ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ
ΣΥΝΘΕΣΗ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟΥ: Γ. Πετάση Κορφιώτη, Π.Ε.Δ.
Χρ. Μ. Παπαλλάς, Ε.Δ.
Κ. Ηλία, Ε.Δ.
Αρ. Υπόθεσης: 3741/2025
Μεταξύ:
Δ Η Μ Ο Κ Ρ Α Τ Ι Α
v.
1. J. T. M.
2. Y. O. L.
3. C. I. E.
4. P. O.
Κατηγορούμενοι
-------------------------
Ημερομηνία: 3 Ιουνίου 2026
Εμφανίσεις:
Για την Κατηγορούσα Αρχή: κος Λ. Κάρνος
Για την Κατηγορούμενη 1: κος Χρ. Χριστοφόρου
Για την Κατηγορούμενη 2: κος Μ. Γαβριηλίδης
Για τον Κατηγορούμενο 3: κος Αλ. Κληρίδης
Για τον Κατηγορούμενο 4: κος Π. Πιερίδης
Κατηγορούμενοι παρόντες
Π Ο Ι Ν Η
(H διαδικασία στην παρούσα υπόθεση έχει διεξαχθεί ΚΕΚΛΕΙΣΜΕΝΩΝ ΤΩΝ ΘΥΡΩΝ και σύμφωνα με τις οδηγίες του Δικαστηρίου ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η δημοσιοποίηση οποιουδήποτε στοιχείου ή πληροφορίας θα ήταν δυνατό να οδηγήσει στην εξακρίβωση της ταυτότητας των εμπλεκόμενων προσώπων.)
Οι Κατηγορούμενοι κρίθηκαν ένοχοι κατόπιν δικής τους παραδοχής στις ακόλουθες κατηγορίες:
Συγκεκριμένα, η Κατηγορούμενη 1 παραδέχθηκε τις πιο κάτω κατηγορίες:
- Σεξουαλική εκμετάλλευση ενήλικου προσώπου κατά παράβαση των άρθρων 2, 9(α), (β), (δ), (ε), (ζ) και 15 του περί της Πρόληψης και της Καταπολέμησης της Εμπορίας και Εκμετάλλευσης Προσώπων και της Προστασίας των Θυμάτων Νόμου Ν.60(Ι)/2014 (κατηγορία υπ’ αρ.3), ήτοι ότι μεταξύ της 18/8/2022 – 19/5/2023 στην Κυπριακή Δημοκρατία, εμπορεύτηκε μαζί με τους Κατηγορούμενους 2 και 3 ενήλικο πρόσωπο, ήτοι την Ο.S.E. (στο εξής η «Παραπονούμενη»), με σκοπό τη σεξουαλική της εκμετάλλευση ή εκπόρνευση, μέσω απειλών, εξαναγκασμού, παραπλάνησης, κατάχρησης της ευάλωτης της θέσης και εικονικού χρέους.
- Παρακράτηση προσωπικών εγγράφων από τον νόμιμο κάτοχο τους, κατά παράβαση των άρθρων 2 και 16 (α) και (γ) του Ν.60(Ι)/2014 (κατηγορία υπ’ αρ. 4), ήτοι ότι κατά την πιο πάνω πάνω περίοδο, αφαίρεσε από τον νόμιμο κάτοχο και παρακρατούσε το διαβατήριο της Παραπονούμενης στο πλαίσιο της διάπραξης των αδικημάτων της εμπορίας και σεξουαλικής εκμετάλλευσης ενήλικου προσώπου και με σκοπό να εμποδίσει ή περιορίσει την προσωπική της ελευθερία.
- Εκμετάλλευση πόρνης, κατά παράβαση του άρθρου 164(1)(α) και (3) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (κατηγορία υπ’ αρ. 5), ήτοι ότι κατά την πιο πάνω περίοδο μαζί με τους Κατηγορούμενους 2 και 4, εν γνώσει της, ζούσε μερικώς από κέρδη πορνείας που ασκείτο από την Παραπονούμενη.
- Νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 4 και 5 του περί της Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμου του 2007 Ν. 188(Ι)/2007 (κατηγορία υπ’ αρ. 6), ήτοι ότι κατά την πιο πάνω περίοδο, ενώ γνώριζε ότι το χρηματικό ποσό των €4.500 αποτελούσε έσοδο από την διάπραξη αδικήματος, το απέκτησε και το κατείχε.
- Διεύθυνση οίκου ανοχής κατά παράβαση του άρθρου 156(1) του Κεφ. 154 (κατηγορία υπ’ αρ. 8), ήτοι ότι μαζί με την Κατηγορούμενη 2, μεταξύ των μηνών Μαρτίου και Απριλίου 2023, διατηρούσαν και διηύθυναν οίκο ανοχής, ευρισκόμενο εντός συγκεκριμένου συγκροτήματος διαμερισμάτων, εντός της Επαρχίας Λεμεσού.
Η Κατηγορούμενη 2 παραδέχθηκε από κοινού με την Κατηγορούμενη 1 τις κατηγορίες της σεξουαλικής εκμετάλλευσης ενήλικου προσώπου (κατηγορία υπ’ αρ.3), της εκμετάλλευσης πόρνης (κατηγορία υπ’ αρ. 5) και της διεύθυνσης οίκου ανοχής (κατηγορία υπ’ αρ. 8), ως πιο πάνω περιγράφεται.
Περαιτέρω, η Κατηγορούμενη 2 παραδέχθηκε τις ακόλουθες κατηγορίες:
- Νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 4 και 5 του Ν. 188(Ι)/2007 (κατηγορία υπ’ αρ. 7), ήτοι ότι μεταξύ 18/8/2022 – 19/5/2023, ενώ γνώριζε ότι το χρηματικό ποσό των €1.000 αποτελούσε έσοδο από τη διάπραξη αδικήματος, το απέκτησε και το κατείχε.
- Κλοπή, κατά παράβαση των άρθρων 255 και 262 του Κεφ. 154 (κατηγορία υπ’ αρ. 9), ήτοι ότι σε άγνωστη ημερομηνία του μηνός Μαΐου 2023, έκλεψε περιουσία άγνωστης αξίας από την Παραπονούμενη, δηλαδή ένα κινητό τηλέφωνο και άλλα είδη ρουχισμού.
- Κοινή επίθεση κατά παράβαση τoυ άρθρου 242 του Κεφ. 154 και των άρθρων 2 και 5(α)(Πίνακας – αδίκημα 37) του Περί Πρόληψης και Καταπολέμησης της Βίας κατά των Γυναικών και της Ενδοοικογενειακής Βίας και Συναφών Θεμάτων Νόμου 115(Ι)/2021 (κατηγορία υπ’ αρ. 10), και πιο συγκεκριμένα ότι σε άγνωστη ημερομηνίας του Μαΐου 2023, επιτέθηκε παράνομα κατά της Παραπονούμενης, δηλαδή τη χαστούκισε στο πρόσωπο.
Ο Κατηγορούμενος 3 παραδέχθηκε μαζί με τις Κατηγορούμενες 1 και 2 την κατηγορία της σεξουαλικής εκμετάλλευσης ενήλικου προσώπου (κατηγορία υπ’ αρ. 3), ως πιο πάνω περιγράφεται.
Ο Κατηγορούμενος 4 παραδέχθηκε μαζί με τις Κατηγορούμενες 1 και 2 την κατηγορία της εκμετάλλευσης πόρνης (κατηγορία υπ’ αρ. 5), ως πιο πάνω περιγράφεται.
Οι Κατηγορούμενοι αντιμετώπιζαν και άλλες συναφείς κατηγορίες, οι οποίες διακόπηκαν. Συγκεκριμένα, όλοι οι Κατηγορούμενοι αντιμετώπιζαν μια κατηγορία για συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος (κατηγορία υπ' αρ. 1) και μια κατηγορία για εμπορία ενήλικου προσώπου (κατηγορία υπ' αρ. 2). Ο Κατηγορούμενος 3 αντιμετώπιζε, επίσης, την κατηγορία εκμετάλλευσης πόρνης (κατηγορία υπ’ αρ. 5), ο δε Κατηγορούμενος 4, την κατηγορία σεξουαλικής εκμετάλλευσης ενήλικου προσώπου (κατηγορία υπ’ αρ. 3).
Τα γεγονότα της υπόθεσης ως εκτέθηκαν από τον εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής και έγιναν αποδεκτά από την Υπεράσπιση των Κατηγορουμένων έχουν ως εξής (παρατίθεται αυτούσιο το περιεχόμενο του Εγγράφου Α’):
«1.Η παραπονούμενη στην παρούσα υπόθεση, O. S. E. («η παραπονούμενη»), έχει ημερομηνία γέννησης την 01/01/2002 και κατάγεται από την πόλη Μπενίν της Νιγηρίας.
2.Περί το έτος 2021 η παραπονούμενη αποφάσισε λόγω της κακής οικονομικής κατάστασης και συνθηκών φτώχιας που βίωνε στην χώρα της, όπως αναζητήσει ένα καλύτερο μέλλον σε μια άλλη χώρα του εξωτερικού. Αφού ήρθε σε επαφή με τη μητέρα φιλικού της προσώπου, αυτή της συνέστησε όπως έρθει στην Κύπρο για να διαμένει και να εργάζεται ως πόρνη μαζί με την κατηγορούμενη 1 καθότι με τον τρόπο αυτό θα μπορούσε να εισπράξει πολλά χρήματα. Ειδικότερα της ανέφερε πως η κατηγορούμενη 1 που επίσης κατάγεται από τη Νιγηρία, ασκούσε και η ίδια πορνεία στην Κύπρο και ότι θα την παραλάμβανε κατά την άφιξή της στην Κύπρο από το αεροδρόμιο και ακολούθως, θα την βοηθούσε στο να ασκεί πορνεία σε χώρο όπου θα διέμεναν μαζί. Περαιτέρω, της ανέφερε ότι εντός περιόδου 3 μηνών θα εισέπραττε από την πορνεία ποσό ύψους 7.000.000 νάιρα το οποίο θα έπρεπε να καταβάλει στην κατηγορούμενη 1. Κατόπιν εξόφλησης του ποσού αυτού, όπως της αναφέρθηκε, η παραπονούμενη θα είχε στη συνέχεια το δικαίωμα να σταματήσει την πορνεία και να ασκήσει ελεύθερα οποιοδήποτε άλλο τυχόν επάγγελμα ή ασχολία θα επιθυμούσε.
3. Η παραπονούμενη, παρότι δεν είχε ποτέ στο παρελθόν ασκήσει πορνεία, αποφάσισε να έρθει στην Κύπρο για να ασκήσει πορνεία με την κατηγορούμενη 1 για την περιορισμένη χρονική περίοδο των 3 μηνών εντός της οποίας πίστευε ότι θα εισέπραττε το ποσό των 7.000.000 νάιρα που ακολούθως, θα κατέβαλλε στην κατηγορούμενη 1 προς εξόφληση της συμφωνηθείσας οφειλής. Πρόθεση της ήταν όπως, μετά την εξόφληση του εν λόγω ποσού, ασκήσει κάποιο άλλο επάγγελμα ή ασχολία.
4. Αφού ήρθε σε τηλεφωνική επαφή με την κατηγορούμενη 1 και έστειλε σε αυτήν κάποιες φωτογραφίες της αφού της το ζήτησε η κατηγορούμενη 1, στη συνέχεια περί τον Αύγουστο 2022 διευθετήθηκε η έκδοση νιγηριανού διαβατηρίου επ’ ονόματί της αλλά και του αεροπορικού εισιτηρίου με το οποίο θα ταξίδευε στην Κύπρο.
5. Στις 18/08/2022 η παραπονούμενη αφίχθηκε στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω του αεροδρομίου «ΕΡΚΑΝ» που βρίσκεται στις κατεχόμενες περιοχές. Ακολουθώντας οδηγίες που είχε λάβει από την κατηγορούμενη 1 συναντήθηκε με διαφορετικά άγνωστα προς την ίδια πρόσωπα που την παρέλαβαν και την μετέφεραν οδικώς σε διάφορες τοποθεσίες εντός των κατεχόμενων περιοχών. Στη συνέχεια εντός της ίδιας ημέρας, παραλήφθηκε από πρόσωπο που οδηγούσε όχημα τύπου μίνιβαν εντός του οποίου υπήρχαν άλλα 15 περίπου άγνωστα προς αυτήν πρόσωπα, ο οποίος αφού της υπέδειξε τις φωτογραφίες που η ίδια είχε αποστείλει στην κατηγορούμενη 1 προτού έρθει στην Κύπρο, την διαβεβαίωσε ότι θα την μετέφερε στην κατηγορούμενη 1. Αφού έφτασαν στα σύνορα μεταξύ κατεχόμενων και ελεύθερων περιοχών, μαζί με τους άλλους επιβάτες πέρασαν πεζοί στις ελεύθερες περιοχές. Ακολούθως, η παραπονούμενη παραλήφθηκε από άγνωστο πρόσωπο ο οποίος τη μετέφερε οδικώς σε συγκεκριμένο σημείο απ’ όπου παραλήφθηκε από δεύτερο πρόσωπο με καταγωγή από τη Νιγηρία, ονόματι ‘Andy’, ο οποίος της ανέφερε πως ήταν φίλος της κατηγορουμένης 1 και ότι θα την μετέφερε στην τελευταία. Ο ‘Andy’ κάλεσε τηλεφωνικώς τον κατηγορούμενο 4 ο οποίος στη συνέχεια τους παρέλαβε με το αυτοκίνητό του και τους μετέφερε σε συγκεκριμένη κατοικία. Έπειτα, ο Andy κάλεσε τηλεφωνικώς την κατηγορούμενη 1 η οποία μετέβηκε στην εν λόγω κατοικία για να παραλάβει την παραπονούμενη. Αφού την συνάντησε, παρέλαβε αμέσως το διαβατήριο της για να μην μπορεί η παραπονούμενη να διαφύγει, και ακολούθως μετέβηκαν μαζί στο διαμέρισμα όπου η κατηγορούμενη 1 διέμενε τότε μαζί με άλλη γυναίκα με καταγωγή από τη Νιγηρία ονόματι ‘Luna’ με την οποία ασκούσαν πορνεία.
6. Την επόμενη ημέρα, η κατηγορούμενη 1, αγόρασε στην παραπονούμενη αισθησιακά ρούχα και εσώρουχα που θα έπρεπε να φορεί κατά την προσφορά υπηρεσιών πορνείας. Αφού επέστρεψαν μαζί στο πιο πάνω διαμέρισμα, η κατηγορούμενη 1 ζήτησε από την παραπονούμενη όπως ντυθεί με τα εσώρουχα που της είχε αγοράσει και όπως φορέσει περούκα, και αφού η τελευταία υπάκουσε, η κατηγορούμενη 1 την φωτογράφισε και βιντεογράφησε, με σκοπό να χρησιμοποιήσει αισθησιακές φωτογραφίες για τη δημιουργία σχετικών αναρτήσεων που θα ανέβαζε στην ιστοσελίδα bazaraki.com, μέσω των οποίων θα διαφήμιζε τις ερωτικές υπηρεσίες που θα προσέφερε η παραπονούμενη. Εξηγώντας στην παραπονούμενη τη διαδικασία που θα έπρεπε να ακολουθείτο, η κατηγορούμενη 1 ανέφερε ότι μέσω των αναρτημένων αγγελιών οι πελάτες θα επικοινωνούσαν αποκλειστικά μαζί της στον αναγραφόμενο στην κάθε αγγελία τηλεφωνικό αριθμό η οποία θα συμφωνούσε με τους πελάτες τα ποσά που θα χρέωνε η παραπονούμενη για τις σεξουαλικές υπηρεσίες που θα τους παρείχε. Η δε χρέωση για υπηρεσίες συνουσίας θα κυμαινόταν μεταξύ €100 ή €120 και αυτές θα προσφέρονταν στον χώρο του διαμερίσματος της κατηγορουμένης 1. Όλα τα χρήματα που η παραπονούμενη θα εισέπραττε θα έπρεπε να τα καταβάλλει άμεσα στην κατηγορούμενη 1 μέχρι την εξόφληση του ποσού των 7,000,000 ναίρα που αναμένετο να λάβει χώρα εντός 3 μηνών. Όταν και εφόσον θα εξοφλείτο το εν λόγω ποσό τότε η παραπονούμενη, όπως της είχε αναφέρει η κατηγορούμενη 1, θα ήταν ελεύθερη να κάνει όποια άλλη εργασία ή ασχολία επιθυμούσε.
7. Την επόμενη ημέρα, η παραπονούμενη άρχισε να προσφέρει υπηρεσίες πορνείας ακολουθώντας πιστά τις οδηγίες της κατηγορουμένης 1. Είχε 5 περίπου πελάτες και εισέπραττε €500 περίπου ευρώ ημερησίως. Μέσα σε περίοδο 3 ημερών εισέπραξε και κατέβαλε στην κατηγορούμενη 1 το ποσό των €1,500. Τα ποσά που κατέβαλλε η παραπονούμενη στην κατηγορούμενη 1 τα σημείωνε σε συγκεκριμένο τετράδιο στο οποίο αμφότερες υπέγραφαν, προς επιβεβαίωση του ύψους της εναπομείνασας προς την κατηγορούμενη 1 οφειλής.
8. Κατά την περίοδο αυτή, η παραπονούμενη τελούσε συνεχώς υπό τον έλεγχο και συνοδεία της κατηγορουμένης 1 και υπάκουε αυστηρά τους κανόνες που αυτή μονομερώς έθετε, η οποία δεν της επέτρεπε να συνομιλεί ελεύθερα με φίλους της στην Νιγηρία για μην ‘χάνει χρόνο που έπρεπε να αφιερώνει στην πορνεία’. Προς τον σκοπό αυτό η κατηγορούμενη 1 είχε παραλάβει την νιγηριανή κάρτα sim του κινητού τηλεφώνου της παραπονουμένης και επίσης διέγραψε από το εν λόγω τηλέφωνο την εφαρμογή whatsup. Η κατηγορούμενη 1 είχε επίσης τονίσει στην παραπονούμενη ότι δεν θα έπρεπε ποτέ να φύγει από κοντά της πριν την εξοφλήσει, καθότι όπου κι αν πήγαινε στην Κύπρο ήταν σε θέση να την εντοπίσει.
9. Περί το τέλος του μηνός Αυγούστου 2022 η παραπονούμενη, αποφάσισε όπως μεταβεί στο Κέντρο Πρώτης Υποδοχής Πουρνάρα με σκοπό να υποβάλει αίτηση ασύλου στην προσπάθειά της να νομιμοποιήσει το μέχρι τότε παράνομο καθεστώς της στην Κύπρο. Με τη βοήθεια τρίτου προσώπου κατάφερε να μεταβεί στο Κέντρο Πουρνάρα ενεργώντας εν αγνοία της κατηγορουμένης 1. Στις 07/09/2022 υπέβαλε αίτηση ασύλου και στις 16/09/2022 αποχώρησε από το Κέντρο Πουρνάρα. Κατά τη διάρκεια της παραμονής της στο Κέντρο Πουρνάρα η παραπονούμενη δεχόταν απειλητικά μηνύματα από την κατηγορούμενη 1 η οποία της έλεγε ότι δεν μπορεί να ξεφύγει από την ίδια και ότι θα έβαζε τρίτα πρόσωπα να την στείλουν πίσω στη χώρα της, να τη βιάσουν και να την κτυπήσουν. Περαιτέρω, της ανέφερε ότι έπρεπε να την εξοφλήσει προτού φύγει από κοντά της εκφράζοντας παράλληλα τη διαφωνία της με την προσπάθεια της παραπονουμένης να νομιμοποιήσει το καθεστώς παραμονής της στην Κύπρο. Η παραπονούμενη, με τη σειρά της, εξέφραζε στην κατηγορούμενη 1 την πρόθεσή της να την ξοφλήσει, ότι δεν επιθυμούσε πλέον να διαμένει μαζί της και να εργάζεται γι’ αυτήν και η τελευταία, επαναλάμβανε την θέση της στην παραπονούμενη ότι δεν είχε δικαίωμα να πράξει κάτι τέτοιο και ότι θα την εντόπιζε όπου κι αν αυτή επέλεγε να πάει.
10. Μετά την αποχώρησή της από το Κέντρο Πουρνάρα η παραπονούμενη μαζί με άλλη γυναίκα που είχε γνωρίσει κατά τη διάρκεια της παραμονής της στο εν λόγω κέντρο, ονόματι ‘Precious’, αποφάσισαν όπως μετακομίσουν μαζί σε διαμέρισμα στην Λάρνακα, όπως και έπραξαν. Μαζί με την Precious άρχισαν τότε να ασκούν μόνες τους πορνεία. Σκοπός της παραπονουμένης ήταν να εξασφαλίσει το ποσό που πίστευε ότι όφειλε να καταβάλει στην κατηγορούμενη 1. Μετά την αποχώρηση της Precious από το εν λόγω διαμέρισμα περί τον Ιανουάριο 2023 η παραπονούμενη, αναγκάστηκε να μετακομίσει στο σπίτι άλλης γυναίκας ονόματι ‘Barbie’ στην Λάρνακα. Εκεί σταμάτησε να ασκεί πορνεία και άρχισαν μαζί με την Barbie να μαγειρεύουν και να πουλούν νιγηριανά φαγητά και γλυκά έναντι αμοιβής σε άλλους υπήκοους Νιγηρίας.
11. Κατά τη διάρκεια της περιόδου συγκατοίκησής της με την Barbie, η παραπονούμενη συναντήθηκε με την κατηγορούμενη 1 σε διαμέρισμα στην Λεμεσό, κατόπιν τηλεφωνικού αιτήματος της τελευταίας. Κατά τη συνάντηση, η παραπονούμενη ενημέρωσε την κατηγορούμενη 1 ότι σταμάτησε να ασκεί πορνεία και ότι διέμενε με την Barbie με την οποία ασκούσαν πλέον άλλη εργασία. Εξέφρασε δε την πρόθεσή της να εξοφλήσει την κατηγορούμενη 1 σταδιακά μέσω των χρημάτων που θα εισέπραττε από τις πωλήσεις τροφίμων και γλυκών. Η κατηγορούμενη 1, έδωσε στην παραπονούμενη μια κάρτα sim πληροφορώντας την ότι έπρεπε να αρχίσει ξανά να ασκεί πορνεία και ότι θα προέβαινε σε αναρτήσεις αγγελιών επ’ ονόματι της παραπονουμένης στο διαδίκτυο για να της εξασφαλίζει πελάτες. Με τον τρόπο αυτό, ως η κατηγορούμενη 1 ανέφερε, θα εξοφλείτο το ποσό που της όφειλε η παραπονούμενη ενωρίτερα. Αποδέχτηκε εν τούτοις όπως ‘επιτρέψει’ στην παραπονούμενη να συνεχίσει να διαμένει μαζί με την Barbie, υπό την προϋπόθεση ότι αυτή θα άρχιζε ξανά να ασκεί πορνεία και θα τις κατέβαλλε τα ποσά που της όφειλε.
12. Στο επόμενο χρονικό διάστημα, η παραπονούμενη δεν είχε οποιεσδήποτε εισπράξεις από υπηρεσίες πορνείας εφόσον η κατηγορούμενη 1 δεν της εξασφάλιζε οποιουσδήποτε πελάτες, απαιτώντας από την παραπονούμενη να επιστρέψει κοντά της για να της εξασφαλίζει πελάτες. Εξέφρασε δε επίμονα τη θέση της ότι αυτός ήταν και ο μοναδικός τρόπος με τον οποίο η παραπονούμενη θα μπορούσε να την εξοφλήσει, απειλώντας την τελευταία ότι αν δεν το έπραττε θα απέστελλε τρίτα πρόσωπα για να την βιάσουν και να την κτυπήσουν.
13. Η παραπονούμενη, φοβούμενη ότι η κατηγορούμενη 1 θα υλοποιούσε τις απειλές της και αισθανόμενη ότι δεν είχε άλλη επιλογή λόγω της ευάλωτης θέσης στην οποία βρισκόταν, επέστρεψε σε διαμέρισμα όπου διέμενε η κατηγορούμενη 1, η οποία ακολούθως την μετέφερε σ’ ένα άλλο διαμέρισμα όπου εκεί διέμενε η κατηγορούμενη 2. Ανέφερε στην παραπονούμενη ότι το συνολικό χρηματικό ποσό που της είχε μέχρι τότε καταβάλει δεν ίσχυε και ότι θα έπρεπε να ξαναρχίσει να πληρώνει από την αρχή. Μπροστά στην κατηγορούμενη 2 η κατηγορούμενη 1 έσκισε τη σελίδα από το τετράδιο όπου καταγράφονταν τα ποσά που είχε μέχρι τότε καταβάλει η παραπονούμενη, αναφέροντας στην τελευταία ότι απ’ εκείνο το χρονικό σημείο όφειλε να καταβάλει στην κατηγορούμενη 2 το ποσό των 7,000,000 ναίρα, αποκαλώντας την τελευταία ως το ‘νέο αφεντικό της’. Η παραπονούμενη φοβόταν τις κατηγορουμένες 1 και 2, αισθανόμενη ότι επρόκειτο για ισχυρά άτομα με πολλές διασυνδέσεις στην Κύπρο και ως εκ τούτου αποδέχτηκε όπως συμμορφωθεί με τις εντολές αυτές.
14. Για περίοδο 1 μηνός, περί τον μήνα Φεβρουάριο 2023, η παραπονούμενη διέμενε σε διαμέρισμα μαζί με την κατηγορούμενη 2 και άλλες γυναίκες που ασκούσαν πορνεία. Η κατηγορούμενη 2 αναρτούσε αγγελίες στην ιστοσελίδα bazaraki με φωτογραφίες που αφορούσαν στις ερωτικές υπηρεσίες της παραπονουμένης, με σκοπό την εξασφάλιση πελατών. Η παραπονούμενη ασκούσε πορνεία και κατέβαλλε όλες τις εισπράξεις της στην κατηγορούμενη 2, σημειώνοντας τα σχετικά ποσά στο ίδιο τετράδιο που έχει αναφερθεί πιο πάνω. Συνολικά μέσα στον μήνα Φεβρουάριο 2023 της κατέβαλε το χρηματικό ποσό των €1000. Η κατηγορούμενη 2 δεν επέτρεπε στην παραπονούμενη να κυκλοφορεί μόνη της και τη συνόδευε συνεχώς έτσι ώστε να διασφαλίσει ότι η παραπονούμενη δεν θα έφευγε από κοντά της, όπως είχε πράξει στο παρελθόν κατά την περίοδο διαμονής της με την κατηγορούμενη 1.
15. Μετά πάροδο 1 περίπου μηνός η κατηγορούμενη 2 μετέφερε την παραπονούμενη σε διαμέρισμα όπου διέμενε τότε η κατηγορούμενη 1, για τον λόγο ότι στο διαμέρισμα που διέμενε η κατηγορούμενη 2, είχε πλέον εγκατασταθεί μια άλλη γυναίκα ονόματι «Smile» η οποία ουσιαστικά αποφασίστηκε όπως πάρει την ‘θέση’ της παραπονούμενης. Όταν η παραπονούμενη πληροφόρησε την κατηγορούμενη 1 ότι είχε καταβάλει ήδη το ποσό των €1000 στην κατηγορούμενη 2 και ότι το είχε σημειώσει στο τετράδιο όπου καταγράφονταν τα σχετικά ποσά, η κατηγορούμενη 1 πληροφόρησε την παραπονούμενη ότι δεν ‘μετρούσε’ το εν λόγω ποσό και ότι θα έπρεπε να αρχίσει να την πληρώνει ξανά από την αρχή.
16. Η παραπονούμενη προσέφερε καθημερινά υπηρεσίες πορνείας στο διαμέρισμα όπου διέμενε μαζί με την κατηγορούμενη 1 και κατέβαλλε σ’ αυτήν τις εισπράξεις της. Συνολικά κατέβαλε στην κατηγορούμενη 1 το χρηματικό ποσό των €3,000 το οποίο αμφότερες σημείωναν και υπέγραφαν σ’ ένα άλλο νέο τετράδιο. Η κατηγορούμενη 1 πέραν από το διαβατήριο της παραπονουμένης που εξακολουθούσε να κατέχει, παρέλαβε απ’ αυτήν και το δελτίο εγγραφής αλλοδαπού για μην μπορεί η τελευταία να διαφύγει από κοντά της. Περαιτέρω, δεν της επέτρεπε να κυκλοφορεί μόνη της παρά μόνο κατόπιν εξασφάλισης άδειας από την ίδια, ενώ σε κάποιες περιπτώσεις τις επαναλάμβανε την απειλή ότι αν αυτή επιχειρούσε να φύγει από κοντά της θα απέστελλε τρίτα πρόσωπα για να την στείλουν πίσω στη Νιγηρία, να τη βιάσουν και να την κτυπήσουν.
17. Μεταξύ των μηνών Μαρτίου – Απριλίου 2023, οι κατηγορούμενες 1 και 2 μαζί με την παραπονούμενη και άλλες γυναίκες ασκούσαν πορνεία, σε υπό ενοικίαση διαμερίσματα που βρίσκονται στο συγκρότημα “Mariala Apartments” στην οδό Αγίου Γεωργίου στην περιοχή Γερμασόγειας, τα οποία λειτουργούσαν ουσιαστικά ως οίκος ανοχής υπό τη διεύθυνση των κατηγορουμένων 1 και 2. Η παραπονούμενη κατέβαλλε τα εισπραχθέντα από τις υπηρεσίες πορνείας ποσά στην κατηγορούμενη 1, η οποία αναρτούσε αγγελίες στην ιστοσελίδα bazaraki.com που αφορούσαν στις προσφερόμενες ερωτικές υπηρεσίες της παραπονουμένης. Η δε κατηγορούμενη 2, στην παρουσία της κατηγορούμενης 1 έλαβε αριθμό γυμνών φωτογραφιών της παραπονουμένης οι οποίες αναρτήθηκαν σε αγγελίες στη ρηθείσα ιστοσελίδα.
18. Σε απροσδιόριστη ημερομηνία, η κατηγορούμενη 2 ανέφερε στην κατηγορούμενη 1 στην παρουσία της παραπονουμένης, ότι η τελευταία έπρεπε να μετακομίσει σε διαμέρισμα στην περιοχή Μακένζι στην Λάρνακα, μαζί με την ‘Smile’ για να ασκούν πορνεία, προσδοκώντας ότι, με αυτό τον τρόπο ενδεχομένως να εξασφαλιζόταν μεγαλύτερος αριθμός πελατών. Η παραπονούμενη, μετακόμισε μαζί με την Smile στο εν λόγω διαμέρισμα απ’ όπου άρχισαν να εργάζονται κατά τον προαναφερόμενο τρόπο. Μετά πάροδο λίγων ημερών, ένεκα του γεγονότος ότι η παραπονούμενη δεν είχε αρκετούς ‘πελάτες και εισπράξεις, η κατηγορούμενη 1 απαίτησε τηλεφωνικώς από αυτήν όπως μεταβεί στην Πάφο για να εργαστεί εκεί, λέγοντάς της ότι χρειαζόταν άμεσα τα χρήματά της. Η παραπονούμενη αρνήθηκε λέγοντας ότι δεν είχε καθόλου χρήματα, και η κατηγορούμενη 1 την απείλησε ότι θα απέστελλε άτομα για να τη βιάσουν, να τη δείρουν και να την στείλουν πίσω στη Νιγηρία. Επίσης ανέφερε στην παραπονούμενη ότι δεν μπορούσε να διαφύγει καθότι αν την εντόπιζε η Αστυνομία θα την συλλάμβανε.
19. Στις 19/05/2023, η κατηγορούμενη 2 επισκέφτηκε με οδηγίες της κατηγορουμένης 1 το διαμέρισμα στην περιοχή Μακένζι όπου διέμεναν η παραπονούμενη μαζί με την Smile. Όταν η παραπονούμενη συνάντησε την κατηγορούμενη 2 στο εν λόγω διαμέρισμα, η τελευταία τηλεφώνησε μέσω βιντεοκλήσης στην κατηγορούμενη 1 από το κινητό τηλέφωνο της παραπονουμένης. Η κατηγορούμενη 1 άρχισε τότε να φωνάζει και να απειλεί την παραπονούμενη και ακολούθως έδωσε οδηγίες στην κατηγορούμενη 2 όπως παραλάβει το κινητό τηλέφωνο και όλα τα προσωπικά αντικείμενα της παραπονουμένης συμπεριλαμβανομένων των ειδών ρουχισμού της. Η κατηγορούμενη 2 αφού χαστούκισε στο πρόσωπο την παραπονούμενη, έκλεψε το κινητό της τηλέφωνο και τα ρούχα της και ακολούθως, αφού εξήλθε από το διαμέρισμα εισήλθε σε ταξί για να αποχωρήσει από το μέρος. Η παραπονούμενη την ακολούθησε, απαιτώντας όπως της επιστραφούν τα προσωπικά της αντικείμενα χωρίς αποτέλεσμα. Έπειτα, μετέβηκαν μαζί στο διαμέρισμα όπου διέμενε η κατηγορούμενη 2 στην Λάρνακα. Εκεί η παραπονούμενη άκουσε την κατηγορούμενη 2 να συνομιλεί στο τηλέφωνο και να ζητά από τρίτα πρόσωπα να επισκεφθούν την παραπονούμενη και αφού κάνουν σεξ μαζί της να την κτυπήσουν.
20. Η παραπονούμενη φοβήθηκε και στη συνέχεια μετέβηκε στην Αστυνομία όπου υπέβαλε καταγγελία στο τμήμα μικροπαραβάσεων αναφορικά με την οποία, ενημερώθηκε σχετικά το ΤΑΕ Λάρνακας. Στη συνέχεια ενημερώθηκαν οι ΥΚΕ και το Γραφείο Καταπολέμησης Εμπορίας Προσώπων (ΓΚΕΠ) της Αστυνομίας και η παραπονούμενη, αφού αξιολογήθηκε ως πιθανό θύμα εμπορίας και σεξουαλικής εκμετάλλευσης, μεταφέρθηκε σε κυβερνητικό καταφύγιο. Από την δε ψυχολογική αξιολόγηση στην οποία υποβλήθηκε η παραπονούμενη σε μεταγενέστερο χρόνο, διαπιστώθηκε ότι αυτή παρουσίαζε συμπτωματολογία που πληρούσε τα διαγνωστικά κριτήρια «μείζονος καταθλιπτικής διαταραχής ήπιας βαρύτητας με μελαγχολικά στοιχεία».
21. Στο πλαίσιο διερεύνησης της καταγγελίας της παραπονουμένης από μέλη του ΓΚΕΠ εντοπίστηκε στην ιστοσελίδα bazaraki μεγάλος αριθμό αγγελιών, τις οποίες η παραπονούμενη αναγνώρισε ως αγγελίες σχετιζόμενες με τις ερωτικές υπηρεσίες που η ίδια παρείχε. Σε κάποιες εξ’ αυτών η παραπονούμενη αναγνώρισε δικές τις φωτογραφίες που είχε λάβει από αυτήν η κατηγορούμενη 2 ενώ σε άλλες αγγελίες, οι φωτογραφίες που αναρτήθηκαν απεικόνιζαν άγνωστες γυναίκες και είχαν εξασφαλιστεί από το διαδίκτυο, πλην όμως αφορούσαν τις υπηρεσίες της παραπονουμένης. Εξασφαλίστηκαν επιπλέον πληροφορίες σε σχέση με τους λογαριασμούς χρηστών της ιστοσελίδας bazaraki από τους οποίους αναρτήθηκαν οι εν λόγω αγγελίες αλλά και τους τρόπους και λεπτομέρειες πληρωμής αυτών.
22. Εναντίον της κατηγορουμένης 1 εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης στις 07/11/2023 το οποίο εκτελέστηκε στις 09/10/2024 όταν αυτή εντοπίστηκε σε κατάστημα ενεχυροδανειστηρίου με την επωνυμία «F & S Gold» στην Λεμεσό. Στο πλαίσιο της σωματικής έρευνας που ακολούθησε της σύλληψής της, εντοπίστηκε στην κατοχή της το διαβατήριο της παραπονουμένης σε σχέση με το οποίο η κατηγορούμενη 1, ανέφερε κατόπιν επίστησης της προσοχής της στο Νόμο, ότι ανήκε στην αδελφή της. Περαιτέρω, μεταξύ άλλων εντοπίστηκαν στην κατοχή της 5 κάρτες sim και 3 κινητά τηλέφωνα εκ των οποίων το ένα ανήκε στην παραπονούμενη.
23. Από την κατηγορούμενη 1 λήφθηκε αριθμός καταθέσεων στο πλαίσιο των οποίων προέβαλε διάφορους ισχυρισμούς. Μεταξύ άλλων, αναφέρθηκε στις συνθήκες που την ανάγκασαν να έρθει παράνομα στην Κύπρο με σκοπό την άσκηση πορνείας, ενεργώντας υπό τον έλεγχο και οδηγίες τρίτου προσώπου τον οποίο κατονόμασε ως το αφεντικό της και ο οποίος καταζητείται. Ανέφερε ότι τόσο η ίδια όσο και η κατηγορούμενη 2 και παραπονούμενη, εργάζονταν για το συγκεκριμένο πρόσωπο τον οποίο παρουσίασε ως τον επικεφαλής οργανωμένου κυκλώματος σεξουαλικής εκμετάλλευσης ενήλικων προσώπων. Περαιτέρω, η κατηγορούμενη 1 έδωσε σημαντικές πληροφορίες στην Αστυνομία που οδήγησαν στον εντοπισμό της κατηγορουμένης 2 και του κατηγορουμένου 4, ενώ αναφέρθηκε επίσης και στον ρόλο του κατηγορουμένου 3 στην παρούσα υπόθεση, όπως θα αναφερθεί πιο κάτω.
24. Εναντίον της κατηγορουμένης 2 εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης το οποίο εκτελέστηκε στις 18/10/2024. Λήφθηκε απ’ αυτήν αριθμός καταθέσεων στο πλαίσιο των οποίων προέβαλε διάφορους ισχυρισμούς. Μεταξύ άλλων, αναφέρθηκε στις συνθήκες υπό τις οποίες ήρθε παράνομα στην Κύπρο για να ασκεί πορνεία, τις σχέσεις της με την κατηγορούμενη 1 και παραπονούμενη αλλά και τους κατηγορούμενους 3 και 4.
25. Εναντίον του κατηγορουμένου 3 εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης στις 20/10/2024 το οποίο εκτελέστηκε στις 23/10/2024. Ανακρινόμενος ο κατηγορούμενος 3 προέβαλε διάφορους ισχυρισμούς όσον αφορά την εμπλοκή του στην παρούσα υπόθεση. Από το σύνολο της μαρτυρίας που εξασφαλίστηκε εις βάρος του, προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος 3 διατηρούσε φιλικές σχέσεις με τις κατηγορούμενες 1 και 2 και επισκεπτόταν συχνά τα υποστατικά όπου τόσο οι κατηγορούμενες 1 και 2 όσο και η παραπονούμενη ασκούσαν πορνεία. Ενεργούσε εκ μέρους του τρίτου καταζητούμενου προσώπου, και βοηθούσε την κατηγορούμενη 1 στο θέμα της απόκτησης πρόσβασης στην ιστοσελίδα bazaraki αλλά και της δημιουργίας και ανάρτησης των αγγελιών στην εν λόγω ιστοσελίδα αναφορικά τόσο με τις δικές της προσφερόμενες ερωτικές υπηρεσίες όσο και τις υπηρεσίες της παραπονουμένης. Όπως επίσης διαπιστώθηκε, για τις πληρωμές που έγιναν για την ανάρτηση αριθμού αγγελιών που εντοπίστηκαν στην ιστοσελίδα bazaraki και αφορούσαν στο άτομο της παραπονουμένης, ο κατηγορούμενος 3 χρησιμοποίησε τόσο δική του τραπεζική κάρτα όσο και τραπεζική κάρτα φιλικού του προσώπου. Βοηθούσε επίσης και στο κομμάτι της ανεύρεσης διαμερισμάτων στις κατηγορούμενες 1 και 2 για την άσκηση πορνείας. Για τις υπηρεσίες του αυτές, ο κατηγορούμενος 3, πληρωνόταν από τα κέρδη πορνείας. Σε κάποιες δε περιπτώσεις, ο κατηγορούμενος 3 εισέπραξε χρήματα από την παραπονούμενη με οδηγίες της κατηγορουμένης 1, γνωρίζοντας ότι αυτή ήταν θύμα σεξουαλικής εκμετάλλευσης.
26. Εναντίον του κατηγορουμένου 4 εξασφαλίστηκε ένταλμα σύλληψης στις 05/03/2025 το οποίο εκτελέστηκε στις 11/03/2025. Όπως έχει αναφερθεί ο κατηγορούμενος 4, ενεργώντας στη βάση οδηγιών του καταζητούμενου προσώπου και εκτελώντας χρέη οδηγού, παρέλαβε και μετέφερε την παραπονούμενη σε συγκεκριμένο υποστατικό από το οποίο, γνώριζε ότι θα την παραλάμβανε η κατηγορούμενη 1 με σκοπό την άσκηση πορνείας. Ο κατηγορούμενος 4, για τις υπηρεσίες του πληρώθηκε από τα κέρδη πορνείας της παραπονουμένης.»
Οι Κατηγορούμενοι τελούν σε προφυλάκιση για τους σκοπούς της παρούσας υπόθεσης από τις 24/3/2025, οι δε Κατηγορούμενοι 1-3 τελούσαν σε προφυλάκιση από τις 9/12/2024 – 24/3/2025 στο πλαίσιο της υπ’ αρ.18176/2024 ποινικής υπόθεσης που αφορούσε τα ίδια αδικήματα με την παρούσα υπόθεση, η οποία στις 24/3/2025 αναστάληκε με σκοπό την καταχώριση της παρούσας. Και οι 2 υποθέσεις αφορούν στα ίδια ακριβώς γεγονότα.
Οι Κατηγορούμενοι δεν βαρύνονται με προηγούμενες καταδίκες.
Αναφορικά με τους Κατηγορούμενους έχουν ετοιμαστεί εκθέσεις του Τμήματος Κοινωνικών Υπηρεσιών. Όπως έχει νομολογηθεί, η έκθεση του Τμήματος Κοινωνικών Υπηρεσιών αποτελεί ένα εργαλείο το οποίο προσφέρει στο Δικαστήριο τη δυνατότητα αποκρυστάλλωσης της οικογενειακής αλλά και της ατομικής προσωπικότητας κάθε κατηγορούμενου (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Πεγειώτη (2001) 2 Α.Α.Δ. 617).
Συνοψίζοντας τα όσα τυγχάνουν καταγραφής στις σχετικές εκθέσεις και έγιναν αποδεκτά από τους Κατηγορούμενους σημειώνονται τα εξής:
Η Κατηγορούμενη 1 είναι σήμερα 33 ετών, κατάγεται από τη Νιγηρία και έχει ένα αδελφό στη χώρα της, 25 ετών. Ο πατέρας της απεβίωσε και δεν τον έχει γνωρίσει ποτέ. Η μητέρα της παρουσιάζει προβλήματα υγείας, μετά από εγκεφαλικό. Φοίτησε για πολύ μικρό διάστημα σε σχολείο στη χώρα της και ουδέποτε εργάστηκε. Ο πατέρας της άφησε πολλά χρέη και η ίδια αναγκάστηκε να εκδίδεται στους χρεώστες έναντι των χρεών. Εξαναγκάστηκε να τελέσει γάμο, από τον οποίο απέκτησε ένα παιδί, σήμερα 4 ετών. Λόγω του ότι κινδύνευε η ζωή της, έφυγε από τη Νιγηρία και αφού της υποσχέθηκαν μια καλή ζωή στη Κύπρο, ήρθε προκειμένου να εργαστεί ως φροντίστρια. Αντί αυτού εκπορνεύτηκε. Σε σχέση με την κατάσταση της υγείας της, σημειώνεται ότι υποβλήθηκε σε εγχείρηση κοιλίας και λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή.
Η Κατηγορούμενη 2 είναι σήμερα 32 ετών και κατάγεται επίσης από τη Νιγηρία. Μετά την αποφοίτηση της από το Πανεπιστήμιο, ήρθε στην κατεχόμενη Κύπρο το 2022 όπου την εκπόρνευαν. Στη χώρα της δεν εργάστηκε καθόλου. Από σχέση που διατηρούσε απέκτησε ένα παιδί, σήμερα ηλικίας 6 ετών. Πριν από τη σύλληψη της φιλοξενείτο από το αφεντικό της.
Ο Κατηγορούμενος 3, είναι σήμερα 28 ετών και κατάγεται επίσης από τη Νιγηρία. Έχει 4 αδελφούς και 2 αδελφές. Ο πατέρας του, 67 ετών, εργαζόταν ως αρχιτέκτονας και επιμετρητής ποσοτήτων. Η μητέρα του, 60 ετών, διατηρεί το δικό της κατάστημα με καλλυντικά. Ο ίδιος είναι απόφοιτος πανεπιστημίου μηχανολογίας. Παράλληλα ασχολείτο και με το ποδόσφαιρο με συμμετοχή στην εθνική ομάδα, ενώ αγωνίστηκε και στο εξωτερικό. Από το 2020 ήρθε στην Κύπρο όπου ασχολείται επαγγελματικά με κυπριακές ομάδες.
Ο Κατηγορούμενος 4, γεννημένος στη Νιγηρία, είναι σήμερα 47 ετών και έχει τρεις αδελφούς και μια αδελφή. Ο πατέρας του απεβίωσε πριν αρκετά χρόνια και η μητέρα του ήταν ανέκαθεν οικοκυρά. O Κατηγορούμενος 4 είναι αναλφάβητος και δεν φοίτησε σε σχολείο. Δεν έχει εργαστεί στη χώρα του ενώ στην Κύπρο, όπου βρίσκεται από το 2020 ως αιτητής ασύλου, εργαζόταν περιστασιακά ως κηπουρός. Αντιμετωπίζει δυσκολίες στο να εργαστεί λόγω τραυματισμού που είχε υποστεί στο παρελθόν. Είναι παντρεμένος και πατέρας τριών παιδιών, ηλικίας 9, 7 και 6 ετών. Εκτός από τον τραυματισμό του, δεν παρουσιάζει άλλα προβλήματα υγείας. Πριν από τη σύλληψη του, διέμενε με 3 φίλους του σε ενοικιαζόμενο διαμέρισμα τριών υπνοδωματίων και το ενοίκιο ανερχόταν στα 300 ευρώ μηνιαίως. Από την εργασία του λάμβανε 30-40 ευρώ ημερησίως και 214 ευρώ μηνιαίως για πέντε χρόνια ως αιτητής ασύλου.
Αγορεύοντας για μετριασμό της ποινής της Κατηγορούμενης 1, ο κος Χριστοφόρου αναφέρθηκε στις προσωπικές της περιστάσεις, την τέλεση γάμου και την απόκτηση μιας θυγατέρας, στο λευκό ποινικό μητρώο της, την παραδοχή και τη μεταμέλεια της καθώς και στη συνεργασία της με τις Αστυνομικές Αρχές. Ως λεπτομερώς αναφέρθηκε, η Κατηγορούμενη 1 προέβη σε αποκάλυψη άλλων εμπλεκόμενων προσώπων και του τρόπου λειτουργίας του κυκλώματος. Ως λέχθηκε, ο ιθύνων νους του όλου κυκλώματος είχε καταβάλει τα χρήματα της μετάβασης της Κατηγορούμενης 1 στην Κύπρο με σκοπό την άσκηση πορνείας και η ίδια ήταν υποχρεωμένη να συμμορφώνεται πλήρως με τις εντολές και οδηγίες του ενώ κατακρατήθηκε το διαβατήριο της. Το ποσό το οποίο είχε καταβληθεί για τη μεταφορά της στην Κύπρο αποτελούσε χρέος το οποίο ήταν υποχρεωμένη να αποπληρώσει μέσω των χρημάτων που θα εισέπραττε από τις υπηρεσίες που θα παρείχε έχοντας ως μηνιαίο στόχο το ποσό των €1.500. Σε περίπτωση που ο εν λόγω μηνιαίος στόχος δεν επιτυγχανόταν, η διαδικασία αποπληρωμής θα άρχιζε ξανά από την αρχή. Με την επίτευξη του πιο πάνω στόχου για περίοδο τριών συνεχόμενων μηνών, τα έγγραφα παραδίδονταν στη γυναίκα που είχε μεσολαβήσει για την μεταφορά της νεοεισερχόμενης στην Κύπρο και αυτή θεωρούνταν πλέον ως η «προϊστάμενη» της. Ως λέχθηκε, η οργάνωση λειτουργούσε με δομή πυραμίδας με δράση τόσο στις ελεύθερες όσο και στις κατεχόμενες περιοχές. Η Κατηγορούμενη 1 βρισκόταν υπό καθεστώς φόβου, εξάρτησης και πλήρους αδιεξόδου, χωρίς οποιαδήποτε πραγματική δυνατότητα άρνησης ή διαφυγής, ενώ, ως αναφέρθηκε, ζητήθηκε και από την ίδια να στρατολογήσει άλλη συμπατριώτισσα της. Σε αντίθεση με το τί είχε συμβεί στην ίδια, η Κατηγορούμενη 1 ενημέρωσε την Παραπονούμενη για τη φύση της εργασίας που θα εκτελούσε και ενεργούσε ως προϊστάμενη της παραδίδοντας της εισπράξεις στον εγκέφαλο του κυκλώματος. Τόσο η Κατηγορούμενη 1 όσο και οι άλλες εμπλεκόμενες, χρησιμοποιώντας ψευδώνυμα, μεταφέρονταν από την ηγεσία του κυκλώματος σε διάφορους χώρους, καλύπτοντας ουσιαστικά όλες τις πόλεις της Κύπρου, με σκοπό να καθίσταται δυσχερής ο εντοπισμός τους.
Ο κος Χριστοφόρου τόνισε ότι η Κατηγορούμενη 1 βρισκόταν σε κατάσταση ευαλωτότητας και εξάρτησης από πρόσωπα τα οποία ασκούσαν έλεγχο και επιρροή πάνω της ζώντας η ίδια σε εξευτελιστικές συνθήκες στερούμενη, ουσιαστικά, την προσωπική της ελευθερία. Ως λέχθηκε, η Κατηγορούμενη 1 δεν είχε οποιοδήποτε ηγετικό ή οργανωτικό ρόλο και δεν αποκόμιζε η ίδια ουσιαστικό οικονομικό όφελος ή κέρδος, ενώ η συμμετοχή της ήταν αποτέλεσμα καταναγκασμού και άκρατης ψυχολογικής πίεσης. Έγινε, τέλος, αναφορά σε περιστατικό βία εναντίον της.
Σε σχέση με την Κατηγορούμενη 2, ο κος Γαβριηλίδης στην προφορική του αγόρευση, υποστήριξε ότι και η Κατηγορούμενη 2, μετέβηκε στην Κύπρο με το ίδιο κύκλωμα και από θύμα μετατράπηκε σε θύτη. Κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψη του για σκοπούς μετριασμού της ποινής της, την παραδοχή της, την απολογία της, το λευκό της ποινικό μητρώο, ενώ τόνισε ότι κατά τη σύλληψη της ήταν σε διαδικασία απέλασης από την Κύπρο και η δράση της είχε ήδη σταματήσει. Λόγω οικογενειακών καταστάσεων που αντιμετώπιζε, αναγκάστηκε να έρθει στην Κύπρο να εργαστεί, πλήν όμως, έτυχε εκμετάλλευσης και σε καμία περίπτωση δεν πλούτισε από τις παράνομες δραστηριότητες της.
Σε σχέση με τον Κατηγορούμενο 3, ο κ. Κληρίδης, αναφέρθηκε στην παραδοχή του, την απολογία του, το λευκό του ποινικό μητρώο, τις προσωπικές του περιστάσεις, ενώ κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψη του τον υπερπληθυσμό και τις συνθήκες κράτησης εντός των Κεντρικών Φυλακών. Επιπλέον, εισηγήθηκε πως η ποινή φυλάκισης που θα επιβληθεί στον Κατηγορούμενο 3 θα είναι δυσμενέστερη σε σχέση με οποιοδήποτε ημεδαπό κατάδικο αφού δεν θα μπορεί να έχει οποιαδήποτε επίσκεψη και να βλέπει την οικογένεια του.
Ως προς τον ρόλο του Κατηγορούμενου 3, ο κος Κληρίδης, κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψη του ότι και ο ίδιος ήταν θύμα άλλων ατόμων που αποτελούν μέρος του οργανωμένου εγκλήματος, τονίζοντας πως δεν είχε άμεση σχέση με την ουσία της διάπραξης των αδικημάτων και απλά παρείχε βοήθεια στην ανάρτηση πληρωμένων διαφημίσεων στο διαδίκτυο. Όπως εξήγησε, ο Κατηγορούμενος δεν ήταν το άτομο που ετοίμαζε το υλικό που αναρτάτο, ούτε το άτομο που φωτογράφιζε, αλλά ήταν το άτομο που τα αναρτούσε και πλήρωνε με την κάρτα του. Η αμοιβή που λάμβανε ήταν ελάχιστη εώς αμελητέα. Όσα χρηματικά ποσά είχε παραλάβει εκ μέρους άλλου προσώπου και αφού τα παρέλαβε ο ίδιος τα παρέδιδε με τη σειρά του σε άλλο άτομο, ενώ η βοήθεια που παρείχε σε γενικότερο πλαίσιο στις Κατηγορούμενες 1 και 2 και την παραπονούμενη, ήταν περιστασιακή και ευκαιριακή.
Ο κ. Κληρίδης κάλεσε, επίσης, το Δικαστήριο να λάβει υπόψη την απουσία επιβαρυντικών παραγόντων και συγκεκριμένα την απουσία βίαιης συμπεριφοράς, όπως και την προχειρότητα με την οποία ενήργησε, χρησιμοποιώντας τη δική του κάρτα αλλά και κάρτα που δανειζόταν κάποιες φορές από φίλο του, με τρόπο ώστε να ήταν εύκολος ο εντοπισμός του.
Τέλος, σε σχέση με τον Κατηγορούμενο 4 ο κ. Πιερίδης, κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψη του το λευκό του ποινικό μητρώο, την παραδοχή του και τις προσωπικές και οικογενειακές του περιστάσεις. Τόνισε ότι ο Κατηγορούμενος 4 βρισκόταν σε δύσκολη οικονομική κατάσταση προσπαθώντας να επιβιώσει και να βοηθήσει παράλληλα την οικογένεια του που βρίσκεται στη χώρα καταγωγής του. Ο Κατηγορούμενος 4 σύμφωνα με τον συνήγορο του, πέρασε αρκετές κακουχίες στη ζωή του και εγκατέλειψε τη Νιγηρία για να αναζητήσει άσυλο στην Κύπρο. Δέχθηκε στη χώρα του επίθεση με πυροβολισμό από ισλαμική οργάνωση όπου και τραυματίστηκε. Ο τραυματισμός του συνεχίζει να τον ταλαιπωρεί μέχρι σήμερα και προς τούτο παρουσίασε σχετικό πιστοποιητικό.
Επιπλέον, ο συνήγορος υπεράσπισης επεσήμανε το μικρό οικονομικό όφελος το οποίο είχε ο Κατηγορούμενος 4 και τη μικρή χρονική περίοδο μέσα στην οποία διαπράχθηκε το αδίκημα υποστηρίζοντας πως δεν αποτελούσε μέλος του κυκλώματος. Πρόσθεσε ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση ελλείπουν επιβαρυντικά στοιχεία αφού ο Κατηγορούμενος 4 δεν χρησιμοποίησε σωματική ή ψυχική βία προς το θύμα, ούτε ενεπλάκη στις δραστηριότητες πορνείας της Παραπονούμενης, ενώ δεν εντοπίζονταν στοιχεία εξαναγκασμού ή παρακίνησης της στην πορνεία. Τέλος, ο κ. Πιερίδης αναφέρθηκε στον χρόνο που διέρρευσε από τη διάπραξη των αδικημάτων αλλά και την καθυστέρηση έναρξης της ποινικής δίωξης με την καταχώρηση της παρούσας υπόθεσης.
Δεν υπάρχει αμφιβολία πως τα αδικήματα που έχουν παραδεχθεί οι Κατηγορούμενοι είναι σοβαρά. Έχει κατ’ επανάληψη τονιστεί πως η σοβαρότητα ενός αδικήματος αντικατοπτρίζεται από το ανώτατο όριο της προβλεπόμενης ποινής, η οποία αποτελεί τη βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για την επιμέτρηση της επιβληθησόμενης ποινής (βλ. Λεμονάρη ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 212/2017, ημερ. 17.4.2019, ECLI:CY:AD:2019:B150, Γενικός Εισαγγελέας ν. Γενεθλίου (2016) 2 Α.Α.Δ. 207 και Βραχίμη ν. Αστυνομίας (2000) 2 Α.Α.Δ. 727). Όπως λέχθηκε στην Λεβέντης ν. Αστυνομίας (1999) 2 Α.Α.Δ. 632, «το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από το Νόμο είναι η βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή». Ως έχει προσφάτως σημειωθεί από το Εφετείο στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Δημητρίου, Ποιν. Έφ. 41/2025, ημερ. 10.4.2025, η δικαιολογημένη κατά κόρον επανάληψη της νομολογιακής αυτής αρχής δεν θα πρέπει καθόλου να την αποδυναμώνει, καθιστώντας την ως μια τυπική διατύπωση, αλλά αντιθέτως θα πρέπει να την εδραιώνει ως τη βασική παράμετρο που προσμετρά το Δικαστήριο στην πορεία για επιμέτρηση της ποινής.
Συγκεκριμένα, για το αδίκημα της σεξουαλικής εκμετάλλευσης ενήλικου προσώπου, (κατηγορία υπ’ αρ. 3) προβλέπεται ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα 25 έτη, για το αδίκημα της παρακράτησης προσωπικών εγγράφων από το νόμιμο κάτοχο τους (κατηγορία υπ’ αρ. 4) προβλέπεται ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα 5 έτη ή χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις 17,000 ευρώ ή και οι δύο αυτές ποινές, για το αδίκημα της εκμετάλλευσης πόρνης (κατηγορία υπ’ αρ. 5) προβλέπεται φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τα 5 έτη και για το αδίκημα της διεύθυνσης οίκου ανοχής (κατηγορία υπ’ αρ. 8) προβλέπεται ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα 2 έτη ή χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει το αντίστοιχο ποσό σε ευρώ των 1,500 λιρών ή και τις δύο αυτές ποινές.
Οι κατηγορίες υπ’ αρ. 3 και 4 αφορούν αδικήματα κατά παράβαση του Ν. 60(Ι)/2014, ο οποίος μεταφέρει στην εθνική έννομη τάξη την Οδηγία 2011/36/EΕ της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατά της Εμπορίας Ανθρώπων. Με το Ν. 60(Ι)/2014 καταργήθηκε ο περί της Καταπολέμησης της Εμπορίας και της Εκμετάλλευσης Προσώπων και της Προστασίας των Θυμάτων Νόμος του 2007 (Ν. 87(Ι)/2007), ο οποίος προέβλεπε ποινή φυλάκισης 10 ετών για το αδίκημα της σεξουαλικής εκμετάλλευσης ενήλικου προσώπου.
Ως αναφέρθηκε στην Evia v. Γενικός Εισαγγελέας, Ποιν. Έφ. 174/2019, ημερ. 21.4.2021, «ο Ν.60(Ι)/2014 θεσπίστηκε για σκοπούς εναρμόνισης με πράξεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης μεταξύ των οποίων και η Οδηγία 2011/36/ΕΕ, του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 5ης Απριλίου 2011. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης εκτίμησε και καταγράφεται στην πρώτη παράγραφο του προοιμίου της Οδηγίας ότι: «Η εμπορία ανθρώπων συνιστά σοβαρό έγκλημα, το οποίο διαπράττεται συχνά στο πλαίσιο του οργανωμένου εγκλήματος, καθώς και κατάφωρη παραβίαση των θεμελιωδών δικαιωμάτων, και απαγορεύεται ρητά από το Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η πρόληψη και καταπολέμηση της εμπορίας ανθρώπων αποτελεί προτεραιότητα για την Ένωση και τα κράτη μέλη.»
Η εμπορία προσώπων με σκοπό την σεξουαλική εκμετάλλευση αποτελεί μια σύγχρονη μάστιγα και στοχεύει στην εκμετάλλευση ευάλωτων ατόμων τα οποία σε αναζήτηση μιας καλύτερης ζωής τυγχάνουν στυγνής μεταχείρισης από επιτήδεια άτομα, συνήθως στη βάση ενός οργανωμένου σχεδίου στο οποίο εμπλέκεται αριθμός ατόμων. Σε αδικήματα αυτού του είδους, οι δράστες ουσιαστικά εκμεταλλεύονται την ευάλωτη θέση του θύματος, είτε αυτή αφορά την οικονομική του εξαθλίωση, είτε το χαμηλό μορφωτικό ή νοητικό του επίπεδο και γενικότερα την απελπισία του και την έλλειψη οποιασδήποτε προοπτικής για εξεύρεση αξιοπρεπούς εργασίας.
Σύμφωνα με τη νομολογία, η εμπορία προσώπων συνιστά σοβαρό έγκλημα. Η εκμετάλλευση της ανέχειας, της έλλειψης ασφάλειας, των αντίξοων συνθηκών που μπορεί να βιώνει ένας συνάνθρωπος, και γενικότερα της αδυναμίας του, είναι έγκλημα που αναδεικνύει την από μέρους του δράστη έλλειψη σεβασμού προς την αξιοπρέπεια, ακεραιότητα και την ιδία την ύπαρξη του ανθρώπου. Η εμπορία ανθρώπων έχει χαρακτηριστεί ως ένα φαινόμενο πολυδιάστατο που εξελίσσεται ταχέως και λαμβάνει συνεχώς νέες μορφές και που συνιστά παγκόσμιο πρόβλημα με πολιτικές, δικαϊκές, κοινωνικές και οικονομικές προεκτάσεις. Αναγνωρίζεται διεθνώς ότι το έγκλημα της εμπορίας ανθρώπων χρήζει αντιμετώπισης όχι μέσω μεμονωμένης δράσης από κάθε κράτος, αλλά με ολοκληρωμένη προσέγγιση με ορισμό κοινών στοιχείων εγκληματικών πράξεων και ανάλογων αποτρεπτικών κυρώσεων (βλ. Evia (πιο πάνω)).
Στην Αγραφιώτης v. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 60/22, ημερ. 23.11.2022, το Ανώτατο Δικαστήριο σημείωσε τα εξής:
«Όπως ορθά επεσήμανε το Κακουργιοδικείο, η εμπορία προσώπων αποτελεί μια αποτρόπαια μορφή παραβίασης των θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων που υπονομεύει την ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Έχει δυστυχώς λάβει διεθνώς μεγάλες διαστάσεις και θεωρείται ένα από τα σοβαρότερα αδικήματα που διαπράττονται στο πλαίσιο του οργανωμένου εγκλήματος. Και αυτό δεν είναι διόλου τυχαίο. Η εξασφάλιση τεράστιου κέρδους που διοχετεύεται σε διεθνή δίκτυα οργανωμένου εγκλήματος, αναμφίβολα συνιστα την κινητηρια δύναμη για την εμφάνιση, αλλά και της ραγδαία εξάπλωση αυτού του φαινομένου, το οποίο υποθάλπεται, βεβαίως, από την αναζήτηση σεξουαλικών υπηρεσιών.
………………………….
Επιπλέον, το Ε.Δ.Α.Δ. τόνισε ότι, η εμπορία προσώπων ισοδυναμεί με τη χρήση των ανθρώπων ως αντικειμένων που αγοράζονται και πωλούνται και υποβάλλονται σε αναγκαστική εργασία. Συχνά για ελάχιστη ή και καθόλου πληρωμή, συνήθως εντός της βιομηχανίας σεξ, αλλά και αλλού. Εξυπακούει δε στενή παρακολούθηση των δραστηριοτήτων των θυμάτων, ενώ συνεπάγεται και τη χρήση βίας και απειλών εναντίον τους. Τονίσθηκε επίσης, ότι η εμπορία προσώπων, χωρίς αμφιβολία, απειλεί την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και τις θεμελιώδεις ελευθερίες και αξίες, οι οποίες προστατεύονται από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.»
Σε σχέση με το αδίκημα της εκμετάλλευσης πόρνης στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Γεωργίου (1999) 2 Α.Α.Δ. 644, υποδείχθηκε ότι τέτοιου είδους παράνομες συμπεριφορές συνιστούν μελανό στοιχείο στο κοινωνικό και πολιτιστικό επίπεδο της χώρας μας και ως εκ τούτου θα πρέπει να αντικρίζονται με την ανάλογη σοβαρότητα (βλέπε επίσης Γενικός Εισαγγελέας ν. Κωνσταντινίδης (1998) 2 Α.Α.Δ. 21 και Κλεοβούλου ν. Αστυνομίας (2012) 2 Α.Α.Δ. 17).
Για το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες (κατηγορίες υπ’ αρ. 6 και 7) όπου στην προκειμένη περίπτωση αποδίδεται στους Κατηγορούμενους ότι γνώριζαν πως η περιουσία αποτελεί έσοδο, προβλέπεται ποινή φυλάκισης 14 ετών ή χρηματική ποινή μέχρι 500,000 ευρώ ή και οι δύο αυτές ποινές. Στην υπόθεση Θεοφάνους ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 298/2018, ημερ. 27.6.2019, επισημάνθηκε ότι το συγκεκριμένο αδίκημα «..., όπως το ίδιο αυτοπροσδιορίζεται, συνίσταται στη χρήση/απόλαυση από τον αδικοπραγούντα των καρπών της παρανομίας του. Ό,τι έχει σημασία, για σκοπούς επιμέτρησης της ποινής, είναι το είδος και το ύψος των καρπών της παρανομίας που απόλαυσε ο αδικοπραγήσας ως αποτέλεσμα της παράνομης δραστηριότητας του. Είναι αυτή την απόλαυση που έχει στο επίκεντρο του το υπό αναφορά αυτοτελές αδίκημα ..., και αυτό για πρόληψη ή πάταξη της παρανομίας με την πρόβλεψη αυστηρών ποινών αναφορικά με την απόλαυση των καρπών της.» (βλ. επίσης Ευτύχιος Μαληκκίδης v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 40/2015, ημερ. 25.11.2016).
Αδικήματα κατά παράβαση του Ν.188(Ι)/2007 παρουσιάζονται με ιδιαίτερη συχνότητα, γεγονός για το οποίο λαμβάνουμε δικαστική γνώση από τον μεγάλο αριθμό υποθέσεων που καταχωρούνται ενώπιον μας (βλ. Sydenham v. Αστυνομίας (2005) 2 Α.Α.Δ. 210 και Αστυνομία ν. Βακανά, Ποιν. Έφ. 173/2020, ημερ. 20.5.2021), ECLI:CY:AD:2021:B200. Αναφορά αξίζει, επίσης, να γίνει στην υπόθεση Δημητρίου (πιο πάνω) όπου υποδείχθηκε πως η επιβολή ποινής για το γενεσιουργό αδίκημα δεν συνιστά λόγο μη επιβολής ποινής και στο αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων.
Για το αδίκημα της κλοπής (κατηγορία υπ’ αρ. 9), προβλέπεται ποινή φυλάκισης 3 ετών. Ως έχει νομολογηθεί, το αδίκημα της κλοπής καθώς και άλλα ομοειδή αδικήματα είναι αδικήματα που φανερώνουν ασέβεια και καταπατούν κατάφωρα τα συνταγματικά δικαιώματα της κατοχής και απόλαυσης περιουσίας (βλ. Παναγίδης v. Δημοκρατίας (1997) 2 Α.Α.Δ. 104).
Τέλος, για το αδίκημα της κοινής επίθεσης (κατηγορία υπ’ αρ. 10), προβλέπεται ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει το ένα έτος ή χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει το ισόποσο σε ευρώ των 1,000 λιρών ή και τις δύο αυτές ποινές. Η σοβαρότητα του αδικήματος της κοινής επίθεσης έγκειται στο γεγονός ότι ενέχει πράξεις που προκαλούν βία και πόνο στο θύμα και ταυτόχρονα δημιουργούν αίσθημα φόβου και ανασφάλειας σ' αυτό, καταρρακώνουν την προσωπικότητα και αξιοπρέπεια του και πλήττουν το θεμελιώδες δικαίωμα της σωματικής ακεραιότητας. Θεώρηση της νομολογίας επισημαίνει ότι η ποινή που επιβάλλεται για αδικήματα επίθεσης είναι ανάλογη της σοβαρότητας που χαρακτηρίζει την κάθε υπόθεση ξεχωριστά στη βάση των γεγονότων και περιστατικών που την περιβάλουν. Ο βαθμός της σοβαρότητας αυξάνεται όταν η επίθεση είναι σφοδρή ή διεξαχθεί σε δημόσιο χώρο και στην παρουσία άλλων προσώπων ή στην παρουσία άλλων μελών της οικογένειας. Σε τέτοιες περιπτώσεις ενδεικνυόμενη ποινή είναι αυτή της φυλάκισης. Στην υπόθεση Γεώργιος Βασιλειάδης ν. Αστυνομίας (1991) 2 Α.Α.Δ. 409 επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο που διέπραξε το αδίκημα της κοινής επίθεσης ποινή φυλάκισης 3 μηνών, η οποία επικυρώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο. Επίσης, στην υπόθεση Ιωάννου ν. Αστυνομίας (1998) 2 Α.Α.Δ. 327 όπου το ίδιο αδίκημα διαπράχθηκε σε δημόσιο χώρο και στην παρουσία άλλων παρευρισκομένων επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο, μετά από παραδοχή, με λευκό ποινικό μητρώο και κατόπιν συμφιλίωσης με τον παραπονούμενο, ποινή φυλάκισης ενός μηνός.
Εξετάζοντας την σχετική επί του θέματος νομολογία, παρατηρούμε ότι οι ποινές που έχουν κατά καιρούς επιβληθεί σε παρόμοιες υποθέσεις ποικίλουν ανάλογα με τις ιδιαιτερότητες των γεγονότων της κάθε υπόθεσης και τις ιδιαιτερότητες των συνθηκών του κάθε παραβάτη (βλ. Χαραλάμπους v. Δημοκρατίας (2000) 2 Α.Α.Δ. 1 και Μιχαήλ v. Δημοκρατίας (2003) 2 Α.Α.Δ. 123). Η όποια αναφορά σε παρόμοιες υποθέσεις γίνεται για να υπάρχει, κατά το δυνατόν, κοινή προσέγγιση στην αντιμετώπιση των παραβατών και χωρίς να εκλαμβάνεται ότι με τις ποινές που κατά καιρούς επιβάλλονται, καθορίζεται με οποιοδήποτε τρόπο μια στατική διατίμηση της ποινής. Οι προηγούμενες αποφάσεις, αναφορικά με τις επιβληθείσες ποινές, είναι ενδεικτικές του μέτρου τιμωρίας συγκεκριμένων εγκλημάτων και των παραμέτρων καθορισμού της ποινής. Δεν έχουν, όμως, τον δεσμευτικό χαρακτήρα που ενέχει ο καθορισμός αρχών δικαίου. (βλ. Αστυνομία ν. Βακανά (πιο πάνω) και Χαραλάμπους κ.ά ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 127/2019 και 130/2019, ημερ. 10.3.2021).
Στο πλαίσιο αυτό παραπέμπουμε στις πιο κάτω υποθέσεις:
Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας κ.ά. v. Ismail (2016) 2 Α.Α.Δ. 891 επικυρώθηκαν οι ποινές που επιβλήθηκαν πρωτοδίκως, κατόπιν ακρόασης, στους διάφορους κατηγορούμενους ανάλογα με τη φύση των κατηγοριών που αντιμετώπιζαν και τη συμμετοχή ενός εκάστου σε αδικήματα εμπορίας ενηλίκων προσώπων, εκμετάλλευσης στην εργασία, σεξουαλικής εκμετάλλευσης ενηλίκων προσώπων και παρακράτησης προσωπικών εγγράφων δυνάμει του Ν. 87(Ι)/2007. Υπενθυμίζεται ότι η ανώτατη προβλεπόμενη ποινή φυλάκισης για το αδίκημα της σεξουαλικής εκμετάλλευσης ενήλικων προσώπων με βάση το άρθρο 9 του Ν. 87(Ι)/2007, ως λέχθηκε και πιο πάνω, ήταν τα 10 έτη. Σε ό,τι αφορά τις επιβληθείσες ποινές για το αδίκημα αυτό, στους κατηγορούμενους 2 και 3 επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 2½ ετών και 18 μηνών αντίστοιχα. Αφού η παραπονούμενη αφίχθηκε στην Κύπρο, παραλήφθηκε από τους κατηγορούμενους 2 και 3 και οδηγήθηκε στα γραφεία της κατηγορούμενης 1, η οποία της ανέφερε ότι της χρωστούσε χρήματα για τη μεταφορά της στην Κύπρο και παραλήφθηκε το διαβατήριο της. Ο κατηγορούμενος 3, παρά τις αντιδράσεις της παραπονούμενης, την οδήγησε σε νυκτερινό κέντρο όπου εξαναγκάστηκε να φύγει με ηλικιωμένο άντρα που της έστειλε ο ίδιος. Την επομένη μέρα, ο κατηγορούμενος 3 την μετέφερε στο σπίτι του πελάτη, όπου παρέλαβε τα χρήματα και έφυγε. Σύμφωνα με την παραπονούμενη, υποχρεώθηκε παρά τη θέληση της να πηγαίνει με πελάτες περιγράφοντας τη συμπεριφορά των κατηγορουμένων 2 και 3 ως πολύ σκληρή. Ο κατηγορούμενος 4, στον οποίο επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 2½ ετών, έβαλε άλλη παραπονούμενη να εργαστεί σε οίκο ανοχής με ψευδώνυμο. Παρά τις διαβεβαιώσεις του ότι η παραπονούμενη είχε επιλογή να μην πηγαίνει με πελάτες για σεξ, εν τέλει την εξανάγκασε προς τούτο και επειδή ήταν παρθένα αναγκάστηκε να έχει πρωκτική επαφή, γεγονός που ο κατηγορούμενος 4 διαφήμιζε στους πελάτες. Ο κατηγορούμενος 6, ο οποίος διατηρούσε οίκο ανοχής, διάλεξε άλλη παραπονούμενη μαζί με μια άλλη κοπέλα για να εργαστούν εκεί. Τις τοποθέτησε σε σπίτι πάνω από τον οίκο ανοχής, όπου τις ανέμενε ο κατηγορούμενος 10, ο οποίος της είπε ότι θα έπρεπε να βγει με πελάτη και να κάμει σεξ μαζί του. Ο πελάτης, με τον οποίο πήγε στο σπίτι του όπου είχαν σεξουαλική επαφή, έδωσε χρήματα στον κατηγορούμενο 10 και την επομένη μέρα ο ιδιοκτήτης, κατηγορούμενος 6, έδωσε στην παραπονούμενη κάποιο ποσό. Επαναλήφθηκε το ίδιο με άλλο πελάτη και η παραπονούμενη αναγκάστηκε να εργάζεται στον οίκο ανοχής για τέσσερεις μήνες αφού δεν είχε στην κατοχή της ούτε το διαβατήριο της, ούτε το βιβλιάριο της τράπεζας. Στο σπίτι όπου διέμενε η παραπονούμενη, διέμενε πάντοτε και κάποιος από τους Κατηγορούμενους 7, 8, 9, 10 και 11, οι οποίοι επέβλεπαν τα θύματα ώστε να μην φύγουν και να μην βγαίνουν από εκεί. Περαιτέρω, οι κατηγορούμενοι 7, 8, 9 και 11 σε κάποιες περιπτώσεις προέτρεψαν την παραπονούμενη να βγεί με πελάτη για σεξ, πράγμα που έπραξε. Στους κατηγορούμενους 6, 7, 8, 9, 10 και 11 επιβλήθηκαν ποινές φυλάκισης 2½ ετών, 9 μηνών, 9 μηνών, 9 μηνών, 2 ετών και 9 μηνών αντίστοιχα. Αφού ο κατηγορούμενος 10 έδιωξε την παραπονούμενη από τον οίκο ανοχής, εργάστηκε σε οίκο ανοχής ιδιοκτησίας του κατηγορουμένου 13 για λιγότερο από ένα μήνα και πήγε με πελάτες για σεξ περίπου έξι φορές. Εκεί την εκμεταλλεύτηκαν σεξουαλικά οι κατηγορούμενοι 13 και 14 στους οποίος επιβλήθηκαν ποινές φυλάκισης 18 μηνών και 12 μηνών αντίστοιχα. Πέραν των πιο πάνω, επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 12 μηνών για παρακράτηση προσωπικών εγγράφων στους κατηγορούμενους 1 και 6. Επίσης, επιβλήθηκαν ποινές φυλάκισης σε σχέση με κατηγορίες που αφορούσαν το αποζείν από κέρδη πορνείας. Συγκεκριμένα, στους κατηγορούμενους 2 και 3, επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 15 μηνών και 12 μηνών αντίστοιχα, στον κατηγορούμενο 4, ποινή φυλάκισης 15 μηνών, στους Κατηγορούμενους 6, 7, 8, 9, 10 και 11, ποινές φυλάκισης 12 μηνών, 4 μηνών, 4 μηνών, 4 μηνών, 8 μηνών και 4 μηνών αντίστοιχα και στους κατηγορούμενους 13 και 14 ποινές φυλάκισης 12 μηνών και 6 μηνών αντίστοιχα.
Στην Αγραφιώτης (πιο πάνω) επικυρώθηκε ποινή φυλάκισης 8 ετών, σε κατηγορίες εμπορίας ενηλίκου προσώπου με βάση το Ν.60(Ι)/2014, κατόπιν ακρόασης, σε εφεσείοντα, ηλικίας 52 ετών, με λευκό ποινικό μητρώο και προβλήματα υγείας. Ο εφεσείων έδρασε με σκοπό την εκμετάλλευση της άσκησης πορνείας από την παραπονούμενη υπό συνθήκες κατάχρησης της ευπαθούς και ευάλωτης θέσης της, η οποία ήταν τέτοιας φύσεως, ώστε η παραπονούμενη να μην είχε άλλη αποδεκτή δυνατότητα, παρά να υποταχθεί στην κατάχρηση. Η παραπονούμενη βρισκόταν σε δεινή οικονομική κατάσταση αφού, μεταξύ άλλων, προσπαθούσε να ανταπεξέλθει οικονομικά στο κόστος των θεραπειών της μητέρας της η οποία έπασχε από καρκίνο και την οποία φρόντιζε. Η παραπονούμενη άσκησε πορνεία στην Κύπρο, από τις αρχές Ιουλίου 2020 μέχρι 23.11.2020, όταν διακόπηκε με την παρέμβαση της Αστυνομίας. Κατά το χρονικό αυτό διάστημα, ο εφεσείων απαιτούσε και λάμβανε από την παραπονούμενη, το ποσό των €200 εβδομαδιαίως - συνολικά εισέπραξε το ποσό των €2.600 - το οποίο αποτελούσε μέρος των εισπράξεων της παραπονούμενης από την άσκηση πορνείας. Επιπρόσθετα, ο εφεσείων απεκόμισε και το ποσό των €80 εβδομαδιαίως, διότι παρουσίαζε ψευδώς στην παραπονούμενη ότι το ενοίκιο του διαμερίσματος όπου διέμεναν ήταν μεγαλύτερο από ό,τι ήταν στην πραγματικότητα. Η παραπονούμενη πλήρωνε, επίσης, τα έξοδα για τη διατροφή του εφεσείοντα, ο οποίος δεν εργαζόταν. Όταν η παραπονούμενη δεν κατέβαλλε έγκαιρα στον εφεσείοντα το ποσό των €200 εβδομαδιαίως, αυτός την εξευτέλιζε φωνάζοντας, βρίζοντάς την με χυδαίο τρόπο, φτύνοντάς την και υποτιμώντας την, λέγοντας της ότι είναι «ένα τίποτα» χωρίς αυτόν. Το ίδιο συνέβαινε και όταν η παραπονούμενη διαμαρτυρόταν για τα χρήματα που του έδινε, γιατί διέμενε μαζί της και δεν είχε την ελευθερία της ή γιατί δεν ήθελε να εργάζεται ως πολύ αργά το βράδυ. Επιπλέον, κρίθηκε ως ορθό το συμπέρασμα του Κακουργιοδικείου ότι κατά την επιμέτρηση της ποινής παρά το ότι συνυπολογίστηκε η απουσία επιβαρυντικών παραγόντων του αρ. 13 του Ν.60(Ι)/2014, η έλλειψη τους δεν μειώνει την σοβαρότητα της υπόθεσης, ο βαθμός της οποίας προκύπτει από την συμπεριφορά και τις ενέργειες του κατηγορούμενου έναντι της παραπονούμενης.
Στην Γενικός Εισαγγελέας v. Μυλωνάς, Ποινική Έφεση 65/2017, ημερ. 14.12.2018, ο εφεσίβλητος παραδέχθηκε μια κατηγορία σεξουαλικής εκμετάλλευσης ενήλικου προσώπου, κατά παράβαση του άρθρου 9(β), (δ) και (ε) του Ν.87(I)/2007 και μία κατηγορία άσεμνης επίθεσης εναντίον γυναίκας. Του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 12 μηνών στην κατηγορία της εκμετάλλευσης και καμία ποινή στην κατηγορία της άσεμνης επίθεσης. Η εκτέλεση της ποινής φυλάκισης αναστάληκε. Στο πλαίσιο της έφεσης του Γενικού Εισαγγελέα για ανεπάρκεια της ποινής, το Ανώτατο Δικαστήριο επέβαλε ποινή άμεσης φυλάκισης 2 ετών επισημαίνοντας ότι η ποινή θα ήταν μεγαλύτερη αν δεν είχε μεσολαβήσει μεγάλο χρονικό διάστημα. Σημειώθηκαν ως επιβαρυντικοί παράγοντες η έκταση του προσχεδιασμού και της οργάνωσης, η προσπάθεια του εφεσίβλητου, αφού την παγίδευσε να την πείσει να ενδώσει, η παραπλάνηση, η ιδιότητα του ως αστυνομικού αλλά και της ίδιας ως νοσηλεύτριας, και η διαφορά ηλικίας.
Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοφίδη (2004) 2 Α.Α.Δ. 179 ο εφεσίβλητος αντιμετώπιζε το αδίκημα του αποζείν από κέρδη πορνείας κατά παράβαση του άρθρου 164 του Κεφ. 154. Μετέτρεψε δύο αλλοδαπές σε πόρνες και τις εκμεταλλεύτηκε με στυγνό τρόπο κατακρατώντας τα προσωπικά τους αντικείμενα και όλα τα χρήματα που εισέπρατταν όταν τις ανάγκαζε να εκδίδονται. Περαιτέρω τις απειλούσε και τις εκβίαζε με διάφορους τρόπους. Η ποινή φυλάκισης εννέα μηνών που επιβλήθηκε πρωτοδίκως κρίθηκε ως έκδηλα ανεπαρκής και αυξήθηκε σε ποινή φυλάκισης δύο ετών.
Σχετική είναι επίσης η υπόθεση Μεϊτανής ν. Αστυνομίας (2000) 2 Α.Α.Δ 177, στην οποία ποινή φυλάκισης 18 μηνών για το αδίκημα του αποζείν από κέρδη πορνείας χαρακτηρίστηκε ως επιεικής. Επισημάνθηκε ότι θεωρήθηκε ως ιδιαίτερα επιβαρυντικό στοιχείο το γεγονός ότι ο εφεσείων ασκούσε μεγάλη πίεση στην παραπονουμένη να δέχεται περισσότερους πελάτες με στόχο να αποκομίζει ο ίδιος μεγαλύτερο όφελος.
Στην υπόθεση Γιαλλούρης ν. Αστυνομίας (2005) 2 Α.Α.Δ. 285 επικυρώθηκε ποινή φυλάκισης δυο ετών στην κατηγορία του αποζείν μερικώς από τα κέρδη πορνείας. Ο κατηγορούμενος χρησιμοποιούσε την απειλή βιαιοπραγίας για να εξαναγκάσει την παραπονούμενη να εκπορνεύεται με πελάτες της μπυραρίας.
Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ανδρέα Κωνσταντινίδη (1998) 2 Α.Α.Δ. 17, το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε ποινή φυλάκισης τεσσάρων μηνών που επιβλήθηκε στον δεύτερο εφεσίβλητο, άντρα ηλικίας 57 ετών, ο οποίος βοηθούσε σε οίκο ανοχής ως μεσάζων μεταξύ πελάτη και θύματος, αν και την χαρακτήρισε επιεική.
Σε σχέση με το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, γίνεται αναφορά στην Davidescu κ.ά. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 197/2018 και 198/2018, ημερ. 8.7.2019, όπου επικυρώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο ποινή φυλάκισης 6 ετών που είχε επιβληθεί πρωτόδικα στους εφεσείοντες, κατόπιν παραδοχής, για το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, για ένα ποσό της τάξης των €310.000 περίπου. Οι εφεσείοντες ήταν μέλη διεθνούς κυκλώματος, οι οποίοι δημοσίευαν στο διαδίκτυο υπηρεσίες πώλησης αγαθών ή ενοικιάσεις ακινήτων και ζητούσαν από τα υποψήφια θύματά τους, να τους εμβάσουν χρήματα για τις συναλλαγές σε τραπεζικούς λογαριασμούς που άνοιξαν σε διάφορες τράπεζες της Κύπρου, τα οποία και κατακρατούσαν, χωρίς να υλοποιείται η συναλλαγή.
Επίσης, στην Θεοφάνους (πιο πάνω), το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε ποινή φυλάκισης 5 ετών, που επιβλήθηκε στον εφεσείοντα, μετά από παραδοχή, για το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, ύψους €571.145. Η παραπονούμενη υπέστη ζημιά ίση με το πιο πάνω ποσό και δεν αποζημιώθηκε.
Στρεφόμενοι στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, κυρίαρχο στοιχείο αποτελεί η ύπαρξη ενός οργανωμένου κυκλώματος εμπορίας και εκμετάλλευσης προσώπων, με εμφανές το στοιχείο του προσχεδιασμού. Από μόνο του το στοιχείο αυτό αποτελεί επιβαρυντικό παράγοντα κατά την επιμέτρηση της ποινής, σύμφωνα με το άρθρο 13 του Ν. 60(Ι)/2014. Σύμφωνα δε με τα όσα ο κ. Χριστοφόρου ανέφερε κατά το στάδιο των αγορεύσεων, σε σχέση με τα οποία ουδόλως προβλήθηκε οτιδήποτε διαφορετικό από οποιαδήποτε άλλη πλευρά, το κύκλωμα απαριθμούσε περί τα 200 μέλη με δράση τόσο στις ελεύθερες όσο και στις κατεχόμενες περιοχές, με τρόπο ώστε να καθίσταται αντιληπτό το εύρος της εγκληματικής δραστηριότητας του.
Θύμα του εν λόγω κυκλώματος ήταν η Παραπονούμενη, πρόσωπο νεαρής ηλικίας, 20 ετών κατά τον επίδικο χρόνο, αλλοδαπό, χωρίς κανένα υποστηρικτικό περιβάλλον στην Κύπρο, με παράνομη διαμονή στη Δημοκρατία, η οποία λόγω της κακής οικονομικής κατάστασης και των συνθηκών φτώχειας που βίωνε στη χώρα της, αναζήτησε ένα καλύτερο μέλλον. Βρισκόταν, συνεπώς, σε μια ευάλωτη θέση, γεγονός το οποίο, αρχικά η Κατηγορούμενη 1 και έπειτα η Κατηγορούμενη 2, γνώριζαν και εκμεταλλεύτηκαν εξαναγκάζοντας την να υπακούσει στις εντολές τους με σκοπό την αποκόμιση οικονομικού οφέλους. Παρά τις αρχικές υποσχέσεις ότι θα μπορούσε να κερδίσει χρήματα και να ασκήσει οποιοδήποτε επάγγελμα επιθυμούσε μετά την εξόφληση του συμφωνηθέντος ποσού, η Παραπονούμενη βρέθηκε υπό καθεστώς φόβου και υπό συνθήκες εξαναγκασμού με αποτέλεσμα να υποταχθεί στην εξουσία των Κατηγορουμένων 1 και 2, οι οποίες την μεταχειρίστηκαν ως αντικείμενο εκμετάλλευσης προς εξασφάλιση χρηματικού οφέλους, αδιαφορώντας πλήρως για τις αρνητικές συνέπειες που μια τέτοια συμπεριφορά θα προκαλούσε στην Παραπονούμενη. Υπό τις περιστάσεις αυτές, η Παραπονούμενη δεν είχε άλλη αποδεκτή δυνατότητα παρά να ακολουθεί τις εντολές των Κατηγορουμένων 1 και 2 με αποτέλεσμα η αξιοπρέπεια της να καταπατηθεί κατάφωρα.
Οι Κατηγορούμενοι ήταν μέλη του κυκλώματος αυτού έχοντας διαφορετική εμπλοκή και βαθμό συμμετοχής και αναλαμβάνοντας διαφορετικό ρόλο και καθήκοντα. Η Κατηγορούμενη 1 μεσολάβησε για την έλευση της Παραπονούμενης στην Κύπρο μέσω του αεροδρομίου των κατεχομένων και ήταν το πρόσωπο που την παρέλαβε και διευθετούσε την από μέρους της προσφορά υπηρεσιών αναλαμβάνοντας ρόλο προϊσταμένης. Αυτόν το ρόλο ανέλαβε για κάποιο διάστημα και η Κατηγορούμενη 2, ο δε Κατηγορούμενος 3 ανέλαβε την ανάρτηση των φωτογραφιών της Παραπονούμενης στο διαδίκτυο και ο Κατηγορούμενος 4 την μεταφορά της.
Από τα όσα τέθηκαν ενώπιον μας, διαπιστώνεται πως οι Κατηγορούμενες 1 και 2 είχαν σημαντικό ρόλο στην παράνομη επιχείρηση. Η διατήρηση οίκου ανοχής σε διάφορες επαρχίες με μεγάλο κύκλο εργασιών και πελατολόγιο, η καθημερινή εκπόρνευση της Παραπονούμενης, η παράνομη κατακράτηση του διαβατηρίου και άλλων εγγράφων της, ο περιορισμός των μετακινήσεων της, η μεταφορά της σε διάφορες επαρχίες ώστε να δυσχεραίνεται ο εντοπισμός της, η λήψη φωτογραφιών στις οποίες η Παραπονούμενη φορούσε περούκα, η ανάρτηση διαφημίσεων σε σχέση με τις προσφερόμενες υπηρεσίες, η χρήση ψευδωνύμων από τις γυναίκες που εκπορνεύονταν, η τήρηση τετραδίου αναφορικά με τις εισπράξεις και η αυξομείωση του οφειλόμενου ποσού κατά το δοκούν, αποτελούν στοιχεία που καταδεικνύουν την έκταση της δράσης του κυκλώματος.
Ειδικότερα, η Κατηγορούμενη 1 ήρθε σε επικοινωνία με την Παραπονούμενη και, αφού η Παραπονούμενη της έστειλε κάποιες φωτογραφίες της κατόπιν αιτήματος της, διευθετήθηκε η έκδοση νιγηριανού διαβατηρίου και αεροπορικού εισιτηρίου για την μετάβαση της στην Κύπρο. Η Παραπονούμενη, προφανώς και με τη συμμετοχή της Κατηγορούμενης 1, παραπλανήθηκε ως προς το ποσό που όφειλε αφού ουδέποτε της λέχθηκε ότι κατά διαστήματα το ποσό που είχε προηγουμένως καταβάλει θα ακυρωνόταν, δηλαδή δεν θα υπολογιζόταν, και θα ξεκινούσε και πάλι από την αρχή η αποπληρωμή ολόκληρου του οφειλόμενου ποσού, όπως η Κατηγορούμενη 1, αλλά και η Κατηγορούμενη 2, έπραξαν. Κατά την πιο πάνω επικοινωνία, η Κατηγορούμενη 1 έδωσε οδηγίες στην Παραπονούμενη αναφορικά με την παραλαβή και μεταφορά της στις ελεύθερες περιοχές. Η Κατηγορούμενη 1 ευθύς μόλις συνάντησε την Παραπονούμενη παρέλαβε το διαβατήριο της ώστε η τελευταία να μην μπορεί να διαφύγει, ενώ την αμέσως επόμενη μέρα αγόρασε για αυτήν αισθησιακά ρούχα και εσώρουχα, τα οποία της ζήτησε να φορέσει προκειμένου να την φωτογραφήσει και βινετογραφήσει με σκοπό να χρησιμοποιήσει αισθησιακές φωτογραφίες για τη δημιουργία σχετικών αναρτήσεων σε συγκεκριμένη ιστοσελίδα. Οι πελάτες επικοινωνούσαν με την Κατηγορούμενη 1 για τη διευθέτηση ραντεβού, η οποία εισέπραττε τα χρήματα από τις υπηρεσίες που προσέφερε η Παραπονούμενη και καθόριζε την αμοιβή της τελευταίας. Συνολικά η Κατηγορούμενη 1 εισέπραξε το ποσό των €4,500. Η Παραπονούμενη τελούσε υπό τον έλεγχο και συνοδεία της Κατηγορούμενης 1, η οποία πέραν του διαβατηρίου της, παρέλαβε το δελτίο εγγραφής αλλοδαπού, την νιγηριανή κάρτα sim του κινητού της τηλεφώνου και διέγραψε από αυτό την εφαρμογή WhatsApp. Περαιτέρω, εξέφραζε τη διαφωνία της με την προσπάθεια της Παραπονούμενης να νομιμοποιήσει το καθεστώς παραμονής της στη Δημοκρατία. Στο ίδιο πλαίσιο, επανειλημμένα απειλούσε την Παραπονούμενη πως εάν δεν έπραττε τα όσα της έλεγε θα έδιδε οδηγίες σε τρίτα πρόσωπα να την βιάσουν και να την κτυπήσουν, καθώς επίσης πως η οικογένεια της στην Νιγηρία θα πάθαινε κακό.
Η Κατηγορούμενη 2 ενήργησε κατά παρόμοιο τρόπο με την Κατηγορούμενη 1. Εκμεταλλεύτηκε την ευάλωτη θέση της Παραπονούμενης και ανήρτησε αγγελίες σε ηλεκτρονική πλατφόρμα με φωτογραφίες που αφορούσαν στις ερωτικές υπηρεσίες που προσέφερε η Παραπονούμενη, ενώ κατά τον μήνα Φεβρουάριο του 2023 εισέπραξε ποσό των €1000 από αυτές. Πέραν του ότι για χρονική περίοδο ενός μηνός η Κατηγορούμενη 2 ορίστηκε ως η «προϊστάμενη» της Παραπονούμενης, πήρε χωρίς τη θέληση της Παραπονούμενης το κινητό τηλέφωνο της και όλα της τα προσωπικά αντικείμενα συμπεριλαμβανομένων των ειδών ρουχισμού της, διαπράττοντας, έτσι, το αδίκημα της κλοπής. Περαιτέρω, η Κατηγορούμενη 2, ούσα σε θέση εξουσίας έναντι της Παραπονούμενης, η οποία υπό τις περιστάσεις που περιγράφονται πιο πάνω βρισκόταν σε ευάλωτη θέση, την χαστούκισε, ενώ είχε προηγηθεί η άσκηση εξαναγκασμού από μέρους της (βλ. α. 11(α), (γ) και (στ) του Ν. 115(Ι)/2021). Με την πιο πάνω πράξη της, η Κατηγορούμενη έπληξε έτι περαιτέρω την αξιοπρέπεια της Παραπονούμενης. Τέλος, η Κατηγορούμενη 2 ζήτησε μέσω τηλεφώνου από τρίτα πρόσωπα να επισκεφθούν την Παραπονούμενη ώστε να έρθουν σε σεξουαλική επαφή μαζί της και στη συνέχεια να την κτυπήσουν.
Οι Κατηγορούμενες 1 και 2, πέραν των όσων αναφέρονται πιο πάνω, έδρασαν συντονισμένα και συνεργαζόμενες μεταξύ τους με σκοπό την εκμετάλλευση της Παραπονούμενης. Συγκεκριμένα, μεταξύ Μαρτίου και Απριλίου 2023, διηύθυναν από κοινού οίκο ανοχής στην Λεμεσό στον οποίο ασκούσε πορνεία και η Παραπονούμενη. Η τελευταία κατέβαλλε τα εισπραχθέντα στην Κατηγορούμενη 1, η οποία αναρτούσε αγγελίες σε σχέση με τις ερωτικές υπηρεσίες της σε ιστοσελίδα ενώ η Κατηγορούμενη 2, στην παρουσία της Κατηγορούμενης 1, έλαβε σχετικές γυμνές φωτογραφίες της. Έτι περαιτέρω, τον Μάιο 2023, η Κατηγορούμενη 2 ήταν με οδηγίες της Κατηγορούμενης 1 που επισκέφθηκε το διαμέρισμα όπου η Παραπονούμενη διέμεινε στην Λάρνακα και όταν έφτασε εκεί τηλεφώνησε μέσω βιντεοκλήσης στην Κατηγορούμενη 1, η οποία άρχισε να φωνάζει και να απειλεί την Παραπονούμενη, ενώ στη συνέχεια η Κατηγορούμενη 2 κατόπιν οδηγιών της Κατηγορούμενης 1 της έκλεψε τα ρούχα και το κινητό της τηλέφωνο και, επιπλέον, την χαστούκισε.
Σαφώς οι Κατηγορούμενες 1 και 2 δεν αποτελούσαν τον ιθύνοντα νου της όλης επιχείρησης. Παρόλα αυτά, ο ρόλος και η δράση τους ουδόλως μπορεί να χαρακτηριστεί περιορισμένος στη βάση των όσων τυγχάνουν καταγραφής πιο πάνω. Τόσο η Κατηγορούμενη 1 όσο και η Κατηγορούμενη 2 ενεργούσαν ως προϊστάμενες της Παραπονούμενης, καθορίζοντας την τιμή στην οποία θα παρείχε της παράνομες υπηρεσίες της και εισπράττοντας τα χρηματικά ποσά για τα οποία πληρωνόταν η Παραπονούμενη, καθορίζοντας, μάλιστα, με τρόπο αυθαίρετο κατά πόσον η οφειλή των 7.000.000 νάιρα είχε εξοφληθεί ή όχι.
Ο ρόλος και ο βαθμός συμμετοχής της Κατηγορούμενης 1 ήταν σοβαρότερος ένεκα της έκτασης και της μεγαλύτερης περιόδου εμπλοκής της στα όσα της αποδίδονται αλλά και του γεγονότος ότι ήταν η ίδια που κατακρατούσε τα νομικά έγγραφα της Παραπονούμενης. Η διαφοροποίηση αυτή, ωστόσο, ουδόλως μειώνει την αντικειμενική σοβαρότητα των όσων η Κατηγορούμενη 2 έπραξε. Με δεδομένο δε ότι η συνεργασία της Κατηγορούμενης 1 με την Αστυνομία, ως λεπτομερώς εξηγείται πιο κάτω, συνιστά σοβαρό μετριαστικό παράγοντα προς όφελος της, το ύψος της ποινής που θα επιβληθεί στις Κατηγορούμενες 1 και 2 στις κατηγορίες που από κοινού αντιμετωπίζουν κρίνουμε ότι θα πρέπει να είναι το ίδιο.
Στο πλαίσιο επιμέτρησης της ποινής που θα επιβληθεί στις Κατηγορούμενες 1 και 2 δεν παραγνωρίζουμε τη θέση της Υπεράσπισης πως και οι δυο Κατηγορούμενες ήταν επίσης θύματα εμπορίας του κυκλώματος που δρούσε στην Κύπρο και ότι βρέθηκαν εδώ κάτω από συνθήκες οι οποίες προσομοιάζουν ουσιαστικά με τα όσα πέρασε η Παραπονούμενη. Το στοιχείο αυτό, όμως, ουδόλως αλλοιώνει τη σοβαρότητα των όσων έπραξαν αφού, σε κάθε περίπτωση, όφειλαν να αποταθούν στις αστυνομικές αρχές και όχι να εμπλακούν στα υπό κρίση αδικήματα. Προσθέτουμε πως, αντί να εμποδίσουν την επανάληψη τέτοιων φαινομένων τα οποία οι ίδιες ισχυρίζονται ότι βίωσαν χωρίς την θέληση τους, έδρασαν με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που, ως προβλήθηκε, τους συμπεριφέρθηκαν.
Αναφορικά με την κατηγορία της νομιμοποίησης εσόδων που έκαστη εκ των Κατηγορουμένων 1 και 2 αντιμετωπίζουν, λαμβάνουμε υπόψη το ύψος του ποσού στο οποίο αφορά η κάθε κατηγορία, ενώ σε ό,τι αφορά την κατηγορία της κλοπής, σημειώνουμε πως η αξία του κινητού τηλεφώνου και των ειδών ρουχισμού που κλάπηκαν δεν προσδιορίστηκε με οποιοδήποτε τρόπο, αλλά ούτε και εκφράστηκε πρόθεση αποζημίωσης.
Η εμπλοκή των Κατηγορουμένων 3 και 4 σαφώς διαφέρει σε σχέση με αυτόν των Κατηγορουμένων 1 και 2, στοιχείο που καθιστά αναπόφευκτη την διαφοροποίηση του ύψους της ποινής που θα επιβληθεί σε αυτούς.
Ειδικότερα, ο Κατηγορούμενος 3 παρείχε, ουσιαστικά, βοήθεια στην Κατηγορούμενη 1 για την απόκτηση πρόσβασης στην ηλεκτρονική πλατφόρμα αλλά και στη δημιουργία και ανάρτηση αγγελιών αναφορικά με τις υπηρεσίες που παρείχε η Παραπονούμενη, καταβάλλοντας το σχετικό αντίτιμο. Περαιτέρω, βοηθούσε τις Κατηγορούμενες 1 και 2 στην ανεύρεση διαμερισμάτων για την άσκηση πορνείας. Για τις υπηρεσίες αυτές πληρωνόταν από τα κέρδη πορνείας, ενώ σε κάποιες περιπτώσεις, εισέπραττε χρήματα από την Παραπονούμενη με οδηγίες της Κατηγορούμενης 1, γνωρίζοντας ότι αυτή ήταν θύμα σεξουαλικής εκμετάλλευσης.
Ο Κατηγορούμενος 4 εκτελούσε χρέη οδηγού και μετέφερε την Παραπονούμενη σε συγκεκριμένο υποστατικό από όπου θα την παραλάμβανε η Κατηγορούμενη 1 με σκοπό την άσκηση πορνείας, λαμβάνοντας αμοιβή από τα κέρδη πορνείας της Παραπονούμενης. Σε ό,τι αφορά την εισήγηση του κ. Πιερίδη ότι ο Κατηγορούμενος 4 δεν αποτελούσε μέρος του κυκλώματος, σημειώνουμε ότι με βάση τα γεγονότα που εκτέθηκαν ενώπιον μας και έγιναν αποδεκτά από τον ίδιο, ο Κατηγορούμενος 4 ενεργούσε στη βάση των οδηγιών του καταζητούμενου προσώπου, δηλαδή του επικεφαλής του κυκλώματος, παρέλαβε και μετέφερε την Παραπονούμενη σε συγκεκριμένο υποστατικό γνωρίζοντας ότι στη συνέχεια θα την παραλάμβανε από εκεί η Κατηγορούμενη 1 με σκοπό την άσκηση πορνείας και για τις υπηρεσίες του πληρώθηκε από τα κέρδη πορνείας της Παραπονούμενης. Τα στοιχεία αυτά αναμφίβολα τον κατατάσσουν ως μέλος του ως άνω αναφερόμενου κυκλώματος, ακόμα κι αν οι ενέργειες του ιδίου ήταν περιορισμένης εμβέλειας.
Κρίνουμε σκόπιμο να σημειώσουμε πως η θέση του κ. Πιερίδη περί καθυστέρησης στην καταχώρηση της παρούσας υπόθεσης δεν μας βρίσκει σύμφωνους στη βάση του ιστορικού της υπόθεσης και των γεγονότων που εκτέθηκαν από τον εκπρόσωπο της Κατηγορούσας αρχής. Σε κάθε περίπτωση, δεν υποστηρίχθηκε, αλλά ούτε και διαπιστώνεται οποιαδήποτε μεταβολή στις προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορούμενου 4 ή οποιουδήποτε εκ των Κατηγορουμένων σε βαθμό που να δικαιολογείται η μείωση της ποινής που θα επιβληθεί για το λόγο αυτό.
Χωρίς, λοιπόν, να διαφεύγει της προσοχής μας πως οι ενέργειες των Κατηγορουμένων 3 και 4 περιορίζονται στα όσα συνοψίζονται πιο πάνω, όπως ούτε και το ότι και αυτοί ενεργούσαν κατ’ εντολή τρίτου προσώπου, γεγονός, ωστόσο, παραμένει πως συμμετείχαν ενεργά και ουσιαστικά στο κύκλωμα εκμετάλλευσης ενηλίκων προσώπων, εν γνώσει τους ότι η Παραπονούμενη τύγχανε εκμετάλλευσης, εξασφαλίζοντας, μάλιστα, σχετικό όφελος για τις υπηρεσίες που παρείχαν.
Στην ουσία, όλοι οι Κατηγορούμενοι κατέστησαν τους εαυτούς τους συνεργούς και συμμετείχαν, ο κάθε ένας με διαφορετικό τρόπο, στο κύκλωμα σεξουαλικής εκμετάλλευσης ενηλίκων προσώπων, αποτελώντας απαραίτητους κρίκους στο όλο σύστημα κατά τρόπο που μπορεί να λεχθεί ότι χωρίς την προθυμία τέτοιων ατόμων δεν θα διαπράττετο το αδίκημα ή τουλάχιστον θα καθίστατο πιο δύσκολη η διάπραξη του.
Στο πλαίσιο επιμέτρησης της ποινής που θα επιβληθεί στους Κατηγορούμενους κρίνεται αναγκαίο να επισημάνουμε και τον αντίκτυπο που οι πιο πάνω πράξεις των Κατηγορουμένων είχαν στην Παραπονούμενη και ειδικότερα το ότι από την ψυχολογική αξιολόγηση στην οποία υποβλήθηκε σε μεταγενέστερο χρόνο, διαπιστώθηκε ότι παρουσίαζε συμπτωματολογία που πληρούσε τα διαγνωστικά κριτήρια «μείζονος καταθλιπτικής διαταραχής ήπιας βαρύτητας με μελαγχολικά στοιχεία». Αυτό αποτελεί αναμφίβολα ακόμη ένα επιβαρυντικό στοιχείο στην παρούσα υπόθεση και αντιπροσωπευτικό της σοβαρότητας των αδικημάτων που οι Κατηγορούμενοι διέπραξαν.
Κρίνουμε, τέλος, σκόπιμο να σημειώσουμε πως το γεγονός πως η Παραπονούμενη προσήλθε στην Κύπρο εν γνώσει του ότι θα εργαζόταν, τουλάχιστον μέχρις ότου εξοφλήσει την Κατηγορούμενη 1, ως πόρνη ουδόλως διαφοροποιεί τα δεδομένα που έχουμε ενώπιον μας, ούτε μειώνει τη σοβαρότητα των όσων έπραξαν οι Κατηγορούμενοι ως λεπτομερώς επεξηγείται πιο πάνω (βλ. Αγραφιώτης (πιο πάνω)).
Έχοντας τονίσει τη σοβαρότητα των αδικημάτων που αντιμετωπίζουν οι Κατηγορούμενοι, αποτελεί καθήκον του Δικαστηρίου όπως στο έργο εξατομίκευσης της ποινής λαμβάνει υπόψη του όλα τα ελαφρυντικά στοιχεία που έχουν παρουσιαστεί από την υπεράσπιση, περιλαμβανομένων των ατομικών συνθηκών του παραβάτη καθώς και εκείνων που πηγάζουν από τα γεγονότα της υπόθεσης, έτσι ώστε η ποινή να μην συνιστά απλώς τιμωρία, αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη (βλ. Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας (1989) 2 Α.Α.Δ. 224).
Όπως, όμως, έχει επανειλημμένα τονιστεί, η διαδικασία εξατομίκευσης της ποινής δεν πρέπει να συνεπάγεται εξουδετέρωση είτε της σοβαρότητας του αδικήματος, είτε του στοιχείου της αποτροπής, σε περιπτώσεις όπου συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή (βλ. Παναγιώτου ν. Αστυνομίας (2012) 2 Α.Α.Δ. 557). Η εξατομίκευση της ποινής επιτυγχάνεται μέσα και όχι έξω από το πλαίσιο των αρχών που διέπουν τον καθορισμό της ποινής (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευαγόρου (2001) 2 Α.Α.Δ. 285).
Προς όφελος των Κατηγορουμένων λαμβάνουμε υπόψη τις προσωπικές και οικογενειακές τους περιστάσεις, ως προκύπτουν από τις εκθέσεις του Τμήματος Κοινωνικής Ευημερίας αλλά και τα όσα τέθηκαν ενώπιον μας από τους συνήγορους Υπεράσπισης. Έχουμε, βέβαια, υπόψη την γενική αρχή της νομολογίας ότι σε σχέση με αδικήματα για τα οποία απαιτείται αυστηρή αντιμετώπιση, όπως στην προκειμένη περίπτωση, οι προσωπικές περιστάσεις έχουν περιορισμένη μόνο σημασία (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Σωτηρίου (2003) 2 Α.Α.Δ. 331) και ότι αυτές δεν πρέπει να εξουδετερώνουν την αποτελεσματικότητα του Νόμου (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Τσαπατσάρης (2000) 2 Α.Α.Δ. 304). Επιπλέον, καθίσταται σαφές ότι η προσφυγή στο έγκλημα δεν μπορεί να δικαιολογηθεί στη βάση προσωπικών αναγκών ή περιστάσεων ένεκα της κακής οικονομικής κατάστασης στην οποία βρίσκονταν στην χώρα τους (βλ. Kiev ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 218/2016, ημερ. 18.1.2018, Κυριάκου ν. Δημοκρατίας (2013) 2 Α.Α.Δ. 154 και Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας (2005) 2 Α.Α.Δ. 466).
Η παραδοχή των Κατηγορουμένων, σε συνδυασμό με την απολογία τους, ως αυτή εκφράσθηκε μέσω των συνηγόρων τους, καταδεικνύει τη συνείδηση των πράξεων τους καθώς και τη μεταμέλεια τους. Ως υπογραμμίστηκε στην Ανδρέου ν Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 163/2015, ημερ. 11.7.2016, «… η παραδοχή είναι ο μόνος απτός τρόπος για να “μεταφερθεί” στο Δικαστήριο η μεταμέλεια ενός κατηγορουμένου και γι’ αυτό το λόγο έχει δεσπόζουσα σημασία στην επιμέτρηση της ποινής». Παράλληλα, με την παραδοχή των Κατηγορούμενων περισώθηκε πολύτιμος δικαστικός χρόνος, στοιχείο που σύμφωνα με τα όσα υποδείχθηκαν στην Χαρτούμπαλλος ν. Δημοκρατίας (2002) 2 Α.Α.Δ. 28, θα πρέπει να λειτουργήσει προς όφελος τους κατά την επιμέτρηση της ποινής (βλ. Νικολάου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 45/2019, 3.7.2020 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Πέτρου, Ποιν. Έφ. 71/2022, ημερ. 1.12.2022).
Σε σχέση ειδικότερα με την Κατηγορούμενη 1, προβλήθηκε, περαιτέρω, ότι θα πρέπει να προσμετρηθεί υπέρ της και η συνεργασία της με την Αστυνομία αφού κατονόμασε τρίτο πρόσωπο ως τον επικεφαλής οργανωμένου κυκλώματος σεξουαλικής εκμετάλλευσης ενήλικων προσώπων, το οποίο και καταζητείται. Λαμβάνουμε υπόψη και αποδίδουμε ανάλογη βαρύτητα στο πιο πάνω, όπως και στο γεγονός ότι έδωσε σημαντικές πληροφορίες στην Αστυνομία που οδήγησαν στον εντοπισμό της Κατηγορούμενης 2 και του Κατηγορούμενου 4, ενώ αναφέρθηκε επίσης και στον ρόλο του Κατηγορούμενου 3. Ως σημειώθηκε στην Παπαδόπουλος v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 202/2020, ημερ. 20.9.2022, ECLI:CY:AD:2022:B356, η συνεργασία έχει επαυξημένη αξία στις περιπτώσεις σοβαρού και οργανωμένου εγκλήματος (βλ. Κυριάκου ν. Δημοκρατίας (2013) 2 Α.Α.Δ. 746), και ως εκ τούτου σε τέτοιες περιπτώσεις, η έκπτωση στην ποινή πρέπει να είναι ουσιαστική.
Το λευκό ποινικό μητρώο των Κατηγορουμένων αποτελεί, με βάση τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, σημαντικό παράγοντα μετριασμού της ποινής εφόσον αποτελεί ένδειξη της στάσης του και του σεβασμού του Κατηγορούμενου προς τους Νόμους (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Ματθαίου (1994) 2 Α.Α.Δ. 1).
Τέλος, σε σχέση με το αναφερόμενο πρόβλημα υγείας το οποίο αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος 4 συνεπεία του πυροβολισμού που δέχθηκε στο παρελθόν, παρατηρούμε πως από την ιατρική βεβαίωση η οποία τέθηκε ενώπιον μας δεν δίδονται λεπτομέρειες ως προς την έκταση του προβλήματος, πέραν της σύστασης περί κλινικής συνεκτίμησης. Σε κάθε περίπτωση, δεν υποδείχθηκε ότι το εν λόγω πρόβλημα συνιστά εξαιρετική περίσταση ή ότι δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί από τη Διεύθυνση των Φυλακών. Εντούτοις, λαμβάνεται υπόψη στο πλαίσιο εξατομίκευσης της ποινής που θα του επιβληθεί μαζί με τους λοιπούς μετριαστικούς παράγοντες, με δεδομένη πάντοτε τη σοβαρότητα των αδικημάτων και των περιστάσεων διάπραξης τους.
Συνεκτιμώντας και σταθμίζοντας όλα όσα αναφέρονται πιο πάνω, σε συνδυασμό με τη σοβαρότητα των αδικημάτων και το στοιχείο της αποτροπής που προέχει σε υποθέσεις αυτής της φύσης, και χωρίς να παραγνωρίζουμε το καθήκον για εξατομίκευση της ποινής, κρίνουμε ότι η μόνη αρμόζουσα ποινή είναι αυτή της φυλάκισης, το ύψος της οποίας θα αντανακλά όλα τα πιο πάνω. Κρίνουμε πως οποιαδήποτε άλλη ποινή δεν θα εξυπηρετούσε τις ανάγκες του Νόμου και θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα. Όλα τα ελαφρυντικά των Κατηγορουμένων, ως λεπτομερώς αναφέρθηκαν πιο πάνω, δεν θεωρούμε ότι είναι τέτοια ώστε να διαφοροποιούν το είδος της αρμόζουσας ποινής, πλην, όμως, διαδραματίζουν ρόλο στο ύψος της ποινής φυλάκισης που θα του επιβληθεί, όπως θα διαφανεί πιο κάτω.
Επιβάλλουμε, λοιπόν, τις ακόλουθες ποινές:
Στην Κατηγορούμενη 1:
- Στην 3η κατηγορία, ποινή φυλάκισης 5 ετών.
- Στην 4η κατηγορία, ποινή φυλάκισης 1 έτους.
- Στην 5η κατηγορία, ποινή φυλάκισης 18 μηνών.
- Στην 6η κατηγορία, ποινή φυλάκισης 18 μηνών.
- Στην 8η κατηγορία, ποινή φυλάκισης 6 μηνών.
Στην Κατηγορούμενη 2:
- Στην 3η κατηγορία, ποινή φυλάκισης 5 ετών.
- Στην 5η κατηγορία, ποινή φυλάκισης 18 μηνών.
- Στην 7η κατηγορία, ποινή φυλάκισης 15 μηνών.
- Στην 8η κατηγορία, ποινή φυλάκισης 6 μηνών.
- Στην 9η κατηγορία, ποινή φυλάκισης 2 μηνών.
- Στην 10η κατηγορία, ποινή φυλάκισης 45 ημερών.
Οι ποινές φυλάκισης που επιβλήθηκαν στις Κατηγορούμενες 1 και 2 να συντρέχουν.
Στον Κατηγορούμενο 3:
- Στην 3η κατηγορία, ποινή φυλάκισης 18 μηνών.
Στον Κατηγορούμενο 4:
- Στην 5η κατηγορία, ποινή φυλάκισης 9 μηνών.
Στις ποινές να ληφθεί υπόψη ο χρόνος κράτησης των Κατηγορουμένων 1 έως και 3 από τις 9/12/2024 και του Κατηγορούμενου 4 από τις 24/3/2025.
Σε σχέση με τα τεκμήρια, όλα τα κινητά τηλέφωνα, κάρτες SIM, χρηματικά ποσά (τα οποία δεν σχετίζονται με τα ποσά που αναφέρονται στις κατηγορίες υπ’ αρ. 6 και 7), ηλεκτρονικοί υπολογιστές και τραπεζικές κάρτες μετά την παρέλευση του χρόνου καταχώρησης έφεσης, εφόσον τέτοιο δικαίωμα δεν ασκηθεί, να επιστραφούν στους νόμιμους δικαιούχους τους.
(Υπ.)…………………………….………
Γ. Πετάση - Κορφιώτη, Π.Ε.Δ.
(Υπ.)…………………………….………
Χρ. Μ. Παπαλλάς, Ε.Δ.
(Υπ.)…………………………….………
Κ. Ηλία, Ε.Δ.
Πιστόν Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο