ΣΤΟ ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ
ΕΝΩΠΙΟΝ: K. Κουνίδου, Π.Ε.Δ.
Χρ. Χατζηευτυχίου, Α.Ε.Δ.
Ν. Παπανδρέου, Ε.Δ.
Αρ. Υπόθεσης: 13497/25
Δημοκρατία
ν.
Γ. Δ.
Κατηγορούμενος
- - - - - - - - - - - - - -
Ημερομηνία: 29.5.2026
Εμφανίσεις:
Για τη Δημοκρατία: κα Μ. Φωτιάδου (για να ακούσει απόφαση κ. Γ. Αργυρού)
Για Κατηγορούμενο: κα. Ε. Μαχταβή
Κατηγορούμενος παρών
[Η διαδικασία διεξάγεται κεκλεισμένων των θυρών]
Π Ο Ι Ν Η
(Η κυκλοφορία της απόφασης υπόκειται σε περιορισμό. Το πρωτότυπο θα παραμείνει στο φάκελο. Θα κυκλοφορήσει κείμενο της απόφασης χωρίς ονομασίες προσώπων, τόπων και άλλων στοιχείων που ενδέχεται να οδηγήσουν σε αποκάλυψη προσώπων. Η πιο πάνω πρόνοια σκοπό έχει την προστασία προσώπου που κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν ανήλικο.)
Ο Κατηγορούμενος, ηλικίας 58 περίπου ετών, κρίθηκε ένοχος κατόπιν δικής του παραδοχής σε κατηγορίες σεξουαλικής κακοποίησης παιδιού κατά παράβαση των άρθρων 2, 6(4)(α), 7 και 14(1)(γ) του περί της Πρόληψης και της Καταπολέμησης της Σεξουαλικής Κακοποίησης, της Σεξουαλικής Εκμετάλλευσης Παιδιών και της Απεικόνισης Υλικού Σεξουαλικής Κακοποίησης Παιδιών Νόμου του 2014 (Ν.91(Ι)/2014).
Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων, ο Κατηγορούμενος σε άγνωστη ημερομηνία μεταξύ της 1.6.2023 και της 30.9.2023 στην Επαρχία Λεμεσού, καταχρώμενος τη θέση εμπιστοσύνης, εξουσίας ή επιρροής που κατείχε στον ανήλικο ΧΧΧΧΧ ο οποίος γεννήθηκε την 4.2.2013, συμμετείχε σε σεξουαλική πράξη μαζί του, δηλαδή ακούμπησε το γεννητικό του όργανο στο σώμα του ανήλικου κάνοντας κινήσεις μπρος-πίσω (πρώτη κατηγορία). Κατά τον ίδιο χρόνο και τόπο, ο Κατηγορούμενος κατέβασε το παντελόνι του και έβγαλε έξω το γεννητικό του όργανο ζητώντας από τον ανήλικο [ ] να το ακουμπήσει (δεύτερη κατηγορία) και σε άγνωστη ημερομηνία μεταξύ της 1.9.2023 και της 31.10.2023 στην Επαρχία Λεμεσού, επίσης όπως και στην πρώτη κατηγορία ακούμπησε το γεννητικό του όργανο στο σώμα του ανήλικου κάνοντας κινήσεις μπρος-πίσω (τρίτη κατηγορία).
Στην 4η κατηγορία ο Κατηγορούμενος έχει απαλλαχτεί αφού η Κατηγορούσα Αρχή έχει διακόψει την ποινική δίωξη εναντίον του.
Τα γεγονότα που έχουν εκτεθεί από την Κατηγορούσα Αρχή και δεν έχουν αμφισβητηθεί από την Υπεράσπιση, παρατίθενται αυτολεξεί:
«1. κατηγορούμενος είναι ηλικίας 57 ετών και κατά τον επίδικο χρόνο διέμενε στη Λεμεσό σε οικία πλησίον της κατοικίας του παραπονούμενου, [ ] γεννηθέντα την 4/2/2013 (εφεξής «ο ανήλικος») και διατηρούσε φιλικές σχέσεις με την οικογένεια του ανήλικου την οποία επισκεπτόταν συχνά.
2.Σε άγνωστη ημερομηνία μεταξύ της 1.6.2023 και 30.9.2023, ο ανήλικος επισκέφθηκε την οικία του κατηγορούμενου προκειμένου να δανειστεί μία ταξιδιωτική βαλίτσα ενόψει επερχόμενου ταξιδιού που θα πραγματοποιούσαν οι γονείς του. Ενώ ο ανήλικος βρισκόταν στην οικία του κατηγορούμενου ένιωσε ενόχληση στον αυχένα του και ζήτησε από τον κατηγορούμενο να του κάνει μασάζ. Τότε ο κατηγορούμενος στάθηκε πίσω από τον ανήλικο, και καταχρώμενος τη θέση εμπιστοσύνης, εξουσίας και επιρροής που κατείχε επάνω του ενόσω βρισκόταν πίσω του, ακούμπησε το γεννητικό του όργανο στο σώμα του ανήλικου κάνοντας παλλινδρομικές κινήσεις μπρος πίσω.
3.Ακολούθως, ο κατηγορούμενος κατέβασε το παντελόνι και το εσώρουχο του και είπε στον ανήλικο: ‘Έλα παίξε μου τον να χύσω πάνω σου’ εννοώντας το γεννητικό του όργανο. Τότε ο ανήλικος αντέδρασε σπρώχνοντας τον κατηγορούμενο και έφυγε τρέχοντας προς την οικία του που βρισκόταν σε κοντινή απόσταση.
4.Με την άφιξή του στην οικία του, ο ανήλικος εμφανιζόταν ιδιαίτερα ανήσυχος και ιδρωμένος. Εκεί, αποκάλυψε στη μητέρα του τα όσα είχαν συμβεί με τον κατηγορούμενο, η οποία στη συνέχεια του ζήτησε να επαναλάβει τα ίδια στον σύζυγό της και πατέρα του ανήλικου. Αφού ο ανήλικος επανέλαβε και στον πατέρα του τα όσα είχαν συμβεί, ο τελευταίος, το ίδιο βράδυ, επικοινώνησε τηλεφωνικώς με τον κατηγορούμενο και του ζήτησε να μεταβεί στην οικία τους.
5.Ο κατηγορούμενος μετέβηκε στην οικία του ανήλικου και αφού ο πατέρας του ανήλικου του μετέφερε όσα τους είπε ο ανήλικος ότι συνέβησαν, ο κατηγορούμενος τα αρνήθηκε και έφυγε. Εκείνο το βράδυ ο ανήλικος ήταν πολύ ανήσυχος και έκλαιγε.
6.Την επόμενη μέρα ο πατέρας του ανήλικου, στην παρουσία του κουμπάρου του, κάλεσε ξανά τον κατηγορούμενο στο σπίτι τους για να μιλήσουν. Τότε ο κατηγορούμενος πήγε και στην παρουσία τους παραδέχτηκε τα όσα αποκάλυψε ο ανήλικος λέγοντας τους πως έκανε λάθος.
7.Στη συνέχεια ο κατηγορούμενος κατά διαστήματα συνέχισε να επισκέπτεται την οικία του ανήλικου προφασιζόμενος να δει αν είναι όλοι καλά. Η οικογένεια του ανήλικου κατά το δεδομένο χρόνο δεν προχώρησε σε καταγγελία στην Αστυνομία
8.Σε άγνωστη ημερομηνία μεταξύ των 1.9.2023 και 31.10.2023 ο κατηγορούμενος επισκέφθηκε την οικία του ανήλικου σε χρόνο που οι γονείς του απουσίαζαν από το σπίτι και κάθισε μαζί με τον ανήλικο να παίξουν ηλεκτρονικό παιχνίδι στην τηλεόραση (playstation). Τότε σε κάποια στιγμή, ο κατηγορούμενος στάθηκε πίσω από τον ανήλικο και καταχρώμενος τη θέση εμπιστοσύνης, εξουσίας και επιρροής που κατείχε επάνω του ενόσω βρισκόταν πίσω του και ο ανήλικος στεκόταν, ακούμπησε το γεννητικό του όργανο στο σώμα του ανήλικου κάνοντας παλλινδρομικές κινήσεις μπρος πίσω.
9.Περί τον Απρίλιο του 2025, ο ανήλικος παρουσίασε προβλήματα αναφορικά με τη φοίτησή του στο Δημοτικό Σχολείο και, στο πλαίσιο αυτό, παραπέμφθηκε για συνεργασία με ψυχολόγο. Κατά τη λήψη του ιστορικού από την ψυχολόγο, η μητέρα του ανήλικου αναφέρθηκε στο περιστατικό κακοποίησης από τον κατηγορούμενο που της αποκάλυψε ο ανήλικος.
10.Αμέσως, ειδοποιήθηκε ο Κλάδος Διερεύνησης Αδικημάτων Σεξουαλικής Κακοποίησης Ανηλίκων της Αστυνομίας, μέλη του οποίου επικοινώνησαν με τους γονείς του ανήλικου προκειμένου να διευθετηθεί συνάντηση για λήψη οπτικογραφημένης κατάθεσης από τον ανήλικο. Οι γονείς του ανήλικου ανέφεραν ότι ο ανήλικος δεν είναι έτοιμος ούτε πρόθυμος να το πράξει και διευθετήθηκαν συναντήσεις με κλινική ψυχολόγο από το Σπίτι του Παιδιού προκειμένου να αξιολογηθεί ο ανήλικος.
11. Την 29/9/25 και μεταξύ των ωρών 16:12-16:52, αφού ο παραπονουμενος εξέφρασε σχετική επιθυμία να προβεί σε κατάθεση, λήφθηκε οπτικογραφημένη κατάθεση από αυτόν στην οποία αναφέρθηκε στα πιο πάνω περιστατικά που συνέβησαν με τον κατηγορούμενο.
12.Την 1/10/25 και περί ώρα 15:15 ο κατηγορούμενος συνελήφθη δυνάμει δικαστικού εντάλματος σύλληψης και αφού πληροφορήθηκε για τους λόγους της σύλληψης του και του επεστήθη η προσοχή του στο Νόμο, αυτός απάντησε «Κάμετε τη δουλειά σας.»
13.Στις 3/10/2025 και μεταξύ των ωρών 10:55-13:30 λήφθηκε ανακριτική κατάθεση από τον Κατηγορούμενο, στην οποία αρνήθηκε τη διάπραξη των αδικημάτων δίνοντας τη δική του εκδοχή ως προς τα γεγονότα
14.Στις 25/6/2025, 16/7/2025 και 24/9/2025, η κλινική ψυχολόγος του Σπιτιού του Παιδιού, [ ] προέβη σε σειρά ψυχοδιαγνωστικών κλινικών συνεντεύξεων με τον ανήλικο, που περιλάμβαναν ημιδομημένη κλινική συνέντευξη, και κλινική παρατήρηση. Σύμφωνα με την κλινική της διάγνωση ο ανήλικος παρουσίαζε συμπτωματολογία Διαταραχής Μετατραυματικού Στρες σύμφωνα με τα κριτήρια του διαγνωστικού συστήματος DSM-5, παρουσιάζοντας κλινικά σημαντική ενόχληση σε σημαντικές πτυχές της λειτουργικότητας του. Έγιναν εισηγήσεις για ψυχολογική θεραπεία παιδιού με στόχο την επεξεργασία του τραύματος και συμβουλευτική γονέων για βελτίωση των γονικών τους δεξιοτήτων. (…)»
Λέχθηκε επίσης από την Κατηγορούσα Αρχή και συμφώνησε η ευπαίδευτη συνήγορος του, ότι ο Κατηγορούμενος βαρύνεται με μια προηγουμένη καταδίκη στην Ποινική Υπόθεση 12660/18 Ε.Δ. Λεμεσού. Πρόκειται για καταδίκη ημερομηνίας 9/7/20024, η οποία, όπως προκύπτει από την Ένδειξη Β, που είναι το Ποινικό Μητρώο του Κατηγορούμενου, αναφέρεται σε ίδιας φύσης αδικήματα. Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο στην πιο πάνω υπόθεση, επέβαλε στον Κατηγορούμενο συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 6, 10 και 8 μηνών, αντίστοιχα, για δύο κατηγορίες που αφορούν στο αδίκημα της σεξουαλικής εκμετάλλευσης παιδιού κατά παράβαση των Άρθρων 2, και 6(1) του Ν.91(Ι)/2014 και σε μια κατηγορία που αφορά στο αδίκημα της άσεμνης επίθεσης εναντίον γυναίκας, κατά παράβαση του Άρθρου 151 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 151. Ο Κατηγορούμενος αποφυλακίστηκε την 9/3/2025.
Μελετήσαμε το περιεχόμενο της γραπτής αγόρευσης της ευπαίδευτης συνηγόρου του Κατηγορούμενου με προσοχή στο πλαίσιο διεκπεραίωσης του έργου μας για επιβολή στον κατηγορούμενο της κατάλληλης ποινής σε ό,τι αφορά το είδος, αλλά και το ύψος της. Ορθά, οφείλουμε να παρατηρήσουμε, πως η ευπαίδευτη συνήγορος του αναγνώρισε τη σοβαρότητα των αδικημάτων που ο Κατηγορούμενος διέπραξε. Αφού αναφέρθηκε στη σημασία της παραδοχής του Κατηγορούμενου, στη μεταμέλεια του, στη συνεργασία του με την αστυνομία, στις προσωπικές του συνθήκες και περιστάσεις, στις συνθήκες κάτω από τις οποίες διέπραξε τα αδικήματα και εξέθεσε όλους τους μετριαστικούς παράγοντες που το Δικαστήριο θα πρέπει να λάβει υπόψη του μετέφερε, τέλος, την απολογία του για τα αδικήματα που διέπραξε.
Αναφέρει ακόμη η ευπαίδευτη συνήγορός του ότι η παραδοχή του, η συνεργασία του με τις αρχές και η διάθεση του να αναλάβει την ευθύνη των πράξεων του αποτελούν ισχυρές ενδείξεις ότι έχει την δυνατότητα να αλλάξει και ζήτησε από το Δικαστήριο «να αναγνωρίσει ότι η συμπεριφορά του κατηγορούμενου δεν είναι προϊόν κακίας αλλά προϊόν ελλείψεων. Δεν είναι προϊόν επιλογής, αλλά συνθηκών. Δεν είναι προϊόν δόλου, αλλά μιας ζωής που δεν του επέτρεψε να αναπτυχθεί ως ολοκληρωμένη προσωπικότητα…». Προσπάθησε να αποδώσει και να συνδέσει τις πράξεις του Κατηγορούμενου με τις ελλείψεις που είχε και βίωσε λόγω του ότι δεν είχε την τύχη να μεγαλώσει σε περιβάλλον αγάπης, σταθερότητας και καθοδήγησης. Παραθέτουμε τα όσα αναφέρει σχετικά με την ψυχική του ανάπτυξη:
«…η ψυχική του ανάπτυξη υπήρξε ελλιπής, ότι η συναισθηματική του ωριμότητα είναι περιορισμένη και ότι η ικανότητά του να αντιληφθεί τις συνέπειες των πράξεων του είναι μειωμένη. Αυτά τα στοιχεία δεν αναιρούν την ευθύνη του. Αποτελούν όμως κρίσιμους παράγοντες για την εξατομίκευση της ποινής. Η παραδοχή του κατηγορουμένου αποτελεί ένδειξη ότι, παρά τα ψυχικά του τραύματα έχει αρχίσει να αντιλαμβάνεται τη βαρύτητα των πράξεων του. Η παραδοχή αυτή δεν ήταν εύκολη. Η αναγνώριση της ευθύνης είναι πράξη που απαιτεί θάρρος. Η παραδοχή του δείχνει ότι ο Κατηγορούμενος δεν επιδιώκει να αποφύγει τις συνέπειες. Αντιθέτως, αποδέχεται την κρίση του Δικαστηρίου και ζητά να κριθεί με βάση το σύνολο της προσωπικότητάς του και όχι μόνο με βάση τις πράξεις του. (…) Είναι άνθρωπος που διαμορφώθηκε μέσα σε συνθήκες που δεν του επέτρεψαν να αναπτύξει υγιείς μηχανισμούς συμπεριφοράς. (…) Και η δικαιοσύνη απαιτεί να ληφθούν υπόψη τα βαθιά τραύματα, η ψυχολογική ευαλωτότητα και η έλλειψη ευκαιριών που διαμόρφωσαν τον Κατηγορούμενο. Η εξέταση της προσωπικότητας του κατηγορουμένου δεν μπορεί να είναι αποσπασματική ούτε επιφανειακή. Η δικαιοσύνη απαιτεί να εξεταστεί ολόκληρη η διαδρομή του ανθρώπου, διότι μόνο έτσι μπορεί να επιβληθεί ποινή που να αντανακλά όχι μόνο τη βαρύτητα των πράξεων, αλλά και τον βαθμό υπαιτιότητας, την ψυχική του κατάσταση, τις δυνατότητες επανένταξης και την πραγματική του επικινδυνότητα. Στην περίπτωση του Κατηγορουμένου, η διαδρομή αυτή είναι βαθιά σημαδεμένη από τραύματα που ξεκινούν από την παιδική του ηλικία και εκτείνονται σε όλη την ενήλικη ζωή του. Τα τραύματα αυτά δεν είναι θεωρητικά. Είναι πραγματικά, βαθιά και διαμορφωτικά.»
Αναφορικά με τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές συνθήκες του κατηγορουμένου, στις οποίες έκανε αναφορά και η ευπαίδευτη συνήγορός του, αντλούμε πληροφόρηση από την έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, το περιεχόμενο της οποίας δεν κρίνουμε σκόπιμο να επαναλάβουμε, αλλά να το συνοψίσουμε.
O Κατηγορούμενος ηλικίας 58 περίπου ετών, γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Λεμεσό και έχει τρία μεγαλύτερα αδέλφια. Ο πατέρας του απεβίωσε το 1982, σε ηλικία 52 ετών και η μητέρα του το 2010, σε ηλικία 69 ετών. Το 1997 τέλεσε τον πρώτο του γάμο και απέκτησε 2 παιδιά ηλικίας σήμερα 27 και 23 ετών. Λόγω προβλημάτων στις διαπροσωπικές τους σχέσεις με την σύζυγο του χώρισαν το 2015. Τη φύλαξη και φροντίδα των παιδιών την ανέλαβε ο Κατηγορούμενος δυνάμει δικαστικού διατάγματος. Το γεγονός του διαζυγίου επηρέασε σε μεγαλύτερο βαθμό την κόρη του ζεύγους, η οποία ήταν τότε 14 ετών. Η οικογένεια διατηρούσε διαχρονικά συνεργασία με τις Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας. Η σύζυγος του αντιμετώπιζε προβλήματα ουσιοεξάρτησης και ιστορικό νοσηλείας στο Νοσοκομείο Αθαλάσσας. Οι σχέσεις με τα παιδιά της φαίνεται να ήταν πάντα τυπικές.
Ο Κατηγορούμενος, λόγω της απώλειας του πατέρα του, άρχισε να εργάζεται ενώ ήταν ακόμα μαθητής. Από 12 ετών, εργαζόταν τα καλοκαίρια στα σταφύλια και σε ηλικία 15 ετών ως βοηθός σε οικοδομές. Συνεπεία εργατικού ατυχήματος τραυματίστηκε σοβαρά στο αριστερό μάτι και υπεβλήθη σε χειρουργική επέμβαση στο εξωτερικό και παρουσιάζει σχεδόν πλήρη απώλεια όρασης. Αφού ολοκλήρωσε κανονικά το λύκειο, στη συνέχεια εξέτισε τη στρατιωτική του θητεία και ακολούθως το 1992, εργάστηκε ως Ειδικός Αστυφύλακας στο Αεροδρόμιο Πάφου όπου και παραιτήθηκε το 1993. Στη συνέχεια φοίτησε σε ιδιωτική σχολή κομμωτικής και εργάστηκε ως υπάλληλος κομμωτής μέχρι το 1997 όπου και λειτούργησε το δικό του κομμωτήριο, το οποίο διατηρούσε μέχρι το 2019. Από το 2019 παραμένει εκτός εργασίας και στηρίζεται οικονομικά κυρίως από κρατικά επιδόματα. Μετά την αποφυλάκισή του το 2025, δεν επιδίωξε την επαγγελματική του αποκατάσταση και αιτήθηκε επαναφορά του κρατικού επιδόματος που λάμβανε προηγουμένως. Πέραν των οφθαλμολογικών προβλημάτων που αντιμετωπίζει, αντιμετωπίζει επίσης, όπως ο ίδιος ανάφερε στην λειτουργό που ετοίμασε την έκθεση, ορθοπεδικά, δερματολογικά προβλήματα καθώς και προβλήματα ψυχικής υγείας και χρήζει φαρμακοθεραπείας.
Η σύζυγος του πριν την απόκτηση των παιδιών τους, εργαζόταν ως σερβιτόρα ενώ μετά τη γέννηση του πρώτου παιδιού τους, παρουσίασε αυτοάνοση ηπατίτιδα και από τότε παραμένει εκτός εργασίας και συντηρείται οικονομικά από κρατικά επιδόματα.
Και τα δύο παιδιά του Κατηγορούμενου πάσχουν από γλουταρική οξυουρία τύπου 1, με αποτέλεσμα να παρουσιάσουν αναπτυξιακά προβλήματα και μαθησιακές δυσκολίες. Η θυγατέρα του έχει διαγνωστεί με Διαταραχή Ελλειμματικής Προσοχής και Υπερκινητικότητα (ΔΕΠΥ) και παρουσίασε αντικοινωνική και παραβατική συμπεριφορά στο σχολείο ενώ πρόσφατα, παρουσίασε όζους στον εγκέφαλο και για αυτό παρακολουθείται ιατρικά και χρήζει περαιτέρω αξιολόγησης. Η θυγατέρα του ολοκλήρωσε το λύκειο λαμβάνοντας παράλληλη στήριξη και έχοντας συνεργασία με ψυχολόγο ενώ σήμερα δεν εργάζεται και συντηρείται οικονομικά από το Ελάχιστο Εγγυημένο Εισόδημα (Ε.Ε.Ε.) Ο γιος του εργάζεται σήμερα ως φρουρός ασφαλείας.
Αδιαμφισβήτητα τα αδικήματα που διέπραξε ο Κατηγορούμενος είναι πολύ σοβαρά, γεγονός που αναγνώρισε όπως προαναφέραμε και η ευπαίδευτη συνήγορος υπεράσπισης χωρίς περιστροφές.
Η σοβαρότητα ενός αδικήματος αντανακλάται μέσα από την προβλεπόμενη από τον Νόμο ποινή. Συγκεκριμένα, για το αδίκημα της σεξουαλικής κακοποίησης παιδιού, όταν υπάρχει κατάχρηση θέσης εμπιστοσύνης, εξουσίας ή επιρροής επάνω στο παιδί, ο Νόμος προβλέπει ποινή φυλάκισης δια βίου.
Όπως έχει λεχθεί, η προβλεπόμενη από το Νόμο ανώτατη ποινή είναι ενδεικτική της έκτασης της σοβαρότητας ενός αδικήματος και αυτό είναι ένα στοιχείο που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής (Αστυνομία ν. Πατουρή Ποιν. Εφεση 51/2020 , 3.12.2020, Δημοκρατία ν. Κυριάκου κ.α. (1990) 2 Α.Α.Δ. 264, Souilmi v. Αστυνομίας (1992) 2 Α.Α.Δ. 248, Γενικός Εισαγγελέας v. Πέτρου (1993) 2 Α.Α.Δ. 9). Όπως τέθηκε στην Λεβέντης v. Αστυνομίας (1999) 2 Α.Α.Δ. 632: «Το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από το νόμο είναι η βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή».
Βεβαίως, όταν τα Δικαστήρια καλούνται να επιβάλουν ποινή, δεν βασίζονται μόνο στην προβλεπόμενη από τον νόμο ποινή, αλλά λαμβάνουν υπόψη και τις προσωπικές συνθήκες ενός κατηγορούμενου, τις περιστάσεις διάπραξης των αδικημάτων, το μέσο που χρησιμοποιήθηκε για τη διενέργεια της εγκληματικής πράξης, τη μορφή και την έκταση της επιλήψιμης συμπεριφοράς, τη συχνότητα διάπραξης τέτοιας παράνομης συμπεριφοράς και τις επιπτώσεις που προκαλούνται στο θύμα, στην κοινωνία, στο ευρύ κοινό και σε τέτοιες περιπτώσεις στο ανήλικο θύμα (Ιωσήφ ν. Δημοκρατίας (2012) 2 Α.Α.Δ. 930).
Στη Μιχαηλίδης ν. Δημοκρατίας (1991) 2 Α.Α.Δ. 391, στις σελίδες 402 – 403, λέχθηκαν τα εξής σχετικά:
«Σχετικά με τη σοβαρότητα των αδικημάτων θα θέλαμε να παρατηρήσουμε ότι ο χαρακτηρισμός κάποιου αδικήματος ως σοβαρού δεν εξαρτάται αποκλειστικά από το ανώτατο όριο ποινής που ο νόμος προνοεί για τη διάπραξή του. Εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το σύνολο των περιστάσεων που περιβάλλουν τη διάπραξή του και διαγράφουν το μέγεθος της βλάβης και τις εν γένει συνέπειες που η διάπραξή του μπορεί να επιφέρει στην κοινωνία και οι οποίες δυνατόν είτε να υποβιβάζουν ένα αδίκημα για το οποίο προνοείται πολυετής φυλάκιση σε απλή και τυπική παράβαση, είτε να καθιστούν εξαιρετικά σοβαρό ένα αδίκημα για το οποίο δεν προνοείται αυστηρή ποινή υπό μορφή πολυετούς φυλάκισης.»
Κάθε υπόθεση κρίνεται ξεχωριστά και η ποινή που επιβάλλεται σε κάθε κατηγορούμενο είναι εξατομικευμένη. Η εξατομίκευση της ποινής «αποτελεί συνθετικό στοιχείο του παρονομαστή της τιμωρίας» (Salaryand ν. Αστυνομίας (2003) 2 Α.Α.Δ. 541). Στο πλαίσιο άσκησης της κρίσης για επιλογή του κατάλληλου είδους και ύψους της ποινής που αρμόζει στην κάθε περίπτωση, σταθμίζονται όλοι οι προαναφερόμενοι παράγοντες, σε συνδυασμό με τα ελαφρυντικά στοιχεία που παρουσιάστηκαν από την υπεράσπιση, καθώς και εκείνων που πηγάζουν από τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης και τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη.
Είναι βεβαίως καλά γνωστό πως, όπου το στοιχείο της αποτροπής αναδύεται ως επιτακτική ανάγκη, οι προσωπικές περιστάσεις ενός κατηγορούμενου είναι ήσσονος σημασίας. Εκεί, δηλαδή, που έχουν διαπραχτεί σοβαρής φύσεως αδικήματα που βρίσκονται σε έξαρση και χρήζουν αυστηρής αντιμετώπισης, όπως στην παρούσα περίπτωση, οι προσωπικές συνθήκες των παραβατών διαδραματίζουν περιθωριακό ρόλο στην επιμέτρηση της ποινής, έτσι ώστε να μην εξουδετερώνουν τον αποτρεπτικό χαρακτήρα της ποινής (Xiaojin και άλλος v. Δημοκρατίας (2006) 2 Α.Α.Δ. 104, Ιωάννου άλλως Μουσικός v. Αστυνομίας (πιο πάνω), Κλεοβούλου v. Αστυνομίας (1998) 2 Α.Α.Δ. 57 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Ζαννέτου (2001) 2 Α.Α.Δ. 438). Στη Γ. Α. ν. Δημοκρατίας Ποιν. Έφ. 178/2017, 24.10.2018, ECLI:CY:AD:2018:B457, περίπτωση που αφορούσε σε έντεκα περιπτώσεις σεξουαλικής συμπεριφοράς με παιδί, εκδηλούμενες σε περίοδο ενός έτους, αναφέρθηκε ότι:
«Η σοβαρότητα των αδικημάτων όπως προκύπτει από την προβλεπόμενη ποινή, η μεγάλη κοινωνική απαξία που τα αδικήματα αυτής της φύσης ενέχουν, η ανάγκη αποτροπής που πηγάζει από την απαράδεκτη συχνότητα με την οποία παρουσιάζονται και η μεγάλη σημασία που έχει το αγαθό που ο Νόμος θέλει να προστατεύσει, δηλαδή το παιδί, είναι παράγοντες που καθιστούν τις προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις δευτερεύουσας σημασίας.»
Όπως τονίστηκε, συναφώς, στην υπόθεση Σ.Λ. ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 155/2019, ημερ. 25/2/2021, ECLI:CY:AD:2021:B57 τα Δικαστήρια έχουν ευθύνη, με τις ποινές που επιβάλλουν για τέτοια αδικήματα, στο πλαίσιο πάντα και των ιδιαιτεροτήτων της κάθε υπόθεσης, να συμβάλλουν στην προστασία των παιδιών από τέτοιες απαράδεκτες και ειδεχθείς συμπεριφορές. Η επιβολή επιεικών ποινών για τέτοια αδικήματα, θα έστελνε, λανθασμένα μηνύματα τόσο προς την κοινωνία αλλά και σε κάθε επίδοξο παραβάτη.
Στην S.J.L. ν. Δημοκρατίας Πολ. Εφ 199/21 σχ. με 145/21, 27.10.2022, με παραπομπή στη Γ. Α. ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω) αναφέρθηκε ότι «επιβαλλόταν, συνεπώς, η ποινή, χωρίς να αγνοεί τις περιστάσεις του Εφεσείοντα, να αντανακλά ακριβώς την ανάγκη προστασίας των ανηλίκων από επίδοξους παραβάτες (Χ. ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 59/2016, ημερ. 23/3/2017).»
Ωστόσο, το καθήκον του Δικαστηρίου να λάβει υπόψη και τις προσωπικές περιστάσεις ενός κατηγορούμενου και να εξατομικεύσει την ποινή, δεν ατονεί ακόμη και στις περιπτώσεις όπου έχουν διαπραχτεί σοβαρά αδικήματα (Θεοχάρους v. Αστυνομίας (2008) 2 Α.Α.Δ. 575). Η εξατομίκευση της ποινής δεν πρέπει όμως να εξουδετερώνει τη σοβαρότητα του εγκλήματος και το στοιχείο της αποτροπής (Σωκράτους ν. Δημοκρατίας (1994) 2 Α.Α.Δ.132). Είναι με αυτό το σκεπτικό που θα προσεγγίσουμε τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές συνθήκες του κατηγορουμένου στην παρούσα υπόθεση, οι οποίες έχουν εκτεθεί πιο πάνω (Μ.Θ. v. Αστυνομίας (2005) 2 Α.Α.Δ. 174).
Ο Περί της Πρόληψης και της Καταπολέμησης της Σεξουαλικής Κακοποίησης, της Σεξουαλικής Εκμετάλλευσης Παιδιών και της Απεικόνισης Υλικού Σεξουαλικής Κακοποίησης Παιδιών Νόμος του 2014 (Ν. 91(Ι)/2014) προβλέπει την ποινική μεταχείριση προσώπων που διαπράττουν σεξουαλικής φύσεως αδικήματα εις βάρος ανήλικων προσώπων. Πρόκειται για ένα αυστηρό νομοθέτημα, το οποίο συμβάλλει στην αδιάκοπη προσπάθεια της παγκόσμιας κοινότητας να προστατεύσει τα παιδιά από τη σεξουαλική εκμετάλλευση και κακοποίηση (βλ. Aebi And Others, Criminal Punishment Around The World, Volumes 1-4, ABC-CLIO, 2010). Η εισαγωγή αυστηρών ποινών στοχεύει ακριβώς στην αναχαίτηση εγκλημάτων σεξουαλικής φύσεως (χχχ Γεωργίου v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 165/2019, ημερ. 20.05.21), ECLI:CY:AD:2021:B195. Όπως επανειλημμένα έχει λεχθεί, αδικήματα αυτής της μορφής και φύσης θα πρέπει να αντιμετωπίζονται με αυστηρές και αποτρεπτικές ποινές (Σοφοκλέους ν. Δημοκρατίας (1998) 2 Α.Α.Δ. 259 και Α.Γ.Α. ν. Δημοκρατίας (2006) 2 Α.Α.Δ. 345). Το γεγονός ότι τέτοιου είδους αδικήματα στρέφονται σε βάρος ανήλικων προσώπων, όπως είναι η υπό κρίση περίπτωση, τα καθιστούν εξαιρετικής σοβαρότητας. Η εκμετάλλευση της νεαρής ηλικίας των θυμάτων από ένα ενήλικο άτομο, προκειμένου να ικανοποιήσει τις σεξουαλικές ορέξεις και επιθυμίες του, δεν μπορεί παρά να προκαλεί αποστροφή και αποτροπιασμό στο υπόλοιπο υγιές μέρος της κοινωνίας.
Παράλληλα, είναι αισθητή η αγωνία της πολιτείας στην συνεχιζόμενη αύξηση κρουσμάτων σεξουαλικής κακοποίησης παιδιών, καθώς επίσης η επισήμανση της ανάγκης επιβολής αυστηρών ποινών, έτσι ώστε να αναχαιτιστούν τέτοιου είδους εγκληματικές συμπεριφορές. Αυτές οι παρατηρήσεις καταγράφονται σε διάφορες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Ενδεικτικά, στη συνέχεια, αναφέρουμε μερικές από αυτές.
Στην Ειρηναίος Χριστοφόρου ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 59/16 ημερομηνίας 23.03.17, λέχθηκαν τα εξής:
«Ο Νόμος περί Πρόληψης και Καταπολέμησης της Σεξουαλικής Κακοποίησης και της Σεξουαλικής Εκμετάλλευσης Παιδιών και της Παιδικής Πορνογραφίας Νόμου του 2014 (Ν.91(Ι)/2014) και ειδικά τα άρθρα 2, 5 και 6(3) έχουν σκοπό την προστασία των παιδιών από συμπεριφορές σεξουαλικής κακοποίησης που έχουν διαφορετικές βέβαια βαθμίδες. Εκείνο όμως που μένει ως σταθερή παράμετρος είναι το ίδιο το θύμα και η ηλικία του, που το κοινωνικό σύνολο θέλει να προστατεύσει, ως ένα πολύτιμο αγαθό. Γι’ αυτό και ο Νόμος είναι ιδιαίτερα αυστηρός στις προβλεπόμενες ποινές.»
Περαιτέρω, στην Γενικός Εισαγγελέας v. Ν.Ν., Ποινική Έφεση 69/17, ημερομηνίας 05.12.17, το Εφετείο ανέφερε τα ακόλουθα:
«Σε πρόσφατες αποφάσεις τονίσαμε την ανάγκη όπως οι ποινές σε τέτοιας φύσεως αδικήματα τα οποία στρέφονται εναντίον παιδιών πρέπει να είναι αυστηρές, εφόσον το προστατευόμενο αγαθό είναι ακριβώς τα παιδιά και όσο μικρότερη είναι η ηλικία αυτών, τόσο πιο έντονη είναι η ανάγκη να προστατευθούν, γι΄ αυτό και η διαβάθμιση που προκύπτει από τον ίδιο το νόμο είναι ότι όταν το παιδί - θύμα είναι κάτω των 13 ετών η προνοούμενη ποινή είναι αυτή της ισόβιας φυλάκισης».
Ακόμη, στην Ν.Σ. ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 184/15, ημερομηνίας 13.02.18, ECLI:CY:AD:2018:B72, λέχθηκαν, μεταξύ άλλων, τα πιο κάτω:
«(…) θα τονίσουμε, όχι απλώς την ανησυχία, αλλά την αγωνία των Δικαστηρίων σε σχέση με την ολοένα αυξανόμενη τάση διάπραξης τέτοιων αδικημάτων, τα οποία έχουν καταστεί δεσπόζοντα. Ό,τι πλήττουν είναι το παιδί και ο ευαίσθητος κόσμος του, αξίες μεγάλης σπουδαιότητας για την κοινωνία, τον άνθρωπο και τον πολιτισμό. Η αδιαμφισβήτητη αναγνώριση τέτοιας σπουδαιότητας αντανακλάται στη θέσπιση αυστηρότερων ποινών δια του Ν. 91(Ι)/2014, ως εκδήλωση της ανησυχίας της κοινωνίας και της αποφασιστικότητας της έννομης τάξης για αντιμετώπιση τέτοιων απαράδεκτων, από κάθε άποψη, συμπεριφορών. Όσο δε νεαρότερο είναι ένα παιδί, εξ αντικειμένου, το αδίκημα καθίσταται σοβαρότερο.»
Δεν μπορεί να παραγνωριστεί ότι η διάπραξη αδικημάτων αυτής της μορφής και φύσης παρουσιάζει ανησυχητική έξαρση, με αποτέλεσμα η επιβολή αυστηρών και αποτρεπτικών ποινών να καθίσταται επιβεβλημένη. Γνώση για την αυξητική τάση διάπραξης αδικημάτων αυτής της μορφής και φύσης, αντλούμε από τον όγκο και τον αριθμό των υποθέσεων που επιλαμβανόμαστε σχεδόν επί καθημερινής βάσης, αλλά και γενικά, από τον αριθμό των υποθέσεων όμοιας φύσης που κατακλύζουν και απασχολούν τα Δικαστήρια, όπως επίσης και από την ίδια την νομολογία.
Στη Λουκά Μιχαήλ ν. Αστυνομίας (1999) 2 Α.Α.Δ. 577, λέχθηκε πως η αυξητική τάση του εγκλήματος θα έχει και την ανάλογη αντιμετώπιση από τα Δικαστήρια, δηλαδή με την ανύψωση των ποινών (βλ. επίσης Abunazha v. Δημοκρατίας (2009) 2 Α.Α.Δ. 551). Η έννοια της επιβολής αποτρεπτικών ποινών εξηγήθηκε στην Πισκόπου v. Δημοκρατίας (1999) 2 Α.Α.Δ. 342. Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα, το οποίο ομιλεί από μόνο του:
«Η αποτροπή, ως παράγοντας ο οποίος επενεργεί στον καθορισμό της ποινής, έχει δύο παραμέτρους. Η μία έχει ως λόγο την αποτροπή του ίδιου του παραβάτη από την επανάληψη του εγκλήματος ή παρομοίων εγκλημάτων στο μέλλον. Η άλλη αφορά την αποτροπή τρίτων από τη διάπραξη όμοιων ή παρόμοιων εγκλημάτων. Στη δεύτερη περίπτωση, η αποτροπή έχει δύο συνισταμένες: Πρώτο, την αποτροπή η οποία είναι συνυφασμένη με τη σοβαρότητα του εγκλήματος, που αντανακλάται στο απόσπασμα και παρατίθεται στην απόφαση του Κακουργιοδικείου από το σύγγραμμα του Thomas «Principles of Sentencing", και δεύτερο, την αποτροπή ως μέσου για την καταστολή εγκλημάτων που ευρίσκονται σε έξαρση. Στην περίπτωση σοβαρών εγκλημάτων το στοιχείο της αποτροπής είναι αλληλένδετο με τη σοβαρότητα της κατηγορίας εγκλημάτων, στην οποία ανήκει το υπό τιμωρία έγκλημα, και με την εγγενή ανάγκη για την αποτροπή τους.»
Στην Ειρηναίος Γεωργίου ν. Δημοκρατία Ποιν. Εφ. 61/2020 σχ. με 64/2020, 14.7.2022, λέχθηκε ότι:
«(…) τα Δικαστήρια θα πρέπει να επιβάλλουν αυστηρές ποινές που να ενέχουν το στοιχείο της αποτροπής σε αδικήματα βιασμού και σεξουαλικής κακοποίησης παιδιού, ιδιαίτερα όταν διαπράττονται σε βάρος νεαρών και ανυπεράσπιστων ατόμων, αφού τα σεξουαλικά αδικήματα, ως εκ της φύσεως τους, μειώνουν και καταρρακώνουν την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, εξευτελίζοντας την ανθρώπινη υπόσταση του θύματος, στιγματίζοντας πολλές φορές ακατάλυτα και κατά τρόπο απρόβλεπτο τη ζωή του (βλ. Albu Mihalta v. Δημοκρατίας (2014) 2 (Β) ΑΑΔ, 764 και Ν.Σ. ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 184/2015 ημερομηνίας 13/2/2018), ECLI:CY:AD:2018:B72.
(…)
Τα παιδιά, που αποτελούν τη βάση της κοινωνίας αλλά και το μέλλον της, θα πρέπει να προστατευθούν. (βλ. Ειρηναίος Χριστοφόρου ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 59/2016, ημερομηνίας 23.3.2017). Το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Αστυνομία ν. Πατουρή, Ποινική Έφεση 51/2020, ημερομηνίας 3.12.2020 είναι σχετικό:
‘Εμφανώς, η προστασία του παιδιού αναγνωρίζεται από το διεθνές και ημεδαπό δίκαιο ως κοινωνική ανάγκη, πηγάζουσα εκ της εγγενούς φύσεώς του. Στο προοίμιο της Σύμβασης περί των Δικαιωμάτων του Παιδιού, κυρωθείσας με τον ομώνυμο Νόμο του 1990, (Ν. 243/1990), αναφέρεται, συναφώς ότι: ‘..., όπως υποδεικνύεται στη Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Παιδιού, ‘το παιδί, λόγω της σωματικής και διανοητικής του ανωριμότητας, χρειάζεται ειδική προστασία και φροντίδα, συμπεριλαμβανομένης και της κατάλληλης νομικής προστασίας, τόσο πριν όσο και μετά τη γέννησή του.’ Στο επίπεδο, ειδικά, της Ευρωπαϊκής ΄Ενωσης, εκτιμάται, στην αιτιολογική σκέψη 12 της Οδηγίας, πως:-
‘Για τις σοβαρές μορφές σεξουαλικής κακοποίησης και σεξουαλικής εκμετάλλευσης παιδιών θα πρέπει να επιβάλλονται αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές ποινές.’»
Ακόμη, όπως τονίστηκε στην Γενικός Εισαγγελέας ν. ΑΒ (2002) 2 ΑΑΔ 382, «(ε)γκλήματα βίας στην οικογένεια είναι, για τους λόγους που έχουμε εξηγήσει, ιδιαίτερα σοβαρά. Καθίστανται ιδιάζουσας σοβαρότητας όταν η επίθεση προσλαμβάνει σεξουαλικό χαρακτήρα και έχουν ως ελατήριο την ικανοποίηση των σεξουαλικών ορέξεων του γονέα. Τα ψυχικά τραύματα που αφήνουν τέτοια εγκλήματα είναι βαθιά και δύσκολα επουλώνονται. Ανατρέπεται ο ψυχικός κόσμος του παιδιού, βεβηλώνεται η ύπαρξή του.»
Σχετικές επί της ανάγκης επιβολής αποτρεπτικών ποινών είναι και οι Κέρκης v. Δημοκρατίας (2010) 2 Α.Α.Δ. 433, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σ. Σ., Ποιν. Εφ. 202/2021, ημερ. 17.3.2022, ECLI:CY:AD:2022:D116, Ν. Κρασιάς v. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 278/22, ημερ. 7.4.23, ECLI:CY:AD:2023:B133, και A.N.K. v. Δημοκρατίας, Ποινικές Εφ. 136/22 και 140/22, ημερ. 1.8.25.
Συνεπώς, η επιβολή ποινών που ενέχουν το στοιχείο της αποτροπής αποτελεί τη μόνη επιλογή, πράγμα που καθίσταται σαφές από την προαναφερόμενη νομολογία αλλά και διαφαίνεται από τις πρόνοιες του Νόμου 91(Ι)/2014.
Επαναλαμβάνουμε βέβαια ότι κάθε υπόθεση κρίνεται με βάση τα δικά της πραγματικά περιστατικά, ενώ κατά την επιμέτρηση της ποινής απαιτείται εξατομίκευσή της, ώστε αυτή να είναι ανάλογη της σοβαρότητας του αδικήματος, όπως αυτή αναδύεται και από τα γεγονότα που την περιβάλλουν.
Τα ίδια τα γεγονότα της υπό κρίση υπόθεσης την κατατάσσουν στις σοβαρές του είδους.
Η σχέση μεταξύ θύματος και Κατηγορούμενου, δημιουργήθηκε συνεπεία της γειτνίασης και της φιλικής σχέσης που αναπτύχθηκε μεταξύ της οικογένειας του ανήλικου θύματος και του Κατηγορούμενου. Αποτέλεσμα της σχέσης που αναπτύχθηκε ήταν η απόκτηση οικειότητας και άνεσης ώστε ο Κατηγορούμενος να επισκέπτεται συχνά την οικία που διέμενε ο ανήλικος με τους γονείς του και απ΄ότι φαίνεται και ο ανήλικος την οικία του Κατηγορούμενου. Ήταν κάτω από αυτές τις περιστάσεις και συνθήκες που δημιουργήθηκε και αναπτύχθηκε η σχέση εμπιστοσύνης και εξάρτησης την οποία στη συνέχεια ο Κατηγορούμενος κατάφωρα παραβίασε και εκμεταλλεύτηκε ώστε να ικανοποιήσει τις άρρωστες ορέξεις του έναντι του δεκάχρονου ανήλικου παιδιού των γειτόνων και οικογενειακών του φίλων σε δύο μάλιστα περιπτώσεις.
Η πρώτη περίπτωση επισυνέβη σε άγνωστη ημερομηνία μεταξύ της 1.6.2023 και 30.9.2023, όταν ο ανήλικος επισκέφθηκε την οικία του για να δανειστεί από τον Κατηγορούμενο μια βαλίτσα. Ο Κατηγορούμενος εκμεταλλεύτηκε την εκεί παρουσία του ανήλικου και το γεγονός ότι ο ανήλικος του ζήτησε να του κάμει μασάζ λόγω μιας ενόχλησης που ένιωσε στον αυχένα και αφού στάθηκε πίσω από τον ανήλικο ακούμπησε το γεννητικό του όργανο στο σώμα του ανήλικου κάνοντας παλινδρομικές κινήσεις μπρος πίσω και στη συνέχεια προχωρώντας ακόμα παραπάνω κατέβασε το παντελόνι και το εσώρουχο του και ζήτησε από τον ανήλικο να συμμετάσχει σε σεξουαλική πράξη μαζί του λέγοντας του «Έλα παίξε μου τον να χύσω πάνω σου» εννοώντας το γεννητικό του όργανο.
Ο ανήλικος αντιλαμβανόμενος το τι του είχε συμβεί αλλά και τι του είχε ζητήσει ο Κατηγορούμενος αντέδρασε τον έσπρωξε και έφυγε τρέχοντας προς την οικία του αποκαλύπτοντας τι είχε συμβεί στην μητέρα του και στη συνέχεια και στον πατέρα του.
Σημειώνουμε εδώ ότι ο Κατηγορούμενος παρά το ότι παραδέχτηκε τις πράξεις του την επόμενη ημέρα στον πατέρα του ανήλικου και ήταν ενήμερη και η μητέρα του ανήλικου για το περιστατικό, δεν καταγγέλθηκε αλλά διατήρησε το δικαίωμα πρόσβασης στην οικία του ανήλικου με αποτέλεσμα να βρει ξανά ευκαιρία και να επαναλάβει τις ίδιες πράξεις. Είναι λυπηρό αυτό το γεγονός και οφείλουμε να τονίσουμε ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν επρόκειτο για ζήτημα αγωνίας που κάθε γονιός έχει για το παιδί του να μην βρεθεί σε ανάλογη περίπτωση αλλά για καθαρή περίπτωση υποτίμησης ενός πραγματικού κινδύνου για τον οποίο όφειλαν οι γονείς του ανήλικου να λάβουν δυναμικά μέτρα. Το γεγονός ότι ο ανήλικος δεν προστατεύτηκε με τον τρόπο που αναμενόταν από το οικογενειακό του περιβάλλον προκύπτει αβίαστα από τα πιο πάνω και αποτελεί μια λυπηρή διαπίστωση.
Επαναλαμβάνουμε ότι πρόκειται για μια ιδιαίτερα σοβαρή περίπτωση, η οποία προκύπτει από τα γεγονότα της, καθώς και από την επαναλαμβανόμενη συμπεριφορά του Κατηγορούμενου. Το ευτυχές ήταν ότι ο ανήλικος, παρά την ηλικία του, είχε την ωριμότητα, αντέδρασε, και μίλησε στη μητέρα του όταν συνέβη το πρώτο περιστατικό. Οι γονείς του όμως αντί να αναχαιτίσουν την συμπεριφορά του Κατηγορούμενου και να προστατεύσουν το ανήλικο παιδί τους δεν έκαναν κάτι ουσιαστικό μετά το πρώτο περιστατικό και παράπονο του ανήλικου, πέραν από το να δεχτούν την απολογία του Κατηγορούμενου.
Και ενώ όλα τα γεγονότα είχαν συμβεί το 2023, σχεδόν δύο χρόνια αργότερα, το 2025, ήταν με την συμβολή της ψυχολόγου στην οποία είχε παραπεμφθεί ο ανήλικος λόγω των προβλημάτων που παρουσίαζε αναφορικά με την φοίτηση του στο Δημοτικό που αυτά αποκαλύφθηκαν. Tότε ήταν που η μητέρα του ανήλικου μίλησε για το περιστατικό κακοποίησης που της αποκάλυψε ο ανήλικος γιός της 2 χρόνια προηγουμένως.
Αξιοσημείωτο ακόμη είναι ότι μετά το πρώτο συμβάν και αφού ο Κατηγορούμενος αντιμετώπισε τους γονείς του ανήλικου και είχε κάθε ευχέρεια να αναλογιστεί το αποτρόπαιο της πράξης του και την ευχέρεια να αποταθεί για να ζητήσει βοήθεια ειδικού εφόσον κατέστη σαφές και στον ίδιο ότι δεν ήταν σε θέση να διαχειριστεί τις σεξουαλικές του ορμές έναντι ενός ανήλικου καταχράστηκε εκ νέου τη θέση του έναντι του ανήλικου, επαναλαμβάνοντας την πράξη του, με ψυχρότητα, εγωισμό και χωρίς ίχνος συνείδησης.
Αποτελούν επιβαρυντικούς παράγοντες στην παρούσα η επαναλαμβανόμενη σε μικρό χρονικό διάστημα κακοποίηση του θύματος από τον Κατηγορούμενο. Επιβαρυντικός παράγοντας, επίσης, είναι και η μεγάλη διαφορά ηλικίας. Το θύμα ήταν ηλικίας 10 ετών και ο Κατηγορούμενος ηλικίας 58 ετών. Η μεγάλη αυτή διαφορά ηλικίας μεταξύ θύματος και Κατηγορούμενου προσδίδει στο αδίκημα τέτοια απαξία και αποστροφή και αποτελεί επιπρόσθετο επιβαρυντικό παράγοντα. Ο Κατηγορούμενος ήταν σε μια ώριμη ηλικία που τον καθιστούσε ή έπρεπε να τον καθιστά ικανό να αντιληφθεί ότι έπρεπε να απέχει από τέτοιες πράξεις ή σεξουαλικές πράξεις με το θύμα, το οποίο ήταν ανήλικο. Οι οποίες ελλείψεις είχε ο Κατηγορούμενος αφού δεν είχε την τύχη να μεγαλώσει σε περιβάλλον αγάπης, σταθερότητας και καθοδήγησης, όπως λέχθηκε από την ευπαίδευτη συνήγορο του σε καμία περίπτωση δεν δικαιολογούν τις πράξεις του. Ο Κατηγορούμενος όταν διάπραξε τα αδικήματα ήταν σε ώριμη ηλικία και μάλιστα είναι πατέρας δύο ενήλικων σήμερα κοριτσιών.
Σύμφωνα με την Φραντζίδης Ανδρέας ν. Aστυνομίας (2002) 2 ΑΑΔ 77 «(η) δυστυχία που πλήττει ένα άνθρωπο στην παιδική του ηλικία δεν αποτελεί, όπως τονίσαμε και σε άλλες περιπτώσεις, μόνιμη ασπίδα κατά της συνέχισης της παρανομίας με ατιμωρησία».
Ιδιαίτερα επιβαρυντικό στοιχείο, επίσης, είναι οι συνέπειες που η συμπεριφορά και πράξεις του Κατηγορούμενου είχαν προς το θύμα. Η συμπεριφορά και οι πράξεις του Κατηγορούμενου δημιούργησαν ψυχολογικά προβλήματα στο θύμα αφού σύμφωνα με την κλινική διάγνωση ο ανήλικος παρουσίαζε συμπτωματολογία Διαταραχής Μετατραυματικού Στρες, παρουσιάζοντας κλινικά σημαντική ενόχληση σε σημαντικές πτυχές της λειτουργικότητας του έτσι ώστε να απαιτείται ψυχολογική θεραπεία με στόχο την επεξεργασία του τραύματος.
Αναδεικνύεται από τα γεγονότα και όλα τα πιο πάνω που αναφέρθηκαν η ιδιαίτερη σοβαρότητα της παρούσας υπόθεσης. Αν και αντικειμενικά τέτοιες πράξεις και ενέργειες απολήγουν, σε πλήγμα της προσωπικότητας του θύματος και του ψυχικού του κόσμου, χωρίς να χρειάζεται σχετική μαρτυρία περί τούτο (βλ. Blackstone΄s, Criminal Practice, Έκδοση 2009, σελ. 3109 και Μηνά ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση αρ. 228/18, ημερ. 16.3.2020), στην παρούσα περίπτωση, με βάση την επιστημονική μαρτυρία και τα όσα τέθηκαν ενώπιον μας, οι συνέπειες της συμπεριφοράς του Κατηγορούμενου προς το θύμα, αναδύουν μια ιδιαίτερη σοβαρότητα. Στην υπόθεση Σ. Π. ν. Αστυνομίας, (2014) 2 Α.Α.Δ. 468 λέχθηκε πως «(η) αμαύρωση και σπίλωση της παιδικής ψυχικής αθωότητας αποσυνθέτει τον χαρακτήρα του παιδιού σε βαθμό που αποστερείται της φυσιολογικής ζωής.».
Στη συνέχεια θα αναφερθούμε στους μετριαστικούς παράγοντες που λαμβάνουμε υπόψη προς όφελος του Κατηγορούμενου.
Βαρύτητα αποδίδουμε στην παραδοχή του Κατηγορουμένου. Έχει επανειλημμένα τονιστεί μέσα από τη νομολογία ότι η παραδοχή πρέπει να αμείβεται με σχετική έκπτωση στην ποινή. Αυτό ενθαρρύνει τους αδικοπραγούντες να παραδέχονται ενοχή, με αποτέλεσμα να μην σπαταλείται πολύτιμος χρόνος στην εκδίκαση υποθέσεων (Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας (2002) 2 Α.Α.Δ. 28 και Βασιλείου ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 110/2014, απόφαση ημερ. 15.06.15). Στην υπόθεση Ανδρέας Ανδρέου ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 163/2015, ημερ. 11.07.16, τονίστηκε, ανάμεσα σ’ άλλα, ότι «η παραδοχή είναι ο μόνος απτός τρόπος για να «μεταφερθεί» στο Δικαστήριο η μεταμέλεια ενός κατηγορουμένου και γι’ αυτό το λόγο έχει δεσπόζουσα σημασία στην επιμέτρηση της ποινής». Το ίδιο σκεπτικό διατυπώθηκε στη μεταγενέστερη υπόθεση Τράντα v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 8/2016, ημερ. 14.11.16.
Η σημασία της παραδοχής σε αυτού του είδους υποθέσεις τονίστηκε και στην απόφαση Η.Ε ν. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση Αρ. 137/18 (σχ. με 50/18) ημερομηνίας 08.04.20. Όπως λέχθηκε από το Εφετείο στην υπόθεση αυτή, η παραδοχή «είναι ο πλέον σημαντικός μετριαστικός παράγοντας κατά την επιμέτρηση της ποινής (Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας (2002) 2 Α.Α.Δ. 28) και δη σε υποθέσεις της εξεταζόμενης φύσεως όπου, με την παραδοχή, αποφεύγεται η ψυχική ταλαιπωρία του θύματος το οποίο με τη μη παραδοχή του δράστη υποβάλλεται σε αντεξέταση και ως εκ τούτου βιώνει εκ δευτέρου τα όσα τραυμάτισαν το σώμα και την ψυχή του.» Στην αξία της παραδοχής σε περιπτώσεις όπως την παρούσα αναφέρεται και η προγενέστερη υπόθεση Ν.Σ. v. Δημοκρατίας (πιο πάνω), στην οποίαν λέχθηκαν ανάμεσα σ’ άλλα: «Πολλάκις εκφράσαμε την αξία της παραδοχής, ειδικά σε σεξουαλικά αδικήματα, όπου το θύμα δεν υποβάλλεται στη βάσανο της μαρτυρίας, κάτι που εδώ δεν ισχύει.»
Θα εκλάβουμε εδώ την παραδοχή του κατηγορουμένου ότι ήταν άμεση. Η παραδοχή στο στάδιο που έγινε συνέβαλε στο να εξοικονομηθεί πολύτιμος δικαστικός χρόνος και να αποφευχθεί ταλαιπωρία, αλλά και ο ενδεχόμενος ψυχικός τραυματισμός του ανήλικου. Συνεπώς, στην παραδοχή του Κατηγορούμενου αποδίδουμε τη σημασία που της αρμόζει.
Ακόμη, συνεκτιμούμε προς όφελος του κατηγορουμένου την απολογία του, όπως αυτή εκφράστηκε ενώπιον μας από τη συνήγορό του.
Εκλαμβάνουμε την παραδοχή του καθώς και την απολογία ως έκφραση έμπρακτης μεταμέλειας από μέρους του, την οποίαν και προσμετρούμε προς όφελός του.
Καθίσταται από τώρα σαφές, πως χωρίς την παραδοχή του στο Δικαστήριο, την απολογία του ενώπιόν μας και γενικότερα την έμπρακτη μεταμέλεια που αυτός επέδειξε, τα περιθώρια επιείκειας θα ήταν στενά.
Περαιτέρω, δεχόμαστε όλες τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές περιστάσεις του κατηγορουμένου που καταγράφονται στην έκθεση του Γραφείου Ευημερίας και συμπληρωματικά έχουν αναφερθεί από τη συνήγορο υπεράσπισης στην αγόρευσή της, οι οποίες δεν έχουν αμφισβητηθεί από την εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής. Τα προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος, επίσης, τα λαμβάνουμε υπόψη. Οι εν λόγω συνθήκες του Κατηγορουμένου, στις οποίες έχουμε ήδη κάνει αναφορά, λαμβάνονται υπόψη στο βαθμό και την έκταση που η νομολογία τους αποδίδει, το πνεύμα της οποίας έχουμε εξηγήσει προηγουμένως (Abe v. Δημοκρατίας (2008) 2 Α.Α.Δ. 211 και Χρυσάνθου ν. Δημοκρατίας (2011) 2 Α.Α.Δ. 221).
Στην Πατουρή (ανωτέρω), αφού επισημάνθηκε ο σκοπός θέσπισης του Νόμου 91(Ι)/2014 και με παραπομπή στην Γ.Α. ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω), επισημάνθηκε ότι:
«Στο εν λόγω πλαίσιο, με δεδομένη τη διαπιστωνόμενη ανάγκη για ‘ειδική προστασία και φροντίδα’ των παιδιών, ως εκ της εγγενούς φύσεώς τους, σημειώνεται, εξαρχής, ότι ο παράγοντας που αφορά στις προσωπικές περιστάσεις του θύτη, εμφανώς, υποχωρεί αισθητά, κατά τη διεργασία της επιλογής της επιβληθησομένης ποινής.»
Στην Khalife v. Αστυνομίας (1998) 2 Α.Α.Δ. 315, αποφασίστηκε πως αν, λόγω σωματικής ανικανότητας ή ασθένειας, η φυλάκιση θα προκαλέσει σ' ένα αδικοπραγούντα ταλαιπωρία ασυνήθιστου βαθμού, αυτό επενεργεί ως ελαφρυντικός παράγοντας. Σημειώνεται, ωστόσο, ότι τα προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζει ένας κατηγορούμενος δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο για την αποφυγή επιβολής ποινής φυλάκισης, όταν ο Νόμος και οι περιστάσεις διάπραξης ενός αδικήματος καθιστούν επιβεβλημένη την επιλογή αυτή (βλ. Attorney–General v. Mavrokefalos (1966) 2 C.L.R. 93, Asoltanei v. Δημοκρατίας (2012) 2 Α.Α.Δ. 742, Κυπριανού v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 28/2014, ημερομηνίας 24.2.2014 και R v. Hall (2013) Crim. L.R. 426, CA). Στην πιο πρόσφατη απόφαση του Εφετείου, στην Χρύσανθος Χαραλάμπους v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 67/2024, ημερ. 26.04.2024, έγινε εκτενής ανάλυση του τρόπου με τον οποίο λαμβάνονται υπόψη τα προβλήματα υγείας ενός αδικοπραγούντα. Λέχθηκε, με παραπομπή σε προηγούμενη νομολογία, ότι: «Εάν οι προσωπικές περιστάσεις του καταδικασθέντος είναι εξαιρετικές, τότε μπορούν να επενεργήσουν ως ελαφρυντικός παράγοντας ο οποίος δικαιολογεί μείωση της ποινής φυλάκισης. Τέτοιες εξαιρετικές περιστάσεις υφίστανται αν λόγω κάποιας σωματικής ανικανότητας ή ασθένειας η φυλάκιση θα προκαλέσει στον καταδικασθέντα ταλαιπωρία ασυνήθιστου βαθμού».
Ούτε παραγνωρίζουμε τα όσα τέθηκαν ενώπιον μας αναφορικά με τις συνέπειες και τις επιπτώσεις που ενδεχόμενη ποινή φυλάκισης θα προκαλέσει στα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας του Κατηγορούμενου και συγκεκριμένα στα ενήλικα παιδιά του. Εντούτοις, θα πρέπει να λεχθεί ότι οι επιπτώσεις φυλάκισης στην οικογένεια ενός κατηγορουμένου συγκαταλέγονται μεταξύ των ελαφρυντικών περιστάσεων, πλην όμως δεν είναι αποφασιστικής σημασίας στον καθορισμό της ποινής (βλ. Domotov κ.ά. ν. Αστυνομίας (1996) 2 Α.Α.Δ. 328).
Όσον αφορά στη προηγούμενη καταδίκη του Κατηγορούμενου, είναι γνωστό ότι ουδείς τιμωρείται εκ νέου για αδίκημα για το οποίο έχει ήδη τιμωρηθεί. Σύμφωνα με την νομολογία, η σημασία των προηγούμενων καταδικών έγκειται στο ότι η ύπαρξή τους τείνει να μειώσει σε κάποιο βαθμό, μεγάλο ή μικρό, ανάλογα με τον αριθμό, το χρόνο και τη φύση των αδικημάτων στα οποία αναφέρονται, την επιείκεια που μπορεί να επιδειχθεί. Και τούτο, κυρίως, γιατί αποτελούν ένδειξη της στάσης του Κατηγορούμενου στην τήρηση των νόμων (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Ματθαίου (1994) 2 Α.Α.Δ. 1 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Αεροπόρου (1997) 2 Α.Α.Δ. 17). Στη Μιχαήλ ν. Δημοκρατίας (1998) 2 Α.Α.Δ. 306 τονίστηκε και πάλι ότι οι προηγούμενες καταδίκες δεν αποτελούν παράγοντα επιβαρυντικό της ποινής, αλλά επενεργούν ως παράγοντας περιορισμού της επιείκειας, της οποίας θα μπορούσε να τύχει ο συγκεκριμένος κατηγορούμενος, αν δεν βαρυνόταν με τις προηγούμενες καταδίκες (βλ. επίσης Vedat v. Αστυνομίας (2012) 2 Α.Α.Δ. 787, Γεωργίου ν. Αστυνομίας (2003) 2 Α.Α.Δ. 565). Στην Ιωάννου ν. Αστυνομίας (1992) 2 Α.Α.Δ. 286, τα προηγούμενα αδικήματα που ο κατηγορούμενος είχε διαπράξει, περιόρισαν τα περιθώρια επιείκειας με αποτέλεσμα το Ανώτατο Δικαστήριο να απορρίψει την έφεσή του. Για τη σημασία και τη βαρύτητα των προηγούμενων καταδίκων, και η οποία, επαναλαμβάνουμε, έχει να κάνει με την επιείκεια, παραπέμπουμε, επίσης, στην πολύ πρόσφατη Νικολάου v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 28/23, ημερ. 28.1.2026.
Εδώ, ο Κατηγορούμενος βαρύνεται με μια προηγούμενη καταδίκη για όμοιας φύσης αδικήματα. Πρόκειται για καταδίκη του 2024 (09/07/2024) για αδικήματα σεξουαλικής φύσης που διαπράχθηκαν παλαιότερα το 2018 (από 1.5.2018 – 30.6.2018). Ο Κατηγορούμενος, ενώ εκκρεμούσε η υπόθεση 12560/2018 ενώπιον του Δικαστηρίου το 2023 διέπραξε τα αδικήματα της παρούσας υπόθεσης χωρίς κανένα ενδοιασμό. Η προηγούμενη καταδίκη του Κατηγορούμενου για όμοιας φύσης αδικήματα με την παρούσα, όπως λέχθηκε και πιο πάνω, αποτελεί ένδειξη της στάσης του στην τήρηση των νόμων και δείχνει την ροπή του Κατηγορουμένου στη διάπραξη συγκεκριμένης φύσης αδικημάτων.
Η προηγούμενη καταδίκη του Κατηγορούμενου για αδικήματα του «ιδίου τύπου» σύμφωνα με το Άρθρο 19 (ζ) του Νόμου 91(1)/2014 επενεργεί ως επιβαρυντικός παράγοντας στοιχείο το οποίο επίσης λαμβάνουμε σοβαρά υπόψη.
Η ύπαρξη της προηγούμενης καταδίκης δεν συνηγορεί υπέρ των όσων η συνήγορος του αναφέρει στη γραπτή της αγόρευση και δη ότι ο Κατηγορούμενος, «Είναι άνθρωπος που σήμερα, για πρώτη φορά στη ζωή του, βρίσκεται αντιμέτωπος με τις συνέπειες των πράξεων του και δείχνει διάθεση να αλλάξει.».
Αρκετές αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου καταπιάνονται με την επιβολή ποινών για τα αδικήματα της φύσεως που ο Κατηγορούμενος διέπραξε. Θα αναφερθούμε σε ορισμένες από αυτές, γνωρίζοντας ότι οι προηγούμενες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου αναφορικά με τις επιβληθείσες ποινές, είναι ενδεικτικές του μέτρου τιμωρίας συγκεκριμένων εγκλημάτων και των παραμέτρων του καθορισμού της ποινής. Δεν έχουν, όμως, τον δεσμευτικό χαρακτήρα, που ενέχει ο καθορισμός αρχών δικαίου. Και τούτο, γιατί η ποινή που επιβάλλεται σε κάθε υπόθεση είναι αλληλένδετη με τις ιδιαιτερότητες των γεγονότων που την συνθέτουν και με τις ιδιαιτερότητες των συνθηκών του παραβάτη (Χαραλάμπους v. Δημοκρατίας (2000) 2 Α.Α.Δ. 1, Μιχαήλ v. Δημοκρατίας (2003) 2 Α.Α.Δ. 123 και χχχ Γεωργίου v. Δημοκρατίας (πιο πάνω). Η όποια αναφορά σε παρόμοιες υποθέσεις γίνεται για να υπάρχει, όσο είναι δυνατό, κοινή προσέγγιση στην αντιμετώπιση των παραβατών (Γρηγορίου ν. Αστυνομίας (1996) 2 Α.Α.Δ. 217). Στη Σάμπη ν. Δημοκρατίας (2012) 2 ΑΑΔ 100, το Εφετείο επανέλαβε ότι:
«(…) δεν υπάρχει προκαθορισμένο πλαίσιο και ακριβής προσδιορισμός της επιβαλλόμενης ποινής αναλόγως των προηγούμενων αποφάσεων. Η κάθε υπόθεση εξετάζεται στα πλαίσια των ιδιαιτεροτήτων που υπάρχουν και η κρίση της ορθότητας μιας ποινής εάν δηλαδή είναι έκδηλα υπερβολική ή όχι συναρτάται με τα περιστατικά της υπόθεσης, την προβλεπόμενη από το Νόμο ποινή και τις προσωπικές συνθήκες έκαστου εφεσείοντα, όπου είναι δυνατόν.»
Ενδεικτικά παραθέτουμε ορισμένες αποφάσεις που είναι ενδεικτικές του ύψους της ποινής.
Αρχίζουμε με την πιο πρόσφατη απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Κ.Π, Ποινική Έφεση Αρ. 74/2025, ημερομηνίας 8/12/2025, της οποίας τα γεγονότα έχουν ως εξής:
Ο εφεσίβλητος, που κατά τον επίδικο χρόνο ήταν υπάλληλος σε μία εταιρεία μετακόμισης, μετέβη μαζί με άλλους υπαλλήλους της εταιρείας, στην οικία της μητέρας της ανήλικης παραπονούμενης, τότε ηλικίας μόλις 8 ½ ετών, για να βοηθήσει στη μετακόμισή τους. Κάποια στιγμή γύρω στο μεσημέρι, η μητέρα της ανήλικης έφυγε από την οικία για να φέρει φαγητό, αφήνοντας την ανήλικη με την οικιακή βοηθό. Κατά τον χρόνο που η μητέρα της απουσίαζε, η ανήλικη ανέβηκε σε υπνοδωμάτιο στον δεύτερο όροφο της κατοικίας για να πάρει ένα παιχνίδι. Βγαίνοντας, αντιλήφθηκε τον κατηγορούμενο να έχει το γεννητικό του όργανο έξω από το παντελόνι και την ρώτησε εάν ήθελε να το αγγίξει. Η ανήλικη του απάντησε αρνητικά, και ακολούθως ο εφεσίβλητος της είπε «εντάξει» και της ζήτησε να τον αγκαλιάσει. Αφού η ανήλικη ντράπηκε, δέχτηκε να τον αγκαλιάσει και τότε ο εφεσίβλητος τη σήκωσε πάνω από το έδαφος και της έσφιξε με τα χέρια του τα οπίσθια πάνω από τα ρούχα της. Στη συνέχεια, ο κατηγορούμενος της ζήτησε να μην το πει σε κανέναν.
Το πρωτόδικο δικαστήριο επέβαλε στον κατηγορούμενο ποινή φυλάκισης 2 χρόνων, την οποία ανέστειλε. Η έφεση που καταχώρησε ο Γενικός Εισαγγελέας αφορούσε το ύψος της ποινής φυλάκισης που του επιβλήθηκε, καθώς και την διαταγή για αναστολής της ποινής φυλάκισης.
Το Εφετείο έκρινε ότι το πρωτόδικο δικαστήριο λανθασμένα εκτίμησε ότι δεν υπήρχαν ιδιαίτερα επιβαρυντικοί παράγοντες στην υπόθεση και συγκεκριμένα ότι: «Το πρωτόδικο Δικαστήριο απέτυχε να λάβει υπ' όψιν του ότι ο εφεσίβλητος ανέμενε τη μητέρα του θύματος να φύγει από το σπίτι για να μπορέσει να προβεί στις αποτρόπαιες πράξεις του. Δεν φαίνεται να απουσιάζει ο προσχεδιασμός, ως λανθασμένα αναφέρει το πρωτόδικο Δικαστήριο. Περίμενε να αποχωρήσει η μητέρα του θύματος, ούτως ώστε το θύμα, υπενθυμίζουμε ότι πρόκειται για κοριτσάκι ηλικίας 8 ½ μόλις ετών, να βρεθεί σε μία ευάλωτη κατάσταση και μειονεκτική θέση και να προχωρήσει στις πράξεις του καταχραζόμενος της θέσης που κατείχε τον επίδικο χρόνο. Επίσης, η συμπεριφορά του εφεσίβλητου, όταν το παιδί αρνήθηκε να αγγίξει το όργανό του, δεν λήφθηκε υπ' όψιν από το πρωτόδικο Δικαστήριο. Αντί μετανιωμένος να απομακρυνθεί, ζήτησε από την ανήλικη να τον αγκαλιάσει και όταν η ίδια το έπραξε, της άγγιξε τα οπίσθια.».
Περαιτέρω, το Εφετείο έκρινε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο, λανθασμένα, δεν έδωσε σημασία στην ψυχολογική κατάσταση και στο άγχος που προκλήθηκε στην ανήλικη, ότι δεν εκτίμησε δεόντως το γεγονός ότι η ανήλικη ήταν ηλικίας μόλις 8½ ετών κατά τη διάπραξη των αδικημάτων, και ότι ο νόμος προνοεί για ποινή ισόβιας φυλάκισης σε αδικήματα που στρέφονται εναντίον ανηλίκων κάτω των 13 ετών. Επίσης, ότι διέλαθε του πρωτόδικου Δικαστηρίου η συνεχής αύξηση των αδικημάτων αυτής της φύσης και η ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών. Το Εφετείο κατέληξε ότι η επιβληθείσα από το πρωτόδικο Δικαστήριο ποινή ήταν έκδηλα ανεπαρκής, την οποία αύξησε στα 3 χρόνια και ακύρωσε την διαταγή για αναστολή.
Στην Γ.Α. ν. Δημοκρατίας (πιο πάνω), επικυρώθηκε ποινή φυλάκισης 6 ετών που επιβλήθηκε στον εφεσίβλητο σε κάθε κατηγορία σεξουαλικής κακοποίησης. Ο Εφεσίβλητος κρίθηκε ένοχος μετά από ακρόαση σε 21 κατηγορίες. Οι 11 κατηγορίες αφορούσαν σεξουαλική κακοποίηση παιδιού εις βάρος της 10χρονης τότε παραπονούμενης, εκδηλούμενες από τον Μάιο 2015 μέχρι τον Μάιο 2016. Ο εφεσίβλητος ήταν ηλικίας 37 ετών. Προκύπτει, επίσης, μέσα από την απόφαση ότι ο εφεσίβλητος ήταν «άτομο της οικογένειας», εξ αγχιστείας συγγενής. Οι πράξεις του συνίσταντο σε φιλήματα στο στόμα και χαϊδέματα στα γεννητικά όργανα.
Στην Ν.Σ ν. Δημοκρατίας (πιο πάνω), ο εφεσείων βρέθηκε ένοχος από το Κακουργιοδικείο, μετά από ακροαματική διαδικασία, στην κατηγορία της άσεμνης επίθεσης κατά γυναικός, κατά παράβαση του άρθρου 151 του Ποινικού Κώδικα και σε δύο αδικήματα του Ν.91(Ι)/2014, κατά παράβαση των άρθρων 6(3) και 6(4)(β). Η ανήλικη ήταν ηλικίας 13 ετών και ο κατηγορούμενος ηλικίας 63 ετών. Σύμφωνα με τα γεγονότα της υπόθεσης, ο εφεσείων και η ανήλικη στις 8.3.2015 και περί ώρα 19:20 «στέκονταν σε σημείο πολυκατοικίας και προέβαιναν στις πιο κάτω πράξεις: Φιλιούνταν, γλείφονταν στο λαιμό, αγκαλιάζονταν και ο κατηγορούμενους έπιανε τα οπίσθια και άλλα μέρη του σώματος της ανήλικης.»
Στον επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 3 χρόνων στην κατηγορία της άσεμνης επίθεσης και 7 ετών στην κατηγορία της σεξουαλικής εκμετάλλευσης παιδιού με κατάχρηση ευάλωτης θέσης, κατά παράβαση του άρθρου 6(4)(β). Η έφεση του αφορούσε τόσο την καταδίκη του, όσο και το ύψος της ποινής που του επιβλήθηκε. Το Εφετείο ανέτρεψε την καταδίκη του κατηγορούμενου σε σχέση με την κατηγορία που του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 7 ετών και παρέμεινε το θέμα της ποινής των 3 χρόνων στην κατηγορία της άσεμνης επίθεσης, η οποία και επικυρώθηκε. Εξέτασε, επίσης, το Εφετείο, ενόψει της ανατροπής της καταδίκης στην κατηγορία που επιβλήθηκε ποινή (κατηγορία 52), το θέμα της ποινής στην κατηγορία που εκρίθη ότι δεν θα επιβάλλετο ποινή, δηλαδή στην κατηγορία 3, εφόσον τα συστατικά στοιχεία της εμπεριέχονταν στην κατηγορία 52. Το Εφετείο επέβαλε στον εφεσείοντα τελικά ποινή φυλάκισης 5 ετών για την κατηγορία 3 που αφορούσε το αδίκημα της σεξουαλικής κακοποίησης παιδιού, κατά παράβαση του άρθρου 6(3) του Ν.91(Ι)/2014.
Στην χχχχ Ρ. ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 253/2017, ημερομηνίας 28.02.19, ECLI:CY:AD:2019:B66, ο εφεσείων καταδικάστηκε, μετά από ακροαματική διαδικασία, σε δώδεκα κατηγορίες. Τέσσερις από αυτές (κατηγορίες 1, 4, 7 και 10) αφορούσαν σε σεξουαλική κακοποίηση παιδιού, κατά παράβαση των άρθρων 2 και 6 (4)(α) του Ν. 91(Ι)/2014, τέσσερις σε σεξουαλική κακοποίηση παιδιού (κατηγορίες 2, 5, 8 και 11), κατά παράβαση των άρθρων 2 και 6(3) του ιδίου Νόμου και τέσσερις σε άσεμνη επίθεση κατά γυναικός (κατηγορίες 3, 6, 9 και 12), κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 4(1)(2)(α) και 23 του περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων (Ν.119(1)/2000) και του άρθρου 151 του Ποινικού Κώδικα. Τα αδικήματα διαπράχθηκαν μεταξύ Μαΐου και Αυγούστου του 2015 στο σπίτι του εφεσείοντα, όπου σε τέσσερις διαφορετικές περιπτώσεις άγγιξε και χάιδεψε την κοιλιά και τα γεννητικά όργανα της ανήλικης, ηλικίας τότε 11 ετών, ενώ σε μια περίπτωση έγλειψε επιπρόσθετα τα γεννητικά της όργανα. Για τα αδικήματα των κατηγοριών 1, 4 ,7 και 10, του επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 5 ετών στην κάθε μια και στις κατηγορίες 3, 6, 9 και 12 ποινές φυλάκισης 2 ετών στην κάθε μια. Στις κατηγορίες 2, 5, 8, και 11 δεν επιβλήθηκε καμία ποινή.
Η έφεση που καταχώρησε αφορούσε τόσο την καταδίκη του, όσο και το ύψος των ποινών φυλάκισης που του επιβλήθηκε, ως έκδηλα υπερβολική. Η έφεση του απορρίφθηκε τονίζοντας το Εφετείο ότι το Κακουργιοδικείο ορθά επικεντρώθηκε στην ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών, λόγω της φύσης των αδικημάτων που στρέφονται κατά ανήλικης, και της όλο και αυξανόμενης συχνότητας διάπραξης αδικημάτων σεξουαλικής φύσης, ως τα υπό συζήτηση. Ανέφερε, επίσης, ότι το Κακουργιοδικείο δεν ξέφυγε από τα ορθά όρια που επιτάσσει η νομολογία και ότι αντιμετώπισε τον εφεσείοντα με τον δέοντα τρόπο και προσμέτρησε κάθε στοιχείο στα θεμιτά πλαίσια.
Στην Filip v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 112/2019, ημερ. 3.12.2020, ECLI:CY:AD:2020:D412, ο εφεσείων, κρίθηκε ένοχος, μετά από δική του παραδοχή, ότι σε δύο διαφορετικές περιπτώσεις, εισήλθε στο δωμάτιο της ανήλικης κόρης του (13 ετών), ενώ αυτή ήταν ξαπλωμένη στο κρεβάτι της, άρχισε να την αγγίζει σε διάφορα σημεία του σώματός της και, παρά τις αντιδράσεις της για να τον απωθήσει, ξάπλωσε δίπλα της, της αφαίρεσε τα εσώρουχα και άρχισε να την αγγίζει στα γεννητικά όργανα (1η και 4η κατηγορία αντίστοιχα). Πρωτοδίκως του επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 7 ετών. Το Εφετείο διαπίστωσε υπέρμετρη αυστηρότητα στις ποινές και, συνεπώς, τις μείωσε σε συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 5 ετών.
Στην πρόσφατη Α. Ν. Κ. κ.ά. v. Δημοκρατίας κ.ά., Ποινική Έφεση 136/2022 κ.ά, ημερ. 1.8.2025, τα περιστατικά της οποία αναγνωρίζουμε ότι είναι πιο σοβαρά από αυτά της υπό κρίση περίπτωσης, ο εφεσείων κρίθηκε ένοχος, μετά από ακροαματική διαδικασία, σε 12 κατηγορίες σεξουαλικής κακοποίησης παιδιού, κατά παράβαση του Ν.91(Ι)/2014, και σε 2 κατηγορίες βίας στην οικογένεια, κατά παράβαση του Ν.119(Ι)/2000. Τα αδικήματα διαπράχθηκαν την περίοδο 2017-19, κατά ανήλικης, η οποία γεννήθηκε περί τα τέλη του 2009, ενόσω ο εφεσείων ήταν συμβίος της μητέρας της. Ειδικότερα, καταδικάστηκε για το ότι: (i) καταχρώμενος θέση εμπιστοσύνης, εξουσίας ή επιρροής πάνω στο παιδί, σε δυο ξεχωριστές περιπτώσεις χάιδευε την ανήλικη στα γεννητικά όργανα, στο στήθος και στα οπίσθια, κατά παράβαση του άρθρου 6(4)(α) (κατηγορίες 1 και 2), και του άρθρου 6(3), (7) (κατηγορίες 11 και 12) του Ν.91(Ι)/2014 (συμμετοχή σε σεξουαλική πράξη με παιδί κάτω της ηλικίας των 13 ετών), και του άρθρου 4(1)(2)(α) του Ν.119(Ι)/2000 (άσεμνη επίθεση εναντίον γυναίκας), (ii) σε δυο ξεχωριστές περιπτώσεις προκάλεσε την ανήλικη, μέσω κινητού τηλεφώνου ή τηλεόρασης να γίνει μάρτυρας σεξουαλικών πράξεων ή απεικονίσεων, κατά παράβαση του άρθρου 6(1), (7) του Ν.91(Ι)/2014 (κατηγορίες 31 και 32), (iii) σε άλλες δυο ξεχωριστές περιπτώσεις προκάλεσε την ανήλικη να γίνει μάρτυρας σεξουαλικών πράξεων, ήτοι χάιδευε το γεννητικό του όργανο στην παρουσία της, κατά παράβαση του άρθρου 6(1), (7) του Ν.91(Ι)/2014 (κατηγορίες 42 και 43), (iv) σε μια άλλη περίπτωση έγλειψε τα γεννητικά όργανα της ανήλικης κατά παράβαση των άρθρων 6(4)(α) και 6(3), (7) του Ν.91(Ι)/2014 (κατηγορίες 52 και 53), και (v) σε μια άλλη περίπτωση έβαλε το πέος του στο στόμα της ανήλικης, κατά παράβαση των άρθρων 6(4)(α) και 6(3), (7) του Ν.91(Ι)/2014 (κατηγορίες 54 και 55). Πρωτοδίκως επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 11 ετών (κατηγορίες 54, 55), 9 ετών (κατηγορίες 52, 53), 7 ετών (κατηγορίες 42, 43), 6 ετών (κατηγορίες 31, 32), 3 ετών (κατηγορίες 21, 22) και 8 ετών (κατηγορίες 1, 2, 11, 12). Το Εφετείο, απορρίπτοντας τόσο την έφεση του εφεσείοντα, όσο και του Γενικού Εισαγγελέα, κατά της ποινής, τόνισε ότι δεν διαπιστώνεται κανένα στοιχείο έκδηλης υπερβολής ή έκδηλης ανεπάρκειας. Πρόσθεσε δε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο έλαβε υπόψη «το μέτρο που οριοθετεί η νομολογία για τέτοιας φύσης αδικήματα, δίνοντας την ανάλογη έμφαση στο στοιχείο της αποτροπής».
Στην S.J.L. v. Δημοκρατίας Ποιν. Εφ. 129/21 σχ. με 145/21, 27.10.2022, ο Κατηγορούμενος ηλικίας 73 ετών κατά την έκδοση της απόφασης του Ανώτατου Δικαστηρίου, τις αρχές του 2019 είχε έλθει στην Κύπρο για μια εβδομάδα, για να επισκεφθεί τη θυγατέρα του και τα τρία ανήλικα παιδιά της. Κατά την εβδομάδα που παρέμεινε στην Κύπρο, επισκεπτόταν σχεδόν καθημερινά την οικογένεια της θυγατέρας του. Ανέπτυξε καλές σχέσεις με τα εγγόνια του και ιδιαίτερα με το αγοράκι, ηλικίας 5 ½ ετών. Το αγοράκι αυτό βρίσκεται στο φάσμα του αυτισμού και λόγω της ευάλωτης κατάστασης του, είναι άτομο υψηλού ρίσκου για όλες τις μορφές κακοποίησης. Ο Εφεσείων συνήθιζε να κλείνεται με το αγοράκι σε μια σκηνή (αντίσκηνο) που βρισκόταν στο υπνοδωμάτιο του παιδιού. Μία ημέρα ευρισκόμενος με το αγοράκι εντός της σκηνής του έδειξε το πέος του. Τότε εισήλθε στο δωμάτιο η ανήλικη εγγονή ηλικίας 10 ½ ετών. Ο παππούς επέδειξε και σε εκείνη το πέος του. Στη συνέχεια το αγοράκι άγγιξε και έγλειψε το πέος του Εφεσείοντα και ο Εφεσείων έπραξε το ίδιο στο πέος του αγοριού. Στο πλαίσιο του ιδίου περιστατικού προσπάθησε, επίσης, να διεισδύσει το πέος του στον πρωκτό του παιδιού. Ο μόνος λόγος που δεν ολοκλήρωσε την πράξη του αυτή ήταν επειδή το αγοράκι είχε πονέσει και του ζήτησε να σταματήσει. Την ίδια πράξη προσπάθησε να κάνει το αγοράκι στον Εφεσείοντα. Ενώ ευρίσκονταν όλοι εντός της σκηνής, ο Εφεσείων δεν άφηνε το κορίτσι να φύγει. Επίσης, ο Εφεσείων ζήτησε από το κορίτσι να κατεβάσει το παντελόνι της και να του επιδείξει τα γεννητικά της όργανα. Αυτή, αντιλαμβανόμενη αρχικά το όλο θέμα ως παιγνίδι, ανταποκρίθηκε σε αυτό που της ζήτησε ο Εφεσείων και κατέβασε το παντελόνι και το εσώρουχο της. Τότε ο Εφεσείων άγγιξε το αιδοίο της. Στο τέλος ο Εφεσείων είπε και στα δύο παιδιά να μην αναφέρουν τίποτε στη μητέρα τους για το τι είχε συμβεί γιατί «ήταν το μυστικό τους». Ως αποτέλεσμα των πιο πάνω, ο Εφεσείων αντιμετώπισε διάφορες κατηγορίες που περιλάμβαναν τα αδικήματα της σεξουαλικής κακοποίησης παιδιού, κατά παράβαση των Άρθρων 2 και 6(4)(α) του περί της Πρόληψης και της Καταπολέμησης της Σεξουαλικής Κακοποίησης, της Σεξουαλικής Εκμετάλλευσης Παιδιών και της Παιδικής Πορνογραφίας Νόμου (Ν. 91(Ι)/2014), της απόπειρας συνουσίας με νεαρό άνδρα κάτω των 13 ετών, κατά παράβαση του Άρθρου 174(1)(2) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 και άσεμνη επίθεση κατά παράβαση του Άρθρου 152 του Κεφ. 154. Κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας, κρίθηκε ένοχος και του επιβλήθηκαν ποινές φυλάκισης με την μεγαλύτερη αυτή των 7 ετών. Κατ’ έφεση κρίθηκε ως έκδηλα ανεπαρκής και αντικαταστάθηκε με ποινή φυλάκισης 14 ετών.
Στην Ο.Ο. v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 337/2018 (σχ. με την 351/2017), ημερ. 20/01/2020, κ.α., ο Εφεσείων, 46 ετών, καταδικάστηκε σε συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 3 και 4 ετών, αφού κρίθηκε ένοχος κατόπιν παραδοχής σε επτά κατηγορίες κακοποίησης παιδιού, κατά παράβαση των άρθρων 2 και 6(1) του Ν.91(Ι)/2014, και κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας σε δύο κατηγορίες σεξουαλικής κακοποίησης παιδιού, κατά παράβαση των άρθρων 2, 6(4)(α) και 6(4)(γ) του ίδιου πιο πάνω Νόμου, αδικήματα τα οποία διαπράχθηκαν την περίοδο Ιουνίου 2016 και Μαΐου 2017, με θύμα τη 14χρονη, η οποία παρουσιάζει ήπια νοητική αδυναμία. Ήταν νυμφευμένος με εξάδελφη της μητέρας της ανήλικης και διέμενε μαζί με τη σύζυγο του και τα δύο τους παιδιά - ηλικίας 12 και 18 χρόνων - σε οικία που βρίσκεται δίπλα από την οικία όπου διαμένει η ανήλικη με την οικογένεια της. Η ανήλικη, λόγω των σχέσεων των δύο οικογενειών, επισκεπτόταν συχνά το σπίτι του εφεσείοντα ο οποίος, εκμεταλλευόμενος κάθε προσφερόμενη ευκαιρία, είτε της έδειχνε πορνογραφικό υλικό σε ηλεκτρονικό υπολογιστή είτε αυνανιζόταν μπροστά της. Συγκεκριμένα, την περίοδο Ιουνίου - Ιουλίου του 2016, έδειξε στην ανήλικη σε τρεις περιπτώσεις πορνογραφικό υλικό στο οποίο απεικονίζονταν πρόσωπα να επιδίδονται σε σεξουαλικές πράξεις, παρά την αντίδραση της ανήλικης που του έλεγε «Γιατί μου τα δείχνεις τούτα τα πράγματα; Έννεν για την ηλικία μου» και ενώ ήθελε να φύγει ο εφεσείων δεν την άφηνε, ενώ την περίοδο Ιουνίου 2016 και Μαΐου 2017, αυνανίστηκε μπροστά στην ανήλικη σε τέσσερις περιπτώσεις. Κατ' έφεση οι ποινές φυλάκισης των τεσσάρων ετών που επιβλήθηκαν στα αδικήματα κατά παράβαση του Άρθρου 6(4)(α)(γ), αυξήθηκαν σε 7 χρόνια, αφού λήφθηκε υπόψη και το γεγονός ότι ο εφεσίβλητος στερήθηκε της ελευθερίας του για 18 μήνες λόγω μη συμμόρφωσης στους όρους εμφάνισης του.
Στην A.R.R ν. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ Ποινική Έφεση Αρ. 20/2022, 30.4.2024 τα αδικήματα για τα οποία ο Εφεσείων καταδικάστηκε διαπράχθηκαν κατά των δυο ανηλίκων παιδιών της συζύγου του από προηγούμενο γάμο, ήτοι της Ι.Κ. και Κ.Κ., γεννηθείσες περί τον Οκτώβριο του 2006 και Φεβρουάριο του 2005, αντίστοιχα. Κατά τον χρόνο διάπραξης των αδικημάτων ο Εφεσείων ήταν παντρεμένος με τη μητέρα των ανηλίκων με την οποία απέκτησαν ένα παιδί. Συζούσαν όλοι μαζί στην οικογενειακή κατοικία από το 2016. Σύμφωνα με τα ευρήματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου τα αδικήματα κατά της Ι.Κ. διαπράχθηκαν στις 17.11.2020, όταν το θύμα βρισκόταν σε ηλικία 14 ετών. Ο Εφεσείων εισήλθε αργά το βράδυ περί τις 11 μ.μ., στο δωμάτιο της ανήλικης φορώντας μόνο το εσώρουχο του και της ζήτησε να του κάνει μασάζ, το οποίο η ανήλικη έπραξε για λίγο. Ακολούθως ο Εφεσείων της είπε να ξαπλώσει μπρούμυτα και «αφού κάθισε στα οπίσθια της, της έβγαλε τη φανέλα και το στηθόδεσμο και της έγλειψε την πλάτη». Η ανήλικη του είπε ότι δεν ήθελε άλλο και τότε ο Εφεσείων έφυγε από το δωμάτιο, λέγοντας της να μην αποκαλύψει τι έγινε στη μητέρα της. Τα δε αδικήματα κατά της Κ.Κ. διαπράχθηκαν μεταξύ των ημερομηνιών 1.1.2018 και 31.7.2020, σε δυο διαφορετικές περιπτώσεις στις οποίες ο Εφεσείων «την αγκάλιαζε σφικτά αγγίζοντας την παράλληλα σε διάφορα μέρη του σώματος της κυρίως πάνω από τον κόκκυγα και στα πλαϊνά της κοιλιάς της». Για τη σεξουαλική κακοποίηση και άσεμνη επίθεση κατά της Ι.Κ. επιβλήθηκαν στον Εφεσείοντα ποινές φυλάκισης 3,5 ετών και 18 μηνών αντίστοιχα, ενώ για τα αδικήματα κατά της Κ.Κ. του επιβλήθηκαν ποινές 2 ετών και 18 μηνών αντίστοιχα. Κατ’ έφεση η ποινή φυλάκισης των 3,5 ετών μειώθηκε σε 3 έτη, λόγω του ότι εσφαλμένα λήφθηκε υπόψιν ως επιβαρυντικό στοιχείο η κατάχρηση θέσης εμπιστοσύνης, καθώς το στοιχείο αυτό αποτελούσε συστατικό στοιχείο του αδικήματος. Στην εν λόγω υπόθεση, έγινε αναφορά στις εξής αυθεντίες:
Στη Γενικός Εισαγγελέας ν. Ν.Ν., Ποιν. Έφ. 69/17, 5.12.2017, όπου ποινή 18 μηνών κατόπιν παραδοχής για σεξουαλική κακοποίηση παιδιού ηλικίας 6½ ετών, συνιστάμενη σε τρίψιμο των γεννητικών του οργάνων ενώ βρισκόταν στην κούνια, αυξήθηκε σε 3 έτη τονίζοντας την ανάγκη επιβολής αυστηρών και αποτρεπτικών ποινών για σκοπούς προστασίας των ανήλικων θυμάτων από επίδοξους παραβάτες, ιδιαιτέρως όταν πρόκειται για παιδιά κάτω των 13 ετών.
Στην Αστυνομία ν. Πατούρη Ποιν. Εφ. 51/20, 3.12.2020 όπου συντρέχουσες ποινές 10 μηνών για σεξουαλική κακοποίηση παιδιού ηλικίας 13½ ετών, βάσει των Άρθρων 6(3) και 6(4)(α) του Ν.91(Ι)/2014, κρίθηκαν έκδηλα ανεπαρκείς και αυξήθηκαν σε 3 έτη. Τα γεγονότα αφορούσαν δυο ξεχωριστά περιστατικά κατά τα οποία ο Εφεσείων ηλικίας 51 ετών, όντας σύντροφος και συμβίος της διαζευγμένης μητέρας της ανήλικης, (α) της τράβηξε την φανέλα που φορούσε προς τα πάνω πιάνοντας την από το στήθος και σφίγγοντας την συγχρόνως, το οποίο συνέχισε παρότι του ζήτησε να σταματήσει, (β) την επομένη ημέρα επανέλαβε την ίδια συμπεριφορά και πρόσθετα την έγλειψε στο στήθος και την φίλησε στο στόμα.
Στην AHMED ν. Δημοκρατίας Ποιν. Εφ. 301.2024, 25.6.2025, ο Εφεσείων κρίθηκε ένοχος κατόπιν ακρόασης για σεξουαλική κακοποίηση παιδιού (9 ετών) κατά παράβαση των Άρθρων 6(1) και 14 (1)(γ) του περί της Πρόληψης και της Καταπολέμησης της Σεξουαλικής Κακοποίησης, της Σεξουαλικής Εκμετάλλευσης Παιδιών και της Παιδικής Πορνογραφίας Ν.91(I)/14. Σύμφωνα με τα ευρήματα του Δικαστηρίου, ο κατηγορούμενος τον ουσιώδη χρόνο ήταν νυμφευμένος με την Μ.Υ.3 και διέμενε στην κατοικία της τελευταίας. Η Μ.Υ.3 είναι η γιαγιά της παραπονούμενης από την πατρική γραμμή. Το 2021 την περίοδο που τα σχολεία ήταν κλειστά για τις θερινές διακοπές βρισκόταν στο σπίτι της γιαγιάς της. Την ίδια μέρα στο σπίτι βρίσκονταν και ο κατηγορούμενος. Σε κάποιο στάδιο ο κατηγορούμενος εξήλθε του μπάνιου φορώντας μόνο μια πετσέτα και όντας γυμνός από πάνω. Η παραπονούμενη καθόταν στο καθιστικό πάνω στον καναπέ απέναντι από την τηλεόραση και έπαιζε με τον σκύλο της οικογένειας. Ο κατηγορούμενος εξερχόμενος από το μπάνιο, αντί να εισέλθει στο δωμάτιό του, στάθηκε μπροστά της και άνοιξε την πετσέτα επιδεικνύοντας προς αυτήν τα γεννητικά του όργανα. Η παραπονούμενη τσίριξε και ο κατηγορούμενος έτρεξε προς το δωμάτιό του. Το έτος 2023 στα πλαίσια ψυχοεκπαιδευτικής αξιολόγησης που διενεργήθηκε στο πλαίσιο του σχολικού περιβάλλοντος της ανήλικης, η τελευταία αποκάλυψε στην εκπαιδευτική ψυχολόγο το συμβάν. Ακολούθως το συμβάν καταγγέλθηκε στην αστυνομία. Κατ’ έφεση επικυρώθηκε ποινή φυλάκισης 2,5 ετών που επιβλήθηκε πρωτοδίκως.
Στη ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ν. Μ. Ι. Ποιν. Εφ. 217/2023, 18.5.2026, ο εφεσίβλητος βρέθηκε ένοχος μετά από ακροαματική διαδικασία σε δύο κατηγορίες που αφορούν το αδίκημα της σεξουαλικής κακοποίησης παιδιού κατά παράβαση των Άρθρων 2, 6(4)(α) και 6(7) του περί της Πρόληψης και της Καταπολέμησης της Σεξουαλικής Εκμετάλλευσης Παιδιών και της Παιδικής Πορνογραφίας Νόμου του 2014 (Ν.91(Ι)/2014). Καταχρώμενος τη σχέση εμπιστοσύνης, εξουσίας και επιρροής που είχε στη θυγατέρα του, η οποία γεννήθηκε στις 22.2.2011, συμμετείχε σε σεξουαλικές πράξεις με αυτήν, και πιο συγκεκριμένα σε άγνωστη ημερομηνία μεταξύ των ετών 2016 και 2017 την έβαλε να τον αυνανίσει με το χέρι της (κατηγορία 1) και ότι κατά την ίδια πιο πάνω ημερομηνία αλλά σε μεταγενέστερη χρονική στιγμή, έγλυψε τα γεννητικά της όργανα. Της επιβλήθηκαν ποινές φυλάκισης 6 ετών σε κάθε μία από τις ως άνω κατηγορίες, ο οποίες αυξήθηκαν κατ’ έφεση σε 10 έτη.
Η παρούσα υπόθεση είναι σοβαρή και τούτο καταδεικνύεται από τη φύση των αδικημάτων σε συνδυασμό με τα περιστατικά που την περιβάλλουν. Η εγκληματική συμπεριφορά του κατηγορουμένου στρέφεται κατά ανήλικου αγοριού ηλικίας 10 ετών. Ο Κατηγορούμενος διέπραξε αδικήματα που βρίσκονται σε έξαρση και χρήζουν αυστηρής αντιμετώπισης με την επιβολή ποινών αποτρεπτικής φύσεως. Την ίδια στιγμή, έχουμε συνεκτιμήσει όλους τους ελαφρυντικούς παράγοντες, που έχουν αναφερθεί προηγουμένως, καθώς επίσης τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές συνθήκες του κατηγορουμένου. Η φύση της υπόθεσης, σε συνδυασμό με τα γεγονότα που την περιβάλλουν, καθώς επίσης τις συνθήκες κάτω από τις οποίες τα αδικήματα διαπράχτηκαν, επιτάσσουν την επιβολή ποινής φυλάκισης στον κατηγορούμενο ως η μόνη κατάλληλη και ενδεδειγμένη ποινή αφού οποιαδήποτε άλλη ποινή θα ήταν αναμφίβολα ακατάλληλη και ανεπαρκής (Προδρόμου ν. Αστυνομίας (1990) 2 Α.Α.Δ. 98). Τα ελαφρυντικά που έχουμε αναγνωρίσει πιο πάνω στον Κατηγορούμενο, θα επηρεάσουν την έκταση της ποινής φυλάκισης, αλλά όχι το είδος της.
Υπό το φως όλων των πιο πάνω, κρίνουμε ως αρμόζουσες τις ακόλουθες ποινές, τις οποίες και επιβάλλουμε:
Στην κατηγορία 1 ποινή φυλάκισης 5 ½ χρόνων.
Στην κατηγορία 2 ποινή φυλάκισης 5 ½ χρόνων.
Στην κατηγορία 3 ποινή φυλάκισης 5 ½ χρόνων.
Οι πιο πάνω ποινές να συντρέχουν.
Οι πιο πάνω επιβληθείσες ποινές μειώνονται κατά το χρονικό διάστημα που ο Κατηγορούμενος τελεί υπό κράτηση, ήτοι από 6/10/2025.
Περαιτέρω και αφού έχουμε λάβει υπόψη το σύνολο των περιστάσεων αυτής της υπόθεσης και ειδικότερα, την σοβαρότητα και φύση των ποινικών αδικημάτων που διαπράχθηκαν από τον Κατηγορούμενο και τις περιστάσεις τους, αλλά και αυτές του κατηγορουμένου και επιπλέον, τις ποινές που ανωτέρω του επιβλήθηκαν για αυτά και την διαταγή μας για άμεση εκτέλεση τους, κρίνουμε δικαιολογημένο το αίτημα της Κατηγορούσας Αρχής για έκδοση εναντίον του και διατάγματος με βάση το Άρθρο 14 (1) (γ) του Νόμου 91(Ι)/2014.
Κατά συνέπεια, επιπρόσθετα, εκδίδουμε εναντίον του κατηγορουμένου, διάταγμα εποπτείας από την Αρχή Εποπτείας, που έχει εγκαθιδρυθεί και λειτουργεί βάσει του Μέρους V του Νόμου 91(Ι)/2014, για περίοδο 6 ετών από την ημέρα της αποφυλάκισης του.
Περαιτέρω κρίνουμε σκόπιμο και τούτο για προστασία της κοινωνίας και εκδίδουμε διάταγμα σύμφωνα με το Άρθρο 14 του Νόμου με το οποίο για απαγορεύεται στον Κατηγορούμενο, να προσφέρει οποιεσδήποτε υπηρεσίες σε παιδιά, να εργοδοτηθεί ή να απασχοληθεί σε χώρους όπου βρίσκονται ή συχνάζουν παιδιά, να διαμένει σε χώρο διαμονής παιδιών ή σε χώρο ο οποίος γειτνιάζει με τον τόπο άλλων παιδιών είτε με οργανωμένους χώρους όπου βρίσκονται ή συχνάζουν παιδιά για 10 χρόνια μετά την αποφυλάκιση του.
Τα τεκμήρια της υπόθεσης να παραμείνουν στην κατοχή της Αστυνομίας μέχρι την αποπεράτωση τυχόν ποινικής έφεσης που θα ασκηθεί ή μέχρι να παρέλθει η προθεσμία καταχώρισης έφεσης και στη συνέχεια να καταστραφούν.
(Υπ.).………………………………
Κ. Κουνίδου, Π.Ε.Δ.
(Υπ.)….……………………………
Χρ. Χατζηευτυχίου, Α.Ε.Δ.
(Υπ.) …………………………………..
Ν. Παπανδρέου, Ε.Δ
Πιστό Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο