ή παράλειψη, διαπράττει αδίκημα και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία (3) έτη».
Το αδίκημα της απειλής, περιλαμβάνεται στον Πίνακα που προβλέπεται στο αρ. 5(α) του Ν.115(I)/2021, όπου προσδιορίζονται τα αδικήματα κατά της γυναίκας βάσει της εν λόγω νομοθεσίας.
Ως προς τη φράση «μέλος οικογένειας», το αρ. 2 του Ν. 115(Ι)/2021 προβλέπει ότι έχει την έννοια που δίδεται στον όρο αυτό από τις διατάξεις του περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία των Θυμάτων) Νόμου, ανεξαρτήτως του εάν τα μέλη μοιράζονται ή μοιράζονταν το ίδιο σπίτι ή στέγη και περιλαμβάνει σύντροφο, πρώην σύντροφο και συμβίο, ανεξαρτήτως του εάν αυτά συζούσαν κατά τον χρόνο διάπραξης του αδικήματος.
Ως αναφέρεται πιο πάνω, στην προκειμένη περίπτωση τυγχάνουν εφαρμογής οι πρόνοιες του αρ. 2 του Ν.119(I)/2000, καθώς η παραπονούμενη και ο κατηγορούμενος ήταν ζευγάρι και συζούσαν κατά τον χρόνο που αφορά έκαστη κατηγορία.
Επιπρόσθετα, το ίδιο άρθρο καθορίζει ως «γυναίκα» πρόσωπο θηλυκού βιολογικού φύλου ή θηλυκής ταυτότητας φύλου και περιλαμβάνει τέτοιο πρόσωπο που δεν έχει συμπληρώσει το δέκατο όγδοο (18ο) έτος της ηλικίας του. Στην προκειμένη περίπτωση, αποτελεί αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι η παραπονούμενη είναι γυναίκα.
Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της απειλής, ως λέχθηκε στην Ιωσήφ ν. Αστυνομίας, Π.Ε. Αρ. 41/2021 ημερ. 28.9.2022, ECLI:CY:AD:2022:B369, είναι τα ακόλουθα:
(α) η απειλή (άσκησης) βίας ή (τέλεσης) παράνομης πράξης ή παράλειψης κατά προσώπου,
(β) που του προκαλεί τρόμο ή ανησυχία.
Λέχθηκε περαιτέρω, ότι το τι συνιστά απειλή, είναι ζήτημα πραγματικό, το οποίο κρίνεται σε συνάρτηση με τις περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Ειδικότερα, κρίνεται αντικειμενικά, από το περιεχόμενο των όσων εκστομίζονται, ως και το αποτέλεσμα που αυτά προκαλούν στο πρόσωπο προς το οποίο απευθύνονται. Κενή απειλή, δηλαδή απειλή λόγω του εξωπραγματικού χαρακτήρα της ή των συνθηκών κάτω από τις οποίες διατυπώθηκε, δεν στοιχειοθετεί πρόθεση εκφοβισμού.
Ως έχει επίσης νομολογηθεί, η απειλή, πρέπει να έχει πραγματικό έρεισμα και να δημιουργεί εξ αντικειμένου τη δυνατότητα εκφοβισμού του θύματος.[24]
Στην Κούσουλος ν Αστυνομίας, Π.Ε. Αρ. 119/2022 ημερ. 20.1.2022, λέχθηκαν τα εξής διαφωτιστικά:
«Ως προς την πρόκληση τρόμου ή ανησυχίας στον απειλούμενο αυτό εξετάζεται με βάση την υποκειμενική αντίληψη του απειλούμενου. Σχετική είναι η αγγλική υπόθεση DPP v. Ramos [2000] All E.R. (D) 544, όπου εξετάστηκε το Άρθρο 4 του αγγλικού Public Order Act 1986, που αφορά το αδίκημα «fear or provocation of violence»[1], όπου τονίστηκε ότι αυτό που έχει σημασία είναι η υποκειμενική αντίληψη του απειλούμενου, παρά τη στατιστική πιθανότητα άσκησης βίας σε σύντομο χρόνο[2].
Ο κατηγορούμενος πρέπει να είχε πρόθεση εκφοβισμού του παραπονούμενου, έστω και αν δεν είχε σκοπό να διενεργήσει πράξη βίας ή παράνομη πράξη. Αυτή είναι η ένοχη διάνοια για τη διάπραξη του αδικήματος.
Το Δικαστήριο, για να καταλήξει σε συμπέρασμα ύπαρξης πρόθεσης εκφοβισμού από τον κατηγορούμενο, όπως ορθά ανέφερε το πρωτόδικο Δικαστήριο, πρέπει να εξετάσει όλα τα γεγονότα που περιβάλλουν το συμβάν. Οι περιστάσεις των εμπλεκομένων και η συμπεριφορά τους, τόσο πριν, όσο και κατά τη διάρκεια που εξελίσσεται το συμβάν, ακόμα και μετά από αυτό, καθώς και η φύση της απειλής, πρέπει να εξεταστούν από το Δικαστήριο, προτού καταλήξει στα συμπεράσματά του».
Επί του θέματος της ένοχης διάνοιας σε ότι αφορά στο αδίκημα της απειλής, αναφέρθηκαν επιπρόσθετα τα ακόλουθα, στην Ιωσήφ ν Αστυνομίας Π.Ε. Αρ. 41/2021 ημερ. 28.9.2022, ECLI:CY:AD:2022:B369:
«Σ' ό,τι αφορά την ένοχη διάνοια παραθέτουμε το πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση Sweet v. Parsley [1970] A.C. 132 σελίδα 148:
«Ι dealt with this matter at some length in Warner's case [1969] 2 A.C. 256. On reconsideration I see no reason to alter anything which I there said. But I thing that some amplification is necessary. Our first duty is to consider the words of the Act: if they show a clear intention to create an absolute offence that is an end of the matter. But such cases are very rare. Sometimes the words of the section which creates a particular offence make it clear that mens rea is required in one form or another. Such cases are quite frequent. But in a very large number of cases there is no clear indication either way. In such cases there has for centuries been a presumption that Parliament did not intend to make criminals of persons who were in no way blameworthy in what they did. That means that whenever a section is silent as to mens rea there is a presumption that, in order to give effect to the will of Parliament, we must read in words appropriate to require mens rea."
Επανερχόμενη στα περιστατικά της παρούσας, λαμβάνοντας υπόψη μου όλα τα περιστατικά που περιβάλλουν έκαστη κατηγορία, το περιεχόμενο των φράσεων που ο κατηγορούμενος εκστόμισε προς την παραπονούμενη κρατώντας μαχαίρι, καταλήγω ότι έχει στοιχειοθετηθεί στον απαιτούμενο βαθμό ότι ο κατηγορούμενος απείλησε την παραπονούμενη ότι θα ασκήσει βία εναντίον της ή ότι θα τελέσει παράνομη πράξη κατά του προσώπου της, η οποία της προκάλεσε τρόμο. Ικανοποιούμαι περαιτέρω, στη βάση των όσων τέθηκαν ενώπιόν μου, ότι ο κατηγορούμενος είχε πρόθεση να προκαλέσει στην παραπονούμενη τρόμο.
Στο σημείο αυτό, σημειώνω ότι σύμφωνα με τη μαρτυρία η οποία τέθηκε ενώπιόν μου, την 24.8.2025, ο κατηγορούμενος απείλησε την παραπονούμενη με τη φράση «θα σε σκοτώσω» και όχι «θα σε σφάξω», ως καταγράφεται στις λεπτομέρειες της 7ης κατηγορίας. Τούτο βεβαίως, δεν επηρεάζει την διαπίστωση και κατάληξη του Δικαστηρίου ως προς την πλήρωση των συστατικών στοιχείων του αδικήματος, λαμβανομένου υπόψη του περιεχομένου των φράσεων αυτών, υπό τις ανωτέρω περιγραφείσες συνθήκες, σε συνάρτηση με τον φόβο που προκλήθηκε στην παραπονούμενη.
Έχει επομένως απασχολήσει το Δικαστήριο η ευχέρεια τροποποίησης του κατηγορητηρίου κατά πώς διαλαμβάνεται στις διατάξεις του άρθρου 85(4) του Κεφ. 155, δια προσθήκης νέας πανομοιότυπης κατηγορίας, με μόνη διάφορα τη φράση που εκστόμισε ο κατηγορούμενος προς την παραπονούμενη, ώστε αυτή να συνάδει με την ενώπιόν μου προσκομισθείσα μαρτυρία, έχοντας συνάμα κατά νου τα λεχθέντα στις Αθηνάκη ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. Αρ. 218/2017, ημερ. 28.7.2020 και Ν.Σ. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. Αρ. 99/21, ημερ. 11.5.2022.
Κατ’ αναλογία των ανωτέρω, θεωρώ ότι η προσθήκη μίας νέας κατηγορίας, ως αναφέρθηκε, δεν επηρεάζει τα δικαιώματα του κατηγορουμένου, ο οποίος ούτως ή άλλως αρνήθηκε ενοχή επί του συνόλου των κατηγοριών και η συνήγορός του αντεξέτασε την παραπονούμενη σε σχέση με όλα τα επίδικα περιστατικά, το δε αδίκημα που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει, παραμένει το ίδιο. Ως εκ των ανωτέρω, προστίθεται η κατηγορία 11, με τις ίδιες λεπτομέρειες ως η αντίστοιχη κατηγορία 7, με την αντικατάσταση της φράσης «Θα σε σφάξω» με τη φράση «Θα σε σκοτώσω».
Συνακόλουθα, καταλήγω ότι αποδείχθηκε το αδίκημα της απειλής, κατά παράβαση του άρθρου 91Α του Ποινικού Κώδικα και των σχετικών προνοιών του Περί Πρόληψης και Καταπολέμησης της Βίας κατά των Γυναικών και της Ενδοοικογενειακής Βίας Νόμου, Ν.115(Ι)/2021.
Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει επίσης την κατηγορία της επίθεσης προκαλούσας πραγματική σωματική βλάβη, κατά παράβαση του αρ. 243 του Ποινικού Κώδικα, των αρ. 2, 3, 5(α) και 11 του Ν. 115(Ι)/2021 και των αρ. 2, 3(1)(4) και 23 του Ν.119(Ι)/2000 ως έχει τροποποιηθεί.
Για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα αυτό, σύμφωνα με το αρ. 3(1)(4) του Ν.119(Ι)/2000, πέραν του στοιχείου της επίθεσης, απαιτείται και η απόδειξη της πρόκλησης πραγματικής σωματικής βλάβης, καθώς επίσης και η ιδιότητα του μέλους της οικογένειας, εν τη εννοία του νόμου.
Ως «σωματική βλάβη», το αρ. 4 του Ποινικού Κώδικα ορίζει την «σωματική βλάβη, ασθένεια ή διαταραχή, είτε μόνιμη είτε προσωρινή».
Ως λέχθηκε στην Αχτάρ ν Αστυνομίας (2010) 2 Α.Α.Δ 397, σε σχέση με το τι συνιστά πραγματική σωματική βλάβη, δεν είναι ανάγκη ο τραυματισμός να έχει μόνιμο χαρακτήρα ή να είναι τέτοιος που να τον κατατάσσει στη βαριά σωματική βλάβη. Χρειάζεται όμως να διαπιστωθεί ως πραγματικό γεγονός η επίθεση, η απουσία της οποίας θα κατέτασσε την περίπτωση στο αδίκημα της απλής επίθεσης. Έχει επίσης νομολογηθεί, ότι πραγματική σωματική βλάβη θεωρείται και επίθεση που προκαλεί υστερική νευρική κατάσταση,[25] ενώ ακόμη και επιφανειακή εκδορά στο πρόσωπο με ερέθισμα, θεωρήθηκε αρκετή για σκοπούς του Άρθρου 243.[26]
Για τη στοιχειοθέτηση του αδικήματος της επίθεσης προκαλούσας πραγματική σωματική βλάβη, η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει ότι πληρούνται τα ακόλουθα συστατικά στοιχεία, με βάση τις πρόνοιες του αρ. 3(1)(α) του Ν.119(Ι)/2000:
(α) ότι ο κατηγορούμενος άσκησε βία,
(β) με πράξη, παράλειψη ή συμπεριφορά
(γ) εναντίον μέλους της οικογένειας του,
(δ) προκαλώντας του σωματική, σεξουαλική ή ψυχική βλάβη.
Στην προκείμενη περίπτωση, λαμβανομένων υπόψη των ευρημάτων του Δικαστηρίου και της ενώπιόν μου προσαχθείας μαρτυρίας, ικανοποιούμαι ότι τα στυστατικά στοιχεία του αδικήματος αυτού πληρούνται στον απαιτούμενο βαθμό, ότι δηλαδή την 24.8.2025 ο κατηγορούμενος άσκησε παρανόμως βία κατά της παραπονούμενης και συγκεκριμένα ότι της έριξε γροθιά στο δεξί μάτι, άρπαξε ένα μαξιλάρι το οποίο έβαλε στον αυχένα της και το χτυπούσε με τα χέρια του και την άρπαξε από τα μαλλιά και την έριξε στο πάτωμα. Ως αποτέλεσμα, προκλήθηκε οίδημα και εκχυμώσεις στο δεξί μάτι της παραπονούμενης, καθώς επίσης και ευαισθησία.
Αναφορικά με το ζήτημα καταδίκης χωρίς ενισχυτική μαρτυρία, βάσει των προνοιών του Ν. Ν.119(Ι)/2000, επαναλαμβάνω, για σκοπούς πληρότητας, τα όσα αναφέρονται πιο πάνω επί του ζητήματος.
Η 8η κατηγορία αφορά στο αδίκημα της άσκησης βίας στην οικογένεια, κατά παράβαση των αρ. 2, 3(1)(4) και 23 του Ν.119(I)/2000. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του κατηγορητηρίου σε σχέση με την 8η κατηγορία, ο κατηγορούμενος δια της συμπεριφοράς του, μεταξύ Δεκεμβρίου του 2024 και 23.8.2025, προκάλεσε άμεσα ψυχική βλάβη στην παραπονούμενη.
Ως προς το τι συνιστά βία δυνάμει του αρ. 3(1) του Ν.119(I)/2000 και της σχέσης συμβίωσης που υπήρχε μεταξύ του κατηγορούμενου και της παραπονούμενης, παραπέμπω στα όσα εκτίθενται πιο πάνω.
Επανερχόμενη στα περιστατικά της παρούσας, λαμβανομένων υπόψη των ευρημάτων μου και του συνόλου της μαρτυρίας η οποία τέθηκε ενώπιόν μου, δεν καταλήγω ότι έχει αποδειχθεί το συγκεκριμένο αδίκημα, καθότι ουδεμία μαρτυρία και δη επιστημονική, προσφέρθηκε από πλευράς Κατηγορούσας Αρχής, ως προς το ζήτημα της ψυχικής βλάβης, η οποία να προκλήθηκε άμεσα στην παραπονούμενη, εξαιτίας της συμπεριφοράς του κατηγορουμένου.
Η 9η κατηγορία αφορά στο αδίκημα της άσκησης ψυχολογικής βίας, κατά παράβαση των αρ. 2, 3, 6, 11 και 33 του Ν.115(Ι)/2021. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του κατηγορητηρίου σε σχέση με την 9η κατηγορία, ο κατηγορούμενος δια της συμπεριφοράς του, μεταξύ Δεκεμβρίου του 2024 και 23.8.2025, έπληξε σοβαρά τη ψυχολογική ακεραιότητα της παραπονούμενης ή της προκάλεσε πραγματικό φόβο.
Σύμφωνα με το αρ. 6 του εν λόγω νομοθετήματος:
«Πρόσωπο, το οποίο με τη συμπεριφορά του η οποία εκφράζεται με εξαναγκασμό, πίεση, υποτιμητικά σχόλια, εξύβριση ή απειλές πλήττει σοβαρά την ψυχολογική ακεραιότητα γυναίκας ή της προκαλεί πραγματικό φόβο, είναι ένοχο αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα πέντε (5) έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000) ή και στις δύο αυτές ποινές».
Από το πιο πάνω λεκτικό, συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος αυτού έχουν ως εξής:
(α) Πρόσωπο, με τη συμπεριφορά του η οποία εκφράζεται με εξαναγκασμό, πίεση, υποτιμητικά σχόλια, εξύβριση ή απειλές,
(β)(i) πλήττει σοβαρά την ψυχολογική ακεραιότητα γυναίκας,
ή
(β)(ii) της προκαλεί πραγματικό φόβο.
Εν προκειμένω, λαμβανομένων υπόψη των ευρημάτων μου και της αξιολόγησης της μαρτυρίας η οποία τέθηκε ενώπιόν μου, καταλήγω ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος έχουν αποδειχθεί. Και τούτο, διότι περί τον Ιούλιο του 2024 και την 24.8.2025, ο κατηγορούμενος με τη συμπεριφορά του, ήτοι μέσω απειλών προς την παραπονούμενη, της προκάλεσε πραγματικό φόβο.
Στο σημείο αυτό, σημειώνω, ότι σύμφωνα με τη μαρτυρία η οποία τέθηκε ενώπιόν μου, τα επίδικα περιστατικά έλαβαν χώρα μεταξύ Δεκεμβρίου του 2024 και της 24.8.2025 και όχι της 23ης Αυγούστου 2025, ως οι λεπτομέρειες του κατηγορητηρίου, πράγμα το οποίο δεν επηρεάζει την διαπίστωση και κατάληξη του Δικαστηρίου ως προς την πλήρωση των συστατικών στοιχείων του αδικήματος της 9ης κατηγορίας, δοθείσας της ανωτέρω εξήγησης.
Συνεπακόλουθα, κατ’ εφαρμογή των αρχών που διέπουν το θέμα, ως καταγράφονται ανωτέρω, θεωρώ ορθό και δίκαιο όπως προστεθεί μία νέα κατηγορία η οποία να ανταποκρίνεται στο ακριβές χρονικό πλαίσιο, ως σημειώνεται πιο πάνω. Τούτο, δεν θεωρώ ότι επηρεάζει καθ’ οιονδήποτε τρόπο τα δικαιώματα του κατηγορουμένου, ο οποίος ούτως ή άλλως αρνήθηκε ενοχή επί του συνόλου των κατηγοριών και η συνήγορός του αντεξέτασε την παραπονούμενη σε σχέση με όλα τα επίδικα περιστατικά, το δε αδίκημα που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει, παραμένει το ίδιο.
Ως εκ των άνω, προστίθεται η κατηγορία 12, με τις ίδιες λεπτομέρειες ως η αντίστοιχη κατηγορία 9, με την αντικατάσταση της ημερομηνίας «23.8.2025» με την ημερομηνία «Θα 24.8.2025».
[VII] Κατάληξη Δικαστηρίου
Ενόψει όλων των ανωτέρω, καταλήγω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε την υπόθεσή της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας εναντίον του κατηγορουμένου στις κατηγορίες 1, 2, 3, 4, 5, 6, 10, 11 και 12.
Ενόψει των όσων επεξηγούνται πιο πάνω, ο κατηγορούμενος απαλλάσσεται και αθωώνεται από τις κατηγορίες 7, 8 και 9.
Υπ.) ...............................
Χρ. Γ. Ππεκρή, Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
[1] Χρυσούλλα Καννάουρου κ.α. v. Ανδρέα Στατιώτη (1990) 1 Α.Α.Δ. 35.
[2] Ομήρου v. Δημοκρατίας (2001) 2 Α.Α.Δ. 506, Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρας (1992) 1 Α.Α.Δ. 1056, Σκορδέλλη και Άλλων ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 101/13 ημερ. 6.6.2016 & MOSSA (MUSSA) MOHAMMED MUSTAFA ν. Ανδρέα Κακουρή κ.α. (2002) 1 ΑΑΔ 165.
[3] Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρας (1992) 1 Α.Α.Δ. 1056, Σκορδέλλη και Άλλων ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 101/13 ημερ. 6.6.2016 & MOSSA (MUSSA) MOHAMMED MUSTAFA ν. Ανδρέα Κακουρή κ.α. (2002) 1 ΑΑΔ 165.
[5] Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ v. Πολυβίου (2009) 1 Α.Α.Δ. 339.
[6] Σ.Κ. ν. Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού (2010) 2 ΑΑΔ 304.
[7] Χρίστου ν. Khoreva (2002) 1 Α.Α.Δ. 454.
[8] Al Ittihad Al Watani κ.α. ν. Παπαδόπουλου (2000) 1(Γ) ΑΑΔ 1924).
[9] Vassiliko Cement Works Ltd v. Stavrou (1978) 1 C.L.R. 389, Νικολάου v. Σταύρου (1992) 1 Α.Α.Δ. 746, Star Fiber Glass Ltd v. Elneda Trading Ltd (1992) 1 Α.Α.Δ. 875 και Χαραλάμπους v. Αβραάμ κ.α. (1999) 1 Α.Α.Δ. 1441.
[10] Τ. Ηλιάδης & Ν. Σάντης, Το Δίκαιο της Απόδειξης, Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές (2016), Β’ Έκδοση, σελ. 580 – 584.
[11] Θεοσκέπαστη Φαρμ. ν. Δημοκρατίας (1990) 1 Α.Α.Δ. 984.
[12] Κωνσταντίνα Σιακόλα ν. Αστυνομίας, (2013) 2 Α.Α.Δ 110).
[14] Rabiul Hossain ν Αστυνομίας (2015) 2 ΑΑΔ 895.
[15] Σιακόλα ν. Αστυνομίας (2013) 2 ΑΑΔ 110.
[16] Γεν. Eισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Aνδρέα Σάζου (2001) 2 ΑΑΔ 18, Λοΐζου v. Αστυνομίας (1989) 2 Α.Α.Δ. 363, Γεν. Εισαγγελέας ν. Σπύρου (2002) 2 Α.Α.Δ. 71.
[19] Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας (2012) 2 ΑΑΔ 296.
[20] R v. Venna [1975] 3 All E.R 788.
[21] R. v. Caldwell (1981) 1 All E.R. 964.
[22] R. v. Rolphe [1953] 36 Cr. App. R.4.
[23] Σ.Σ. κ.α. ν. Δημοκρατία, Ποιν. Εφ. Αρ. 147/2016, 148/2016 ημερ. 20.11.2019.
[24] Νετζιήπ ν. Αστυνομίας (1992) 2 ΑΑΔ 1.
[25] R. v. Miller [1954] 2 Q.B. 282.
[26] Ανδρέας Πολυδώρου Γεωργιάδης ν. Αστυνομίας (1985) 2 Α.Α.Δ. 56.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο