ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. ΜΙΝΤΗ ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ, ΠΡΟΣ. Ε.Δ.
Αρ. Υπόθεσης 15749/2025
ΜΕΤΑΞΥ:
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ
ν.
DIMITAR GEORGIEV MIHAYLOV
Κατηγορούμενος
Ημερομηνία: 19/06/2026
Εμφανίσεις:
Για Κατηγορούσα Αρχή: κος Π. Ευριπίδου (για να ακούσει απόφαση η κα Μ. Κακόψητου)
Για Κατηγορούμενο: κα Μ. Χριστοδούλου
Κατηγορούμενος, παρών
ΠΟΙΝΗ
[I] ΑΔΙΚΗΜΑΤΑ
1. Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει 5 κατηγορίες, ήτοι (α) της πρόκλησης θανάτου λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης, ή επικίνδυνης πράξης, κατά παράβαση του άρθρου 210 του Ποινικού Κώδικα, ΚΕΦ. 154 και άρθρα 19 και 20Α του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου Ν. 86/1972, όπως τροποποιήθηκε (1η κατηγορία), (β) της οδήγησης οχήματος καθ’ όν χρόνο η αναλογία αλκοόλης στην εκπνοή υπερέβαινε το καθορισθέν όριο, κατά παράβαση των άρθρων 2, 5(1)(2) και 11 του περί Οδικής Ασφάλειας Νόμου, Ν. 174/1986, όπως έχει τροποποιηθεί ως σήμερα (2η κατηγορία), (γ) της χρήσης μηχανοκίνητου οχήματος άνευ ασφάλειας έναντι κινδύνου τρίτου μέρους, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3(1)(α)(3)(4)(5), 38 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων (Ασφάλισης Ευθύνης Έναντι Τρίτου) Νόμος 96(Ι)/2000, όπως τροποποιήθηκε ως σήμερα (3η κατηγορία), (δ) οδήγηση μηχανοκινήτου οχήματος χωρίς ισχύουσα άδεια οδήγησης, κατά παράβαση των άρθρων 2, 8(1), 49 και 54 του περί Αδείας Οδήγησης Νόμου 94(Ι)/2001, όπως τροποποιήθηκε ως σήμερα (4η κατηγορία) και (ε) της χρήσης μηχανοκινήτου οχήματος, κατά παράβαση των Καν. 14(1)(α), 72 των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών του 1984 και άρθρο 19 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/1972, όπως τροποποιηθεί ως σήμερα (5η κατηγορία).
2. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των κατηγοριών, ο Κατηγορούμενος, στις 06/11/2025 στον παλαιό δρόμο Λευκωσίας-Λεμεσού, παρά την αερογέφυρα της Μονής, της επαρχίας Λεμεσού, ενώ οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα τύπου VAN με αρ. εγγραφής [ ] (εφεξής «βαν αυτοκίνητο»), λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς, που δεν αναγόταν σε υπαίτια αμέλεια, χωρίς πρόθεση, επέφερε το θάνατο του Γεώργιου Γεωργίου (εφεξής το «θύμα»), τέως από τη Λεμεσό (1η κατηγορία). Κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο, ο Κατηγορούμενος οδηγούσε το βαν αυτοκίνητο, ενώ είχε καταναλώσει τόση ποσότητα αλκοόλης η αναλογία της οποίας στην εκπνοή υπερέβαινε το καθορισθέν όριο, δηλαδή περιείχε 48 εκατομμυριοστά του γραμμαρίου αλκοόλης σε 100 χιλιοστά του λίτρου εκπνοής αντί 22 εκατομμυριοστά του γραμμαρίου αλκοόλης σε 100 χιλιοστά του λίτρου εκπνοής (2η κατηγορία). Περαιτέρω, ότι, κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο, ο Κατηγορούμενος οδηγούσε το βαν αυτοκίνητο χωρίς να υπάρχει σε ισχύ ασφαλιστήριο που αφορά ευθύνη έναντι τρίτου σχετική με την χρήση οχήματος από τον ίδιο (3η κατηγορία) και χωρίς να κατέχει ισχύουσα άδεια οδήγησης (4η κατηγορία). Η 5η κατηγορία αφορά την χρήση από τον Κατηγορούμενο του βαν αυτοκινήτου μεταξύ του μηνός Σεπτεμβρίου 2025 και της 06/11/2025, δηλαδή για διάστημα μεγαλύτερο των 30 ημερών από την ημερομηνία αλλαγής ιδιοκτησίας του, παραλείποντας να εγγραφεί ως ο νέος ιδιοκτήτης.
[II] ΣΚΙΑΓΡΑΦΗΣΗ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ
3. Η υπόθεση καταχωρήθηκε στις 12/11/2025 και το Δικαστήριο επιλήφθηκε αυτής αυθημερόν. Ζητήθηκε χρόνος, ορίστηκε για απάντηση 03/12/2025 και επιβλήθηκαν όροι για τη διασφάλιση της παρουσίας του Κατηγορούμενου, ο οποίος αφέθηκε ελεύθερος με περιοριστικούς όρους. Στις 03/12/2025, ο συνήγορος που εκπροσωπούσε τον Κατηγορούμενο κος Α. Μιχαήλ αποσύρθηκε, κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου και διορίστηκε η κα Ε. Μαχταβή, η οποία ζήτησε εκ νέου χρόνο για απάντηση, ώστε να λάβει το μαρτυρικό υλικό, οπόταν και η υπόθεση ορίστηκε στις 27/01/2026. Ενόψει του γεγονότος ότι, το μαρτυρικό υλικό δεν είχε συμπληρωθεί στην ολότητά του, η υπόθεση ορίστηκε για απάντηση εκ νέου στις 27/02/2026 και 23/03/2026 και στο μεσοδιάστημα υποβλήθηκε αίτημα νομικής αρωγής. Στις 23/03/2026 εγκρίθηκε το αίτημα παροχής δωρεάν νομικής αρωγής, συνήγορος του κατηγορούμενου διορίστηκε η κα Μ. Χριστοδούλου (η οποία εργάζεται στο δικηγορικό γραφείο της κας Ε. Μαχταβή που εμφανιζόταν μέχρι τότε), καταχωρήθηκε δε μη παραδοχή στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος. Η υπόθεση ορίστηκε για Ακρόαση χωρίς μάρτυρες στις 23/04/2026, έτσι ώστε να μελετηθεί η υπόθεση από την ευπαίδευτη συνήγορο του Κατηγορούμενου και επαναπρογραμματίστηκε στις 08/05/2026, δικάσιμη κατά την οποία ο Κατηγορούμενος, κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου, άλλαξε απάντηση και καταχώρησε παραδοχή σε όλες τις κατηγορίες. Ενόψει της εξέλιξης αυτής, προγραμματίστηκε για γεγονότα και επιβολή ποινής στις 03/06/2026 και 09/06/2026, οπόταν και επιφυλάχθηκε η ποινή.
[III] ΓΕΓΟΝΟΤΑ
4. Η Κατηγορούσα Αρχή κατέθεσε 4 έγγραφα με τη σύμφωνη γνώμη της ευπαίδευτης συνηγόρου του Κατηγορούμενου. Συγκεκριμένα, συνοπτική έκθεση γεγονότων (ΕΓΓΡΑΦΟ Α), σχεδιαγράφημα της σκηνής τού θανατηφόρου δυστυχήματος επί κλίμακας 1:250 (ΕΓΓΡΑΦΟ Β), βεβαίωση θανάτου, ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας-νεκροτομής του θύματος με συνημμένη την έκθεση του Εργαστηρίου Δικανικής Χημείας και Τοξικολογίας του Κράτους και βιβλιάριο φωτογραφιών της νεκροτομής (ως δέσμη ΕΓΓΡΑΦΟ Γ) και βιβλιάριο φωτογραφιών της σκηνής του θανατηφόρου δυστυχήματος, shots 001-126 (ΕΓΓΡΑΦΟ Δ).
5. Τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση, όπως έχουν εκτεθεί από την Κατηγορούσα Αρχή και καταγράφονται στην συνοπτική έκθεση (ΕΓΓΡΑΦΟ Α), δεν αμφισβητούνται από την ευπαίδευτη συνήγορο του Κατηγορούμενου.
6. Σύμφωνα με την συνοπτική έκθεση γεγονότων (ΕΓΓΡΑΦΟ Α), στις 06/11/2025 και περί ώρα 20:30, ο Κατηγορούμενος, ενώ βρισκόταν υπό την επήρεια αλκοόλης, οδηγούσε το βαν αυτοκίνητο στον παλαιό δρόμο Λευκωσίας-Λεμεσού με νότια κατεύθυνση. Σε κάποιο σημείο του δρόμου, παρά την ανισόπεδη γέφυρα του χωριού Μονή τής Λεμεσού, εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα, με αποτέλεσμα να ανακόψει την πορεία και να συγκρουστεί βίαια μετωπικά με την εξ αντιθέτου κατευθύνσεως ερχόμενη μοτοσικλέτα μεγάλου κυβισμού (1868κ.ε.) με αρ. εγγραφής [ ] (εφεξής «μοτοσικλέτα»), την οποία οδηγούσε κανονικά το θύμα στη λωρίδα κυκλοφορίας του με βόρεια κατεύθυνση. Τα ενεχόμενα οχήματα εντοπίστηκαν στις τελικές τους θέσεις και φωτογραφήθηκε η σκηνή (ΕΓΓΡΑΦΟ Δ).
7. Από την βιαιότατη σύγκρουση, το θύμα τραυματίστηκε αρκετά σοβαρά. Μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο στο Ιδιωτικό Νοσοκομείο Mediterranean, όπου παρά τις προσπάθειες, υπέκυψε στα τραύματά του στις 23:25 (ίδε βεβαίωση θανάτου, ΕΓΓΡΑΦΟ Β).
8. Ο Κατηγορούμενος μεταφέρθηκε και αυτός με τη σειρά του, με συνοδεία αστυνομικού, με ασθενοφόρο στο Γ.Ν. Λεμεσού, όπου έτυχε των Α’ Βοηθειών και απολύθηκε με θλάση αυχένα.
9. Το βαν αυτοκίνητο υπέστη εκτεταμένες ζημιές στο μπροστινό μέρος, με το κυρίως κτύπημα να είναι στο κέντρο-δεξιά, θρυμματίστηκε δε ο ανεμοθώρακας. Καταστράφηκε ολοσχερώς ο μπροστινός τροχός, μπροστινές περόνες και μπροστινό φανάρι της μοτοσικλέτας από την μετωπική σύγκρουση με το αυτοκίνητο (σημείο σύγκρουσης μπροστινό μέρος), περαιτέρω έπαθαν ζημιά το τιμόνι της μοτοσικλέτας από το σώμα του θύματος, όπως και το oil cooler λόγω της οπισθοδρόμησης του μπροστινού τροχού.
10. Ο Κατηγορούμενος υποβλήθηκε σε προκαταρκτικό έλεγχο αλκοόλης με ένδειξη 70mg% αντί 22mg% στις 21:10 και σε τελικό έλεγχο αλκοόλης με ένδειξη 48 mg% αντί 22 mg%. Υποβλήθηκε, επίσης, σε προκαταρκτικό έλεγχο νάρκοτεστ, με αρνητική ένδειξη.
11. Στις 07/11/2025 και ώρα 03:15 συνελήφθη ο Κατηγορούμενος δυνάμει δικαστικού εντάλματος σύλληψης και στις 13:21 εκδόθηκε διάταγμα προσωποκράτησής του για περίοδο 5 ημερών.
12. Σύμφωνα με την ιατροδικαστική έκθεση (ΕΓΓΡΑΦΟ Γ), ο θάνατος του θύματος επήλθε συνεπεία αιμορραγικού σοκ, συνεπεία πολλαπλών κακώσεων σώματος, οι οποίες προήλθαν από την επίδικη σύγκρουση. Δεν ανιχνεύθηκαν αιθυλική αλκοόλη, ελεγχόμενες ουσίες και κοινώς χορηγούμενα φάρμακα στο δείγμα αίματος του Κατηγορούμενου, εκτός από αναισθητικά και οπιούχα αναλγητικά φάρμακα (προποφόλη, λιδοκαΐνη και φαιντανύλη).
13. Στις 09/11/2025 και ώρα 19:00 διενεργήθηκαν εξετάσεις ορατότητας των δύο ενεχόμενων οδηγών και διαπιστώθηκε ότι, ο Κατηγορούμενος μπορούσε να δει αρχικά το αναμμένο φανάρι τής εξ αντιθέτου κατευθύνσεως διερχόμενης μοτοσικλέτας, από το σημείο Γ[1] μέχρι το σημείο Δ[2] του σχεδιαγραφήματος, σε απόσταση 83μ., σε απόσταση δε 75μ. από το σημείο Γ μέχρι το σημείο Ε[3] του σχεδιαγραφήματος η μοτοσικλέτα φαινόταν εξ ολοκλήρου. Το θύμα μπορούσε και αυτός να δει το βαν αυτοκίνητο από το σημείο Ε (απόσταση 75μ.).
14. Το θανατηφόρο δυστυχήμα επεσυνέβη κατά τη διάρκεια της νύκτας, σε σημείο όπου δεν υπάρχει οδικός φωτισμός. Ο καιρός ήταν αίθριος και το οδόστρωμα σε πολύ καλή κατάσταση και στεγνό. Ο δρόμος είναι ελαφρά κατηφορικός από βόρεια προς νότια (πορεία Κατηγορούμενου) και ελαφρά ανηφορικός από νότια προς βόρεια (πορεία θύματος) με κλίση 3%. Στο σημείο σύγκρουσης η κλίση του δρόμου είναι 1%. Ο δρόμος αποτελείται από μία λωρίδα κυκλοφορίας για κάθε κατεύθυνση και οι εξ αντιθέτου κατευθύνσεις χωρίζονται από άσπρη συνεχή διαχωριστική γραμμή. Στις άκριες του δρόμου υπάρχει ασφάλτινη προέκταση μέχρι το σιδερένιο προστατευτικό κιγκλίδωμα. Το ανώτατο όριο ταχύτητας είναι 50 ΧΑΩ.
15. Ο Κατηγορούμενος, ηλικίας 41 ετών, με καταγωγή την Βουλγαρία, ευρίσκεται στην Κύπρο τα τελευταία 2 έτη και εργάζεται ως πελεκάνος. Ανέφερε ενώπιον της Αστυνομίας ότι, είναι κάτοχος βουλγάρικης άδειας οδήγησης, την οποία του έκλεψαν, και κάτοχος ελληνικής άδειας οδήγησης, την οποία του κατάσχεσαν στην Ελλάδα και δεν ήταν σε θέση να παρουσιάσει οποιοδήποτε έγγραφο.
16. Το θύμα ήταν ηλικίας 51 ετών, άγαμο και διέμενε στον Πύργο, Λεμεσού. Ήταν κάτοχος κανονικής άδειας οδήγησης για κατηγορίες ΒΒ1, ΒΒ, ΑΑ1, ΑΑ2, ΑΑ3, ΑΜ και ΕΒ και καλυπτόταν από πιστοποιητικό ασφάλειας κινδύνου έναντι τρίτου μέρους.
17. Ενώπιον του Δικαστηρίου, ως μέρος των γεγονότων, στα οποία συμφώνησε η ευπαίδευτη συνήγορος του Κατηγορούμενου, ο ευπαίδευτος συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής, ανέφερε ότι, το θύμα έφερε προστατευτικό κράνος ασφαλείας και η ταχύτητα των δύο ενεχόμενων οχημάτων δεν ήταν πέραν του ορίου ταχύτητας.
18. Σύμφωνα με το σχεδιαγράφημα της σκηνής (ΕΓΓΡΑΦΟ Β), που δεν αμφισβητείται, η σύγκρουση (σημείο Χ) επεσυνέβη 1μ.[4] από την άκρια της δυτικής λωρίδας κυκλοφορίας (πορεία θύματος) και σε απόσταση 2.9μ. από το σιδερένιο προστατευτικό κιγκλίδωμα (η ασφάλτινη προέκταση έχει πλάτος 1.9μ. στη δυτική πλευρά του δρόμου, όπως η πορεία του θύματος).
[IV] ΜΗΤΡΩΟ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΥ
19. Ο ευπαίδευτος συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής ανέφερε ότι, ο Κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου και δεν βαρύνεται με βαθμούς ποινής.
[V] ΕΚΘΕΣΗ ΓΡΑΦΕΙΟΥ ΕΥΗΜΕΡΙΑΣ
20. Η πολυσέλιδη έκθεση ημερ. 20/03/2026, που ετοιμάστηκε στα πλαίσια της Αίτησης Νομικής Αρωγής υπ’ αρ. 269/2026, η οποία περιλαμβάνει πλήρες ατομικό, οικογενειακό, επαγγελματικό, ιατρικό και οικονομικό ιστορικό του Κατηγορούμενου κρίθηκε επαρκής στα πλαίσια επιβολής ποινής, αφού η ευπαίδευτη συνήγορος του Κατηγορούμενου επιβεβαίωσε ότι, δεν υπήρξαν ουσιαστικές μεταβολές στη ζωή του Κατηγορούμενου από τη σύνταξη της έκθεσης μέχρι σήμερα, το δε περιεχόμενό της υιοθετήθηκε από την ευπαίδευτη συνήγορο του Κατηγορούμενου. Στο περιεχόμενο της θα γίνει αναφορά στο κατάλληλο στάδιο, εκεί και όπου κρίνεται αναγκαίο.
[VI] ΕΙΣΗΓΗΣΕΙΣ/ΑΓΟΡΕΥΣΗ ΣΥΝΗΓΟΡΟΥ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΥ
21. Η ευπαίδευτη συνήγορος του Κατηγορούμενου κατέθεσε γραπτή αγόρευση, χωρίς υποστηρικτικά έγγραφα (ΕΓΓΡΑΦΟ Ε), στην οποία εξειδικεύει τους ελαφρυντικούς και μετριαστικούς παράγοντες, τους οποίους καλεί το Δικαστήριο να λάβει υπόψη πριν την επιβολή ποινής. Σε σχέση με τις περιστάσεις της σύγκρουσης, υποστήριξε ότι, επικρατούσε σκοτάδι, χωρίς οδικό φωτισμό, ενώ η ορατότητα ήταν περιορισμένη λόγω της φυσικής διαμόρφωσης του δρόμου (στροφή) και η απόσταση 75 μέτρων δεν ήταν μεγάλη, λαμβάνοντας υπόψη ότι, τα δύο ενεχόμενα οχήματα ήταν σε κίνηση, με τον Κατηγορούμενο να μην έχει επαρκή χρόνο αντίδρασης, η δε οδηγική συμπεριφορά του δεν ήταν αυτή της παρατεταμένα επικίνδυνης οδήγησης και έγκειται σε στιγμιαίο λάθος τού.
22. Σε σχέση με την 2η κατηγορία, υποστήριξε ότι, δεν εμπίπτει σε εξαιρετικά υψηλά επίπεδα αλκοόλης («ακραίας μέθης»), χωρίς να παραγνωρίζεται ότι, συνιστά επιβαρυντικό παράγοντα, εισηγήθηκε δε ότι, η αρμόζουσα ποινή είναι αυτή της επιβολής χρηματικής ποινής.
23. Σε σχέση με τις προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορούμενου, επεσήμανε ότι, είναι πατέρας δύο ανήλικων παιδιών και είχε δύσκολη παιδική ηλικία, λόγω σωματικής και ψυχολογικής ενδοοικογενειακής βίας, ενώ μεγαλώνοντας βίωσε δυσκολίες προσαρμογής ως οικονομικός μετανάστης, απασχολήθηκε δε σε διάφορους τομείς, χωρίς να έχει παρουσιάσει ροπή προς το έγκλημα ή αντικοινωνική συμπεριφορά. Αντιμετωπίζει σοβαρό πρόβλημα υγείας στη σπονδυλική στήλη, το οποίο, του προκαλεί πόνους και περιορισμό στη λειτουργικότητά του, έχει συμπτώματα κατάθλιψης, αϋπνίας και διαταραχή μνήμης, ενώ μετά το θανατηφόρο τροχαίο δυστύχημα ανέπτυξε πρόβλημα χρήσης αλκοόλης, που προσπάθησε να διαχειριστεί με ψυχιατρική παρακολούθηση. Συνεπεία τής μη πρόσβασης του στο Σύστημα Υγείας της Κύπρου (ΓεΣΥ), λόγω απώλειας του δελτίου παραμονής του (yellow slip), δεν κατέστη εφικτή η εξέτασή του και συνακόλουθη εξασφάλιση ιατρικών βεβαιώσεων, όπως ανέφερε, η δε οικονομική του κατάσταση είναι εξαιρετικά δυσχερής, αφού για να ανταποκριθεί στις οικονομικές του υποχρεώσεις αναγκάστηκε να δανειστεί χρήματα από φιλικά του πρόσωπα.
24. Μεταξύ άλλων, επεσήμανε την διαγωγή του Κατηγορούμενου μετά τη διάπραξη των αδικημάτων που αντιμετωπίζει, αφού για 7 μήνες υπήρξε τυπικός και σταθερός στους όρους που του επιβλήθηκαν από το Δικαστήριο, ώστε να παρουσιάζεται ανελλιπώς σε συγκεκριμένο αστυνομικό σταθμό.
25. Σε σχέση με τις κατηγορίες 3 και 4, αναφέρθηκε ότι, η μη εξασφάλιση πιστοποιητικού ασφαλιστικής κάλυψης για το βαν αυτοκίνητο και η απουσία κυπριακής άδειας οδήγησης έγκειται στην απώλεια του δελτίου παραμονής του (yellow slip), αντίγραφο του οποίου δεν κατάφερε να εξασφαλίσει μέχρι και σήμερα, λόγω της εκκρεμούσας δικαστικής διαδικασίας, κάλεσε δε το Δικαστήριο να μην λάβει την μη ύπαρξη των εν λόγω εγγράφων ως επιβαρυντικό παράγοντα, αφού ο ίδιος δεν ήταν απαθής και έπραξε στο μέτρο των δυνατοτήτων του ό,τι μπορούσε για να είναι συμμορφούμενος με την κείμενη νομοθεσία.
26. Κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψη την παραδοχή του Κατηγορούμενου, η οποία ήταν άμεση, σε συνδυασμό με τη συνεργασία του κατά τη σύλληψη και ανάκρισή του από την Αστυνομία και να ασκήσει την μέγιστη επιείκεια του για το τραγικό, αλλά στιγμιαίο και ανθρώπινο σφάλμα του Κατηγορούμενου.
27. Η ευπαίδευτη συνήγορος του Κατηγορούμενου αναγνωρίζει τη σοβαρότητα των αδικημάτων και την απώλεια μίας ανθρώπινης ζωής από την οδηγική συμπεριφορά του εντολέα της, η οποία όμως δεν ενέχει χαρακτήρα παρατεταμένης ή ακραίας αμέλειας, όπως υποστήριξε, έχοντας δε πλήρη επίγνωση ότι, η ποινή που θα κληθεί να εξετάσει το Δικαστήριο είναι αυτή της ποινής φυλάκισης, εισηγείται όπως, επιβληθεί επιεικέστερη για τον Κατηγορούμενο ποινή, στα πλαίσια εξατομίκευσης της ποινής και εξισορρόπησής της έναντι του γενικού δημόσιου συμφέροντος.
[VII] ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ
1η Κατηγορία
28. Το αδίκημα της 1ης κατηγορίας ερείδεται επί του άρθρου 210 του Ποινικού Κώδικα, ΚΕΦ. 154 (εφεξής Π.Κ.), το οποίο διαλαμβάνει τα ακόλουθα:
«Πρόκληση θανάτου λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης
210. Όποιος, λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης, ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς, που δεν ανάγεται σε υπαίτια αμέλεια, χωρίς πρόθεση επιφέρει το θάνατο άλλου προσώπου, είναι ένοχος αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε φυλάκιση μέχρι τεσσάρων χρόνων ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δύο χιλιάδες πεντακόσιες λίρες.»
29. Περαιτέρω, σύμφωνα με το Άρθρο 19.(1)(γ) του Ν. 86/1972, το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να αποστερήσει από καταδικασθέντα την ικανότητα του να κατέχει και να λαμβάνει άδεια οδήγησης μηχανοκινήτου οχήματος για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει τα δύο έτη. Περαιτέρω, προνοείται βάσει του άρθρου 20Α.(2).1 του Ν. 86/1972, επιβολή μεταξύ 5 και 10 βαθμών ποινής.
30. Στη Γενικός Εισαγγελέας ν. Στυλιανού (2009) 2 ΑΑΔ 543, 549, τονίστηκε η σοβαρότητα των αδικημάτων της φύσης αυτής και η ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών, δεδομένης της μεγάλης συχνότητας, αλλά και των τραγικών συνεπειών της διάπραξης τέτοιων αδικημάτων. Στην πρόσφατη απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν Arif Aksahin, Ποιν. Εφ. 62/2025, ημερ. 29/10/2025, με αναφορά στις Γενικός Εισαγγελέας v. IVAN ZHEL YAZKOV, Ποιν. Εφ. 64/2025, ημερ. 09/10/2025 και Γενικός Εισαγγελέας v. MANRAJ SINGH SIDHU, Ποιν. Εφ. 152/2022, ημερ. 01/12/2022 επαναλήφθηκε ο λόγος της Στυλιανού (ανωτέρω).[5]
31. Αναμφίβολα, η απώλεια ζωής λόγω θανατηφόρου δυστυχήματος είναι ιδιαίτερα θλιβερή και αποτελεί πρόβλημα στη σύγχρονη κοινωνία, κατά τρόπο που διαταράσσει τον κοινωνικό ιστό και κατά κανόνα είναι απόρροια εγωιστικής οδήγησης.[6]
32. Από το λεκτικό του άρθρου 210 του Π.Κ. προκύπτει ότι, συστατικό στοιχείο είναι η χωρίς πρόθεση πρόκληση θανάτου λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς, η οποία όμως δεν ανάγεται σε υπαίτια αμέλεια (culpable negligence). Εάν ο τρόπος οδήγησης ήταν αλόγιστος, απερίσκεπτος ή επικίνδυνος ο κατηγορούμενος θα κριθεί ένοχος, έστω και αν η πράξη ή παράλειψη ήταν αποτέλεσμα στιγμιαίας αβλεψίας ή αν ενήργησε στο ανεπαρκές μέγιστο των δυνατοτήτων του [R. ν. Evans (1962) 3 All E.R. 1086, 1088].[7]
33. Η εμβέλεια του άρθρου 210 του Π.Κ. έχει αποτελέσει αντικείμενο ενδελεχούς νομολογιακής ανάλυσης σε σωρεία αποφάσεων. Στην Ορέστης Χριστοφή ν. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 50/2024, ημερ. 08/08/2024,[8] επαναλήφθησαν τα όσα διαλαμβάνει η απόφαση Savencu v. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 194/2019, ημερ. 09/07/2020, ECLI:CY:AD:2020:B236, στην οποία, με αναφορά στη σχετική νομολογία, έχει συνοψισθεί το εύρος και το πεδίο εφαρμογής της πιο πάνω διάταξης και έχει επεξηγηθεί ότι, οι όροι «αλόγιστη», «απερίσκεπτη», «επικίνδυνη» πράξη ή συμπεριφορά, που εμπεριέχονται στο άρθρο 210, υποδηλώνουν διαζευκτικούς τρόπους διάπραξης του αδικήματος.
34. Σύμφωνα με τη νομολογία, αλόγιστη είναι η συμπεριφορά, η οποία δεν είναι κάτω από τις περιστάσεις λελογισμένη ή απόρροια της κοινής λογικής και θα πρέπει να αποδειχθεί κάποια ενέργεια ή παράλειψη. Η αποδιδόμενη πράξη ή παράλειψη δηλαδή, θα πρέπει να διενεργείται ή να παραλείπεται με τρόπο ασυμβίβαστο με την κοινή λογική. Σχετικά, παραπέμπω στην απόφαση Κώστας Ζυπιτής κ.ά. ν. Αστυνομίας (2003) 2 ΑΑΔ σελ.220.[9]
35. Ως προς τον όρο επικίνδυνη οδήγηση, διαφωτιστική είναι η απόφαση Στέλιος Σάββα ν. Αστυνομίας (2000) 2 ΑΑΔ 115, όπου υποδείχθηκε ότι, η επικίνδυνη οδήγηση δεν εξομοιώνεται με την οδήγηση χωρίς τη δέουσα προσοχή και φροντίδα και αυτό που αναζητείται είναι αν ορισμένη πράξη ή συμπεριφορά αντικειμενικά ιδωμένη είναι επικίνδυνη, την οποία προκάλεσε κάποιο σφάλμα, το οποίο, με αναφορά στην R v Gosney,[10] ερμηνεύεται ως ακολούθως:
«Fault involves a failure; a falling below the care or skill of a competent and experienced driver, in relation to the manner of the driving and to the relevant circumstances of the case. A fault in that sense, even though it might be slight, even though it be a momentary lapse, even though normally no danger would have arisen from it, is sufficient. The fault need not be the sole cause of the dangerous situation. it is enough if it is, looked at sensibly, a cause.»
Σε μετάφραση:
«Σφάλμα εμπεριέχει αποτυχία, πτώση από το επίπεδο της φροντίδας και δεξιότητας ικανού και έμπειρου οδηγού σε σχέση με τον τρόπο της οδήγησης και τις σχετικές περιστάσεις της υπόθεσης. Σφάλμα με αυτή την έννοια, αν και μπορεί να είναι ελαφρύ, ακόμα και στιγμιαίο ολίσθημα, όσο και αν κανονικά δεν θα προκαλείτο κίνδυνος από αυτό, είναι αρκετό. Το σφάλμα δεν είναι απαραίτητο να αποτελεί τη μόνη αιτία της επικίνδυνης κατάστασης. Είναι αρκετό αν, βλέποντάς το λογικά, αποτελεί μια αιτία».
36. Το απαύγασμα των πιο πάνω κατατείνει στο συμπέρασμα ότι, για την απόδειξη του στοιχείου της επικίνδυνης πράξης, απαιτείται η απόδειξη πρόκλησης κάποιας επικίνδυνης κατάστασης στον δρόμο, που να δημιουργεί κίνδυνο, φόβο ή απειλή για τους άλλους χρήστες του δρόμου. Αφορά κίνδυνο πρόκλησης σωματικής βλάβης ή σοβαρής ζημιάς σε περιουσία, σε αντίθεση με την απλή αμέλεια, η οποία δυνατόν να προκαλέσει ενόχληση ή να δείχνει έλλειψη προσοχής με μικρό κίνδυνο πρόκλησης σωματικής βλάβης ή ζημιάς σε περιουσία (Wilkinson’s Road Traffic Offences, 27th Ed., 2015, παρ. 5.46 et seq., σελ. 1/434) η οποία να οφείλεται σε σφάλμα του οδηγού. Η επικίνδυνη οδήγηση, εποµένως, δεν εξοµοιώνεται προς την οδήγηση χωρίς την προσήκουσα επιµέλεια και προσοχή, όπου αναζητείται κατά πόσον το επίπεδο της προσοχής και φροντίδας που επιδείχθηκε, υπολείπεται εκείνου που αναµένεται από τον µέσο συνετό οδηγό. Στην επικίνδυνη οδήγηση, εξετάζεται κατά πόσο η συγκεκριµένη πράξη ή συµπεριφορά είναι επικίνδυνη. Η απόδειξη µίας επικίνδυνης κατάστασης δεν αρκεί. Χρειάζεται και απόδειξη, ότι την προκάλεσε κάποιο σφάλµα, το οποίο όµως δεν είναι απαραίτητο να αποτελεί τη µόνη αιτία της επικίνδυνης κατάστασης (βλ. Σάββα).
37. Η έννοια «σφάλµα» δεν περιλαµβάνει κατ’ ανάγκη εσκεµµένη παράβαση ή απερισκεψία ή πρόθεση οδήγησης κατά τρόπο που αντίκειται στο ορθό επίπεδο οδήγησης. Ούτε το σφάλµα κατ’ ανάγκη εµπεριέχει ηθική µοµφή. Εποµένως, υπάρχει σφάλµα, εάν ένας άπειρος ή εκ φύσεως κακός οδηγός, ενώ προσπαθεί να πράξει το ορθό, πέφτει κάτω από το επίπεδο ενός ικανού και προσεκτικού οδηγού. Σφάλµα εµπεριέχει αποτυχία· πτώση από το επίπεδο της φροντίδας και δεξιότητας ικανού και έµπειρου οδηγού σε σχέση µε τον τρόπο της οδήγησης και τις σχετικές περιστάσεις της υπόθεσης. Σφάλµα µε αυτή την έννοια, αν και µπορεί να είναι ελαφρύ, ακόµα και στιγµιαίο ολίσθηµα, όσο και αν κανονικά δεν θα προκαλείτο κίνδυνος από αυτό, είναι αρκετό. Σημειώνεται ότι, αρκεί η ενέργεια ή πράξη ή παράλειψη του Κατηγορούμενου να είναι μία από τις αιτίες θανάτου του θύματος, η οποία βεβαίως να μην είναι επουσιώδης. Τέτοιο σφάλµα, συχνά, µπορεί να αποδειχθεί επαρκώς, ως συµπέρασµα, από τα ίδια τα γεγονότα του περιστατικού (βλ. Πέτρου, Σάββα, Σαζός, Gosney και Γενικός Εισαγγελέας ν. Κυριάκου Αντωνίου Ποιν. Εφ. 241/12, ημερ. 14/12/2014).
38. Για να αποδειχθεί το στοιχείο της απερίσκεπτης οδήγησης, θα πρέπει να αποδειχθεί ότι, ο οδηγός πριν αρχίσει να οδηγεί με τρόπο που περιέχει εμφανή και σοβαρό κίνδυνο πρόκλησης είτε σωματικής βλάβης σε άλλο πρόσωπο που θα τύγχανε να χρησιμοποιεί το δρόμο είτε άλλης ζημιάς σε περιουσία, παραλείπει να στρέψει την προσοχή του προς τη δυνατότητα ύπαρξης τέτοιου κινδύνου ή, αφού αναγνώρισε πως υπήρχε κάποιος κίνδυνος, εντούτοις προχώρησε αναλαμβάνοντας τον [βλ. Ραφαήλ Κόρμπος ν ΓΕ, Ποιν. Εφ. 160/2025, ημερ. 24/11/2025, Ορέστης Χριστοφή ν. Αστυνομίας ανωτέρω, ΓΕ ν. Χρυσοστόµου (2002) 2 ΑΑΔ 473, Μαρίνου Ιωάννου ν. Δηµοκρατίας, Ποιν. Εφ. 140/2014, 08/04/2015, R v. Lawrence (1982) 1 AC 510 και R. v. Reid (1992) 3 All ER 673]. Αρκεί η αντίληψη του κινδύνου ως µιας δυνατότητας («possibility») παρά πραγµατικής ή ουσιαστικής πιθανότητας («probability»), δεν απαιτείται δηλαδή υποκειµενική επίγνωση και ενσυνείδητη ανάληψη συγκεκριµένου κινδύνου (βλ. Μαρίνου Ιωάννου).
39. Το κατά πόσον ο κίνδυνος που δηµιουργήθηκε από τον τρόπο οδήγησης του οχήµατος ήταν ταυτόχρονα εµφανής και σοβαρός, είναι ζήτηµα γεγονότων και κριτήριο το επίπεδο του συνήθους συνετού οδηγού. Το κριτήριο εξέτασης είναι αντικειµενικό. Αν το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι, είχε δηµιουργηθεί εµφανής και σοβαρός κίνδυνος από τον τρόπο οδήγησης του κατηγορούµενου, δικαιούται να συµπεράνει ότι, ο κατηγορούµενος είχε τη µια ή την άλλη από τις νοητικές καταστάσεις που στοιχειοθετούν το αδίκηµα· πρέπει όµως να εξετάσει οποιαδήποτε εξήγηση την οποία ο ίδιος ο κατηγορούµενος δίδει αναφορικά µε τη νοητική του κατάσταση, η οποία είναι δυνατό να αναιρέσει το συµπέρασµα. Εξετάζεται, δηλαδή, η υποκειµενική αντίληψη του κατηγορούµενου (βλ. Χρυσοστόµου, Lawrence και Reid).
40. Απερίσκεπτη πράξη ή συµπεριφορά δεν περιορίζεται αποκλειστικά στον συγκεκριµένο τρόπο οδήγησης και η απερισκεψία µπορεί να µη συνδέεται µε αυτό καθ’ εαυτό τον τρόπο της οδήγησης, πρέπει όµως να υπάρχει αιτιώδης συνάφεια µεταξύ αυτής και του αποτελέσµατος (βλ. Χρυσοστόµου, Lawrence και Reid).
41. Στην απόφαση Savencu (ανωτέρω), το Εφετείο συνοψίζοντας τη σχετικά νομολογία, υπέδειξε τα ακόλουθα, ως προς την έννοια και εύρος των πιο πάνω όρων:
«Η αλόγιστη και εγωιστική οδική συμπεριφορά, υπερβαίνει το στιγμιαίο και καλύπτει περισσότερα χρονικά διαστήματα (Γενικός Εισαγγελέας ν. Κουκκίδη (2013) 2 ΑΑΔ 191). Η συνειδητοποίηση κινδύνου και εμμονή σε μια εκ φύσεως επικίνδυνη συμπεριφορά, απολήγει σε οδήγηση με αδιαφορία ως προς τους άλλους και περιφρόνηση προς την ανθρώπινη ζωή (Προκοπίου ν. Αστυνομίας (1995) 2 ΑΑΔ 73, Χατζηιωάννου ν. Αστυνομίας (2004) 2 ΑΑΔ 453). Στην Gavalas v. The Police (1985) 2 CLR 114, το Δικαστήριο πραγματεύεται την έννοια του όρου «recklessness», όρος, που, όπως σημειώνεται και στην Ζυπιτής (ανωτέρω), «.. ως μπορεί να αποδοθεί στα Ελληνικά με τη σημασία που του αποδόθηκε από την αγγλική νομολογία, υποδηλώνει αδιαφορία έναντι εμφανούς κινδύνου». Σημειώνεται, σχετικά, στην βασική αγγλική υπόθεση R. v. Lawrence (1981) 1 All E.R. 974, ότι ένα στοιχείο του αδικήματος της απερίσκεπτης οδήγησης είναι η πρόθεση (mens rea), με την έννοια ότι τέτοια πρόθεση είναι εκείνη, σύμφωνα με την οποία, ένας οδηγός ο οποίος πριν αρχίσει να οδηγά με τρόπο που περιέχει καθαρό και σοβαρό κίνδυνο πρόκλησης σωματικής βλάβης ή άλλης ζημιάς, παραλείπει να λάβει υπόψη μια τέτοια πιθανότητα ή την αγνοεί και αποφασίζει να διακινδυνεύσει, οδηγώντας με αυτό τον τρόπο (Πέτρου (ανωτέρω), R. v. Caldwell (1981) 1 All E.R. 961).»
42. Στην υπόθεση R. v. John Kenneth Guilfoyle 57 Cr. App. R. 549, το Αγγλικό Εφετείο έδωσε κατευθυντήριες γραμμές αναφορικά με τα κριτήρια για την επιβολή ποινής στις υποθέσεις θανατηφόρων ατυχημάτων, οι οποίες υιοθετήθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο, αρχικά στην υπόθεση The Attorney General of the Republic v. Alkis I. Iacovides (1973) 2 CLR 344.
43. Οι κατευθυντήριες γραμμές της απόφασης Guilfoyle υιοθετήθηκαν σε σειρά αποφάσεων της νομολογίας μας.[11]
44. Το είδος και η έκταση της ποινής είναι πρωταρχική ευθύνη του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Σε τέτοιου είδους αδικήματα δεν υπάρχει καθιερωμένο μέτρο για την ποινή. Στην αρμόζουσα ποινή το δικαστήριο καταλήγει ανάλογα με τα περιστατικά της υπόθεσης, την έκταση της ευθύνης του κατηγορούμενου, λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι, η επικίνδυνη οδήγηση στοιχίζει πόρους και ζωές. [12] Η επιμέτρηση της ποινής είναι άμεσα σχετιζόμενη με την έκταση και την υφή της αμέλειας που προκάλεσε το θάνατο, δηλαδή με τη συμπεριφορά και τις πράξεις του κατηγορουμένου που οδήγησαν στη διάπραξη του αδικήματος και την πρόκληση του θανάτου, σε συνάρτηση βέβαια με τις προσωπικές του συνθήκες, οι οποίες θα πρέπει επίσης να λαμβάνονται υπόψη.[13]
45. Η διάκριση, αφενός μίας στιγμιαίας απροσεξίας και αφετέρου συνειδητής αδιαφορίας και εγωιστικής συμπεριφοράς κατά την οδήγηση, είναι καθοριστικής σημασίας, προκειμένου να αποφασιστεί το είδος της ποινής σε τέτοιας φύσης υποθέσεις. Όταν το ατύχημα οφείλεται σε στιγμιαία αβλεψία και το ποινικό μητρώο του κατηγορούμενου είναι καλό, η ποινή πρέπει να περιορίζεται σε χρηματική και στέρηση της άδειας οδήγησης, η έκταση της οποίας να είναι ανάλογη με τις ειδικές συνθήκες τής κάθε υπόθεσης, εκτός αν συντρέχουν ειδικοί λόγοι για να μην επιβληθεί στέρηση της άδειας.
46. Σε περιπτώσεις που το θανατηφόρο ατύχημα προξενείται από εγωιστική παραγνώριση της ασφάλειας των άλλων προσώπων ή πεζών ή από επικίνδυνη ή απερίσκεπτη οδήγηση του κατηγορούμενου, ενδείκνυται η επιβολή ποινής φυλάκισης και στέρησης της άδειας οδηγού.[14] Η επιβολή ποινής φυλάκισης ενδείκνυται κατ' αρχήν στις περιπτώσεις εκείνες που η αμέλεια εμπεριέχει και το στοιχείο της αδιαφορίας για την ασφάλεια άλλων προσώπων (βλ. επίσης τις Δημοκρατία ν. Γερολέμου, Ποιν. Εφ. 169/2016, 28/02/2017, ECLI:CY:AD:2017:B63 και Αστυνομία ν. Νικολάου, Ποιν. Εφ. 217/2016, 11/05/2017, ECLI:CY:AD:2017:B168, όπου επιβεβαιώθηκε ότι, η ύπαρξη ή όχι αδιαφορίας στην οδήγηση είναι αποφασιστικής σημασίας στο είδος της ποινής που θα επιβληθεί).[15]
47. Στην υπόθεση Παντέλα ν. Αστυνομίας (2011) 2 ΑΑΔ 562 έγινε ανάλυση της νομολογίας με αναφορά στην R. v. Boswell [1984] 3 All ER 353 σε σχέση με τους παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη σε τέτοιου είδους υποθέσεις κατά την επιβολή ποινής:[16]
(1) Ως επιβαρυντικοί παράγοντες κρίνονται, η οδήγηση υπό την επήρεια αλκοόλης ή ναρκωτικών, η υπερβολική ταχύτητα, η αδιαφορία σε προειδοποιήσεις από τους επιβάτες του και η επί μακρόν επίμονη και εκούσια πορεία πολύ κακής οδήγησης, όπως είναι για παράδειγμα η αδιαφορία σε φώτα τροχαίας και το προσπέρασμα άλλων αυτοκινήτων από τη λανθασμένη πλευρά. Άλλοι επιβαρυντικοί παράγοντες είναι η ταυτόχρονη διάπραξη άλλων αδικημάτων (όπως για παράδειγμα η οδήγηση χωρίς άδεια). Επιβαρυντικός παράγων είναι επίσης η ύπαρξη προηγούμενων καταδικών για οδικά αδικήματα, το κατά πόσο περισσότερα από ένα πρόσωπα σκοτώθηκαν ως αποτέλεσμα της αμελούς οδήγησης, αν ο κατηγορούμενος παρέλειψε να σταματήσει στη σκηνή ή αν διέπραξε το αδίκημα στην προσπάθειά του να αποφύγει έλεγχο ή τη σύλληψη.
(2) Ως ελαφρυντικοί παράγοντες θεωρούνται, μεταξύ άλλων, η λανθασμένη στάθμιση της κατάστασης (error of judgment), το λευκό οδικό μητρώο, ο καλός χαρακτήρας, η παραδοχή κατά τη δίκη και η ειλικρινής μεταμέλεια. Ελαφρυντικό είναι επίσης και το κατά πόσο το θύμα είναι στενός φίλος ή συγγενής του οδηγού και το έντονο συναισθηματικό αποτέλεσμα που είχε ο θάνατος του στον οδηγό.
(3) Όπου υπάρχουν ένας ή περισσότεροι επιβαρυντικοί παράγοντες, γενικά η ποινή φυλάκισης είναι η πλέον κατάλληλη και σε μια επιβαρυμένη υπόθεση ως προς τον τρόπο οδήγησης, όπως για παράδειγμα η ανταγωνιστική οδήγηση σε δημόσιο υπεραστικό δρόμο ή η αμελής οδήγηση μετά την κατανάλωση αλκοόλης, ποινή δύο ή περισσότερων χρόνων φυλάκισης και μεγάλη περίοδος στέρησης αδείας (μεταξύ επτά έως δέκα ετών) θα πρέπει να επιβάλλεται.
48. Στην υπόθεση Κωνσταντίνου v. Αστυνομίας ανωτέρω, λέχθηκε ότι, οι αρχές των Guilfoyle και Boswell έχουν γίνει δεκτές σε γενικές γραμμές και από τα Κυπριακά Δικαστήρια ως καθοδηγητικές για την επιλογή της ποινής για αδικήματα αυτής της φύσης. Όμως, οι αρχές αυτές, δεν ανάγονται σε κανόνα δικαίου. Τα γεγονότα της υπόθεσης, όπως προσδιορίζονται από το Δικαστήριο, σε συνδυασμό με την ανάγκη για αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου, αποτελούν, σε συνάρτηση με τις προσωπικές συνθήκες του Κατηγορούμενου, την αναλλοίωτη αρχή δικαίου που διέπει τον καθορισμό της ποινής.
49. Αξίζει να λεχθεί ότι, στην Αγγλία ακολουθούνται κατευθυντήριες οδηγίες για την επιβολή ποινών σε αδικήματα πρόκλησης θανάτου σε δυστυχήματα και τα όσα αναφέρθηκαν στις αποφάσεις Guilfoyle και Boswell, ουσιαστικά έχουν ενσωματωθεί στις κατευθυντήριες οδηγίες με κάποιες διαφοροποιήσεις (Guideline on causing death by driving και Wilkinson’s Road Traffic Offences, 27th ed, 2015, Vol. 1, Appendix 4, παρ. 4A.01 et seq., σελ. 1/1329 et seq.).
50. Η στιγμιαία αβλεψία έχει κριθεί ότι, έχει την έννοια της μιας και μόνο λανθασμένης κίνησης τής στιγμής. Είναι ένα μεμονωμένο σφάλμα, το οποίο συμβαίνει σε ένα πολύ μικρό χρονικό διάστημα, σε αντίθεση με την εγωιστική οδική συμπεριφορά, η οποία υπερβαίνει το στιγμιαίο και καλύπτει περισσότερα χρονικά στάδια.[17]
51. Η ποινή στέρησης της ικανότητας σε κατηγορούμενο να κατέχει άδεια οδήγησης αποτελεί μέρος της συνολικής ποινής και πρέπει να δικαιολογείται με βάση τις αρχές που διέπουν την επιμέτρηση της ποινής. Τόσο τα γεγονότα που προσδιορίζουν τη σοβαρότητα του αδικήματος, όσο και οι προσωπικές συνθήκες του παραβάτη πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για να διαπιστωθεί αν δικαιολογείται η αποστέρηση της άδειας του παραβάτη και η χρονική διάρκεια της αποστέρησης [Χριστάκης Ανθίας ν. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 107/2022, ημερ. 05/07/2022, Πουλλής ν. Αστυνομίας (2000) 2 ΑΑΔ 57, Ελευθερίου ν. Αστυνομίας (1992) 2 ΑΑΔ 300, Stylianou v. The Police (1962) 2 CLR 152, Miltiadous v. The Police (1970) 2 CLR 81, Παναγίδου ν. Αστυνομίας (1991) 2 ΑΑΔ 448, Σαρίδης ν. Αστυνομίας (1991) 2 ΑΑΔ 465, Nicosia Police v. Djemal Ahmed, 3 RSCC 50]. Το εύρος επιβολής ποινής στέρησης, όταν θα επιβληθεί ποινή φυλάκισης συνεκτιμάται με την αναγκαιότητα της άδειας του κατηγορούμενου για επαναδραστηριοποίηση. Οποτεδήποτε η άδεια οδηγού είναι αναγκαία για την απασχόληση του κατηγορούμενου, η στέρηση της πρέπει είτε να συμπίπτει είτε να μη είναι πολύ μακρύτερη σε χρονική διάρκεια από το χρόνο της αποφυλάκισης του [Ευθυμίου ν. Αστυνομίας (1989) 2 ΑΑΔ 327, 329, Koumas Georghiou v. The Police (1967) 2 CLR 290, Georghiou v The Police (1967) 2 CLR 290, Spiritos v. The Police (1967) 2 CLR 230 και Sherif v. The Police (1974) 2 CLR 16].
52. Συνεπώς, αναδύεται η ανάγκη να προσδιοριστεί, μέσα από τα γεγονότα που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, εάν η πράξη ή παράλειψη του Κατηγορούμενου, στοιχειοθετεί αλόγιστη ή επικίνδυνη ή απερίσκεπτη πράξη, προτού καθοριστεί και η αρμόζουσα, κάτω από τις περιστάσεις, ποινή.
2η Κατηγορία
53. Το άρθρο 11(1)(γ) του περί Οδικής Ασφάλειας Νόμου, Ν. 174/1986, προνοεί ότι,
«(γ) σε περίπτωση που η αναλογία αλκοόλης στην εκπνοή ή στο αίµα υπερβαίνει τα 55 µg/100ml ή τα 126 mg/100ml, αντίστοιχα, αλλά είναι µικρότερη των 71 µg/100ml ή των 161 mg/100ml, αντίστοιχα, σε ποινή φυλάκισης για χρονικό διάστηκα που δεν υπερβαίνει τους οκτώ (8) µήνες ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις πέντε χιλιάδες ευρώ (€5.000) ή σε στέρηση του δικαιώματος να κατέχει ή να λαμβάνει άδεια οδήγησης για χρονικό διάστηµα που δεν υπερβαίνει τους τέσσερις (4) µήνες ή σε όλες ή οποιεσδήποτε από τις πιο πάνω αναφερόµενες ποινές»
54. Όπως αναφέρθηκε και στην απόφαση Κώστας Ζυπιτής ν. Αστυνομίας (2003) 2 Α.Α.Δ. 220, το αυτοκίνητο αποτελεί, όπως υποδεικνύει το Δικαστήριο με αναφορά στην R. v. Reid (1992) 3 All E.R. 873, αντικείμενο ικανό να προκαλέσει τον θάνατο ή σοβαρή βλάβη, κατά πάντα χρόνο, όταν αυτό βρίσκεται σε κίνηση, γεγονός που προσδιορίζει και τις ευθύνες του οδηγού για τη χρήση και το καθήκον του για την προστασία της ασφάλειας τρίτων.
55. Η οδήγηση υπό την επήρεια αλκοόλης εμπεριέχει έντονα αυτό το στοιχείο της αδιαφορίας για την ασφάλεια άλλων προσώπων που τυχόν χρησιμοποιούν τον δρόμο [Μιχαήλ ν. Αστυνομίας (2014) 2 Α.Α.Δ. 329]. Το Ανώτατο Δικαστήριο (όπως ήταν τότε) έστειλε το μήνυμα ότι, αδικήματα που σχετίζονται με την οδήγηση και περιέχουν το στοιχείο της αδιαφορίας πρέπει να αντιμετωπίζονται αυστηρά (Καλαϊτζίδη ν. Αστυνομίας Ποιν. Εφ. Αρ.307/2018 ημερ. 20/11/2018), ECLI:CY:AD:2018:B505 και στην Παπαεπιφανείου ν. Αστυνομίας Ποιν. Έφ. 16/21, ημερ. 19/10/2021, ανέφερε και τα εξής επιβαρυντικά σε σχέση με το στοιχείο της αλκοόλης, τα οποία επαναλήφθηκαν μόλις πρόσφατα στην Θεόδωρος Κεσίδης ν Αστυνομίας Ποιν. Εφ. 4/2025, ημερ. 08/10/2025, η οποία αφορούσε αμελή οδήγηση με σοβαρούς τραυματισμούς υπό την επήρεια αλκοόλης και ναρκωτικών ουσιών, από το Ποινικό Εφετείο:
«Εν προκειμένω, είναι ιδιαίτερα επιβαρυντικό για τον εφεσείοντα ότι επέδειξε εγωιστική συμπεριφορά, εφόσον αποφάσισε να οδηγήσει καθ΄ ον χρόνο είχε καταναλώσει οινοπνευματώδη ποτά με το ποσοστό αλκοόλης στο αίμα του να ανέρχεται στο πενταπλάσιο του επιτρεπόμενου. Συνακόλουθα, ορθά κρίθηκε από το πρωτόδικο Δικαστήριο ότι οι ενέργειές του συνολικά ορώμενες «δεικνύουν εμμονή σε επικίνδυνη οδηγική συμπεριφορά και ενέχουν έκδηλα το στοιχείο της εγωιστικής παραγνώρισης των κανόνων οδήγησης, των σημάτων τροχαίας, καθώς και της πλήρους καταφρόνησης των δικαιωμάτων των άλλων οδηγών» και το επίδικο ατύχημα ορθά κατηγοριοποιήθηκε στα ιδιαίτερα σοβαρά από πλευράς γεγονότων για τα οποία ενδείκνυται κατ΄ αρχήν, ποινή φυλάκισης».
56. Η οδήγηση υπό την επήρεια αλκοόλης καθίσταται επικίνδυνη, ακριβώς, λόγω της μείωσης των αντανακλαστικών ενός οδηγού, καθώς και της επίδρασης που ασκεί στις αποφάσεις τις οποίες λαμβάνει ένας οδηγός, ευρισκόμενος σε τέτοια κατάσταση.[18]
3η Κατηγορία
57. Το άρθρο 3(4)(α) του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων (Ασφάλιση Ευθύνης έναντι Τρίτου) Νόμου του 2000 προνοεί ότι, πρόσωπο που καταδικάζεται για αδίκημα δυνάμει του άρθρου 3(1) υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει το ένα έτος ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις τρεις χιλιάδες ευρώ (€3.000) ή και στις δύο αυτές ποινές και το άρθρο 3(6) του ιδίου Νόμου προνοεί στέρηση τού δικαιώματος τού να κατέχει ή να λαμβάνει άδεια οδήγησης για περίοδο όχι μικρότερη των δώδεκα μηνών, εκτός αν το Δικαστήριο για ειδικούς λόγους διατάξει διαφορετικά.
58. Όπως λέχθηκε στην Πουλλής ν. Αστυνομίας (2000) 2 ΑΑΔ 57, οι σοβαρές επιπτώσεις για τα θύματα δυστυχημάτων από ανασφάλιστη χρήση οχήματος καθιστούν το αδίκημα σοβαρό. Σε μια εποχή μάλιστα που τα ατυχήματα αυτά βρίσκονται σε συνεχή άνοδο. Η άνοδος στη διάπραξη αδικημάτων που σχετίζονται με την χρήση μηχανοκινήτων οχημάτων, η οποία είχε τότε, πριν από 26 και πλέον χρόνια, διαγνωσθεί, όχι μόνο δεν έγινε κατορθωτό να ανακοπεί, αλλά η έξαρση που παρατηρείται, με σοβαρές και πολλές φορές τραγικές συνέπειες, έχει καταστεί σοβαρό κοινωνικό πρόβλημα στην Κύπρο.
59. Η οδική συμπεριφορά πολλών, αντί να χαρακτηρίζεται από τη συμμόρφωση στο νόμο και το σεβασμό στην ανθρώπινη ζωή και τα δικαιώματα των άλλων χρηστών του δρόμου, κυριαρχείται από το στοιχείο του ετσιθελισμού, του εγωισμού και της πλήρους αδιαφορίας και για το νόμο και για τον συνάνθρωπο.[19]
4η κατηγορία
60. Η οδήγηση χωρίς να υπάρχει οποιαδήποτε άδεια σε ισχύ, είναι αδίκημα δυνάμει του άρθρου 49.(1)(β) του περί Αδείας Οδήγησης Νόμου 94(Ι)/2001, όπου προνοείται ποινή φυλάκισης για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει τα δύο (2) έτη ή χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις έξι χιλιάδες ευρώ (€6.000) ή/και οι δύο αυτές ποινές.
61. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 54.(1) του Ν. 94(Ι)/2001, Δικαστήριο το οποίο εκδίδει καταδικαστική απόφαση για αδίκημα που έχει διαπραχθεί κατά παράβαση των διατάξεων του παρόντος Νόμου και των Κανονισμών που έχουν εκδοθεί δυνάμει τούτου, μπορεί πρόσθετα να αποστερήσει το πρόσωπο που έχει καταδικαστεί, τής ικανότητας να κατέχει ή αποκτά άδεια οδήγησης ή άδεια οδήγησης μαθητευομένου, για χρονικό διάστημα που το δικαστήριο ήθελε, κάτω από τις συγκεκριμένες περιστάσεις, αποφασίσει.
62. Το δικαίωμα οδήγησης οχήματος προϋποθέτει την απόκτηση άδειας οδηγού μετά από ορισμένη ηλικία και τη γνωστική επάρκεια και ικανότητα ατόμου για τη χρησιμοποίηση οχήματος στο οδικό δίκτυο, αφού παρακαθήσει σε εξετάσεις για την έκδοση αρχικά άδειας οδήγησης μαθητευόμενου (σε σχέση με τον Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας) και ακολούθως, άδειας οδήγησης, οι οποίες καθορίζονται από τον Έφορο Μηχανοκινήτων Οχημάτων.
5η Κατηγορία
63. Το αδίκημα της 5ης κατηγορίας αφορά παραβίαση των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών, για την οποία προνοείται ποινή δυνάμει του Καν. 72 των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών του 1984 ποινή φυλάκισης μέχρι ενός έτους και/ή χρηματική ποινή μέχρι τρεις χιλιάδες ευρώ (€3.000=).
[VIII] ΚΡΙΣΗ & ΚΑΤΑΛΗΞΗ
64. Με βάση τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα που τέθηκαν ενώπιόν μου, δεν χωρεί αμφιβολία ότι, η οδηγική συμπεριφορά του Κατηγορούμενου υπήρξε αλόγιστη, επικίνδυνη και απερίσκεπτη.
65. Ο ίδιος, σε γνώση του, και ενώ προηγουμένως είχε καταναλώσει αλκοόλη, επέλεξε συνειδητά να καθίσει στη θέση του οδηγού και να οδηγήσει το βαν αυτοκίνητό του σε δημόσιο δρόμο, αδιαφορώντας πλήρως για τους κινδύνους που η πράξη του εγκυμονούσε για τους λοιπούς χρήστες του οδικού δικτύου.
66. Ο Κατηγορούμενος οδηγούσε το βαν αυτοκίνητό του χωρίς να καλύπτεται από ασφαλιστική κάλυψη και χωρίς να είναι σε θέση να παρουσιάσει οποιαδήποτε ισχύουσα κυπριακή ή άλλης, έστω, ευρωπαϊκής χώρας, άδεια οδήγησης, στοιχείο το οποίο καταδεικνύει έλλειψη σεβασμού προς το νομοθετικό πλαίσιο που διέπει την οδική ασφάλεια και αποσκοπεί στην προστασία της ανθρώπινης ζωής.
67. Τα γεγονότα της υπόθεσης καταδεικνύουν ότι, κατά την οδήγηση του στην ανισόπεδη γέφυρα της Μονής, με νότια κατεύθυνση, επί του παλαιού δρόμου Λευκωσίας–Λεμεσού, σε σημείο όπου ο δρόμος παρουσιάζει ελαφρά καμπυλότητα και μικρή κατωφέρεια, ο Κατηγορούμενος απέτυχε να διατηρήσει τον πλήρη και αποτελεσματικό έλεγχο του βαν αυτοκινήτου του. Η αδυναμία αυτή, η οποία εύλογα συνδέεται και με την προηγηθείσα κατανάλωση αλκοόλης, είχε ως αποτέλεσμα να εισέλθει εξ ολοκλήρου στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας. Αντί να ακολουθήσει την πορεία που επέβαλλε η χάραξη του δρόμου, συνέχισε ουσιαστικά σε ευθεία κατεύθυνση ή, εν πάση περιπτώσει, δεν προέβη στις αναγκαίες διορθωτικές ενέργειες για να επαναφέρει το βαν αυτοκίνητό του εντός της δικής του λωρίδας κυκλοφορίας.
68. Η συνέπεια της συμπεριφοράς αυτής υπήρξε τραγική. Ο Κατηγορούμενος κατέληξε να συγκρουστεί μετωπικά με τη μοτοσικλέτα του θύματος, η οποία εκινείτο κανονικά εντός της λωρίδας κυκλοφορίας της. Η δε σύγκρουση επεσυνέβη σχεδόν στο άκρο της εξ αντιθέτου κατευθύνσεως λωρίδας κυκλοφορίας του θύματος, γεγονός που καταδεικνύει με τον πλέον σαφή τρόπο ότι, το θύμα δεν είχε ουσιαστικά κανένα περιθώριο αποφυγής της, οδηγούσε δε στην άκρια της πλευράς του και όχι στο κέντρο του δρόμου. Ως άμεσο αποτέλεσμα της βίαιης αυτής πρόσκρουσης, το θύμα υπέστη πολλαπλές κακώσεις, οι οποίες οδήγησαν στον θάνατό του.
69. Η έλλειψη αποδεδειγμένης άδειας οδήγησης, ασφαλιστικής κάλυψης για το όχημα, σε συνδυασμό με την κατανάλωση αλκοόλης και την πλήρη απώλεια της ορθής πορείας τού βαν αυτοκινήτου, συνθέτουν μια εικόνα οδηγικής συμπεριφοράς που χαρακτηρίζεται από παντελή αδιαφορία για την ασφάλεια των λοιπών χρηστών του δρόμου, ενεργώντας αποκλειστικά με γνώμονα τη δική του ευκολία και αψηφώντας τους προφανείς κινδύνους που δημιουργούσε η απόφασή του να οδηγήσει, κάτω από τις περιστάσεις αυτές.
70. Η ανθρώπινη ζωή αποτελεί το υπέρτατο έννομο αγαθό που καλείται να προστατεύσει η έννομη τάξη. Η οδήγηση οχήματος σε δημόσιο δρόμο προϋποθέτει υπευθυνότητα, σύνεση και πλήρη συμμόρφωση προς τους κανόνες οδικής κυκλοφορίας. Όταν όμως ένα όχημα τίθεται στα χέρια προσώπου, το οποίο είτε αδυνατεί είτε αμελεί να το χειριστεί με την απαιτούμενη προσοχή και ικανότητα, δύναται να μετατραπεί σε φονικό όπλο. Δυστυχώς, στην παρούσα υπόθεση, ο κίνδυνος αυτός μετουσιώθηκε σε πραγματικότητα, με αποτέλεσμα την απώλεια μιας ανθρώπινης ζωής.
71. Το Δικαστήριο έχει την υποχρέωση να στείλει το μήνυμα, σε όλους τους οδηγούς που χρησιμοποιούν τους δρόμους, ότι, οδηγική συμπεριφορά, όμοια με αυτή του Κατηγορούμενου, είναι απαράδεκτη. Στην απόφαση Σάββα ν Αστυνομίας (2008) 2 ΑΑΔ 242, λέχθηκαν τα εξής:
«Ο Κώδικας Οδικής Συμπεριφοράς αποτελεί αναπόσπαστο μέρος, σε μια σύγχρονη και αναπτυγμένη πολιτεία με του κώδικα κοινωνικής συμπεριφοράς. Γι' αυτό και αποτελεί μια από τις τιμές μέτρησης και αξιολόγησης του σεβασμού του ανθρώπου προς το συνάνθρωπο. Τα τροχαία αδικήματα, όπως συνηθίσαμε να αναφερόμαστε στις παραβάσεις της οικείας νομοθεσίας ή γενικότερα τα αδικήματα που διαπράττονται κατά την οδήγηση, θεωρούνται πλέον σοβαρά και έτσι πρέπει να αντιμετωπίζονται. Τα Δικαστήρια, που παρακολουθούν και είναι ευαίσθητα στις μεταβολές συμπεριφοράς της κοινωνίας, αναπροσαρμόζουν τις ποινές που επιβάλλουν ώστε να γίνει συνείδηση πως η ορθή ρύθμιση της τροχαίας κίνησης έχει άμεση σχέση με την καθημερινή λειτουργία της ζωής των ανθρώπων.»
72. Η επιβολή αποτρεπτικών ποινών δεν είναι μόνο θέμα σεβασμού και εφαρμογής των νόμων, αλλά είναι απαραίτητη κοινωνική ανάγκη, ενόψει του σοβαρού και ανησυχητικού ρυθμού με τον οποίο συμβαίνουν τροχαία δυστυχήματα και χάνονται ανθρώπινες ζωές ή προκαλούνται σοβαρές υλικές ζημιές ή σωματικές βλάβες. Είναι μόνο με την απόλυτη συμμόρφωση προς όλους τους κανονισμούς που θα επιτευχθεί μείωση ατυχημάτων, τα οποία πολλές φορές έχουν ολέθρια και ανεπανόρθωτα επακόλουθα.
73. Έχοντας καταλήξει στον καθορισμό της οδηγικής συμπεριφοράς του Κατηγορούμενου, θα εξετάσω τις προσωπικές, οικογενειακές και άλλες περιστάσεις του με σκοπό την επιμέτρηση της ποινής και την κατάληξη τόσο για το είδος όσο και το ύψος αυτής.
74. Στο στάδιο της επιμέτρησης της ποινής, το πρώτιστο καθήκον του Δικαστηρίου είναι η εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος, στόχος που επιτυγχάνεται μόνο με την αποτελεσματική εφαρμογή του Νόμου [Sentencing in Cyprus,[20] ΠΙΣΚΟΠΟΥ ν. Δημοκρατίας (1999) 2 Α.Α.Δ. 342, Republic ν. Georghiou,[21]]. Η δέουσα εφαρμογή του Νόμου για το συμφέρον της κοινωνίας αποτελεί τον πιο σημαντικό παράγοντα, τον οποίο θα πρέπει να έχει υπόψη το Δικαστήριο στην επιλογή του είδους της ποινής και στην επιμέτρηση της έκτασής της. Η σοβαρότητα των αδικημάτων δεν εμποδίζει το Δικαστήριο να επιβάλει εκείνο το είδος της ποινής, την οποία κατά την κρίση του, τα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση και τον αδικοπραγούντα, δικαιολογούν. Αποτελεί αξίωμα ότι, η ανάγκη για αυστηρή αντιμετώπιση δεν μειώνει την παράλληλη ανάγκη εξατομίκευσης της ποινής σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, ώστε αυτή να αρμόζει στις συνθήκες του παραβάτη και να προσιδιάζει στην προσωπικότητά του. Το Δικαστήριο, κατά την επιμέτρηση της ποινής, λαμβάνει υπόψη ένα ευρύ φάσμα παραγόντων. Πρόκειται για διεργασία στην οποία το Δικαστήριο διατηρεί κατ' εξοχή διακριτική ευχέρεια, έχοντας ταυτόχρονα υποχρέωση να επιδεικνύει τη μεγαλύτερη δυνατή προσοχή. Η εξισορρόπηση είναι έργο λεπτό και δύσκολο (Sentencing in Cyprus[22]).
75. Οι προηγούμενες ποινές επί θανατηφόρων δυστυχημάτων είναι ενδεικτικές, αλλά δεν αποτελούν αυστηρή καθοδήγηση για το λόγο ότι, δεν υπάρχει κατά κανόνα ταυτοσημία επί των γεγονότων.
76. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Σωτηρίου (2003) 2 ΑΑΔ 331, λέχθηκε ότι, σε τέτοιου είδους αδικήματα δεν υπάρχει καθιερωμένο μέτρο για την ποινή. Στην αρμόζουσα ποινή το δικαστήριο καταλήγει ανάλογα με τα περιστατικά της υπόθεσης, την έκταση της ευθύνης του κατηγορουμένου, λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι, η επικίνδυνη οδήγηση στοιχίζει πόρους και ζωές. Η επιμέτρηση της ποινής είναι άμεσα σχετιζόμενη με την έκταση της αμέλειας, δηλαδή με τη συμπεριφορά και τις πράξεις τού κατηγορουμένου που οδήγησαν στη διάπραξη του αδικήματος και την πρόκληση του θανάτου, σε συνάρτηση βέβαια με τις προσωπικές του συνθήκες, οι οποίες θα πρέπει επίσης να λαμβάνονται υπόψη [Παμπακάς κ.ά. ν. Αστυνομίας (1990) 2 Α.Α.Δ. 487, 491].
77. Όπως λέχθηκε και στην Αστυνομία ν. Roman Glazkov Ποιν. Eφ. 262/2018 κ.ά., ημερ. 16/05/2019 από τον Ναθαναήλ, Δ., ανευρίσκονται στη νομολογία υποθέσεις και προς αυστηρότερη κατεύθυνση σε σχέση με τα θανατηφόρα δυστυχήματα και προς επιεικέστερη, ανάλογα με τις περιστάσεις.
78. Ενδεικτικά, παραπέμπω στις πιο κάτω υποθέσεις.
79. Στην Νεοφύτου ν. Αστυνομίας (2006) 2 ΑΑΔ 120 το Α.Δ. επικύρωσε την ποινή φυλάκισης 2 ½ ετών, και κατέγραψε ότι, «ο κατηγορούμενος οδηγούσε επικίνδυνα και ότι οδηγούσε μ΄ αυτό τον τρόπο γνωρίζοντας ότι έβαζε τον εαυτό του και άλλα πρόσωπα σε κίνδυνο. Το δυστύχημα προκλήθηκε από την κακή οδήγηση του κατηγορούμενου, η οποία ήταν η αποκλειστική αιτία για το δυστύχημα. Η αλόγιστη οδήγηση του εγκυμονούσε, καθώς και ο ίδιος θα πρέπει να αντιλαμβανόταν, σοβαρούς κινδύνους για τους οποίους αδιαφόρησε, με την ελπίδα βέβαια ότι τίποτα δεν θα συνέβαινε.»
80. Στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Στυλιανού (2009) 2 ΑΑΔ 543, η οποία αφορούσε σε διπλό τροχαίο θανατηφόρο δυστύχημα, ο Εφεσίβλητος εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, με αποτέλεσμα να συγκρουσθεί με το εξ αντιθέτου κατευθύνσεως διερχόμενο όχημα των θυμάτων. Το Πρωτόδικο Δικαστήριο, αφού έλαβε υπόψη την παραδοχή του Εφεσίβλητου, την συνεργασία του με τις διωκτικές αρχές, το λευκό του ποινικό μητρώο, τις προσωπικές-οικογενειακές του συνθήκες, και τέλος την καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης (τα αδικήματα διαπράχθηκαν στις 18.11.2006, η υπόθεση καταχωρίστηκε 12.9.2007 και οι ποινές επιβλήθηκαν στις 11.5.2009), επέβαλε συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 12 μηνών. Το Α.Δ., αφού αναφέρθηκε στην έξαρση των εν λόγω αδικημάτων και στις τραγικές συνέπειες τους, αύξησε τις συντρέχουσες ποινές φυλάκισης σε 2 έτη.
81. Στην υπόθεση Τιμοθέου ν. Αστυνομίας (2012) 2 ΑΑΔ 671, ο κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος για πρόκληση θανατηφόρου δυστυχήματος, ενώ τελούσε υπό την επήρεια αλκοόλης και επέδειξε επικίνδυνη οδηγική συμπεριφορά, εισερχόμενος επανειλημμένα στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας. Παρά τις προσωπικές του περιστάσεις, δεν υπήρχε παραδοχή ή άλλη ουσιαστική ένδειξη μεταμέλειας, καθ’ ότι επέμεινε μέχρι τέλους στη δική του εκδοχή των γεγονότων. Επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 18 μηνών και στέρηση άδειας οδήγησης για τρία έτη, η οποία επικυρώθηκε κατ’ έφεση ως αρμόζουσα και όχι έκδηλα υπερβολική.
82. Στην υπόθεση Χρίστος Μιχαήλ ν Αστυνομίας (2014) 2 ΑΑΔ 329 ο Εφεσείων άλλαξε απάντηση από μη παραδοχή σε παραδοχή μετά το άκουσμα της μαρτυρίας και πριν τις τελικές αγορεύσεις. Στην εν λόγω υπόθεση ο Εφεσείων τελούσε κατά τον επίδικο χρόνο υπό την επήρεια αλκοόλης, και υπό αυτές τις συνθήκες, η οδήγηση οχήματος ενείχε πλέον καθαρό και σοβαρό κίνδυνο για τον κάθε πολίτη που βρισκόταν στην πορεία του Εφεσείοντα κατά το συγκεκριμένο χρόνο. Το Ανώτατο Δικαστήριο μείωσε την ποινή φυλάκισης 2,5 ετών που επέβαλε το πρωτόδικο Δικαστήριο σε ποινή φυλάκισης 20 μηνών.
83. Στην Νικολάου ν Αστυνομίας (2015) 2 ΑΑΔ 103 επικυρώθηκε ποινή φυλάκισης 15 μηνών όταν ο οδηγός προκάλεσε θανατηφόρο τροχαίο δυστύχημα ενώ βρισκόταν υπό την επήρεια αλκοόλης, επιδεικνύοντας επικίνδυνη και απερίσκεπτη οδηγική συμπεριφορά.
84. Στην υπόθεση Παπαεπιφανείου ν Αστυνομίας Ποιν. Εφ. αρ. 16/2021, 19/10/2021 επικυρώθηκε ποινή φυλάκισης 18 μηνών, σε πρόκληση θανατηφόρου τροχαίου δυστυχήματος, ενώ ο οδηγός βρισκόταν υπό την επήρεια αλκοόλης.
85. Στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Manraj Singh Sidhu Ποιν. Εφ. 152/22, ημερ. 01/12/2022, το Α.Δ. ανέτρεψε την πρωτόδικη (κατόπιν παραδοχής), ποινή φυλάκισης 12 μηνών, επιβάλλοντας ποινή φυλάκισης 2½ ετών στον Εφεσίβλητο, ο οποίος είχε κτυπήσει θανάσιμα πεζή σε διάβαση πεζών και εγκατέλειψε τον τόπο του ατυχήματος χωρίς παροχή βοήθειας, τονίζοντας ότι, η αδιαφορία για την ασφάλεια των άλλων χρηστών του δρόμου και η εγκατάλειψη θύματος απαιτούν αυστηρή και αποτρεπτική τιμωρία.
86. Στην Γενικός Εισαγγελέας ν Sergei Kuziurin Ποιν. Εφ. 19/2023, 29/01/2024, αντικαταστάθηκε η ποινή φυλάκισης 22 μηνών, η οποία επιβλήθηκε από το πρωτόδικο δικαστήριο, κατόπιν παραδοχής, σε ποινή φυλάκισης 3 ετών. Τα περιστατικά της υπόθεσης αφορούσαν οδηγό, ο οποίος οδηγούσε υπό την επήρεια αλκοόλης (47mg% αντί 22mg%), χωρίς να συμμορφωθεί με κόκκινο φωτεινό σηματοδότη και παραβιάζοντάς τον ανέπτυξε ταχύτητα δυνάμενη να θέσει σε κίνδυνο ανθρώπινη ζωή, ήτοι 123 ΧΑΩ αντί 50 ΧΑΩ, εντός κατοικημένης περιοχής και εισερχόμενος κατά επικίνδυνο και εγωιστικό τρόπο στη διασταύρωση ανέκοψε την πορεία του θύματος.
87. Στην πρόσφατη απόφαση του Ποινικού Εφετείου Πισσαρίδης ν Γενικός Εισαγγελέας Ποιν. Εφ. 67/2023, ημερ. 29/05/2025, ο Κατηγορούμενος που αντιμετώπιζε και σωρεία άλλων τροχαίων παραβάσεων, εισερχόμενος με αυξημένη ταχύτητα σε φωτοελεγχόμενη διασταύρωση, παραβιάζοντας κόκκινο φωτεινό σηματοδότη, προσέκρουσε σε άλλο όχημα εντός της διασταύρωσης, με αποτέλεσμα να χάσουν τη ζωή τους 3 νέοι άντρες. Επικυρώθηκαν οι συντρέχουσες ποινές φυλάκισης με μέγιστη αυτή των 3 ετών για την κατηγορία δυνάμει του άρθρου 210 ΠΚ.
56. Στην παρούσα υπόθεση, η παραδοχή του Κατηγορούμενου, 6 μήνες μετά την καταχώρηση της υπόθεσης και πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, είναι ο μοναδικός τρόπος με τον οποίο ο Κατηγορούμενος έχει την ευκαιρία να μεταφέρει την μεταμέλεια και απολογία του και λαμβάνεται δεόντως υπόψη,[23] αφού έχει γίνει σε αρχικό στάδιο της διαδικασίας, έχει δε εξοικονομηθεί πολύτιμος δικαστικός χρόνος. Σε αυτό προσμετρά και η συνεργασία του με τις διωκτικές αρχές κατά το στάδιο της διερεύνησης την ημέρα του θανατηφόρου δυστυχήματος.
57. Το γεγονός ότι, είναι λευκού ποινικού μητρώου, δεικνύει πως, ο Κατηγορούμενος δεν απασχόλησε τις διωκτικές αρχές τα προηγούμενα δύο έτη που βρίσκεται στην Κυπριακή Δημοκρατία και φαίνεται να είναι πρόσωπο που είχε έναν έντιμο πρότερο βίο. Όπως διαπιστώνεται από την έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, εγκατέλειψε την δευτεροβάθμια εκπαίδευση του στην Ελλάδα από τα 14 του έτη, λόγω προβλημάτων προσαρμογής, όταν μετοίκησε εκεί με την ελληνικής καταγωγής μητέρα του και έκτοτε εργάζεται, ανάγκη που τον οδήγησε να μεταναστεύσει σε αρκετές χώρες της Ευρώπης.
58. Τα δύσκολα παιδικά χρόνια που είχε και η ενδοοικογενειακή βία που βίωσε σε μικρή ηλικία, φαίνεται να επηρέασε την μετέπειτα προσαρμογή και ένταξή του στην κοινωνία, αφού ουδέποτε κατάφερε να δημιουργήσει ένα σταθερό και υγιές καταφύγιο, να διατηρήσει ικανοποιητική και τακτική επικοινωνία με τις δύο ανήλικες θυγατέρες του (17 και 10 ετών σήμερα) και βρήκε διέξοδο στο αλκοόλ στην ηλικία των 30 ετών και στην περιστασιακή χρήση εξαρτησιογόνων ουσιών, αντιμετωπίζει δε σοβαρό πρόβλημα στον σπόνδυλο, χρόνια κατάθλιψη και ψυχικά προβλήματα υγείας, η οικονομική του όμως δυσπραγία δεν του δίδει την ευχέρεια επαρκούς και σταθερής υποστήριξης και λήψης ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης.
59. Μετά την επέλευση του θανατηφόρου τροχαίου δυστυχήματος έχει επιδεινωθεί η ψυχική του υγεία και έχει αυπνίες. Έλαβε φαρμακευτική αγωγή που του συστήθηκε από ψυχίατρο, όμως λόγω της οικονομικής του αδυναμίας, δεν κατέστη δυνατό να συνεχίσει τις ψυχιατρικές επισκέψεις.
60. Κατά κανόνα τα όποια προβλήματα υγείας αντιμετωπίζει ένας κατηγορούμενος δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο για την αποφυγή επιβολής ποινής φυλάκισης, όταν ο νόμος και οι περιστάσεις διάπραξης των αδικημάτων καθιστούν επιτακτική τέτοια ποινή. Θεμελιακή επί του προκειμένου είναι η απόφαση Attorney General v. Mavrokefalos (1966) 2 CLR 93.
61. Σε σχέση με τα προβλήματα υγείας του Κατηγορούμενου σημειώνω ότι, δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε ιατρική έκθεση ή άλλη μαρτυρία που να καταδεικνύει ότι, τα προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζει δεν μπορούν να τύχουν διαχείρισης με τις κατάλληλες οδηγίες από τις κεντρικές φυλακές [Ανδρέας Σοφοκλέους ν. Αστυνομίας (2001) 2 AAΔ 144, El Kara Amira Mohammad ν. Δημοκρατίας (2003) 2 ΑΑΔ 239 και Μίλτος Απόστολου ν. Αστυνομίας Ποιν. Έφ. 153/2017, ημερ. 27/09/2017, ECLI:CY:AD:2017:D321].
62. Λαμβάνω υπόψη μου ότι, επέδειξε καλή διαγωγή ενώπιον του Δικαστηρίου, αφού εμφανίστηκε σε όλες τις δικάσιμους, ως ήταν υποχρεωμένος, και συμμορφώθηκε πλήρως με τους όρους που επιβλήθηκαν για τη διασφάλιση της παρουσίας του, γεγονός που δεικνύει ότι, αντιλαμβάνεται την σοβαρότητα της υπόθεσης και δεν προσπάθησε να αποφύγει των συνεπειών αυτής.
63. Τα ελαφρυντικά του Κατηγορούμενου και οι μετριαστικοί παράγοντες, που αναφέρθηκαν πιο πάνω, δεν είναι τέτοια όμως που να υπερακοντίζουν την αναγκαιότητα για επιβολή αποτρεπτικής ποινής, ενόψει της σοβαρότητας, σωρευτικά (sic) ιδωμένων, των αδικημάτων που αντιμετωπίζει, τα οποία ανάγουν την υπό κρίση υπόθεση σε μία από τις σοβαρές υποθέσεις θανατηφόρων τροχαίων συγκρούσεων που τέθηκαν ενώπιον Δικαστηρίου. Οι προσωπικές συνθήκες του Κατηγορούμενου λαμβάνονται υπόψη σε σχέση με το εύρος της ποινής που θα επιβληθεί, δεν είναι, όμως, τέτοιες που να μπορούν να μεταβάλουν το είδος αυτής.
64. Κατά τα ειρημένα πιο πάνω, αποτιμώντας, από τη μία, τη σοβαρότητα των αδικημάτων και την ανάγκη να προσλάβει η ποινή αποτρεπτικό χαρακτήρα, και, από την άλλη, τους μετριαστικούς παράγοντες που αναφέρθηκαν πιο πάνω, κρίνω ότι, η ποινή φυλάκισης είναι η μόνη κατάλληλη και αρμόζουσα κάτω από τις περιστάσεις ποινή, σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος (βλ. George M. Pikis, Sentencing in Cyprus, 2nd Ed., Sentencing Revisited, 2007, 34, Blackstone's Criminal Practice, 2019, para E15.22, 2398), τούτο δε έχοντας κατά νου ότι, αυτή επιβάλλεται μόνο εκεί όπου οποιαδήποτε άλλη ποινή θα ήταν αναμφίβολα ακατάλληλη και ανεπαρκής [Προδρόμου v. Αστυνομίας (1990) 2 ΑΑΔ, Zac & others ν. Αστυνοµίας (1990) 2 ΑΑΔ 6 και Γ.Ε. ν. Πατατάρης (1994) 2 ΑΑΔ 128].
65. Η σοβαρότητα των αδικημάτων και τα επακόλουθα της οδηγικής συμπεριφοράς του Κατηγορούμενου δεν επιτρέπουν στο Δικαστήριο να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια εναντίον της αποστέρησης του δικαιώματός του να κατέχει ή να λαμβάνει άδεια οδήγησης. Στην παρούσα υπόθεση δεν εκτέθηκε οποιοσδήποτε λόγος που να δικαιολογεί την μη αποστέρηση του δικαιώματος του Κατηγορούμενου να κατέχει ή να λαμβάνει άδεια οδήγησης, χωρίς βεβαίως να παραγνωρίζεται η ανάγκη επανένταξης και επαγγελματικής επαναδραστηριοποίησης, όταν αυτό καταστεί δυνατό.
66. Με βάση όλα όσα έχω αναφέρει πιο πάνω, συνεκτιμώντας τη σοβαρότητα της υπόθεσης, τους επιβαρυντικούς παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη σε σχέση με τις περιστάσεις της θανατηφόρας τροχαίας σύγκρουσης, σε συνάρτηση με τις προσωπικές συνθήκες του Κατηγορούμενου και τους μετριαστικούς παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη, επιβάλλονται οι ακόλουθες ποινές:
· 1η Κατηγορία: ποινή φυλάκισης 3 ετών και 8 βαθμοί ποινής, οι οποίοι να σημειωθούν στην άδεια οδήγησης του. Επιπρόσθετα, ο Κατηγορούμενος αποστερείται του δικαιώματός του να κατέχει ή να λαμβάνει άδεια οδήγησης για περίοδο 12 μηνών.
· 2η Κατηγορία: καμία ποινή. Τα γεγονότα αυτής εμπεριέχονται στα γεγονότα της 1ης κατηγορίας.
· 3η Κατηγορία: ποινή φυλάκισης 4 μηνών.
· 4η Κατηγορία: ποινή φυλάκισης 6 μηνών.
· 5η Κατηγορία: ποινή φυλάκισης 30 ημερών.
Οι ποινές φυλάκισης να συντρέχουν μεταξύ τους, ενόψει του γεγονότος ότι, τα αδικήματα απορρέουν από μία ενιαία έκνομη συμπεριφορά, που χρονικά και τοπικά συνδέονται μεταξύ τους.[24]
[IX] ΕΞΕΤΑΣΗ ΑΝΑΣΤΟΛΗΣ ΠΟΙΝΗΣ ΦΥΛΑΚΙΣΗΣ
67. Προχωρώ να εξετάσω, κατά πόσον υπάρχει ευχέρεια αναστολής της ποινής φυλάκισης, που μόλις επιβλήθηκε. Η αναστολή ποινών φυλάκισης διέπεται από το άρθρο 3(1) του περί της Υφ’ Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, Ν. 95/72, όπως τροποποιήθηκε από τον Ν.186(Ι)/2003. Ο σκοπός του Ν. 95/1972, με αναδρομή στο ιστορικό του, αναφέρθηκε και πάλι από το Ανώτατο Δικαστήριο στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Καραολή, Ποιν. Εφ. 231/2019, ημερ. 27/04/2021, ECLI:CY:AD:2021:B172.
68. Η διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου για αναστολή της ποινής φυλάκισης έχει διευρυνθεί, έτσι ώστε αυτή αποφασίζεται, εάν δικαιολογείται, στη βάση του συνόλου των περιστάσεων της υπόθεσης και των προσωπικών περιστατικών του κατηγορούμενου [Siminoiu v. Αστυνομίας (2012) 2 Α.Α.Δ. 699, Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας (2009) 2 Α.Α.Δ. 583].
69. Η ποινή φυλάκισης με αναστολή δεν επιβάλλεται ως μέτρο επιείκειας ή ως εναλλακτικό μέτρο τιμωρίας του παραβάτη και η επιλογή της ποινής φυλάκισης δεν πρέπει να συσχετίζεται με τη δυνατότητα αναστολής της. Τα δύο θέματα είναι ξεχωριστά. Το Δικαστήριο αποφασίζει το ύψος της ποινής και ακολούθως αποφασίζει κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις που δικαιολογούν την αναστολή της [Γενικός Εισαγγελέας ν. Περατικού (1997) 2 Α.Α.Δ. 373].
70. Στην Koukos v. Police (1986) 2 C.L.R. 1 διευκρινίζεται ότι, η αναστολή ποινής φυλάκισης διαχωρίζεται, τόσο από την επιλογή της ποινής φυλάκισης, ως μέσου τιμωρίας του παραβάτη, όσο και από την έκταση της φυλάκισης. Η αναστολή δεν αποτελεί άλλο μέσο τιμωρίας, μη στερητικό της ελευθερίας του παραβάτη. Επομένως ο χαρακτήρας της ποινής φυλάκισης δεν αλλοιώνεται, μόνο και μόνο λόγω του ότι αυτή αναστάληκε.
71. Παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη είναι [Demetriou v. R. (1976) 2 J.S.C. 386, Γενικός Εισαγγελέας v. Φανιέρου (1996) 2 ΑΑΔ 303]:
1) Η σοβαρότητα των περιστατικών και το κίνητρο.
2) Το μητρώο του κατηγορούμενου και η αναγκαιότητα αποτροπής.
3) Η διαγωγή του κατηγορούμενου μετά τη διάπραξη του αδικήματος, ιδιαίτερα η παρουσία ή απουσία στοιχείων μεταμέλειας.
72. Οι αρχές της νομολογίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου, σε ό,τι αφορά την εφαρμογή του εν λόγω άρθρου 3.(1) και 3.(2) του Ν. 95/1972, συνοψίζονται περιεκτικά, στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Αστυνομία ν. Μιλτιάδους, Ποιν. Εφ. 277/2018, ημερ. 10/05/2019, ECLI:CY:AD:2019:B179, στο εξής απόσπασμα:
«Όπως συναφώς τονίζεται από τη νομολογία (βλ. ενδεικτικά Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας (2009) 2 Α.Α.Δ. 583, Σώζου ν. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 12/2016 ημερ. 29.3.2016, Γεωργίου κ.α. ν. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 27/2016 ημερ. 19.7.2016, Χαλκιά ν. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 240/2016 ημερ. 13.3.2017, ECLI:CY:AD:2017:B90, ECLI:CY:AD:2017:B90, Γενικός Εισαγγελέας ν. Χρυσάνθου, Ποιν. Εφ. 137/2015 ημερ. 23.6.2018 και άλλες), η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για αναστολή ποινής φυλάκισης έχει διευρυνθεί από το Νόμο, ώστε αυτή να μπορεί να αποφασίζεται, εάν δικαιολογείται, στη βάση του συνόλου των περιστάσεων της υπόθεσης και των προσωπικών περιστατικών ενός κατηγορουμένου. Με βασικό πάντοτε το ερώτημα κατά πόσο, ισοζυγίζοντας το σύνολο των περιστάσεων, θα μπορούσε ή θα έπρεπε οι παράγοντες αυτοί να επενεργήσουν κατά τρόπο ο οποίος να δικαιολογεί να δοθεί στον εφεσείοντα μια δεύτερη ευκαιρία. Κατά την εξέταση δε του ζητήματος σημαντικό είναι και το ερώτημα κατά πόσο η ανασταλείσα ποινή θα αντικατοπτρίζει επαρκώς την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος, θα εξυπηρετεί τους πολλαπλούς σκοπούς της ποινής και την ορθή απονομή της δικαιοσύνης.».
[Έμφαση του Δικαστηρίου].
73. Έχοντας προβεί σε εκ νέου θεώρηση των συνθηκών που συνθέτουν την παρούσα υπόθεση και συνεκτιμώντας τις περιστάσεις διάπραξης της θανατηφόρας οδικής σύγκρουσης, κρίνω ότι, δεν παρέχουν ευχέρεια στο Δικαστήριο για αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης που επιβλήθηκε. Οι προσωπικές συνθήκες του Κατηγορούμενου και η ειλικρινής μεταμέλεια του λήφθηκαν υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής και επηρέασαν ουσιωδώς το ύψος της ποινής, αλλά δεν δικαιολογούν την αναστολή της επιβληθείσας ποινής.[25] Τυχόν αναστολή της ποινής φυλάκισης δεν θα αντικατόπτριζε την αντικειμενική σοβαρότητα των αδικημάτων, εξασθενώντας σε μεγάλο βαθμό την αναγκαιότητα της αποτροπής, που σκοπό έχει να προστατεύει επαρκώς το κοινωνικό σύνολο, θα έστελνε δε λανθασμένα μηνύματα και δεν θα εξυπηρετούσε τους σκοπούς του Νόμου.[26]
74. Ως εκ τούτου, η ποινή φυλάκισης είναι άμεση.
75. Η ποινή στέρησης του δικαιώματος του Κατηγορούμενου να κατέχει ή να λαμβάνει άδεια οδήγησης, να αρχίζει μετά την αποφυλάκισή του.
76. Τυχόν έξοδα της διαδικασίας να καταβληθούν από τη Δημοκρατία, ενόψει της άμεσης έκτισης της ποινής φυλάκισης από τον Κατηγορούμενο.
77. Αναμένεται ότι, θα ληφθούν τα αναγκαία μέτρα από την Διεύθυνση των Κεντρικών Φυλακών για την παροχή ψυχολογικής ή άλλης υποστήριξης στον Κατηγορούμενο κατά τη διάρκεια έκτισης της ποινής φυλάκισης.
(Υπ.) ………………………
Ε. Μιντή Οικονόμου
ΠΡΟΣ. Ε.Δ.
ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ
ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ
[1] Σημείο Γ: εντός της λωρίδας κυκλοφορίας του Κατηγορούμενου με νότια κατεύθυνση.
[2] Σημείο Δ: εντός της λωρίδας κυκλοφορίας του θύματος με βόρεια κατεύθυνση.
[3] Σημείο Ε: εντός της λωρίδας κυκλοφορίας του θύματος με βόρεια κατεύθυνση.
[4] ΕΞΙΣΩΣΗ: 8.4μ (άκρια δρόμου πριν την έναρξη της ασφάλτινης προέκτασης) - 7.4μ (σημείο σύγκρουσης Χ).
[5] Βλ. επίσης, Μενελάου ν. Αστυνομίας (1998) 2 ΑΑΔ 232, η οποία αφορούσε το αδίκημα της αμελούς οδήγησης, στο πλαίσιο της οποίας επισημάνθηκαν τα κατωτέρω, τα οποία διατηρούν στο ακέραιο την επικαιρότητά τους σχεδόν 30 έτη μετά: «Τα οδικά δυστυχήματα έχουν αποβεί χαίνουσα πληγή για την Κυπριακή κοινωνία. Οι απώλειες σε ανθρώπινες ζωές, τραυματισμούς και υλική ζημιά είναι τεράστιες. Δεν μπορεί το Δικαστήριο να αδιαφορήσει μπροστά στο καταστροφικό αυτό φαινόμενο. Αυτό επιβάλλει το καθήκον του Δικαστηρίου για την αποτελεσματική εφαρμογή του Νόμου, που έχει ως λόγο την καθήλωση, μέσω της τιμωρίας, της παράνομης συμπεριφοράς, που, στην περίπτωση της οδικής αμέλειας, χαρακτηρίζει ο έντονος αντικοινωνικός χαρακτήρας.»
[6] Γ.Ε. ν. Ηρακλέους, Ποιν. Εφ. 244/2017, ημερ. 08/07/2019.
[7] ‘It is quite clear from the reported cases that, if a man in fact adopts a manner of driving which the jury think was dangerous to other road users in all the circumstances, then on the issue of guilt it matters not whether he was deliberately reckless, careless, momentarily inattentive or even doing his incompetent best’.
[8] Μνεία στην απόφαση αυτή γίνεται και στην πιο πρόσφατη απόφαση Ina Yasar v Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 129/2024, ημερ. 08/11/2024.
[9] Η ανάληψη ευθύνης από τον εφεσείοντα να χρησιμοποιήσει το λεωφορείο για τη μεταφορά των επιβατών εγκυμονούσε άμεσο κίνδυνο για την ασφάλειά τους, κίνδυνο τον οποίο αψήφησε παρά τη διαπίστωση μηχανικής βλάβης και παρά το ότι ο ίδιος είχε θεωρήσει ανασφαλές και επικίνδυνο να συνεχίσει να οδηγεί το όχημα. «Είναι αυτή του η πράξη που στοιχειοθετεί το αλόγιστο της συμπεριφοράς του. Δεν ήταν λελογισμένη ενέργεια, δηλαδή απόρροια της κοινής λογικής, να χρησιμοποιήσει, κάτω από αυτές τις συνθήκες το λεωφορείο για τη μεταφορά των επιβατών. Ταυτόχρονα, η πράξη του ήταν απερίσκεπτη, υποδηλώνουσα αδιαφορία για την ασφάλεια των επιβατών και, παράλληλα, επικίνδυνη, διότι εγκυμονούσε ορατούς κινδύνους» Έμφαση δική μου.
[10] (1971) 2 Q.Β. 674.
[11] Attorney General v. Iacovides (1973) 2 CLR 344, Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας (1989) 2 ΑΑΔ 109, Χατζηιωάννου ν. Αστυνομίας (2004) 2 ΑΑΔ 453, Γενικός Εισαγγελέας ν. Τόμα (2005) 2 ΑΑΔ 713, Νικολάου ν. Αστυνομίας, Π.Ε. 195/2014, 20/03/2015, ΓΕ ν. Αβρααμίδη (1993) 2 ΑΑΔ 355, ΓΕ ν. Σωτηρίου (2003) 2 ΑΑΔ 331, Παμπακάς κ.ά. ν. Αστυνομίας (1990) 2 ΑΑΔ 487, Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας (1989) 2 ΑΑΔ 109, ΓΕ ν Arif Aksahin, Ποιν. Έφ. 62/2025, ημερ. 29/10/2025.
[12] Γενικός Εισαγγελέας ν. Σωτηρίου (2003) 2 ΑΑΔ 331.
[13] Παμπακάς κ.ά. ν. Αστυνομίας (1990) 2 ΑΑΔ 487, 491.
[14] Γ.Ε. ν. Σωκράτη Αβρααμίδη (1993) 2 ΑΑΔ 355.
[15] Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας (1989) 2 ΑΑΔ 109.
[16] Στην Μενέλαος Νικολάου ν. Αστυνομία (2015) 2 ΑΑΔ 103, η οποία ακολούθησε, συγκεφαλαιώθηκαν οι κατευθυντήριες γραμμές για τον καθορισμό, τόσο του είδους της ποινής, όσο και της έκτασης της σε υποθέσεις θανατηφόρων τροχαίων δυστυχημάτων.
[17] Γ. Ε. ν. Κουκκίδη (2013) 2 ΑΑΔ 191. Βλ. επίσης, Φιντανάκης ν. Αστυνομίας (2014) 2 ΑΑΔ 695, ΓΕ ν. Ιωάννου, Ποιν. Εφ. 221/2013, 28/09/2015, Savencu v. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 194/19, ημερ. 09/07/2020, ECLI:CY:AD:2020:B236, Ορέστης Χριστοφή ν. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 50/24, ημερ. 02/08/2024.
[18] Γενικός Εισαγγελέας ν. SERGEI KUZIURIN Ποιν. Εφ. 19/2023, ημερ. 29/01/2024.
[19] Πολυκάρπου ν Αστυνομίας Ποιν. Έφ. 184/2018, ημερ. 09/07/2020, ECLI:CY:AD:2020:B243.
[20] Γ.Μ. Πική, σελ. 3
[21] 22 CLR, 147
[22] Supra, σελ. 2, 5‑8
[23] Όπως τονίστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Ανδρέου ν. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση αρ. 163/2015, ημερ. 11/07/2016 «[…] η παραδοχή είναι ο μόνος απτός τρόπος για να “μεταφερθεί” στο Δικαστήριο η μεταμέλεια ενός κατηγορουμένου και γι’ αυτό το λόγο έχει δεσπόζουσα σημασία στην επιμέτρηση της ποινής.»[23] (M. C. T. ν. Δημοκρατίας[23]). Η παραδοχή, επίσης, έχει περισώσει πολύτιμο χρόνο του Δικαστηρίου (Χαρτούπαλος v. Δημοκρατίας; Γενικός Εισαγγελέας ν. Πέτρου[23]).
[24] Manga Ekole v. Αστυνομίας Ποιν. Εφ. 108/2021, ημερ. 15/02/2022, ECLI:CY:AD:2022:B62, Γενικός Εισαγγελέας ν. Θωμά Ποιν. Εφ. 132/2017, σχ. με 136/2017, ημερ. 26/06/2019.
[25] Γενικός Εισαγγελέας ν. Χαραλαμπίδη (2009) 2 Α.Α.Δ. 537 όπου το Α.Δ. κατέληξε ότι, «οι προσωπικές περιστάσεις του εφεσίβλητου είχαν ήδη ληφθεί υπόψη κατά την επιμέτρηση της αρμόζουσας ποινής και εντασσόμενες στο σύνολο των περιστάσεων δεν μπορούσαν να θεωρηθούν αρκετές για να δικαιολογηθεί ταυτόχρονα και η αναστολή της επιβληθείσας ποινής».
[26] Ραφαήλ Κόρμπος ν ΓΕ, Ποιν. Έφ. 160/2025, ημερ. 24/11/2025, Γ.Ε. v. Μαρίνου Τάκκα, Ποιν. Εφ. 160/2022, 26/06/2025, Ina Yasar v. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 229/2024, ημερ. 08/11/2024, Ορέστης Χριστοφή v. Αστυνομίας, ανωτέρω, Γ.Ε. ν. Α. Ευθυβούλου, Ποιν. Εφ. 124/2024, ημερ. 17/03/2025, Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 153/23, ημερ. 29/02/2024, Μενέλαος Νικολάου ν. Αστυνομίας (2015) 2 ΑΑΔ 103, Γενικός Εισαγγελέας ν. Κουκκίδη (2013) 2 Α.Α.Δ. 191, Νεοφύτου ν. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 9/21, ημερ. 29/07/2021.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο