ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. Α.Σ., Αρ. Υπόθεσης: 16956/2025, 25/2/2026
print
Τίτλος:
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. Α.Σ., Αρ. Υπόθεσης: 16956/2025, 25/2/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Γ. Ππεκρή, Ε.Δ.

Αρ. Υπόθεσης: 16956/2025

 

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ

 

Κατηγορούσα Αρχή

ν

 

Α.Σ.

Κατηγορούμενος

Ημερομηνία: 25 Φεβρουαρίου 2026

Εμφανίσεις:

Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Β. Δανιηλίδου

Για τον Κατηγορούμενο: κα Σ. Αδάμου

Κατηγορούμενος παρών.

ΠΟΙΝΗ

(Δοθείσα Αυθημερόν)

 

Ο κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος, κατόπιν παραδοχής του, για τα αδικήματα της απειλής (1η κατηγορία), της άσκησης ψυχολογικής βίας (3η και 9η κατηγορία), της κακομεταχείρισης ζώου (6η κατηγορία) και της κοινής επίθεσης (7η κατηγορία), κατά παράβαση των προνοιών του Ποινικού Κώδικα και της οικείας νομοθεσίας.

 

Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο αναφορικά με την 1η κατηγορία, ο κατηγορούμενος την 30.11.2025 στη Λεμεσό, προκάλεσε στην μάρτυρα 1 επί του κατηγορητηρίου («ΜΚ1») τρόμο, απειλώντας την με τη βία, δηλ. προτάσσοντας μια ξύλινη εικόνα, την απείλησε λέγοντάς της «I will kill you».

 

Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο αναφορικά με την 3η κατηγορία, ο κατηγορούμενος μεταξύ της 25ης Φεβρουαρίου 2025 και της 30ης Νοεμβρίου 2025 στη Λεμεσό, με τη συμπεριφορά του η οποία εκφράζεται με εξαναγκασμό, πίεση, υποτιμητικά σχόλια, εξύβριση ή απειλές, έπληξε σοβαρά τη ψυχολογική ακεραιότητα της ΜΚ1 και της προκάλεσε πραγματικό φόβο.

Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο αναφορικά με την 6η κατηγορία, ο κατηγορούμενος την 30η Νοεμβρίου 2025 στη Λεμεσό, επέφερε φρικτό θάνατο σε ένα γάτο.

 

Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο αναφορικά με την 7η κατηγορία, ο κατηγορούμενος την 30η Νοεμβρίου 2025 στη Λεμεσό, παράνομα επιτέθηκε κατά της μάρτυρος 2 επί του κατηγορητηρίου («ΜΚ2»).

 

Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο αναφορικά με την 9η κατηγορία, ο κατηγορούμενος την 30η Νοεμβρίου 2025 στη Λεμεσό, με τη συμπεριφορά του η οποία εκφράζεται με εξαναγκασμό, πίεση, υποτιμητικά σχόλια, εξύβριση ή απειλές, έπληξε σοβαρά την ψυχολογική ακεραιότητα της ΜΚ2 και της προκάλεσε πραγματικό φόβο.

 

Παρενθετικά σημειώνω, ότι οι κατηγορίες 2, 4, 5, 8 και 10 ανεστάλησαν και ο κατηγορούμενος απαλλάχθηκε από αυτές.

 

Εκθέτοντας τα γεγονότα της υπόθεσης, η ευπαίδευτη εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής κατέθεσε κείμενο γεγονότων, το οποίο σημειώθηκε ως Έγγραφο Α και κατατέθηκε στον φάκελο του Δικαστηρίου.

 

Ως αναφέρεται, μεταξύ άλλων, στο Έγγραφο Α, την 30.11.2025, στο σπίτι όπου διέμεναν οι παραπονούμενοι μαζί με τον κατηγορούμενο, ο τελευταίος ζήτησε από τους παραπονούμενους να τον πάρουν κάπου με το αυτοκίνητο για να αγοράσει ναρκωτικά, πράγμα το οποίο οι παραπονούμενοι αρνήθηκαν να πράξουν. Τότε ο κατηγορούμενος άρχισε να ζητά χρήματα, να φωνάζει και να βρίζει, ενώ απείλησε την παραπονούμενη με τη φράση «I will kill you».

 

Όταν η παραπονούμενη αρνήθηκε να πράξει τα όσα ο κατηγορούμενος ζητούσε, αυτός άρπαξε μία ξύλινη εικόνα και την πέταξε σε ένα από τα γατάκια που βρίσκονταν στο σπίτι, πετυχαίνοντάς το στο κεφάλι και σκοτώνοντας το. Στη συνέχεια, στο μέρος έφτασε η 2η παραπονούμενη, η οποία άκουσε τη φασαρία και φώναξε στον κατηγορούμενο ότι έκανε την 1η παραπονούμενη να κλαίει και ότι σκότωσε τον γάτο, με τον κατηγορούμενο να την πλησιάζει και να ακουμπά το μάγουλο της.

Στο μέρος έφτασε περίπολο της Αστυνομίας το οποίο συνόδευσε τον κατηγορούμενο στα γραφεία του ΤΑΕ Λεμεσού με τη συγκατάθεση του και ακολούθως εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης εναντίον του.

 

Ως η ευπαίδευτη εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής ανέφερε, ο κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου.

 

Αγορεύοντας για σκοπούς μετριασμού της ποινής που θα επιβληθεί στον κατηγορούμενο, η ευπαίδευτη συνήγορος υπεράσπισης υιοθέτησε την Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας και κάλεσε το Δικαστήριο, όπως για σκοπούς επιβολής ποινής, λάβει υπόψη του την παραδοχή και απολογία του κατηγορουμένου, το λευκό ποινικό του μητρώο, το γεγονός ότι έχει συμφιλιωθεί με την παραπονούμενη η οποία τον έχει συγχωρέσει, καθώς επίσης και την πρόθεσή του να παρακολουθήσει πρόγραμμα απεξάρτησης όταν αποφυλακιστεί.

 

Αναφέρθηκε περαιτέρω εκτενώς στις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων, επισημαίνοντας, ότι δεν υπήρξε προσχεδιασμός και ότι ο κατηγορούμενος κατά τη συγκεκριμένη ημέρα είχε καταναλώσει αλκοόλ και βρισκόταν σε στάδιο απεξάρτησης από ναρκωτικές ουσίες, απεξάρτηση την οποία επιχειρούσε μόνος του. Ως επισήμανε, στο σπίτι όπου διέμενε ο κατηγορούμενος μαζί με τους παραπονούμενους, υπάρχουν πολλά ζώα, τα οποία αγαπά, και δεν είχε πρόθεση να προκαλέσει τον θάνατο στο γατάκι, επρόκειτο δε για πράξη πάνω στον θυμό που του προκαλούσε η κατάσταση στην οποία βρισκόταν.

 

Επιπρόσθετα, η ευπαίδευτη συνήγορος υπεράσπισης κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψη τον χρόνο κατά τον οποίο ο κατηγορούμενος τελεί υπό κράτηση και εισηγήθηκε όπως τυχόν ποινή στερητική της ελευθερίας, ανασταλεί. Τέλος, σημείωσε ότι ο κατηγορούμενος, πριν τεθεί υπό κράτηση, λάμβανε ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα, το οποίο δεν λαμβάνει πλέον ένεκα της κράτησης του.

 

Στην Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας η οποία τέθηκε ενώπιόν μου, αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι ο κατηγορούμενος είναι απόφοιτος κλάδου μαγειρικής-τραπεζοκομίας της Τεχνικής Σχολής Λεμεσού, άγαμος, ασθενής και λήπτης ΕΕΕ.[1] Έχει δύο αδέρφια και οι γονείς του είναι διαζευγμένοι, ενώ δεν διαθέτει οποιαδήποτε περιουσιακά στοιχεία ή χρέη. Ο πατέρας του κατάγεται από τη Μολδαβία και η μητέρα του από τη Λευκορωσία και σε ηλικία έξι ετών ήρθε στην Κύπρο μαζί με τη μητέρα του, η οποία λίγα χρόνια αργότερα τέλεσε γάμο με Κύπριο, με τον οποίο απέκτησαν δύο παιδιά και ο κατηγορούμενος υιοθετήθηκε από τον εν λόγω σύζυγο της μητέρας του. Περί το 2009, η μητέρα του κατηγορούμενου και ο θετός πατέρας του χώρισαν.

 

Ως επίσης αναφέρεται στην Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, ο κατηγορούμενος υπηρέτησε για πέντε μήνες στην Εθνική Φρουρά και ακολούθως πήρε απαλλαγή λόγω προβλημάτων ψυχικής υγείας που αντιμετωπίζει. Από την ηλικία των 17 ετών παρακολουθείται από κυβερνητικό ψυχίατρο και λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή λόγω προβλημάτων ψυχικής υγείας και ουσιοεξάρτησης, ενώ νοσηλεύτηκε αρκετές φορές στην Ψυχιατρική Πτέρυγα του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού.

 

Η επιβολή ποινής είναι ένα πολύ λεπτό έργο του Δικαστηρίου, καθώς απαιτείται η εξισορρόπηση μεταξύ του γενικού συμφέροντος απονομής της δικαιοσύνης και της εξατομίκευσης της ποινής, λαμβανομένων υπόψη των ειδικών περιστατικών εκάστης περίπτωσης, καθώς επίσης και της σοβαρότητας του διαπραχθέντος αδικήματος. Με άλλα λόγια, η ποινή που θα επιβληθεί, πρέπει να αρμόζει στο πρόσωπο του παραβάτη, αλλά και στο αδίκημα που έχει διαπραχθεί.[2]

 

Παράλληλα, η εξατομίκευση της ποινής δεν συνεπάγεται εξουδετέρωση, ούτε της σοβαρότητας του εγκλήματος, ούτε του στοιχείου της αποτροπής, όταν συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή, τόσο για τον ίδιο τον κατηγορούμενο, όσο και για το κοινό γενικότερα.[3] Επισημαίνεται ωστόσο, ότι η σοβαρότητα των διαπραχθέντων αδικημάτων, δεν οδηγεί σε ατονία το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής.[4]

Διαφωτιστικά είναι τα όσα αναφέρθηκαν επί τούτου στην Πισκόπου v. Δημοκρατίας (1999) 2 Α.Α.Δ. 342.

 

Αναφορικά με τη σοβαρότητα των κατηγοριών που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος, αυτή αντανακλάται από τις ποινές που προβλέπει η οικεία νομοθεσία,[5] καθώς, ως έχει νομολογηθεί, το μέγιστο ύψος της ποινής που είναι δυνατό να επιβληθεί, λαμβανομένης υπόψη της εκ του νόμου προβλεπόμενης ποινής, αποτελεί τη βάση από την οποία το Δικαστήριο ξεκινά τη διεργασία του, για σκοπούς επιμέτρησης και καθορισμού της ποινής.[6]

 

Ειδικότερα, για το αδίκημα της απειλής, το αρ. 91Α του Ποινικού Κώδικα προβλέπει την επιβολή ποινής φυλάκισης μέχρι τα τρία έτη. Πρόκειται για αδίκημα το οποίο κατηγοριοποιείται ως αδίκημα βίας κατά των γυναικών, σύμφωνα με το αρ. 5(α) του  Περί της Πρόληψης και της Καταπολέμησης της Βίας κατά των Γυναικών και της Ενδοοικογενειακής Βίας και περί Συναφών Θεμάτων Νόμο του 2021 (Ν.115(I)/2021), το αρ. 11 του οποίου, παραθέτει ορισμένες επιβαρυντικές περιστάσεις, τις οποίες το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του κατά την επιμέτρηση και επιβολή ποινής, σε τέτοιας φύσεως αδικήματα, ένεκα της σοβαρότητάς τους.

 

Αναφορικά με το αδίκημα της άσκησης ψυχολογικής βίας, το αρ. 6 του Ν. 115(I)/2000 προβλέπει την επιβολή ποινής φυλάκισης μέχρι πέντε έτη.

 

Σε σχέση με το αδίκημα της κακομεταχείρισης ζώου, το αρ. 27 του περί Προστασίας και Ευημερίας των Ζώων Νόμου του 1994 (Ν. 46(I)/1994), προβλέπει ότι πρόσωπο το οποίο παραβαίνει τις διατάξεις του εν λόγω νομοθετήματος, υπόκειται σε φυλάκιση για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει τους είκοσι τέσσερις μήνες ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις είκοσι χιλιάδες ευρώ ή και στις δύο αυτές ποινές και σε περίπτωση δεύτερης ή μεταγενέστερης καταδίκης, σε φυλάκιση για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει τους τριάντα έξι μήνες ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις τριάντα χιλιάδες ευρώ ή και στις δύο αυτές ποινές.

Τέλος, για το αδίκημα της κοινής επίθεσης, το αρ. 242 του Ποινικού Κώδικα προβλέπει την επιβολή ποινής φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τον ένα χρόνο ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις χίλιες λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές. Το συγκεκριμένο αδίκημα, κατηγοριοποιείται ως αδίκημα βίας κατά των γυναικών, σύμφωνα με το αρ. 5(α) του Ν.115(I)/2021, ενώ με βάση το αρ. 4 του Περί Βίας στην Οικογένεια Νόμου (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) (Ν.119(I)/2000), η φυλάκιση αυξάνεται από ένα σε δύο χρόνια ή επιβάλλεται η προβλεπόμενη χρηματική ποινή ή και οι δύο ποινές.

 

Πέραν της αντικειμενικής σοβαρότητας των αδικημάτων, η οποία πηγάζει από την προβλεπόμενη εκ της νομοθεσίας ποινή, η σοβαρότητά τους προκύπτει και από τη σχετική επί του θέματος νομολογία.

 

Για τα αδικήματα που αφορούν σε βία στην οικογένεια, σχετικά παραπέμπω στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Γεωργίου (2002) 2 ΑΑΔ 464, όπου αναφέρθηκαν τα εξής:

 

«Η σοβαρότητα εγκλημάτων βίας στην οικογένεια είναι αυτόδηλη. Εκτός από το τραύμα που επιφέρουν, τείνουν να πλήξουν τη συνοχή της οικογένειας και την υπόσταση των μελών της.  Χρήση βίας από το σύζυγο κατά της συζύγου του αποτελεί ιδιαίτερη πτυχή εγκλημάτων βίας στην οικογένεια, τα οποία έχουν ως γενεσιουργό αιτία τη χρήση βίας ως μέσο επιβολής της θέλησης του συζύγου επί της συζύγου του και την κυριαρχία του στην οικογένεια, με έρεισμα τη σωματική του δύναμη. Η βία αντικαθιστά το λόγο και η ισχύς τη λογική. Εξαρθρώνεται το κλίμα ισότητας που πρέπει να χαρακτηρίζει τις σχέσεις των συζύγων - (βλ. Κούλλουρος ν. Κούλλουρου & Άλλου (1989) 1(Ε) Α.Α.Δ. 50). Η άσκηση βίας από το σύζυγο εις βάρος της συζύγου του αποτελεί ανάθεμα για τις συζυγικές σχέσεις και πλήττει τον πυρήνα της οικογένειας. Τέτοια συμπεριφορά δε γίνεται ανεκτή.  Πρέπει να εκριζωθεί από την οικογένεια.»

 

Ως έχει επίσης νομολογηθεί, η χρήση βίας κατά του συνανθρώπου συνιστά αδίκημα ιδιάζουσας σοβαρότητας. Πλήττει το θεμελιώδες δικαίωμα της σωματικής ακεραιότητας του ατόμου το οποίο κατοχυρώνει το Άρθρο 7(1) του Συντάγματος και καταρρακώνει την αξιοπρέπειά του.

 

Η ωμή χρήση βίας, είτε ως μέσο επικράτησης, είτε ως μέσο εκδίκησης, είτε ως μέσο τιμωρίας, δεν έχει θέση στην κοινωνία των ανθρώπων. Η εκδήλωσή της, πρέπει να τιμωρείται με την αυστηρότητα που επιβάλλει η σοβαρότητα του εγκλήματος και η ανάγκη για τη γενική καταστολή τέτοιας συμπεριφοράς.

 

Πέραν των ανωτέρω, η συχνότητα διάπραξης τέτοιων αδικημάτων, αναφορικά με την οποία το Δικαστήριο αντλεί δικαστική γνώση από τις πολλές υποθέσεις που καταχωρούνται ενώπιον του, καταδεικνύει τη σοβαρότητά τους και συγχρόνως, επιτάσσει όπως τα Δικαστήρια προσεγγίζουν με αυστηρότητα τέτοια αδικήματα με σκοπό την αποτροπή τους, χωρίς βεβαίως αυτό να ατονεί το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής.[7]

 

Η δε κακομεταχείριση ζώου, αποτελεί βίαιη, απάνθρωπη και απαράδεκτη συμπεριφορά και πρέπει να αντιμετωπίζεται από το Δικαστήριο με τη δέουσα αυστηρότητα, ώστε να στέλνονται στην κοινωνία τα σωστά, αποτρεπτικά μηνύματα.

 

Παρεμβάλλω, ότι οι προηγούμενες αποφάσεις που αφορούν στην επιβολή ποινών, παρέχουν ένδειξη του μέτρου τιμωρίας συγκεκριμένων αδικημάτων και των παραμέτρων του καθορισμού της ποινής, πλην όμως δεν έχουν τον δεσμευτικό χαρακτήρα που ενέχει ο καθορισμός αρχών δικαίου, καθώς η ποινή που επιβάλλεται σε μια συγκεκριμένη υπόθεση, είναι αλληλένδετη με τις ιδιαιτερότητες των γεγονότων που τη συνθέτουν και των συνθηκών του εκάστοτε παραβάτη.[8]

 

Έχοντας κατά νου όλα τα ανωτέρω, προχωρώ στην επιβολή της αρμόζουσας κατά την κρίση μου ποινής στον κατηγορούμενο.

 

Προς τούτο, λαμβάνω υπόψη μου τα γεγονότα της υπόθεσης, καθώς επίσης και τη σοβαρότητα των αδικημάτων που έχουν διαπραχθεί και τον αποτρεπτικό χαρακτήρα που πρέπει να χαρακτηρίζει την ποινή που θα επιβληθεί στον κατηγορούμενο. Παράλληλα, λαμβάνω υπόψη μου, επιβαρυντικά για τον κατηγορούμενο, το γεγονός ότι διέπραξε τα αδικήματα εις βάρος μελών της οικογένειας του (βλ. άρθρο 11 του Ν.115(Ι)/2021, όπου εφαρμόζεται).  

 

Λαμβάνω περαιτέρω υπόψη μου τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων, τον χρόνο κατά τον οποίο ο κατηγορούμενος τελεί υπό κράτηση, καθώς επίσης και τις προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις του, ως καταγράφονται στην Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, ιδιαίτερα δε το γεγονός ότι πρόκειται για πρόσωπο το οποίο είναι χρόνια ουσιοεξαρτώμενο και αντιμετωπίζει διάφορα προβλήματα υγείας. Εντούτοις, σημειώνω, ότι οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου δεν μπορεί να υπερφαλαγγίζουν το δημόσιο συμφέρον, το οποίο επιτάσσει την επιβολή αυστηρών ποινών, αναφορικά με τη διάπραξη τέτοιας φύσεως αδικήματα.

 

Λαμβάνω περαιτέρω υπόψη μου ότι ελλείπει το στοιχείο του προσχεδιασμού, καθώς, από τα όσα τέθηκαν ενώπιόν μου, δεν διαπιστώνεται να προηγήθηκαν της διάπραξης των αδικημάτων, ενέργειες οι οποίες να υποδηλώνουν την ύπαρξη τέτοιου προσχεδιασμού, αλλά και την πρόθεση του κατηγορουμένου για απεξάρτηση από ναρκωτικές ουσίες και επανένταξη στην κοινωνία, η οποία σύμφωνα με τη νομολογία, πρέπει να επικροτείται. Τέλος, λαμβάνω υπόψη μου το λευκό ποινικό μητρώο, την παραδοχή και την απολογία του κατηορουμένου, έστω και σε αυτό το στάδιο.

 

Συνεκτιμώντας και σταθμίζοντας όλους τους πιο πάνω παράγοντες, σε συνάρτηση με τα γεγονότα της υπόθεσης και τον αποτρεπτικό χαρακτήρα που πρέπει να διέπει την ποινή που θα επιβληθεί στον κατηγορούμενο, καταλήγω όλοι οι ανωτέρω παράγοντες, μπορούν να επηρεάσουν το ύψος, αλλά όχι το είδος της ποινής, που δε μπορεί να είναι άλλη, από τη στέρηση της ελευθερίας. Αυτή, είναι και η μόνη ποινή η οποία θα στείλει κατά την κρίση του Δικαστηρίου, τα σωστά μηνύματα στην κοινωνία.

 

Όπως έχει άλλωστε νομολογηθεί, σε αδικήματα για τα οποία αρμόζει η επιβολή αποτρεπτικής ποινής, οι προσωπικές περιστάσεις των κατηγορούμενων είναι ήσσονος σημασίας.[9]

 

Συνεπακόλουθα, έχοντας κατά νου όλα τα ανωτέρω και ασκώντας τη μέγιστη δυνατή επιείκεια, επιβάλλονται στον κατηγορούμενο οι ακόλουθες ποινές:

 

3η κατηγορία: Ποινή Φυλάκισης 3 μηνών.

6η κατηγορία: Ποινή Φυλάκισης 3 ½  μηνών.

7η κατηγορία: Ποινή Φυλάκισης 3 ½ μηνών.

9η κατηγορία: Ποινή Φυλάκισης 3 μηνών.

 

Οι πιο πάνω ποινές φυλάκισης συντρέχουν, λαμβανομένων υπόψη των αρχών που διέπουν το θέμα, καθότι πρόκειται για αδικήματα τα οποία απορρέουν από μια ενιαία έκνομη συμπεριφορά, συνδέονται δε, χρονικά και τοπικά.[10]

 

Σε σχέση με την 1η κατηγορία, δεν επιβάλλεται καμία ποινή, λαμβανομένης υπόψη της αρχής της αναλογικότητας και του ότι πρόκειται για το σύνολο μίας ενιαίας εγκληματικής συμπεριφοράς.

 

Ενόψει του ότι η επιβληθείσα ποινή φυλάκισης δεν ξεπερνά τα τρία έτη, προχωρώ σε εξέταση του ενδεχομένου αναστολής της.

 

Σύμφωνα με το άρθρο 3 του περί της Υφ’ Όρων Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, Ν. 95/72, όπως τροποποιήθηκε από τον Ν.186(Ι)/2003, η ποινή της φυλάκισης μπορεί να ανασταλεί, κατόπιν άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, νοουμένου ότι αυτή δεν ξεπερνά τα τρία έτη.

 

Πρόκειται για εξουσία του Δικαστηρίου η οποία δυνατό να ασκηθεί εάν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου.[11]

 

Διευκρινίζεται, ότι η αναστολή της ποινής φυλάκισης δεν αποτελεί εναλλακτικό μέτρο τιμωρίας του κατηγορουμένου, αλλά διεργασία στην οποία προβαίνει το Δικαστήριο κατόπιν επιβολής ποινής φυλάκισης, εάν και εφόσον συντρέχουν λόγοι που αιτιολογούν την αναστολή της.[12]

 

Επιπρόσθετα, η ενδεχόμενη αναστολή της ποινής φυλάκισης δεν αλλοιώνει τον χαρακτήρα της ποινής, καθώς η δυνατότητα αναστολής της ποινής φυλάκισης, διαχωρίζεται από την απόφαση επιβολής ποινής φυλάκισης.

 

Τα δε κριτήρια επί των οποίων θα βασιστεί το Δικαστήριο κατά τη βάσανο της αξιολόγησης αυτής δεν είναι ανελαστικά, αλλά παρέχεται ευρεία διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να σταθμίσει όλους τους παράγοντες, πάντοτε με γνώμονα το συμφέρον της δικαιοσύνης.[13]

 

Αναφορικά με τα κριτήρια αξιολόγησης του ενδεχομένου της αναστολής της ποινής φυλάκισης, ως έχουν τεθεί νομολογιακώς, παραπέμπω στις Γενικός Εισαγγελέας ν. Ρομίνα Τζιαουχάρη (2005) 2 ΑΑΔ 161 και Γενικός Εισαγγελέας v. Φανιέρου (1996) 2 ΑΑΔ 303.

 

Σταθμίζοντας όλα τα ανωτέρω και δίχως να παραγνωρίζω τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου και τους ελαφρυντικούς παράγοντες που αφορούν στο πρόσωπό του, δεν καταλήγω ότι δικαιολογείται η άσκηση της διακριτικής μου ευχέρειας υπέρ της αναστολής εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης που έχει επιβληθεί στον κατηγορούμενο, ένεκα της σοβαρότητας των αδικημάτων που έχει διαπράξει, αλλά και της έξαρσης στην οποία βρίσκονται τέτοιας φύσεως αδικήματα. Διαφορετική κατάληξη, θεωρώ ότι θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα προς την κοινωνία.

 

Ως έχει άλλωστε νομολογηθεί, η αναστολή της ποινής φυλάκισης δεν ενδείκνυται, όταν τα αδικήματα που αφορά η υπόθεση βρίσκονται σε έξαρση και η τιμωρία του παραβάτη, συνιστά επιπρόσθετα, μέσο αποτροπής άλλων πιθανών παραβατών, καθώς η προστασία του δημοσίου συμφέροντος, είναι υπεράνω οιωνδήποτε προσωπικών περιστάσεων.[14]

 

Ενόψει όλων των ανωτέρω, η ποινή φυλάκισης που επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο θα έχει άμεση ισχύ από σήμερα. Ωστόσο, διατάζεται, όπως μειωθεί κατά το χρονικό διάστημα που ο κατηγορούμενος τελεί υπό κράτηση μέχρι σήμερα ως υπόδικος, δυνάμει του αρ. 117 του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, δηλ. από 1.12.2025.

 

Τα τεκμήρια να κατασχεθούν και να καταστραφούν.

 

Έξοδα €80,00 να καταβληθούν από τη Δημοκρατία.

 

 

 

(Υπ.) …………………..

Χρ. Γ. Ππεκρή, Ε.Δ.

Πιστό Αντίγραφο

 

Πρωτοκολλητής



[1] Το οποίο διεκόπη βάσει της αναφοράς της συνηγόρου υπεράσπισης.

 

[2] Κυριάκος Σακαρίδης ν. Αστυνομίας (2011) 2 ΑΑΔ 272.

 

[3] Οδυσσέας Θεοχάρη Καλανίδης κ.α. v. Αστυνομίας (2009) 2 ΑΑΔ 298, Σωκράτους v. Δημοκρατίας (1994) 2 Α.Α.Δ. 132 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Ανδρέα Τόκκαλλου (2001) 2 Α.Α.Δ. 95).

 

[4] Θεοχάρους v. Αστυνομίας (2008) 2 Α.Α.Δ. 575).

 

[5] Βραχίμης v. Αστυνομίας (2000) 2 Α.Α.Δ. 527.

 

[6] Λεβέντης v. Αστυνομίας (1999) 2 ΑΑΔ 632, Γενικός Εισαγγελέας ν. Αριστοτέλους (2004) 2 ΑΑΔ 166.

 

[7] Κωνσταντίνου v. Δημοκρατίας (1989) 2 Α.Α.Δ. 224.

 

[8] Χαραλάμπους v. Δημοκρατίας (2000) 2 Α.Α.Δ. 1, Ειρηναίος Γεωργίου ν. Δημοκρατίας Π.Ε. Αρ, 61/2020 ημερ. 14.7.2022.

 

[9] Παναγιώτου ν. Αστυνομίας (2001) 2 ΑΑΔ 540.

 

[10] Ekole v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση αρ. 108/2021 ημερ. 15.2.2022, ECLI:CY:AD:2022:B62, Σάκκος ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση αρ. 196/2020 ημερ. 20.9.2022, ECLI:CY:AD:2022:B355, Μohamed Αlahmad ν. Δημοκρατίας, Π.Ε. 235/2022 ημερ. 30.9.2025.

 

[11] Βλ. Siminoiu v. Αστυνομίας (2012) 2 ΑΑΔ 699 και Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας (2009) 2 ΑΑΔ 583.

 

[12] Βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Στέφανου Περατικού (1997) 2 Α.Α.Δ. 373.

 

[13] Koukos v. Police (1986) 2 C.L.R. 1.

 

[14] Σ.Π.Ε. Λακατάμιας-Δευτερας Λτδ. ν. Δράκου, Πoινική Έφεση Αρ.129/2015 ημερ. 15.11.2017.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο