Δ Η Μ Ο Κ Ρ Α Τ Ι Α ν. ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΦΑΣΟΥΛΙΩΤΗ, Αρ. Υπόθεσης: 3632/2025, 22/5/2026
print
Τίτλος:
Δ Η Μ Ο Κ Ρ Α Τ Ι Α ν. ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΦΑΣΟΥΛΙΩΤΗ, Αρ. Υπόθεσης: 3632/2025, 22/5/2026

ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ

ΣΥΝΘΕΣΗ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟΥ:    Γ. Πετάση Κορφιώτη, Π.Ε.Δ.

                                                                 Χρ. Μ. Παπαλλάς, Ε.Δ.

                                                                 Κ. Ηλία, Ε.Δ.

 

                                                                                       Αρ. Υπόθεσης: 3632/2025

Μεταξύ:

Δ Η Μ Ο Κ Ρ Α Τ Ι Α

 

v.

     

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΦΑΣΟΥΛΙΩΤΗ

                                                                                                          Κατηγορούμενου

-------------------------

 

Ημερομηνία: 22 Μαίου 2026

 

Εμφανίσεις:

Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Ν. Κόλιαρου

Για τον Κατηγορούμενο: κ. Σ. Σαββίδης

Κατηγορούμενος παρών

 

                                                             Π Ο Ι Ν Η

 

Ο Κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος κατόπιν παραδοχής του σε 4 κατηγορίες πλαστογραφίας κατά παράβαση του άρθρου 333(α) του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 (κατηγορίες υπ’ αρ. 1, 3, 5 και 7), αντίστοιχο αριθμό κατηγοριών κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου κατά παράβαση του άρθρου 339 του Κεφ. 154 (κατηγορίες υπ’ αρ. 2, 4, 6 και 8), 1 κατηγορία εξασφάλισης αγαθών με ψευδείς παραστάσεις κατά παράβαση του άρθρου 298 του Κεφ. 154 (κατηγορία υπ’ αρ. 9) και 1 κατηγορία νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες κατά παράβαση του άρθρου 4(1)(α)(iii) του περί της Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Ν. 188(Ι)/2007 (κατηγορία υπ’ αρ. 12).

 

Ό,τι αποδίδεται στον Κατηγορούμενο είναι πως σε άγνωστους για την Κατηγορούσα Αρχή χρόνους μεταξύ της 1.1.2024 – 31.12.2024 με σκοπό την καταδολίευση κατάρτισε πλαστά έγγραφα εμφανιζόμενα ως να μην είναι στην πραγματικότητα, ήτοι κατάρτισε φωτοαντίγραφο συγκεντρωτικής κατάστασης λογαριασμού στο όνομα Panagiotis Fasouliotis με αρ. λογαριασμού [ ] της Alpha Bank για την χρονική περίοδο 16.6.2024-16.7.2024 (κατηγορία υπ’ αρ.1),  φωτοαντίγραφο εγγράφου με τίτλο «Απόφαση – ΚΑΠ» ημερομηνίας 2.10.2024 που φέρει το λογότυπο της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου αποτελούμενο από 2 σελίδες (κατηγορία υπ’ αρ. 3), φωτοαντίγραφο συγκεντρωτικής κατάστασης λογαριασμού στο όνομα Panagiotis Fasouliotis  με αρ. λογαριασμού [ ] της Τράπεζας Κύπρου για την χρονική περίοδο 1.6.2024 – 28.6.2024 (κατηγορία υπ’ αρ.5) και φωτοαντίγραφο εγγράφου στο οποίο φαίνεται ηλεκτρονικό μήνυμα με θέμα «Απόφαση Διοίκησης Alpha Bank» που απευθύνεται στην Ρεβέκκα Ιωάννου ημερομηνίας 17.7.2024 στο οποίο εμφανίζεται ως αποστολέας το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο «mailto:[ ]@gmail.com» και ως παραλήπτης το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο «mailto:[ ]@gmail.com», αποτελούμενο από 2 σελίδες (κατηγορία υπ’ αρ. 7), ενώ γνώριζε ότι όλα τα πιο πάνω έγγραφα δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα.  Περαιτέρω ότι κατά την ίδια χρονική περίοδο, έθεσε σε κυκλοφορία τα εν λόγω πλαστά έγγραφα εν γνώσει και δολίως παρουσιάζοντας τα στους Φρειδερίκο Θεοδοσίου, Μαρίνο Θεοδοσίου και Γιώργο Θεοδοσίου (κατηγορίες υπ’ αρ .2, 4, 6 και 8), και πως με ψευδείς παραστάσεις και με σκοπό την καταδολίευση απέσπασε από τον Φρειδερίκο Θεοδοσίου το χρηματικό ποσό των €20,500 σε μετρητά και το ποσό των €87.325 σε τραπεζικά εμβάσματα, ήτοι προσποιήθηκε ψευδώς πως χρειαζόταν χρήματα για να διευθετήσει οικονομικές του υποχρεώσεις και διαφορές με άλλα πρόσωπα και ότι είχε θείο στην Αμερική ο οποίος θα του έκανε έμβασμα κάποια εκατομμύρια, με αποτέλεσμα το εν λόγω πρόσωπο να πειστεί και να του δώσει τα εν λόγω χρηματικά ποσά για να τον βοηθήσει, ενώ στην πραγματικότητα ο Κατηγορούμενος γνώριζε ότι τα λεχθέντα ήταν ψευδή (κατηγορία υπ’ αρ. 9).  Τέλος, πως  σε άγνωστο για την Κατηγορούσα αρχή χρόνο μεταξύ της 1.3.2024 – 31.12.2024 απέκτησε το συνολικό ποσό των €107.825 ενώ γνώριζε πως αποτελεί έσοδο από τη διάπραξη των γενεσιουργών αδικημάτων που περιγράφονται στις κατηγορίες υπ’ αρ. 1-9 (κατηγορία υπ’ αρ. 12).

  

Σημειώνεται πως ο Κατηγορούμενος αντιμετώπιζε και άλλες δυο κατηγορίες εξασφάλισης αγαθών με ψευδείς παραστάσεις (κατηγορίες υπ’ αρ. 10 και 11), οι οποίες διακόπηκαν.

 

Τα γεγονότα της υπόθεσης ως εκτέθηκαν από την εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής και έγιναν αποδεκτά από την Υπεράσπιση έχουν ως εξής (παρατίθεται αυτούσιο το περιεχόμενο του Εγγράφου Α’):

 

«1. Ο παραπονούμενος, Μάρτυρας Κατηγορίας 1, είναι ο Φρειδερίκος Θεοδοσίου, με Δ.Τ.[ ] και ημερομηνία γέννησης 07/09/2000 από την οδό [ ] αρ.10 στην [ ], της Επαρχίας Λεμεσού.

 

2. Ο Κατηγορούμενος στην παρούσα υπόθεση είναι ο Παναγιώτης Φασουλιώτης, με Δ.Τ.[ ] και ημερομηνία γέννησης 14/05/1991, από την οδό [ ] αρ.25, [ ], επαρχία Λεμεσού.

 

3. Αρχές Ιανουαρίου του 2024, ο παραπονούμενος γνώρισε τον κατηγορούμενο  μέσω φιλικού του προσώπου σε μια καφετέρια στην Λεμεσό και από εκεί ξεκίνησαν να έχουν επαφές και ανέπτυξαν πολύ φιλικές σχέσεις και είχαν συχνές συναντήσεις. Μετά από περίπου ένα μήνα σε συνάντηση που είχαν οι δύο τους, ο κατηγορούμενος ανέφερε στον παραπονούμενο ότι χρειαζόταν €2000 με €2500 σε μετρητά για να πληρώσει κάποιες οικονομικές υποχρεώσεις του και ο παραπονούμενος του τα έδωσε αυθημερόν με την συμφωνία ότι ο κατηγορούμενος θα του έδινε ως εξασφάλιση, τραπεζική επιταγή με το αντίστοιχο ποσό την οποία θα εξαργύρωνε αργότερα ο παραπονούμενος. Τότε, ο κατηγορούμενος του έκδωσε μια επιταγή για το αντίστοιχο ποσό την οποία ο παραπονούμενος κατάθεσε αργότερα σε τραπεζικό ίδρυμα χωρίς να παρουσιαστεί οποιοδήποτε πρόβλημα.

4. Τις επόμενες ημέρες, στο πλαίσιο συζητήσεων του κατηγορούμενου με τον παραπονούμενο, ο κατηγορούμενος του ανάφερε ότι  θέλει να επενδύσει σε ακίνητα στην Κύπρο, αναφερόμενος και σε ένα θείο του στην Αφρική ο οποίος ασχολείται με την ανέγερση ουρανοξυστών και ότι αυτός επρόκειτο να αποστείλει σε σύντομο χρονικό διάστημα στον κατηγορούμενο, αρκετά χρήματα για να τον βοηθήσει να επενδύσει σε ακίνητα. Στο πλαίσιο της εν λόγω συζήτησης, ο κατηγορούμενος έδειξε ενδιαφέρον για να αγοράσει ένα χωράφι ιδιοκτησίας του παραπονούμενου, χωρίς όμως να διενεργηθεί στην συνέχεια οποιαδήποτε συμφωνία αγοραπωλησίας μεταξύ των δύο προσώπων.

 

5. Περί τα μέσα Μαρτίου του 2024, ο κατηγορούμενος ανάφερε στον παραπονούμενο ότι χρειαζόταν €15.000 σε μετρητά για προσωπικούς του λόγους και για να διευθετήσει κάποιες οικονομικές υποχρεώσεις του και του ζήτησε αν μπορούσε να τον βοηθήσει, δανείζοντας του το εν λόγω ποσό μετ’ επιστροφής. Μάλιστα, ο κατηγορούμενος του ανάφερε ότι θα του έκδιδε σχετική επιταγή με το εν λόγω ποσό,  όπως συνέβηκε και σε προγενέστερη ημερομηνία. Ο παραπονούμενος, εμπιστευόμενος τον κατηγορούμενο, λόγω του ότι την προηγούμενη φορά που του έδωσε χρήματα αυτός του τα επέστρεψε με την σχετική επιταγή, του έδωσε €15.000= σε μετρητά και ο κατηγορούμενος του έκδωσε μια επιταγή, της τράπεζας Alpha Bank Cyprus Ltd, η οποία θα εξαργυρωνόταν μετά από ένα μήνα περίπου. Μετά από μια εβδομάδα περίπου, ο κατηγορούμενος του ζήτησε και πάλι το χρηματικό ποσό των €5.500= γιατί αρρώστησε το μωρό του και του ανέφερε ότι τα χρειαζόταν επείγον και θα του τα επέστρεφε. Ο πααπονούμενος έδωσε το εν λόγω ποσό στον κατηγορούμενο σε μετρητά, και ο κατηγορούμενος πάλι του έκδωσε μια επιταγή της τράπεζας Alpha Bank Cyprus Ltd, η οποία θα εξαργυρωνόταν μετά από ένα μήνα. Εκείνη την χρονική περίοδο, όντως το μωρό του κατηγορούμενου ήταν άρρωστο και ενώ νοσηλευόταν στην πολυκλινική Υγεία, ο παραπονούμενος πήγαινε σχεδόν καθημερινά και το έβλεπε. Επομένως, εντός του Μαρτίου του 2024, συνολικά ο παραπονούμενος έδωσε €20.500= σε μετρητά στον κατηγορούμενο, τα οποία ο κατηγορούμενος διαβεβαίωνε τον παραπονούμενο ότι θα τα έπαιρνε πίσω μέσω των επιταγών που του είχε εκδώσει σε ισάξιο χρηματικό ποσό, ενώ στην πραγματικότητα ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι αυτό ήταν ψέμα και ότι οι επιταγές δεν θα μπορούσαν να αλλαχτούν καθότι οι λογαριασμοί από τους οποίους έκδιδε τις εν λόγω επιταγές δεν είχαν ανάλογα χρηματικά ποσά.

 

6. Στη  συνέχεια, ο κατηγορούμενος πρότεινε στον παραπονούμενο να μεταβούν μαζί στην Ελβετία γιατί, όπως ο κατηγορούμενος ισχυρίστηκε, του έστειλε χρήματα ο θείος του από την Αφρική, για τον οποίο του είχε κάνει ξανά αναφορά στο παρελθόν, και έπρεπε κατ΄ ισχυρισμό του κατηγορούμενου να κανονίσει να μεταφερθούν τα χρήματα από τράπεζα της Ελβετίας σε Κυπριακή τράπεζα. Μάλιστα, ο κατηγορούμενος έδειχνε στο παραπονούμενο από το κινητό τηλέφωνο του, συμβόλαια που κατ΄ ισχυρισμό του κατηγορούμενου σύναψε με τον θείο του και τα χρηματικά ποσά που του έστειλε σε τράπεζα στην Ελβετία.

 

7. Ο παραπονούμενος, αρχικά ανάφερε στον κατηγορούμενο ότι δεν επιθυμούσε να μεταβεί μαζί του στην Ελβετία, όμως μετά από πιέσεις του κατηγορούμενου, αυτός αποδέχθηκε και έτσι περί τα τέλη Μαρτίου του 2024, μετέβηκαν μαζί στην Ελβετία. Εκεί, οι δύο τους μετέβηκαν σε μια Ελβετική Τράπεζα όπου ο κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ότι είχε προγραμματισμένο ραντεβού. Ο κατηγορούμενος μπήκε στην τράπεζα, ενώ ζήτησε από τον παραπονούμενο να τον περιμένει έξω από το κτήριο. Μετά από περίπου μια ώρα, ο κατηγορούμενος βγαίνοντας από την Ελβετική τράπεζα κρατούσε ένα φάκελο και όταν τον άνοιξε αργότερα στο ξενοδοχείο, ο παραπονούμενος είδε ότι περιείχε διάφορα έγγραφα στα Αγγλικά, τα οποία έφεραν σφραγίδες της εν λόγω Ελβετικής Τράπεζας, ενώ σε αυτά αναγραφόταν το όνομα του κατηγορούμενου και του αναφερόμενου θείου του και φαίνονταν αναγραφόμενα χρηματικά ποσά τα οποία κατ΄ ισχυρισμό του κατηγορούμενου αποτελούσαν εμβάσματα που του έκανε ο θείος του. Την επόμενη μέρα, ο κατηγορούμενος, ανάφερε στον παραπονούμενο ότι μίλησε με τον θείο του στην Αφρική και αυτός του ζήτησε όταν φτάσουν στην Κύπρο να τον ενημερώνει για τις διαδικασίες με τα εμβάσματα που θα έκανε στην Κυπριακή Τράπεζα και συγκεκριμένα στην Alpha Bank Cyprus Ltd. Με τη άφιξη τους στην Κύπρο, ο κατηγορούμενος, είπε στον παραπονούμενο ότι θα χρειαστεί πέντε με έξι εργάσιμες μέρες για να εμφανιστούν τα λεφτά του στην Alpha Bank Cyprus Ltd και γι’ αυτό τον λόγο να καταθέσει αργότερα τις δυο επιταγές που του είχε δώσει προγενέστερα ο κατηγορούμενος, με τα αντίστοιχα χρηματικά ποσά που του είχε δώσει σε μετρητά ο παραπονούμενος.

 

8. Μετά από τρεις με τέσσερις ημέρες περίπου, ο κατηγορούμενος τηλεφώνησε στον παραπονούμενο και του είπε ότι έχει πρόβλημα με κάποιες ποινικές υποθέσεις και πρόστιμα και χρειαζόταν €15.000= για να τα διευθετήσει και ότι χρειαζόταν να του δώσει το εν λόγω  ποσό και ότι ο κατηγορούμενος θα του έκδιδε σχετική επιταγή όπως είχε πράξει και στο παρελθόν με το αντίστοιχο χρηματικό ποσό. Τότε ο παραπονούμενος του έκανε με τραπεζικό έμβασμα, μεταφορά €15.000= μέσω του κινητού του τηλεφώνου από τον λογαριασμό που διατηρεί στην Ελληνική Τράπεζα, ενώ το ίδιο απόγευμα ο κατηγορούμενος σε συνάντηση που είχαν σε ένα περίπτερο κοντά στην εκκλησία του Άγιου Νικόλαου, στην Λεμεσό του έκδωσε μια επιταγή της Alpha Bank Cyprus Ltd, για το αντίστοιχο ποσό των €15.000= στην παρουσία τρίτου προσώπου. Μετά από δυο με τρείς μέρες, μετά από προτροπή του κατηγορούμενου, τα δύο πρόσωπα συναντήθηκαν στο σπίτι του κατηγορούμενου όπου ο κατηγορούμενος του ζήτησε να μην καταθέσει τις επιταγές που του έδωσε γιατί είχε κάποια θέματα με τις τράπεζες λόγω του εμβάσματος που κατ΄ ισχυρισμό του κατηγορούμενου θα γινόταν από την τράπεζα της Ελβετίας και ότι οι τράπεζες ήθελαν να ερευνήσουν την προέλευση των χρημάτων και μάλιστα του είπε ότι αν ο παραπονούμενος κατέθετε τις επιταγές, θα παγιοποιούνταν οι λογαριασμοί του κατηγορούμενου και δεν θα μπορούσε να ολοκληρωθεί η μεταφορά των χρημάτων από την Ελβετική τράπεζα. Ο παραπονούμενος, λόγω της μεταξύ τους φιλίας που ανέπτυξαν, αποφάσισε να του δώσει πίστωση χρόνου ώστε να κανονίσει τις υποχρεώσεις του.

 

9. Τον Ιούνιο του 2024, ενώ ο παραπονούμενος βρισκόταν στο γραφείο του κατηγορούμενου, ο τελευταίος τον ενημέρωσε ότι είχε μια υπόθεση με κάποιον Μερκή, που ήταν ποδοσφαιριστής και ότι έπρεπε να πληρώσει €60.000= για να τελειώσει η υπόθεση και να ανοίξουν οι τραπεζικοί του λογαριασμοί στις κυπριακές τράπεζες για να ολοκληρωθούν τα εμβάσματα που του είχε κάνει ο θείος από την Αφρική στην τράπεζα στην Ελβετία. Τότε ο παραπονούμενος είπε στον κατηγορούμενο ότι δεν έχει αλλά χρήματα να του δώσει, ενώ ο κατηγορούμενος του είπε ότι αν δεν τελειώσει η συγκεκριμένη υπόθεση μπορεί να χρειαστούν δυο με τρία χρόνια για να λάβει τα χρήματα που του είχε δώσει. Έτσι, ο παραπονούμενος ενημέρωσε τρίτο πρόσωπο για την συγκεκριμένη ανάγκη που είχε ο κατηγορούμενος, και το τρίτο πρόσωπο συναίνεσε να δώσει στον κατηγορούμενο το χρηματικό ποσό που ζητούσε για να βοηθήσει την όλη κατάσταση, νοουμένου ότι θα του επιστρέφονταν πίσω τα χρήματα μετά που θα λαμβάνονταν τα κατ’ ισχυρισμό του κατηγορούμενου εμβάσματα από την Ελβετική τράπεζα. Τότε, ο κατηγορούμενος έκδωσε στο τρίτο πρόσωπο, έξι επιταγές της Τράπεζας Κύπρου, για το ποσό των €10.000 η κάθε μια, συνολικού ποσού €60.000=.

 

10. Την συγκεκριμένη ημέρα, ο κατηγορούμενος, ο οποίος σε προγενέστερο χρόνο μεταξύ της 01/01/2024 και του Ιουνίου 2024, συμπεριλαμβανομένων, με σκοπό την καταδολίευση, κατήρτισε πλαστό έγγραφο εμφανιζόμενο ως να μην είναι στην πραγματικότητα, δηλαδή κατήρτισε φωτοαντίγραφο συγκεντρωτικής κατάστασης κινήσεως λογαριασμού στο όνομα PANAGIOTIS FASOULIOTIS, με αριθμό λογαριασμού [ ] της Τράπεζας Κύπρου, για την χρονική περίοδο 01/06/2024 μέχρι 28/06/2024, αποτελούμενο από 5 σελίδες, ενώ γνώριζε ότι αυτό δεν ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα (Κατηγορία 5), εν γνώσει του και δολίως έθεσε σε κυκλοφορία το εν λόγω πλαστό έγγραφο, υποδεικνύοντας το στον παραπονούμενο. (Κατηγορία 6).

 

11. Μετά από κάποιες ημέρες, ο κατηγορούμενος επικοινώνησε με το τρίτο πρόσωπο και του είπε ότι μια δικηγόρος Γεωργούλα, αγνώστων λοιπών στοιχείων, θα του κάνει αγωγή και γι’ αυτό χρειαζόταν άλλες €50.000= και του ζήτησε αν μπορεί να του τα δώσει για να μην δεσμευτούν τα λεφτά του στις τράπεζες. Έτσι, το τρίτο πρόσωπο, δανείστηκε από φιλικό του πρόσωπο το πιο πάνω ποσό και τα έδωσε σε μετρητά στον κατηγορούμενο στην παρουσία του παραπονούμενου.

 

12. Στην συνέχεια, λίγες εβδομάδες αργότερα, ο κατηγορούμενος τηλεφώνησε στον παραπονούμενο και του ζήτησε να συναντηθούν στο γραφείο του κατηγορούμενου για να μιλήσουν. Εκεί ο κατηγορούμενος, ο οποίος σε προγενέστερο χρόνο μεταξύ της 01/01/2024 και του Ιουλίου 2024 με σκοπό την καταδολίευση, κατήρτισε πλαστό έγγραφο εμφανιζόμενο ως να μην είναι στην πραγματικότητα, δηλαδή κατήρτισε φωτοαντίγραφο συγκεντρωτικής κατάστασης κινήσεως λογαριασμού στο όνομα PANAGIOTIS FASOULIOTIS, με αριθμό λογαριασμού [ ]  της Alpha Bank Cyprus Ltd, για την χρονική περίοδο 16/06/2024 μέχρι 16/07/2024, ενώ γνώριζε ότι αυτό δεν ανταποκρινόταν στην παραγματικότητα (Κατηγορία 1), εν γνώσει του και δολίως έθεσε σε κυκλοφορία το εν λόγω πλαστό έγγραφο, υποδεικνύοντας το στον παραπονούμενο λέγοντας του να μην ανησυχεί και ότι θα λάβει πίσω τα χρήματα που έδωσε ο παραπονούμενος στον κατηγορούμενο σε προγενέστερο στάδιο.(Κατηγορία 2).

 

13. Ο παραπονούμενος συνέχισε να έχει καθημερινά συναντήσεις με τον κατηγορούμενο μέχρι και την ημέρα που έληξε η προθεσμία που ο κατηγορούμενος είχε διαβεβαιώσει τον παραπονούμενο ότι θα διευθετούσε τα ζητήματα που είχε με τις τράπεζες και τα εμβάσματα από τον θείο στην Αφρική. Μετά από εκείνη την ημέρα, ο κατηγορούμενος δεν απαντούσε στις τηλεφωνικές κλήσεις και μηνύματα του παραπονούμενου, ενώ ο παραπονούμενος δεν μπορούσε να τον εντοπίσει στο γραφείο του. Σε συνομιλία που είχε ο παραπονούμενος με άτομο του οικογενειακού περιβάλλοντος του κατηγορούμενου, του ζήτησε να μην τον πιέζουν και ότι ο κατηγορούμενος θα διευθετούσε το θέμα με τις τραπεζικές επιταγές, αλλά παρατηρείτο καθυστέρηση με τις διαδικασίες στην Alpha Bank Cyprus Ltd και χρειαζόταν κάποιον επιπλέον χρόνο.

 

14. Περί τα μέσα Ιουλίου του 2024, άτομο του οικογενειακού περιβάλλοντος του κατηγορούμενου επικοινώνησε μαζί με τον παραπονούμενο και του είπε ότι ο κατηγορούμενος έλαβε ηλεκτρονικό μήνυμα το οποίο ανέγραφε ότι αν ο κατηγορούμενος δεν πληρώσει το χρηματικό ποσό των €3,486,00 άμεσα, θα δεσμευτούν τα χρήματα του κατηγορούμενου για δυο χρόνια και ο κατηγορούμενος ζήτησε από τον παραπονούμενο να τον βοηθήσει . Επειδή ο παραπονούμενος λυπήθηκε τον κατηγορούμενο, δανείστηκε από φιλικό του πρόσωπο το ποσό των €3.500= και στην συνέχεια τα έκανε έμβασμα σε τραπεζικό λογαριασμό του κατηγορούμενου, με την διαβεβαίωση ότι ο κατηγορούμενος θα του τα επέστρεφε.

 

15. Τον Αύγουστο του 2024, ο παραπονούμενος συναντήθηκε με τον κατηγορούμενο σε καφετερία της Λεμεσού όπου του έδειξε κάποια έγγραφα της Τράπεζας Κύπρου, στο κινητό του τηλέφωνο όπου φαινόταν ότι η εταιρεία του κατηγορούμενου έλαβε το χρηματικό ποσό των €1.399.617 και του υποσχέθηκε ότι θα εξοφλήσει τις οφειλές του τόσο στον παραπονούμενο όσο και στα άλλα τρίτα πρόσωπα. Μετά από κάποιες ημέρες ο κατηγορούμενο τηλεφώνησε στον παραπονούμενο και του ανάφερε ότι η μητέρα του έχει μερίδιο σ’ ένα χωράφι κοντά στο ξενοδοχείο PEFKOS στην Λεμεσό και ζήτησε βοήθεια για εξεύρεση αγοραστή για να το πωλήσει, όμως παρά του ότι έγιναν προσπάθειες από τον πατέρα του παραπονούμενου, εντούτοις δεν βρέθηκε αγοραστής και ο κατηγορούμενος σταμάτησε και πάλι να απαντά στις τηλεφωνικές κλήσεις του παραπονούμενου. Επίσης, το τρίτο πρόσωπο κατάθεσε τις επιταγές που του είχε δώσει ο κατηγορούμενος στην τράπεζα Alpha Bank Cyprus Ltd, οι οποίες επιστράφηκαν όλες απλήρωτες. Μάλιστα, ο κατηγορούμενος επικοινώνησε μαζί με τον παραπονούμενο και άρχισε να διαμαρτύρεται ότι του δημιούργησαν πρόβλημα με τις τράπεζες και ότι με αυτές τις ενέργειες ενδέχεται να παγοποιηθεί ο λογαριασμός του και να καταχωρηθεί στο Κεντρικό Αρχείο Πληροφοριών για Εκδότες Ακάλυπτων Επιταγών (ΚΑΠ).

 

16. Στην συνέχεια ο κατηγορούμενος, ο οποίος σε προγενέστερο χρόνο μεταξύ της 01/01/2024 και 02/10/2024 με σκοπό την καταδολίευση, κατήρτισε πλαστό έγγραφο εμφανιζόμενο ως να μην είναι στην πραγματικότητα, δηλαδή κατήρτισε φωτοαντίγραφο του εγγράφου με τίτλο «Απόφαση ΚΑΠ», ημερομηνίας 02/10/2024 που φέρει το λογότυπο της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου, αποτελούμενο από 2 σελίδες, ενώ γνώριζε ότι αυτό δεν ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα, (Κατηγορία 3), εν γνώση του και δολίως έθεσε σε κυκλοφορία το εν λόγω πλαστό έγγραφο παρουσιάζοντας το στον παραπονούμενο, για να τον ξεγελάσει σχετικά με την κατ΄ ισχυρισμό μεταφορά των εμβασμάτων από την Ελβετική τράπεζα. (Κατηγορία 4)

 

17. Επιπλέον ο κατηγορούμενος, ο οποίος μεταξύ της 01/01/2024 και 17/07/2024, στην Λεμεσό με σκοπό την καταδολίευση, κατήρτισε πλαστό έγγραφο εμφανιζόμενο ως να μην είναι στην πραγματικότητα, δηλαδή κατήρτισε φωτοαντίγραφο του εγγράφου στο οποίο φαίνεται ηλεκτρονικό μήνυμα με θέμα «Απόφαση Διοίκησης APLHA BANK» που απευθύνεται στην κυρία Ρεβέκκα Ιωάννου, ημερομηνίας 17/07/2024 στο οποίο εμφανίζεται ως αποστολέας το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο «mailto:[ ]@gmail.com» και ως παραλήπτης το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο «mailto:[ ]@gmail.com» αποτελούμενο από 2 σελίδες, ενώ γνώριζε ότι αυτό δεν ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα (Κατηγορία 7) εν γνώσει του και δολίως το έθεσε σε κυκλοφορία, παρουσιάζοντας το στον παραπονούμενο για να τον ξεγελάσει (Κατηγορία 8).

 

18. Λίγες ημέρες αργότερα, ο κατηγορούμενος ζήτησε από τον παραπονούμενο να του κοινοποιήσει τα στοιχεία του λογαριασμού του ιδίου και του τρίτου προσώπου στην Τράπεζα Κύπρου για να τους επιστρέψει κάποια από τα χρήματα που τους χρωστούσε, και τότε αυτοί του ζήτησαν να τα στείλει σε λογαριασμό οικογενειακής τους φίλης και στον λογαριασμό συγγενικού τους προσώπου καθότι οι ίδιοι δεν διατηρούσαν λογαριασμό με την εν λόγω τράπεζα. Στις 07/08/24, ο κατηγορούμενος έστειλε στον παραπονούμενο μέσω συγκεκριμένης εφαρμογής δύο αποδείξεις εμβασμάτων που ισχυριζόταν ότι διεκπεραίωσε, όμως από έλεγχο που έκανε ο παραπονούμενος μέσω των κατόχων των λογαριασμών, διαπίστωσε ότι ουδέποτε έγιναν τέτοια εμβάσματα.

 

19. Ο κατηγορούμενος, μεταξύ της 01/01/2024 και 31/12/2024 συμπεριλαμβανομένων, με όλες τις ψευδείς παραστάσεις που αναφέρθηκαν ανωτέρω και με σκοπό την καταδολίευση απέσπασε από τον παραπονούμενο Φρειδερίκο Θεοδοσίου από την Λεμεσό, το χρηματικό ποσό των €20.500= σε μετρητά και το ποσό των €87.325= σε τραπεζικά εμβάσματα, προσποιούμενος ψευδώς ότι χρειαζόταν χρήματα για να διευθετήσει οικονομικές του υποχρεώσεις και διαφορές με τρίτα πρόσωπα και ότι είχε θείο στην Αφρική ο οποίος θα του έκανε έμβασμα κάποια εκατομμύρια, με αποτέλεσμα ο παραπονούμενος να πείστηκε και να του έδωσε το συνολικό ποσό των €107.825= σε διάφορα χρονικά διαστήματα, για να τον βοηθήσει, ενώ στην πραγματικότητα ο Κατηγορούμενος γνώριζε ότι τα όσα έλεγε στον παραπονούμενο ήταν ψέματα. (Κατηγορία 9)

20. Ο κατηγορούμενος, σε άγνωστο χρόνο μεταξύ 01/01/2024 και 31/12/2024 συμπεριλαμβανομένων, στην επαρχία Λεμεσού, απέκτησε το συνολικό ποσό των €107.825=, από τον παραπονούμενο, ενώ γνώριζε ότι αυτό αποτελούσε έσοδο από την διάπραξη των αδικημάτων της πλαστογραφίας και κυκλοφορίας πλαστών εγγράφων και της εξασφάλισης αγαθών με ψευδείς παραστάσεις, ως αυτά περιεγράφηκαν πιο πάνω. (Κατηγορία 12)

 

21. Στις 24/02/25, εναντίον του κατηγορούμενου εξασφαλίστηκε δικαστικό ένταλμα σύλληψης του, αυτός αναζητήθηκε χωρίς να εντοπιστεί και καταζητείτο, ενώ τα στοιχεία του τοποθετήθηκαν στον κατάλογο ΣΤΟΠ ΛΙΣΤ.

 

22. Μέχρι σήμερα ο κατηγορούμενος δεν έχει επιστρέψει οποιαδήποτε χρήματα στον παραπονούμενο ή στα τρίτα πρόσωπα από τα οποία εξασφάλισε χρήματα με ψευδείς παραστάσεις.

 

23. Στις 12/03/25 και ώρα 1820, ο Αστυφ.2370 Μ. Πολυβίου, του Αστυνομικού Σταθμού Γερμασόγειας (Μ-6), εντόπισε και συνέλαβε τον κατηγορούμενο στον Αστυνομικό Σταθμό Γερμασόγειας, δυνάμει δικαστικού εντάλματος σύλληψης που εκκρεμούσε εναντίον του και αφού τον πληροφόρησε για τον λόγο της σύλληψης του και του επέστησε την προσοχή στο νόμο, αυτός απάντησε: «Θέλω το δικηγόρο μου».

 

24. Ακολούθως, την ίδια μέρα, ο κατηγορούμενος οδηγήθηκε στα γραφεία του Τμήματος Ανιχνεύσεως Εγκλημάτων (ΤΑΕ) Λεμεσού, όπου μεταξύ των ωρών 21:55-02:10, της 12/03/25-13/03/25, του λήφθηκε ανακριτική κατάθεση από τον Αστυφύλακα 1000 Γ. Γιασουμή, του ΤΑΕ Λεμεσού (Μ-7), αφού προηγουμένως τον πληροφόρησε για την υπόθεση που διερευνούσε εναντίον του και αφού του επέστησε γραπτώς την προσοχή του στο νόμο.

 

25. Στις 13/03/25, ο κατηγορούμενος οδηγήθηκε ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού και εναντίον του εξασφαλίστηκε διάταγμα προφυλάκισης για περίοδο οκτώ ημερών.

 

26. Στις 19/03/25 και μεταξύ των ωρών 10:30-12:40, στα γραφεία του ΤΑΕ Λεμεσού, ο Αναπληρωτής. Λοχίας 494 (Μ-17), έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο, αφού προηγουμένως τον πληροφόρησε για την υπόθεση που διερευνάται εναντίον του και αφού του επέστησε την προσοχή του στο νόμο. Σε όλες τις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν κατά την ανακριτική του κατάθεση ο κατηγορούμενος απάντησε με την στερεότυπη φράση «Ότι έχω να πω θα το πω στο δικαστήριο».»

 

Ο Κατηγορούμενος δεν βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες και στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης τελεί υπό κράτηση από 21.3.2025.

 

Κατόπιν αιτήματος της Υπεράσπισης και με τη σύμφωνη γνώμη της Κατηγορούσας Αρχής, λαμβάνονται υπόψη οι ακόλουθες υποθέσεις για σκοπούς επιβολής ποινής στον Κατηγορούμενο:

 

1.Η υπόθεση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού υπ’ αρ. 4004/2024 όπου ο Κατηγορούμενος παραδέχθηκε 4 κατηγορίες εξασφάλισης αγαθών με ψευδείς παραστάσεις (κατηγορίες υπ’ αρ. 1, 3, 7 και 8), 2 κατηγορίες νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες (κατηγορίες υπ’  αρ. 2 και 4) και από μία κατηγορία πλαστογραφίας και κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου (κατηγορίες υπ’ αρ. 5 και 6 αντίστοιχα).  Τα εν λόγω αδικήματα διαπράχθηκαν, σύμφωνα με το κατηγορητήριο, μεταξύ Σεπτεμβρίου 2023 και Ιανουαρίου 2024.

 

Τα γεγονότα της εν λόγω υπόθεσης έχουν ως εξής (παρατίθεται αυτούσιο το περιεχόμενο του Εγγράφου Β’):

 

«Ο παραπονούμενος, Γιώργος Μερκής (Μ.Κ.1), είναι επιχειρηματίας και μέχρι το 2022 ήταν επαγγελματίας ποδοσφαιριστής για 20 χρόνια.

Ο κατηγορούμενος εκείνη την χρονική περίοδο, δηλαδή τέλος του 2023, εργαζόταν ως ασφαλιστής στην ασφαλιστική εταιρεία Altius.

Περί τις αρχές Δεκεμβρίου 2023 ο παραπονούμενος Γιώργος Μερκής (Μ.Κ.1) δέχθηκε μήνυμα στον προσωπικό του λογαριασμό σε μέσο κοινωνικής δικτύωσης από τον κατηγορούμενο, ο οποίος του ζητούσε να συναντηθούν για να μιλήσουν επαγγελματικά για το ποδόσφαιρο. Οι δύο τους αντάλλαξαν τηλέφωνα και σε συνομιλία που είχαν, ο κατηγορούμενος εξέφρασε την πρόθεση του να αναλάβει την ποδοσφαιρική ομάδα της Ένωσης Νέων Παραλιμνίου για να γίνει πρόεδρος της ομάδας.

Ο κατηγορούμενος κατά τις συνομιλίες τους καθώς και στις συναντήσεις που είχε με τον Μ.Κ.1 περί τον Δεκέμβριο του 2023 σε καφετέρια στην Λεμεσό, του ανάφερε ότι κατείχε σε τραπεζικό λογαριασμό στο εξωτερικό χρηματικό ποσό  πέραν των €16.000.000,00 ευρώ, του οποίου μεγάλο μερίδιο θα επένδυε στην ομάδα ποδοσφαίρου της Ένωσης Νέων Παραλιμνίου και επιπρόσθετα του ανέφερε ότι ανέμενε την έγκριση επιχειρηματικού δανείου ύψους €300.000,00 ευρώ μέσω της τράπεζας Alpha Bank  το οποίο θα επένδυε στην συγκεκριμένη ομάδα ποδοσφαίρου, της οποίας ήθελε να γίνει πρόεδρος.

Ο κατηγορούμενος ουσιαστικά ζητούσε από τον Μ.Κ.1 να τον βοηθήσει ως σύμβουλος, ένεκα της εμπειρίας του ως επαγγελματίας ποδοσφαιριστής.

Ο Μ.Κ.1 πίστεψε τα λεγόμενα και τις παραστάσεις του κατηγορούμενου, ότι δηλαδή θα επένδυε χρήματα στην ποδοσφαιρική ομάδα της Ένωσης Νέων Παραλιμνίου, και τον εμπιστεύτηκε απόλυτα. Στις 17/12/2023 ο κατηγορούμενος τηλεφώνησε στον Μ.Κ.1 και του ζήτησε το χρηματικό ποσό των €1,250.00 ευρώ για να αποζημιώσει κάποιο πελάτη του που ακύρωσε ασφαλιστήριο έγγραφο της ασφαλιστικής εταιρείας στην οποία εργαζόταν και ότι όταν θα λάμβανε τα χρήματα από το εξωτερικό θα του τα επέστρεφε. Ο Μ.Κ.1 πιστεύοντας τις παραστάσεις του κατηγορούμενου, του έκανε μεταφορά σε τραπεζικό λογαριασμό του κατηγορούμενου το χρηματικό ποσό των €1,250.00 ευρώ.

Μετά από λίγες ημέρες, ο κατηγορούμενος τηλεφώνησε και πάλι στον Μ.Κ.1 και του ανέφερε ότι χρειαζόταν επείγον το χρηματικό ποσό των €1,700.00 ευρώ, για τα πρώτα έξοδα εγγραφής της εταιρείας που προσπαθούσε να δημιουργήσει για να αναλάβει την προεδρία της ποδοσφαιρικής ομάδας της Ένωσης Νέων Παραλιμνίου, με την υπόσχεση ότι θα του τα επιστρέψει. Ο Μ.Κ.1 πιστεύοντας τις παραστάσεις του κατηγορούμενου, του έδωσε το εν λόγω χρηματικό ποσό σε μετρητά.

Ακολούθως, ο κατηγορούμενος συνέχιζε να επικοινωνεί με τον Μ.Κ.1, να τον συστήνει ως σύμβουλο του, στους ποδοσφαιριστές και τους παράγοντες της ομάδας της Ένωσης Νέων Παραλιμνίου, ακόμα και στην δικηγόρο του κα. Γεωργούλα Στυλιανού (Μ.Κ.2) που θα κανόνιζε τα έγγραφα της εταιρείας του κατηγορούμενου. Ο κατηγορούμενος συνέχιζε να ζητά χρήματα από τον Μ.Κ.1, επαναλαμβάνοντας την πειστική ιστορία του περί επένδυσης στην ομάδα της Ένωσης Νέων Παραλιμνίου, καταφέρνοντας με ψευδείς παραστάσεις και με σκοπό την καταδολίευση, από τον Δεκέμβριο του 2023 μέχρι και τον Ιανουάριο 2024 να του αποσπάσει σταδιακά το χρηματικό ποσό των €36,500.00 ευρώ τόσο σε μετρητά όσο και με τραπεζικά εμβάσματα. (Κατηγορία 1)

Ο κατηγορούμενος για να πείσει τον παραπονούμενο Μ.Κ.1 για την αλήθεια των ισχυρισμών του περί ύπαρξης χρημάτων σε τραπεζικό λογαριασμό του εξωτερικού τα οποία θα μεταφέρονταν σε λογαριασμό του κατηγορούμενου σε κυπριακή τράπεζα, μεταξύ του μήνα Δεκεμβρίου 2023 και Ιανουαρίου 2024, με σκοπό την καταδολίευση, μεταξύ άλλων, κατήρτισε πλαστό έγγραφο εμφανιζόμενο ως να μην είναι στην πραγματικότητα, δηλαδή κατήρτισε έντυπο/φωτογραφία το οποίο έφερε το λογότυπο της Alpha Bank Co Ltd στο οποίο αναφαίρετο επιγραμματικά ότι σε λογαριασμό του κατηγορούμενου θα μεταφερθεί το χρηματικό ποσό των €16,832,150=, από την εταιρεία JNA GROUP στην Νότιο Αφρική, ενώ γνώριζε ότι αυτό δεν ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα (Κατηγορία 5), εν γνώσει του και δολίως έθεσε σε κυκλοφορία το εν λόγω πλαστό έγγραφο, υποδεικνύοντας το στον παραπονούμενο ΜΚ.1 με σκοπό να τον πείσει για την οικονομική του επιφάνεια και να τον εξαπατήσει. (Κατηγορία 6)

Τις επόμενες ημέρες, όταν ο κατηγορούμενος συνέχιζε να ζητά χρήματα από τον Μ.Κ.1, ο Μ.Κ.1 ξεκίνησε να υποψιάζεται ότι η ιστορία που του παρουσίαζε ο κατηγορούμενος δεν ήταν αληθής και σε επικοινωνία που είχε με την Μ.Κ.2 έμαθε ότι ο κατηγορούμενος απέσπασε και από εκείνη χρήματα, χρησιμοποιώντας τον Μ.Κ.1 για να γίνει πιστευτός από την Μ.Κ.2, διαβεβαιώνοντας την ότι θα της τα επέστρεφε.

Συγκεκριμένα, ο κατηγορούμενος, στις 30/12/2023 με ψευδείς παραστάσεις και με σκοπό την καταδολίευση απέσπασε από την Μ.Κ.2 το χρηματικό ποσό των €10.000,00  ευρώ, προσποιούμενος ψευδώς ότι θα επένδυε χρήματα στην ποδοσφαιρική ομάδα της Ένωσης Νέων Παραλιμνίου, ενώ στην πραγματικότητα ο Κατηγορούμενος γνώριζε ότι τα όσα έλεγε στην ΜΚ.2 ήταν ψέματα.(Κατηγορία 3) Συγκεκριμένα, ο κατηγορούμενος ανέφερε στην Μ.Κ.2 όσα ψευδώς ανέφερε και στον Μ.Κ.1 παρουσιάζοντας μια ιστορία η οποία έγινε πιστευτή από την Μ.Κ.2, η οποία δέχθηκε να του δώσει το εν λόγω ποσό σε μετρητά έναντι συμφωνητικού το οποίο υπογράφτηκε τόσο από την ίδια όσο και από την Κατηγορούμενο, με το οποίο διασφαλιζόταν η επιστροφή των χρημάτων της από τον κατηγορούμενο, εντός συμφωνημένου χρονικού πλαισίου.

Ο κατηγορούμενος, μεταξύ του μήνα Δεκεμβρίου 2023 και Ιανουαρίου 2024 συμπεριλαμβανομένων, στην επαρχία Λεμεσού, απέκτησε το συνολικό ποσό των €36,500=, από τον παραπονούμενο Μ.Κ.1, ενώ γνώριζε ότι αυτά αποτελούσε έσοδο από την διάπραξη του αδικήματος της εξασφάλισης αγαθών με ψευδείς παραστάσεις, ως τα γεγονότα που περιεγράφηκαν πιο πάνω. Τόσο ο ισχυρισμός του κατηγορούμενου ότι ήταν κάτοχος τραπεζικού λογαριασμού στο εξωτερικό με υπόλοιπο πέρα των €16.000.000,00 ευρώ, όσο και ο ισχυρισμός του για αναμονή έγκρισης  επιχειρηματικού δανείου ύψους €300.000,00 ευρώ από την τράπεζα Alpha Bank, ήταν ψέματα.  (Κατηγορία 2)

Ο κατηγορούμενος, στις 30/12/2023 στην επαρχία Λεμεσού, απέκτησε το συνολικό ποσό των €10,000=, από την παραπονούμενη Μ.Κ.2, ενώ γνώριζε ότι αυτό αποτελούσε έσοδο από την διάπραξη του αδικήματος της εξασφάλισης αγαθών με ψευδείς παραστάσεις, ως τα γεγονότα που περιεγράφηκαν πιο πάνω. (Κατηγορία 4)

Επιπρόσθετα, ο κατηγορούμενος στις 20/12/2023 επισκέφτηκε την μάντρα αυτοκινήτων ιδιοκτησίας του Απτουλκαρίμ Μπτεούι (Μ.Κ.6), από τη Λεμεσό, και εκεί συμφώνησαν για την αγορά από τον κατηγορούμενο, του αυτοκινήτου με αριθμούς εγγραφής [ ] μάρκας BMW στην τιμή των €9,500.=. Ο Μ.Κ.6 έλαβε από τον κατηγορούμενο στις 20/12/2023 το ποσό των €2,000.= σε μετρητά και στις 25/12/2023 έλαβε ακόμη €2,000.= ως προκαταβολή για την αγορά του αυτοκινήτου. Στις 25/12/2023, ο Μ.Κ.6 παρέδωσε το αυτοκίνητο στον κατηγορούμενο με την προϋπόθεση ότι ο κατηγορούμενος θα πλήρωνε στον Μ.Κ.6 το χρηματικό ποσό των €2,000.= κάθε μήνα μέχρι και την εξόφληση ολόκληρου του οφειλόμενου ποσού ούτως ώστε να ολοκληρωθεί η αγορά του εν λόγω οχήματος και να γίνει η μεταβίβαση του οχήματος από τον Μ.Κ.6 στον κατηγορούμενο. Ο κατηγορούμενος όμως, όχι μόνο δεν κατέβαλε κανένα επιπλέον ποσό πέρα των €4,000.= στον Μ.Κ.6, αλλά τοποθέτησε το εν λόγω όχημα στην πλατφόρμα Market Place όπου διαφήμιζε το εν λόγω όχημα προς πώληση.  Μετά την πάροδο λίγων ημερών και συγκεκριμένα στις 21/01/2024 ο κατηγορούμενος, με ψευδείς παραστάσεις και με σκοπό την καταδολίευση έλαβε το συνολικό χρηματικό ποσό των €4,250.= από τον Δημήτρη Ζαχαρό (Μ.Κ.11) ως αντίτιμο για την πώληση του αυτοκινήτου με αριθμούς εγγραφής [ ] μάρκας BMW, προσποιούμενος ψευδώς ότι σε μεταγενέστερο στάδιο θα του έστελνε το έντυπο μεταβίβασης και το πιστοποιητικό εγγραφής του εν λόγω οχήματος για να γίνει η μεταβίβαση στο όνομα του Μ.Κ.11, ενώ στην πραγματικότητα δεν το έπραξε ποτέ ο κατηγορούμενος. (Κατηγορία 8)

 Επομένως, ο κατηγορούμενος μεταξύ της 20/12/2023 και 25/12/2023 συμπεριλαμβανομένων, στην Επαρχία Λεμεσού, με ψευδείς παραστάσεις και με σκοπό την καταδολίευση απέσπασε από τον Μ.Κ.6, το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής KSQ 954 και ενώ του έδωσε προκαταβολή για την αγορά του εν λόγω οχήματος το χρηματικό ποσό των €4,000.= με την προϋπόθεση ότι θα του κατέβαλε και το υπόλοιπο ποσό των €5,500.= σε μεταγενέστερο στάδιο με μηνιαίες δόσης προς εξόφληση και ολοκλήρωση της αγοράς του εν λόγω οχήματος, ο κατηγορούμενος το πώλησε στον Δημήτριο Ζαχαρό (Μ.Κ.11) από την Ελλάδα, γνωρίζοντας ότι το εν λόγω όχημα δεν εξοφλήθηκε και επομένως δεν του άνηκε.(Κατηγορία 7)

Μέχρι σήμερα ο κατηγορούμενος δεν έχει επιστρέψει οποιαδήποτε χρήματα στους παραπονούμενους από τους οποίους εξασφάλισε χρήματα και το όχημα με αριθμούς εγγραφής [ ] με ψευδείς παραστάσεις, ως περιεγράφηκαν πιο πάνω.

Στις 05/02/2024 ο κατηγορούμενος συνελήφθη δυνάμει δικαστικού εντάλματος σύλληψης που εκκρεμούσε εναντίον του από τον Λοχία 407 Α. Κανάρη στο ΤΑΕ Λεμεσού και αφού τον πληροφόρησε για τον λόγο της σύλληψης και του επέστησε την προσοχή στο νόμο, αυτός απάντησε: «Έχω τις αποδείξεις για να ξεκαθαρίσω την θέση μου». Την ίδια ημέρα και μεταξύ των ωρών 12:55-16:30, του λήφθηκε ανακριτική κατάθεση από τον Αστυφ.3917 Α. Φώτη, αφού προηγουμένως τον πληροφόρησε για την υπόθεση που διερευνούσε εναντίον του και αφού του επέστησε γραπτώς την προσοχή στο νόμο. Μεταξύ άλλων παραδέχτηκε ότι όντως έλαβε τα χρήματα τόσο από τον Μ.Κ.1 όσο και από την Μ.Κ.2 και ότι τα όσα ανέφερε στους δύο παραπονούμενους ήταν ψέματα και έδωσε τους δικούς του ισχυρισμούς.

Στις 08/02/2024 το όχημα με αριθμούς εγγραφής [ ] μάρκας BMW παραλήφθηκε και κατόπιν έκδοσης μονομερούς διατάγματος κατακράτησης τεκμηρίων στην αίτηση με αρ. 23/24, φυλάσσεται στην ΑΔΕ Λεμεσού».

 

2. Η υπόθεση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού υπ’ αρ. 3633/2025 όπου ο Κατηγορούμενος παραδέχθηκε κατηγορίες πλαστογραφίας και κυκλοφορίας επίσημου εγγράφου (κατηγορίες υπ’ αρ. 2 και 3), εξασφάλισης αγαθών με ψευδείς παραστάσεις (κατηγορία υπ’ αρ. 4) και δόλιων συναλλαγών σε ακίνητη περιουσία που ανήκει σε άλλο (κατηγορία υπ’ αρ. 5).  Σύμφωνα με το κατηγορητήριο, τα υπό κρίση αδικήματα διαπράχθηκαν τον Φεβρουάριο του 2025.

 

Τα γεγονότα της εν λόγω υπόθεσης έχουν ως εξής (παρατίθεται αυτούσιο το περιεχόμενο του Εγγράφου Γ’):

 

«Ο Κατηγορούμενος στην παρούσα υπόθεση είναι ο Παναγιώτης Φασουλιώτης, με Δ.Τ.[ ] και ημερομηνία γέννησης 14/05/991, από την οδό [ ] αρ.25, [ ], επαρχία Λεμεσού.

Στις 21/02/2025 και περί τις 11:45 παρουσιάστηκε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού η Ελενίτσα Αντωνίου (Μ.Κ.6) θέλοντας να ελέγξει την γνησιότητα ενός διαχειριστικού διατάγματος στο οποίο, η ίδια, φαινόταν ως διαχειρίστρια της περιουσίας της αποβιώσασας Παναγιώτας Καμπέρη Δ.Τ:[ ], τέως από την Λεμεσό, η οποία απεβίωσε στις 21/02/1996 (στο εξής η «αποβιώσασα»). Η Μ.Κ.6 είναι συγγενικό πρόσωπο της αποβιώσασας και το εν λόγω διαχειριστήριο έγγραφο της παραδόθηκε από τον κατηγορούμενο περίπου ένα μήνα προηγουμένως. 

Την ίδια ημέρα και μαζί με την Μ.Κ.6 παρουσιάστηκε και ο παραπονούμενος Νίκος Σπύρου, ο οποίος εμφανίστηκε ως ο ενδιαφερόμενος αγοραστής ενός τεμαχίου γης με αρ εγγραφής 2/[ ], τεμάχιο [ ], φύλλο/σχέδιο 54/580403, στην ενορία Αγίου Ιωάννη στον Δήμο Λεμεσού (στο εξής το «τεμάχιο γης»), το οποίο αποτελούσε μέρος της περιουσίας για την οποία φερόμενη ως διαχειρίστρια ήταν η Ελενίτσα Αντωνίου Μ.Κ.6. Τα δύο πρόσωπα μετέβηκαν στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού κατόπιν προτροπής του κατηγορούμενου, Παναγιώτη Φασουλίωτη, ούτως ώστε να επιβεβαιώσουν τα όσα τους διαβεβαίωνε ο κατηγορούμενος για την γνησιότητα του διαχειριστήριου εγγράφου και την δυνατότητα της αγοραπωλησίας του τεμαχίου γης.

Κατά την επιθεώρηση του εν λόγω διαχειριστήριου εγγράφου/διατάγματος, από την πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, κα. Μαρία Ιωαννίδου (Μ.Κ.1), διαπιστώθηκε ότι αυτό ήταν πλαστό. Συγκεκριμένα η Μ.Κ.1 διαπίστωσε ότι ο κωδικός στο πάνω μέρος του εν λόγω διατάγματος/ εγγράφου ήταν ψεύτικος καθώς επίσης και η υπογραφή του πρωτοκολλητή δεν ανταποκρινόταν σε κάποιον πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού. Το εν λόγω πλαστό έγγραφο παραδόθηκε την ίδια ημέρα από την Μ.Κ.1 στο Τμήμα Ανιχνεύσεως Εγκλημάτων Λεμεσού.

Ο παραπονούμενος, στις 14/02/2025 μέσω φιλικού του προσώπου έμαθε ότι πωλείται ένα τεμάχιο γης στην Λεμεσό και αφού ενδιαφέρθηκε για να το αγοράσει ήρθε σε επικοινωνία με τον φερόμενο ως πωλητή, όπου διαπίστωσε ότι πρόκειται για τον κατηγορούμενο. Ο κατηγορούμενος παρουσιάστηκε στον παραπονούμενο, ως ο πληρεξούσιος αντιπρόσωπος της Μ.Κ.6, η οποία όπως του ανέφερε ο κατηγορούμενος ήταν η διαχειρίστρια της περιουσίας της αποβιώσασας.

Ο παραπονούμενος συμφώνησε με τον κατηγορούμενο να αγοράσει το εν λόγω τεμάχιο για το ποσό των  €70.000,00, δίνοντας ως προκαταβολή, το ποσό των €10.000,00 και τις υπόλοιπες €60.000,00 συμφώνησαν να τις καταβάλει με την μεταβίβαση του τεμαχίου στην ιδιοκτησία του παραπονούμενου. Για την εν λόγω συμφωνία, τα δύο πρόσωπα υπέγραψαν αγοραπωλητήριο έγγραφο στις 15/02/2025 (στο εξής το «αγοραπωλητήριο έγγραφο»).

Στις 15/02/2025, σε σχετική συνάντηση των δύο προσώπων, ο κατηγορούμενος παρουσίασε στον παραπονούμενο, το διαχειριστήριο έγγραφο στο οποίο φαινόταν ως διαχειρίστρια της περιουσίας της αποβιώσασας, η Ελενίτσα Αντωνίου (Μ.Κ.6). Το εν λόγω επίσημο δικαστικό έγγραφο καταρτίστηκε από τον κατηγορούμενο με σκοπό την καταδολίευση του παραπονούμενου και στο οποίο φαινόταν ως διαχειρίστρια της περιουσίας της αποβιώσασας, η Μ.Κ.6, ενώ στην πραγματικότητα κάτι τέτοιο δεν ίσχυε.(Κατηγορία 2 και 3)

Την ίδια ημέρα, ο κατηγορούμενος παρέδωσε στον παραπονούμενο ένα γενικό πληρεξούσιο έγγραφο ημερομηνίας 15/02/2025 στην βάση του οποίου διορίζετο ο κατηγορούμενος ως πληρεξούσιος αντιπρόσωπος της Μ.Κ.6 καθώς επίσης υπέγραψε στον παραπονούμενο έγγραφο με τίτλο «Ειδικό Ανέκκλητο Πληρεξούσιο» δυνάμει του οποίου ο παραπονούμενος θα μπορούσε να αξιοποιήσει το τεμάχιο γης. Επίσης, ο παραπονούμενος πλήρωσε το ποσό των €5.000,00 σε μετρητά στον κατηγορούμενο ως μέρος της προκαταβολής σύμφωνα με το αγοραπωλητήριο συμβόλαιο και το υπόλοιπο ποσό των €5.000,00 και πάλι σε μετρητά του το παρέδωσε στις 18/02/2025, παραλαμβάνοντας από τον κατηγορούμενο σχετικές αποδείξεις είσπραξης των εν λόγω ποσών.

Ο κατηγορούμενος, μεταξύ της 15/02/2025 και 21/02/2025,  με ψευδείς παραστάσεις και με σκοπό την καταδολίευση απέσπασε από τον παραπονούμενο Νίκο Σπύρου από την Λεμεσό, το χρηματικό ποσό των €10,000.= ως προκαταβολή για την αγορά του τεμαχίου γης, ενώ στην πραγματικότητα ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι το διαχειριστήριο έγγραφο που παρουσίασε στον παραπονούμενο ήταν πλαστό αφού το κατήρτισε ο ίδιος και περαιτέρω γνώριζε ότι ψευδώς παρίστανε τον πληρεξούσιο αντιπρόσωπο της Μ.Κ.6.(Κατηγορία 4)

Στις 19/02/2025, ο παραπονούμενος κατέθεσε το αγοραπωλητήριο έγγραφο στο Κτηματολόγιο Λεμεσού, μαζί με τα σχετικά έγγραφα, όπου το Κτηματολόγιο δεν αποδέχτηκε την κατάθεση του διαχειριστηρίου εγγράφου, εγείροντας αμφιβολίες για την γνησιότητα του. Αμέσως, ο παραπονούμενος προσπάθησε να επικοινωνήσει με τον κατηγορούμενο για να ζητήσει εξηγήσεις, χωρίς όμως να λάβει απάντηση. Έτσι μετέβηκε τις επόμενες ημέρες στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού, όπου εκεί διαπίστωσε ότι το εν λόγω διαχειριστήριο έγγραφο είναι πλαστό και ότι δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα.

Ο κατηγορούμενος, μεταξύ της 15/02/2025 και 21/02/2025, με σκοπό την καταδολίευση, συναλλάχθηκε σε ακίνητη περιουσία που άνηκε σε άλλο πρόσωπο και συγκεκριμένα, υπογράφοντας αγοραπωλητήριο συμβόλαιο, πώλησε το τεμάχιο γης, με αρ εγγραφής 2/35818, τεμάχιο 802, φύλλο/σχέδιο 54/580403, στην ενορία Αγίου Ιωάννη στον Δήμο Λεμεσού, το οποίο άνηκε στην αποβιώσασα, εισπράττοντας το χρηματικό ποσό των €10,000.= ως προκαταβολή από τον παραπονούμενο Νίκο Σπύρου από την Λεμεσό, για την αγορά του τεμαχίου γης, ενώ το εν λόγω τεμάχιο γης άνηκε σε άλλο πρόσωπο και δεν είχε δικαίωμα να προβεί σε τέτοια ενέργεια. (Κατηγορία 5)

Στις 21/02/2025 εκδόθηκε δικαστικό ένταλμα σύλληψης εναντίον του κατηγορούμενου, ο οποίος κατόπιν αναζήτησης εν τέλη συνελήφθη από τον Αστυφύλακα 1000 Γ. Γιασουμή στις 12/03/2025 και ώρα 20:45 στο ΤΑΕ Λεμεσού αφού προηγουμένως τον πληροφόρησε για τον λόγο της σύλληψης του και του επέστησε την προσοχή στο νόμο, αυτός απάντησε «εντάξει θα σας πω την αλήθεια.»

Στην συνέχεια ο Αστυφύλακας 1000 Γ. Γιασουμής έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, στην οποία ανέφερε ότι μέρος του χρηματικού ποσού που απέσπασε από τον παραπονούμενο τα έδωσε σε τρίτο πρόσωπο. Στις 14/03/2025 και μεταξύ των ωρών 21:05-21:20 στο ΤΑΕ Λεμεσού ο Αστυφύλακας 2666 έλαβε νέα ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο, ο οποίος στις περισσότερες ερωτήσεις απάντησε πως «ότι έχω να πω θα το πω στο Δικαστήριο.»  

Μέχρι σήμερα ο κατηγορούμενος δεν έχει επιστρέψει τα χρήματα στον παραπονούμενο.»

 

Αναφορικά με τον Κατηγορούμενο έχει ετοιμαστεί έκθεση του Τμήματος Κοινωνικών Υπηρεσιών ημερ. 14.4.2026.  Όπως έχει νομολογηθεί, η έκθεση του Τμήματος Κοινωνικών Υπηρεσιών αποτελεί ένα εργαλείο το οποίο προσφέρει στο Δικαστήριο τη δυνατότητα αποκρυστάλλωσης της οικογενειακής αλλά και της ατομικής προσωπικότητας κάθε κατηγορούμενου (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Πεγειώτη (2001) 2 Α.Α.Δ. 617). 

 

Συνοψίζοντας τα όσα τυγχάνουν καταγραφής στη σχετική έκθεση σημειώνεται πως ο Κατηγορούμενος είναι ηλικίας 35 ετών και κατάγεται από τη Λεμεσό.  Έχει 4 αδέλφια.  Ο πατέρας του εγκατέλειψε την οικογένεια όταν ο Κατηγορούμενος ήταν ηλικίας 3 ετών και έκτοτε δεν έχει επαφή μαζί του, ούτε γνωρίζει πληροφορίες για εκείνο.  Η μητέρα του, ηλικίας 70 ετών, εργάστηκε σε διάφορους τομείς και στην παρούσα φάση δεν εργάζεται λόγω προβλημάτων υγείας.  Ο Κατηγορούμενος δεν υπηρέτησε στην Εθνική Φρουρά λόγω προβλήματος υγείας.  Μετά την αποφοίτηση του από το λύκειο, παρακολούθησε σεμινάρια ECDL για 2 χρόνια και στη συνέχεια εργάστηκε για 6 χρόνια ως μηχανικός αυτοκινήτων, ακολούθως ως πωλητής εξαρτημάτων, διανομέας φαγητού και για 2,5 χρόνια ως οδηγός.  Πριν τη σύλληψη του διατηρούσε δική του εταιρεία.  Από σχέση η οποία διαλύθηκε το 2016 απέκτησε μια κόρη ηλικίας 11 ετών σήμερα, με την οποία διατηρεί καλές σχέσεις και καταβάλλει μηνιαία διατροφή.  Ο Κατηγορούμενος απέκτησε ακόμα μια κόρη, ηλικίας 4 ετών σήμερα, με την μητέρα της οποίας προγραμματίζει να προχωρήσει σε γάμο.  Η σύντροφος του έχει ένα παιδί, ηλικίας 10 ετών σήμερα, από προηγούμενη σχέση και ο Κατηγορούμενος ανέλαβε το παιδί αυτό ως πατέρας από την ηλικία των 5 ετών.  Πριν τη σύλληψη του διέμενε με τη σύντροφο και τα παιδιά τους σε ενοικιαζόμενο διαμέρισμα, ενώ λόγω της κράτησης του, η οικογένεια αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα.

 

Αγορεύοντας για μετριασμό της ποινής του Κατηγορούμενου ο συνήγορος Υπεράσπισης απέδωσε τη διάπραξη των αδικημάτων σε οικονομικά προβλήματα που αντιμετώπιζε και την προσπάθεια του να επιβιώσει και να καλύψει τις ανάγκες του ίδιου και της οικογένειας του.  Εξέφρασε την απολογία και την μεταμέλεια του Κατηγορούμενου αναφέροντας πως λόγω της κράτησης του στις Κεντρικές Φυλακές, δεν είχε τη δυνατότητα να εξεύρει οποιουσδήποτε οικονομικούς πόρους ώστε να αποζημιώσει τους παραπονούμενους, η δε οικογένεια του, η οποία τον έχει ανάγκη, δυσκολεύεται να τον βοηθήσει.  Παράλληλα, ο κ. Σαββίδης αναφέρθηκε στις προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορούμενου, τις οποίες χαρακτήρισε εξόχως ιδιόμορφες και ιδιάζουσες, αφού από ηλικία 3 ετών μεγάλωνε χωρίς πατέρα, με αποτέλεσμα να παλεύει από  μικρός να επιβιώσει, όπως και στο πρόβλημα σκολίωσης που αντιμετωπίζει και το οποίο ήταν η αιτία να απαλλαγεί από τις στρατιωτικές του υποχρεώσεις.  Τέλος, ο συνήγορος εισηγήθηκε πως η πρόθεση του Κατηγορούμενου να αποζημιώσει τους παραπονούμενους, η παραδοχή του και οι προσωπικές του περιστάσεις, δικαιολογούν την αναστολή της εκτέλεσης της ποινής που του θα επιβληθεί, ώστε να του δοθεί μια δεύτερη ευκαιρία να συνεχίσει τη ζωή του.

 

Έχει κατ΄ επανάληψη τονιστεί πως η σοβαρότητα ενός αδικήματος αντικατοπτρίζεται από το ανώτατο όριο της προβλεπόμενης ποινής, η οποία αποτελεί τη βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για την επιμέτρηση της επιβληθησόμενης ποινής (βλ. Λεμονάρη ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 212/2017, ημερ. 17.4.2019, ECLI:CY:AD:2019:B150, Γενικός Εισαγγελέας ν. Γενεθλίου (2016) 2 Α.Α.Δ. 207 και Βραχίμη ν. Αστυνομίας (2000) 2 Α.Α.Δ. 727).  Ως έχει προσφάτως σημειωθεί από το Εφετείο στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Δημητρίου, Ποιν. Έφ. 41/2025, ημερ. 10.4.2025, η δικαιολογημένη κατά κόρον επανάληψη της νομολογιακής αυτής αρχής δεν θα πρέπει καθόλου να την αποδυναμώνει, καθιστώντας την ως μια τυπική διατύπωση, αλλά αντιθέτως θα πρέπει να την εδραιώνει ως τη βασική παράμετρο που προσμετρά το Δικαστήριο στην πορεία για επιμέτρηση της ποινής (βλ. επίσης Bora v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 79/2017, ημερ. 13.3.2018), ECLI:CY:AD:2018:B110.

 

Ως έχει υποδειχθεί στην υπόθεση Αστυνομία ν. Βακανά, Ποινική ΄Εφεση αρ. 173/20, απόφαση ημερ. 20.5.2021, εγκλήματα όπως αυτά που διέπραξε ο Κατηγορούμενος είναι σοβαρά, παρουσιάζουν έξαρση και συνεπώς θα πρέπει να αντιμετωπίζονται από τα Δικαστήρια με αυστηρότητα (βλ. επίσης Παπαπαύλου ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 121/2021, ημερ. 5.10.2022), ECLI:CY:AD:2022:B379.

 

Για τα αδικήματα της πλαστογραφίας και της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου κατά παράβαση των άρθρων 333(α), 335 και 339 του Ποινικού Κώδικα προβλέπεται ποινή φυλάκισης μέχρι 3 έτη. 

 

Ο τρόπος με τον οποίο θα πρέπει να τυγχάνουν αντιμετώπισης αδικήματα αυτής της φύσεως έχει αναλυθεί λεπτομερώς στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Δημητρίου, Ποιν. Έφ. 41/2025, ημερ. 10.4.2025.  Ειδικότερα λέχθηκε πως είναι άκρως απαραίτητο και ουσιώδες σε κάθε ευνομούμενη κοινωνία να υπάρχει εμπιστοσύνη των πολιτών πως τα κυκλοφορούντα έγγραφα είναι γνήσια και όχι ψευδή ή κατασκευασμένα. Αυτό αφορά όλα τα έγγραφα, είτε χρησιμοποιούνται στις σχέσεις μεταξύ των πολιτών είτε αφορούν στις σχέσεις μεταξύ αυτών και της Πολιτείας. Ο καθένας αντιλαμβάνεται τις τραγικές συνέπειες από έναν ενδεχόμενο κλονισμό ή μια πιθανή κατάρρευση αυτής της εμπιστοσύνης.  Επισημάνθηκε, περαιτέρω, πως η πλαστογραφία και η κυκλοφορία πλαστών εγγράφων έχουν κατά κανόνα ως άμεσο σκοπό την καταδολίευση άλλων και ως απώτερο στόχο την εξασφάλιση κάποιου οφέλους για τον δράστη, το οποίο δυνατόν να είναι οικονομικό, περιουσιακό ή άλλο όφελος, που βελτιώνει τη δική του θέση είτε εις βάρος άλλων νομοταγών πολιτών είτε όχι. Προεξάρχει, λοιπόν, το ιδιοτελές συμφέρον του δράστη (ή του περιβάλλοντός του) και είναι ακριβώς σε αυτό στο οποίο έγκειται η βασική εγκληματική απαξία της συμπεριφοράς αυτής. Δεν είναι δε τυχαίο το ότι στις πλείστες των υποθέσεων αναδεικνύεται από τα Δικαστήρια η ιδιοτέλεια η οποία υποκρύπτεται πίσω από τη διάπραξη τέτοιων αδικημάτων, ενώ σχεδόν σε όλες τις αποφάσεις τονίζεται η αμείωτη συχνότητα στη διάπραξη παρόμοιων αδικημάτων και η ανάγκη για αυστηρές και αποτρεπτικές ποινές.

 

Το άρθρο 298 του Ποινικού Κώδικα προβλέπει, για το αδίκημα της εξασφάλισης αγαθών με ψευδείς παραστάσεις, ποινή φυλάκισης μέχρι 5 έτη.  Ως προς τον τρόπο αντιμετώπισης αδικημάτων αυτής της φύσης στην υπόθεση Δρουσιώτης ν. Αστυνομίας (2013) 2 Α.Α.Δ. 505, υποδείχθηκαν τα εξής:

 

«Η σοβαρότητα των αδικημάτων είναι δεδομένη, όπως δε πολύ εύστοχα σημειώνεται και από το πρωτόδικο δικαστήριο αυτή κατοπτρίζεται από το ύψος της ποινής που ο νομοθέτης έχει προνοήσει. Ιδιαίτερα, για το αδίκημα της απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις, που αποτελεί και το πλέον σοβαρό από τα αδικήματα στα οποία ο εφεσείων κρίθηκε ένοχος, ο νομοθέτης προέβλεψε ποινή φυλάκισης μέχρι πέντε ετών.

 

Έχει κατ' επανάληψη τονιστεί, η σοβαρότητα τέτοιων αδικημάτων, καθότι αυτά ενέχουν, σε έντονο βαθμό, το στοιχείο της απάτης, διότι υπονομεύουν τις συναλλαγές μεταξύ πολιτών, στοιχείο που επιβάλλει την επιβολή ποινών αποτρεπτικού χαρακτήρα. Η σοβαρότητα βέβαια του αδικήματος δεν εξουδετερώνει, όπως ορθά και το πρωτόδικο δικαστήριο σημειώνει, την αναγκαιότητα εξατομίκευσης της ποινής. Όμως, σε τέτοιες περιπτώσεις, δεν επιτρέπεται στο βωμό της εξατομίκευσης να θυσιάζεται ο αποτρεπτικός χαρακτήρας της ποινής. (Βλ. Ιωάννου άλλως Μουσικός ν. Αστυνομίας (1992) 2 Α.Α.Δ.286).

 

Στην υπό κρίση περίπτωση, ο εφεσείων δεν δίστασε με κίνητρο του αποκλειστικά την ιδιοτέλεια, να προβεί στις συγκεκριμένες εγκληματικές ενέργειες με στόχο την επίτευξη ευτελούς σκοπού· να κυκλοφορεί δηλαδή με πολυτελές αυτοκίνητο, ανεξάρτητα των συνεπειών των ενεργειών του για την οικογένεια του, μη διστάζοντας μάλιστα να εμπλέξει στην όλη διαδικασία και τον γιο του, ο οποίος παρά την ανεργία που τον μαστίζει, βρέθηκε εκτεθειμένος για ένα ποσό της τάξης των €.23.000,00, ποσό καθόλου ευκαταφρόνητο, το οποίο δεν μπορεί να αγνοηθεί ή να υποτιμηθεί».

 

Η σοβαρότητα των αδικημάτων της πλαστογραφίας και απόσπασης αγαθών με ψευδείς παραστάσεις προκύπτει και από την ίδια τη φύση τους, αφού πρόκειται για αδικήματα που ενέχουν έντονο το στοιχείο της απάτης.  Αυτή ακριβώς η πτυχή αναδύεται και μέσα από τη σχετική νομολογία και προς τούτο παραπέμπουμε στην υπόθεση Ιωάννου άλλως Μουσικός v. Αστυνομίας (1992) 2 Α.Α.Δ. 286, η οποία μνημονεύθηκε και πιο πρόσφατα στην Στεφάνου ν. ΑστυνομίαςΠοιν. Έφ. 18/20, ημερ. 1.7.2021, ECLI:CY:AD:2021:B295.  Εκεί ο κατηγορούμενος αντιμετώπιζε, μεταξύ άλλων, και κατηγορία για απόσπαση χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις, όπου λέχθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο τα ακόλουθα στη σελ. 292:

 

«Αδικήματα που ενέχουν το στοιχείο της απάτης είναι σοβαρά διότι υπονομεύουν τις συναλλαγές και τις δοσοληψίες μεταξύ των πολιτών. Έχει δε τονισθεί από το Δικαστήριο τούτο σε σειρά αποφάσεων ότι οι ποινές σε τέτοιες περιπτώσεις πρέπει να είναι αποτρεπτικού χαρακτήρα, όταν δε ένα δικαστήριο αντιμετωπίζει την επιβολή ποινής σε περιπτώσεις που από τη φύση τους απαιτούν αποτροπή, τότε η εξατομίκευση της ποινής δεν μπορεί να έχει τέτοια επίδραση εις την ποινή που θα επιβληθεί ώστε να υπονομεύεται ή να καταστρέφεται ο αποτρεπτικός  χαρακτήρας της ποινής.»

 

Πέραν των ως άνω, στοιχείο που ενισχύει την ανάγκη για αυστηρή αντιμετώπιση αποτελεί η ανησυχητική συχνότητα με την οποία δυστυχώς τέτοιας φύσεως αδικήματα διαπράττονται, γεγονός το οποίο αναγνωρίζεται και από τη νομολογία.

 

Το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες τιμωρείται στις περιπτώσεις όπου, όπως η περίπτωση του Κατηγορουμένου, γνώριζε πως η περιουσία αποτελεί έσοδο από παράνομες δραστηριότητες, με φυλάκιση 14 ετών ή με χρηματική ποινή μέχρι 500,000 ευρώ  ή και με τις δύο αυτές ποινές.  Στην υπόθεση Θεοφάνους ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 298/2018, ημερ. 27.6.2019, επισημάνθηκε ότι το συγκεκριμένο αδίκημα: «…όπως το ίδιο αυτοπροσδιορίζεται, συνίσταται στη χρήση/απόλαυση από τον αδικοπραγούντα των καρπών της παρανομίας του. Ό,τι έχει σημασία, για σκοπούς επιμέτρησης της ποινής, είναι το είδος και το ύψος των καρπών της παρανομίας που απόλαυσε ο αδικοπραγήσας ως αποτέλεσμα της παράνομης δραστηριότητας του. Είναι αυτή την απόλαυση που έχει στο επίκεντρο του το υπό αναφορά αυτοτελές αδίκημα ………, και αυτό για πρόληψη ή πάταξη της παρανομίας με την πρόβλεψη αυστηρών ποινών αναφορικά με την απόλαυση των καρπών της.» (βλ. επίσης Ευτύχιος Μαληκκίδης v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 40/2015, ημερ. 25.11.2016 και Δημοκρατία ν. Κουρουζίδη κ.ά., Ποιν. Έφ. 19/2020, ημερ. 20.7.2022).

 

Αδικήματα κατά παράβαση του Ν.188(Ι)/2007 παρουσιάζονται με ιδιαίτερη συχνότητα, γεγονός για το οποίο λαμβάνουμε δικαστική γνώση από τον μεγάλο αριθμό υποθέσεων που καταχωρούνται ενώπιον μας (βλ. Sydenham v. Αστυνομίας (2005) 2 Α.Α.Δ. 210 και Αστυνομία ν. Βακανά (πιο πάνω)).

 

Στην υπόθεση Δημητρίου (πιο πάνω) υποδείχθηκε πως η επιβολή ποινής για το γενεσιουργό αδίκημα δεν συνιστά λόγο μη επιβολής ποινής και στο αδίκημα νομιμοποίησης εσόδων (βλ. Δημοκρατία κ.ά. v. Κουρουζίδη (πιο πάνω)) και πως είναι δυνατόν, στην κατάλληλη περίπτωση, να ενδείκνυται βαρύτερη ποινή στο αδίκημα νομιμοποίησης από ό,τι στο γενεσιουργό αδίκημα (βλ. Παπαπαύλου v. Αστυνομίας (πιο πάνω)).

 

Εξετάζοντας τη σχετική επί του θέματος νομολογία, παρατηρούμε ότι οι ποινές που έχουν κατά καιρούς επιβληθεί σε παρόμοιες υποθέσεις ποικίλουν ανάλογα με τις ιδιαιτερότητες των γεγονότων της κάθε υπόθεσης και τις ιδιαιτερότητες των συνθηκών του κάθε παραβάτη (βλ. Χαραλάμπους v. Δημοκρατίας (2000) 2 Α.Α.Δ. 1 και Μιχαήλ v. Δημοκρατίας (2003) 2 Α.Α.Δ. 123).  Η όποια αναφορά σε παρόμοιες υποθέσεις γίνεται για να υπάρχει, κατά το δυνατόν, κοινή προσέγγιση στην αντιμετώπιση των παραβατών και χωρίς να εκλαμβάνεται ότι με τις ποινές που κατά καιρούς επιβάλλονται, καθορίζεται με οποιοδήποτε τρόπο μια στατική διατίμηση της ποινής.  Οι προηγούμενες αποφάσεις, αναφορικά με τις επιβληθείσες ποινές, είναι ενδεικτικές του μέτρου τιμωρίας συγκεκριμένων εγκλημάτων και των παραμέτρων καθορισμού της ποινής. Δεν έχουν όμως το δεσμευτικό χαρακτήρα που ενέχει ο καθορισμός αρχών δικαίου. (βλ. Αστυνομία ν. Βακανά (πιο πάνω) και Χαραλάμπους κ.ά ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 127/2019 και 130/2019, ημερ. 10.3.2021).

 

Στο πλαίσιο αυτό παραπέμπουμε στις πιο κάτω υποθέσεις:

 

Στην Δημητρίου (πιο πάνω), ο εφεσίβλητος παραδέχτηκε ότι κατήρτισε διάφορα πλαστά επίσημα και άλλα έγγραφα με σκοπό την εξασφάλιση εγγραφής 63 Ελλήνων υπηκόων ως φορολογικών κατοίκων Κύπρου. Για τον σκοπό αυτό πλαστογράφησε την υπογραφή συγκεκριμένης λειτουργού του Εφόρου Φορολογίας και χρησιμοποίησε πλαστές σφραγίδες. Κατ’ έφεση, οι πρωτοδίκως επιβληθείσες ποινές ενός, δύο και τριών μηνών φυλάκισης παραμερίστηκαν και επιβλήθηκαν στον εφεσίβλητο, μεταξύ άλλων, στις 50 κατηγορίες για πλαστογραφία επίσημου εγγράφου και στις 71 κατηγορίες για κυκλοφορία πλαστού εγγράφου, ποινές φυλάκισης 3 ετών σε κάθε κατηγορία, στις 55 κατηγορίες για πλαστογραφία εγγράφου φυλάκιση 10 μηνών σε κάθε κατηγορία και στην κατηγορία για νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ύψους €48,640 φυλάκιση 3 ετών.

 

Στην Sydenham (πιο πάνω) ο εφεσείων καταδικάστηκε, κατόπιν παραδοχής, σε 31 κατηγορίες σε διάφορες ποινές φυλάκισης, η μεγαλύτερη των οποίων ήταν 7 έτη.  Οι κατηγορίες αφορούσαν κλοπή υπό αντιπροσώπου, πλαστογραφία και κυκλοφορία πλαστού εγγράφου. Το συνολικό ποσό που υπεξαίρεσε ο εφεσείων ήταν μεγαλύτερο, αλλά αυτό το οποίο τελικά δεν επέστρεψε, ανερχόταν σε 945.605 στερλίνες, $376.171 και €31.483.  Στην απόφαση της πλειοψηφίας με την οποία επικυρώθηκαν οι επιβληθείσες ποινές έχοντας υπόψη τον προσχεδιασμό, το σχέδιο παγίδευσης, την εκμετάλλευση των παραπονουμένων και το ύψος των ποσών, επισημάνθηκε η έξαρση του οικονομικού εγκλήματος και «η αποφασιστικότητα των Δικαστηρίων να συμβάλουν με αυστηρές ποινές στην πάταξη του».

 

Στην Ματούρ κ.ά. v. Αστυνομίας (1991) 2 Α.Α.Δ. 36 οι εφεσείοντες παραδέχθηκαν κατηγορίες πλαστογραφίας εγγράφου κατά παράβαση των άρθρων 333, 334 και 335 του Κεφ. 154 και κυκλοφορία πλαστού εγγράφου κατά παράβαση των άρθρων 331, 333 και 339 του Κεφ. 154.  Στους εφεσείοντες 1 και 2 επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης δεκαπέντε μηνών στην κάθε κατηγορία και στον εφεσείοντα 3 δώδεκα μήνες φυλάκιση στη δεύτερη κατηγορία και διαταγή κατάσχεσης των τεκμηρίων του εγκλήματος.  Οι ποινές φυλάκισης επικυρώθηκαν, ενώ η διαταγή της κατάσχεσης τροποποιήθηκε ώστε να μη συμπεριλαμβάνει το ποσό που πλήρωσε ο εφεσείων 3 για την αγορά τον πλαστού διαβατηρίου ενόψει της ποινής φυλάκισης που του επιβλήθηκε και της οικονομικής του κατάστασης.  Λήφθηκε υποψη η παραδοχή τους, οι δύσκολες προσωπικές συνθήκες και οικονομικές δυσκολίες, το λευκό ποινικό τους μητρώο και η συνεργασία τους με την αστυνομία.

 

Στην Γερμανού v. Αστυνομίας (2009) 2 Α.Α.Δ. 127 ο εφεσείων βρέθηκε ένοχος από το πρωτόδικο Δικαστήριο στην κατηγορία κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου, κατά παράβαση των άρθρων 331, 333(α), 335 και 339 του Κεφ.154Είχε κυκλοφορήσει πλαστογραφημένο πιστοποιητικό στο οποίο πιστοποιείτο ότι αυτός είχε αποκτήσει το Certificate of Education Examination (G.C.E.) με θέμα English Language Ordinary Level με βαθμό C, με δόλια πρόθεση με σκοπό εξασφάλισης πλεονεκτήματος σε υπηρεσιακές εξετάσεις. Η επιβληθείσα ποινή φυλάκισης 12 μηνών επικυρώθηκε κατ' έφεση, η δε ποινή χαρακτηρίστηκε ως η ενδεδειγμένη, υπό τις περιστάσεις.

 

Στην Νεοφύτου κ.ά. ν. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 195/2024 – 197/2024, ημερ. 31.3.2026, ποινή φυλάκισης 28 μηνών που επιβλήθηκε, μεταξύ άλλων, στον εφεσείοντα κατόπιν ακρόασης για το αδίκημα της απόσπασης ποσού €1,500 με ψευδείς παραστάσεις αντικαταστάθηκε κατ’ έφεση με ποινή φυλάκισης 22 μηνών.

 

Στην Χαραλάμπους ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 27/2023, ημερομηνίας 26.1.2026, ο εφεσείων κρίθηκε ένοχος κατόπιν ακρόασης στις κατηγορίες της απόσπασης περιουσίας με ψευδείς παραστάσεις και της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες.  Το ποσό που απέσπασε από την παραπονούμενη ήταν €125,000 και το πρωτόδικο Δικαστήριο επέβαλε συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 3½ ετών στην κατηγορία της απόσπασης περιουσίας με ψευδείς παραστάσεις και 7 ετών στην κατηγορία της νομιμοποίησης εσόδων.  Η ποινή φυλάκισης των 7 ετών εφεσιβλήθηκε ως υπερβολική.  Το Εφετείο χαρακτήρισε την ποινή αυστηρή αλλά όχι έκδηλα υπερβολική, έχοντας υποψη το ανώτατο όριο ποινής και το ποσό που αποσπάστηκε, όπως και την ύπαρξη προηγούμενων καταδικών του εφεσείοντα σε 4 υποθέσεις, μεταξύ άλλων, για αδικήματα απόσπασης, πλαστογραφίας και κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου, όπου λήφθηκαν υπόψη και 13 άλλες υποθέσεις για ομοειδή αδικήματα.  Ήταν πατέρας 5 παιδιών, εκ των οποίων τα 2 ανήλικα, και είχε προσφέρει στην παραπονούμενη το ποσό των €550 ως αποζημίωση και δήλωσε την πρόθεση του να αποδεχθεί την έκδοση απόφασης εναντίον του σε αστική διαδικασία. 

 

Σε σχέση με το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, παραπέμπουμε στην Μαληκκίδης (πιο πάνω) όπου, μετά από παραδοχή, επιβλήθηκε στον εφεσείοντα, στην κατηγορία της νομιμοποίησης εσόδων, ποινή φυλάκισης 6 ετών. Οι επιλήψιμες πράξεις του είχαν σχέση με οικονομικές ατασθαλίες σε έργα του Συμβουλίου Αποχετεύσεως Πάφου, του οποίου ήταν γενικός διευθυντής. Αποκόμισε ίδιον προσωπικό όφελος και νομιμοποίησε παράνομα το συνολικό ποσό των €498.000.  Η νομιμοποίηση των πιο πάνω εσόδων ήταν εκτεταμένης μορφής, κάλυπτε μία περίοδο δέκα ετών και αφορούσε σε οχτώ διαφορετικές περιπτώσεις. Το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε την πιο πάνω ποινή. 

 

Στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Μαυρόπουλου, Ποιν. Εφ. 240/2024, ημερ. 29.4.2025, το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε επιβάλει στον εφεσίβλητο, κατόπιν παραδοχής, συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 2 ετών για 15 ξεχωριστές περιπτώσεις νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, με το συνολικό ποσό να ανέρχεται σε €2.500.000 περίπου.  Η δράση του εφεσίβλητου εκτεινόταν σε περίοδο 1,5 έτους.  Το ανώτατο όριο ποινής ήταν ποινή φυλάκισης 5 ετών, ενώ το γενεσιουργό αδίκημα παρέμεινε άγνωστο.  Ο εφεσίβλητος ήταν λευκού ποινικού μητρώου, ηλικίας 47 ετών, με προβλημα υγείας στην καρδία.  Λαμβάνοντας υπόψη το συνολικό χρηματικό ποσό στο οποίο αφορούσαν οι κατηγορίες και τον επαγγελματικό και συστηματικό τρόπο δράσης του εφεσίβλητου, το Εφετείο αύξησε τις επιβληθείσες ποινές σε 3 χρόνια.      

  

Στην Davidescu κ.ά. ν. ΔημοκρατίαςΠοιν. Εφ. 197/2018 και 198/2018, ημερ. 8.7.2019, ποινή φυλάκισης 6 ετών που επιβλήθηκε πρωτόδικα στους εφεσείοντες, κατόπιν παραδοχής, για το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, για ένα ποσό της τάξης των €310.000 περίπου, επικυρώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο. Οι εφεσείοντες ήταν μέλη διεθνούς κυκλώματος, οι οποίοι δημοσίευαν στο διαδίκτυο υπηρεσίες πώλησης αγαθών ή ενοικιάσεις ακινήτων και ζητούσαν από τα υποψήφια θύματά τους, να τους εμβάσουν χρήματα για τις συναλλαγές σε τραπεζικούς λογαριασμούς που άνοιξαν σε διάφορες τράπεζες της Κύπρου, τα οποία και κατακρατούσαν, χωρίς να υλοποιείται η συναλλαγή. 

 

Στην Θεοφάνους (πιο πάνω), το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε ποινή φυλάκισης 5 ετών, που επιβλήθηκε στον εφεσείοντα, μετά από παραδοχή, για το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, ύψους €571.145.  Η παραπονούμενη υπέστη ζημιά ίση με το πιο πάνω ποσό και δεν αποζημιώθηκε. 

 

Στην Βακανά (πιο πάνω), ο εφεσίβλητος αντιμετώπισε συνολικά 14 κατηγορίες, μεταξύ των οποίων και κατηγορία νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, αναφορικά με το συνολικό ποσό των €383.304,49 που είχε αποσπάσει. Οι ποινές φυλάκισης 2 ετών με τριετή αναστολή, που του επιβλήθηκαν από το Επαρχιακό Δικαστήριο, κρίθηκαν ως έκδηλα ανεπαρκείς και αντικαταστάθηκαν με ποινές φυλάκισης, με μεγαλύτερη αυτή των 4 ετών. Το Ανώτατο Δικαστήριο επισήμανε ότι, ενόψει της καθυστέρησης, θα επέβαλλε ποινές μειωμένες απ' ό,τι κανονικά θα άρμοζε, που θα μπορούσε να είναι, υπό τις περιστάσεις, ακόμη και το όριο της ποινικής δικαιοδοσίας του εκδικάσαντος Δικαστηρίου.

 

Έχοντας τονίσει τη σοβαρότητα των αδικημάτων που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος θα πρέπει να λεχθεί ότι αποτελεί καθήκον του Δικαστηρίου όπως στο έργο εξατομίκευσης της ποινής λαμβάνει υπόψη του όλα τα ελαφρυντικά στοιχεία που έχουν παρουσιαστεί από την υπεράσπιση, περιλαμβανομένων των ατομικών συνθηκών του παραβάτη καθώς και εκείνων που πηγάζουν από τα γεγονότα της υπόθεσης, έτσι ώστε η ποινή να μην συνιστά απλώς τιμωρία, αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη (βλ. Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας (1989) 2 Α.Α.Δ. 224).

 

Όπως, όμως, έχει επανειλημμένα τονιστεί, η διαδικασία εξατομίκευσης της ποινής δεν πρέπει να συνεπάγεται εξουδετέρωση είτε της σοβαρότητας του αδικήματος, είτε του στοιχείου της αποτροπής, σε περιπτώσεις όπου συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή (βλ. Παναγιώτου ν. Αστυνομίας (2012) 2 Α.Α.Δ. 557).  Η εξατομίκευση της ποινής επιτυγχάνεται μέσα και όχι έξω από το πλαίσιο των αρχών που διέπουν τον καθορισμό της ποινής (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευαγόρου (2001) 2 Α.Α.Δ. 285).

 

Εξετάζοντας τα γεγονότα που αφορούν στην κυρίως υπόθεση, εντοπίζουμε σε αυτά ιδιαίτερα επιβαρυντικά στοιχεία για τον Κατηγορούμενο. Εν πρώτοις, διαπιστώνεται πως η δράση του Κατηγορούμενου εκτείνεται σε διάστημα 1 έτους περίπου, κατά τη διάρκεια του οποίου προέβηκε σε πλαστογραφία τεσσάρων διαφορετικών εγγράφων, τα οποία στη συνέχεια κυκλοφόρησε, αποσπώντας από τον παραπονούμενο το συνολικό ποσό των €107.825. Ο Κατηγορούμενος εξασφάλισε το ποσό αυτό λαμβάνοντας από τον παραπονούμενο διάφορα χρηματικά ποσά κάθε φορά και δη σε πέραν των 5 διαφορετικών περιπτώσεων, αφού προηγουμένως του είχε αναφέρει πως χρειαζόταν χρήματα για να διευθετήσει οικονομικές του υποχρεώσεις και διαφορές με άλλα πρόσωπα καθώς και ότι κάποιος θείος του από την Αφρική θα του έκανε έμβασμα κάποια εκατομμύρια ευρώ. 

 

Ο Κατηγορούμενος ενήργησε με προσχεδιασμό αφού ένα μήνα αφού γνώρισε τον παραπονούμενο και ανέπτυξαν φιλικές σχέσεις και είχαν συχνές συναντήσεις, δανείστηκε από αυτόν ποσό περί τις €2,000 – €2,500 με την πρόφαση πληρωμής κάποιων υποχρεώσεων, παραδίδοντας ως εξασφάλιση επιταγή για το αντίστοιχο ποσό, η οποία και εξαργυρώθηκε. Το γεγονός της εξαργύρωσης της επιταγής αυτής είχε ως αποτέλεσμα ο Κατηγορούμενος να κερδίσει την εμπιστοσύνη του παραπονούμενου και να ενισχύσει την πεποίθηση του τελευταίου ότι ήταν αξιόπιστος ώστε να του αποσπάσει περισσότερα χρήματα στη συνέχεια.  Ακολούθως, τις επόμενες μέρες ο Κατηγορούμενος ανέφερε στον παραπονούμενο οτι θέλει να επενδύσει σε ακίνητα στην Κύπρο καθώς επίσης πως ο θείος του από την Αφρική, ο οποίος ασχολείται με την ανέγερση ουρανοξυστών, επρόκειτο να του αποστείλει αρκετά χρήματα για το σκοπό αυτό. Προκειμένου να δώσει υπόσταση στον ψευδή αυτό ισχυρισμό του ανέφερε, μάλιστα, ότι ενδιαφερόταν να αγοράσει ένα χωράφι ιδιοκτησίας του παραπονούμενου.

 

Περί τα μέσα Μαρτίου 2024 ο Κατηγορούμενος ανέφερε στον παραπονούμενο οτι χρειαζόταν το ποσό των €15,000 σε μετρητά για προσωπικούς λόγους, και ο παραπονούμενος, εμπιστευόμενος τον Κατηγορούμενο, ο οποίος την προηγούμενη φορά που του έδωσε χρήματα, του τα επέστρεψε με σχετική επιταγή, του έδωσε το εν λόγω ποσό σε μετρητά και ο Κατηγορούμενος εξέδωσε σχετική επιταγή με ημερομηνία πληρωμής μετά από ένα μήνα περίπου. Με τον ίδιο τρόπο ο παραπονούμενος του δάνεισε, μια εβδομάδα αργότερα, λόγω ασθένειας του παιδιού του, το ποσό των €5,500 σε μετρητά, ενώ οι επιταγές που εκδόθηκαν ως εξασφάλιση δεν θα μπορούσαν να εξαργυρωθούν αφού στους λογαριασμούς από τους οποίους εκδόθηκαν δεν υπήρχαν κατατεθειμένα τα ανάλογα χρηματικά ποσά.  Το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος χρησιμοποίησε τη νοσηλεία του παιδιού του, πράγμα που ο παραπονούμενος μπορούσε να επιβεβαιώσει αφού επισκεπτόταν το νοσοκομείο όπου νοσηλευόταν το παιδί, έχει τη δική του σημασία αφού εσκεμμένα καθιστούσε τις παραστάσεις του αληθοφανείς.

 

Στη συνέχεια και προκειμένου να συνεχίσει να εξασφαλίζει χρήματα από τον παραπονούμενο, ο Κατηγορούμενος έπεισε τον τελευταίο να μεταβούν σε τράπεζα στην Ελβετία.  Είχε προηγηθεί η από μέρους του Κατηγορούμενου υπόδειξη συμβολαίων που κατ’ ισχυρισμό είχε συνάψει με τον θείο του και αναφορές του σε χρήματα που έλαβε σε τράπεζα στην Ελβετία.  Μάλιστα, ενώ ο παραπονούμενος ήταν διστακτικός σε σχέση με την εκεί μετάβαση τους και ο Κατηγορούμενος τον πίεζε, όταν εν τέλει μετέβηκαν στην τράπεζα, ο Κατηγορούμενος του ζήτησε να περιμένει έξω, ενώ όταν πλέον μετέβηκαν στο ξενοδοχείο, του υπέδειξε διάφορα έγγραφα στα αγγλικά ώστε να τον πείσει πως τα αναγραφόμενα σε αυτά χρηματικά ποσά αποτελούσαν εμβάσματα που είχε κάνει ο θείος του.

 

Με διάφορες προφάσεις και τεχνάσματα, ο Κατηγορούμενος όχι μόνο πετύχαινε την μεταφορά χρηματικών ποσών στον λογαριασμό του, αλλά επίσης καθυστερούσε την εξαργύρωση των επιταγών που δίδονταν ως εξασφάλιση παρουσιάζοντας τα έγγραφα τα οποία είχε πλαστογραφήσει ώστε να υλοποιήσει το στόχο του. Ιδιαίτερη σοβαρότητα στα αδικήματα που διέπραξε ο Κατηγορούμενος προσδίδει και το ότι, προκειμένου να συνεχίσει να αποσπά χρήματα από τον παραπονούμενο, στην ουσία τον εκβίαζε με το πρόσχημα της παγοποίησης του λογαριασμού του και της μη ολοκλήρωσης της μεταφοράς, καθώς και, μετέπειτα, με αναφορά στο άνοιγμα των λογαριασμών του, ενώ όταν ο παραπονούμενος του είπε πως δεν είχε άλλα χρήματα, προκειμένου να τον πιέσει αθέμιτα, του ανέφερε πως σε περίπτωση που δεν του έδινε τα χρήματα που ζητούσε θα χρειαζόταν 2-3 χρόνια για να του επιστρέψει τα χρήματα του.

 

Άξιον δε αναφοράς είναι πως οι καθημερινές συναντήσεις του Κατηγορούμενου με τον παραπονούμενο συνεχίστηκαν μέχρι και την ημέρα που έληξε η προθεσμία εντός της οποίας ο Κατηγορούμενος υποσχέθηκε ότι θα επέστρεφε τα χρήματα, και, έπειτα, ο Κατηγορούμενος σταμάτησε να απαντά στα τηλέφωνα και στα μηνύματα του παραπονούμενου.

 

Σε αυτό το πλαίσιο επιστρατεύτηκε και μέλος του οικογενειακού περιβάλλοντος του Κατηγορούμενου, το οποίο όχι μόνο ζήτησε από τον παραπονούμενο να μην πιέζει τον Κατηγορούμενο, αλλά, περαιτέρω, επιβεβαιώσε το αφήγημα περί χρονοβόρων διαδικασιών στην τράπεζα και εκβιαστικά ανέφερε πως ο Κατηγορούμενος έλαβε μήνυμα πως εάν δεν πλήρωνε το ποσό των €3.486 άμεσα, θα δεσμεύονταν τα χρήματα του Κατηγορούμενου για δυο χρόνια. Τότε ήταν που ο παραπονούμενος κατέβαλε το επιπλέον ποσό των €3,500 στον Κατηγορούμενο, το οποίο, μάλιστα, δανείστηκε από φιλικό του πρόσωπο.

 

Συνολικά, χρησιμοποιώντας διάφορες προφάσεις και τεχνάσματα, ο Κατηγορούμενος πέτυχε την μεταφορά συνολικού ποσού €87.325 στον λογαριασμό του, πέραν του ποσού των €20,500 που έλαβε σε μετρητά.

 

Προκειμένου ο Κατηγορούμενος να πείσει τον Παραπονούμενο πως δήθεν θα επέστρεφε τα χρήματα που έλαβε, αναφέρθηκε σε έμβασμα που έλαβε στο λογαριασμό της εταιρείας του και αναζήτησε βοήθεια για εξεύρεση αγοραστή για πώληση μεριδίου σε ακίνητο της μητέρας του, πλην, όμως, όταν δεν βρέθηκε αγοραστής μετά από προσπάθειες του πατέρα του παραπονούμενου, ο Κατηγορούμενος σταμάτησε και πάλι να απαντά στις τηλεφωνικές κλήσεις του Παραπονούμενου.

 

Όταν, δε, είχαν πλέον κατατεθεί επιταγές του Κατηγορούμενου και επιστράφηκαν απλήρωτες, ο Κατηγορούμενος όχι μόνο διαμαρτυρήθηκε περί του ότι οι ενέργειες αυτές ενδέχετο να οδηγήσουν σε παγοποίηση του λογαριασμού, αλλά προχώρησε στην κατάρτιση πλαστού εγγράφου με τίτλο «Απόφαση ΚΑΠ», το οποίο έφερε λογότυπο της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου, προκειμένου να ξεγελάσει τον παραπονούμενο σχετικά με την κατ’ ισχυρισμό μεταφορά των εμβασμάτων από την ελβετική τράπεζα και να επιρρίψει την ευθύνη για την καθυστέρηση στα πρόσωπα από τα οποία έλαβε τα χρήματα και στα οποία έδωσε επιταγές.   

 

Η εγκληματική δράση του Κατηγορούμενου δεν περιορίστηκε στα όσα ψευδώς ανέφερε για την εξασφάλιση χρημάτων από τον παραπονούμενο αλλά επεκτάθηκε σε ψευδείς παραστάσεις περί εξόφλησης αφού απέστειλε στον παραπονούμενο δύο αποδείξεις εμβασμάτων που κατ’ ισχυρισμό διεκπεραίωσε ενώ ο παραπονούμενος διαπίστωσε ότι ουδέποτε έγιναν τέτοια εμβάσματα. Ο Κατηγορούμενος ουδέποτε είχε πρόθεση να επιστρέψει στον παραπονούμενο τα χρήματα που δανείστηκε αφού, ως και ο συνήγορος του υποστήριξε, ενέπλεξε τον εαυτό του σε ένα φαύλο κύκλο.

 

Με τις πιο πάνω μεθοδευμένες πράξεις του και με καθαρά ιδιοτελή κίνητρα, ο Κατηγορούμενος εκμεταλλεύθηκε τη φιλική σχέση που εντέχνως και επί σκοπώ είχε δημιουργήσει με τον παραπονούμενο και απέσπασε το πιο πάνω αναφερόμενο συνολικό ποσό των €107,825, επικαλούμενος κάλυψη αναγκών και υποσχόμενος επιστροφή των ποσών σε συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, κάτι που μέχρι σήμερα δεν έχει πράξει.  Υπό αυτές τις συνθήκες, η θέση του κ. Σαββίδη στο πλαίσιο της αγόρευσης του (σ. 3) πως «ο παραπονούμενος όφειλε να είναι πολύ πιο προσεκτικός ιδιαίτερα από τη στιγμή που αντιλήφθηκε την υπερημερία και την ασυνέπεια του κατηγορούμενου» είναι τουλάχιστον ατυχής μιας και ήταν λόγω ακριβώς της φύσης της σχέσης τους και των αγαθών κινήτρων του παραπονούμενου που ο τελευταίος έτυχε εκμετάλλευσης, με τον Κατηγορούμενο να καταχράται της εμπιστοσύνης του.  Σε ό,τι, τέλος, αφορά την έτερη θέση του συνηγόρου περί μη ανάκρισης του παραπονούμενου και μη απαγγελίας κατηγοριών εναντίον του για νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες λόγω μη αναφοράς της προέλευσης των χρημάτων, περιοριζόμαστε να σημειώσουμε πως δεν τεκμηριώθηκε με οποιοδήποτε τρόπο, ενώ σε κάθε περίπτωση δεν θα μπορούσε να προσμετρήσει προς όφελος του Κατηγορούμενου.

Δυστυχώς, η εξαπάτηση του παραπονούμενου στην κυρίως υπόθεση και η απόσπαση συνολικού ποσού €107,825 δεν αποτελούσε ένα μεμονωμένο περιστατικό, αφού των γεγονότων της κυρίως υπόθεσης είχαν προηγηθεί τα γεγονότα της υπόθεσης υπ’ αρ. 4004/2024, η οποία λαμβάνεται υπόψη. Ως αναφέρθηκε, ο Κατηγορούμενος εξασφάλισε το χρηματικό ποσό των €36,500 από τον Γιώργο Μερκή και το ποσό των €10,000 από την Γεωργούλλα Στυλιανού, προσποιούμενος ψευδώς πως θα επένδυε χρήματα σε ποδοσφαιρική ομάδα και παριστάνωντας ψευδώς πως ήταν κάτοχος τραπεζικού λογαριασμού στο εξωτερικό με υπόλοιπο πέραν των €16.000.000,00 και πως ανέμενε έγκριση επιχειρηματικού δανείου ύψους €300.000,00.  Περαιτέρω, σε σχέση με τις κατηγορίες υπ’ αρ. 7 και 8 της υπόθεσης υπ’ αρ. 4004/2024, αν και ο Κατηγορούμενος συμφώνησε με τον Αμπτουλκαμιρ Μπτεούι την αγορά του αυτοκινήτου με αριθμούς εγγραφής KSQ 954 στην τιμή των €9,500, πλήρωσε μόνο το ποσό των €4,000 και παρέλαβε το αυτοκινητο με την προϋπόθεση ότι θα πλήρωνε σε αυτόν το ποσό των €2,000 κάθε μήνα μέχρι και την εξόφληση ολόκληρου του οφειλόμενου ποσού ούτως ώστε να ολοκληρωθεί η αγορά του οχήματος και να γίνει η μεταβίβαση του οχήματος. Ο Κατηγορούμενος όμως, όχι μόνο δεν κατέβαλε κανένα επιπλέον ποσό πέραν των €4,000 στον Μπετούι, αλλά διαφήμισε την πώληση του οχήματος, ενώ μετά την πάροδο λίγων ημερών με ψευδείς παραστάσεις και με σκοπό την καταδολίευση έλαβε το συνολικό χρηματικό ποσό των €4,250 από τον Δημήτρη Ζαχαρό ως αντίτιμο για την πώληση του αυτοκινήτου, προσποιούμενος ψευδώς ότι σε μεταγενέστερο στάδιο θα του έστελνε το έντυπο μεταβίβασης και το πιστοποιητικό εγγραφής του εν λόγω οχήματος για να γίνει η μεταβίβαση στο όνομα του Ζαχαρού, ενώ στην πραγματικότητα δεν το έπραξε ποτέ.

 

Πέραν των ως ανω, στο πλαίσιο της υπόθεσης υπ’ αρ. 3633/2025, η οποία επίσης λαμβάνεται υπόψη, ο Κατηγορούμενος κατάρτισε πλαστό επίσημο έγγραφο, ήτοι αντίγραφο διαχειριστηρίου εγγράφου με το οποίο η Ελενίτσα Αντωνίου εμφανιζόταν ως διαχειρίστρια της περιουσίας της Παναγιώτας Καμπέρη, και το έθεσε σε κυκλοφορία, ενώ απέσπασε από τον Νίκο Σπύρου, ο οποίος ενδιαφερόταν για την αγορά ακινήτου της αποβιώσασας, το ποσό των €10,000 ως προκαταβολή ενώ γνώριζε πως όλα τα πιο πάνω ήταν ψευδή.

 

Το εύρος της εγκληματικής δράσης του Κατηγορούμενου προκύπτει από την περίοδο διάπραξης των αδικημάτων τόσο της κυρίως υπόθεσης όσο και των υποθέσεων που λαμβάνονται υπόψη, ήτοι από Σεπτέμβριο 2023 – Φεβρουάριο 2025, αλλά και από το συνολικό ποσό των €173,075 που απέσπασε από έξι πρόσωπα, με τρόπο ώστε να προβάλλει με τον πιο ξεκάθαρο τρόπο η ανάγκη για την αυστηρή αντιμετώπιση του. Κρίνουμε δε αναγκαίο να σημειώσουμε πως τα στοιχεία αυτά ουδόλως συμβαδίζουν με την από μέρους της Υπεράσπισης απόδοση των πράξεων των Κατηγορούμενου σε κάλυψη αναγκών και στο ένστικτο επιβίωσης του. Επιπρόσθετα, ουδείς εκ των παραπονουμένων έχει αποζημιωθεί μέχρι σήμερα, ενώ η πρόθεση του Κατηγορούμενου για αποζημίωση περιορίστηκε σε επίπεδο λεκτικής αναφοράς και μόνο.  Ως, όμως, λέχθηκε στην υπόθεση Ανδρονίκου κ.ά. ν. Δημοκρατίας (2008) 2 Α.Α.Δ. 486, η έκφραση πρόθεσης δεν αρκεί. Η δε έκδοση απόφασης εναντίον του στο πλαίσιο αγωγής σχετικής με τα γεγονότα της  υπόθεσης υπ’ αρ. 4004/2024 δεν αποτελεί στοιχείο που θα μπορούσε να προσμετρήσει προς όφελος του (βλ. Χαραλάμπους, Ποιν. Έφ. 27/2023 (πιο πάνω)).

 

Κατά την επιμέτρηση της ποινής που θα επιβληθεί στον Κατηγορούμενο, λαμβάνουμε, επίσης, υπόψη το ύψος του ποσού στο οποίο αφορά η κατηγορία υπ’ αρ. 12, το οποίο αν και δεν είναι υπέρογκο, δεν θα μπορούσε να χαρακτηριστεί μικρό.

 

Από όλα όσα έχουμε παραθέσει πιο πάνω αναφύεται μία ροπή του Κατηγορούμενου σε συγκεκριμένου είδους εγκληματική συμπεριφορά, ενώ την ίδια στιγμή το κοινό διατρέχει κίνδυνο από τη δράση ατόμων ως ο Κατηγορούμενος (βλ. Κλεοβούλου ν. Δημοκρατίας (1999) 2 Α.Α.Δ. 485).  Ως υποδείχθηκε στην υπόθεση  Γενικός Εισαγγελέας v. Χατζημιτσή (2005) 2 Α.Α.Δ. 101 όπου λέχθηκε ότι «αδικήματα αυτής της φύσης, και επαναλαμβάνουμε κατά συρροή σε μικρό μάλιστα χρονικό διάστημα, δεν μπορεί παρά να αντιμετωπίζονται με τον ανάλογο κολασμό. Άλλως πως το αίσθημα ευνομίας και ευταξίας στον κοινό πολίτη θα πλήττεται, με ολέθρια αποτελέσματα για την κοινωνική συνοχή του τόπου μας».

 

Προς όφελος του Κατηγορούμενου λαμβάνουμε υπόψη τις προσωπικές και οικογενειακές του περιστάσεις, ως προκύπτουν από την έκθεση του Τμήματος Κοινωνικής Ευημερίας αλλά και τα όσα τέθηκαν ενώπιον μας από τον συνήγορο Υπεράσπισης. Έχουμε, βέβαια, υπόψη τη γενική αρχή της νομολογίας ότι σε σχέση με αδικήματα που βρίσκονται σε έξαρση και απαιτείται αυστηρή αντιμετώπιση, όπως στην προκειμένη περίπτωση, οι προσωπικές περιστάσεις έχουν περιορισμένη μόνο σημασία (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Σωτηρίου (2003) 2 Α.Α.Δ. 331) και ότι αυτές δεν πρέπει να εξουδετερώνουν την αποτελεσματικότητα του Νόμου (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Τσαπατσάρης (2000) 2 Α.Α.Δ. 304). Παρομοίως, και οι επιπτώσεις τυχόν φυλάκισης στην οικογένεια ενός κατηγορουμένου παρότι συγκαταλέγονται μεταξύ των ελαφρυντικών περιστάσεων, εντούτοις δεν είναι αποφασιστικής σημασίας στον καθορισμό της ποινής (βλ. Domotov κ.ά. v. Αστυνομίας (1996) 2 Α.Α.Δ. 328).

 

Η παραδοχή του Κατηγορούμενου, σε συνδυασμό με την απολογία του, ως αυτή εκφράσθηκε μέσω του κ. Σαββίδη, καταδεικνύει τη συνείδηση των πράξεων του καθώς και τη μεταμέλεια του. Ως υπογραμμίστηκε στην  Ανδρέου ν Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 163/2015, ημερ. 11.7.2016, «… η παραδοχή είναι ο μόνος απτός τρόπος για να “μεταφερθεί” στο Δικαστήριο η μεταμέλεια ενός κατηγορουμένου και γι’ αυτό το λόγο έχει δεσπόζουσα σημασία στην επιμέτρηση της ποινής». Παράλληλα, με την παραδοχή του Κατηγορούμενου περισώθηκε πολύτιμος δικαστικός χρόνος, στοιχείο που σύμφωνα με τα όσα υποδείχθηκαν στην Χαρτούμπαλλος ν. Δημοκρατίας (2002) 2 Α.Α.Δ. 28, θα πρέπει να λειτουργήσει προς όφελος του κατά την επιμέτρηση της ποινής.

 

Ως έχει υποδειχθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο στην Inhoo v. Αστυνομίας (2008) 2 Α.Α.Δ. 441, η παραδοχή και η μεταμέλεια αποτελούν μεν μετριαστικό παράγοντα, πλην, όμως, όταν η μαρτυρία για απόδειξη του αδικήματος είναι συντριπτική, η παραδοχή είναι μικρής σημασίας μέχρι και ανύπαρκτη. Στην προκειμένη περίπτωση υπήρχε, θεωρούμε, σημαντική ενοχοποιητική μαρτυρία εναντίον του, γεγονός που κατατείνει στην απόδοση της ανάλογης σημασίας στην παραδοχή του (βλ. Κατσαπάου ν. Δημοκρατίας (2012) 2 Α.Α.Δ. 318 και Παύλου ν. Δημοκρατία, Ποιν. Έφ. 44/2016, ημερ. 4.4.2019, ECLI:CY:AD:2019:B130).  Σε κάθε περίπτωση, όμως, ο Κατηγορούμενος με την παραδοχή του καταδεικνύει έμπρακτα την μεταμέλεια του και περισώζεται πολύτιμος δικαστικός χρόνος, στοιχείο που συνυπολογίζεται (βλ. Νικολάου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 45/2019, 3.7.2020 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Πέτρου, Ποιν. Έφ. 71/2022, ημερ. 1.12.2022).

 

Το λευκό ποινικό μητρώο του Κατηγορούμενου αποτελεί, με βάση τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, σημαντικό παράγοντα μετριασμού της ποινής εφόσον αποτελεί ένδειξη της στάσης του και του σεβασμού του Κατηγορούμενου προς τους Νόμους (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Ματθαίου (1994) 2 Α.Α.Δ. 1).

 

Τέλος, σε σχέση με το αναφερόμενο πρόβλημα σκολίωσης, σημειώνουμε καταρχάς πως δεν προσκομίστηκε ενώπιον μας οποιαδήποτε σχετική ιατρική βεβαίωση από την οποία να προκύπτει η έκταση του προβλήματος. Σε κάθε περίπτωση, δεν υποδείχθηκε ούτε και διαπιστώνεται με οποιοδήποτε τρόπο, ότι το εν λόγω πρόβλημα υγείας συνιστά εξαιρετική περίσταση ή ότι δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί από τη Διεύθυνση των Φυλακών. Εντούτοις, λαμβάνεται υπόψη στο πλαίσιο εξατομίκευσης της ποινής που θα του επιβληθεί μαζί με τους λοιπούς μετριαστικούς παράγοντες, με δεδομένη πάντοτε τη σοβαρότητα των αδικημάτων και των περιστάσεων διάπραξης τους. 

 

Συνεκτιμώντας και σταθμίζοντας όλα όσα αναφέρονται πιο πάνω, σε συνδυασμό με τη σοβαρότητα των αδικημάτων και το στοιχείο της αποτροπής που προέχει σε υποθέσεις αυτής της φύσης, και χωρίς να παραγνωρίζουμε το καθήκον για εξατομίκευση της ποινής, κρίνουμε ότι η μόνη αρμόζουσα ποινή είναι αυτή της φυλάκισης, το ύψος της οποίας θα αντανακλά όλα τα πιο πάνω. Κρίνουμε πως οποιαδήποτε άλλη ποινή δεν θα εξυπηρετούσε τις ανάγκες του Νόμου και θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα. Όλα τα ελαφρυντικά του Κατηγορούμενου, ως λεπτομερώς αναφέρθηκαν πιο πάνω, δεν θεωρούμε ότι είναι τέτοια ώστε να διαφοροποιούν το είδος της  αρμόζουσας ποινής, πλην, όμως, διαδραματίζουν ρόλο στο ύψος της ποινής φυλάκισης που θα του επιβληθεί, όπως θα διαφανεί πιο κάτω.

 

Επιβάλλουμε, λοιπόν, στον Κατηγορούμενο τις ακόλουθες ποινές:

-       Στην 1η κατηγορία ποινή φυλάκισης 21 μηνών.

-       Στην 2η κατηγορία ποινή φυλάκισης 21 μηνών.

-       Στην 3η κατηγορία ποινή φυλάκισης 21 μηνών.

-       Στην 4η κατηγορία ποινή φυλάκισης 21 μηνών.

-       Στην 5η κατηγορία ποινή φυλάκισης 21 μηνών.

-       Στην 6η κατηγορία ποινή φυλάκισης 21 μηνών.

-       Στην 7η κατηγορία ποινή φυλάκισης 21 μηνών.

-       Στην 8η κατηγορία ποινή φυλάκισης 21 μηνών.

-       Στην 9η κατηγορία ποινή φυλάκισης 3 ετών.

-       Στην 12η κατηγορία ποινή φυλάκισης 5 ετών.

 

Οι ποινές φυλάκισης να συντρέχουν.

 

Οι ποινές φυλάκισης να εκτελεστούν άμεσα και να ληφθεί υπόψη ο χρόνος κράτησης του Κατηγορούμενου από 21.3.2025.

 

Επαναλαμβάνεται ότι κατά την επιβολή ποινής λήφθηκαν υπόψη οι υποθέσεις του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού υπ’ αρ. 4004/2024 και 3633/2025.

 

Σε σχέση με τα τεκμήρια, το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής KSQ 954 να επιστραφεί στο νόμιμο δικαιούχο του.

           

                                          

                         (Υπ.)  …………………………….………

                                                                                    Γ. Πετάση - Κορφιώτη, Π.Ε.Δ. 

                                                                      

                                                                (Υπ.)  ………………….…………………

                                                                           Χρ. Μ. Παπαλλάς, Ε.Δ.

 

                                                                           (Υπ.)   ………………..………………....

Κ. Ηλία, Ε.Δ.

 

Πιστόν Αντίγραφο

 

 

Πρωτοκολλητής


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο