ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ
ΣΥΝΘΕΣΗ: Γ. Πετάση-Κορφιώτη, Π.Ε.Δ.
Χρ. Μ. Παπαλλάς, Ε.Δ.
Κ. Ηλία, Ε.Δ.
Υπόθεση αρ. 10742/2024
Μεταξύ:-
ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
-και-
Σ.Β.
Κατηγορούμενου
Ημερομηνία: 23 Ιουνίου 2026
Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Α. Τιμοθέου
Για Κατηγορούμενο: κα B. Γαμβρουδίου
Κατηγορούμενος παρών
ΠΟΙΝΗ
(H διαδικασία στην παρούσα υπόθεση έχει διεξαχθεί ΚΕΚΛΕΙΣΜΕΝΩΝ ΤΩΝ ΘΥΡΩΝ και σύμφωνα με τις οδηγίες του Δικαστηρίου ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η δημοσιοποίηση οποιουδήποτε στοιχείου ή πληροφορίας θα ήταν δυνατό να οδηγήσει στην εξακρίβωση της ταυτότητας των εμπλεκόμενων προσώπων.)
Ο Κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος, κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας, σε τέσσερις κατηγορίες σεξουαλικής κακοποίησης παιδιού κατά παράβαση του άρθρου 6(4)(α) του περί της Πρόληψης και της Καταπολέμησης της Σεξουαλικής Κακοποίησης, της Σεξουαλικής Εκμετάλλευσης Παιδιών και της Παιδικής Πορνογραφίας Νόμου του 2014 Ν. 91(Ι)/2014 (στο εξής ο «Νόμος») και του άρθρου 5(α) του περί της Πρόληψης και Καταπολέμησης της Βίας των Γυναικών και της Ενδοοικογενειακής Βίας και περί Συναφών Θεμάτων Νόμου Ν. 115(Ι)/2021.
Αυτό που είχε αποδοθεί στον Κατηγορούμενο, με βάση το κατηγορητήριο, είναι πως στις 2.7.2024 συμμετείχε σε σεξουαλική πράξη με παιδί, ήτοι την ανήλικη παραπονούμενη (στο εξής η «Παραπονούμενη»), γεννηθείσα στις 2.12.2006, και πιο συγκεκριμένα την φίλησε στο μάγουλο και στο στόμα (1η κατηγορία), την φίλησε στο στόμα (2η κατηγορία), έβαλε το χέρι της πάνω στο γεννητικό του όργανο (3η κατηγορία) και διείσδυσε το πέος του στο στόμα της (4η κατηγορία), καταχρώμενος τη θέση εμπιστοσύνης, εξουσίας ή επιρροής που είχε πάνω της.
Στο πλαίσιο της ακροαματικής διαδικασίας κατέθεσαν εννέα μάρτυρες κατηγορίας, συμπεριλαμβανομένης της Παραπονούμενης, η οποία κατέθεσε ως Μ.Κ. 7, ενώ για την Υπεράσπιση κατέθεσαν, πέραν του Κατηγορούμενου, τρείς μάρτυρες.
Τα γεγονότα τα οποία συνθέτουν την υπόθεση αναλύονται με λεπτομέρεια στην απόφαση του Δικαστηρίου ημερ. 28.5.2026. Για σκοπούς της παρούσας συνοψίζονται ως εξής:
Η Παραπονούμενη γεννήθηκε στις 2.12.2006 και κατά τον επίδικο χρόνο παρακολουθείτο από τον Κατηγορούμενο υπό την ιδιότητα του ως ψυχολόγος.
Λόγω διαφόρων προβλημάτων στην οικογένεια της Παραπονούμενης και ειδικότερα των τεταμένων σχέσεων των γονέων της, όταν η Παραπονούμενη ήταν 16 ετών και φοιτούσε στη Β’ Λυκείου, ήτοι περί το τέλος του 2022, ξεκίνησε να επισκέπτεται τον Κατηγορούμενο, τον οποίο είχε συστήσει στην μητέρα της Παραπονούμενης η οικογενειακή τους φίλη, η οποία κατέθεσε ως Μ.Υ.3.
Οι συνεδρίες της Παραπονούμενης με τον Κατηγορούμενο γίνονταν στο γραφείο του τελευταίου, το οποίο βρισκόταν εντός της οικίας του. Όταν η Παραπονούμενη ξεκίνησε να τον επισκέπτεται ήταν κλειστή στον εαυτό της, δεν είχε καθόλου αυτοπεποίθηση και οι σχέσεις με την οικογένεια της, ειδικότερα τον πατέρα της, ήταν αποστασιοποιημένες. Ως αποτέλεσμα των συνεδριάσεων της με τον Κατηγορούμενο, η Παραπονούμενη απέκτησε αυτοπεποίθηση και βελτιώθηκαν οι κοινωνικές σχέσεις της και οι επιδόσεις της στο σχολείο. Ο Κατηγορούμενος την αποκαλούσε «όμορφη», «έξυπνη», «μωρό μου» και «αγάπη μου», της είχε εκμυστηρευθεί προσωπικές του εμπειρίες και είχε αγοράσει 2-3 πίνακες ζωγραφικής που ετοίμασε η ίδια. Η Παραπονούμενη τον έβλεπε ως σωτήρα της και τον θαύμαζε.
Σε μία από τις συνεδρίες κάποιους μήνες πρίν το επίδικο περιστατικό, η Παραπονούμενη ανέφερε στον Κατηγορούμενο πως της αρέσουν οι πιο μεγάλοι άνδρες. Αυτός την ρώτησε πόσο πιο μεγάλοι και η Παραπονούμενη απάντησε «25-30-40» ετών. Τότε ο Κατηγορούμενος γέλασε και απάντησε «χαίρομαι που το παραδέχεσαι».
Ο Κατηγορούμενος γνώριζε ότι η Παραπονούμενη δεν είχε προηγουμένως σεξουαλικές επαφές και της έλεγε πως στην ηλικία της ήταν φυσιολογικό να κάνει κάποιος σεξ και ότι θα έπρεπε να κάνει και η ίδια. Της έλεγε, επίσης, ότι θα πρέπει να ντύνεται «σέξι» και να μην ντρέπεται.
Μια μέρα πριν το επίδικο περιστατικό, σε καθορισμένη συνεδρία, ο Κατηγορούμενος ρώτησε την Παραπονούμενη αν θέλει να της μάθει ο ίδιος πώς να φιλά και να κάνει σεξουαλικές πράξεις. Η Παραπονούμενη τον ρώτησε «πώς» και αυτός δεν απάντησε. Η Παραπονούμενη, αν και ένιωσε άβολα, θεώρησε ότι αυτό θα γινόταν για το καλό της αφού ο Κατηγορούμενος της έλεγε συνέχεια πως θέλει να την κάνει «γυναίκα» και να της μάθει να συμπεριφέρεται σαν κανονική «γυναίκα». Κατά την ίδια συνεδρία, κατόπιν πρότασης του Κατηγορούμενου, διευθετήθηκε μεταξύ τους συνάντηση την επόμενη μέρα προκειμένου η Παραπονούμενη να μετέβαινε στην οικία του για να ζωγραφίσει ένα τοίχο. Η Παραπονούμενη δεν είχε ζωγραφίσει στο παρελθόν σε τοίχο ή κάτι ανάλογο, ενώ ο Κατηγορούμενος ήταν το μοναδικό πρόσωπο που είχε αγοράσει πίνακες της.
Την επόμενη μέρα ο Κατηγορούμενος παρέλαβε την Παραπονούμενη από το σπίτι της και μετέβησαν, μετά από κάποιες στάσεις, στην οικία του. Καθ’ οδόν, ο Κατηγορούμενος της είπε πως οι γυναίκες είναι καλές «μονο για σέξ και πίπα» και την ρώτησε αν τον έβρισκε όμορφο ως άντρα. Η Παραπονούμενη δεν απάντησε.
Όταν έφθασαν στο σπίτι του, ο Κατηγορούμενος είπε στην Παραπονούμενη να τον περιμένει στο κάτω μέρος της οικίας του και προτού ο ίδιος πάει πάνω στο γραφείο του, της είπε «δώσμου ένα φιλούι» και τη φίλησε πρώτα στο μάγουλο και μετά στο στόμα, ενώ δεν φορούσε φανέλα και ήταν γυμνός από τη μέση και πάνω.
Ο Κατηγορούμενος πήγε στο γραφείο του για ένα διαδικτυακό ραντεβού και η Παραπονούμενη τον περίμενε κάτω. Όταν το ραντεβου τελείωσε, ο Κατηγορούμενος κάλεσε την Παραπονούμενη να πάει πάνω, οπότε εισήλθαν στο γραφείο του και κάθισαν στις δυο καρέκλες δίπλα‑δίπλα, πίσω από το γραφείο και μπροστά από την οθόνη του ηλεκτρονικού υπολογιστή. Ο Κατηγορούμενος συνέχισε να είναι γυμνός από τη μέση και πάνω και ζήτησε από την Παραπονούμενη να βάλει το κινητό της στο αθόρυβο.
Στην οθόνη υπήρχε βίντεο με πορνογραφικό περιεχόμενο και πιο συγκεκριμένα μια γυναίκα επιδιδόταν σε σεξουαλικές πράξεις με δυο άντρες. Ο Κατηγορούμενος ρώτησε την Παραπονούμενη αν της αρέσει αυτό που βλέπει και του απάντησε αρνητικά, ενώ όταν την ρώτησε αν ντρέπεται του είπε ναι. Ο Κατηγορούμενος την ρώτησε εάν έχει αγγίξει ποτέ τον εαυτό της, η ίδια του απάντησε αρνητικά και αυτός την ρώτησε γιατί και της είπε να μην ντρέπεται για κάτι που της αρέσει καθώς και ότι αφού δεν πειράζει κανένα, να μην ντρέπεται για εκείνο που κάνει. Η ίδια δεν απάντησε κάτι εκείνη τη στιγμή. Στον υπολογιστή έδειχνε μια κοπέλα που έκανε στοματικό σε ένα από τους άντρες και ο Κατηγορούμενος της είπε «έλα να μου το κάνεις και εσύ τούτο». Εκείνη τη στιγμή η ίδια δεν του είπε τίποτα, είχε παγώσει και έκανε απλά ό,τι της έλεγε. Τότε ξεκίνησε να την φιλά με τη γλώσσα και, ενώ την φιλούσε, ο Κατηγορούμενος έβαλε το χέρι της πάνω στο παντελόνι του, στο σημείο του γεννητικού του οργάνου το οποίο ήταν σε στύση. Ακολούθως, την έβαλε να γονατίσει και αυτός έβγαλε το παντελόνι του, κατέβασε το εσώρουχό του, στάθηκε όρθιος και έβαλε στο στόμα της το πέος του.
Η Παραπονούμενη προέβηκε σε πεοθηλασμό ενώ ο Κατηγορούμενος της έλεγε ότι την αγαπά, ότι είναι πάρα πολύ όμορφη και σέξι και ότι ήταν πολύ καλή στο στοματικό, ενώ η ίδια έκανε απλά ό,τι της έλεγε ο Κατηγορούμενος. Το εν λόγω περιστατικό είχε διάρκεια περίπου 5 λεπτά. Η Παραπονούμενη έτρεμε και ανέφερε στον Κατηγορούμενο ότι δεν ήξερε γιατί τρέμει και αυτός της είπε πως είναι επειδή ζούσε μια εμπειρία. Ο Κατηγορούμενος της είπε να τον αφήσει να εκσπερματώσει μέσα στο στόμα της, να καταπιεί και ότι είναι υγιές. Η ίδια τον άφησε να το κάνει χωρίς να του πει τίποτα.
Ακολούθως, μετέβηκαν σε κάταστημα για την αγορά πινέλων και μπογιών και όταν επέστρεψαν στο σπίτι του Κατηγορούμενου, ενόσω η Παραπονούμενη παρακολουθούσε τηλεοπτικές εκπομπές στον ηλεκτρονικό υπολογιστή του, η Μ.Υ.3 τηλεφώνησε στον Κατηγορούμενο και του ανέφερε ότι η μητέρα της Παραπονούμενης ανησυχούσε. Τότε, την επέστρεψε στο σπίτι της. Στην διαδρομή της είπε να μην το πει σε κανένα λέγοντας πως πολλοί άνθρωποι τον πρόδωσαν και να μην το κάνει και η ίδια. Η ίδια του απάντησε «εντάξει» χωρίς να ξέρει για ποιο πράγμα μιλούσε επειδή του είχε εμπιστοσύνη και δεν θεώρησε ότι θα της έκανε κάτι κακό.
Μετά από δύο μέρες, η Παραπονούμενη προέβη σε αποσπασματική αναφορά προς την αδελφή της, Μ.Κ.4, και τη γυναίκα του αδελφού της, Μ.Κ.3, και έπειτα, όταν μίλησε με την Μ.Κ.4 και την Μ.Υ.3, αντιλήφθηκε τις πραγματικές διαστάσεις των όσων συνέβησαν. Ένοιωθε προδοσία αφού η ίδια είχε αναφέρει στον Κατηγορούμενο πως ήθελε να ζήσει κάτι που να την κάνει δυνατή και αυτός ενήργησε με τον τρόπο που περιγράφεται πιο πάνω. Κάποιες μέρες μετά υποβλήθηκε καταγγελία στην Αστυνομία.
Κατόπιν λήψης της οπτικογραφημένης κατάθεσης, η Παραπονούμενη εξετάστηκε από την Μ.Κ.9, κλινική ψυχολόγο. Σύμφωνα με την έκθεση της Μ.Κ.9, Τεκμήριο 13, μεγαλώνοντας σε ένα ιδιαίτερα συγκρουσιακό περιβάλλον, καλλιεργήθηκε στην Παραπονούμενη συναισθηματική ευαλωτότητα. Η Παραπονούμενη αναζητούσε ένα πατρικό πρότυπο για να καλύψει το συναισθηματικό κενό που πιθανόν να επέφερε η αποστασιοποιημένη σχέση με τον πατέρα της, ενώ ταυτόχρονα έψαχνε ένα περιβάλλον όπου θα ήταν αποδεκτή και θα ένοιωθε εμπιστοσύνη. Η σχέση της με τον Κατηγορούμενο φάνηκε αρχικά να της προσφέρει την κατάλληλη ανακούφιση και πλαισίωση. Η Παραπονούμενη αρχικά θεώρησε τα όσα εκτυλίχθηκαν στις 2.7.2024 ως προέκταση του θεραπευτικού πλαισίου και αναγκαίο στάδιο για την προσωπική της ανάπτυξη, αν και κατά τη διάρκεια τους ένοιωθε αμφιθυμικά συναισθήματα. Εν τέλει, αντιλήφθηκε ότι ο Κατηγορούμενος την εκμεταλλεύθηκε προκαλώντας της συναισθηματική δυσφορία και ενισχύοντας την δυσπιστία της προς τα κίνητρα των άλλων ανθρώπων ενώ δεν ανέπτυξε κάποια ψυχολογική διαταραχή.
Όπως αναφέρθηκε από την συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής, ο Κατηγορούμενος δεν βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες, ενώ τελεί υπό κράτηση από τις 28.5.2026.
Αναφορικά με τον Κατηγορούμενο έχει ετοιμαστεί έκθεση του Τμήματος Κοινωνικών Υπηρεσιών. Όπως έχει νομολογηθεί, η έκθεση του Τμήματος Κοινωνικών Υπηρεσιών αποτελεί ένα εργαλείο το οποίο προσφέρει στο Δικαστήριο τη δυνατότητα αποκρυστάλλωσης της οικογενειακής αλλά και της ατομικής προσωπικότητας κάθε κατηγορούμενου (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Πεγειώτη (2001) 2 Α.Α.Δ. 617).
Από την έκθεση που ετοιμάστηκε προκύπτει ότι ο Κατηγορούμενος είναι ηλικίας 48 ετών, διαζευγμένος και πατέρας ενός ενήλικου παιδιού, ηλικίας 19 ετών. Προέρχεται από πενταμελή οικογένεια και οι οικογενειακές σχέσεις χαρακτηρίζονται από τον ίδιο ως καλές. Αφού εξέτισε τη στρατιωτική του θητεία, ο Κατηγορούμενος φοίτησε για ένα χρόνο στον κλάδο Διοίκησης Επιχειρήσεων σε Πανεπιστήμιο στη Λεμεσό, πλην, όμως, διέκοψε λόγω έλλειψης ενδιαφέροντος και το 1999 μετέβηκε στη Σόφια όπου έλαβε πτυχίο Ψυχολογίας το 2004. Επιστρέφοντας στην Κύπρο εργάστηκε για μερικούς μήνες σε μονάδα αποτοξίνωσης, ενώ στη συνέχεια άρχισε να απασχολείται αυτοτελώς ως σύμβουλος ψυχικής υγείας, με ειδίκευση στο «sound therapy – biowaves». Όπως αναφέρει, εργάστηκε για χρόνια με παιδιά και εφήβους, ενώ παρείχε υπηρεσίες και σε διάφορα ιδρύματα και συνδέσμους, προσφέροντας υπηρεσίες σε ευάλωτες ομάδες, όπως παιδιά με αυτισμό και θύματα έμφυλης βίας, ενώ ανέκαθεν ασχολείτο και με τα κοινά. Από το 2019 η κύρια ασχολία του ήταν οι μεταλλικές κατασκευές και το 2024 δημιούργησε τη δική του εταιρεία.
Το 2007 τέλεσε γάμο, αλλά το 2014 το ζευγάρι οδηγήθηκε σε οριστικό χωρισμό λόγω ασυμφωνίας χαρακτήρων, ενώ το διαζύγιο εκδόθηκε περί το 2019. Οι σχέσεις με την πρώην σύζυγο του έχουν πλέον εξομαλυνθεί. Η θυγατέρα τους έχει ολοκληρώσει το πρώτο έτος σπουδών της στη Λογιστική σε πανεπιστήμιο στην Αγγλία. Από το 2011 ο Κατηγορούμενος διατηρεί δεσμό με γυναίκα ηλικίας 44 ετών, η οποία έχει δυο παιδιά από προηγούμενο γάμο, ηλικίας 19 και 16 ετών. Ως η συνήγορος Υπεράσπισης υποστήριξε κατά την αγόρευση της, υιοθετώντας το περιεχόμενο της έκθεσης, η σύντροφος του Κατηγορούμενου έχει ακόμα ένα παιδί, ηλικίας 23 ετών.
Σε ηλικία 19 ετών διαγνώστηκε με τη νόσο Chron και κατά διαστήματα λαμβάνει φαρμακοθεραπεία. Το 2019 υποβλήθηκε σε 3 επεμβάσεις στο σπόνδυλο και την καρδία. Παρουσιάζει, επίσης, θρομβοφιλία και λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή.
Αγορεύοντας για μετριασμό της ποινής του Κατηγορούμενου, η συνήγορός του έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στις προσωπικές του περιστάσεις και ειδικότερα τα δύσκολα παιδικά του χρόνια, έχοντας ζήσει σε ένα περιβάλλον βίας, φόβου και σκληρότητας, γεγονός που τον επηρέασε και εξακολουθεί να τον επηρεάζει στην ενήλικη του ζωή αφού λόγω της απουσίας συναισθηματικής ασφάλειας και έλλειψης σταθερών προτύπων, ο Κατηγορούμενος δεν είχε ποτέ την ευκαιρία να μάθει τι αποτελεί υγιή σχέση, σεβασμό και προστασία. Ως, επίσης, αναφέρθηκε από την κα. Γαμβρουδίου, ο Κατηγορούμενος υπήρξε θύμα σωματικής κακοποίησης από το οικογενειακό του περιβάλλον, αλλά και θύμα βιασμού στην ηλικία των 9 ετών από δυο γειτονικά του πρόσωπα, γεγονός που σημάδεψε βαθιά την ψυχική συναισθηματική του ανάπτυξη. Από την πλευρά της Υπεράσπισης υποστηρίχθηκε πως ο Κατηγορούμενος δεν είναι επικίνδυνος ως εκ της φύσης του αλλά πρόκειται για άτομο ο χαρακτήρας του οποίου διαμορφώθηκε σε συνθήκες που δεν του επέτρεψαν να αναπτύξει υγιείς μηχανισμούς συμπεριφοράς. Περαιτέρω, πως ο Κατηγορούμενος δεν έδρασε με δόλο, σχεδιασμό ή πρόθεση να προκαλέσει κακό, αλλά μέσα από τις ελλείψεις και τα τραύματα του, όπως και την αδυναμία του να αντιληφθεί τη βαρύτητα των πράξεων του. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο και με δεδομένη τη σοβαρότητα των αδικημάτων, η συνήγορος εισηγήθηκε πως κατά την επιβολή ποινής το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να περιοριστεί στην τιμωρία του Κατηγορουμένου, αλλά στην αποκατάσταση, θεραπεία, στήριξη και επανένταξη του Κατηγορούμενου στην κοινωνία ως υγιούς μέλους της.
Σε σχέση με τις προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορούμενου, αναφέρθηκε πως παρά τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει, παραμένει πατέρας με ενεργό ενδιαφέρον για την πορεία και πρόοδο της θυγατέρας του, ενώ παράλληλα προσφέρει οικονομική στήριξη στα παιδιά της συντρόφου του. Τέλος, η κα Γαμβρουδίου έκανε αναφορά στο σημαντικό κοινωνικό και φιλανθρωπικό έργο του Κατηγορούμενου και την προσφορά του σε ευάλωτες ομάδες, καθώς επίσης στα διάφορα προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζει, τα οποία απαιτούν σταθερή παρακολούθηση και υποστήριξη (σχ. Τεκμήριο 6).
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τα αδικήματα για τα οποία κρίθηκε ένοχος ο Κατηγορούμενος είναι ιδιαίτερα σοβαρά, στοιχείο που αντικατοπτρίζεται από τις προβλεπόμενες από το Νόμο ποινές (βλ. Souilmi v. Αστυνομίας (1992) 2 Α.Α.Δ. 248 και Λεβέντης ν. Αστυνομίας (1999) 2 Α.Α.Δ. 632). Ενδεικτικό τούτου είναι πως για το αδίκημα της σεξουαλικής κακοποίησης παιδιού, όταν γίνεται κατά κατάχρηση θέσης εμπιστοσύνης, εξουσίας ή επιρροής, το άρθρο 6(4)(α) του Νόμου προνοεί ποινή δια βίου φυλάκισης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπου η Παραπονούμενη έχει υπερβεί την ηλικία συναίνεσης κατά το χρόνο διάπραξης του αδικήματος, η ποινή φυλάκισης που προνοείται στην παράγραφο (α) μειώνεται στα 20 έτη. Σύμφωνα με το άρθρο 5(α) του Ν. 115(Ι)/2021, το υπό κρίση αδίκημα λογίζεται ως αδίκημα κατά γυναίκας.
Συμφώνως της νομολογίας, σεξουαλικής φύσεως αδικήματα τα οποία στρέφονται εναντίον παιδιών αντιμετωπίζονται με ιδιαίτερα αυστηρές και αποτρεπτικές ποινές ενόψει της ιδιαίτερης σοβαρότητας τους ως εγκλήματα τα οποία στρέφονται κατά των ηθών αλλά προσβάλλουν, παράλληλα, και καταρρακώνουν την προσωπικότητα του θύματος (βλ. A.R.R. ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 20/2022, ημερ. 30.4.2024, Λευκαρίτης κ.ά. ν. Δημοκρατίας, (2016) 2 Α.Α.Δ. 1165, Rana κ.α. ν. Δημοκρατίας (2004) 2 Α.Α.Δ. 489, Σοφοκλέους ν. Δημοκρατίας (1998) 2 Α.Α.Δ. 529). Τούτο επιβάλλεται και λόγω της ολοένα αυξητικής τάσης στη διάπραξη τέτοιας φύσης αδικημάτων τα οποία έχουν καταντήσει κοινωνική μάστιγα, γεγονός το οποίο αναγνωρίζεται από την πρόσφατη νομολογία και για το οποίο λαμβάνουμε δικαστική γνώση από τον αριθμό των υποθέσεων που τίθενται ενώπιον μας (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Μ.Ι., Ποιν. Έφ. 217/2023, ημερ. 18.5.2026, Δημοκρατία ν. Κ.Π., Ποιν. Έφ. 74/2025, ημερ. 8.12.2025, Clarson ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 38/2022, ημερ. 27.10.2022, ECLI:CY:AD:2022:B411, S.J.L. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 129/2021, ημερ. 27.10.2022, ECLI:CY:AD:2022:B409 και Δημοκρατία ν. Χατζηαθανασίου, Ποιν. Έφ. 20/2021, ημερ. 19.10.2021).
Στην υπόθεση Αστυνομία ν. Πατούρη, Ποιν. Έφ. 51/2020, ημερ. 3.12.2020, το Ανώτατο Δικαστήριο αναφέρθηκε στους σκοπούς του Νόμου, καθώς και τη φιλοσοφία πίσω από την ποινικοποίηση πράξεων και συμπεριφορών που με βάση το Νόμο αποτελούν σεξουαλική κακοποίηση παιδιών, υποδεικνύοντας την ανάγκη για επιβολή αποτελεσματικών, αναλογικών και αποτρεπτικών ποινών. Σχετικό το ακόλουθο απόσπασμα:
«Ο Νόμος 91(Ι)/2014 θεσπίστηκε με σκοπό την καλύτερη εφαρμογή του νομικού γίγνεσθαι αναφορικά με την προστασία των δικαιωμάτων του παιδιού, η οποία καθιερώθηκε με πράξεις Διεθνών Οργανισμών. Προπαντός, όμως, έγινε προς εναρμόνιση της ημεδαπής νομοθεσίας με πράξεις της Ευρωπαϊκής ΄Ενωσης στο συγκεκριμένο τομέα του δικαίου. Από αυτές, ξεχωρίζει, ιδιαίτερα, η Οδηγία 2011/92/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 13ης Δεκεμβρίου, 2011, (η «Οδηγία»), την οποία ο εν λόγω Νόμος έχει, εν πολλοίς, ως πρότυπο. Στο Προοίμιό της, εκτιμάται, διά της αιτιολογικής σκέψεως 1, ότι:-
«Η σεξουαλική κακοποίηση και η σεξουαλική εκμετάλλευση παιδιών, συμπεριλαμβανομένης της παιδικής πορνογραφίας, συνιστούν σοβαρές παραβιάσεις θεμελιωδών δικαιωμάτων, ειδικότερα των δικαιωμάτων των παιδιών στην προστασία και τη φροντίδα που είναι αναγκαίες για την ευημερία τους, όπως προβλέπονται στη σύμβαση του 1989 των Ηνωμένων Εθνών για τα δικαιώματα του παιδιού και στον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής ΄Ενωσης.»
Ακολούθως, στην αιτιολογική σκέψη 2, εκτιμάται, σύμφωνα με ό,τι διαλαμβάνει το πρόγραμμα της Στοκχόλμης[2], πως:-
«Μια ανοικτή και ασφαλής Ευρώπη που εξυπηρετεί και προστατεύει τους πολίτες παρέχει σαφή προτεραιότητα στην καταπολέμηση της σεξουαλικής κακοποίησης της σεξουαλικής εκμετάλλευσης παιδιών και της παιδικής πορνογραφίας.»
Εμφανώς, η προστασία του παιδιού αναγνωρίζεται από το διεθνές και ημεδαπό δίκαιο ως κοινωνική ανάγκη, πηγάζουσα εκ της εγγενούς φύσεώς του. Στο προοίμιο της Σύμβασης περί των Δικαιωμάτων του Παιδιού, κυρωθείσας με τον ομώνυμο Νόμο του 1990, (Ν. 243/1990), αναφέρεται, συναφώς ότι: «..., όπως υποδεικνύεται στη Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Παιδιού, 'το παιδί, λόγω της σωματικής και διανοητικής του ανωριμότητας, χρειάζεται ειδική προστασία και φροντίδα, συμπεριλαμβανομένης και της κατάλληλης νομικής προστασίας, τόσο πριν όσο και μετά τη γέννησή του'». Στο επίπεδο, ειδικά, της Ευρωπαϊκής ΄Ενωσης, εκτιμάται, στην αιτιολογική σκέψη 12 της Οδηγίας, πως:-
«Για τις σοβαρές μορφές σεξουαλικής κακοποίησης και σεξουαλικής εκμετάλλευσης παιδιών θα πρέπει να επιβάλλονται αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές ποινές.»
Η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, έχοντας ως πρότυπο τις πιο πάνω αρχές, διαμόρφωσε, ανάλογα, τις ποινές οι οποίες επιβάλλονται για αδικήματα που εμπίπτουν στον υπό αναφορά τομέα του δικαίου».
Στην υπόθεση Σ.Λ. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 155/2019, ημερ. 25.2.2021, ECLI:CY:AD:2021:B57, υποδείχθηκαν τα ακόλουθα αναφορικά με τα αδικήματα σεξουαλικής κακοποίησης παιδιών:
«Η γενετήσια ελευθερία είναι έκφανση της προσωπικής ελευθερίας. Κάθε ενήλικο πρόσωπο έχει τη δυνατότητα να τελεί γενετήσιες πράξεις με πρόσωπα που συνειδητά επιλέγει. Οι ανήλικοι βρίσκονται σε μια κρίσιμη διαδικασία διαμόρφωσης της προσωπικότητας τους. Έχουν μειωμένη δυνατότητα αντίληψης των δικαιωμάτων τους και των συνεπειών των πράξεων τους. Κατ΄ επέκταση δεν έχουν την ωριμότητα να επιλέγουν τους ερωτικούς τους συντρόφους ή τα πρόσωπα με τα οποία θα αναπτύξουν σεξουαλικές δραστηριότητες. Ο πιο πάνω Νόμος έχει στο επίκεντρο του την προστασία των παιδιών. Όσοι διαπράττουν αξιόποινες πράξεις εις βάρος των παιδιών, βρίσκονται αντιμέτωποι με αυστηρές ποινές.»
Στην υπόθεση Ν.Σ. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 184/15, ημερ. 13.2.2018, ECLI:CY:AD:2018:B72, το Ανώτατο Δικαστήριο τόνισε, όχι απλώς την ανησυχία, αλλά την αγωνία των Δικαστηρίων σε σχέση με την ολοένα αυξανόμενη τάση διάπραξης τέτοιων αδικημάτων, τα οποία έχουν καταστεί δεσπόζοντα. Σημειώθηκε πως ό,τι πλήττουν είναι το παιδί και ο ευαίσθητος κόσμος του, αξίες μεγάλης σπουδαιότητας για την κοινωνία, τον άνθρωπο και τον πολιτισμό. Η αδιαμφισβήτητη αναγνώριση τέτοιας σπουδαιότητας αντανακλάται στη θέσπιση αυστηρότερων ποινών διά του Νόμου, ως εκδήλωση της ανησυχίας της κοινωνίας και της αποφασιστικότητας της έννομης τάξης για αντιμετώπιση τέτοιων απαράδεκτων, από κάθε άποψη, συμπεριφορών. Όσο δε νεαρότερο είναι ένα παιδί, εξ αντικειμένου, το αδίκημα καθίσταται σοβαρότερο (βλ. επίσης Πατούρη (πιο πάνω)).
Ως αναφέρθηκε από το Εφετείο στην υπόθεση Αμπαζάχ ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 169/2022, ημερ. 15.1.2026, η Νομολογία μας είναι ξεκάθαρη σε σχέση με τη σοβαρότητα τέτοιας φύσεως αδικημάτων. Πρόκειται για ειδεχθή εγκλήματα που δικαιολογημένα προκαλούν αισθήματα αποστροφής και βδελυγμίας. Στρέφονται κατά των παιδιών, δηλαδή της πλέον αυθεντικής έκφανσης αγνότητας και αθωότητας της ανθρώπινης ύπαρξης, στιγματίζοντας και τραυματίζοντάς τα ψυχικά, εφ' όρου ζωής. Και αυτό για την εφήμερη ικανοποίηση διαστροφικών ορέξεων του θύτη.
Τέλος, πολύ πρόσφατα, στην υπόθεση Μ.Ι. (πιο πάνω), το Εφετείο αναφέρθηκε στην υπόθεση Σ.Λ. (πιο πάνω), σημειώνοντας πως αδικήματα αυτής της φύσεως συνιστούν παραβίαση των θεμελιακών δικαιωμάτων των παιδιών όσον αφορά την προστασία και φροντίδα, οι οποίες είναι αναγκαίες για την ευημερία τους (βλ. επίσης Μακρίδης ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 181/2019, ημερ. 7.9.2020), ECLI:CY:AD:2020:B312. Ως, επίσης, υποδείχθηκε, σκοπός του Νόμου είναι η προστασία των παιδιών από συμπεριφορές σεξουαλικής κακοποίησης, οι οποίες έχουν διαφορετικές μεν βαθμίδες, με σταθερή, όμως, πάντα παράμετρο το ίδιο το θύμα και την ηλικία του, που το κοινωνικό σύνολο θέλει να προστατεύσει, ως ένα πολύτιμο αγαθό (βλ. Χριστοφόρου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 59/2016, ημερ. 23.3.2017).
Η αρχή του δικαστικού προηγούμενου δεν εφαρμόζεται στην επιβολή ποινών. Οι αποφάσεις επιβολής ποινών δεν ενέχουν δεσμευτικό χαρακτήρα καθότι είναι αλληλένδετες με τη φύση και τις συνθήκες διάπραξης του αδικήματος και τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη. Είναι, όμως, ενδεικτικές στον καθορισμό του μέτρου της τιμωρίας συγκεκριμένων αδικημάτων και των παραμέτρων που λαμβάνονται υπόψη στον καθορισμό της ποινής, χάριν ομοιομορφίας στη μεταχείριση των αδικοπραγούντων (βλ. Αντωνίου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 140/2023, ημερ. 29.5.2026, Χαραλάμπους ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 172/2019 (σχ. 130/2019), ημερ. 10.3.2021 και Μιχαήλ ν. Δημοκρατίας (2003) 2 Α.Α.Δ. 123).
Αναφορά στο πλαίσιο αυτό μπορεί να γίνει στις ακόλουθες αποφάσεις, σε αρκετές από τις οποίες η προβλεπόμενη ποινή ήταν αυτής της δια βίου φυλάκισης.
Στην υπόθεση Σ.Γ. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 109/2020, ημερ. 10.3.2021, ECLI:CY:AD:2021:D83, όπου η παραπονούμενη ήταν κατά τους ουσιώδεις χρόνους 5-14 ετών, ενώ ο εφεσείων 14-23 ετών. Οι κατηγορίες τις οποίες παραδέχτηκε ο εφεσείων, αφορούσαν 46 περιστατικά κατά τα οποία ο εφεσείων πρόβαλε πορνογραφικό υλικό στην παραπονούμενη στον ηλεκτρονικό του υπολογιστή, την χαίδευε στο στήθος και στα γεννητικά όργανα, άγγιζε το γεννητικό του όργανο στα γεννητικά της όργανα και την εξανάγκαζε να του αγγίξει τα γεννητικά του όργανα και να προβεί σε πεοθηλασμό. Αναλόγως της ημεομηνίας διάπραξης των αδικημάτων, τύγχανε εφαρμογής ο Ν. 3(Ι)/2000, ο οποίος καταργήθηκε με τον περί της Καταπολέμησης της Εμπορίας και Εκμετάλλευσης Προσώπων και Προστασίας των Θυμάτων Νόμου του 2007 Ν. 87(Ι)/2007, ο οποίος στη συνέχεια καταργήθηκε με το Νόμο. Πρωτοδίκως επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης σε όλες τις κατηγορίες, με μεγαλύτερη αυτή της φυλάκισης για 7 έτη στις κατηγορίες εξαναγκασμού σε συμμετοχή σεξουαλικής πράξης, όπου η μέγιστη προβλεπόμενη ποινή είναι η δια βίου φυλάκιση. Το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε τις επιβληθείσες ποινές λαμβάνοντας υπόψη τις περιστάσεις της υπόθεσης και ειδικότερα, την εκμετάλλευση της παραπονούμενης από πολύ τρυφερή ηλικία για εννέα περίπου χρόνια, το γεγονός ότι όπου αυτή προέβαλλε αντίσταση στο να κάνει πεοθηλασμό στον εφεσείοντα, αυτός την εξανάγκαζε, επέμενε και θύμωνε μαζί της και κάποιες φορές την κτύπησε, όπως και η διάγνωση διαταραχής μετατραυματικού στρες και καταθλιπτικών συμπτωμάτων, με σύσταση για ατομική θεραπεία.
Στην Μ.Ι. (πιο πάνω), ο εφεσίβλητος κρίθηκε ένοχος μετά από ακροαματική διαδικασία σε δυο κατηγορίες σεξουαλικής κακοποίησης παιδιού κατά παράβαση των άρθρων 6(4)(α) και 6(7) του Νόμου. Το πρωτόδικο δικαστήριο του επέβαλε ποινές φυλάκισης 6 ετών σε κάθε μια από τις κατηγορίες που αντιμετώπιζε και αφορούσαν το ότι ο εφεσίβλητος, όντας πατέρας της παραπονούμενης και το πρόσωπο που τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή ήταν ο υπεύθυνος, μοναδικός προστάτης και φροντιστής της, καταχρώμενος τη σχέση εμπιστοσύνης, εξουσίας και επιρροής που είχε στη θυγατέρα του, ηλικίας μόλις 5 ετών, συμμετείχε σε σεξουαλικές πράξεις με αυτήν, ήτοι την έβαλε να τον αυνανίσει με το χέρι της και αφού η παραπονούμενη αρνήθηκε να προβεί σε πεοληχεία, έγλυψε τα γεννητικά της όργανα. Παρά το ότι οι συγκεκριμένες πράξεις διαπράχθηκαν το ίδιο βράδυ και δεν επαναλήφθηκαν έκτοτε, τονίστηκε πως η εγκληματική συμπεριφορά του εφεσίβλητου δεν περιορίστηκε σε απλά αγγίγματα και θωπείες και πως η πολύ μικρή ηλικία της παραπονούμενης και η μεγάλη διαφορά ηλικίας που υπήρχε μεταξύ τους, αποτελούσαν επιβαρυντικούς παράγοντες. Έχοντας τονίσει τη σοβαρότητα των αδικημάτων και τη συχνότητα διάπραξης τους, το Εφετείο προχώρησε στην αύξηση των ποινών φυλάκισης σε 10 έτη.
Στην Αμπαζάχ (πιο πάνω), ο εφεσείων βρέθηκε ένοχος μετά από ακροαματική διαδικασία σε 17 κατηγορίες που αφορούσαν σοβαρά σεξουαλικά αδικήματα, πλείστα εκ των οποίων όταν το παιδί ήταν κάτω των 13 ετών. Πιο συγκεκριμένα, κατά τους ουσιώδεις χρόνους ήταν κουρέας στο επάγγελμα και απασχολούσε στο κουρείο του ως εκπαιδευόμενο, το ανήλικο θύμα. Σε διάφορες ημερομηνίες, όταν το θύμα ήταν μόλις 12 ετών, στον πάνω όροφο του κουρείου, το εξανάγκασε να συμμετάσχει σε σεξουαλική πράξη, δηλαδή να βγάλει τα ρούχα του και να δεχθεί μασάζ στα γεννητικά του όργανα από γυναίκα, η οποία, ως διαφάνηκε, έπασχε από νοητική υστέρηση (2η κατηγορία). Περαιτέρω, σε άλλη ημερομηνία το εξανάγκασε να βγάλει τα ρούχα του και να δεχτεί στοματικό έρωτα από την ίδια γυναίκα (3η κατηγορία). Επιπρόσθετα, σε έτερη ημερομηνία, κατά το ίδιο διάστημα, το εξανάγκασε να τελέσει σεξουαλική πράξη με την εν λόγω γυναίκα, ήτοι να της κάνει μασάζ, αγγίζοντας την στα οπίσθια και στα γεννητικά της όργανα (4η κατηγορία). Επίσης, στον ίδιο τόπο και κατά τους χρόνους που αναφέρονται στις κατηγορίες 2, 3 και 4, το προκάλεσε να συμμετάσχει σε πορνογραφικές παραστάσεις με γυναίκα, ήτοι βιντεογράφησε τις ενέργειες που περιγράφονται στις κατηγορίες 2, 3 και 4 (κατηγορίες 5, 6 και 7 αντίστοιχα) και με τον τρόπο αυτό παρήγαγε βίντεο παιδικής πορνογραφίας (κατηγορίες 8, 9 και 10 αντίστοιχα). Επιπρόσθετα, σε άγνωστες ημερομηνίες κατά τα έτη 2017, 2018 και 2019, προκάλεσε το θύμα να γίνει μάρτυρας απεικόνισης σεξουαλικών πράξεων, ήτοι του προέβαλε βίντεο μέσω του κινητού του τηλεφώνου με ενήλικες που έρχονταν σε συνουσία (κατηγορίες 11, 12 και 13 αντίστοιχα). Επιπλέον, σε διάφορες ημερομηνίες σε περίοδο κατά την οποία το θύμα ήταν, σε κάποιες περιπτώσεις ηλικίας πέραν των 13 ετών, ο εφεσείων κατείχε υλικό παιδικής πορνογραφίας, ήτοι βίντεο με παιδικό πορνογραφικό υλικό (κατηγορίες 14, 17, 18 και 19) και μέσω του κινητού του τηλεφώνου και της εφαρμογής WhatsApp διένειμε πέντε αρχεία βίντεο με παιδικό πορνογραφικό υλικό στο οποίο απεικονίζονταν παιδιά ηλικίας κάτω των 13 ετών (κατηγορία 15). Στις κατηγορίες 2 και 4 του επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 10 ετών, ενώ στις κατηγορίες 3, 5, 6 και 7 του επιβλήθηκαν ποινές φυλάκισης 12 ετών, επίσης συντρέχουσες. Στο πλαίσιο της έφεσης κατά της ποινής ως υπερβολικής, η επιβληθείσα ποινή φυλάκισης 10 ετών στις κατηγορίες 2 και 4 χαρακτηρίστηκε αυστηρή, αλλά απολύτως αιτιολογημένη, ενώ η ποινή φυλάκισης 12 ετών κρίθηκε αυστηρή μεν, πλην, όμως, όχι έκδηλα υπερβολική ώστε να δικαιολογείται η παρέμβαση του Εφετείου.
Στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Γεώργιου Κύρρη, Ποιν. Έφ. 70/2022, ημερ. 7.2.2023, ο εφεσίβλητος κρίθηκε ένοχος κατόπιν παραδοχής του, σε εννέα κατηγορίες για παράβαση του άρθρου 6(4)(α) του Νόμου και δύο κατηγορίες για παράβαση του άρθρου 6(3) του Νόμου, μία εκ των οποίων αφορούσε και το εδάφιο (7) του εν λόγω άρθρου. Οι εγκληματικές ενέργειες του εφεσίβλητου είχαν ως θύματα τρία διαφορετικά ανήλικα πρόσωπα. Οι επτά κατηγορίες αφορούσαν αγόρι ηλικίας 17, περίπου, ετών κατά τον επίδικο χρόνο, για το ότι ο εφεσίβλητος, καταχρώμενος τη θέση εμπιστοσύνης, εξουσίας και επιρροής σ' αυτόν, συμμετείχε σε σεξουαλική πράξη με αυτόν. Σε δύο περιπτώσεις τον άγγιξε στα γεννητικά όργανα, σε τρεις περιπτώσεις προέβηκε σε πεολειχία του, ενώ σε μία εξ αυτών ο ανήλικος προέβηκε σε πεολειχία του εφεσίβλητου και, τέλος, σε μία περίπτωση έβαλε το πέος του στον πρωκτό του ανήλικου. Οι δύο κατηγορίες αφορούσαν αγόρι ηλικίας 12½ και 13½, περίπου, ετών κατά τους επίδικους χρόνους για το ότι, σε δύο περιπτώσεις συμμετείχε σε σεξουαλική πράξη μ' αυτόν, ήτοι τον άγγιξε στα γεννητικά όργανα. Άλλες δύο κατηγορίες αφορούσαν αγόρι ηλικίας 14, περίπου, ετών κατά τον επίδικο χρόνο, για το ότι, σε άγνωστη ημερομηνία, ο εφεσίβλητος, καταχρώμενος τη θέση εμπιστοσύνης, εξουσίας και επιρροής σ' αυτόν συμμετείχε σε σεξουαλική πράξη με αυτόν, ήτοι τον άγγιξε στα γεννητικά του όργανα. Κατά τους επίδικους χρόνους ο εφεσίβλητος παρέδιδε μαθήματα ιππασίας και προπονήσεις σε ανήλικα παιδιά και σε ενήλικες, μεταξύ των οποίων ήταν και δύο εκ των τριών παραπονούμενων. Η παραδοχή του εφεσίβλητου έλαβε χώρα μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας και δη μετά την κατάθεση και αντεξέταση ενός εκ των ανήλικων θυμάτων. Το Κακουργιοδικείο επέβαλε σε κάθε μια από τις κατηγορίες που αφορούσαν αγγίγματα στα γεννητικά όργανα των ανήλικων θυμάτων ποινή φυλάκισης 5 ετών, ενώ σε κάθε μια από τις κατηγορίες που αφορούσαν πράξεις πεολειχίας, αλλά και στην κατηγορία που αφορούσε περίπτωση εισδοχής του πέους του εφεσίβλητου στον πρωκτό του ανήλικου - ποινή φυλάκισης 10 ετών, διατάζοντας όπως οι ποινές συντρέχουν. Στο πλαίσιο της έφεσης, ο Γενικός Εισαγγελέας προώθησε τη θέση ότι οι ποινές που έχουν επιβληθεί είναι έκδηλα ανεπαρκείς, ενόψει και της διαταγής του πρωτόδικου Δικαστηρίου όπως οι επιβληθείσες ποινές συντρέχουν. Το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε πως η ποινική μεταχείριση του εφεσίβλητου μέσω της επιβολής συντρεχουσών ποινών αναμφίβολα οδήγησε στην έκδηλη ανεπάρκεια της ποινής και διέταξε όπως η ποινή φυλάκισης των 5 ετών εκτιθεί διαδοχικά με την ποινή φυλάκισης των 10 ετών έτσι ώστε το συνολικό ύψος της ποινής φυλάκισης που θα εκτίσει ο εφεσίβλητος ανέλθει στα 15 έτη.
Στην Α.Ν.Κ. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 136/2022, ημερ. 1.8.2025, ο εφεσείων κρίθηκε ένοχος κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας σε κατηγορίες που αφορούσαν στο ότι σε δυο ξεχωριστές περιπτώσεις χάιδευε την ανήλικη στα γεννητικά όργανα, στο στήθος και στα οπίσθια της κατά παράβαση του άρθρου 6(4)(α) του Νόμου (κατηγορίες 1 και 2) και του άρθρου 6(3), (7) (συμμετοχή σε σεξουαλική πράξη με παιδί κάτω της ηλικίας των 13 ετών) (κατηγορίες 11 και 12), στο ότι σε δυο ξεχωριστές περιπτώσεις προκάλεσε την ανήλικη, μέσω κινητού τηλεφώνου ή τηλεόρασης να γίνει μάρτυρας σεξουαλικών πράξεων ή απεικονίσεων κατά παράβαση του άρθρου 6(1), (7) του Νόμου, στο ότι σε άλλες δυο ξεχωριστές περιπτώσεις προκάλεσε την ανήλικη να γίνει μάρτυρας σεξουαλικών πράξεων, ήτοι χάιδευε το γεννητικό του όργανο στην παρουσία της, κατά παράβαση του άρθρου 6(1), (7) του Νόμου (κατηγορίες 42 και 43), στο ότι σε μια άλλη περίπτωση έγλειψε τα γεννητικά όργανα της ανήλικής κατά παράβαση των άρθρων 6(4)(α) και 6(3), (7) του Νόμου (κατηγορίες 52 και 53) και στο ότι σε μια άλλη περίπτωση έβαλε το πέος του στο στόμα της ανήλικης, κατά παράβαση των άρθρων 6(4)(α) και 6(3), (7) του Νόμου (κατηγορίες 54 και 55). Το πρωτόδικο δικαστήριο επέβαλε στον εφεσείοντα συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 11 ετών (κατηγορίες 54, 55), 9 ετών (κατηγορίες 52, 53), 7 ετών (κατηγορίες 42, 43), 6 ετών (κατηγορίες 31, 32), 3 ετών (κατηγορίες 21, 22) και 8 ετών (κατηγορίες 1, 2, 11, 12), οι οποίες επικυρώθηκαν κατ’ έφεση. Ως επιβαρυντικοί παράγοντες προσμέτρησαν το ότι ο εφεσείων ήταν συμβίος της μητέρας της παραπονούμενης, ζούσαν στο ίδιο σπίτι και υπήρχε σχέση πλήρους εμπιστοσύνης. Προκειμένου δε να διαπράξει τις απαράδεκτες και έκνομες πράξεις του χρησιμοποιούσε διάφορες «τεχνικές όπως ο φόβος, η τιμωρία και το δόλωμα των εικόνων ή των βίντεο». Επισημάνθηκε, επίσης, το μέγεθος και το βάρος της προσβολής, όπως και οι επιπτώσεις στην προσωπικότητα της ανήλικης, η οποία υπέστη μετατραυματική διαταραχή, και προσδόθηκε σημασία επίσης στη μεγάλη διαφορά ηλικίας μεταξύ της ανήλικης και του δράστη (36 ετών).
Στην Κ.Χ. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 272/2017, ημερ. 26.9.2019, ECLI:CY:AD:2019:B397, επικυρώθηκε 7ετής ποινή φυλάκισης στον εφεσείοντα κατόπιν ακροαματικής εκδίκασης σε κατηγορίες σεξουαλικής κακοποίησης παιδιού, ήτοι δύο κατηγορίες που αφορούσαν προβολή ταινιών ερωτικού περιεχομένου σε κορίτσι ηλικίας 7 ετών κατά παράβαση των άρθρων 2 και 6(1) και (7) του Νόμου (κατηγορίες 1 και 2), τρεις κατηγορίες που αφορούσαν την εισδοχή του δακτύλου του εφεσείοντα στο αιδοίο της με τη χρήση απειλής κατά παράβαση των άρθρων 2 και 6(4)(γ) και (7) του Νόμου (κατηγορίες 3-5), μία κατηγορία που αφορούσε χάιδεμα των γεννητικών οργάνων της κατόπιν απειλής κατά παράβαση των ιδίων άρθρων (κατηγορία 6), τρείς κατηγορίες που αφορούσαν τον εξαναγκασμό της με απειλή να χαϊδεύει το πέος του εφεσείοντα μέχρι να εκσπερματώσει κατά παράβαση και πάλι των ιδίων άρθρων (κατηγορίες 7-9) και δύο κατηγορίες που αφορούσαν φίλημα στο στόμα της κατά παράβαση του άρθρου 151 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154 (κατηγορίες 10 και 11). Για τις κατηγορίες 1 - 9 προβλέπεται ποινή φυλάκισης διά βίου εφόσον το θύμα είναι παιδί κάτω των 13 ετών. Η μητέρα της παραπονούμενης συμφώνησε με τη συμβία του εφεσείοντα, η οποία είναι εκπαιδευτικός, όπως μερικές φορές τον μήνα στην οικία της ιδίας (της εκπαιδευτικού) παραδίδει μάθημα στην παραπονούμενη. Ο εφεσείων προέβαινε στις πιο πάνω πράξεις στο πλαίσιο των επισκέψεων της παραπονούμενης στην οικία του, από το τέλος Σεπτεμβρίου μέχρι τον Μάιο του σχολικού έτους, πριν επιστρέψει η συμβία του για το μάθημα.
Στην Δ.Σ.Δ. ν. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. Αρ. 271/2022, ημερ. 20.12.2023, ο εφεσείων καταδικάστηκε κατόπιν ακροαματικής εκδίκασης για σεξουαλική εκμετάλλευση παιδιού κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 4(1)(α)(β)(γ), (2) (3) και 10 του Ν.87(Ι)/2007 (κατηγορία 1), απαγωγή νεαρής γυναίκας ηλικίας κάτω των 16 χρόνων κατά παράβαση των άρθρων 149 και 35 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (κατηγορία 2), και διαφθορά νεαρής γυναίκας ηλικίας 13 μέχρι 17 ετών κατά παράβαση του άρθρου 154, όπως τροποποιήθηκε από τον Ν.145(1)/2002 (κατηγορία 3). Του επιβλήθηκε ποινή άμεσης φυλάκισης 18 μηνών. Το ανώτατο όριο ποινής για το αδίκημα της σεξουαλικής εκμετάλλευσης παιδιού κάτω από το άρθρο 10 του Ν.87(1)/2007 καθοριζόταν στα είκοσι έτη. Η καταδίκη αφορούσε σε σεξουαλικές συνευρέσεις του εφεσείοντος με την ανήλικη τότε παραπονούμενη, οι οποίες άρχισαν τον Σεπτέμβριο του 2006, όταν αυτή ήταν σχεδόν 15 ετών και αυτός 30. Προηγήθηκαν για 2-3 μήνες γραπτά μηνύματα του εφεσείοντος προς την ίδια, στα οποία ανταποκρίθηκε γιατί κολακεύτηκε και αισθάνθηκε ωραία. Πριν την ανταλλαγή μηνυμάτων η παραπονούμενη δεν γνώριζε τον εφεσείοντα παρά μόνο οπτικά. Μετά την πρώτη τους σεξουαλική επαφή, ο εφεσείων συνέχισε να της στέλνει μηνύματα καθημερινά και κατά διαστήματα συνευρίσκονταν σεξουαλικά, πάντοτε στο αυτοκίνητο του μετά που την έπαιρνε από τα φροντιστήρια της μέχρι που ενηλικιώθηκε. Η σχέση τους συνεχίστηκε μέχρι την καταγγελία της υπόθεσης στην Αστυνομία αρχές Ιανουαρίου 2018. Λήφθηκε υπόψη ότι το Δικαστήριο καλείτο να επιβάλει ποινή «5 σχεδόν χρόνια μετά την καταγγελία και 17 χρόνια μετά την διάπραξη των αδικημάτων». Προσμέτρησε επίσης υπέρ του εφεσείοντος η εξωδικαστηριακή τιμωρία την οποία θα υποστεί με την απώλεια της εργασίας του συνεπεία της καταδίκης του. Από την άλλη ελήφθη υπόψη ως επιβαρυντικός παράγοντας η πολύ μεγάλη διαφορά ηλικίας κατά τον χρόνο διάπραξης των αδικημάτων, το παρατεταμένο διάστημα σεξουαλικής επαφής ενόσω η παραπονούμενη ήταν ανήλικη, και η συναισθηματική εξάρτηση η οποία δημιουργήθηκε στην παραπονούμενη. Κατ’ έφεση κρίθηκε ότι υπήρχε συνειδητή προσπάθεια παραπλάνησης της ανήλικης από τον κατά πολύ μεγαλύτερο της εφεσείοντα, ο οποίος συνευρισκόταν μαζί της σεξουαλικά, από τότε που η ίδια ήταν σε ηλικία 15 ετών περίπου, και συνέχισε να το πράττει επί συστηματικής βάσης μέχρι την ενηλικίωση της. Το Εφετείο κατέληξε ότι η ποινή όχι μόνο δεν ήταν έκδηλα υπερβολική, αλλά πολύ επιεικής, δηλώνοντας πως ήταν μετά δυσκολίας που δεν προέβη σε αύξηση της.
Τέλος, στην υπόθεση Γ.Α. ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 178/2017, ημερομηνίας 24.10.2018, ECLI:CY:AD:2018:B457, επικυρώθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 6 ετών σε κάθε κατηγορία σεξουαλικής κακοποίησης κατά παράβαση του άρθρου 6(4)(α) του Νόμου, οι οποίες αφορούσαν θύμα 10 ετών την οποία ο θύτης, σε μία περίπτωση φίλησε στο στόμα, σε άλλες επτά περιπτώσεις φίλησε στο στόμα, χάιδεψε στα γεννητικά όργανα, στα οπίσθια και στο στήθος, σε άλλες δύο περιπτώσεις φίλησε, χάιδεψε στα γεννητικά όργανα, στα οπίσθια και στο στήθος, καθώς επίσης, φίλησε στο στόμα και, τέλος, σε άλλη μια περίπτωση φίλησε, αγκάλιασε και φίλησε στο στόμα.
Η αυξητική τάση στη διάπραξη αδικημάτων αυτής της φύσης, όχι μόνο αναγνωρίζεται από τη νομολογία αλλά προκύπτει από τον όγκο των υποθέσεων που τίθενται καθημερινά ενώπιον των Δικαστηρίων. Η σκληρή αυτή πραγματικότητα επιτάσσει την επιβολή αποτρεπτικών ποινών και την αυστηρή μεταχείριση των παραβατών. Η αποτροπή έχει δύο παραμέτρους, την αποτροπή του ιδίου του παραβάτη από την επανάληψη του εγκλήματος στο μέλλον και την αποτροπή τρίτων από τη διάπραξη όμοιων ή παρόμοιων εγκλημάτων. Στη δεύτερη περίπτωση, η αποτροπή έχει δύο συνισταμένες. Πρώτον, την αποτροπή που είναι συνυφασμένη με τη σοβαρότητα του εγκλήματος και δεύτερο την αποτροπή ως μέσου για την καταστολή εγκλημάτων που βρίσκονται σε έξαρση (βλ. Πισκόπου ν. Δημοκρατίας (1999) 2 Α.Α.Δ. 342).
Έχοντας τονίσει τη σοβαρότητα των αδικημάτων που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος, θα πρέπει παράλληλα να λεχθεί ότι αποτελεί καθήκον του Δικαστηρίου όπως στο έργο εξατομίκευσης της ποινής λαμβάνει υπόψη του όλα τα ελαφρυντικά στοιχεία που έχουν παρουσιαστεί από την Υπεράσπιση, περιλαμβανομένων των ατομικών συνθηκών του παραβάτη καθώς και εκείνων που πηγάζουν από τα γεγονότα της υπόθεσης, για εξισορρόπηση της ποινής έτσι ώστε η ποινή να μην συνιστά απλώς τιμωρία, αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη (βλ. Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας (1989) 2 Α.Α.Δ. 224).
Όπως, όμως, έχει επανειλημμένα τονιστεί, η διαδικασία εξατομίκευσης της ποινής δεν πρέπει να συνεπάγεται εξουδετέρωση ούτε της σοβαρότητας του αδικήματος, ούτε του στοιχείου της αποτροπής, όταν συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή (βλ. Παναγιώτου ν. Αστυνομίας (2012) 2 Α.Α.Δ. 557). Η εξατομίκευση της ποινής επιτυγχάνεται μέσα και όχι έξω από το πλαίσιο των αρχών που διέπουν τον καθορισμό της ποινής (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευαγόρου (2001) 2 Α.Α.Δ. 285).
Μέσα στο ευρύτερο πλαίσιο, ως ανωτέρω περιγράφεται, λαμβάνουμε υπόψη, προς όφελος του Κατηγορούμενου, το λευκό ποινικό του μητρώο και τις προσωπικές του περιστάσεις, ως καταγράφονται στη σχετική έκθεση και ως τέθηκαν ενώπιον μας από τη συνήγορο του. Φυσικά, ως λέχθηκε στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Ν.Ν., Ποιν. Έφ. 69/2017, ημερ. 5.12.2017, χωρίς να αγνοούνται οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου, επιβάλλεται όπως η ποινή αντανακλά ακριβώς την ανάγκη προστασίας ανήλικων θυμάτων από επίδοξους παραβάτες, με δεδομένη, μάλιστα, την ανησυχητική αύξηση διάπραξης τέτοιων αδικημάτων. Στην δε Πατούρη (πιο πάνω) λέχθηκε ότι «στο εν λόγω πλαίσιο, με δεδομένη τη διαπιστωνόμενη ανάγκη για «ειδική προστασία και φροντίδα» των παιδιών, ως εκ της εγγενούς φύσεώς τους, σημειώνεται, εξαρχής, ότι ο παράγοντας που αφορά στις προσωπικές περιστάσεις του θύτη, εμφανώς, υποχωρεί αισθητά, κατά τη διεργασία της επιλογής της επιβληθησομένης ποινής, (βλ. Γ.Α. ν. Δημοκρατίας, Ποινική ΄Εφεση Αρ. 178/2017, 24.10.2018, ECLI:CY:AD:2018:B457).» Στο ίδιο πλαίσιο λαμβάνουμε υπόψη πως η φυλάκιση του Κατηγορουμένου θα έχει ως αποτέλεσμα την αποστέρηση της θυγατέρας του και των παιδιών της συντρόφου του (δυο εκ των οποίων είναι ενήλικα) της οικονομικής στήριξης του. Σύμφωνα, ωστόσο, με τα όσα υποδείχθηκαν και στην Domotov κ.ά. v. Αστυνομίας (1996) 2 Α.Α.Δ. 328,
οι επιπτώσεις τυχόν φυλάκισης στην οικογένεια ενός κατηγορουμένου παρότι συγκαταλέγονται μεταξύ των ελαφρυντικών περιστάσεων, εντούτοις δεν είναι αποφασιστικής σημασίας στον καθορισμό της ποινής.
Σημειώνουμε, περαιτέρω, πως το Δικαστήριο δεν μένει απαθές σε σχέση με τα δύσκολα παιδικά χρόνια που έζησε ο Κατηγορούμενος. Το ζήτημα αυτό, ωστόσο, δεν μπορεί να προβάλλεται ως ελαφρυντικό στο βαθμό, τουλάχιστον, που υποστηρίζει η Υπεράσπιση. Ως έχει λεχθεί στην Φραντζίδης ν. Αστυνομίας (2002) 2 Α.Α.Δ 77, η δυστυχία του ανθρώπου κατά την παιδική του ηλικία δεν αποτελεί μόνιμη ασπίδα για τη συνέχιση της παρανομίας με ατιμωρησία. Κατά το χρόνο διάπραξης των αδικημάτων ο Κατηγορούμενος βρισκόταν σε ώριμη ηλικία, πνευματικά και συναισθηματικά, έχοντας σπουδάσει και ασκώντας το επάγγελμα του ψυχολόγου και κρίνουμε πως ήταν σε θέση να αντιμετωπίσει τη ζωή και να κάνει τη σωστή επιλογή χωρίς να προβαίνει σε πράξεις ανάλογες με αυτές από τις οποίες υπέφερε (βλ. Παναγίδη ν. Δημοκρατίας (1997) 2 Α.Α.Δ. 104).
Δεν παραγνωρίζουμε, επίσης, το φιλανθρωπικό και κοινωφελές έργο του Κατηγορούμενου στο οποίο έκανε εκτενή αναφορά η συνήγορος του ως ένδειξη του χαρακτήρα του και του πρότερου έντιμου βίου του. Σε σχέση με τα αναφερόμενα προβλήματα υγείας, σημειώνουμε καταρχάς πως στην ιατρική βεβαίωση η οποία προσκομίστηκε (βλ. Τεκμήριο 5) γίνεται καταγραφή του ιατρικού ιστορικού χωρίς οποιαδήποτε αναφορά στη σημερινή του κατάσταση, ούτε δίδεται οποιαδήποτε σύσταση. Σε κάθε περίπτωση, δεν υποδείχθηκε ούτε και διαπιστώνεται με οποιοδήποτε τρόπο, ότι τα εν λόγω προβλήματα υγείας συνιστούν εξαιρετική περίσταση ή ότι δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν από τη Διεύθυνση των Φυλακών. Εντούτοις, λαμβάνονται υπόψη στο πλαίσιο εξατομίκευσης της ποινής που θα του επιβληθεί μαζί με τους λοιπούς μετριαστικούς παράγοντες, με δεδομένη πάντοτε τη σοβαρότητα των αδικημάτων και των περιστάσεων διάπραξης τους.
Αναλογιζόμενοι τα διαδραματισθέντα στην παρούσα υπόθεση, το τι προβάλλεται είναι η δράση του Κατηγορούμενου, ηλικίας 45 ετών, επί της ανήλικης Παραπονούμενης, ηλικίας 17 ½ ετών κατά το επίδικο περιστατικό.
Ο Κατηγορούμενος είχε έναντι της Παραπονούμενης θέση εμπιστοσύνης, όντας ο ψυχολόγος της, στον οποίο εκμυστηρευόταν τα πάντα και τον οποίο έβλεπε ως σωτήρα. Με τις πιο πάνω πράξεις του ο Κατηγορούμενος φάνηκε ανάξιος της εμπιστοσύνης όχι μόνο της Παραπονούμενης, αλλά και των γονέων της, οι οποίοι τον εμπιστεύθηκαν για την βελτίωση της ψυχικής υγείας της κόρης τους. Αντί, λοιπόν, ο Κατηγορούμενος να καθοδηγεί και συμβουλεύει την Παραπονούμενη, εκμεταλλεύθηκε την ευάλωτη θέση στην οποία βρισκόταν συναισθηματικά, ασκώντας πάνω της αθέμιτη επιρροή με αποκλειστικό σκοπό την επιβολή και ικανοποίηση των δικών του ορέξεων.
Από τα γεγονότα της υπόθεσης έντονα προβάλλει το στοιχείο της μεθόδευσης αλλά και του προσχεδιασμού στις πράξεις του Κατηγορούμενου. Και τούτο παρά την περί του αντιθέτου εισήγηση της Υπεράσπισης.
Ο Κατηγορούμενος γνώριζε πως η Παραπονούμενη δεν είχε προηγούμενες ερωτικές επαφές και της άρεσαν οι πιο μεγάλοι άντρες, ενώ στις διάφορες κατά καιρούς συζητήσεις που είχαν την ρωτούσε επανειλημμένα εάν είχε σεξουαλικές επαφές. Κατόπιν της αρνητικής απάντησης της Παραπονούμενης, ο Κατηγορούμενος της υπεδείκνυε πως θα έπρεπε να έχει σεξουαλικές επαφές και να ντύνεται «σέξι». Τούτο επανέλαβε και την 1.7.2024 οπότε κατά τη συνεδρία που είχαν την ρώτησε εάν ήθελε να την μάθει να φιλά και να κάνει σεξουαλικές πράξεις και της ανέφερε πως ήθελε να την κάνει «γυναίκα», δυνατή με εμπειρία, όπως ο ίδιος.
Κατά την ίδια συνάντηση, διευθετήθηκε και η μετάβαση τους στην οικία του την επόμενη μέρα, 2.7.2024, με πρόσχημα το βάψιμο τοίχου του. Η Παραπονούμενη δεν είχε κάνει προηγουμένως κάτι τέτοιο, ενώ ο Κατηγορούμενος ήταν το μοναδικό πρόσωπο που είχε αγοράσει πίνακες της. Πηγαίνοντας προς την οικία του, της ανέφερε πως οι γυναίκες είναι καλές «μόνο για σεξ και πίπα» και ενώ βρίσκονταν εκεί την ρωτούσε εάν αγγίζει τον εαυτό της και εάν της άρεσε το βίντεο πορνογραφικού περιεχομένου που της υπέδειξε, ενώ της είπε πως δεν πρέπει να ντρέπεται. Ακολούθως, της είπε να κάνει και στον ίδιο την ερωτική σκηνή που προβαλλόταν, δηλαδή στοματικό έρωτα, ενώ κατά τη διάρκεια του πεοθηλασμού, η οποία κράτησε για 5 λεπτά περίπου, της έλεγε πως είναι πολύ όμορφη και καλή σε αυτό που έκανε. Κατά τη διάρκεια του περιστατικού, ως και η Μ.Κ. 9 κατέθεσε, η Παραπονούμενη βίωνε αμφιθυμικά συναισθήματα, μεταξύ άλλων και τρόμο. Η ίδια έτρεμε, προφανώς λόγω της αναστάτωσης και σύγχυσης που βίωνε, και όταν είπε στον Κατηγορούμενο πως δεν ήξερε γιατί, αυτός της απάντησε πως ήταν επειδή ζούσε μια νέα εμπειρία. Εν τέλει, εκσπερμάτωσε στο στόμα της λέγοντας της πως ήταν υγιές.
Ως υποδεικνύεται στην απόφαση ημερ. 28.5.2026, υπήρξε μια σταδιακή προσπάθεια του Κατηγορούμενου η οποία κατέληξε στο να διαμορφώσει την πεποίθηση στην Παραπονούμενη πως με το να συμμετάσχει στις σεξουαλικές πράξεις που έλαβαν χώρα στις 2.7.2024 θα αποκτούσε την απαραίτητη σεξουαλική εμπειρία και θα γινόταν «γυναίκα» και δη δυνατή. Εν τέλει, όλα όσα ο Κατηγορούμενος έπραξε και έλεγε στην Παραπονούμενη συνέτειναν στο να θεωρήσει πως «ήταν για το καλό της» που της πρότεινε και συμμετείχε στις σεξουαλικές πράξεις που έλαβαν χώρα στις 2.7.2024.
Ως και η Μ.Κ. 9 κατέθεσε στο Δικαστήριο, στην οικογένεια της Παραπονούμενης υπήρχε δυσκολία στην ουσιαστική και λειτουργική επικοινωνία. Περαιτέρω, πως μεταξύ της Παραπονούμενης και του Κατηγορούμενου είχε αναπτυχθεί μια ιδιαίτερη σχέση, η οποία παρείχε στην Παραπονούμενη τη συναισθηματική ασφάλεια που χρειαζόταν ώστε να αντιμετωπίσει τις διάφορες δυσκολίες που είχε, ενώ η θεραπευτική σχέση που είχε αναπτυχθεί αρχικά με τον Κατηγορούμενο, την βοηθούσε να καλύψει τα κενά που υπήρχαν από το πρότυπο του πατέρα και έτσι ένιωθε πιο κοντά του. Η λήψη φροντίδας από τον Κατηγορούμενο και η κάλυψη του συναισθηματικού της κενού, σε συνδυασμό με το ότι ο ίδιος της είχε εκμυστηρευθεί προσωπικές του εμπειρίες, αλλά και με κάποια σχόλια και αγορά έργων τέχνης από τον Κατηγορούμενο, κάτι που δεν είχε κάνει οποιοσδήποτε προηγουμένως, κατέταξαν τον Κατηγορούμενο σε μια ξεχωριστή θέση για την Παραπονούμενη και συνέτειναν στο να υπάρξει συναισθηματική προσκόλληση. Η Παραπονούμενη του εκμυστηρευόταν τα πάντα και αναγνώριζε τη βοήθεια που της παρείχε ο Κατηγορούμενος και την βελτίωση που είχε ως αποτέλεσμα των συνεδριών που είχε με τον Κατηγορούμενο, στον οποίο κατέφευγε κάθε φορά που αντιμετώπιζε κάποιο πρόβλημα, κάτι το οποίο αναγνώριζε και το οικογενειακό της περιβάλλον. Με δεδομένη, λοιπόν, την ιδιαίτερη σχέση και τη σχέση εμπιστοσύνης που δημιουργήθηκε μεταξύ τους, ο Κατηγορούμενος με τα λόγια και τη συμπεριφορά του διαμόρφωσε τη βούληση της Παραπονούμενης προς τον σκοπό τέλεσης των όσων έλαβαν χώρα στις 2.7.2024. Όταν, δε, πλέον η Παραπονούμενη συζήτησε με τρίτα άτομα τα όσα έλαβαν χώρα, άρχισε να αντιλαμβάνεται τις πραγματικές διαστάσεις τους και, κατ’ ουσία, το ότι έτυχε σεξουαλικής εκμετάλλευσης από τον Κατηγορούμενο.
Υπόψη μας, επίσης, λαμβάνουμε τη φύση των σεξουαλικών πράξεων, ως προκύπτει από τα γεγονότα. Ειδικότερα πως στο πλαίσιο του επίδικου περιστατικού, φίλησε την Παραπονούμενη στο στόμα και στο μάγουλο, στη συνέχεια την φίλησε ξανά στο στόμα, ακολούθως έβαλε το χέρι της πάνω στο γεννητικό του όργανο και τέλος διείσδυσε το πέος του στο στόμα της με την Παραπονούμενη να προβαίνει σε πεοθηλασμό και ο ίδιος να εκσπερματώνει στο στόμα της. Σχετική επί του προκειμένου είναι και η υπόθεση Χαμπτέχ ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 71/2020, ημερ. 28.1.2021, ECLI:CY:AD:2021:B23, όπου αναφέρεται πως «στις περιπτώσεις σεξουαλικής εκμετάλλευσης παιδιού, είναι επιβαρυντικό στοιχείο η επίδειξη του ανδρικού γεννητικού οργάνου του δράστη και η χρησιμοποίηση του προσεγγίζοντας το ή χειρότερα, αγγίζοντας το στο σώμα του παιδιού». Ακόμα πιο επιβαρυντικό στοιχείο στην παρούσα υπόθεση, λοιπόν, αποτελεί ο πεοθηλασμός στον οποίο προέβηκε η Παραπονούμενη καθ’ υπόδειξη του Κατηγορούμενου (βλ. Σ.Γ. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 109/2020, ημερ. 10.3.2021), ECLI:CY:AD:2021:D83, χωρίς να μας διαφεύγει η απουσία βιαιότητας από μέρους του.
Σημειώνουμε, περαιτέρω, πως με την εξαίρεση του φιλιού στο στόμα και το μάγουλο στο οποίο αφορά η 1η κατηγορία και το οποίο διακρίνεται χρονικά από τις λοιπές πράξεις του Κατηγορούμενου, όλα τα υπόλοιπα αδικήματα έλαβαν χώρα στο γραφείο του, ήτοι στον χώρο όπου γίνονταν οι συνεδριάσεις με την Παραπονούμενη, στοιχείο που εντείνει τη σοβαρότητα των όσων έπραξε.
Επιβαρυντικό παράγοντα στην προκειμένη περίπτωση συνιστά και η μεγάλη διαφορά ηλικίας μεταξύ του Κατηγορούμενου και της Παραπονούμενης, ήτοι πέραν των 25 ετών, η οποία αποτιμάται στο πλαίσιο των γεγονότων που περιβάλλουν την υπόθεση και προσδίδει στο αδίκημα ιδιαίτερη απαξία ώστε να πρέπει να αντανακλάται στο ύψος της ποινής (βλ. Μ.Ι. (πιο πάνω), Ν.Σ. (2018) (πιο πάνω) και Γ. Α. (πιο πάνω)), χωρίς, ωστόσο, να μας διαφεύγει πως η Παραπονούμενη ήταν σε ηλικία κοντά στην ενηλικίωση. Όντας και ο ίδιος πατέρας μιας ανήλικης, τότε, θυγατέρας κοντά στην ηλικία της Παραπονούμενης, ο Κατηγορούμενος ήταν σε μια ώριμη ηλικία που τον καθιστούσε ή έπρεπε να τον καθιστά ικανό να αντιληφθεί ότι έπρεπε να απέχει από τέτοιες πράξεις με την Παραπονούμενη.
Δεν παραγνωρίζουμε πως το επίδικο περιστατικό ήταν μεμονωμένο και η παρούσα υπόθεση δεν εμπίπτει στις περιπτώσεις συνεχούς και επανειλημμένης σεξουαλικής κακοποίησης ανήλικου. Παρόλα αυτά, το περιστατικό επηρέασε αρνητικά την Παραπονούμενη. Αν και αντικειμενικά τέτοιες πράξεις και ενέργειες απολήγουν σε πλήγμα της προσωπικότητας του θύματος και του ψυχικού του κόσμου, χωρίς να χρειάζεται σχετική μαρτυρία περί τούτου (βλ. Blackstone΄s Criminal Practice, Έκδοση 2009, σελ. 3109 και Μηνά ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 228/18, ημερ. 16.3.2020), στην παρούσα περίπτωση με βάση την επιστημονική μαρτυρία και τα όσα τέθηκαν ενώπιον μας, όταν η Παραπονούμενη εν τέλει αντιλήφθηκε ότι έτυχε εκμετάλλευσης, ένιωθε προδοσία και συναισθηματική δυσφορία, ενώ ενισχύθηκε η δυσπιστία της ως προς τα κίνητρα των ανθρώπων. Στο πλαίσιο αυτό δεν μας διαφεύγει πως κατά την ψυχολογική αξιολόγηση η Παραπονούμενη δεν πληρούσε τα κριτήρια για την ύπαρξη οποιασδήποτε διαταραχής και τούτο, μεταξύ άλλων, λόγω της ασφάλειας που ένιωσε μετά την αποκάλυψη και λόγω του ότι κατά το περιστατικό η Παραπονούμενη δεν ένιωσε απειλή ή φόβο για την ζωή της. Έγινε σύσταση, ωστόσο, για συνεργασία της Παραπονούμενης με ψυχολόγο εάν παρατηρηθούν ψυχικές ενοχλήσεις μελλοντικά. Σχετικά με την προαναφερόμενη πτυχή της υπόθεσης γίνεται παραπομπή και στην Σ. Π. ν. Αστυνομίας, (2014) 2 Α.Α.Δ. 468, όπου υποδείχθηκε πως «η αμαύρωση και σπίλωση της παιδικής ψυχικής αθωότητας αποσυνθέτει τον χαρακτήρα του παιδιού σε βαθμό που αποστερείται της φυσιολογικής ζωής.».
Συνολικά ιδωμένα τα γεγονότα τα οποία περιβάλλουν τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων από τον Κατηγορούμενο, είναι ιδιαίτερα σοβαρά και καταδικαστέα. Τέτοιου είδους συμπεριφορές οι οποίες διαπράττονται σε βάρος ανήλικων παιδιών και δη από πρόσωπα εμπιστοσύνης δεν μπορεί να γίνουν ανεκτές και εκείνο το οποίο προέχει είναι η αυστηρή τιμωρία και η αποτροπή. Το Δικαστήριο έχει καθήκον να προστατέψει τα δικαιώματα των παιδιών, να διαφυλάξει την υγιή ανάπτυξη τους και να προστατέψει τον ψυχικό τους κόσμο καθώς και την αξιοπρέπεια των γυναικών γενικότερα.
Στο πλαίσιο καθορισμού της ποινής του Κατηγορούμενου παρατηρούμε πως αν και το δικαίωμα ενός κατηγορούμενου να μην παραδεχθεί τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει είναι αναφαίρετο και καθόλα σεβαστό και η άσκησή του προφανώς δεν συνιστά επιβαρυντικό παράγοντα, στην προκειμένη περίπτωση, η μη παραδοχή του Κατηγορούμενου, είχε ως αποτέλεσμα την έκθεση της Παραπονούμενης στη δοκιμασία της δίκης και στην αναβίωση των τραυματικών γεγονότων, με τρόπο ώστε να μην επιτρέπεται ανάλογη έκπτωση στην ποινή, επιείκια που θα μπορούσε να ασκηθεί σε περίπτωση παραδοχής (βλ. Α.Ν.Κ. ν. Δημοκρατίας (πιο πάνω), Α.Ρ. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 192/2016, ημερ. 26.9.2019, ECLI:CY:AD:2019:B395 και Λευκαρίτης ν. Δημοκρατίας (πιο πάνω)).
Συνεκτιμώντας και σταθμίζοντας όλα όσα αναφέρονται πιο πάνω, σε συνδυασμό με τη σοβαρότητα των αδικημάτων, την προβλεπόμενη από το Νόμο ποινή και το στοιχείο της αποτροπής που προέχει σε υποθέσεις αυτής της φύσεως, και χωρίς να παραγνωρίζουμε το καθήκον για εξατομίκευση της ποινής, κρίνουμε πως η μόνη αρμόζουσα ποινή αναφορικά με τον Κατηγορούμενο είναι αυτή της φυλάκισης, το ύψος της οποίας θα αντανακλά όλα τα πιο πάνω. Οποιαδήποτε άλλη ποινή δεν θα εξυπηρετούσε τις ανάγκες του Νόμου και θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα.
Επιβάλλουμε, λοιπόν, στον Κατηγορούμενο τις ακόλουθες ποινές:
- Στην 1η κατηγορία ποινή φυλάκισης 2 ετών
- Στην 2η κατηγορία ποινή φυλάκισης 2 ετών
- Στην 3η κατηγορία ποινή φυλάκισης 3 ετών
- Στην 4η κατηγορία ποινή φυλάκισης 6 ετών
Οι ποινές φυλάκισης να συντρέχουν.
Στην ποινή να συνυπολογιστεί ο χρόνος κράτησης του Κατηγορούμενου από 28.5.2026.
Περαιτέρω, λαμβάνοντας υπόψη το σχετικό αίτημα της Κατηγορούσας Αρχής για την έκδοση συγκεκριμένων διαταγμάτων δυνάμει του άρθρου 14(1) του Νόμου και τη σύμφωνη γνώμη της Υπεράσπισης επί αυτού, εκδίδονται διατάγματα με τα οποία απαγορεύεται στον Κατηγορούμενο, για 3 έτη μετά την αποφυλάκιση του:
1. Να προσφέρει οποιεσδήποτε υπηρεσίες σε παιδιά.
2. Να εργοδοτηθεί ή απασχοληθεί σε χώρους όπου βρίσκονται ή συχνάζουν παιδιά.
3. Να διαμένει σε χώρο, ο οποίος γειτνιάζει με οργανωμένους χώρους όπου διαμένουν ή συχνάζουν παιδιά.
Επισημαίνονται στον Κατηγορούμενο οι υποχρεώσεις του δυνάμει του άρθρου 22(3) και (4) του Νόμου για κοινοποίηση των στοιχείων του στην Αστυνομία.
Περαιτέρω, ο Κατηγορούμενος παραπέμπεται στην Αρχή Εποπτείας, που εγκαθιδρύθηκε δυνάµει του άρθρου 47 του Νόμου, καθ' όλη τη διάρκεια της κράτησης του στις Κεντρικές Φυλακές και για χρονικό διάστημα 3 ετών, μετά την αποφυλάκιση του.
Ενόψει της ποινής που έχει επιβληθεί στον Κατηγορούμενο, τα έξοδα της διαδικασίας εκ €315 να καταβληθούν από τη Δημοκρατία.
Αναφορικά με τα τεκμήρια της υπόθεσης, οι ψηφιακοί δίσκοι να καταστραφούν μετά την παρέλευση της προθεσμίας καταχώρησης έφεσης, σε περίπτωση που τέτοιο δικαίωμα δεν ασκηθεί.
(Υπ.) …………………………….………
Γ. Πετάση - Κορφιώτη, Π.Ε.Δ.
(Υπ.) ………………….…………………
Χρ. Μ. Παπαλλάς, Ε.Δ.
(Υπ.) ………………..………………....
Κ. Ηλία, Ε.Δ.
Πιστόν Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο