ΣΤΟ ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ
ΕΝΩΠΙΟΝ: K. Κουνίδου, Π.Ε.Δ.
Χρ. Χατζηευτυχίου, Α.Ε.Δ.
Ν. Παπανδρέου, Ε.Δ.
Αρ. Υπόθεσης: 5572/25
Δημοκρατία
ν.
Λ. Ζ.
Κατηγορουμένου
- - - - - - - - - - - - - -
Ημερομηνία: 28 Απριλίου 2026
Εμφανίσεις:
Για τη Δημοκρατία: κα Μ. Φωτιάδου
Για Κατηγορούμενο: κα Κ. Σοφοκλέους
Κατηγορούμενος παρών
[Η διαδικασία διεξάγεται κεκλεισμένων των θυρών]
Π Ο Ι Ν Η
(Η κυκλοφορία της απόφασης υπόκειται σε περιορισμό. Το πρωτότυπο θα παραμείνει στο φάκελο. Θα κυκλοφορήσει κείμενο της απόφασης χωρίς ονομασίες προσώπων, τόπων και άλλων στοιχείων που ενδέχεται να οδηγήσουν σε αποκάλυψη προσώπων. Η πιο πάνω πρόνοια σκοπό έχει την προστασία προσώπου που κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν ανήλικο.)
Ο Κατηγορούμενος, ηλικίας 53 περίπου ετών, κατόπιν δικής του παραδοχής κρίθηκε ένοχος, μεταξύ άλλων, σε κατηγορίες σεξουαλικής εκμετάλλευσης και κακοποίησης παιδιού κατά παράβαση των άρθρων 2, 10 και 16 του περί της Καταπολέμησης της Εμπορίας και Εκμετάλλευσης Προσώπων και της Προστασίας των Θυμάτων Νόμου του 2007 (Ν. 87(Ι)/2007) («ο Νόμος 87(Ι)/2007»), των άρθρων 2, 6(4)(α) και 7 του περί της Πρόληψης και της Καταπολέμησης της Σεξουαλικής Κακοποίησης, της Σεξουαλικής Εκμετάλλευσης Παιδιών και της Απεικόνισης Υλικού Σεξουαλικής Κακοποίησης Παιδιών Νόμου του 2014 (Ν.91(Ι)/2014) («ο Νόμος 91(Ι)/2014»), των άρθρων 91Α και 242 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 και των άρθρων 2, 3 και 4 του περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμου Ν. 119(Ι)/2000 («ο Νόμος 119(Ι)/2000»).
Πριν την έναρξη της ακρόασης, ο Κατηγορούμενος παραδέχθηκε τις κατηγορίες 47 μέχρι 49 ενώ εκκρεμούσης της ακροαματικής διαδικασίας και κατόπιν τροποποίησης των λεπτομερειών της κατηγορίας 15, παραδέχθηκε τις κατηγορίες 15 μέχρι 46. Ακολούθως, οι κατηγορίες 1 μέχρι 14 αναστάλθηκαν.
Οι κατηγορίες 15 μέχρι 46 αφορούν στη σεξουαλική εκμετάλλευση και κακοποίηση της ανήλικης, κατά τον χρόνο διάπραξης των αδικημάτων, θυγατέρας της συζύγου του, γεννηθείσας στις 14.10.1998. Οι εν λόγω πράξεις του Κατηγορούμενου καλύπτουν χρονική περίοδο πέντε ετών περίπου, μεταξύ των ετών 2010 και 2015. Το έτος 2010 η παραπονούμενη ήταν ηλικίας 11 και ο Κατηγορούμενος ο οποίο γεννήθηκε στις 26.12.1973 ήταν 37 ετών. Οι σεξουαλικές πράξεις μεταξύ Κατηγορούμενου και παραπονούμενης συνεχίστηκαν και μετά την ενηλικίωση της, μέχρι και το έτος 2025. Οι κατηγορίες 47 μέχρι 49 αφορούν πράξεις του κατηγορούμενου το έτος 2025, οπότε και επιτέθηκε και απείλησε την παραπονούμενη. Η επίθεση που δέχθηκε η παραπονούμενη το 2025, ήταν η απαρχή της αποκάλυψης των όσων είχαν προηγηθεί εναντίον της και περιγράφονται στα γεγονότα πιο κάτω.
Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των κατηγοριών ο Κατηγορούμενος:
(α) Σε άγνωστη ημερομηνία μεταξύ της 1.1.2010 και 31.12.2010, στη Λεμεσό, εκμεταλλεύτηκε σεξουαλικά την ανήλικη τότε παραπονούμενη, καταχρώμενος τη θέση εξουσίας και επιρροής που είχε επάνω της, δηλαδή αυνανιζόταν ενώ έγλυφε το γεννητικό όργανο της ανήλικης (15η Κατηγορία)∙
(β) Σε άγνωστες ημερομηνίες μεταξύ της 1.1.2011 και 31.12.2011, στη Λεμεσό, εκμεταλλεύτηκε σεξουαλικά την ανήλικη τότε παραπονούμενη, καταχρώμενος τη θέση εξουσίας και επιρροής που είχε επάνω της, δηλαδή διείσδυσε το πέος του στο γεννητικό όργανο της ανήλικης, σε τρεις χωριστές περιπτώσεις (16η, 17η και 18η Κατηγορία)∙
(γ) Σε άγνωστες ημερομηνίες μεταξύ της 1.1.2011 και 31.12.2011, στη Λεμεσό, εκμεταλλεύτηκε σεξουαλικά την ανήλικη τότε παραπονούμενη, καταχρώμενος τη θέση εξουσίας και επιρροής που είχε επάνω της, δηλαδή έβαλε την ανήλικη να του κάνει στοματικό έρωτα σε τρεις χωριστές περιπτώσεις (19η, 20η και 21η Κατηγορία)∙
(δ) Σε άγνωστες ημερομηνίες μεταξύ της 1.1.2012 και 31.12.2012, στη Λεμεσό, εκμεταλλεύτηκε σεξουαλικά την ανήλικη τότε παραπονούμενη καταχρώμενος τη θέση εξουσίας και επιρροής που είχε επάνω της, δηλαδή διείσδυσε το πέος του στον πρωκτό της ανήλικης σε τρεις χωριστές περιπτώσεις (22η, 23η και 24η Κατηγορία)∙
(ε) Σε άγνωστες ημερομηνίες μεταξύ της 1.1.2012 και 31.12.2012, στη Λεμεσό, εκμεταλλεύτηκε σεξουαλικά την ανήλικη τότε παραπονούμενη καταχρώμενος τη θέση εξουσίας και επιρροής που είχε επάνω της, δηλαδή διείσδυσε το πέος του στο γεννητικό όργανο της ανήλικης, σε τρεις χωριστές περιπτώσεις (25η, 26η και 27η Κατηγορία)∙
(στ) Σε άγνωστες ημερομηνίες μεταξύ της 1.1.2012 και 31.12.2012, στη Λεμεσό, εκμεταλλεύτηκε σεξουαλικά την ανήλικη τότε παραπονούμενη, καταχρώμενος τη θέση εξουσίας και επιρροής που είχε επάνω της, δηλαδή έβαλε την ανήλικη να του κάνει στοματικό έρωτα σε τρεις χωριστές περιπτώσεις (28η, 29η και 30η Κατηγορία)∙
(ζ) Σε άγνωστες ημερομηνίες μεταξύ της 1.1.2013 και 31.12.2013 στη Λεμεσό, εκμεταλλεύτηκε σεξουαλικά την ανήλικη τότε παραπονούμενη, καταχρώμενος τη θέση εξουσίας και επιρροής που είχε επάνω της, δηλαδή διείσδυσε το πέος του στο γεννητικό όργανο της ανήλικης, σε δύο χωριστές περιπτώσεις (31η και 32η Κατηγορία)∙
(η) Σε άγνωστες ημερομηνίες μεταξύ της 1.1.2013 και 31.12.2013 στη Λεμεσό, εκμεταλλεύτηκε σεξουαλικά την ανήλικη τότε παραπονούμενη, καταχρώμενος τη θέση εξουσίας και επιρροής που είχε επάνω της, δηλαδή διείσδυσε το πέος του στον πρωκτό της ανήλικης, σε δύο χωριστές περιπτώσεις (33η και 34η Κατηγορία)∙
(θ) Σε άγνωστες ημερομηνίες μεταξύ της 1.1.2014 και 3.7.2014, στη Λεμεσό, εκμεταλλεύτηκε σεξουαλικά την παραπονούμενη, καταχρώμενος τη θέση εξουσίας και επιρροής που είχε επάνω της, δηλαδή διείσδυσε το πέος του στο γεννητικό όργανο της ανήλικης, σε δύο χωριστές περιπτώσεις (35η και 36η Κατηγορία). Το ίδιο έπραξε και μεταξύ των ημερομηνιών 4.7.2014 και 13.12.2014, σε δύο άλλες χωριστές περιπτώσεις (39η και 40η Κατηγορία)∙
(ι) Σε άγνωστες ημερομηνίες μεταξύ της 1.1.2014 και 3.7.2014, στη Λεμεσό, εκμεταλλεύτηκε σεξουαλικά την ανήλικη τότε παραπονούμενη, καταχρώμενος τη θέση εξουσίας και επιρροής που είχε επάνω της, δηλαδή διείσδυσε το πέος του στον πρωκτό της ανήλικης, σε δύο χωριστές περιπτώσεις (37η και 38η Κατηγορία). Το ίδιο έπραξε και μεταξύ των ημερομηνιών 4.7.2014 και 31.12.2014, σε δύο άλλες χωριστές περιπτώσεις (41η και 42η Κατηγορία)∙
(κ) Σε άγνωστες ημερομηνίες μεταξύ της 1.1.2015 και 13.10.2015, στη Λεμεσό, εκμεταλλεύτηκε σεξουαλικά την ανήλικη τότε παραπονούμενη, καταχρώμενος τη θέση εξουσίας και επιρροής που είχε επάνω της, δηλαδή διείσδυσε το πέος του στο γεννητικό όργανο της ανήλικης, σε δύο χωριστές περιπτώσεις (43η και 44η Κατηγορία)∙
(λ) Σε άγνωστες ημερομηνίες μεταξύ της 1.1.2015 και 13.10.2015, στη Λεμεσό, εκμεταλλεύτηκε σεξουαλικά την ανήλικη τότε παραπονούμενη, καταχρώμενος τη θέση εξουσίας και επιρροής που είχε επάνω της, δηλαδή διείσδυσε το πέος του στον πρωκτό της ανήλικης, σε δύο χωριστές περιπτώσεις (45η και 46η Κατηγορία)∙
(μ) Στις 20.4.2025 παράνομα επιτέθηκε στην παραπονούμενη, δηλαδή την κτύπησε στο πρόσωπο, την άρπαξε από τον λαιμό και την έγδαρε, κατά παράβαση του άρθρου 242 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 και του περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμου Ν. 119(Ι)/2000 (47η Κατηγορία)∙ και
(ν) Την 21.4.2025 παράνομα επιτέθηκε στην παραπονούμενη, δηλαδή την τράβηξε από τα μαλλιά, την χαστούκισε και την χτύπησε στο κεφάλι, κατά παράβαση του άρθρου 242 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 και του περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμου Ν. 119(Ι)/2000 (48η Κατηγορία). Την ίδια ημερομηνία, την απείλησε με παράνομη πράξη προκαλώντας της ανησυχία, ήτοι της είπε ‘αν έρθετε το βράδυ πίσω στο σπίτι θα βάλω φωτιά και θα πετάξω τα ρούχα στα σκουπίδια για να μην έχετε να φορέσετε ούτε σώβρακο, κατά παράβαση του άρθρου 91Α του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (49η Κατηγορία).
Σημειώνεται ότι οι κατηγορίες 15 μέχρι 38 οι οποίες καλύπτουν τη χρονική περίοδο από την 1.1.2010 μέχρι 3.7.2014, αφορούν σεξουαλικά αδικήματα δυνάμει του Νόμου 87(Ι)/2007 και δη παραβίαση των άρθρων 2, 10 και 16 του Νόμου αυτού. Οι κατηγορίες 39 μέχρι 46, οι οποίες καλύπτουν τη χρονική περίοδο από 4.7.2014 μέχρι 13.10.2015, αφορούν σεξουαλικά αδικήματα δυνάμει του Νόμου 91(Ι)/2014 και δη των άρθρων 2, 6(4)(α) του Νόμου αυτού.
Τα γεγονότα που έχουν εκτεθεί από την Κατηγορούσα Αρχή και δεν έχουν αμφισβητηθεί από την υπεράσπιση, παρατίθενται αυτολεξεί:
«1. Η (…) (εφεξής παραπονούμενη) είναι ηλικίας 27 ετών και κατά τον επίδικο χρόνο διέμενε σε οικία στην Επαρχία Λεμεσού μαζί με τη μητέρα της (…), τον πατριό της (…) (εφεξής κατηγορούμενος) και τον αδερφό της (…).
2. Η παραπονούμενη γνώρισε τον κατηγορούμενο περί το έτος 2005 όταν αυτός παντρεύτηκε τη μητέρα της και εγκαταστάθηκε μαζί τους στην οικία τους στη Λεμεσό. Η μητέρα της παραπονούμενης καθόλους τους επίδικους χρόνους μέχρι και σήμερα δουλεύει σε γηροκομείο ως φροντίστρια και εκτελεί βάρδιες, με ωράριο 19:00 – 07:40 της επόμενης μέρας, απουσιάζοντας έτσι αρκετές ώρες από το σπίτι.
3. Σε άγνωστη ημερομηνία του έτους 2010 η παραπονούμενη βρισκόταν μόνη της στην οικία της μαζί με τον κατηγορούμενο και κάθονταν στον καναπέ. Ο κατηγορούμενος καταχρώμενος τη θέση εξουσίας και επιρροής που είχε επάνω της αφού της αφέρεσε τα ρούχα της, έγλειψε το γεννητικό όργανο της παραπονούμενης ρωτώντας την αν της αρέσει ενώ ταυτόχρονα αυνανιζόταν και εκσπερμάτωσε πάνω στο σώμα της. Ο κατηγορούμενος της ανέφερε ότι για να ολοκληρώσουν έπρεπε να δει περίοδο και η παραπονούμενη συμφώνησε.
4. Σε άγνωστη ημερομηνία του έτους 2011, και όταν η παραπονούμενη ήταν 13 ετών βρισκόταν μόνη στο σπίτι με τον κατηγορούμενο. Αυτός την ρώτησε αν ήθελε να της σπάσει την παρθενιά της και η παραπονούμενη του είπε ναι. Τότε ο κατηγορούμενος έφερε μια πετσέτα, την άπλωσε στον καναπέ, έβγαλε τα ρούχα της παραπονούμενης και της είπε να ξαπλώσει στον καναπέ πάνω στην πετσέτα. Η παραπονούμενη ξάπλωσε ανάσκελα και ο κατηγορούμενος άρχισε να την φιλά. Στη συνέχεια έγλειψε το στήθος της και το γεννητικό της όργανο. Ακολούθως ο κατηγορούμενος σήκωσε τα πόδια της παραπονούμενης και διείσδυσε το πέος του στο γεννητικό όργανο της ανήλικης καταχρώμενος τη θέση εξουσίας και επιρροής που είχε επάνω της. Η παραπονούμενη καθ’ όλη τη διάρκεια πονούσε και έκλαιγε. Ο κατηγορούμενος τη ρώτησε γιατί έκλαιγε και εκείνη του απάντησε ότι ήταν πόνος αλλά και δάκρυα χαράς ταυτόχρονα.
5. Ακολούθως, ο κατηγορούμενος ζήτησε από την παραπονούμενη να πάνε στο υπνοδωμάτιο του. Και πάλι τοποθέτησε πάνω στο κρεβάτι πετσέτα, φόρεσε προφυλακτικό και ως της ανέφερε για προστασία δική της και διείσδυσε ξανά το πέος του στο γεννητικό όργανο της ανήλικης με την παραπονούμενη να του λέει ότι πονάει και εκείνος να της λέει ότι πάντα έτσι είναι την πρώτη φόρα, μέχρι να ‘ανοίξει καλά’.
6. Όταν ο κατηγορούμενος εκσπερμάτωσε η παραπονούμενη ξεκίνησε να βγάζει αίμα από τον κόλπο της και τότε ο κατηγορούμενος της έδωσε χαρτί να σκουπιστεί. Η παραπονούμενη στη συνέχεια ξάπλωσε μαζί με τον κατηγορούμενο ο οποίος ξεκίνησε να τη ρωτά αν της άρεσε και πώς ένιωσε.
7. Στη συνέχεια και μέχρι την ενηλικίωση της παραπονούμενης (14.10.2015), ο κατηγορούμενος συνέχισε να εκμεταλλεύεται σεξουαλικά την παραπονούμενη καταχρώμενος τη θέση εξουσίας και επιρροής που είχε επάνω της, έχοντας ολοκληρωμένες σεξουαλικές επαφές μαζί της σε εβδομαδιαία βάση και όταν η μητέρα της παραπονούμενης απουσίαζε στην εργασία της.
8. Σε άγνωστη ημερομηνία του έτους 2011,ο κατηγορούμενος καταχρώμενος τη θέση εξουσίας και επιρροής που είχε επάνω στην παραπονούμενη έβαλε την παραπονούμενη να του κάνει στοματικό έρωτα, εξηγώντας της τον τρόπο αφού η παραπονούμενη δεν γνώριζε. Συγκεκριμένα της είπε να βάλει το πέος του στο στόμα της και να το κάνει μπροστά πίσω ενώ ταυτόχρονα της ζητούσε να τον αυνανίσει και η παραπονούμενη το έπραξε.
9. Στη συνέχεια και μέχρι και την ενηλικίωση της παραπονούμενης (14.10.2015), ο κατηγορούμενος συνέχισε να εκμεταλλεύεται σεξουαλικά την παραπονούμενη καταχρώμενος τη θέση εξουσίας και επιρροής που είχε επάνω της βάζοντας την να του κάνει στοματικό έρωτα όποτε ήταν αδιάθετη και δεν μπορούσαν να έχουν κανονική σεξουαλική επαφή.
10. Σε άγνωστη ημερομηνία του έτους 2012 και όταν η παραπονούμενη φοιτούσε στη Δευτέρα τάξη του Γυμνασίου πήγε μαζί με τον κατηγορούμενο βόλτα με το όχημα του στην περιοχή Λέιτις Μάιλ στη Λεμεσό Ο κατηγορούμενος στάθμευσε το όχημα και κάθισε μαζί με την παραπονούμενη στο πίσω κάθισμα και καταχρώμενος τη θέση εξουσίας και επιρροής που είχε επάνω της την έβαλε να του κάνει στοματικό έρωτα. Αφού εκσπερμάτωσε μέσα στο στόμα της την έβαλε να ξαπλώσει ανάσκελα και άρχισε να τη γλύφει σε όλο της το σώμα φτάνοντας μέχρι τα οπίσθια της ενώ της κρατούσε τα πόδια ψηλά. Τότε ο κατηγορούμενος, καταχρώμενος τη θέση εξουσίας και επιρροής που είχε επάνω στην παραπονούμενη διείσδυσε το πέος του στον πρωκτό της. Κατά τη διάρκεια της επαφής η πραπονούμενη πονούσε και εκλαιγε και όταν ρωτήθηκε για τον λόγο του είπε από χαρά.
11. Μετά το πιο πάνω περιστατικό, και μέχρι και την ενηλικίωση της παραπονούμενης (…), ο κατηγορούμενος συνέχισε να εκμεταλλεύεται σεξουαλικά την παραπονούμενη καταχρώμενος τη θέση εξουσίας και επιρροής που είχε επάνω της διεισδύοντας το πέος του στον πρωκτό της σε εβδομαδιαία βάση.
12. Η παραπονούμενη μέχρι και την ενηλικίωση της δεν αποκάλυψε σε κανένα τα πιο πάνω περιστατικά με τον Κατηγορούμενο.
13. Περί τον Νοέμβριο του 2024 η παραπονούμενη σύναψε δεσμό με τον (…) (ΜΚ 2 επί του κατηγορητηρίου) και περί τον Δεκέμβριο του 2024 ο ΜΚ2 μετακόμισε στο σπίτι της παραπονούμενης. Η παραπονούμενη κατά τη διάρκεια που διατηρούσε δεσμό με τον ΜΚ2 συνέχισε να έχει σεξουαλικές επαφές με τον Κατηγορούμενο.
14. Περί τον Απρίλη του 2024 ο κατηγορούμενος ζήτησε από την παραπονούμενη να τοποθετήσει κάμερα στο δωμάτιο της και να τη συνδέσει με εφαρμογή στο κινητό του τηλέφωνο προκειμένου να την παρακολουθεί όταν έρχεται σε σεξουαλική επαφή με τον σύντροφο της.
15. Η παραπονούμενη δέχτηκε και αγόρασε από το διαδίκτυο μία κάμερα σε σχήμα κουκουβάγιας χρώματος μαύρου την οποία σύνδεσε με εφαρμογή που εγκατέστησε στο κινητό τηλέφωνο του κατηγορούμενου και την τοποθέτησε σε έπιπλο απέναντι από το κρεβάτι της. Ακολούθως εξήγησε στον κατηγορούμενο πώς να χρησιμοποιεί τη συγκεκριμένη εφαρμογή για να μπορεί να παρακολουθεί το περιεχόμενο που καταγράφει η κάμερα.
16. Την 20/4/2025 ο Κατηγορούμενος ζήτησε από την παραπονούμενη να κάνει στοματικό έρωτα του συντρόφου της, ΜΚ2, και συνδέθηκε με την εφαρμογή στο κινητό του προκειμένου να τους παρακολουθήσει μέσω της κάμερας που ήταν εγκατεστημένη στο δωμάτιο της παραπονούμεμενης. Η παραπονούμενη δεν το έπραξε και περί τις 23:00 το βράδυ συναντήθηκε με τον κατηγορούμενο στο σαλόνι της οικίας όπου τη ρώτησε γιατί δεν έκανε στοματικό έρωτα στο σύντροφο της. Η παραπονούμενη του απάντησε ότι δεν ήθελε και τότε ο κατηγορούμενος άρχισε να τη φωνάζει ψεύτρα και ότι δεν τήρησε την υπόσχεση της σπρώχνοντας της και ρίχνοντας την στο έδαφος.
17. Ακούγοντας τη φασαρία ξύπνησέ ο ΜΚ2, ο οποίος κοιμόταν στο υπνοδωμάτιο της παραπονούμενης, και πήγε στο σαλόνι όπου συνάντησε την παραπονούμενη και τον κατηγορούμενο να συζητούν έντονα χωρίς να γνωρίζει το λόγο. Ο ΜΚ2 ενοχλημένος από τη φασαρία, έφυγε από το σπίτι, και η παραπονούμενη πήγε στο δωμάτιο της και τηλεφώνησε στο ΜΚ2 ζητώντας του να γυρίσει πίσω στην οικία. Τότε ο κατηγορούμενος της επιτέθηκε παράνομα δηλαδή την άρπαξε από την περιοχή του λαιμού και την έγδαρε κτυπώντας την στο πρόσωπο.
18. Μετά την πάροδο λίγης ώρας ο ΜΚ2 επέστρεψε στην οικία της παραπονούμενης όπου την εντόπισε στην τουαλέτα να κάνει εμετό ενώ ο κατηγορούμενος καθόταν στο σαλόνι πίνοντας μπύρες. Περί τις 3:00-4:00 το πρωί της επόμενης μέρας, ήτοι 21/4/25, η παραπονούμενη, αφού προηγουμένως βρισκόταν στο υπνοδωμάτιο της, ξύπνησε για να πάει τουαλέτα. Τότε είδε ότι ο κατηγορούμενος την πήρε τηλέφωνο και πήγε στο σαλόνι να τον βρει. Ο κατηγορούμενος της είπε ότι ήθελε παρέα και άρχισε να της φωνάζει ότι του είπε ψέματα και δεν έκανε στοματικό έρωτα στον σύντροφο της για να τους βλέπει. Του είπε ότι θα έφευγε και στη συνέχεια της επιτέθηκε παράνομα, δηλαδή την τράβηξε από τα μαλλιά, την χαστούκισε στο πρόσωπο και την χτύπησε δυνατά στο κεφάλι κοντά στο αριστερό μάτι ρίχνοντας την στο έδαφος. Ο ΜΚ2 ο οποίος άκουσε φωνές πήγε στο σαλόνι και είδε την παραπονούμενη πεσμένη στο πάτωμα.
19. Τότε ο ΜΚ2 κατάφερε να σταματήσει τον κατηγορούμενο, μάζεψαν λίγα πράγματα με την παραπονούμενη και αποφάσισαν να φύγουν από την οικία. Προτού ανοίξουν την πόρτα να φύγουν, ο κατηγορούμενος κατέβασε τη φόρμα που φορούσε και δείχνοντας το γεννητικό του όργανο είπε στον ΜΚ2 ‘εγώ πρώτος τη γάμησα’.
20. Περί τις 04:30 της ίδιας ημέρας η αδελφή της ΜΚ3, (…) (ΜΚ4 επί του κατηγορητηρίου) η οποία διέμενε σε οικία κάτω από την οικία που διέμενε η παραπονούμενη και ο κατηγορούμενος, άκουσε φωνές από το σπίτι της αδελφής της και εξήλθε της οικίας της. Μετά την πάροδο δύο λεπτών άνοιξε η πόρτα και ο ΜΚ2 με την παραπονούμενη εξήλθαν από την οικία τους. Η παραπονούμενη έκλαιγε και η ΜΚ4 τους ρώτησε τι έγινε. Τότε ο ΜΚ2 της είπε ότι ο Κατηγορούμενος ‘έκαμεν την άχρηστη.’
21. Η παραπονούμενη και ο ΜΚ2 αφού έφυγαν από την οικία που διέμεναν περιπλανήθηκαν με το αυτοκίνητο του ΜΚ2, σταθμεύοντας εν τέλει κοντά στην εκκλησία της Καρμιώτισσας όπου στηνόταν πανηγύρι στο οποίο θα συμμετείχε και ο θείος του ΜΚ2, (…) (ΜΚ5 επί του κατηγορητηριου) και στο οποίο θα βοηθούσε ο ΜΚ2. Κατά τη διάρκεια της διαδρομής, ο ΜΚ2 ρώτησε την παραπονούμενη αν αληθεύουν αυτά που είπε ο κατηγορούμενος και αν όντως είχαν σεξουαλική επαφή και η παραπονούμενη του παραδέχθηκε πως είναι αλήθεια.
22. Περί τις 11:42 π.μ. της ίδιας ημέρας η παραπονούμενη συνοδευόμενη από τον ΜΚ2 πήγε στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού προκειμένου να τύχει περίθαλψης. Εκεί εξετάστηκε από τον επι καθήκοντι ιατρό, Δρ. (…) (ΜΚ9 επί του κατηγορητηρίου) και διαπιστώθηκε ότι έφερε υποδόριο αιμάτωμα αριστερού υποφρυδίου χώρου μετωπικά, μώλωπες δεξιού ώμου, εκδορές δεξιού υπεκλήδιου χώρου, εκδορές δεξιού οπίσθιου ημιθωράκιου και εκδορά πτερυγίου αριστερού αυτιού. Αφού της παρασχέθηκαν οι πρώτες βοήθειες της δόθηκε εξιτήριο.
23. Την ίδια μέρα ο κατηγορούμενος απέστειλε ηχητικό μήνυμα στο κινητό τηλέφωνο της παραπονούμενης στο οποίο της έλεγε ‘αν δεν έρθετε το βράδυ πίσω στο σπίτι θα βάλω φωτιά και θα πετάξω τα ρούχα στα σκουπίδια για να μην έχετε να φορέσετε ούτε σώβρακο’, προκαλώντας την με αυτόν τον τρόπο ανησυχία.
24. Περί τις 22:00 της ίδιας ημέρας η παραπονούμενη προσήλθε στα γραφεία του ΤΑΕ Λεμεσού προκειμένου να υποβάλει καταγγελία εναντίον του κατηγορουμένου.
25. Την 23/4/2025 ο κατηγορούμενος ζήτησε από τη ΜΚ3 να τον πάρει στον ψυχίατρο Δρ. (…) (ΜΚ 11 επί του κατηγορητηρίου) ο οποίος τον παρακολουθούσε από τις 30/5/23 καθώς παρουσίαζε κρίσεις άγχους. Η ΜΚ3 τον πήγε στο ιατρείο του και εκεί ο κατηγορούμενος ζήτησε από ΜΚ11 να νοσηλευτεί στη ψυχιατρική πτέρυγα. Ο ΜΚ11 έκρινε ορθό όπως ο κατηγορούμενος μεταφερθεί στη ψυχιατρική κλινική του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού για διερεύνηση της συμπεριφοράς του.
26. Ο κατηγορούμενος ακολούθως εξετάστηκε από τον ψυχίατρο Δρ. (…) (ΜΚ 10 επί του κατηγορητηρίου) ο οποίος εργάζεται στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού. Σύμφωνα με την έκθεση που ετοίμασε ημερομηνίας 29/4/24 κατά τη ψυχιατρική εξέταση του κατηγορούμενου δεν ανευρέθηκε ενεργός μείζονα ψυχοπαθολογία συναισθηματικού, αγχώδους ή ψυχωτικού τύπου και κρίθηκε ότι είναι ικανός και κατάλληλος να παρακολουθήσει δικαστική διαδικασία.
27. Την 29/4/2025 και ώρα 12:10 στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού, η Αστ. 1420 συνέλαβε τον κατηγορούμενο δυνάμει δικαστικού εντάλματος σύλληψης και αφού του εξήγησε τους λόγους της σύλληψης του και του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο αυτός απάντησε ‘Παραδέχομαι μόνο ότι τη χτύπησα τα υπόλοιπα είναι ψέματα’.
28. Την ίδια μέρα και μεταξύ των ωρών 15:00 – 17:20 η Αστ. 1420 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο στην παρουσία του δικηγόρου του στην οποία δεν έδωσε οποιαδήποτε απάντηση.
29. Την 24/4/25 πραγματοποιήθηκε συνάντηση με την παραπονούμενη και την κοινωνική λειτουργό (…) (ΜΚ 8 επί του κατηγορητηρίου) η οποία προηγουμένως ενημερώθηκε από την Αστυνομία για υπό διερεύνηση υπόθεση βίας στην οικογένεια με θύμα την παραπονούμενη. Κατά τη διάρκεια της συνάντησης η παραπονούμενη έκλαιγε και ήταν αναστατωμένη και καταβεβλημένη. Παρασχέθηκε στην παραπονούμενη συμβουλευτική υποστήριξη την οποία λαμβάνει μέχρι σήμερα και καθοδηγήθηκε να συνεργαστεί με επαγγελματία ψυχικής υγείας για υποστηρικτικούς σκοπούς.
30. Στις 4/6/25, 18/6/25, 24/6/25, 30/6/25 και 15/7/25 η ειδική ψυχολόγος στις Υπηρεσίες Ψυχικής Υγείας (…) πραγματοποίησε κλινικές συναντήσεις με την παραπονούμενη κατά τις οποίες διεξήχθη ψυχοδιαγνωστική εξέταση και διερευνήθηκε η τρέχουσα κατάσταση της ψυχικής της υγείας. Τα μέσα που χρησιμοποιήθηκαν για την ψυχολογική αξιολόγηση ήταν η ημιδομημένη κλινική συνέντευξη, η κλινική παρατήρηση, οι βραχείες δοκιμασίες ανίχνευσης γνωστικών λειτουργειών όπως και το ερωτηματολόγιο μέτρησης της κατάθλιψης, του άγχους και του στρες.
31. Σύμφωνα με την έκθεση ψυχολογικής αξιολόγησης που ετοιμάστηκε, κατά την εξέταση της τρέχουσας ψυχικής υγείας της παραπονούμενης έγιναν αναφορές στη σεξουαλική κακοποίηση την οποία υπέστη από τον κατηγορούμενο κατά την εφηβεία της, την οποία αντιλαμβανόταν ως αποτέλεσμα της δική της συναίνεσης. Σύμφωνα με την ψυχολόγο, από την περιγραφή της παραπονούμενης ωστόσο προέκυπτε ότι κατά το χρόνο που συνέβησαν οι εν λόγω σεξουαλικές πράξεις βρισκόταν σε ηλικία η οποία δεν επέτρεπε τη συνειδητή και ώριμη συναίνεση καθώς και την πλήρη κατανόηση εκ μέρους της της φύσης και των συνεπειών των πράξεων που περιέγραψε. Όπως προέκυπτε από την αφήγηση της, ο κατηγορούμενος φαίνεται να την είχε προετοιμάσει για τη σεξουαλική πράξη, συνδέοντας την έμμηνο ρύση με την έννοια της ενηλικίωσης.
32. Από τη συνολική αξιολόγηση της παραπονούμενης διαπιστώθηκε η ύπαρξη Διαταραχής Προσαρμογής με Μεικτή Αντίδραση Άγχους και Κατάθλιψης, καθώς στην κλινική της εικόνα κυριαρχούσαν τόσο αγχώδη καταθλιπτικά συμπτώματα επακόλουθα ενός ψυχοπιεστικού γεγονότος ζωής όπως η ίδια το βίωνε, το οποίο είχε θίξει την ακεραιότητα του κοινωνικού ιστού της μέσω της διατάραξης της εμπιστοσύνης σε βασικές οικογενειακές σχέσεις, της αποκάλυψης γεγονότων με έντονη κοινωνική και ηθική φόρτιση, το φόβο επανεμφάνισης απειλής καθώς και την αδυναμία αίσθησης ασφάλειας στην καθημερινότητα της. Ως εκ τούτου έγιναν συστάσεις για παροχή ψυχιατρικής και κλινικής ψυχολογικής φροντίδας στην παραπονούμενη για απάμβλυνση και διαχείριση των προαναφερόμενων συμπτωμάτων. Επισυνάπτεται η έκθεση ψυχολογικής αξιολόγησης της παραπονούμενης ημερ. 13/10/25.»
Η ως άνω αναφερόμενη έκθεση ψυχολογικής αξιολόγησης κατατέθηκε αυτούσια ενώπιον μας, ως μέρος των γεγονότων και σημειώθηκε ως Ένδειξη Α2.
Η ευπαίδευτη συνήγορος υπεράσπισης, προέβηκε σε εμπεριστατωμένη αγόρευση με παραπομπή σε νομολογία, το περιεχόμενο της οποίας μελετήσαμε με προσοχή στα πλαίσια διεκπεραίωσης του έργου μας για επιβολή στον κατηγορούμενο της κατάλληλης ποινής σε ότι αφορά το είδος αλλά και το ύψος της. Συγκεκριμένα η κα Σοφοκλέους κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει προς όφελος του Κατηγορούμενου τους εξής μετριαστικούς παράγοντες: Τις προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις του Κατηγορούμενου, την παραδοχή του σε αρχικό στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας, τη μεταμέλεια και απολογία του ενώπιον του Δικαστηρίου, τη συνεργασία του με τις Αστυνομικές αρχές, το λευκό ποινικό μητρώο του και την παρέλευση μεγάλου χρονικού διαστήματος από τη διάπραξη των αδικημάτων. Αναφορικά με τα περιστατικά διάπραξης των αδικημάτων παραθέτουμε αυτούσια αυτά όσα αναφέρει η ευπαίδευτη συνήγορος του στην αγόρευση της:
«Οι συνθήκες διάπραξης των γεγονότων αυτών πρέπει να ιδωθούν συνολικά από την στάση της Παραπονούμενης. Η παραπονούμενη ήταν αυτή που προσέγγισε τον κατηγορούμενο. Ο Κατηγορούμενος δεν την οδήγησε ούτε της έδειξε ποτέ οποιαδήποτε σεξουαλικής φύσεως συμπεριφορά. Η ίδια η παραπονούμενη, ως η ίδια αναφέρει στην κατάθεση της, προσέγγισε τον Κατηγορούμενο ενώ αυτός κοιμόταν, ξάπλωσε δίπλα του, έπιασε το χέρι του, και προχώρησε μία σεξουαλική πράξη. Η παραπονούμενη από την ηλικία αυτή που αναφέρεται στο Κατηγορητήριο ξεκίνησε την όλη επαφή, προκαλώντας και προσκαλώντας τον κατηγορούμενος σε σεξουαλική σχέση. Από την ηλικία των 12 ετών μέχρι και την ηλικία των 28 ετών (ενόσω είναι σχέση η Παραπονούμενη με άλλο πρόσωπο), συνέχισε να έχει σχέση με τον Κατηγορούμενο. Η αναφορά σε σχέση, δεν ήταν μόνο σεξουαλικής φύσεως αλλά ήταν μία σχέση μεταξύ δύο ατόμων οι οποίοι πήγαιναν βόλτες, έβγαινα έξω, είχαν σεξουαλικές επαφές, αγόραζαν δώρα ο ένας του άλλου. Παρά την αρχική ανηλικότητα της Παραπονούμενης, αυτό δεν ήταν εμπόδιο για την ίδια να θέλει την σεξουαλική σχέση με τον Κατηγορούμενο. Ο δε, Κατηγορούμενος, λανθασμένα, δεν έβαλε φρένο στην όλη κατάσταση. Ο ίδιος παραδέχεται τα λάθη του ενώπιον Δικαστηρίου αλλά δεν παύει να πρέπει να αναφερθούν όλα τα ανωτέρω. Σχετικές επεξηγήσεις θα γίνουν και προφορικά.»
Αναφορικά με το ζήτημα της προσέγγισης και της πρόκλησης εκ μέρους της παραπονούμενης διευκρινίστηκε από την ευπαίδευτη συνήγορο του Κατηγορούμενου ότι οι αναφορές της έγιναν, και συμφώνησε με αυτό η ευπαίδευτη συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής, σε σχέση μόνο με την πρώτη φορά που ξεκίνησε η «επαφή» μεταξύ Κατηγορούμενου και παραπονούμενης όπου η παραπονούμενη πήγε και ξάπλωσε με τον Κατηγορούμενο και τοποθέτησε το χέρι του πάνω στο γεννητικό της όργανο. Προκύπτει από τα γεγονότα της υπόθεσης ότι το περιστατικό αυτό επισυνέβηκε πριν από τα γεγονότα της υπόθεσης που περιγράφονται ανωτέρω, συνεπώς προτού η παραπονούμενη συμπληρώσει το 12ο έτος της ηλικίας της.
Επιπλέον, η ευπαίδευτη συνήγορο του Κατηγορούμενου κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψιν του ως ελαφρυντικό παράγοντα αναφορικά με τις κατηγορίες της επίθεσης το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος ήταν υπό την επήρεια αλκοόλ, όταν κτύπησε την παραπονούμενη (κατηγορίες 47 και 48).
Επίσης, παρέθεσε με λεπτομέρεια τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές συνθήκες του Κατηγορουμένου, θέσεις οι οποίες δεν αμφισβητήθηκαν από την Κατηγορούσα Αρχή. Συγκεκριμένα η κα Σοφοκλέους αναφέρει στην αγόρευση της τα εξής:
«Ο Κατηγορούμενος έχει ηλικία 53 ετών και είναι γεννηθείς την 26/12/1973. Υιοθετούνται πλήρως όσα αναφέρονται στην έκθεση του Γραφείου Ευημερίας. Απλώς για σκοπούς πληρότητας της αγόρευσης μας να αναφέρουμε ότι γεννήθηκε στην Ελλάδα. Είναι το μοναδικό παιδί της οικογένειας του αλλά η ζωή και η πορεία του ήταν ιδιαίτερα δύσκολη με κανένα γονικό πρότυπο. Τόσο η μητέρα του όσο και ο πατέρας τους ήταν απόντες από μικρή ηλικία, ώστε ο κατηγορούμενος να μην έχει καμία ουσιαστικά καθοδήγηση. Ο πατέρας του τον εγκατέλειψε από πολύ μικρή ηλικία χωρίς να έχει οποιαδήποτε νέα για αυτός. Η δε μητέρα του, παρόλο που εργαζόταν στα χωράφια, η ίδια ήταν παντελώς ανίκανη να αναθρέψει τον Κατηγορούμενο. Λόγω προβλήματος με τον αλκοολισμό και άσκηση βίας εις βάρος του Κατηγορούμενου από την μητέρας του, ο Κατηγορούμενος μεταφέρθηκε σε ορφανοτροφείο από την ηλικία των 7,5 ετών. Τελικά η μητέρα του κάηκε μετά από φωτιά που έθεσε στην κατοικία της, όταν ο Κατηγορούμενος ήταν μόλις 23 ετών,
Ο κατηγορούμενος είναι αναλφάβητο με χαμηλό μορφωτικό επίπεδο. Παρόλα αυτά από πολύ νεαρή ηλικία που βρέθηκε στους δρόμους κατάφερε να επιβιώσει. Ποτέ δεν έκλεψε, ποτέ δεν παρανόμησε αλλά δούλεψε σκληρά για να επιβιώσει από τις κακουχίες και τα δύσκολα παιδικά χρόνια. Είναι άνθρωπος που ποτέ δεν αγαπήθηκε, ποτέ δεν είχε οικογενειακή θαλπωρή και ποτέ δεν κατάφερε να δημιουργήσει μία υγιή οικογένεια. Η έλλειψη θαλπωρής και αγάπης τον οδήγησαν σήμερα ενώπιον σας. Παρόλα αυτά, ο Κατηγορούμενος έμαθε να είναι μαχητής, να παλεύει και να εργάζεται στην ζωή του. Κατάφερε να επιβιώσει και στην πορεία να φτιάξει και δική του επιχείρηση.
Συγκεκριμένα το 2001, ήρθε στην Κύπρο για να εργαστεί. Διέμενε στην Λευκωσία και εργάστηκε αρχικά σε οικοδομές. Κατόπιν μετακόμισε στην Λεμεσό και εργάστηκε σε μάντρα αυτοκινήτων, κατόπιν σε πρατήριο βενζίνης ενώ παράλληλα δημιούργησε μία μικρή επιχείρηση φανοποιεία αυτοκινήτου. Η αγάπη του κατηγορούμενου είναι τα αυτοκίνητα και η δουλειά του είναι το βάψιμο αυτοκινήτων. Ο κατηγορούμενος ενόσω βρίσκεται στην Κύπρο σύναψε δύο γάμους. Με τον δεύτερο γάμο απέκτησε ένα παιδί, τον Δημήτρη, το οποίο είναι με ειδικές ανάγκες.
Ο Κατηγορούμενος εδώ και 16 χρόνια, συγκεκριμένα από την γέννηση του γιου του Δημήτρη και των προβλημάτων που προέκυψαν στην οικογένεια αντιμετωπίζει πρόβλημα με τον αλκοολισμό που προσπαθεί μέχρι σήμερα να το σταματήσει.
Οι δύσκολες συνθήκες των παιδικών του χρόνων, η εγκατάλειψη από την οικογένεια του, η αποξένωση και τα προβλήματα βρήκε καταφύγιο στο ποτό. Κανένας δεν τον στήριξε για αυτό. Από την έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, μπορούμε να εκμαιεύσουμε ότι σκιαγραφείται η εικόνα του Κατηγορούμενου, ως πρόσωπο με ιδιαίτερα κοινωνικά και οικογενειακά προβλήματα. Βίωσε στο «πετσί» του την εγκατάλειψη από την οικογένεια του αλλά και βία από μέλη της οικογένειας του πράγμα που τον στιγμάτισαν. Το αλκοόλ αποτέλεσαν και την αιτία της παραβατικής του συμφεριφοράς στην παρούσα που σχετίζεται με τις τελευταίες κατηγορίες της επίθεσης κατά της παραπονούμενης.»
Κατά πάγια νομολογία, η προβλεπόμενη από τον Νόμο ανώτατη ποινή είναι ενδεικτική της έκτασης της σοβαρότητας ενός αδικήματος και αυτό είναι ένα στοιχείο που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής (A.R.R. v. Αστυνομίας Ποιν. Εφ. 20/2022, 30.4.2024, Αστυνομία ν. Πατουρή Ποιν. Έφ. 51/2020, 3.12.2020, Δημοκρατία ν. Κυριάκου κ.α. (1990) 2 ΑΑΔ 264, Souilmi v. Αστυνομίας (1992) 2 Α.Α.Δ. 248 και Γεν. Εισαγγελέας v. Πέτρου (1993) 2 Α.Α.Δ. 9). Όπως τέθηκε στην υπόθεση Λεβέντης v. Αστυνομίας (1999) 2 Α.Α.Δ. 632: «το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από το νόμο είναι η βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή». Ειδικότερα, λαμβάνουμε υπόψιν ότι:
(α) Για το αδίκημα της σεξουαλικής εκμετάλλευσης παιδιών, δυνάμει του άρθρου 10 του Νόμου 87(Ι)/2007 επί του οποίου στηρίζονται οι κατηγορίες 15 μέχρι 38, προνοείται μέγιστη ποινή φυλάκισης 20 ετών.
(β) Για το αδίκημα της σεξουαλικής κακοποίησης παιδιού όταν γίνεται κατάχρηση θέσης εμπιστοσύνης, εξουσίας ή επιρροής επάνω σε παιδί, δυνάμει του άρθρου 6(4)(α) του Νόμου 91(Ι)/2014, επί του οποίο στηρίζονται οι κατηγορίες 39 μέχρι 46, προνοείται μέγιστη ποινή φυλάκισης δια βίου.
(γ) Για το αδίκημα της κοινής επίθεσης κατά παράβαση του άρθρου 242 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 (κατηγορίες 47 και 48), προνοείται ποινή φυλάκισης μέχρι ένα έτος ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις Λ.Κ. 1.000 ή και με τις δύο αυτές ποινές. Σύμφωνα δε με το άρθρο 4(1) του Νόμου 119(Ι)/2000 όταν το αδίκημα της κοινής επίθεσης διαπράττεται από ένα μέλος της οικογένειας σε βάρος άλλου μέλους, όπως εν προκειμένω, αυτό θεωρείται αυξημένης σοβαρότητας και το Δικαστήριο δύναται να επιβάλει αυξημένη ποινή φυλάκισης μέχρι δύο έτη.
(δ) Για το αδίκημα της απειλής, κατά παράβαση του άρθρου 91Α του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, (κατηγορία 49) προνοείται μέγιστη ποινή φυλάκισης 3 ετών.
Σύμφωνα με την νομολογία, όταν τα Δικαστήρια καλούνται να επιβάλουν ποινή, δεν βασίζονται μόνο στην προβλεπόμενη από τον νόμο ποινή, αλλά λαμβάνουν υπόψη και τις προσωπικές συνθήκες ενός κατηγορούμενου, τις περιστάσεις διάπραξης των αδικημάτων, το μέσο που χρησιμοποιήθηκε για τη διενέργεια της εγκληματικής πράξης, τη μορφή και την έκταση της επιλήψιμης συμπεριφοράς, τη συχνότητα διάπραξης τέτοιας παράνομης συμπεριφοράς και τις επιπτώσεις που προκαλούνται στο θύμα, στην κοινωνία, στο ευρύ κοινό και, σε τέτοιες περιπτώσεις, στο ανήλικο θύμα (Ιωσήφ ν. Δημοκρατίας (2012) 2 Α.Α.Δ. 930). Στην υπόθεση Μιχαηλίδης ν. Δημοκρατίας (1991) 2 Α.Α.Δ. 391, στις σελίδες 402 – 403 λέχθηκαν τα εξής σχετικά:
«Σχετικά με τη σοβαρότητα των αδικημάτων θα θέλαμε να παρατηρήσουμε ότι ο χαρακτηρισμός κάποιου αδικήματος ως σοβαρού δεν εξαρτάται αποκλειστικά από το ανώτατο όριο ποινής που ο νόμος προνοεί για τη διάπραξή του. Εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το σύνολο των περιστάσεων που περιβάλλουν τη διάπραξή του και διαγράφουν το μέγεθος της βλάβης και τις εν γένει συνέπειες που η διάπραξή του μπορεί να επιφέρει στην κοινωνία και οι οποίες δυνατόν είτε να υποβιβάζουν ένα αδίκημα για το οποίο προνοείται πολυετής φυλάκιση σε απλή και τυπική παράβαση, είτε να καθιστούν εξαιρετικά σοβαρό ένα αδίκημα για το οποίο δεν προνοείται αυστηρή ποινή υπό μορφή πολυετούς φυλάκισης.»
Ο Νόμος 87(Ι)/2007 επί του οποίου στηρίζονται τα αδικήματα επί των κατηγοριών 15 μέχρι 38, καταργήθηκε με τον Νόμο 91(Ι)/2014, επί του οποίου, ως προαναφέραμε, στηρίζονται τα αδικήματα επί των κατηγοριών 39 μέχρι 46. Στην υπόθεση Αστυνομία ν. Πατουρή Ποιν. Έφ. 51/2020, 3.12.2020 επισημάνθηκε ότι ο Νόμος 19(Ι)/2014 θεσπίστηκε προς εναρμόνιση της ημεδαπής νομοθεσίας με πράξεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης στον συγκεκριμένο τομέα του δικαίου, όπως είναι η Οδηγία 2011/93/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 13ης Δεκεμβρίου 2011, σχετικά με την καταπολέμηση της σεξουαλικής κακοποίηση και εκμετάλλευσης παιδιών. Στην παρ. 12 του προοιμίου της εν λόγω Οδηγίας αναφέρεται ότι για τις σοβαρές μορφές σεξουαλικής κακοποίησης και σεξουαλικής εκμετάλλευσης παιδιών, θα πρέπει να επιβάλλονται αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές ποινές. Στην παρ. 13 αναφέρεται ότι το ανώτατο όριο στερητικής της ελευθερίας ποινής που προβλέπεται στην Οδηγία για τα αδικήματα που καλύπτει, θα πρέπει να εφαρμόζεται τουλάχιστον στις σοβαρότερες μορφές των αδικημάτων αυτών. Είναι εμφανές ότι ο Νόμος 91(1)/2014 αποτελεί ένα αυστηρό εναρμονιστικό νομοθέτημα το οποίο συμβάλλει στην αδιάκοπη προσπάθεια της παγκόσμιας κοινότητας να προστατεύσει τα παιδιά από τη σεξουαλική εκμετάλλευση και κακοποίηση (βλέπε Aebi And Others, Criminal Punishment Around The World, Volumes 1-4, ABC-CLIO, 2010). Η εισαγωγή αυστηρών ποινών στοχεύει ακριβώς στην αναχαίτηση εγκλημάτων σεξουαλικής φύσεως (Γεωργίου v. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση Αρ. 165/2019 ημερ. 20.05.21), ECLI:CY:AD:2021:B195. Αυτό αντανακλάται και από την αύξηση των μέγιστων ποινών φυλάκισης που προβλέπονται από τον Νόμο 19(Ι)/2014, συγκριτικά με τον Νόμο 87(Ι)/2007. Στην V. B. v. Δημοκρατίας κ.ά. Ποιν. Εφ. 151/2023, 152/2023 και 156/2023, 19.9.2025 αναφέρθηκαν τα εξής σχετικά:
«Εν σχέσει με τον καταργηθέντα Νόμο 87(Ι)/2007, υπάρχει σημαντική αύξηση των ποινών (…). Η αυστηροποίηση του ποινικού πλαισίου αποσκοπεί αναμφίβολα στην αποτροπή και αυστηρή τιμωρία των δραστών, δεικνύοντας την περαιτέρω ευαισθητοποίηση της κοινωνίας στην καταπολέμηση των ειδεχθών αυτών αδικημάτων, τα οποία καταρρακώνουν και εξευτελίζουν την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και υπόσταση.»
Επομένως, αδικήματα αυτής της μορφής και φύσης θα πρέπει να αντιμετωπίζονται με αυστηρές και αποτρεπτικές ποινές (Σοφοκλέους ν. Δημοκρατίας (1998) 2 Α.Α.Δ. 259 και Α.Γ.Α. ν. Δημοκρατίας (2006) 2 Α.Α.Δ. 345). Το γεγονός ότι τέτοιου είδους αδικήματα στρέφονται σε βάρος ανηλίκων προσώπων, όπως είναι η υπό κρίση περίπτωση, τα καθιστούν εξαιρετικής σοβαρότητας. Η εκμετάλλευση της νεαρής ηλικίας των θυμάτων από ένα ενήλικο άτομο προκειμένου να ικανοποιήσει τις σεξουαλικές ορέξεις και επιθυμίες του, δεν μπορεί παρά να προκαλεί αποστροφή και αποτροπιασμό στο υπόλοιπο υγιές μέρος της κοινωνίας. Είναι αισθητή η αγωνία της πολιτείας στην συνεχιζόμενη αύξηση κρουσμάτων σεξουαλικής κακοποίησης παιδιών, καθώς επίσης η επισήμανση της ανάγκης επιβολής αυστηρών ποινών έτσι ώστε να αναχαιτιστούν τέτοιου είδους εγκληματικές συμπεριφορές. Αυτές οι παρατηρήσεις καταγράφονται σε διάφορες αποφάσεις του Ανώτατου Δικαστηρίου. Ενδεικτικά στη συνέχεια αναφέρουμε μερικές από αυτές.
Στην Ειρηναίος Χριστοφόρου ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 59/16 ημερομηνίας 23.03.17 λέχθηκαν τα εξής:
«Ο Νόμος περί Πρόληψης και Καταπολέμησης της Σεξουαλικής Κακοποίησης και της Σεξουαλικής Εκμετάλλευσης Παιδιών και της Παιδικής Πορνογραφίας Νόμου του 2014 (Ν.91(Ι)/2014) και ειδικά τα άρθρα 2, 5 και 6(3) έχουν σκοπό την προστασία των παιδιών από συμπεριφορές σεξουαλικής κακοποίησης που έχουν διαφορετικές βέβαια βαθμίδες. Εκείνο όμως που μένει ως σταθερή παράμετρος είναι το ίδιο το θύμα και η ηλικία του, που το κοινωνικό σύνολο θέλει να προστατεύσει, ως ένα πολύτιμο αγαθό. Γι’ αυτό και ο Νόμος είναι ιδιαίτερα αυστηρός στις προβλεπόμενες ποινές.»
Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Ν.Ν., Ποινική Έφεση 69/17 ημερομηνίας 05.12.17, το Εφετείο ανέφερε τα ακόλουθα:
«Σε πρόσφατες αποφάσεις τονίσαμε την ανάγκη όπως οι ποινές σε τέτοιας φύσεως αδικήματα τα οποία στρέφονται εναντίον παιδιών πρέπει να είναι αυστηρές, εφόσον το προστατευόμενο αγαθό είναι ακριβώς τα παιδιά και όσο μικρότερη είναι η ηλικία αυτών, τόσο πιο έντονη είναι η ανάγκη να προστατευθούν, γι΄ αυτό και η διαβάθμιση που προκύπτει από τον ίδιο το νόμο είναι ότι όταν το παιδί - θύμα είναι κάτω των 13 ετών η προνοούμενη ποινή είναι αυτή της ισόβιας φυλάκισης. Αυτό συναρτάται και με την αντίστοιχη αδυναμία του θύματος να προστατευθεί από σεξουαλικές ορέξεις ατόμων ειδικά του φιλικού-οικογενειακού περιβάλλοντος του και την εγγενή δυσκολία έκφρασης παραπόνου ως προς το ανάλογο βίωμα μιας τέτοιας τραυματικής εμπειρίας.»
Στη Ν.Σ. ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 184/15 ημερομηνίας 13.02.18, ECLI:CY:AD:2018:B72, λέχθηκαν, μεταξύ άλλων, τα εξής:
«(…) θα τονίσουμε, όχι απλώς την ανησυχία, αλλά την αγωνία των Δικαστηρίων σε σχέση με την ολοένα αυξανόμενη τάση διάπραξης τέτοιων αδικημάτων, τα οποία έχουν καταστεί δεσπόζοντα. Ό,τι πλήττουν είναι το παιδί και ο ευαίσθητος κόσμος του, αξίες μεγάλης σπουδαιότητας για την κοινωνία, τον άνθρωπο και τον πολιτισμό. Η αδιαμφισβήτητη αναγνώριση τέτοιας σπουδαιότητας αντανακλάται στη θέσπιση αυστηρότερων ποινών δια του Ν. 91(Ι)/2014, ως εκδήλωση της ανησυχίας της κοινωνίας και της αποφασιστικότητας της έννομης τάξης για αντιμετώπιση τέτοιων απαράδεκτων, από κάθε άποψη, συμπεριφορών. Όσο δε νεαρότερο είναι ένα παιδί, εξ αντικειμένου, το αδίκημα καθίσταται σοβαρότερο.»
Στην Ειρηναίος Γεωργίου ν. Δημοκρατία Ποιν. Εφ. 61/2020 σχ. με 64/2020, 14.7.2022, λέχθηκε ότι:
«(…) τα Δικαστήρια θα πρέπει να επιβάλλουν αυστηρές ποινές που να ενέχουν το στοιχείο της αποτροπής σε αδικήματα βιασμού και σεξουαλικής κακοποίησης παιδιού, ιδιαίτερα όταν διαπράττονται σε βάρος νεαρών και ανυπεράσπιστων ατόμων, αφού τα σεξουαλικά αδικήματα, ως εκ της φύσεως τους, μειώνουν και καταρρακώνουν την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, εξευτελίζοντας την ανθρώπινη υπόσταση του θύματος, στιγματίζοντας πολλές φορές ακατάλυτα και κατά τρόπο απρόβλεπτο τη ζωή του (βλ. Albu Mihalta v. Δημοκρατίας (2014) 2 (Β) ΑΑΔ, 764 και Ν.Σ. ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 184/2015 ημερομηνίας 13/2/2018), ECLI:CY:AD:2018:B72 (…).
Τα παιδιά, που αποτελούν τη βάση της κοινωνίας αλλά και το μέλλον της, θα πρέπει να προστατευθούν. (βλ. Ειρηναίος Χριστοφόρου ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 59/2016, ημερομηνίας 23.3.2017). Το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Αστυνομία ν. Πατουρή, Ποινική Έφεση 51/2020, ημερομηνίας 3.12.2020 είναι σχετικό:
‘Εμφανώς, η προστασία του παιδιού αναγνωρίζεται από το διεθνές και ημεδαπό δίκαιο ως κοινωνική ανάγκη, πηγάζουσα εκ της εγγενούς φύσεώς του. Στο προοίμιο της Σύμβασης περί των Δικαιωμάτων του Παιδιού, κυρωθείσας με τον ομώνυμο Νόμο του 1990, (Ν. 243/1990), αναφέρεται, συναφώς ότι: ‘..., όπως υποδεικνύεται στη Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Παιδιού, ‘το παιδί, λόγω της σωματικής και διανοητικής του ανωριμότητας, χρειάζεται ειδική προστασία και φροντίδα, συμπεριλαμβανομένης και της κατάλληλης νομικής προστασίας, τόσο πριν όσο και μετά τη γέννησή του.’ Στο επίπεδο, ειδικά, της Ευρωπαϊκής ΄Ενωσης, εκτιμάται, στην αιτιολογική σκέψη 12 της Οδηγίας, πως:-
‘Για τις σοβαρές μορφές σεξουαλικής κακοποίησης και σεξουαλικής εκμετάλλευσης παιδιών θα πρέπει να επιβάλλονται αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές ποινές.’»
Ανάλογη είναι και η προσέγγιση της νομολογίας αναφορικά με το αδίκημα του άρθρου 10 του Νόμου 87(Ι)/2007, για το οποίο προβλέπεται μέγιστη ποινή φυλάκισης, ως προαναφέραμε, 20 ετών. Στη Δ.Σ.Δ. ν. Αστυνομίας Ποιν. Εφ. 271/2022, 20.12.2023, με παραπομπή στην Λευκαρίτης (ανωτέρω) λέχθηκαν, μεταξύ άλλων τα εξής:
«Το πρωτόδικο Δικαστήριο ορθώς έλαβε υπόψη την ανάγκη επιβολής αυστηρών και αποτρεπτικών ποινών σε τέτοιας φύσης αδικήματα. Η σοβαρότητα του αδικήματος της σεξουαλικής εκμετάλλευσης παιδιού κάτω από το άρθρο 10 του Ν.87(1)/2007 καθορίζεται από το ανώτατο όριο ποινής των είκοσι ετών. Η αυστηρή ποινολογική αντιμετώπιση η οποία επιβάλλεται σε αυτού του είδους τα αδικήματα τα οποία στρέφονται κατά ανηλίκων προσώπων, τονίστηκε σε αριθμό υποθέσεων»
Στη Δ.Σ.Δ. (ανωτέρω) επισημάνθηκε ότι η επιβολή αυστηρότερης ποινής από ό,τι θα επιβαλλόταν κατά τον χρόνο διάπραξης του αδικήματος, ένεκα της έξαρσης σεξουαλικών αδικημάτων κατά ανηλίκων χάριν προστασίας του κοινωνικού συνόλου, δεν παραβιάζει το άρθρο 7(1) της ΕΣΔΑ ούτε το άρθρο 12.1 του Συντάγματος, νοουμένου ότι η ποινή δεν ξεπερνά το μέγιστο της ποινής η οποία θα μπορούσε τότε να επιβληθεί.
Σοβαρά είναι και τα αδικήματα βίας και απειλής που διέπραξε ο Κατηγορούμενος έναντι της παραπονούμενης το έτος 2025 (κατηγορίες 47 μέχρι 49), ως προκύπτει, κατ’ αρχάς, από την μέγιστη προβλεπόμενης ποινής φυλάκισης ως πιο πάνω σημειώσαμε. Σημειώνουμε επίσης εδώ ότι ο Νόμος 119(1)/2000 επιφέρει αύξηση της μέγιστης ποινής φυλάκισης για το αδίκημα της επίθεσης, ως αυτό θεσπίζεται δυνάμει του άρθρο 242 του Ποινικού Κώδικα 154, από το ένα έτος στα δύο έτη. Η αύξηση αυτή καταδεικνύει την αναβάθμιση της σοβαρότητας του εν λόγω αδικήματος, όταν αυτό διαπράττεται από ένα μέλος της οικογένειας έναντι άλλου, όπως ο ίδιος ο νόμος εξάλλου ορίζει. Ειδικότερα, αναφέρεται στο άρθρο 4(1) του Νόμου 119(Ι)/2000, ότι (η έμφαση δοθείσα):
«Όταν τα αδικήματα που αναφέρονται στην πρώτη στήλη του πιο κάτω εδαφίου (2) διαπράττονται από ένα μέλος της οικογένειας σε βάρος άλλου μέλους, αυτά θεωρούνται, για τους σκοπούς του Νόμου αυτού, αυξημένης σοβαρότητας και το Δικαστήριο, στις περιπτώσεις κατά τις οποίες η κατηγορία βασίζεται στα άρθρα του Ποινικού Κώδικα που αναφέρονται στη δεύτερη στήλη του εδαφίου (2) δύναται να επιβάλει τις αυξημένες ποινές που προβλέπονται στην τρίτη στήλη του ίδιου εδαφίου αντί τις ποινές που προβλέπονται στα εν λόγω άρθρα του Ποινικού Κώδικα.»
Η ανωτέρω αύξηση στην ποινή εκφράζει, σύμφωνα με την νομολογία, την αποδοκιμασία του κοινωνικού συνόλου προς τους ενόχους αδικημάτων βίας στην οικογένεια ενώ, παράλληλα επιδιώκεται, μέσω της ποινής, και η εξυπηρέτηση του σκοπού της αποτροπής (Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ζήνωνα Γεωργίου (2001) 2 ΑΑΔ 272). Στη Θεοχάρους ν. Αστυνομίας (2008) 2 ΑΑΔ 575, λέχθηκαν τα εξής σχετικά:
«Το πρωτόδικο Δικαστήριο, καθοδηγώντας τον εαυτό του, πολύ ορθά τόνισε ότι η σοβαρότητα αυτής της φύσης αδικημάτων έγκειται στο γεγονός ότι η βία στρέφεται ενάντια στην προσωπικότητα, καταρρακώνουν την αξιοπρέπεια του ατόμου και πλήττουν το θεμελιώδες δικαίωμα της σωματικής ακεραιότητας. Η σοβαρότητα της βίας, είναι αυτόδηλη όταν αυτή ασκείται κατά μελών της ίδιας οικογένειας.»
Όπως επίσης χαρακτηριστικά αναφέρεται στην Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ελένης Ιωάννου (2003) 2 ΑΑΔ 534:
«Η χρήση βίας πλήττει όχι μόνο τη σωματική ακεραιότητα του θύματος, αλλά καταρρακώνει την αξιοπρέπειά του (Γενικός Εισαγγελέας ν. Τόκαλλου (2001) 2 A.A.Δ. 95) (…) Η ιδιαίτερη αυστηρότητα με την οποία θα πρέπει να αντιμετωπίζεται η άσκηση βίας σε μέλος της οικογένειας κατηγορουμένου, τονίστηκε και στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Γεωργίου (2001) 2 A.A.Δ. 272. Είναι αδιανόητο κάποιος να κακοποιείται στο οικογενειακό σπίτι που αποτελεί το καταφύγιό του και όπου θα έπρεπε να βρίσκει προστασία και στοργή.»
Ομοίως, στη Γενικός Εισαγγελέας ν. Τόκκαλλου (2001) 2 Α.Α.Δ. 95, στιγματίζεται η χρήση βίας κατά συνανθρώπου και αναφέρεται ότι:
«Η ωμή χρήση βίας είτε ως μέσο επικράτησης, είτε ως μέσο εκδίκησης, είτε ως μέσο τιμωρίας, δεν έχει θέση στην κοινωνία των ανθρώπων. Η εκδήλωσή της πρέπει να τιμωρείται με την αυστηρότητα που επιβάλλει η σοβαρότητα του εγκλήματος και η ανάγκη για τη γενική καταστολή τέτοιας συμπεριφοράς.»
Η σοβαρότητα και η ανησυχητική έξαρση αδικημάτων βίας στην οικογένεια, αποτελούν στοιχείο αναγνώρισης κατ’ επανάληψη από την νομολογία (βλ. Θεοχάρους (ανωτέρω), Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Αναστασίου Α. Γεωργίου (2002) 2 ΑΑΔ 464, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ζήνωνα Γεωργίου (2001) 2 ΑΑΔ 272 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ανδρέα Τόκαλλου (2001) 2 Α.Α.Δ. 95. Στην υπόθεση Αβραάμ v. Αστυνομίας (2005) 2 Α.Α.Δ. 365 τονίστηκε πως η επιβολή ποινής φυλάκισης, ως θέμα αρχής, είναι ορθή σε υποθέσεις βίας στην οικογένεια.
Ως προαναφέραμε, η διάπραξη αδικημάτων της μορφής και φύσης που διέπραξε ο Κατηγορούμενος, παρουσιάζει ανησυχητική έξαρση, με αποτέλεσμα η επιβολή αυστηρών και αποτρεπτικών ποινών να καθίσταται επιβεβλημένη. Γνώση για την αυξητική τάση διάπραξης αδικημάτων αυτής της μορφής και φύσης αντλούμε από τον όγκο και τον αριθμό των υποθέσεων που επιλαμβανόμαστε σχεδόν επί καθημερινής βάσης, αλλά και γενικά, από τον αριθμό των υποθέσεων όμοιας φύσης που κατακλύζουν και απασχολούν τα Δικαστήρια όπως επίσης και από την ίδια την νομολογία.
Στη Λουκά Μιχαήλ ν. Αστυνομίας (1999) 2 Α.Α.Δ. 577 λέχθηκε πως η αυξητική τάση του εγκλήματος θα έχει και την ανάλογη αντιμετώπιση από τα Δικαστήρια, δηλαδή με την ανύψωση των ποινών (βλέπε επίσης Abunazha v. Δημοκρατίας (2009) 2 Α.Α.Δ. 551). Η έννοια της επιβολής αποτρεπτικών ποινών εξηγήθηκε στην υπόθεση Πισκόπου v. Δημοκρατίας (1999) 2 Α.Α.Δ. 342. Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα, το οποίο ομιλεί από μόνο του:
«Η αποτροπή, ως παράγοντας ο οποίος επενεργεί στον καθορισμό της ποινής, έχει δύο παραμέτρους. Η μία έχει ως λόγο την αποτροπή του ίδιου του παραβάτη από την επανάληψη του εγκλήματος ή παρομοίων εγκλημάτων στο μέλλον. Η άλλη αφορά την αποτροπή τρίτων από τη διάπραξη όμοιων ή παρόμοιων εγκλημάτων. Στη δεύτερη περίπτωση, η αποτροπή έχει δύο συνισταμένες: Πρώτο, την αποτροπή η οποία είναι συνυφασμένη με τη σοβαρότητα του εγκλήματος, που αντανακλάται στο απόσπασμα και παρατίθεται στην απόφαση του Κακουργιοδικείου από το σύγγραμμα του Thomas ‘Principles of Sentencing’, και δεύτερο, την αποτροπή ως μέσου για την καταστολή εγκλημάτων που ευρίσκονται σε έξαρση. Στην περίπτωση σοβαρών εγκλημάτων το στοιχείο της αποτροπής είναι αλληλένδετο με τη σοβαρότητα της κατηγορίας εγκλημάτων, στην οποία ανήκει το υπό τιμωρία έγκλημα, και με την εγγενή ανάγκη για την αποτροπή τους.»
Στη Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Γεώργιου Κύρρη Ποιν. Έφ. 70/22, 7.2.2023:
«Το Ανώτατο Δικαστήριο είχε κατ' επανάληψη την ευκαιρία να καταγράψει τη σοβαρότητα των αδικημάτων αυτής της μορφής. Όπως τονίσθηκε στην υπόθεση Λευκαρίτης κ.ά. ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 135/2014 (σχ. με 138/2014), ημερ. 22/11/2016:
‘Σεξουαλικής φύσης αδικήματα τιμωρούνται από τα δικαστήρια με αποτρεπτικές ποινές, σε μια προσπάθεια καταστολής τους, τόσο επειδή στρέφονται και προσβάλλουν τα ήθη γενικά, όσο και επειδή προσβάλλουν και συνθλίβουν την προσωπικότητα των θυμάτων (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Κυριάκου (2008) 2 Α.Α.Δ. 562). Ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, η ποινή μπορεί να είναι ιδιαίτερα αυστηρή. Όταν στρέφονται κατά νεαρών προσώπων, τα οποία δεν έχουν ακόμη ολοκληρωμένη και ορθή αντίληψη για τη σεξουαλική πτυχή της ζωής ούτε σταθερές δυνάμεις αντίστασης, τα αδικήματα αυτά καθίστανται ιδιαίτερα σοβαρά. Δεν πρέπει να μας διαφεύγει ότι, παρόλον που ένα νεαρό θύμα μπορεί, φαινομενικά, να είχε συναινέσει, η συμπεριφορά αυτή μπορεί να του προκαλέσει βλάβη, γι' αυτό ακριβώς ο νομοθέτης προνόησε για το συγκεκριμένο αδίκημα (R. v. Perry [2010] 2 Cr. App. R (S) 98). Βέβαια, και σε αυτές τις περιπτώσεις η εξατομίκευση έχει τη θέση της, αλλά δεν μπορεί να οδηγεί στην εξουδετέρωση της ποινής και του αποτρεπτικού χαρακτήρα της.’
Πιο πρόσφατα στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Σ. Σ., Ποινική Έφεση Αρ. 202/2021, ημερ. 17/3/2022, ECLI:CY:AD:2022:D116, επαναλήφθηκαν τα ακόλουθα:
«Η σοβαρότητα του αδικήματος διαφαίνεται τόσο από την προβλεπόμενη από το Νόμο ποινή, όσο και από την μεγάλη κοινωνική απαξία που χαρακτηρίζει αυτής της φύσεως τα αδικήματα, ιδιαίτερα όταν τα θύματα είναι ανήλικα άτομα. Τέτοια αδικήματα έχουν δυστυχώς καταστεί δεσπόζοντα, με αποτέλεσμα να καθίσταται έτι περαιτέρω αναγκαία η επιβολή αυστηρών ποινών για σκοπούς αποτροπής. Όπως επαναλήφθηκε πρόσφατα στην ΣΛ ν. Δημοκρατίας, Ποιν. ΄Εφ. Αρ. 155/19, 25.2.2021, ECLI:CY:AD:2021:B57, οι ανήλικοι βρίσκονται σε μια κρίσιμη διαδικασία διαμόρφωσης της προσωπικότητας τους και ο περί της Πρόληψης και της Καταπολέμησης της Σεξουαλικής Κακοποίησης, της Σεξουαλικής Εκμετάλλευσης Παιδιών και της Παιδικής Πορνογραφίας Νόμος 91(Ι)/2014, όπως έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα, ακριβώς σκοπό έχει την προστασία τους. Στην υπόθεση Ειρηναίος Χριστοφόρου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. Αρ. 69/16, 23.3.2017, τονίστηκε ότι τα δικαστήρια είναι επιβεβλημένο να προστατεύουν το αγαθό που ο νομοθέτης ευλόγως θέλησε να προστατεύσει, δηλαδή τα παιδιά, παραπέμποντας στην προνοούμενη υπό του Νόμου ποινή.»
Στη Γενικός Εισαγγελέας ν. Σ. Σ. Ποιν. Εφ. 202/2012, 17.3.2022, τονίστηκε πως:
«Η σοβαρότητα του αδικήματος διαφαίνεται τόσο από την προβλεπόμενη από το Νόμο ποινή, όσο και από την μεγάλη κοινωνική απαξία που χαρακτηρίζει αυτής της φύσεως τα αδικήματα, ιδιαίτερα όταν τα θύματα είναι ανήλικα άτομα. Τέτοια αδικήματα έχουν δυστυχώς καταστεί δεσπόζοντα, με αποτέλεσμα να καθίσταται έτι περαιτέρω αναγκαία η επιβολή αυστηρών ποινών για σκοπούς αποτροπής. Όπως επαναλήφθηκε πρόσφατα στην ΣΛ ν. Δημοκρατίας, Ποιν. ΄Εφ. Αρ. 155/19, 25.2.2021, ECLI:CY:AD:2021:B57, οι ανήλικοι βρίσκονται σε μια κρίσιμη διαδικασία διαμόρφωσης της προσωπικότητας τους και ο περί της Πρόληψης και της Καταπολέμησης της Σεξουαλικής Κακοποίησης, της Σεξουαλικής Εκμετάλλευσης Παιδιών και της Παιδικής Πορνογραφίας Νόμος 91(Ι)/2014, όπως έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα, ακριβώς σκοπό έχει την προστασία τους. Στην υπόθεση Ειρηναίος Χριστοφόρου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. Αρ. 69/16, 23.3.2017, τονίστηκε ότι τα δικαστήρια είναι επιβεβλημένο να προστατεύουν το αγαθό που ο νομοθέτης ευλόγως θέλησε να προστατεύσει, δηλαδή τα παιδιά, παραπέμποντας στην προνοούμενη υπό του Νόμου ποινή.»
Ομοίως, στην Κέρκης v. Δημοκρατίας (2010) 2 Α.Α.Δ. 433, λέχθηκε πως:
«Ιδιαίτερα τα αδικήματα ... τα οποία στρέφονται εναντίον παιδιών και αφορούν σε έναν τομέα της ζωής τους, τον οποίο ακόμα αυτά δεν είναι φυσιολογικά και ψυχολογικά έτοιμα να βιώσουν, πρέπει να τιμωρούνται με αποτρεπτικές ποινές, σε μια προσπάθεια καταστολής τους, λόγω και των ψυχολογικών τραυμάτων που, κατά κανόνα, αφήνουν σ΄ αυτά, πάντοτε, βέβαια, σε συνάρτηση με τις περιστάσεις που περιβάλλουν τη διάπραξή τους και το πρόσωπο του δράστη».
Τα πιο πάνω επαναλήφθηκαν και πιο πρόσφατα από το Ανώτατο Δικαστήριο στις υποθέσεις Κρασιάς v. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 278/22, ημερ. 7.4.23, ECLI:CY:AD:2023:B133, και στις Ποινικές Εφ. 136/22 και 140/22, A.N.K. v. Δημοκρατίας, ημερ. 1.8.25.
Συνεπώς, η επιβολή ποινών που ενέχουν το στοιχείο της αποτροπής αποτελεί τη μόνη επιλογή.
Βεβαίως, κάθε υπόθεση κρίνεται ξεχωριστά και η ποινή που επιβάλλεται σε κάθε κατηγορούμενο είναι εξατομικευμένη. Η εξατομίκευση της ποινής «αποτελεί συνθετικό στοιχείο του παρονομαστή της τιμωρίας» (Salaryand ν. Αστυνομίας (2003) 2 Α.Α.Δ. 541). Στα πλαίσια άσκησης της κρίσης για επιλογή του κατάλληλου είδους και ύψους της ποινής που αρμόζει στην κάθε περίπτωση, σταθμίζονται όλοι οι προαναφερόμενοι παράγοντες σε συνδυασμό με τα ελαφρυντικά στοιχεία που παρουσιάστηκαν από την υπεράσπιση, καθώς και εκείνων που πηγάζουν από τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης και τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη, ως προαναφέραμε.
Σημειώνουμε ακόμη ότι κατά πάγια νομολογία, όπου το στοιχείο της αποτροπής αναδύεται ως επιτακτική ανάγκη, οι προσωπικές περιστάσεις ενός κατηγορούμενου καθίστανται δευτερευούσης σημασίας (βλ. πρόσφατες αποφάσεις του Εφετείου στις υποθέσεις A.R.R. v. Αστυνομίας Ποιν. Εφ. 20/2022, 30.4.2024, Τ.Ο. ν. Δημοκρατίας κ.ά. Ποιν. Εφ. 217/2022 και 237/2022, 12.2.2026, Δ. Β. Γ. Κ. ν. Δημοκρατίας Ποιν. Εφ 2/2022, 29.2.2024 και Δ.Σ.Δ. ν. Αστυνομίας Ποιν. Εφ. 271.2022, 20.12.2023). Εκεί δηλαδή που έχουν διαπραχτεί σοβαρής φύσεως αδικήματα που βρίσκονται σε έξαρση και χρήζουν αυστηρής αντιμετώπισης, όπως στην παρούσα περίπτωση, οι προσωπικές συνθήκες των παραβατών διαδραματίζουν περιθωριακό ρόλο στην επιμέτρηση της ποινής, έτσι ώστε να μην εξουδετερώνουν τον αποτρεπτικό χαρακτήρα της ποινής (Xiaojin και άλλος v. Δημοκρατίας (2006) 2 Α.Α.Δ. 104, Ιωάννου άλλως Μουσικός v. Αστυνομίας (1992) 2 ΑΑΔ 286, Κλεοβούλου v. Αστυνομίας (1998) 2 Α.Α.Δ. 57 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Ζαννέτου (2001) 2 Α.Α.Δ. 438). Στη Γ. Α. ν. Δημοκρατίας Ποιν. Έφ. 178/2017, 24.10.2018, ECLI:CY:AD:2018:B457, περίπτωση που αφορούσε σε έντεκα περιπτώσεις σεξουαλικής συμπεριφοράς με παιδί, εκδηλούμενες σε περίοδο ενός έτους, αναφέρθηκε ότι:
«Η σοβαρότητα των αδικημάτων όπως προκύπτει από την προβλεπόμενη ποινή, η μεγάλη κοινωνική απαξία που τα αδικήματα αυτής της φύσης ενέχουν, η ανάγκη αποτροπής που πηγάζει από την απαράδεκτη συχνότητα με την οποία παρουσιάζονται και η μεγάλη σημασία που έχει το αγαθό που ο Νόμος θέλει να προστατεύσει, δηλαδή το παιδί, είναι παράγοντες που καθιστούν τις προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις δευτερεύουσας σημασίας.»
Σχετικό είναι το κάτωθι απόσπασμα από την υπόθεση Robert Cionel Clarson ν. Αστυνομίας Ποιν. Έφ. 38/2022, 27.10.2022, ECLI:CY:AD:2022:B411, το οποίο υιοθετήθηκε στην Δ.Β.Γ.Κ. ν. Δημοκρατίας Ποιν. Εφ 2/2022, 29.2.2024:
«Οι υποθέσεις αυτής της φύσεως και γενικά οι υποθέσεις σεξουαλικών αδικημάτων και μάλιστα με θύματα παιδιά δεν βρίσκονται μόνο σε έξαρση, δεν αποτελούν απλώς αδικήματα που δεσπόζουν στο εγκληματικό στερέωμα της Κύπρου, αλλά έχουν πλέον εξελιχθεί σε πρωτοφανή μάστιγα.
Η κατάσταση αυτή δημιουργεί υποχρέωση στα δικαστήρια για επιβολή ιδιαίτερα αποτρεπτικών και συνεπώς αυστηρών ποινών, με αποτέλεσμα οι προσωπικές περιστάσεις να είναι δευτερεύουσας και η εξατομίκευση της ποινής, όσο επιβεβλημένη κι αν είναι, να μην έχει αποφασιστικό ρόλο.
Ό,τι έχει σημαίνουσα σημασία είναι η προστασία των παιδιών και των θεμελιακών τους δικαιωμάτων από εγκλήματα αυτής της φύσης, τα οποία συνθλίβουν τον ψυχικό τους κόσμο και εξευτελίζουν την προσωπικότητα τους. (…)
Καθοριστική είναι η έντονη ανάγκη αποτροπής και ο τονισμός της αυστηρότητας που απαιτείται σε μια προσπάθεια να αντιμετωπιστεί το έγκλημα αυτής της φύσης. Έγκλημα εναντίον του παιδιού, της κοινωνίας και του πολιτισμού.»
Όπως τονίστηκε, συναφώς, στην υπόθεση Σ.Λ. ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 155/2019, ημερ. 25/2/2021, ECLI:CY:AD:2021:B57 τα Δικαστήρια έχουν ευθύνη, με τις ποινές που επιβάλλουν για τέτοια αδικήματα, στο πλαίσιο πάντα και των ιδιαιτεροτήτων της κάθε υπόθεσης, να συμβάλλουν στην προστασία των παιδιών από τέτοιες απαράδεκτες και ειδεχθείς συμπεριφορές. Η επιβολή επιεικών ποινών για τέτοια αδικήματα και με τέτοιες περιστάσεις διάπραξης θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα τόσο προς την κοινωνία, αλλά και σε κάθε επίδοξο παραβάτη.
Στην S.J.L. ν. Δημοκρατίας Πολ. Εφ 199/21 σχ. με 145/21, 27.10.2022, με παραπομπή στην Γ. Α. ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω) αναφέρθηκε ότι «επιβαλλόταν, συνεπώς, η ποινή, χωρίς να αγνοεί τις περιστάσεις του Εφεσείοντα, να αντανακλά ακριβώς την ανάγκη προστασίας των ανηλίκων από επίδοξους παραβάτες (Χ. ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 59/2016, ημερ. 23/3/2017).» Ομοίως, στην Πατουρή (ανωτέρω) επισημάνθηκε ότι:
«Στο εν λόγω πλαίσιο, με δεδομένη τη διαπιστωνόμενη ανάγκη για ‘ειδική προστασία και φροντίδα’ των παιδιών, ως εκ της εγγενούς φύσεώς τους, σημειώνεται, εξαρχής, ότι ο παράγοντας που αφορά στις προσωπικές περιστάσεις του θύτη, εμφανώς, υποχωρεί αισθητά, κατά τη διεργασία της επιλογής της επιβληθησομένης ποινής.»
Κατ’ ίδιο πλέγμα, στη Σ. Α. Χ. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 71/2020, 28.1.2021, ECLI:CY:AD:2021:B23, τονίστηκε ότι (έμφαση δοθείσα):
«Οι προσωπικές περιστάσεις του Εφεσείοντα καταγράφονται στην απόφαση του Κακουργιοδικείου για την ποινή και λήφθηκαν υπόψη. (…) Σημειώνεται ωστόσο στην απόφαση, και ορθά, ότι στις περιπτώσεις σοβαρών εγκλημάτων, όπως αυτά για τα οποία καταδικάστηκε ο Εφεσείων προέχει η στιβαρή αντιμετώπιση του εγκλήματος και η προσπάθεια καταστολής τους μέσω αποτρεπτικών ποινών (Ρ ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. Αρ.253/2017, ημερ. 28.2.2019), ECLI:CY:AD:2019:B66. Στη Γ.Α.ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. Αρ.178/2017, ημερ. 24.10.2018, ECLI:CY:AD:2018:B457 αναφέρθηκε ότι: ‘η μεγάλη κοινωνική απαξία που τα αδικήματα αυτής της φύσης ενέχουν, η ανάγκη αποτροπής που πηγάζει από την απαράδεκτη συχνότητα με την οποία παρουσιάζονται και η μεγάλη σημασία που έχει το αγαθό που ο Νόμος θέλει να προστατεύσει, δηλαδή το παιδί, είναι παράγοντες που καθιστούν τις προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις δευτερεύουσας σημασίας.’ Επιβαλλόταν συνεπώς η ποινή, χωρίς να αγνοεί τις περιστάσεις του Εφεσείοντα, να αντανακλά ακριβώς την ανάγκη προστασίας των ανηλίκων από επίδοξους παραβάτες (Χριστοφόρου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. Αρ.59/2016, ημερ. 23.3.2017). Ορθά λοιπόν αποδόθηκε καταλυτική σημασία στη φύση του εγκλήματος, τις περιστάσεις διάπραξης του και τις επιπτώσεις στο ανήλικο θύμα.»
Ωστόσο το καθήκον του Δικαστηρίου να λάβει υπόψη και τις προσωπικές περιστάσεις ενός κατηγορούμενου και να εξατομικεύσει την ποινή, δεν ατονεί ακόμη και στις περιπτώσεις όπου έχουν διαπραχτεί σοβαρά αδικήματα (Θεοχάρους v. Αστυνομίας (2008) 2 Α.Α.Δ. 575). Η εξατομίκευση της ποινής δεν πρέπει όμως να εξουδετερώνει τη σοβαρότητα του εγκλήματος και το στοιχείο της αποτροπής (Σωκράτους ν. Δημοκρατίας (1994) 2 Α.Α.Δ.132). Είναι με αυτό το σκεπτικό που θα προσεγγίσουμε τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές συνθήκες του Κατηγορουμένου στην παρούσα υπόθεση, οι οποίες έχουν εκτεθεί πιο πάνω (Μ.Θ. v. Αστυνομίας (2005) 2 Α.Α.Δ. 174).
Επαναλαμβάνουμε ότι κάθε υπόθεση κρίνεται με βάση τα δικά της πραγματικά περιστατικά, ενώ κατά την επιμέτρηση της ποινής απαιτείται εξατομίκευση της, ώστε αυτή να είναι ανάλογη της σοβαρότητας του αδικήματος όπως αυτή αναδύεται και από τα γεγονότα που την περιβάλλουν.
Με βάση τις περιστάσεις διάπραξης των αδικημάτων, τα εγκλήματα που διέπραξε ο Κατηγορούμενος σε βάρος της ανήλικης, μόνο ως ειδεχθή θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν (Γεώργιου Κύρρη, ανωτέρω). Ο Κατηγορούμενος ξεκίνησε τις αποτρόπαιες πράξεις του όταν η ανήλικη ήταν στην τρυφερή ηλικία των 11 – 12 ετών και τις συνέχισε αδιάλειπτα για περίπου 5 έτη καθ΄ όλη την μετέπειτα ανήλικη ζωή της. Όχι μόνο δεν την προστάτευσε ως κανονικά όφειλε ως πατριός της (Τ.Ο. ν. Δημοκρατίας κ.ά. Ποιν. Εφ. 217/2022, 237/2022, 12.2.2026), αλλά, για όλα αυτά τα χρόνια εκμεταλλευόταν την απουσία της μητέρας της ανήλικης από το σπίτι της, η οποία απουσίαζε τα βράδια λόγω της εργασίας της, για να ικανοποιήσει τις ανώμαλες του ορέξεις. Σαφώς ο Κατηγορούμενος εκμεταλλεύτηκε την απρόσκοπτη πρόσβαση που είχε στην ανήλικη μέσα στο ίδιο της το σπίτι, πρόσβαση την οποία είχε λόγω της ιδιότητας του, ως πατριού της και συζύγου της μητέρας της.
Κατά την διάπραξη των σεξουαλικών αδικημάτων, όχι μόνο αποστέρησε από την ανήλικη την πατρική φροντίδα, καθοδήγηση και αγάπη που θα μπορούσε να της είχε προσφέρει, ως πατριός της, αλλά, της αποστέρησε την ίδια της την παιδικότητα. Την καθοδήγησε μεθοδευμένα, μέσα στον οικογενειακό της χώρο, να δημιουργήσει σεξουαλικές σχέσεις μαζί του, τερματίζοντας έτσι βάναυσα την παιδική της αθωότητα, την οποία κάθε παιδί δικαιούται. Ακόμη, της αποστέρησε την ασφάλεια που ο κάθε άνθρωπος δικαιούται να αισθάνεται μέσα στο ίδιο του το σπίτι (Δημοκρατία ν. Hunganu Ποιν. Έφ. 130/2020, 20.7.2021), ECLI:CY:AD:2021:B348 και, ειδικά, το κάθε παιδί, μεγαλώνοντας, στον οικογενειακό του χώρο (S.J.L. v. Δημοκρατίας Ποιν. Εφ. Αρ. 129/2021, σχ. με 145/2021, 27.10.2022, ΧΧΧ Α.Δ. ν. Δημοκρατίας Ποιν. Εφ. 177/2021, 16.3.2022), ECLI:CY:AD:2022:B96. Με τον ίδιο βάναυσο και σκληρό τρόπο, της αποστέρησε την ελευθερία να ανακαλύψει η ίδια, μεγαλώνοντας, τη σεξουαλικότητα της, σύμφωνα με τη δική της βούληση και ρυθμούς που η ίδια θα επέλεγε.
Στα πλαίσια της αρρωστημένης και κακοποιητικής του συμπεριφοράς, προκάλεσε τη ρήξη του παρθενικού υμένα της ανήλικης, σε «συμφωνία» και «προσυνεννόηση» μαζί της ότι αυτό θα έπραττε και απέκτησε πλήρεις σεξουαλικές σχέσεις μαζί της, σε εβδομαδιαία βάση μέχρι και την ενηλικίωσή της οι οποίες συνεχίστηκαν και μετά από αυτή. Συνεπώς, εκμεταλλεύτηκε αδίστακτα, επαναλαμβανόμενα και παρατεταμένα την ευάλωτη θέση της ανήλικης, η οποία ήταν σαφής προς τον ίδιο, τόσο λόγω της ηλικίας της αλλά λόγω και του ότι, ως προαναφέραμε, η μητέρα της απουσίαζε στην εργασία της τα βράδια και το παιδί παρέμενε άνευ προστασίας.
Καθίσταται επίσης σαφές ότι ο Κατηγορούμενος ήταν σε θέση να μεθοδεύσει, όπως και μεθόδευσε την άντληση επιρροής έναντι της ανήλικης. Ερώτησε ένα μικρό παιδί, 12 ετών, εάν του «άρεσε» η σεξουαλική κακοποίηση, επιχειρώντας επιτηδευμένα να παρουσιάσει το αποτρόπαιο συμβάν ως κάτι το απολύτως φυσιολογικό και ασφαλές στα δικά της παιδικά μάτια, αφού αυτό έγινε στο ίδιο της το σπίτι με τον ενήλικα που την πρόσεχε, τον πατριό της, εν τη απουσία της μητέρας της. Σαφώς εκμεταλλεύτηκε πλήρως την αθωότητα της ανήλικης τότε παραπονούμενης αλλά και την οικειότητα που είχε μαζί της. Συνέδεσε την έμμηνο ρήση ενός παιδιού με τις σεξουαλικές επαφές, αναφέροντας της ότι «για να ολοκληρώσουν έπρεπε να δει περίοδο», εξασφαλίζοντας έτσι, τη δήθεν «συμφωνία της». Έτσι, μεθόδευσε και προετοίμασε το έδαφος ώστε να καταφέρει να αποκτήσει πλήρεις σεξουαλικές σχέσεις μαζί της, ένα έτος περίπου, κατόπιν, όταν η παραπονούμενη ήταν μόλις 13 ετών, χωρίς καμία διαμαρτυρία ή αντίσταση από την ίδια. «Συμφώνησε» με το παιδί αυτό, να του «σπάσει» τον παρθενικό της υμένα και ακολούθως, όταν εκείνη πονούσε της επεξήγησε ότι «πάντα έτσι είναι την πρώτη φορά, μέχρι να ανοίξει καλά». Όταν ολοκλήρωσε με την ειδεχθή του πράξη, επιχείρησε να το παρουσιάσει ως και πάλιν κάτι το όμορφο και φυσιολογικό, ρωτώντας την εάν της άρεσε και πώς ένοιωθε.
Είναι σαφές ότι ο Κατηγορούμενος προσπαθούσε να συνδεθεί σεξουαλικά με ένα μικρό παιδί, μέσω διοχέτευσης αισθήματος ασφάλειας και κανονικότητας. Εξίσου εμφανές καθίσταται ότι απώτερος του σκοπός, για όλα τα πιο πάνω, ήταν να καταστήσει την ανήλικη, όπως και την κατέστησε, ως το μέσο, μέσω του οποίου, θα ικανοποιούσε τις αρρωστημένες σεξουαλικές του ορέξεις και επιθυμίες, ανά πάσα στιγμή, μέσα στο σπίτι που ζούσε. Δεν σταμάτησε πουθενά, διδάσκοντας στο παιδί αυτό και την πεολειχία και τη συνουσία από τον πρωκτό. Κατά τους πιο πάνω τρόπους, απέπνιξε κάθε πιθανότητα ανάπτυξης αντανακλαστικών ή μηχανισμού αντίδρασης ή διαμαρτυρίας από μέρους της ανήλικης. Είναι για τον λόγο αυτόν που μπόρεσε να συνεχίσει τις αποτρόπαιες πράξεις του για χρόνια, χωρίς να τίθεται οποιοδήποτε τέλος σε αυτές.
Η συνήγορος του Κατηγορούμενου πρόταξε ότι είναι η ίδια η ανήλικη παραπονούμενη που «προσκάλεσε» και «προκάλεσε» τον Κατηγορούμενο σε σεξουαλικές σχέσεις, από την ηλικία των 12 περίπου ετών, αναφερόμενη όπως διευκρινίστηκε στο πρώτο περιστατικό. Με κάθε σέβας, δεν δυνάμεθα να υιοθετήσουμε και, ομολογουμένως, να παρακολουθήσουμε, μια τέτοια συλλογιστική. Ούτε ο νόμος ούτε η νομολογία αφήνουν περιθώρια για υιοθέτηση προσέγγισης δια της οποίας θα μπορούσε να εξεταστεί η θέση ότι ένα μικρό παιδί προσκαλεί έναν ενήλικα, 37 ετών, σε σεξουαλικές πράξεις, ως γεγονός που άπτεται της ποινής, για σεξουαλικά αδικήματα σε βάρος του παιδιού. Τυχόν υιοθέτηση μιας προσέγγισης όπου θα καθίστατο δυνατή η αξιολόγηση θέσης περί δήθεν «πρόσκλησης» σε σεξουαλική σχέση από το ίδιο το παιδί, θα αναιρούσε ή, κατ’ ελάχιστον, θα έθετε εν αμφιβόλω τον πυρήνα της προστασίας που ο νόμος και η νομολογία αποδίδει σε ανήλικα θύματα σεξουαλικών αδικημάτων. Σχετικά είναι τα όσα λέχθηκαν στην Σ. Λ. ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω) (έμφαση δοθείσα):
«Η γενετήσια ελευθερία είναι έκφανση της προσωπικής ελευθερίας. Κάθε ενήλικο πρόσωπο έχει τη δυνατότητα να τελεί γενετήσιες πράξεις με πρόσωπα που συνειδητά επιλέγει. Οι ανήλικοι βρίσκονται σε μια κρίσιμη διαδικασία διαμόρφωσης της προσωπικότητας τους. Έχουν μειωμένη δυνατότητα αντίληψης των δικαιωμάτων τους και των συνεπειών των πράξεων τους. Κατ΄ επέκταση δεν έχουν την ωριμότητα να επιλέγουν τους ερωτικούς τους συντρόφους ή τα πρόσωπα με τα οποία θα αναπτύξουν σεξουαλικές δραστηριότητες. Ο πιο πάνω Νόμος έχει στο επίκεντρο του την προστασία των παιδιών. Όσοι διαπράττουν αξιόποινες πράξεις εις βάρος των παιδιών, βρίσκονται αντιμέτωποι με αυστηρές ποινές.»
Η έκταση αλλά και η ένταση της επιρροής που ο Κατηγορούμενος κατάφερε να αποκτήσει μέσω των ως άνω μεθοδευμένων ενεργειών έναντι της ανήλικης, είναι αυταπόδεικτη από το γεγονός ότι ακόμη και μετά την ενηλικίωσή της, η παραπονούμενη συνέχισε να διατηρεί σεξουαλική σχέση μαζί του, μέχρι την ηλικία των 28 ετών. Μάλιστα, οι σεξουαλικές τους σχέσεις συνεχίστηκαν, παρά το ότι κατά το έτος 2024 η παραπονούμενη, ενήλικη πλέον, απέκτησε σύντροφο που κατοικούσε στο σπίτι της. Παρά δηλαδή την ενηλικίωση της και την ανεξάρτητη σχέση που συνήψε, η παραπονούμενη δεν κατάφερε να διαφύγει από την επιρροή του Κατηγορούμενου. Εξακολουθούσε να είναι καθηλωμένη απέναντι στις σεξουαλικές του ορέξεις. Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι η παραπονούμενη αποδέχτηκε να τοποθετήσει κάμερα στο υπνοδωμάτιο της, προκειμένου ο Κατηγορούμενος να την παρακολουθεί όταν έρχεται σε σεξουαλική επαφή με τον σύντροφό της. Πώς θα μπορούσε άλλωστε, να απεμπλακεί, αφού από μικρό παιδί διδάχθηκε ότι στη ζωή της θα έπρεπε να έχει σεξουαλικές σχέσεις μαζί με τον Κατηγορούμενο, πατριό της και ότι αυτή ήταν η κανονικότητα και ο φυσιολογικός τρόπος ζωής; Πώς θα μπορούσε η ίδια εξαίφνης να αποκτήσει αντανακλαστικά αντίδρασης ή μηχανισμούς άμυνας, που ουδέποτε ο Κατηγορούμενος με τις μεθοδεύσεις του την άφησε να αποκτήσει, ώστε να διαμαρτυρηθεί ή, έστω, να αντιληφθεί, ότι οι ενέργειες του από το έτος 2010 μέχρι τις 13.10.2015 αποτελούσαν παράνομη και ειδεχθέστατη σε βάρος της συμπεριφορά; Είναι δε σαφές ότι το έναυσμα της αποκάλυψης στην Αστυνομία της ως άνω μακροχρόνιας και ειδεχθούς εγκληματικής συμπεριφοράς του Κατηγορούμενου ήταν το περιστατικό κοινής επίθεσης και απειλής που έλαβε χώρα το έτος 2025 (στο οποίο αφορούν μόνο οι κατηγορίες 47 μέχρι 49) ήτοι, 15 ολόκληρα χρόνια μετά την έναρξη της σεξουαλικής κακοποίησης της παραπονούμενης. Τούτο διότι, με βάση τα γεγονότα, σύμφωνα με την έκθεση της ψυχολογικής αξιολόγησης που διενεργήθηκε το 2025, η παραπονούμενη αντιλαμβανόταν τη σεξουαλική κακοποίηση της «ως αποτέλεσμα της δικής της συναίνεσης.» Αναφέρεται, μάλιστα, εκεί ότι: «Η στάση της απέναντι στα αναφερόμενα γεγονότα, όπως η ίδια την περιέγραψε, εκτιμάται ότι χαρακτηρίζονταν από έλλειψη αναγνώρισης του χαρακτήρα των αναφερόμενων πράξεων, τις οποίες εξακολουθούσε να αντιλαμβάνεται ως αποτέλεσμα δικής της επιλογής εκείνη τη χρονική περίοδο». Τα πιο πάνω καθιστούν, επαναλαμβάνουμε, αυταπόδεικτο το μέγεθος της επιρροής που ο Κατηγορούμενος κατάφερε να αποκτήσει έναντι της ανήλικης και μετέπειτα ενήλικης.
Είναι σαφές από τα ανωτέρω ότι ο Κατηγορούμενος αντιμετώπισε την παραπονούμενη εξ υπαρχής ως κτήμα του. Είναι στο πλαίσιο αυτό που διέπραξε τα αδικήματα των κατηγοριών 47 μέχρι 49. Ενδεικτικό στοιχείο της προσέγγισης του αυτής έναντι της παραπονούμενης, ήταν η τοποθέτηση κάμερας στο υπνοδωμάτιο της παραπονούμενης, ώστε να επιβλέπει τις σεξουαλικές συνευρέσεις της με τον σύντροφο της. Ούτε όμως αυτό ήταν αρκετό για τον Κατηγορούμενο, αφού στη συνέχεια της παραχώρησε συγκεκριμένες οδηγίες (να προβεί σε πεολειχία του συντρόφου της). Όταν η παραπονούμενη δεν συμμορφώθηκε με αυτό που της είχε ζητήσει, ο Κατηγορούμενος την έσπρωξε, την έριξε στο έδαφος, της φώναζε και, ακολούθως, αφού έφυγε ο σύντροφός της από την οικία, την άρπαξε από τη περιοχή του λαιμού και την έγδαρε, κτυπώντας την στο πρόσωπο (σύμφωνα και με τις λεπτομέρειες της 47ης κατηγορίας). Ανάλογη συμπεριφορά έδειξε λίγες ώρες αργότερα, τις πρώτες πρωινές ώρες της επόμενης ημέρας, επαναλαμβάνοντας το παράπονο του ότι του είπε ψέματα και «δεν έκανε στοματικό έρωτα στο σύντροφο της για να τους βλέπει». Όταν η παραπονούμενη του ξεκαθάρισε ότι θα έφευγε της επιτέθηκε εκ νέου, ήτοι, την τράβηξε από τα μαλλιά, τη χαστούκισε και τη χτύπησε στο κεφάλι, σύμφωνα και με τις λεπτομέρειες της 48ης κατηγορίας. Είναι με την παρέμβαση του συντρόφου της, ο οποίος είχε επιστρέψει στην οικία, που σταμάτησε ο Κατηγορούμενος τις ως άνω ενέργειες του. Προτού η παραπονούμενη και ο σύντροφός της αποχωρήσουν από την οικία, ο Κατηγορούμενος, κατέβασε τη φόρμα που φορούσε και δείχνοντας το γεννητικό του όργανο είπε στον σύντροφό της, «εγώ πρώτος τη γάμησα».
Θεωρούμε ότι υπό τις ως άνω συνθήκες, οι επιπτώσεις στον ψυχισμό της ανήλικης είναι αυταπόδεικτες και δεν χρήζουν μαρτυρίας ειδικού (βλ. κατ’ αναλογίαν Manpreet Sing (ανωτέρω), Κυπριανού ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 137/17, ημερ. 26.4.18, ECLI:CY:AD:2018:B197 και Μηνά ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 228/18, ημερ. 16.3.20, ECLI:CY:AD:2020:B102)). Πέραν τούτου, με βάση τα ενώπιον μας γεγονότα και δη την έκθεση ψυχολογικής αξιολόγησης (Ένδειξη Α2) είναι σαφές ότι η παραπονούμενη υπέστη σοβαρά πλήγματα στη ψυχική της υγεία. Αναφέρεται στη σχετική έκθεση ημερ. 13.10.2025, ότι:
«Από την κλινική συνέντευξη, καθώς επίσης και βάσει των αποτελεσμάτων του ερωτηματολογίου μέτρησης της κατάθλιψης, του άγχους και του στρές (DASS) διαπιστώθηκε παρουσία συμτπωματολογίας μεγάλης βαρύτητας και στις τρείς κλίμακες. Η εξεταζόμενη παρουσίασε καταθλιπτική και αγχώδη συμπτωματολογία, όπως μειωμένη διάθεση, χαμηλό αίσθημα αυταξίας, απώλεια ενδιαφέροντος, συναισθήματα θλίψης και απογοήτευσης, όπως επίσης εκδήλωσε συμπτώματα άγχους, αυξημένο αίσθημα ανησυχίας, ευερεθιστότητα, ταχυπαλμία, δυσκολία στην αναπνοή, δυσκολία κατάποσησ, αίσθημα λιποθυμίας, τρέμουλο και ξηρότητα στόματος. Η ίδια συνέδεσε την εμφάνιση και την ένταση της εν λόγω συμπτωματολογίας με την άσκηση σωματικής βίας σε βάρος της από τον σύζυγο της μητέρας της καθώς και με τις συνέπειες που είχε η αποκάλυψη της σχέσης τους στο οικογενειακό περιβάλλον. Ανέφερε επίσης ότι ο τρόπος με τον οποίο τερματίστηκε η σχέση, σε συνδυασμό με το ξυλοδαρμό που περιέγραψε ότι υπέστη και τον διωγμό της από την οικία της, της προκάλεσαν έντονα συναισθήματα απογοήτευσης, λύπης και απώλειας εμπιστοσύνης. Επιπλέον, δήλωσε ότι εξακολουθούσε να βιώνει φόβο και ανησυχία για την προσωπική της ασφάλεια, εκφράζοντας την ανησυχία ότι ο σύζυγος της μητέρας της ενδέχεται να επιχειρήσει να την εκδικηθεί για την εν λόγω καταγγελία είτε μετά την αποφυλάκισή του είτε μέσω τρίτων προσώπων
(….).
Από τη συνολική αξιολόγηση της εξεταζόμενης διαπιστώθηκε η ύπαρξη Διαταραχής Προσαρμογής με Μεικτή Αντίδραση Άγχους και Κατάθλιψης, καθώς στην κλινική της εικόνα κυριαρχούν τόσο αγχώδη και καταθλιπτικά συμπτώματα, επακόλουθα ενός ψυχοπιεστικού γεγονότος ζωής όπως η ίδια το βίωνε, το οποίο έχει θίξει την ακεραιότητα του κοινωνικού ιστού της εξεταζόμενης, μέσω της διατάραξης της εμπιστοσύνης σε βασικές οικογενειακές σχέσεις, της αποκάλυψης γεγονότων με έντονη κοινωνική και ηθική φόρτιση, τον φόβο επανεμφάνισης απειλής καθώς και την αδυναμία αίσθησης ασφάλειας στην καθημερινότητα της. Ως εκ τούτου, συστήνεται η παροχή ψυχιατρικής και κλινικής ψυχολογικής φροντίδας στην εξεταζόμενη, για απάμβλυνση και διαχείριση των προαναφερόμενων συμπτωμάτων.»
Στη υπόθεση Σ. Π. ν. Αστυνομίας, (2014) 2 Α.Α.Δ. 468 λέχθηκε ότι:
«Η αμαύρωση και σπίλωση της παιδικής ψυχικής αθωότητας αποσυνθέτει τον χαρακτήρα του παιδιού σε βαθμό που αποστερείται της φυσιολογικής ζωής.».
Πέραν των ως άνω επιβαρυντικών στοιχείων που συνθέτουν την υπόθεση, επιπρόσθετα ως επιβαρυντικούς παράγοντες λαμβάνουμε υπόψιν τη διαφορά ηλικίας της παραπονούμενης με τον κατηγορούμενο (βλ. Γ. Α. ν. Δημοκρατίας Ποιν. Έφ. 178/2017, 24.10.2018, ECLI:CY:AD:2018:B457, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. ΧΧ Ποιν. Εφ. 36/2017, 14.6.2017, ECLI:CY:AD:2017:B219 και κατ’ αναλογίαν Ν.Σ. ν. Δημοκρατίας Ποιν. Εφ. 184/2015, 13.2.2018), ECLI:CY:AD:2018:B72. Λαμβάνουμε επίσης υπόψιν το παρατεταμένο χρονικό διάστημα που έλαβαν χώρα οι ως άνω αποτρόπαιες πράξεις του κατηγορούμενου (πέντε έτη) καθώς και τη συχνότητα και τη σοβαρότητα αυτών (βλ. Μ. Σ. ν. Δημοκρατίας Ποιν. Εφ. 48/2020, 29.7.2021), ECLI:CY:AD:2021:B367. Λαμβάνουμε υπόψιν το ότι ο Κατηγορούμενος ήταν η πατρική φιγούρα του σπιτιού (XXX A. D. v. Δημοκρατίας Ποιν. Εφ. 177/2021, 16.3.2022), ECLI:CY:AD:2022:B96, σαφώς εκμεταλλευόμενος την ιδιότητα του ως πατριός της (Typye Abed Alkaadir v. Αστυνομίας (2008) 2 ΑΑΔ 279). Σε σχέση με τις κατηγορίες 39 μέχρι 46, λαμβάνουμε υπόψιν ως επιβαρυντικούς παράγοντες τα όσα αναφέρονται στο άρθρο 19(γ) του Νόμου 91(Ι)/2014, ήτοι ότι, τα αδικήματα διαπράχθηκαν από μέλος της οικογένειας του θύματος (τον πατριό της) και πρόσωπο που καταχράστηκε τη θέση εμπιστοσύνης, επιρροής και εξουσίας του, σύμφωνα με τα ενώπιον μας γεγονότα (Τ.Ο. ν. Δημοκρατίας κ.ά. Ποιν. Εφ. 217/2022 και 237/2022, 12.2.2026 και Κ. Ι. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 145/2022, 31.7.2025). Λαμβάνουμε επίσης υπόψιν ότι οι σεξουαλικές πράξεις περιελάβαν επανειλημμένες κολπικές και πρωκτικές συνουσίες και πεολειχία, καθώς και τις επιπτώσεις στην ψυχική της υγεία, ως καταγράφονται στην έκθεση ψυχιατρικής αξιολόγησης, Ένδειξη Α2 (Μ. Σ. ν. Δημοκρατίας Ποιν. Εφ. 48/2020, 29.7.2021), ECLI:CY:AD:2021:B367.
Σε σχέση με τις κατηγορίες 47 μέχρι 49, λαμβάνουμε υπόψιν ως επιβαρυντικούς παράγοντες το κίνητρο της επίθεσης, τη σφοδρότητα των επιθέσεων και της βίας, τις ποικίλες εκφάνσεις τους (χτύπημα στο πρόσωπο, αρπαγή από το λαιμό, γδάρσιμο, τράβηγμα μαλλιών, χαστούκισμα και χτύπημα στο κεφάλι), τη σοβαρότητα του περιεχομένου της απειλής, το γεγονός η συμπεριφορά του Κατηγορούμενου δεν ήταν μόνο παντελώς απρόκλητη αλλά συνδεόταν με τις αιτιάσεις του σεξουαλικού περιεχομένου έναντι της παραπονούμενης, με τις οποίες η ίδια απλώς δεν επιθυμούσε να συμμορφωθεί, καθώς και το παρατεταμένο της συμπεριφοράς του αυτής, ως προκύπτει από τους χρόνους που διέπραξε τα αδικήματα των εν λόγω κατηγοριών. Λαμβάνουμε επίσης υπόψιν τις ψυχικές συνέπειες στην ανήλικη, ως αυτές καταγράφονται στην έκθεση ψυχιατρικής αξιολόγησης, Ένδειξη Α2 οι οποίες σε συνδέονται και με τα επεισόδια αυτά (βλ. Θεοχάρης Θεοχάρους ν. Αστυνομίας (2008) 2 ΑΑΔ 575).
Θα αναφερθούμε στους μετριαστικούς παράγοντες που λαμβάνουμε υπόψη προς όφελος του κατηγορούμενου.
Σε σχέση με τις κατηγορίες 47 με 48, προέβαλε η συνήγορος Υπεράσπισης ότι ο Κατηγορούμενος χτύπησε την παραπονούμενη καθώς βρισκόταν σε κατάσταση μέθης και έχασε τον αυτοέλεγχο του, στοιχείο το οποίο θα πρέπει να ληφθεί υπόψιν ως μετριαστικός παράγοντας. Σχετικά με το ζήτημα είναι τα όσα αναφέρθηκαν στην Yeates κ.ά. ν. Αστυνομίας (2000) 2 ΑΑΔ 320, ως εξής:
«Στη Γενικός Εισαγγελέας ν. Τσιολή (1991) 2 Α.Α.Δ. 194, το Δικαστήριο αναγνώρισε ότι η μέθη μπορεί να προσμετρήσει ως παράγοντας μετριαστικός της ποινής. Το σχετικό απόσπασμα αναφέρει:
‘Με αυτά τα δεδομένα φρονούμε πως η μέθη μπορεί να θεωρηθεί ως ελαφρυντικό στοιχείο, αφού βέβαια εκτιμηθεί μέσα στα υπόλοιπα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης.’ (Απόσπασμα από την απόφαση του Αρτεμίδη, Δ., που έδωσε την απόφαση του Εφετείου.)
Η μέθη, ως παράγοντας μετριαστικός της ποινής, θεωρήθηκε οριακής σημασίας στην προγενέστερη απόφαση Police v. Ioannou (1989) 2 C.L.R. 61. Στη μεταγενέστερη απόφαση του Εφετείου Pernell κ.ά. ν. Δημοκρατίας (1998) 2 Α.Α.Δ. 417, υιοθετείται η προσέγγιση της Τσιολή (ανωτέρω), στη θεώρηση της μέθης ως μετριαστικού παράγοντα. Η σημασία της (μέθης) προσδιορίζεται ως εξής:
‘Στο βαθμό που η μέθη αμβλύνει τον αυτοέλεγχο και η χαλαρότητα που επιφέρει επιδρά στις πράξεις του παραβάτη, μπορεί να προσμετρήσει ως ελαφρυντικός παράγοντας· νοουμένου ότι η κατανάλωση αλκοόλ δεν έχει ως λόγο τη διευκόλυνση της υλοποίησης απόφασης για τη διάπραξη του εγκλήματος.’
Σχετική προς το θέμα της μέθης είναι και η απόφαση στη Φανάρας κ.ά. ν. Δημοκρατίας (1999) 2 Α.Α.Δ. 50.»
Εν προκειμένω, σημειώνουμε ότι η μείωση του αυτοελέγχου του Κατηγορούμενου ήταν το αποτέλεσμα της δικής του εθελούσιας απόφασης να καταναλώσει αλκοόλ (Φαναράς κ.ά. ν. Δημοκρατίας (1999) 2 ΑΑΔ 50) η οποία λήφθηκε με βάση τα ενώπιον μας γεγονότα σε χρόνο που θα παρακολουθούσε τις προσωπικές στιγμές της παραπονούμενης με τον σύντροφο της, από την κάμερα που εγκατέστησε στο υπνοδωμάτιο της. Ο ίδιος επομένως εξέθεσε τον εαυτό του σε περιστάσεις που καθιστούσαν ορατό το ενδεχόμενο να οδηγείτο σε απώλεια του αυτοελέγχου του. Πέραν τούτου, είναι αβίαστα που συνάγεται ότι γενεσιουργός αιτία της οργής του απέναντι στην παραπονούμενη, ήταν η μη συμμόρφωση της με συγκεκριμένες αιτιάσεις του ως προς τον τρόπο που θα έπρεπε να συνευρεθεί σεξουαλικά με τον σύντροφό της και όχι η μέθη υπό την οποία τελούσε, αυτή καθ’ εαυτή. Τούτο διότι, μία ημέρα αφού την χτύπησε, σύμφωνα με τις κατηγορίες 47 και 48, και αφού η ίδια αποχώρησε με τον σύντροφο της από την οικία, της απέστειλε ηχητικό μήνυμα στο κινητό της τηλέφωνο στο οποίο της έλεγε «αν δεν έρθετε το βράδυ πίσω στο σπίτι θα βάλω φωτιά και θα πετάξω τα ρούχα στα σκουπίδια για να μην έχετε να φορέσετε ούτε σώβρακο», διαπράττοντας έτσι το αδίκημα της απειλής (49η κατηγορία). Εξακολουθούσε δηλαδή ακόμη και στην απουσία της να επιδεικνύει ανάλογη οργή και άκρως επιθετική στάση απέναντι της, λόγω μη συμμόρφωσης της με τις αιτιάσεις του. Κατά τον χρόνο που την απείλησε κατά τον ως άνω τρόπο, δεν τέθηκε ενώπιον μας ότι τελούσε υπό κατάσταση μέθης. Υπό τις ως άνω συνθήκες, αποδίδουμε μειωμένη σημασία στο γεγονός της μέθης, ως μετριαστικό παράγοντα, εν σχέσει με τα αδικήματα των κατηγοριών 47 και 48.
Βαρύτητα αποδίδουμε στο λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου. Είναι νομολογημένο ότι ένας αδικοπραγούντας με λευκό ποινικό μητρώο δικαιούται να τύχει της επιείκειας του Δικαστηρίου και στην προκειμένη περίπτωση που ισχύει ο Κατηγορούμενος απολαμβάνει το ευεργέτημα αυτό (Γεωργίου v. Αστυνομίας (1991) 2 Α.Α.Δ. 525, Αριστοδήμου v. Δημοκρατία Ποινική Έφεση 121/2017 ημερ. 21.09.17, ECLI:CY:AD:2017:D311 και Ψωμά ν. Αστυνομίας (1992) 2 ΑΑΔ 40).
Επίσης μεγάλη βαρύτητα αποδίδουμε στην παραδοχή του Κατηγορουμένου. Έχει επανειλημμένα τονιστεί μέσα από τη νομολογία ότι η παραδοχή πρέπει να αμείβεται με σχετική έκπτωση στην ποινή. Αυτό ενθαρρύνει τους αδικοπραγούντες να παραδέχονται ενοχή με αποτέλεσμα να μην σπαταλείται πολύτιμος χρόνος στην εκδίκαση υποθέσεων (Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας (2002) 2 Α.Α.Δ.28 και Βασιλείου ν. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση Αρ. 110/2014, απόφαση ημερ. 15.06.15). Στην υπόθεση Ανδρέας Ανδρέου ν. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση Αρ. 163/2015 ημερ. 11.07.16 τονίστηκε, ανάμεσα σ’ άλλα, ότι «η παραδοχή είναι ο μόνος απτός τρόπος για να ‘μεταφερθεί’ στο Δικαστήριο η μεταμέλεια ενός κατηγορουμένου και γι’ αυτό το λόγο έχει δεσπόζουσα σημασία στην επιμέτρηση της ποινής». Το ίδιο σκεπτικό διατυπώθηκε στη μεταγενέστερη υπόθεση Τράντα v. Αστυνομίας Ποινική Έφεση Αρ. 8/2016 ημερ. 14.11.16.
Η σημασία της παραδοχής σε αυτού του είδους υποθέσεις τονίστηκε και στην απόφαση Η.Ε ν. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση Αρ. 137/18 (σχ. με 50/18) ημερομηνίας 08.04.20. Όπως λέχθηκε από το Εφετείο στην υπόθεση αυτή, η παραδοχή «είναι ο πλέον σημαντικός μετριαστικός παράγοντας κατά την επιμέτρηση της ποινής (Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας (2002) 2 Α.Α.Δ. 28) και δη σε υποθέσεις της εξεταζόμενης φύσεως όπου, με την παραδοχή, αποφεύγεται η ψυχική ταλαιπωρία του θύματος το οποίο με τη μη παραδοχή του δράστη υποβάλλεται σε αντεξέταση και ως εκ τούτου βιώνει εκ δευτέρου τα όσα τραυμάτισαν το σώμα και την ψυχή του.» Στην αξία της παραδοχής σε περιπτώσεις όπως την παρούσα, αναφορά γίνεται και στην υπόθεση Ν.Σ. ν. Δημοκρατίας Ποιν. Εφ. 184/2015, 13.2.2018, ECLI:CY:AD:2018:B72 στην οποίαν λέχθηκε, μεταξύ άλλων, ότι: «Πολλάκις εκφράσαμε την αξία της παραδοχής, ειδικά σε σεξουαλικά αδικήματα, όπου το θύμα δεν υποβάλλεται στη βάσανο της μαρτυρίας, κάτι που εδώ δεν ισχύει.» Ομοίως, στην πρόσφατη απόφαση Manpreet Sing Jayia v. Δημοκρατίας, Πολ. Έφ. 232/22, 29.9.2025, με παραπομπή στις Δ.Α. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 57/2020, 6.10.21, ECLI:CY:AD:2021:B432 και Γ. Χ. ν. Δημοκρατίας, (2015) 2 (Β) Α.Α.Δ. 586, αναφέρθηκε ότι, «η παραδοχή σε αδικήματα σεξουαλικής φύσης δικαιολογεί έκπτωση στην ποινή και για τον επιπλέον λόγο ότι διά της πορείας αυτής τα θύματα δεν βιώνουν ξανά τις τραυματικές εμπειρίες τους». Σχετικές επί του σημείου είναι και οι Γεώργιου Κύρρη (ανωτέρω) και Γ.Α. ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω) και Μ. Σ. ν. Δημοκρατίας Ποιν. Εφ. 48/2020, 29.7.2021, ECLI:CY:AD:2021:B367.
Η παραδοχή του Κατηγορούμενου που έγινε στο αρχικό της ακροαματικής διαδικασίας, προτού καταθέσει η παραπονούμενη γεγονός που συνέβαλε στο να εξοικονομηθεί πολύτιμος δικαστικός χρόνος και να αποφευχθεί η δημιουργία ταλαιπωρίας αλλά και ο ενδεχόμενος ψυχικός τραυματισμός της παραπονούμενης. Συνεπώς, στην παραδοχή του Κατηγορούμενου, αποδίδουμε τη σημασία που της αρμόζει, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα.
Λαμβάνουμε υπόψιν και την απολογία του κατηγορούμενου ενώπιον μας ως έκφραση έμπρακτης μεταμέλειας από μέρους του, η οποία μέσω της αγόρευσης του ευπαιδεύτου συνηγόρου υπεράσπισης ήταν ρητή και χωρίς περιστροφές ή προϋποθέσεις (CCC Laundries (Paphos) Ltd κ.ά. ν. Θεοφάνους (2010) 2 Α.Α.Δ. 288), την οποίαν και προσμετρούμε προς όφελος του.
Καθίσταται από τώρα σαφές πως χωρίς την παραδοχή του Κατηγορούμενου στο Δικαστήριο, την απολογία του ενώπιον μας και γενικότερα την έμπρακτη μεταμέλεια που αυτός επέδειξε δια της παραδοχής και της απολογίας του τα περιθώρια επιείκειας θα ήταν στενά.
Προέβαλε η συνήγορος Υπεράσπισης, ότι θα πρέπει να ληφθεί υπόψιν ως μετριαστικός παράγοντας το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος συνεργάστηκε με τις αστυνομικές αρχές. Με βάση όπως τα ενώπιον μας γεγονότα, κατά την εκτέλεση εντάλματος σύλληψης, απάντησε ότι «παραδέχομαι μόνο ότι τη χτύπησα τα υπόλοιπα είναι ψέματα». Κατά την ανακριτική του κατάθεση, δεν έδωσε οποιαδήποτε απάντηση. Δεν προκύπτει επομένως συνεργασία με τις Αστυνομικές Αρχές, κατά τρόπο που θα μπορούσε να ληφθεί υπόψιν ως μετριαστικός παράγοντας για την επιβολή της ποινής.
Σε σχέση με το ζήτημα της καθυστέρησης από την διάπραξη των αδικημάτων, σημειώνουμε ότι η καθυστέρηση της παραπονούμενης στην υποβολή της καταγγελίας, δεν προσμετρά ως μετριαστικός παράγοντας στην επιβολή ποινής σε υποθέσεις σεξουαλικής κακοποίησης ανηλίκων. Σχετική είναι η Δ.Β.Γ.Κ. ν. Δημοκρατίας Ποιν. Εφ. 3/22, 29.2.2024 όπου λέχθηκαν τα εξής:
«Σε σχέση με το θέμα της καθυστέρησης στην υποβολή της καταγγελίας, τονίζεται ότι βάσει της νομολογίας η καθυστέρηση σε υποθέσεις σεξουαλικής κακοποίησης ανηλίκων δεν προσμετρά ως μετριαστικός παράγοντας στην επιβολή ποινής, σε αντίθεση με άλλης φύσης αδικήματα, λόγω των πολλών ανασταλτικών παραγόντων που συνήθως επενεργούν στον ψυχισμό του ανήλικου θύματος να εξωτερικεύσει την κακοποίηση και να βρει το θάρρος να καταγγείλει τον δράστη. Στη Μιχαήλ ν. Δημοκρατίας (2003) 2 Α.Α.Δ. 123, αναγνωρίστηκε ότι η καθυστέρηση στην καταγγελία σε τέτοιου είδους υποθέσεις αποτελεί κοινοτοπία και είναι πλήρως κατανοητή από τα δικαστήρια (βλ. L.P.B. [1990] 91 Cr. App. R. 359, σελ. 361), το οποίο επαναλαμβάνεται σειρά μεταγενέστερων αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. μεταξύ άλλων, Μηνά ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 228/18, ημερ. 16.3.2020, ECLI:CY:AD:2020:B102, Ε.Α. (ανωτέρω), Γ.Π.Β (ανωτέρω)). Ως συνεπικουρούσα την πιο πάνω άποψη στη Μιχαήλ αναφέρεται η υπόθεση J.W. [2000] 1 Cr. App. R. (S) 234, όπου τα αδικήματα κατά της θυγατέρας του εφεσείοντος ο οποίος στη δίκη ήταν ηλικίας 80 ετών, διαπράχθηκαν προ σαρακονταετίας, όταν αυτή ήταν μεταξύ 11 και 15 ετών.
Όπως επισημάναμε προσφάτως στη Δ.Σ.Δ. ν. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 271/22, ημερ. 20.12.2023, έκτοτε υπάρχει πληθώρα νομολογίας των Αγγλικών Δικαστηρίων αφορώσα υποθέσεις σεξουαλικής κακοποίησης ανηλίκων προσώπων, όπου η ποινή επιβλήθηκε δεκαετίες μετά τη διάπραξη των αδικημάτων, χωρίς καθ' οιονδήποτε τρόπο να μειώνεται η ανάγκη για επιβολή αυστηρής και αποτρεπτικής ποινής. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η υπόθεση John Clark, η οποία συνεξετάζεται στην R v. Forbes & Others [2016] EWCA Crim 1388, (παρ. 80, 81) όπου επικυρώθηκε 20ετής ποινή φυλάκισης επιβληθείσα το 2015, όταν ο Εφεσείων βρισκόταν σε ηλικία 79 ετών, για αδικήματα συστηματικής σεξουαλικής κακοποίησης ανηλίκων παιδιών ηλικίας 7 έως 13 ετών, διαπραχθέντα μεταξύ των ετών 1974-1981, όταν βρισκόταν σε ηλικία 39-46 ετών (δηλαδή 33 - 40 έτη πριν την επιβολή ποινής). Πολλές άλλες ανάλογες υποθέσεις της Αγγλικής νομολογίας αναφέρονται στο σύγγραμμα των Rook & Ward, Sexual Offences Law & Practice, 6η έκδοση (2021), παρ. 30.157 - 30.192 (The Approach to Sentencing in Historic Sexual Offences).»
Στη βάση των ανωτέρω, δεν παρέχεται πεδίο ώστε να δύναται ληφθεί υπόψιν ως μετριαστικός παράγοντας το γεγονός ότι τα αδικήματα των κατηγοριών 15 μέχρι 46 αφορούν περίοδο το 2010 – 2015, όταν η παραπονούμενη ήταν ανήλικη, σύμφωνα με τη σχετική εισήγηση της συνηγόρου της Υπεράσπισης, περί παρέλευσης 16 ετών από την έναρξη της διάπραξης των αδικημάτων μέχρι την καταδίκη του Κατηγορούμενου.
Δεχόμαστε όλες τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές περιστάσεις του Κατηγορουμένου που καταγράφονται στην αγόρευση της συνηγόρου του Κατηγορούμενου, οι οποίες δεν έχουν αμφισβητηθεί από την εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής. Ειδικότερα, λαμβάνουμε υπόψιν τις δυσκολίες που ο Κατηγορούμενος αντιμετώπιζε μεγαλώνοντας, τα δύσκολα παιδικά του χρόνια, το χαμηλό πνευματικό και μορφωτικό του επίπεδο και τον εθισμό του στο αλκοόλ. Οι εν λόγω συνθήκες του κατηγορουμένου, στις οποίες έχουμε ήδη κάνει αναφορά, λαμβάνονται υπόψη, στον βαθμό και στην έκταση που η νομολογία τους αποδίδει, το πνεύμα της οποίας έχουμε εξηγήσει προηγουμένως (Abe v. Δημοκρατίας (2008) 2 Α.Α.Δ. 211 και Χρυσάνθου ν. Δημοκρατίας (2011) 2 Α.Α.Δ. 221). Προσθέτουμε εδώ ότι, ως λέχθηκε στην XXX A.D. v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 177/2021, 16.3.2022, ECLI:CY:AD:2022:B96 (έμφαση δοθείσα):
«Όπως έχει τονισθεί στην υπόθεση Α.Κ. ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 55/2019, ημερ. 12/4/2021, σε αδικήματα στα οποία ο πατέρας ή, στην προκείμενη περίπτωση, εκείνος που έχει τη θέση του πατέρα, αντί να είναι ο προστάτης των ανήλικων τέκνων της συμβίας του, γίνεται ο εφιάλτης τους προκαλώντας τους διάφορα ψυχικά ενοχλήματα, οι προσωπικές περιστάσεις και τα άλλα ελαφρυντικά που εδώ λήφθηκαν υπόψη, δεν μπορούν να έχουν καταλυτική επίδραση στην επιβολή της ποινής.»
Αρκετές αποφάσεις του Εφετείου και του Ανώτατου Δικαστηρίου καταπιάνονται με την επιβολή ποινών για τα αδικήματα της φύσεως που ο Κατηγορούμενος διέπραξε. Θα αναφερθούμε σε ορισμένες από αυτές, γνωρίζοντας ότι οι προηγούμενες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, αναφορικά με τις επιβληθείσες ποινές, είναι ενδεικτικές του μέτρου τιμωρίας συγκεκριμένων εγκλημάτων και των παραμέτρων του καθορισμού της ποινής. Δεν έχουν όμως τον δεσμευτικό χαρακτήρα, που ενέχει ο καθορισμός αρχών δικαίου. Και τούτο, γιατί η ποινή που επιβάλλεται σε κάθε υπόθεση είναι αλληλένδετη με τις ιδιαιτερότητες των γεγονότων που την συνθέτουν και με τις ιδιαιτερότητες των συνθηκών του παραβάτη (Δ. Β. Γ. Κ. ν. Δημοκρατίας Ποιν. Εφ 2/2022, 29.2.2024, A.R.R. v. Αστυνομίας Ποιν. Εφ. 20/2022, 30.4.2024, Χαραλάμπους v. Δημοκρατίας (2000) 2 Α.Α.Δ. 1 και Μιχαήλ v. Δημοκρατίας (2003) 2 Α.Α.Δ. 123. Η όποια αναφορά σε παρόμοιες υποθέσεις γίνεται για να υπάρχει, όσο είναι δυνατό, κοινή προσέγγιση στην αντιμετώπιση των παραβατών (Γρηγορίου ν. Αστυνομίας (1996) 2 Α.Α.Δ. 217). Στην Σάμπη ν. Δημοκρατίας (2012) 2 ΑΑΔ 100, το Εφετείο επανέλαβε ότι:
«… δεν υπάρχει προκαθορισμένο πλαίσιο και ακριβής προσδιορισμός της επιβαλλόμενης ποινής αναλόγως των προηγούμενων αποφάσεων. Η κάθε υπόθεση εξετάζεται στα πλαίσια των ιδιαιτεροτήτων που υπάρχουν και η κρίση της ορθότητας μιας ποινής εάν δηλαδή είναι έκδηλα υπερβολική ή όχι συναρτάται με τα περιστατικά της υπόθεσης, την προβλεπόμενη από τον Νόμο ποινή και τις προσωπικές συνθήκες έκαστου εφεσείοντα, όπου είναι δυνατόν.»
Στη Μ. Σ. ν. Δημοκρατίας Ποιν. Έφ. 48/2020, 29.7.2021, ECLI:CY:AD:2021:B367, ο Εφεσείων κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας βρέθηκε ένοχος σε 61 συνολικά κατηγορίες που αφορούσαν τα αδικήματα σεξουαλικής κακοποίησης παιδιού, βιασμού, διαφθοράς νεαρής γυναίκας και κοινής επίθεσης. Θύμα των αδικημάτων ήταν η ανήλικη Ν.Δ. της οποίας η μητέρα ήταν, κατά τον ουσιώδη χρόνο, συμβία του Εφεσείοντος. Ο Εφεσείων σε διάφορες ημερομηνίες μεταξύ των ετών 2014 - 2018, κακοποιούσε σεξουαλικά την πιο πάνω ανήλικη, εξαναγκάζοντας την με τη χρήση απειλής να συμμετέχει σε σεξουαλικές πράξεις μαζί του, κατά παράβαση των Άρθρων 2, 6(4)(γ)(7) του Νόμου 91(Ι)/2014. Συγκεκριμένα, κατά την πιο πάνω περίοδο, έβαζε το πέος του στον κόλπο και στον πρωκτό της, όπως επίσης και στο στόμα της. Επίσης, σε διάφορες περιπτώσεις ανάγκασε την ανήλικη να παρακολουθεί ταινίες ερωτικού περιεχομένου. Επιπλέον βρέθηκε ένοχος σε οκτώ κατηγορίες που αφορούν το αδίκημα της κοινής επίθεσης. Ειδικότερα, σε οκτώ διαφορετικές περιπτώσεις επιτέθηκε στην ανήλικη κτυπώντας την με τα χέρια και σε κάποιες περιπτώσεις την έπιανε από τα πόδια και την γύριζε ανάποδα. Οι πιο πάνω άνομες πράξεις γίνονταν συστηματικά και συγκεκριμένα κάθε Σαββατοκυρίακο, καθ’ όλο το διάστημα των τεσσάρων ετών που αυτός διέμενε με την ανήλικη και τη μητέρα της. Όλα τα αδικήματα διαπράχθηκαν στην οικία όπου διέμενε η παραπονούμενη και συγκεκριμένα στο υπνοδωμάτιο της. Όταν άρχισε η πιο πάνω σεξουαλική κακοποίηση, κατά τον Οκτώβριο του 2014, η ανήλικη ήταν μόλις 6½ ετών, ενώ όταν τερματίστηκε η εγκληματική συμπεριφορά του Εφεσείοντα κατά τον Οκτώβριο του 2018 ήταν 10½ ετών. Πρωτοδίκως επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης, με μεγαλύτερη αυτή των 27 ετών, η οποία επικυρώθηκε κατ’ έφεση.
Στην υπόθεση Γ. Χ. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 140/2010, 14.9.2015, ο Εφεσείων, κρίθηκε ένοχος κατόπιν ακρόασης, σε δεκαεπτά κατηγορίες για αδικήματα σεξουαλικής φύσης με αποδέκτες τις δύο κόρες του, τα οποία έλαβαν χώρα σε διάφορες ημερομηνίες από το 1998 μέχρι το 2009. Ο Εφεσείων καταδικάστηκε για τρεις άσεμνες επιθέσεις εναντίον της κόρης του Α.Γ. και για άλλες τρεις άσεμνες επιθέσεις εναντίον της κόρης του Χ., για πέντε περιπτώσεις βιασμών και αιμομιξίας και για το αδίκημα διαφθοράς νεαρής γυναίκας κάτω των 13 ετών, με θύμα την Χ. Πρωτοδίκως, επιβλήθηκαν διαδοχικές ποινές φυλάκισης συνολικού ύψους 20 ετών, οι οποίες επικυρώθηκαν κατ’ έφεση.
Στην υπόθεση A.F.K. v. Δημοκρατίας Ποιν. Εφ. 44/2018, 6.12.2019, ECLI:CY:AD:2019:B515, οι κατηγορίες εναντίον του πρώτου κατηγορούμενου αφορούσαν δεκαπέντε διαφορετικές περιπτώσεις παράνομης συνουσίας με την ανήλικη θυγατέρα της συμβίας του και είκοσι τέσσερις περιπτώσεις άσεμνης επίθεσης εναντίον της, οι οποίες αφορούσαν σε φιλιά και γλείψιμο του γεννητικού του οργάνου, ενώ ο ίδιος αυνανιζόταν, τρίψιμο του γεννητικού του οργάνου πάνω της ενώ η ίδια ήταν ξαπλωμένη, εκσπερμάτωση μέσα στο στόμα της, αφού την έβαζε να τον αυνανίσει και ακούμπημα του πέους του στα γεννητικά της όργανα ενώ αυτός τη φιλούσε στο στόμα και στο στήθος. Επιπρόσθετα, την είχε εκθέσει και σε πορνογραφικό υλικό. Τα αδικήματα διαπράχθηκαν σε τακτική βάση μεταξύ Αυγούστου 2013 έως και τις 30/1/2015. Κατά τη διάπραξη των αδικημάτων η παραπονούμενη ήταν ηλικίας 7½ με 9 χρόνων. Επιβλήθηκε πρωτοδίκως συνολική ποινή φυλάκισης 20 ετών, η οποία επικυρώθηκε κατ’ έφεση.
Στη Δ. Β. Γ. Κ. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 3/22, 29.2.2024 ο Εφεσείων καταδικάστηκε κατόπιν ακρόασης σε σωρεία κατηγοριών για σεξουαλικά αδικήματα που διαπράχθηκαν τα έτη 2006 – 2009, εναντίον ανηλίκου, αδελφότεκνου και βαφτιστικού του, τότε ηλικίας 6 μέχρι 9 ετών. Ο Εφεσείων κατά τον εν λόγω χρόνο ήταν σε ηλικία 26 - 29 ετών. Υποχρέωνε τον ανήλικο να του κάνει στοματικό έρωτα και ήρθε κατ’ επανάληψη σε δια βίας συνουσία μαζί του. Καταδικάστηκε επίσης και για αδικήματα που διαπράχτηκαν μεταξύ των ετών 1995 - 1997 κατά δεύτερου ανήλικου, υιός της ετεροθαλούς αδελφής του, τότε ηλικίας 9 - 11 ετών. Ο Εφεσείων, τότε ηλικίας 13,5 – 15,5 ετών, τον υποχρέωσε να του κάνει στοματικό έρωτα και ήλθε σε συνουσία μαζί του. Επιβλήθηκαν πρωτοδίκως συντρέχουσες ποινές φυλάκισης, με ψηλότερη αυτή των 20 ετών, η οποία επικυρώθηκε από το Εφετείο.
Στην Κ. Ι. ν. Δημοκρατίας Ποιν. Εφ. 145/2022, 31.7.2025, ο εφεσείων κρίθηκε ένοχος κατόπιν ακρόασης σε σωρεία κατηγοριών για επανειλημμένες πράξεις πρωκτικής συνουσίας με την ανήλικη, για το ότι ανάγκαζε την ανήλικη να αγγίζει το πέος του και να τον αυνανίζει, ότι προέβαινε σε γλείψιμο του πρωκτού και των γεννητικών της οργάνων, σε πεολειχία και σε ερωτικό γλείψιμο του αυτιού της. Οι πράξεις αυτές εκτείνονταν σε περίοδο από τον Δεκέμβριο του 2020 μέχρι και τον Ιούλιο του 2021 και παραπονούμενη ήταν η ανήλικη εγγονή του Εφεσείοντος, γεννηθείσα το 2009. Πρωτοδίκως επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλακίσεως με ψηλότερες αυτές των 20 ετών. Το Εφετείο, επικυρώνοντας την εν λόγω ποινή φυλάκισης, κατέγραψε τα εξής:
«Το Κακουργοδικείο έλαβε υπόψη το λευκό ποινικό μητρώο του Εφεσείοντα, την ηλικία του, το χαμηλό του μορφωτικό επίπεδο και τις προσωπικές του περιστάσεις. Αφού καθοδηγήθηκε από τη σχετική Νομολογία, επισήμανε ότι ο Εφεσείων αντί να ‘φυλάσσει, προσέχει, επιβλέπει και να φροντίζει την παραπονούμενη και να της φέρνει την χαρά, το χαμόγελο, την ευτυχία και τα πιο πάνω αναφερθέντα συναισθήματα, συνεπικουρούμενα από συμβουλές για προστασία της από ξένους και άγνωστους, έφερε την ανηθικότητα, την καταρράκωση της ψυχής και του σώματος της, την δυστυχία, την βεβήλωση και τον εξευτελισμό της αγνής και ανόθευτης ψυχής και υπόστασης του προσώπου της παραπονούμενης.». Ορθά κατέγραψε ότι η περίπτωση φέρνει στην επιφάνεια μια αρρωστημένη και απεχθή συμπεριφορά η οποία υποσκάπτει τα θεμέλια της οικογένειας όπως τα γνωρίζουμε. Τόνισε, περαιτέρω, τον έντεχνο τρόπο που ο Εφεσείων χρησιμοποίησε για να προβεί στις αποτρόπαιες πράξεις του παρουσιάζοντας τες ως παιχνίδι, την συνεχή και συστηματική κακοποίηση της παραπονούμενης και το γεγονός ότι τη μία φορά που η παραπονούμενη αντιστάθηκε την χτύπησε προκαλώντας της πραγματική σωματική βλάβη ενώ σε άλλες περιπτώσεις της έλεγε ότι δεν θα πάνε βόλτα με τα σκυλιά αν δεν ενδώσει.
Δεν συμφωνούμε ότι οι επιβληθείσες ποινές είναι έκδηλα υπερβολικές. Όπως αναφέρθηκε και πιο πάνω, πρόκειται για ιδιαίτερα σοβαρή υπόθεση η οποία προκαλεί αποστροφή. Η επιβολή αποτρεπτικών ποινών ήταν ενδεδειγμένη.»
Στη Γεώργιου Κύρρη (ανωτέρω) ο Κατηγορούμενος, κατόπιν παραδοχής του, κρίθηκε ένοχος σε έντεκα κατηγορίες που αφορούσαν σεξουαλικά αδικήματα κατά παράβαση των άρθρων 6(4)(α) και 6(3) του Νόμου 91(1)/2014. Οι εγκληματικές ενέργειες του κατηγορούμενου είχαν ως θύματα τρία διαφορετικά ανήλικα πρόσωπα 17 ετών, 12,5 - 13,5 ετών και 14 ετών περίπου, αντίστοιχα, κατά τον χρόνο διάπραξης των αδικημάτων. Ο Κατηγορούμενος ήταν ιδιοκτήτης φάρμας / σχολής, όπου το απόγευμα έκανε μαθήματα ιππασίας και προπονήσεις σε ανήλικα παιδιά και ενήλικες. Το πρώτο θύμα ήταν ο Σ.Σ., ο οποίος προπονείτο εκεί από τον καιρό που ήταν στο Δημοτικό. Ο Κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος εν σχέσει με πράξεις του εναντίον του Σ.Σ. για αγγίγματα στα γεννητικά του όργανα, περιστατικά πεολειχίας και πρωκτική συνουσία. Το δεύτερο παιδί, ο Δ.Ε., έτυχε κάποιες φορές να πάει μαζί με μια φίλη του στη φάρμα του Κατηγορούμενου για να παρακολουθήσει τη φίλη του κατά την προπόνησή της. Ο Κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος εν σχέσει με πράξεις εναντίον του Δ.Ε. για αγγίγματα στα γεννητικά του όργανα. Το τρίτο παιδί, ήταν μαθητής ιππασίας στη φάρμα του Κατηγορούμενου, με προπονητή τον Κατηγορούμενο. Κρίθηκε ένοχος επίσης για αγγίγματα στα γεννητικά του όργανα. Το Κακουργιοδικείο επέβαλε σε κάθε μια από τις κατηγορίες που αφορούσαν αγγίγματα στα γεννητικά όργανα των ανήλικων θυμάτων ποινή φυλάκισης 5 ετών, ενώ σε κάθε μια από κατηγορίες που αφορούσαν πράξεις πεολειχίας αλλά και στην κατηγορία που αφορούσε περίπτωση εισδοχής του πέους του κατηγορούμενου στον πρωκτό του ανήλικου, ποινή φυλάκισης 10 ετών. Αποφάσισε, περαιτέρω, όπως οι ποινές συντρέχουν. Το Ανώτατο Δικαστήριο, επικυρώνοντας το ύψος των ποινών, αντικατέστησε την ως άνω ποινή στον βαθμό που αφορούσε την απόφαση του Δικαστηρίου όπως οι ποινές συντρέχουν, με απόφασή του όπως οι ως άνω ποινές εκτιθούν διαδοχικά, ώστε το συνολικό ύψος της ποινής φυλάκισης που θα εξέτιε ο Εφεσίβλητος να ανερχόταν στα 15 έτη.
Στην Τ.Ο. ν. Δημοκρατίας κ.ά. Ποιν. Εφ. 217/2022 και 237/2022, 12.2.2026, ο κατηγορούμενος, πατριός της ανήλικης παραπονούμενης, 12 ετών όταν άρχισε να την παρενοχλεί σεξουαλικά, κρίθηκε ένοχος σε σωρεία κατηγοριών για πράξεις που περιλάμβαναν βιασμούς, αγγίγματα στα χέρια και το στήθος της, φιλήματα στο στήθος, φιλήματα στα γεννητικά της όργανα και ότι έβαζε τα χέρια του στα γεννητικά της όργανα. Οι πράξεις αυτές έλαβαν χώρα μεταξύ των ετών 2018 και 2019. Ο κατηγορούμενος ασκούσε σωματική και λεκτική βία στην παραπονούμενη. Η ανήλικη παραπονούμενη έκανε τρεις προσπάθειες αυτοκτονίας, νοσηλεύτηκε στο Τμήμα Ενδονοσοκομειακής Νοσηλείας Εφήβων και λάμβανε φαρμακευτική αγωγή. Αναγκάστηκε να μετακομίσει με τον πατέρα της στη Λευκωσία ώστε να είναι μακριά από τον Κατηγορούμενο κατόπιν εισηγήσεων συμβουλευτικών ψυχολόγων. Πρωτοδίκως του επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές σε όλες τις κατηγορίες με μεγαλύτερη αυτήν της 14χρονης φυλάκισης. Το Εφετείο, επικύρωσε την εν λόγω ποινή φυλάκισης, χαρακτηρίζοντας την ως επιεική αλλά όχι έκδηλα ανεπαρκή.
Στη S.J.L. v. Δημοκρατίας Ποιν. Εφ. 129/21 σχ. με 145/21, 27.10.2022, ο κατηγορούμενος ηλικίας 73 ετών, τις αρχές του 2019 είχε έλθει στην Κύπρο για μία εβδομάδα, για να επισκεφθεί τη θυγατέρα του και τα τρία ανήλικα παιδιά της. Κατά την εβδομάδα που παρέμεινε στην Κύπρο, επισκεπτόταν σχεδόν καθημερινά την οικογένεια της θυγατέρας του. Ανέπτυξε καλές σχέσεις με τα εγγόνια του και ιδιαίτερα με το αγοράκι, ηλικίας 5 ½ ετών. Το αγοράκι αυτό βρίσκεται στο φάσμα του αυτισμού και είναι άτομο υψηλού ρίσκου για όλες τις μορφές κακοποίησης. Ο κατηγορούμενος συνήθιζε να κλείνεται με το αγοράκι σε μια σκηνή (αντίσκηνο) που βρισκόταν στο υπνοδωμάτιο του παιδιού. Μία ημέρα ευρισκόμενος με το αγοράκι εντός της σκηνής του έδειξε το πέος του. Τότε εισήλθε στο δωμάτιο η ανήλικη εγγονή ηλικίας 10,5 ετών για να τους πει ότι το φαγητό ήταν έτοιμο. Αφού εισήλθε και αυτή στη σκηνή, ο παππούς επέδειξε και σε εκείνη το πέος του. Στη συνέχεια το αγοράκι άγγιξε και έγλειψε το πέος του κατηγορούμενου και ο κατηγορούμενος έπραξε το ίδιο στο πέος του αγοριού. Στο πλαίσιο του ιδίου περιστατικού προσπάθησε, επίσης, να διεισδύσει το πέος του στον πρωκτό του παιδιού. Ο μόνος λόγος που δεν ολοκλήρωσε την πράξη του αυτή ήταν επειδή το αγοράκι είχε πονέσει και του ζήτησε να σταματήσει. Την ίδια πράξη προσπάθησε να κάνει το αγοράκι στον κατηγορούμενο. Ενώ ευρίσκονταν όλοι εντός της σκηνής, ο κατηγορούμενος δεν άφηνε το κορίτσι να φύγει. Και όχι μόνο αυτό. Της ζήτησε να κατεβάσει το παντελόνι της και να του επιδείξει τα γεννητικά της όργανα. Αυτή, αντιλαμβανόμενη αρχικά το όλο θέμα ως παιγνίδι, ανταποκρίθηκε σε αυτό που της ζήτησε ο κατηγορούμενος και κατέβασε το παντελόνι και το εσώρουχο της. Τότε άγγιξε το αιδοίο της. Αντιμετώπισε διάφορες κατηγορίες που αφορούν σεξουαλικής φύσεως αδικήματα και περιλαμβάνουν τα αδικήματα της σεξουαλικής κακοποίησης παιδιού, κατά παράβαση των Άρθρων 2 και 6(4)(α) του Νόμου 91(Ι)/2014 (Κατηγορίες 6, 9 και 10), της απόπειρας συνουσίας με νεαρό άνδρα κάτω των 13 ετών, κατά παράβαση του Άρθρου 174(1)(2) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (Κατηγορία 7) και άσεμνη επίθεση κατά παράβαση του Άρθρου 152 του Κεφ. 154 (Κατηγορίες 5 και 8). Κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας, κρίθηκε ένοχος και του επιβλήθηκαν ποινές φυλάκισης με την μεγαλύτερη αυτή των 7 ετών. Κατ’ έφεση κρίθηκε ως έκδηλα ανεπαρκής και αντικαταστάθηκε με ποινή φυλάκισης 14 ετών.
Στην Ahmet Mazid v. Δημοκρατίας Ποιν. Εφ. 215/ 2016, 30.4.2020, ο κατηγορούμενος κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας βρέθηκε ένοχος στις εξής κατηγορίες: (α) 17 κατηγορίες για βιασμό, κατά παράβαση των άρθρων 144 και 145 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, (β) 4 κατηγορίες για διαφθορά νεαρής γυναίκας κάτω των 13 χρόνων, κατά παράβαση του άρθρου 153(1) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, (γ) 11 κατηγορίες για διαφθορά νεαρής γυναίκας ηλικίας 13 χρόνων και κάτω των 17 χρόνων, κατά παράβαση του άρθρου 154 του Κεφ. 154, (δ) 14 κατηγορίες για σεξουαλική εκμετάλλευση παιδιού, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 4, 10 και 17 του περί της Καταπολέμησης της Εμπορίας και της Εκμετάλλευσης Προσώπων και της Προστασίας των Θυμάτων Νόμου του 2007 (Ν. 87(Ι)/2007) και (ε) 4 κατηγορίες για σεξουαλική κακοποίηση παιδιού, κατά παράβαση του άρθρου 6(4) του Νόμου 91(Ι)/2014. Σύμφωνα με τα ευρήματα του Δικαστηρίου, ο κατηγορούμενος είχε σεξουαλική επαφή με την παραπονούμενη από την ηλικία των 12 χρόνων. Υπήρξε πλήρης σεξουαλική επαφή, η οποία επαναλήφθηκε πολλές φορές, αρχικά περίπου μια φορά τον μήνα και στη συνέχεια πιο συχνά, και αυτό συνεχίστηκε για 3,5 περίπου χρόνια. Η παραπονούμενη δεν ήθελε να έχει σεξουαλικές επαφές μαζί του, αυτός όμως ισχυριζόταν ότι αυτό ήταν καλό και σωστό, την απειλούσε όμως ότι αν έλεγε οτιδήποτε θα έκανε κακό στη μητέρα και την οικογένεια της και κατ΄ αυτό τον τρόπο επιτύγχανε τη μη αντίδραση της παραπονούμενης στις επαναλαμβανόμενες σεξουαλικές επαφές τους. Η παραπονούμενη δεν ανέφερε οτιδήποτε στη μητέρα της κατά τα 3 ½ περίπου χρόνια, δηλαδή από τα 12 της χρόνια μέχρι περίπου τα 15 ½, επειδή φοβόταν ότι ο εφεσείων θα έκανε κακό στη μητέρα και την οικογένεια της και επειδή ανησυχούσε για την υγεία της μητέρας της, η οποία υπέφερε από καρδιακά προβλήματα. Επιβλήθηκαν πρωτοδίκως συντρέχουσες ποινές φυλάκισης η ανώτερη των οποίων ήταν εκείνη των 13 ετών που επιβλήθηκε στις κατηγορίες του βιασμού και της σεξουαλικής κακοποίησης παιδιού. Ο λόγος έφεσης που αφορά στο ύψος της ποινής, αποσύρθηκε κατ’ έφεση.
Στην Α. Ν. Κ. κ.ά. v. Δημοκρατίας κ.ά., Ποινική Έφεση 136/2022 κ.ά., ημερ. 1.8.2025, ο κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος, μετά από ακροαματική διαδικασία, σε 12 κατηγορίες σεξουαλικής κακοποίησης παιδιού, κατά παράβαση του Νόμου 91(Ι)/2014 και σε 2 κατηγορίες βίας στην οικογένεια, κατά παράβαση του Ν.119(Ι)/2000. Τα αδικήματα διαπράχθηκαν την περίοδο 2017 - 2019, κατά ανήλικης, η οποία γεννήθηκε περί τα τέλη του 2009, ενόσω ο εφεσείων ήταν συμβίος της μητέρας της. Ειδικότερα, καταδικάστηκε για αγγίγματα στα γεννητικά όργανα, στο στήθος και στα οπίσθια της ανήλικης, για πρόκληση να γίνει μάρτυρας η ανήλικη, μέσω κινητού τηλεφώνου ή τηλεόρασης, σεξουαλικών πράξεων ή απεικονίσεων καθώς και σεξουαλικής πράξης του ιδίου (χάιδεμά του γεννητικού του οργάνου στην παρουσία της), γλείψιμο γεννητικών οργάνων της ανήλικης και τοποθέτηση πέους στο στόμα της ανήλικης. Πρωτοδίκως επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης με ψηλότερη αυτή των 11 ετών. Το Εφετείο, απορρίπτοντας τόσο την έφεση του εφεσείοντα, όσο και του Γενικού Εισαγγελέα, κατά της ποινής, τόνισε ότι δεν διαπιστώνεται κανένα στοιχείο έκδηλης υπερβολής ή έκδηλης ανεπάρκειας. Πρόσθεσε δε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο έλαβε υπόψη «το μέτρο που οριοθετεί η νομολογία για τέτοιας φύσης αδικήματα, δίνοντας την ανάλογη έμφαση στο στοιχείο της αποτροπής».
Στην Η. Ε. ν. Δημοκρατίας Ποιν. Έφ. 50/2018 σχ. με 137/2018, 8.4.2020, ο κατηγορούμενος, κρίθηκε ένοχος ότι σε 11 περιπτώσεις, κακοποίησε σεξουαλικά την έφηβη θετή του κόρη, 12 ετών. Ο κατηγορούμενος την ενοχλούσε σεξουαλικά για δύο έτη, κυρίως τα Σαββατοκύριακα όταν η μητέρα της απουσίαζε στην εργασία της και ο κατηγορούμενος έμενε μόνος στο σπίτι με τα παιδιά. Η κακοποίηση έγκειτο σε φιλιά, αγγίγματα, χαϊδέματα, ενώ έβαζε και την ίδια να τον φιλά. Αργότερα και σταδιακά, ο κατηγορούμενος πήγαινε στο δωμάτιο όπου κοιμούνταν όλα τα παιδιά και ξυπνούσε την παραπονούμενη, την αγκάλιαζε και έτριβε το γεννητικό του όργανο πάνω της, ήτοι στο σώμα της, πάνω από τα ρούχα. Κατά τη διάρκεια της πράξης αυτής και μέχρι την εκσπερμάτωση του, ακούγονταν οι βαθιές ανάσες του Κατηγορουμένου τις οποίες άκουγε η αδελφή της παραπονούμενης, όταν τύγχανε να περνά έξω από το δωμάτιο. Σε κάποιο στάδιο και κατόπιν προτροπής της παραπονούμενης, ο κατηγορούμενος ξυπνούσε και την αδελφή της και εάν αυτή δεχόταν πήγαινε στο υπνοδωμάτιο του. Ο κατηγορούμενος κλείδωνε την πόρτα. Εκεί η αδελφή της ξάπλωνε στη μια πλευρά του κρεβατιού, μετά ο κατηγορούμενος έβαζε ένα «φράκτη» από μαξιλάρια, μετά ξάπλωνε η παραπονούμενη και στην άλλη πλευρά ο κατηγορούμενος. Τότε και πάλι ο κατηγορούμενος επαναλάμβανε τις ίδιες πράξεις έναντι της παραπονούμενης. Υπήρξαν και φορές που κατά τη διάρκεια της ίδιας πράξης, ο κατηγορούμενος άνοιγε τα πόδια της, έβαζε το δάκτυλο του πάνω από τα ρούχα της παραπονούμενης και έτριβε τα γεννητικά της όργανα, ενώ κάποιες φορές έβαλε το χέρι του μέσα στη μπλούζα να πιάσει το στήθος της. Αυτές οι πράξεις του δεν είχαν συγκεκριμένη χρονική διάρκεια. Η συμπεριφορά του κατηγορουμένου συνεχίστηκε μέχρι και τον Νοέμβριο του 2016. Πρωτοδίκως επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 7 ετών η οποία κατ’ έφεση κρίθηκε ως έκδηλα ανεπαρκής και αυξήθηκε σε 10 έτη. Λέχθηκε ότι:
«Λαμβανομένου δε υπόψιν ότι, όπως ορθώς επισημάνθηκε από το Κακουργιοδικείο, (α) τα εγκλήματα εναντίον παιδιών βρίσκονται σε συνεχή και ανησυχητική έξαρση, (β) ο εφεσίβλητος ήταν για την παραπονούμενη η πατρική φιγούρα του σπιτιού, (γ) οι χυδαιότητες του έναντι της διήρκησαν για δύο (2) περίπου χρόνια και μάλιστα στην παρουσία, σε κάποιες περιπτώσεις, της μικρότερης αδελφής της και (δ) ότι αυτές τραυμάτισαν τον ψυχικό κόσμο τόσο της παραπονούμενης όσο και της αδελφής της, η εν τέλει ποινή που θα έπρεπε να του επιβληθεί θα έπρεπε να είναι αυστηρή και με αποτρεπτικό χαρακτήρα.»
Στην Typye Abed Alkaaadir v. Αστυνομίας (2008) 2 ΑΑΔ 279, ο εφεσείων καταδικάσθηκε, μετά από ακροαματική διαδικασία, σε δέκα κατηγορίες οι οποίες αφορούσαν σεξουαλικά αδικήματα. Τα αδικήματα ανάγοντο σε χρονική περίοδο από το 1997 μέχρι και το 2005, όταν δηλαδή η παραπονούμενη ήταν μεταξύ της ηλικίας των 7 και 15 ετών, η υπόθεση όμως αποκαλύφθηκε μόλις την 21.6.2005 όταν η παραπονούμενη ανέφερε τα πάντα σε φίλη της και ακολούθως στη μητέρα της και στην Αστυνομία δίδοντας πλήρη κατάθεση. Ο εφεσείων, ήταν ο σύζυγος της μητέρας της παραπονούμενης, ο γάμος των οποίων τελέσθηκε το 1998 και από τον οποίο απέκτησαν δύο παιδιά. Η παραπονούμενη εγεννήθη από προηγούμενο δεσμό της μητέρας της χωρίς γάμο, ο οποίος διαλύθηκε το 1995, έκτοτε δε διέμενε με τη μητέρα της και, μετά από το γάμο της μητέρας της με τον εφεσείοντα, με τη νέα οικογένεια της. Η κακοποίηση συνίστατο σε πεολειχία, χάδια στα γεννητικά της όργανα, στο στήθος, συνουσία και ενίοτε πρωκτική συνουσία. Ως προς τις επιβληθείσες ποινές, αντικείμενο της έφεσης αποτελούσε η ποινή φυλάκισης 10 ετών που επιβλήθηκε για βιασμό με πρωκτική συνουσία, ποινή η οποία επικυρώθηκε κατ’ έφεση.
Στην Ο.Ο. v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 337/2018 (σχ. με την 351/2017), ημερ. 20.01.2020, ο κατηγορούμενος καταδικάστηκε σε συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 3 και 4 ετών, αφού κρίθηκε ένοχος (α) κατόπιν παραδοχής σε επτά κατηγορίες κακοποίησης παιδιού κατά παράβαση των άρθρων 2 και 6(1) του Νόμου 91(Ι)/2014 και (β) κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας, σε δύο κατηγορίες σεξουαλικής κακοποίησης παιδιού, κατά παράβαση των άρθρων 2, 6(4)(α) και 6(4)(γ) του ίδιου Νόμου, αδικήματα τα οποία διαπράχθηκαν την περίοδο Ιουνίου 2016 και Μαΐου 2017, με θύμα δεκατετράχρονη ανήλικη, η οποία παρουσίαζε ήπια νοητική αδυναμία. Κατ' έφεση οι ποινές φυλάκισης των τεσσάρων ετών που επιβλήθηκαν στα αδικήματα κατά παράβαση του Άρθρου 6(4)(α)(γ), αυξήθηκαν σε 7 χρόνια, αφού λήφθηκε υπόψη και το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος στερήθηκε της ελευθερίας του για 18 μήνες λόγω μη συμμόρφωσης στους όρους εμφάνισης του. Ο κατηγορούμενος, ηλικίας 46 ετών κατά τον ουσιώδη χρόνο, ήταν νυμφευμένος με πρώτη εξάδελφη της μητέρας της ανήλικης και διέμενε μαζί με τη σύζυγο του και τα δύο τους παιδιά (ηλικίας 12 και 18 χρόνων) σε οικία η οποία βρισκόταν δίπλα από την οικία όπου διέμενε η ανήλικη με την οικογένεια της. Η ανήλικη, λόγω των σχέσεων των δύο οικογενειών, επισκεπτόταν συχνά το σπίτι του ο οποίος, εκμεταλλευόμενος κάθε προσφερόμενη ευκαιρία, είτε της έδειχνε πορνογραφικό υλικό σε ηλεκτρονικό υπολογιστή είτε αυνανιζόταν μπροστά της. Παρά την αντίδραση της ανήλικης και ενώ ήθελε να φύγει ο κατηγορούμενος δεν την άφηνε, ενώ την περίοδο Ιουνίου 2016 και Μαΐου 2017, αυνανίστηκε μπροστά στην ανήλικη σε τέσσερις περιπτώσεις. Επίσης, σε μία περίπτωση και ενώ βρισκόταν μόνος με την ανήλικη στο σαλόνι του σπιτιού του, της επιτέθηκε άσεμνα και αφού την έσυρε προς την καρέκλα που βρισκόταν εκεί, έβαλε το χέρι του μέσα στο κοντό παντελονάκι που φορούσε και εισχώρησε το δάχτυλο του, πρώτα στο αιδοίο και εν συνεχεία στον πρωκτό της. Με την εισχώρηση του δαχτύλου στο αιδοίο της, η ανήλικη πόνεσε και έσπρωξε τον κατηγορούμενο για να τον απωθήσει. Σε άλλη περίπτωση, ενώ η ανήλικη βρισκόταν σε πισίνα, την πλησίασε και αφού πρόταξε τα χέρια του στο περιτοίχισμα της πισίνας, εμποδίζοντας με τον τρόπο αυτό τη διαφυγή της, της είπε να μείνει εκεί. Ακολούθως κατέβασε το μαγιό του αλλά προτού προλάβει να προβεί σε οποιαδήποτε άλλη ενέργεια, η ανήλικη διέφυγε, κολυμπώντας κάτω από το νερό. Οι παρενοχλήσεις της ανήλικης από τον κατηγορούμενο δεν περιορίστηκαν μόνο στα ανωτέρω δύο περιστατικά. Σε αρκετές περιπτώσεις επεδείκνυε τα γεννητικά του όργανα στην ανήλικη.
Στη Γ. Α. ν. Δημοκρατίας Ποιν. Εφ. 178/2017, 24.10.2018, ECLI:CY:AD:2018:B457, είχαν αποδοθεί στον κατηγορούμενο έντεκα περιπτώσεις σεξουαλικής συμπεριφοράς σε βάρος της δεκάχρονης τότε παραπονούμενης, εκδηλούμενες από τον Μάιο 2015 μέχρι τον Μάιο 2016. Οι έντεκα αυτές περιπτώσεις ταξινομήθηκαν στο κατηγορητήριο ως σεξουαλική κακοποίηση παιδιού κατά παράβαση των άρθρων 2, 6(4)(α) και 19 του Νόμου 91(Ι)/2014 και ως άσεμνες επιθέσεις κατά παράβαση του άρθρου 151 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154. Οι 22 κατηγορίες που προέκυψαν αφορούσαν (α) σε μια περίπτωση ότι τη φίλησε στο στόμα, (β) σε άλλες επτά περιπτώσεις ότι τη φίλησε στο στόμα, τη «χάιδεψε» στα γεννητικά όργανα, στα οπίσθια και στο στήθος, (γ) σε άλλες δύο περιπτώσεις ότι τη φίλησε, τη χάιδεψε στα γεννητικά όργανα, στα οπίσθια και στο στήθος, καθώς επίσης ότι τη φίλησε στο στόμα και (δ) σε άλλη μια περίπτωση ότι τη φίλησε, την αγκάλιασε και τη χάιδεψε. Ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε μόνο τη 2η κατηγορία, ότι φίλησε την ανήλικη στο στόμα υπό την έννοια της άσεμνης επίθεσης, αρνούμενος, όμως, ότι αυτή η συμπεριφορά στοιχειοθετούσε και σεξουαλική κακοποίηση εν τη εννοία του Νόμου. Οι υπόλοιπες 21 κατηγορίες εκδικάστηκαν. Σχετική μαρτυρία παραχώρησε η παραπονούμενη. Επικυρώθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 6 ετών για κάθε κατηγορία σεξουαλικής κακοποίησης και συντρέχουσες ποινές 15 μηνών σε κάθε κατηγορία για άσεμνη επίθεση.
Στην υπόθεση Ρ ν. Δημοκρατίας Ποιν. Εφ. 253/2017, 28.2.2019, ECLI:CY:AD:2019:B66, ο κατηγορούμενος καταδικάστηκε, μετά από ακροαματική διαδικασία, σε δώδεκα κατηγορίες. Τέσσερις από αυτές (κατηγορίες 1, 4, 7 και 10) αφορούσαν σε σεξουαλική κακοποίηση παιδιού, κατά παράβαση των άρθρων 2 και 6 (4)(α) του Νόμου 91(Ι)/2014, τέσσερις σε σεξουαλική κακοποίηση παιδιού (κατηγορίες 2, 5, 8 και 11), κατά παράβαση των άρθρων 2 και 6(3) του ιδίου Νόμου και τέσσερις σε άσεμνη επίθεση κατά γυναικός (κατηγορίες 3, 6, 9 και 12), κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 4(1)(2)(α) και 23 του Νόμου Ν.119(1)/2000 και του άρθρου 151 του Ποινικού Κώδικα. Τα αδικήματα διαπράχθηκαν μεταξύ Μαΐου και Αυγούστου του 2015 στο σπίτι του κατηγορούμενου, όπου σε τέσσερις διαφορετικές περιπτώσεις άγγιξε και χάιδεψε την κοιλιά και τα γεννητικά όργανα της ανήλικης, ηλικίας τότε 11 ετών, ενώ σε μια περίπτωση έγλειψε επιπρόσθετα τα γεννητικά της όργανα. Για τα αδικήματα των κατηγοριών 1, 4, 7 και 10, του επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 5 ετών στην κάθε μια και στις κατηγορίες 3, 6, 9 και 12 ποινές φυλάκισης 2 ετών στην κάθε μια. Στις κατηγορίες 2, 5, 8, και 11 δεν επιβλήθηκε καμία ποινή. Το ύψος των ποινών επικυρώθηκε κατ’ έφεση.
Στην Ν.Σ ν. Δημοκρατίας (πιο πάνω), ο εφεσείων βρέθηκε ένοχος από το Κακουργιοδικείο, μετά από ακροαματική διαδικασία, στην κατηγορία της άσεμνης επίθεσης κατά γυναικός, κατά παράβαση του άρθρου 151 του Ποινικού Κώδικα και σε δύο αδικήματα του Ν.91(Ι)/2014, κατά παράβαση των άρθρων 6(3) και 6(4)(β). Η ανήλικη ήταν ηλικίας 13 ετών και ο κατηγορούμενος ηλικίας 63 ετών. Σύμφωνα με τα γεγονότα της υπόθεσης, ο εφεσείων και η ανήλικη στις 8.3.2015 και περί ώρα 19:20 «στέκονταν σε σημείο πολυκατοικίας και προέβαιναν στις πιο κάτω πράξεις: Φιλιούνταν, γλείφονταν στο λαιμό, αγκαλιάζονταν και ο κατηγορούμενους έπιανε τα οπίσθια και άλλα μέρη του σώματος της ανήλικης.» Του επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 3 χρόνων στην κατηγορία της άσεμνης επίθεσης και 7 ετών στην κατηγορία της σεξουαλικής εκμετάλλευσης παιδιού με κατάχρηση ευάλωτης θέσης, κατά παράβαση του άρθρου 6(4)(β). Η έφεση του αφορούσε τόσο την καταδίκη του, όσο και το ύψος της ποινής που του επιβλήθηκε. Το Εφετείο ανέτρεψε την καταδίκη του κατηγορούμενου σε σχέση με την κατηγορία που του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 7 ετών και παρέμεινε το θέμα της ποινής των 3 χρόνων στην κατηγορία της άσεμνης επίθεσης, η οποία και επικυρώθηκε. Εξέτασε, επίσης, το Εφετείο, ενόψει της ανατροπής της καταδίκης στην κατηγορία που επιβλήθηκε ποινή (κατηγορία 52), το θέμα της ποινής στην κατηγορία που εκρίθη ότι δεν θα επιβάλλετο ποινή, δηλαδή στην κατηγορία 3, εφόσον τα συστατικά στοιχεία της εμπεριέχονταν στην κατηγορία 52. Το Εφετείο επέβαλε στον εφεσείοντα τελικά ποινή φυλάκισης 5 ετών για την κατηγορία 3 που αφορούσε το αδίκημα της σεξουαλικής κακοποίησης παιδιού, κατά παράβαση του άρθρου 6(3) του Ν.91(Ι)/2014.
Στη Filip v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 112/2019, ημερ. 3.12.2020, ECLI:CY:AD:2020:D412, ο εφεσείων, κρίθηκε ένοχος, μετά από δική του παραδοχή, ότι σε δύο διαφορετικές περιπτώσεις, εισήλθε στο δωμάτιο της ανήλικης κόρης του (13 ετών), ενώ αυτή ήταν ξαπλωμένη στο κρεβάτι της, άρχισε να την αγγίζει σε διάφορα σημεία του σώματός της και, παρά τις αντιδράσεις της για να τον απωθήσει, ξάπλωσε δίπλα της, της αφαίρεσε τα εσώρουχα και άρχισε να την αγγίζει στα γεννητικά όργανα (1η και 4η κατηγορία αντίστοιχα). Πρωτοδίκως του επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 7 ετών. Το Εφετείο διαπίστωσε υπέρμετρη αυστηρότητα στις ποινές και, συνεπώς, τις μείωσε σε συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 5 ετών.
Στην Μ.C.T. v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 222/20, ημερομηνίας 14.10.2022, ECLI:CY:AD:2022:B386, ποινή φυλάκισης 4,5 ετών επιβληθείσα την 26.6.2020, κατόπιν παραδοχής, σε 29χρονο για συνουσία με την παραπονούμενη, ηλικίας 15,5 ετών, κατά παράβαση του άρθρου 6(3) του Νόμου, μειώθηκε σε τόση έκταση ώστε να αποφυλακιστεί αμέσως. Στην απόφαση δίνεται ιδιαίτερη έμφαση στη σημασία της παραδοχής ως ελαφρυντικού παράγοντα, στην οποία πρωτοδίκως δεν είχε δοθεί η δέουσα βαρύτητα και σημασία.
Στην Πατούρη (ανωτέρω), η παραπονουμένη μετέβη στο σπίτι της διαζευγμένης μητέρας της, προκειμένου να παραμείνει κάποιες ημέρες εκεί. Ένα βράδυ, στην απουσία της τελευταίας, την πλησίασε ο κατηγορούμενος, σύντροφος της μητέρας της, εμφανώς, με άσεμνες προθέσεις. Την αποκάλεσε «μωρό μου» και της τράβηξε τη φανέλα που φορούσε προς τα πάνω. Στη συνέχεια, την έπιασε από το στήθος, σφίγγοντάς την συγχρόνως. Αυτή του ζήτησε να σταματήσει αλλά εκείνος συνέχισε. Το ίδιο περιστατικό συνέβη και την επομένη ημέρα, μόνο που, τούτην τη φορά, ο κατηγορούμενος ‘έγλειψε’, επίσης, την παραπονουμένη στο στήθος και την ‘φίλησε’ στο στόμα. Η παραπονουμένη ήταν, τότε, δεκατριάμισι χρονών και διέμενε με τον πατέρα της σε άλλη διεύθυνση. Κατά τον ίδιο χρόνο, ο κατηγορούμενος συζούσε με τη μητέρα της παραπονουμένης και από τη σχέση τους απέκτησαν ένα παιδί. Συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 10 μηνών για σεξουαλική κακοποίηση παιδιού βάσει των Άρθρων 6(3) και 6(4)(α) του Νόμου 91(Ι)/2014 κρίθηκαν έκδηλα ανεπαρκείς και αυξήθηκαν σε 3 έτη.
Στη Ν.Σ. (ανωτέρω) ο Εφεσείων βρέθηκε ένοχος μετά από ακροαματική διαδικασία σε τρεις κατηγορίες που πήγαζαν από τα ίδια γεγονότα, δηλαδή στο αδίκημα της άσεμνης επίθεσης κατά γυναικός, άρθρο 151 του Ποινικού Κώδικα και σε δύο αδικήματα του σεξουαλικής κακοποίησης παιδιού, κατά παράβαση του περί Πρόληψης και Καταπολέμησης της Σεξουαλικής Κακοποίησης και Σεξουαλικής Εκμετάλλευσης Παιδιών και της Παιδικής Πορνογραφίας Νόμος 91(1)/2014. Από την εποχή που η θυγατέρα του, παραπονούμενη, ήταν 6 χρόνων την παρενοχλούσε κατ' επανάληψη. Ξαπλώνοντας μαζί της πότε στον καναπέ και πότε σε κρεββάτι, προσποιείτο τον κοιμισμένο και ακουμπούσε στα γεννητικά όργανα της ανήλικης, πότε το δάκτυλο του, κάνοντας κυκλικές κινήσεις, πότε το πέος του που ήταν σκληρό κάνοντας κινήσεις εμπρός-πίσω και πότε και με τους δύο τρόπους. Η άνομη συμπεριφορά του διήρκησε για 6 περίπου χρόνια. Επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 8 ετών.
Στην Ειρηναίος Χριστοφόρου ν. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση 59/16 ημερομηνίας 23.03.17, ο εφεσείων κρίθηκε ένοχος μετά από δική του παραδοχή σε κατηγορία σεξουαλικής κακοποίησης παιδιού, κατά παράβαση του άρθρου 6(3) του Ν.91(Ι)/2014 (1η κατηγορία) και διαφθοράς νεαρής γυναίκας ηλικίας δεκατριών χρόνων μέχρι δεκαεπτά, κατά παράβαση του άρθρου 154, Κεφ.154, όπως τροποποιήθηκε από το Νόμο 145(Ι)/2002 (2η κατηγορία). Ο εφεσείων ήταν 24 ετών και το θύμα 13 ετών κατά τον επίδικο χρόνο. Ο εφεσείων είχε αποστείλει μήνυμα (αίτημα φιλίας) σε μέσο κοινωνικής δικτύωσης (facebook) στο θύμα. Αυτή ανταποκρίθηκε, αποδεχόμενη το αίτημα φιλίας και τότε ξεκίνησε η μεταξύ τους επικοινωνία, μέσω της εφαρμογής (messenger), μια εβδομάδα περίπου, πριν από την επίδικη ημερομηνία. Το θύμα και ο εφεσείων, κατόπιν προτροπής του ιδίου, διευθετήσαν συνάντηση μεταξύ τους. Ο εφεσείων παρέλαβε με το αυτοκίνητο του το θύμα, από σημείο πλησίον της οικίας της και τη μετέφερε στο σπίτι του. Την οδήγησε στο υπνοδωμάτιο του, το οποίο ήταν κοινό με τον αδελφό του και κατ’ εκείνη τη στιγμή δεν υπήρχε κανένα άλλο πρόσωπο στο σπίτι. Ο εφεσείων, αφού έκλεισε την πόρτα του δωματίου, άρχισε να τη χαϊδεύει και να τη φιλά σε διάφορά σημεία του σώματος της. Στη συνέχεια, έβγαλε το παντελόνι του και το παντελόνι του θύματος. Τότε αφίχθηκε στο σπίτι ο αδελφός του, ο οποίος εισήλθε εντός του υπνοδωματίου όπου βρισκόταν ο εφεσείων και το θύμα και κάθισε στο κρεβάτι του. Το θύμα, κατόπιν προτροπής του τελευταίου, είχε ήδη κρυφτεί κάτω από το κρεβάτι. Ο εφεσείων κάλεσε το θύμα να βγει από το κάτω μέρος του κρεβατιού. Έμειναν όλοι μαζί για λίγα λεπτά και, στη συνέχεια, ο αδελφός του εγκατέλειψε την οικία. Ο εφεσείων άρχισε εκ νέου να χαϊδεύει και να φιλά το θύμα σε διάφορα μέρη του σώματός της και, ακολούθως, εισχώρησε το γεννητικό του όργανο στο γεννητικό όργανο της, ολοκληρώνοντας τη σεξουαλική πράξη. Στον εφεσείοντα επιβλήθηκαν 2.5 χρόνια φυλάκιση στην 1η κατηγορία και 1 χρόνο στην 2η κατηγορία. Εισήγηση για αναστολή της ποινής απορρίφθηκε. Οι ποινές του πρωτόδικου δικαστηρίου επικυρώθηκαν κατ’ έφεση.
Στη Γενικός Εισαγγελέας ν. ΧΧ, Ποινική Έφεση 36/17, ημερομηνίας 14.6.2017, ECLI:CY:AD:2017:B219, ποινή φυλάκισης 12 μηνών επιβληθείσα, κατόπιν παραδοχής, σε 39χρονο καθηγητή, κατά παράβαση του άρθρου 6(3) του Νόμου, για σεξουαλική εκμετάλλευση ανήλικης μαθήτριας 15,5 ετών, με την οποία συνευρέθηκε σεξουαλικά, αυξήθηκε σε 2 έτη. Από μέρους του υπήρξε εμφανής κατάχρηση θέση εμπιστοσύνης. Η μεγάλη διαφορά ηλικίας προσμέτρησε ως επιβαρυντικός παράγοντας.
Επίσης παραπέμπουμε στις πιο κάτω αποφάσεις οι οποίες σχετίζονται με τις κατηγορίες 47, 48 και 49.
Στην υπόθεση Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας (2010) 2 ΑΑΔ 219 ο κατηγορούμενος είχε προκαλέσει κάποιες κακώσεις στη σύζυγο του στην παρουσία του ανηλίκου παιδιού τους. Επιβλήθηκε από το Πρωτόδικο Δικαστήριο ποινή φυλάκισης 6 μηνών η οποία επικυρώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο, παρά το λευκό ποινικό μητρώο, την παραδοχή του και τις προσωπικές, οικογενειακές και επαγγελματικές περιστάσεις του κατηγορούμενου.
Στην Ομήρου v. Αστυνομίας (2000) 2 Α.Α.Δ. 588 επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 9 μηνών σε άτομο που κρίθηκε ένοχος στη διάπραξη του αδικήματος της απειλής βιαιοπραγίας. Επίσης, στην υπόθεση Βασιλειάδης v. Αστυνομίας (1991) 2 Α.Α.Δ. 409 άτομο που κρίθηκε ένοχος στο αδίκημα απειλής βιαιοπραγίας καταδικάστηκε σε 4 μήνες φυλάκισης.
Συνυπολογίζοντας όλα τα πιο πάνω, καταλήξαμε ότι κατάλληλη και μόνη αρμόζουσα ποινή είναι αυτή της φυλάκισης αφού οποιαδήποτε άλλη ποινή θα ήταν υπό τις περιστάσεις αναμφίβολα ακατάλληλη και ανεπαρκής (βλ. Προδρόμου ν. Αστυνομίας (1990) 2 Α.Α.Δ. 98). Οι προσωπικές - οικογενειακές περιστάσεις του κατηγορούμενου, το λευκό του ποινικό μητρώο, η παραδοχή του ενώπιον του Δικαστηρίου, η μεταμέλειά του, καθώς και όλα τα άλλα ελαφρυντικά που τέθηκαν ενώπιόν μας, θα επηρεάσουν την έκταση της ποινής φυλάκισης, όχι όμως το είδος της.
Έχοντας υπόψη τις προβλεπόμενες από τον Νόμο ποινές ως αυτές ίσχυαν κατά τον χρόνο διάπραξης έκαστου αδικήματος, αφού τις κατηγοριοποιήσαμε, επιβάλλουμε στον κατηγορούμενο τις ακόλουθες ποινές φυλάκισης:
Στις κατηγορίες 16, 17, 18, 22, 23, 24 25, 26, 27, 31, 32, 33, 34, 35, 36, 37 και 38 (κολπικές και πρωκτικές συνουσίες) συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 12 ετών σε κάθε μία από αυτές.
Στις κατηγορίες 15, 19, 20, 21, 28, 29, 30 (σεξουαλικές πράξεις/άσεμνες επιθέσεις), συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 6 ετών σε κάθε μία από αυτές.
Στις κατηγορίες 39 μέχρι 46 (κολπικές και πρωκτικές συνουσίες), συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 18 ετών σε κάθε μία από αυτές.
Στις κατηγορίες 47 μέχρι 49 συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 1 έτους σε κάθε μία από αυτές.
Αποφασίσαμε και διατάσσουμε όπως οι πιο πάνω ποινές φυλάκισης συντρέχουν μεταξύ τους καθότι οποιαδήποτε άλλη αντιμετώπιση θα αντίκειτο στην αρχή της αναλογικότητας και της συνολικότητας της ποινής.
Οι πιο πάνω επιβληθείσες ποινές μειώνονται κατά το χρονικό διάστημα που ο κατηγορούμενος τελεί υπό κράτηση ήτοι από 8.5.2025.
Περαιτέρω και αφού έχουμε λάβει υπόψη το σύνολο των περιστάσεων που περιβάλλουν την υπόθεση και ειδικότερα, την σοβαρότητα και φύση των ποινικών αδικημάτων που διαπράχθηκαν από τον κατηγορούμενο καθώς και τις περιστάσεις του κατηγορουμένου, κρίνουμε δικαιολογημένο το αίτημα της Κατηγορούσας Αρχής για έκδοση εναντίον του και διατάγματος με βάση το Άρθρο 14 (1) (γ) του Νόμου 91(Ι)/2014.
Κατά συνέπεια, επιπρόσθετα, εκδίδουμε εναντίον του κατηγορουμένου, διάταγμα εποπτείας από την Αρχή Εποπτείας, που έχει εγκαθιδρυθεί και λειτουργεί βάσει του Μέρους V του Νόμου 91(Ι)/2014, για περίοδο 6 ετών από την ημέρα της αποφυλάκισης του.
(Υπ.) …..………………………………
Κ. Κουνίδου, Π.Ε.Δ.
(Υπ.) ….….……………………………
Χρ. Χατζηευτυχίου, Α.Ε.Δ.
(Υπ.) …………………………………..
Ν. Παπανδρέου, Ε.Δ
Πιστό Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο