ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ
ΣΥΝΘΕΣΗ: Γ. Πετάση Κορφιώτη, Π.Ε.Δ.
Χρ. Μ. Παπαλλάς, Ε.Δ.
Κ. Ηλία, Ε.Δ.
Αρ. Υπόθεσης: 6123/2025
Μεταξύ:
Δ Η Μ Ο Κ Ρ Α Τ Ι Α
v.
1. T.A.
2. S.S.
Κατηγορουμένων
-------------------------
Ημερομηνία: 10 Ιουλίου 2026
Εμφανίσεις:
Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Ν. Κόλιαρου
Για τον Κατηγορούμενο 2: κα Κ. Πιερούδη
Κατηγορούμενος 2 παρών
Π Ο Ι Ν Η
(αναφορικά με τον Κατηγορούμενο 2)
Ο Κατηγορούμενος 2 κρίθηκε ένοχος κατόπιν δικής του παραδοχής στις κατηγορίες της ληστείας κατά παράβαση των άρθρων 282 και 283 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 (κατηγορία υπ’ αρ. 2) και της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες κατά παράβαση των άρθρων 4 και 5 του περί της Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμου Ν. 188(Ι)/2007 (κατηγορία υπ’ αρ. 6).
Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των ως άνω αδικημάτων αποδίδεται στον Κατηγορούμενο 2 ότι την 24.12.2024 στη Λεμεσό έκλεψε από τον Gia Huy Ngueyn από το Βιετνάμ, το χρηματικό ποσό των €100,000 σε μετρητά, και ότι κατά ή αμέσως πριν ή αμέσως μετά το χρόνο της κλοπής, χρησιμοποίησε πραγματική βία εναντίον του εν λόγω προσώπου με σκοπό να αποκτήσει ή κατακρατήσει το κλαπέντα (κατηγορία υπ’ αρ. 2). Περαιτέρω, ως διευκρινίστηκε κατά την έκθεση γεγονότων, του αποδίδεται πως μεταξύ 24.12.2024 και 4.3.2025 ενώ γνώριζε ότι περιουσία, ήτοι το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής [ ], μάρκας Bentley Continental GT, αξίας €19,500, αποτελούσε έσοδο από τη διάπραξη γενεσιουργού αδικήματος, απέκτησε και κατείχε το πιο πάνω αυτοκίνητο (κατηγορία υπ’ αρ. 6).
Σημειωτέον πως ο Κατηγορούμενος 2 αντιμετώπιζε και άλλες συναφείς κατηγορίες, οι οποίες διακόπηκαν ενόψει της παραδοχής του. Πιο συγκεκριμένα, ο Κατηγορούμενος 2, αντιμετώπιζε δύο κατηγορίες για συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος (κατηγορίες υπ’ αρ. 1 και 3), κατηγορία για πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης (κατηγορία υπ’ αρ. 4) και κατηγορία για πράξεις που σκοπεύουν την πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης (κατηγορία υπ’ αρ. 5).
Σε σχέση με τον Κατηγορούμενο 1 η υπόθεση είναι ορισμένη σήμερα προκειμένου να προγραμματιστεί για ακρόαση. Προχωρούμε, δε, με τη διαδικασία επιβολής της ποινής στον Κατηγορούμενο 2 μετά από σχετικό αίτημα του τελευταίου και μετά από δήλωση της εκπροσώπου της Κατηγορούσας Αρχής πως ο Κατηγορούμενος 2 έχει εκφράσει την πρόθεση του να προσφερθεί ως μάρτυρας κατηγορίας εναντίον του Κατηγορούμενου 1 καθώς και δήλωση του συνηγόρου του Κατηγορούμενου 1 πως δεν υπάρχει ένσταση ως προς τούτο.
Τα γεγονότα της υπόθεσης, ως έγιναν αποδεκτά από την Υπεράσπιση του Κατηγορούμενου 2, και με τα οποία συμφώνησε ο συνήγορος του Κατηγορουμένου 1, συνοψίζονται ως ακολούθως (βλ. Έγγραφο Α’):
«1. Παραπονούμενος στην παρούσα υπόθεση είναι ο Gia Huy Nguyen, από το Βιετνάμ, (ΔΕΑ 5786994 ΚΑΙ Αρ. Λιθ. Ταυτ. 14898713) με ημερομηνία γέννησης 17/12/1992 (στο εξής ο «παραπονούμενος»), ο οποίος ήρθε στην Κυπριακή Δημοκρατία το 2018 μαζί με την οικογένεια του, την σύζυγό του και την κόρη τους ηλικίας 2,5 ετών και έκτοτε διαμένουν εδώ.
2.Κατηγορούμενος 2 στην παρούσα υπόθεση είναι ο Star Ehsan Salih ο οποίος κατάγεται από το Κουρδισταν και είναι κάτοχος σουηδικού διαβατηρίου με αριθμό UNK [ ] με ημερομηνία γέννησης 15/04/1996.
3.Ο παραπονούμενος γνωρίστηκε με τον Κατηγορούμενο 2 το έτος 2022 σε μία ομάδα μέσω της εφαρμογής FACEBOOK και συνομίλησε αρκετές φορές μαζί του σχετικά με ζητήματα που αφορούσαν κρυπτονομίσματα. Οι δύο τους είχαν συναντηθεί στο παρελθόν άλλες 3 φορές στην περιοχή Γερμασόγεια της Επαρχίας Λεμεσού και αντάλλαξαν λεφτά με σκοπό την αγορά κρυπτονομίσματων.
4.Στις 23/12/24 ο παραπονούμενος είχε γραπτή επικοινωνία με τον Κατηγορούμενο 2, στην εφαρμογή Telegram, όπου ο Κατηγορούμενος 2 του ζήτησε να βρεθούν η ώρα 18:00 για να του δώσει χρήματα ο παραπονούμενος με σκοπό την αγορά κρυπτονομίσματος. Ο παραπονούμενος αρνήθηκε και έτσι διευθέτησαν συνάντηση στις 24/12/24 σε τοποθεσία που θα έστελνε ο Κατηγορούμενος 2 στον παραπονούμενο, κοντά στην μπυραρία με την ονομασία «Nugs Head» που βρίσκεται στην περιοχή Γερμασόγεια της Επαρχίας Λεμεσού.
5.Ο παραπονούμενος αφού έλαβε την τοποθεσία από τον Κατηγορούμενο, μετέβηκε με το αυτοκίνητό του με αρ. εγγραφής [ ] στο οποίο βρισκόταν και η μητέρα του, στην τοποθεσία που του έστειλε ο Κατηγορούμενος 2 και αφού στάθμευσε το αυτοκίνητό του, είδε τον Κατηγορούμενο 2 μαζί με άλλο πρόσωπο να πλησιάζουν το αυτοκίνητό του πεζοί και να εισέρχονται εντός του αυτοκινήτου του. Ο Κατηγορούμενος 2 κάθισε στη θέση του συνοδηγού η οποία ήταν άδεια, ενώ το άλλο πρόσωπο κάθισε στην θέση πίσω από τον παραπονούμενο, δίπλα από την μητέρα του παραπονούμενου. Η μητέρα του παραπονούμενου κρατούσε μια τσάντα ώμου του παραπονούμενου όπου μέσα ήταν το χρηματικό ποσό των €100.000 σε διάφορα χαρτονομίσματα, το οποίο αποτελούσε αποταμιεύσεις του παραπονούμενου.
6.Ακολούθως, ο Κατηγορούμενος 2 ζήτησε από τον παραπονούμενο να του δείξει τα χρήματα που είχε φέρει μαζί του για την αγορά του κρυπτονομίσματος και ο παραπονούμενος ενώ στην αρχή αρνήθηκε ζητώντας να δει πρώτα την συναλλαγή των νομισμάτων στον λογαριασμό του, στην συνέχεια αφού ο Κατηγορούμενος 2 τον διαβεβαίωσε ότι τα κρυπτονομίσματα θα του τα μετέφερε φιλικό του πρόσωπο στον λογαριασμό του, πείστηκε και είπε στην μητέρα του να του δώσει την τσάντα του που την κρατούσε αυτή στην πίσω θέση του αυτοκινήτου, εντός της οποίας υπήρχε το χρηματικό ποσό των €100.000=, για να τα δείξει στον Κατηγορούμενο 2.
7.Μόλις ο παραπονούμενος πήρε την τσάντα του από την μητέρα του και έδειξε τα χρήματα στον Κατηγορούμενο 2, ο Κατηγορούμενος 2 του άρπαξε την τσάντα με τα χρήματα από τα χέρια του και ξαφνικά ο παραπονούμενος ένιωσε σπρώξιμο και ο Κατηγορούμενος 2 τον χτύπησε στο κεφάλι, και αμέσως όλα θόλωσαν και άρχισε να αιμορραγεί από το κεφάλι και την μύτη του. Στην συνέχεια, ο παραπονούμενος προσπάθησε να αποτρέψει τον Κατηγορούμενο 2 από το να διαφύγει από το όχημα του μαζί με τα χρήματα τραβώντας τον από το σακάκι, όμως ο Κατηγορούμενος 2 εξακολουθούσε να τον χτυπά και κατάφερε να εξέλθει του αυτοκινήτου μαζί με την τσάντα και το χρηματικό ποσό των €100.000 και τρέχοντας τράπηκε πεζός σε φυγή με κατεύθυνση προς μια παιδική χαρά που ήταν πλησίον της τοποθεσίας που βρίσκονταν. Εγκατέλειψε τη σκηνή αδιαφορώντας για την κατάσταση του θύματος το οποίο είχε χτυπήσει και τραυματίσει.
8.Ο παραπονούμενος παρόλο που έτρεξε με το αυτοκίνητο του πίσω από τον Κατηγορούμενο 2, δεν κατάφερε να τον εντοπίσει. Ο παραπονούμενος εντοπίστηκε από την αστυνομία στην σκηνή όπου διαδραματίστηκαν τα πιο πάνω και την ίδια ημέρα μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο στο ιδιωτικό Νοσοκομείο MEDITERRANEAN HOSPITAL OF CYPRUS όπου, έτυχε των Πρώτων Βοηθειών και εκεί διαπιστώθηκε ότι έφερε διάφορα τραύματα. Ο Κατηγορούμενος 2 κατάφερε να διαφύγει και δεν έγινε κατορθωτός ο εντοπισμός του ούτε από την Αστυνομία.
9.Στις 24/12/24 εναντίον του Κατηγορούμενου 2 εκδόθηκε Δικαστικό ένταλμα σύλληψης, καθώς επίσης και ένταλμα έρευνας της οικίας του Κατηγορούμενου 2 στην οδό Τάσου Ισαάκ 18 στην περιοχή Ερήμη της Επαρχίας Λεμεσού.
10.Μετά από πάροδο ενός χρονικού διαστήματος και αφού ο Κατηγορούμενος 2 καταζητείτο, εντοπίστηκε στις κατεχόμενες περιοχές στις 04/03/2025 όπου περί τις 1400 συνελήφθηκε από τον Αστ.709 Ν. Χαραλάμπους δυνάμει του Δικαστικού Εντάλματος Σύλληψης που εκκρεμούσε εναντίον στο οδόφραγμα της οδού Λήδρας στην Λευκωσία όπου μεταφέρθηκε από μέλη των Ηνωμένων Εθνών αφού προηγουμένως του επεξηγήθηκαν οι ακριβείς λόγοι της σύλληψης του και επιστήθηκε η προσοχή του στο Νόμο, και αυτός απάντησε « I am deeply sorry for my mistake, I regret with all my heart for what I did regarding the case you arrested me». Την ίδια μέρα και μεταξύ των ωρών 1730-2000, στο ΤΑΕ Λεμεσού, ο Αστ.709 Ν. Χαραλάμπους του Τμήματος Ανιχνεύσεως Εγκλημάτων Λεμεσού έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον Κατηγορούμενο 2, αφού προηγουμένως του δόθηκε το σχετικό έντυπο με τα δικαιώματα του. Στην ανακριτική του κατάθεση, πρόβαλε διάφορους ισχυρισμούς, όπου μεταξύ άλλων παραδέχτηκε την διάπραξη της ληστείας και την απόσπαση του χρηματικού ποσού των €100.000 από τον παραπονούμενο στις 24/12/2024.
11.Μεταξύ άλλων ο Κατηγορούμενος 2, μετά την διάπραξη της ληστείας, προσπάθησε να μεταβεί στην Τουρκία μέσω θαλάσσης με βάρκα, αλλά εντοπίστηκε από τις παράνομες αρχές του ψευδοκράτους και τέθηκε υπό κράτηση. Επιπλέον πρόβαλε ισχυρισμούς για το πως χειρίστηκε την κλαπείσα περιουσία των €100.000= και ανάφερε ότι με μέρος των χρημάτων που απέσπασε από τον παραπονούμενο τα έδωσε σε τρίτα πρόσωπα ενώ με κάποια από τα υπόλοιπα αγόρασε ένα αυτοκίνητο μάρκας Bentley Continental GT, χρώματος μαύρου, με αρ. εγγραφής [ ], αξίας €19.500=. Το εν λόγω αυτοκίνητο εντοπίστηκε στις 05/03/2025 στην επαρχία Λεμεσού και μεταφέρθηκε στην Α.Δ.Ε. Λεμεσού.
12.Ο Κατηγορούμενος 2, μεταξύ της 24ης Δεκεμβρίου 2024 και της 4ης Μαρτίου 2025 στη Λεμεσό, ενώ γνώριζε ότι το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής [ ], μάρκας Bentley Continental GT αξίας €19.500= αποτελούσε έσοδο από τη διάπραξη του αδικήματος της ληστείας στην οποία προέβηκε στις 24/12/2024, απέκτησε και κατείχε το πιο πάνω αυτοκίνητο.
13.Στις 05/03/25 εκδόθηκε διάταγμα προσωποκράτησής του Κατηγορούμενου 2 από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού για περίοδο 8 ημερών.
14.Στα πλαίσια διερεύνησης της παρούσας υπόθεσης παραλήφθηκε μεγάλος αριθμός τεκμηρίων επί των οποίων έγιναν διάφορες επιστημονικές εξετάσεις, καθώς επίσης ο Κατηγορούμενος 2 συγκατατέθηκε στην λήψη των παρειακών του επιχρισμάτων. Από τα αποτελέσματα των εξετάσεων του Ινστιτούτου Νευρολογίας και Γενετική Κύπρου προέκυψε σύνδεση και γενετικό υλικό του Κατηγορούμενου 2 στο χερούλι της πόρτας του συνοδηγού εσωτερικά του αυτοκινήτου [ ], ιδιοκτησίας του παραπονούμενου».
Όπως αναφέρθηκε από την εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής, ο Κατηγορούμενος 2 είναι άτομο λευκού ποινικού μητρώου και τελεί σε προφυλάκιση για τους σκοπούς της παρούσας υπόθεσης από τις 13.3.2025.
Περαιτέρω σημειώνεται πως κατόπιν αιτήματος της Κατηγορούσας Αρχής και με τη σύμφωνη γνώμη της συνηγόρου του Κατηγορούμενου 2 δηλώθηκαν εκ συμφώνου διατάγματα δήμευσης ως λεπτομερώς καταγράφονται πιο κάτω.
Αναφορικά με τον Κατηγορούμενο 2 έχει ετοιμαστεί έκθεση του Τμήματος Κοινωνικών Υπηρεσιών. Όπως έχει νομολογηθεί, η έκθεση του Τμήματος Κοινωνικών Υπηρεσιών αποτελεί ένα εργαλείο το οποίο προσφέρει στο Δικαστήριο τη δυνατότητα αποκρυστάλλωσης της οικογενειακής αλλά και της ατομικής προσωπικότητας κάθε κατηγορούμενου (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Πεγειώτη (2001) 2 Α.Α.Δ. 617).
Σύμφωνα με τα όσα τυγχάνουν καταγραφής στην έκθεση, ο Κατηγορούμενος 2 είναι ηλικίας 29 ετών, κουρδικής καταγωγής και μεγάλωσε στη Σουηδία από την ηλικία των τριών ετών. Ο πατέρας του, ο οποίος ήταν επιχειρηματίας, τους εγκατέλειψε μετά από ένα χρόνο και επέστρεψε στο Κουρδιστάν, όπου δημιούργησε νέα οικογένεια. Ο Κατηγορούμενος 2 δεν είχε σταθερές επαφές μαζί του. Η μητέρα του απασχολείτο ως φροντίστρια, αλλά τα τελευταία χρόνια δεν εργάζεται λόγω των πολλαπλών προβλημάτων υγείας που αντιμετωπίζει. Έχει τρία αδέλφια από το γάμο των γονέων του, μία ετεροθαλή αδελφή από το δεύτερο γάμο της μητέρας του και ετεροθαλή αδέλφια από τον πατέρα του.
Ο Κατηγορούμενος 2 ολοκλήρωσε τη φοίτηση του στη Σουηδία σε ηλικία 19 ετών. Όπως αναφέρει, από παιδί ασχολείτο με τις πολεμικές τέχνες και προοριζόταν για να ενταχθεί στην Αστυνομία ή στην Πυροσβεστική Υπηρεσία, κάτι το οποίο, όμως, δεν πραγματοποιήθηκε. Άρχισε να εργάζεται από την ηλικία των 17 ετών και απασχολήθηκε κατά καιρούς σε διάφορους τομείς ήτοι νυχτερινά μαγαζιά, εξυπηρέτηση πελατών και ως αποθηκάριος.
Σε ηλικία 23 περίπου ετών, σταμάτησε να εργάζεται, λόγω κάποιων προσωπικών θεμάτων που αντιμετώπιζε με την τότε σύντροφό του και ενεπλάκη σε κάποια βίαια περιστατικά. Έτσι, πριν από πέντε χρόνια, ήρθε στην Κύπρο για καλύτερες συνθήκες ζωής. Εγκαταστάθηκε στη Λεμεσό και άρχισε να απασχολείται σε τηλεφωνικά κέντρα σε Επιχειρήσεις Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών (CIF, Forex). Όπως αναφέρει, εργαζόταν σε κάθε εταιρεία για 2-3 μήνες και ακολούθως παρέμενε άνεργος για 2-3 μήνες. Τους τελευταίους 5 μήνες πριν τη φυλάκισή του ήταν άνεργος.
Από προηγούμενη σχέση που διατηρούσε με γυναίκα από το Καμερούν, έχει αποκτήσει μια κόρη, η οποία είναι σήμερα 3,5 ετών. Ο ίδιος δεν μπόρεσε να προχωρήσει σε αναγνώριση τέκνου, καθώς δεν είχε πρόσβαση στο διαβατήριο του ή άλλα έγγραφα ταυτοποίησης. Δεν έβλεπε το παιδί του, όμως, όταν εργαζόταν, την στήριζε οικονομικά. Το ζεύγος χώρισε λίγο μετά τη γέννηση του παιδιού και τη φύλαξη του την ανέλαβε η μητέρα. Τον Απρίλιο 2023 η μητέρα συνελήφθη και σήμερα εκτίει ποινή φυλάκισης 14 χρόνων. Το παιδί τελεί υπό τη φροντίδα των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας και φιλοξενείται από ανάδοχη οικογένεια.
Τον Απρίλιο 2024, τέλεσε παραδοσιακό μουσουλμανικό γάμο με 22χρονη Ευρωπαία. Ο γάμος τους δεν είναι επίσημα αναγνωρισμένος, όπως αναφέρει. Η σύζυγος του είναι μητέρα ενός τρίχρονου παιδιού από προηγούμενη της σχέση. Εργαζόταν στη Λεμεσό, όμως, μετά τη σύλληψη του ιδίου, επήλθε διάσταση και αποχώρησε από την Κύπρο.
Δεν αναφέρονται οποιαδήποτε χρόνια θέματα υγείας, ούτε ιστορικό εξαρτήσεων. Ο Κατηγορούμενος 2 παραδέχεται περιστασιακή χρήση ουσιών όταν ήταν σε ηλικία 23-24 ετών. Επιπλέον, αναφέρεται στην επιβαρυμένη ψυχοσυναισθηματική του κατάσταση το τελευταίο διάστημα λόγω της προφυλάκισής του.
Αγορεύοντας για μετριασμό της ποινής του Κατηγορούμενου 2, η κα Πιερούδη αναφέρθηκε στην παραδοχή του, η οποία δεικνύει την μεταμέλεια του και είχε ως αποτέλεσμα την εξοικονόμηση δικαστικού χρόνου. Περαιτέρω αναφορά έγινε στο λευκό ποινικό μητρώο καθώς και στον πρότερο έντιμο βίο του Κατηγορούμενου 2, ο οποίος καθόλη τη διάρκεια της παραμονής του στη Δημοκρατία δεν υπέπεσε σε οποιαδήποτε άλλη παραβατική συμπεριφορά. Σε σχέση με τις προσωπικές του συνθήκες υιοθετήθηκε το περιεχόμενο της έκθεσης του Τμήματος Κοινωνικών Υπηρεσιών.
Όσον αφορά τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων, με παραπομπή στην κατάθεση του Κατηγορούμενου 2 στην Αστυνομία, η κα Πιερούδη υποστήριξε πως ο Κατηγορούμενος 2 προέβηκε στην διάπραξη του αδικήματος της ληστείας υποκινούμενος και υπό το κράτος φόβου και απειλών που δέχθηκε για τη ζωή του από οργάνωση ατόμων αραβικής καταγωγής που βρίσκονται στην Κύπρο και από τα οποία είχε δανειστεί χρήματα τα οποία δεν ήταν σε θέση να επιστρέψει. Παρά την αρχική του αντίσταση, υπό τις συνθήκες πίεσης και φόβου που περιγράφηκαν, ενήργησε με τον τρόπο που αποτυπώνεται στα γεγονότα που έχουν εκτεθεί, μεταβαίνοντας στη συγκεκριμένη συνάντηση την οποία οργάνωσε ο ίδιος καθοδηγούμενος από τα άτομα που τον εκβίαζαν, τα οποία ακολούθως τον μετέφεραν στις κατεχόμενες περιοχές. Προκύπτει, σύμφωνα με τη συνήγορο, πως ο Κατηγορούμενος 2 ενήργησε υπό συνθήκες άσχημης ψυχολογικής κατάστασης και άγχους, στοιχείο που θα πρέπει να προσμετρήσει προς όφελος του. Ως αποτέλεσμα των πιο πάνω πράξεων, ο Κατηγορούμενος 2 απέσπασε από τον παραπονούμενο το ποσό των €100,000, μέρος του οποίου, ήτοι €60,000, δόθηκε στα εν λόγω πρόσωπα, €20,000 κατατέθηκαν σε λογαριασμό του Κατηγορούμενου 2 σε τράπεζα στις μη ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές και €19,500 δαπανήθηκαν για την αγορά του οχήματος μάρκας Bentley στο οποίο γίνεται αναφορά στα γεγονότα. Ήταν σε αυτή τη βάση που η συνήγορος Υπεράσπισης εισηγήθηκε πως ο Κατηγορούμενος 2 δεν απεκόμισε οποιοδήποτε όφελος από τις πράξεις του. Σε ό,τι, τέλος, αφορά στον τραυματισμό του παραπονούμενου, σημειώθηκε πως αυτός ήταν, ευτυχώς, επιπόλαιος.
Κλείνοντας, η κα Πιερούδη ανέφερε πως ο Κατηγορούμενος 2 έχει αντιληφθεί πλήρως τη σοβαρότητα των πράξεων του, απολογείται και ζητά την μέγιστη δυνατή επιείκεια από το Δικαστήριο ώστε να μπορέσει να συνεχίσει τη ζωή του.
Δεν υπάρχει αμφιβολία πως τα αδικήματα που έχει παραδεχθεί ο Κατηγορούμενος 2 είναι εξαιρετικά σοβαρά. Έχει κατ’ επανάληψη τονιστεί πως η σοβαρότητα ενός αδικήματος αντικατοπτρίζεται από το ανώτατο όριο της προβλεπόμενης ποινής, η οποία αποτελεί τη βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για την επιμέτρηση της επιβληθησόμενης ποινής (βλ. Λεμονάρη ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 212/2017, ημερ. 17.4.2019, ECLI:CY:AD:2019:B150, Γενικός Εισαγγελέας ν. Γενεθλίου (2016) 2 Α.Α.Δ. 207 και Βραχίμη ν. Αστυνομίας (2000) 2 Α.Α.Δ. 727). Ως έχει προσφάτως σημειωθεί από το Εφετείο στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Δημητρίου, Ποιν. Έφ. 41/2025, ημερ. 10.4.2025, η δικαιολογημένη κατά κόρον επανάληψη της νομολογιακής αυτής αρχής δεν θα πρέπει καθόλου να την αποδυναμώνει, καθιστώντας την ως μια τυπική διατύπωση, αλλά αντιθέτως θα πρέπει να την εδραιώνει ως τη βασική παράμετρο που προσμετρά το Δικαστήριο στην πορεία για επιμέτρηση της ποινής (βλ. επίσης Bora v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 79/2017, ημερ. 13.3.2018), ECLI:CY:AD:2018:B110.
Εν προκειμένω, όταν το αδίκημα της ληστείας διαπράττεται, όπως και στην παρούσα περίπτωση, με τη χρήση βίας και τη συμμετοχή τρίτου προσώπου, προβλέπεται ποινή δια βίου φυλάκισης.
Όπως έχει νομολογηθεί, η ληστεία αποτελεί αποτρόπαιο έγκλημα που προκαλεί κυρίως αισθήματα φόβου και ανασφάλειας στους πολίτες. Παράλληλα, δημιουργεί ανησυχία, αγωνία και προβληματισμό στην κυπριακή κοινωνία αφού προσλαμβάνει επικίνδυνες διαστάσεις. Είναι αδίκημα, το οποίο ενέχει στοιχεία επικινδυνότητας και βλάβης στο θύμα. Η σοβαρότητα του εν λόγω αδικήματος έγκειται στο ότι συνδυάζει κλοπή περιουσίας από νόμιμο ιδιοκτήτη και/ή κάτοχο της με πρόκληση σωματικού πόνου και τρόμου στο θύμα κατόπιν άσκησης σωματικής και ψυχολογικής βίας σ’ αυτό. Το θύμα καθίσταται έρμαιο στις διαθέσεις του εγκληματία, ο οποίος ενεργεί από θέση ισχύος. Είναι αδίκημα που ενέχει επίδειξη βίας με σκοπό τον εκφοβισμό και εξαναγκασμό του θύματος και παραβιάζει κάθε έννοια πολιτισμένης συμπεριφοράς (βλ. Dygdalowicz ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 11/2021, ημερ. 4.11.2022, Μακρή ν. Δημοκρατίας (2013) 2 Α.Α.Δ. 15 και Φαναράς κ.ά. ν. Δημοκρατίας (1999) 2 Α.Α.Δ. 50).
Στην υπόθεση Cotorceanu κ.ά. ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 84/2020 και 87/2020, ημερ. 17.2.2021, το Ανώτατο Δικαστήριο τόνισε πως οι κλοπές, διαρρήξεις και ληστείες είναι αδικήματα που βρίσκονται εδώ και χρόνια στην πρώτη γραμμή της εγκληματικότητας και για το λόγο αυτό δικαιολογείται η επιβολή πιο αυστηρών ποινών προς αποτροπή (βλ. επίσης Selmani ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 235/2013 και 236/2013, ημερ. 5.10.2016). Συνεπώς, τα Δικαστήρια έχουν ευθύνη με τις ποινές που επιβάλλουν, στο πλαίσιο πάντα των ιδιαιτεροτήτων της κάθε υπόθεσης, να συμβάλλουν στην εμπέδωση του αισθήματος ασφάλειας και την προστασία των δικαιωμάτων των συνανθρώπων μας.
Όπως, επίσης, επισημάνθηκε στην Alshalal v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 21/2021, ημερ. 14.7.2022, η πρόβλεψη για δια βίου φυλάκιση δεν πρέπει να αγνοείται. Τονίστηκε πως η εξατομίκευση έχει πάντα τη θέση της αλλά δεν μπορεί να υποβαθμίσει τη σοβαρότητα του εγκλήματος της ληστείας ούτε να εξουδετερώσει τον αποτρεπτικό χαρακτήρα της ποινής που πρέπει να υπάρχει για τέτοια σοβαρά εγκλήματα τα οποία, δυστυχώς, παρουσιάζουν έξαρση. Σημειώνεται, περαιτέρω, πως επιθέσεις εναντίον συνανθρώπων μας, οι οποίοι κυκλοφορούν και διακινούνται σε δημόσιους δρόμους ή μέρη, στρέφονται και εναντίον του δικαιώματος της ελεύθερης διακίνησης, το οποίο προστατεύεται από το Σύνταγμα και συνιστά ένα από τα θεμελιώδη δικαιώματα. Οι πολίτες πρέπει να νιώθουν ασφαλείς όταν διακινούνται και κυκλοφορούν. Η ανασφάλεια και ο φόβος επηρεάζουν την ποιότητα της ζωής τους με δυσμενείς συνέπειες στην κοινωνία γενικότερα. Συνεπώς, τέτοιες συμπεριφορές θα πρέπει κατά κανόνα να αντιμετωπίζονται με αυστηρότητα από τα Δικαστήρια ώστε να στέλλουν τα ορθά μηνύματα προς πάσα κατεύθυνση.
Το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες τιμωρείται στις περιπτώσεις όπου, όπως η περίπτωση του Κατηγορουμένου 2, γνώριζε πως η περιουσία αποτελεί έσοδο από παράνομες δραστηριότητες, με φυλάκιση 14 ετών ή με χρηματική ποινή μέχρι 500,000 ευρώ ή και με τις δύο αυτές ποινές. Στην υπόθεση Θεοφάνους ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 298/2018, ημερ. 27.6.2019, επισημάνθηκε ότι το συγκεκριμένο αδίκημα: «…όπως το ίδιο αυτοπροσδιορίζεται, συνίσταται στη χρήση/απόλαυση από τον αδικοπραγούντα των καρπών της παρανομίας του. Ό,τι έχει σημασία, για σκοπούς επιμέτρησης της ποινής, είναι το είδος και το ύψος των καρπών της παρανομίας που απόλαυσε ο αδικοπραγήσας ως αποτέλεσμα της παράνομης δραστηριότητας του. Είναι αυτή την απόλαυση που έχει στο επίκεντρο του το υπό αναφορά αυτοτελές αδίκημα ………, και αυτό για πρόληψη ή πάταξη της παρανομίας με την πρόβλεψη αυστηρών ποινών αναφορικά με την απόλαυση των καρπών της.» (βλ. επίσης Ευτύχιος Μαληκκίδης v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 40/2015, ημερ. 25.11.2016 και Δημοκρατία ν. Κουρουζίδη κ.ά., Ποιν. Έφ. 19/2020, ημερ. 20.7.2022).
Αδικήματα κατά παράβαση του Ν.188(Ι)/2007 παρουσιάζονται με ιδιαίτερη συχνότητα, γεγονός για το οποίο λαμβάνουμε δικαστική γνώση από τον μεγάλο αριθμό υποθέσεων που καταχωρούνται ενώπιον μας (βλ. Sydenham v. Αστυνομίας (2005) 2 Α.Α.Δ. 210 και Αστυνομία ν. Βακανά, Ποιν. Έφ. 173/2020, ημερ. 20.5.2021), ECLI:CY:AD:2021:B200.
Στην υπόθεση Δημητρίου (πιο πάνω) υποδείχθηκε πως η επιβολή ποινής για το γενεσιουργό αδίκημα δεν συνιστά λόγο μη επιβολής ποινής και στο αδίκημα νομιμοποίησης εσόδων (βλ. Επίσης Κουρουζίδη (πιο πάνω)) και πως είναι δυνατόν, στην κατάλληλη περίπτωση, να ενδείκνυται βαρύτερη ποινή στο αδίκημα νομιμοποίησης από ό,τι στο γενεσιουργό αδίκημα (βλ. Παπαπαύλου v. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 121/2021, ημερ. 5.10.2022), ECLI:CY:AD:2022:B379.
Εξετάζοντας τη σχετική επί του θέματος νομολογία, παρατηρούμε ότι οι ποινές που έχουν κατά καιρούς επιβληθεί σε παρόμοιες υποθέσεις ποικίλουν ανάλογα με τις ιδιαιτερότητες των γεγονότων της κάθε υπόθεσης και τις ιδιαιτερότητες των συνθηκών του κάθε παραβάτη (βλ. Χαραλάμπους v. Δημοκρατίας (2000) 2 Α.Α.Δ. 1 και Μιχαήλ v. Δημοκρατίας (2003) 2 Α.Α.Δ. 123). Η όποια αναφορά σε παρόμοιες υποθέσεις γίνεται για να υπάρχει, κατά το δυνατόν, κοινή προσέγγιση στην αντιμετώπιση των παραβατών και χωρίς να εκλαμβάνεται ότι με τις ποινές που κατά καιρούς επιβάλλονται, καθορίζεται με οποιοδήποτε τρόπο μια στατική διατίμηση της ποινής. Οι προηγούμενες αποφάσεις, αναφορικά με τις επιβληθείσες ποινές, είναι ενδεικτικές του μέτρου τιμωρίας συγκεκριμένων εγκλημάτων και των παραμέτρων καθορισμού της ποινής. Δεν έχουν όμως το δεσμευτικό χαρακτήρα που ενέχει ο καθορισμός αρχών δικαίου. (βλ. Αστυνομία ν. Βακανά (πιο πάνω) και Χαραλάμπους κ.ά ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 127/2019 και 130/2019, ημερ. 10.3.2021).
Στο πλαίσιο αυτό παραπέμπουμε στις πιο κάτω υποθέσεις:
Στην Sefik Yusuf v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 46/2014, ημερ. 18.2.2016, το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε ποινή φυλάκισης οκτώ ετών που είχε επιβληθεί πρωτόδικα στον εφεσείοντα ο οποίος είχε, κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας, κριθεί ένοχος για την διάπραξη ληστείας. Ο εφεσείων, μαζί με άλλο πρόσωπο, είχαν προσχεδιασμένα επιτεθεί σε άτομο ηλικίας 73 ετών με σκοπό να του αποσπάσουν τσάντα στην οποία υπήρχαν 3.000 ευρώ, 3.500 στερλίνες και ταξιδιωτικές επιταγές 600 στερλινών, πράγμα το οποίο και κατάφεραν. Το ηλικίας 73 ετών άτομο είχε, λόγω της επίθεσης, σπρωξίματος, κτυπήσει το κεφάλι και τα χέρια του στον τοίχο. Ο εφεσείων ήταν λευκού ποινικού μητρώου, νυμφευμένος και πατέρας τριών παιδιών.
Στην Alshalal (πιο πάνω) το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε ποινή φυλάκισης έξι ετών που είχε επιβληθεί πρωτόδικα κατόπιν παραδοχής στον εφεσείοντα για την διάπραξη του αδικήματος της ληστείας κατά παράβαση των άρθρων 282 και 283 του Ποινικού Κώδικα. Ο εφεσείων, ο οποίος ήταν λευκού ποινικού μητρώου, συνόδευε άλλο πρόσωπο το οποίο ανέσυρε μαχαίρι το οποίο και κάρφωσε στην αριστερή πλευρά του θώρακος του θύματος της ληστείας από το οποίο και απέσπασε το κινητό του τηλέφωνο. Η διάπραξη της ληστείας ήταν κοινή απόφαση του εφεσείοντα και του συνεργού του. Ο εφεσείων γνώριζε ότι ο συνεργός του είχε στην κατοχή του μαχαίρι αλλά δεν είχε περάσει απο το μυαλό του ότι θα το χρησιμοποιούσε για σκοπούς της ληστείας και εναντίον του θύματος το οποίο, μάλιστα, έχασε την ζωή του. Λήφθηκε υπόψη ότι δεν υπήρχε προσχεδιασμός και ότι η διάπραξη της ληστείας ήταν μια απόφαση της στιγμής.
Στην Dygdalowicz (πιο πάνω), η παραπονούμενη, ηλικίας 63 ετών, επρόκειτο να μεταβεί σε μοναστήρι για προσκύνημα, γεγονός το οποίο οι δράστες γνώριζαν και ως εκ τούτου σχεδίαζαν να διαρρήξουν την κατοικία της. Ο Κατηγορούμενος 3 είχε οργανώσει το σχέδιο και ενημέρωσε σχετικά τον εφεσείοντα και τον κατηγορούμενο 1 ενώ πραγματοποιήθηκαν δύο συναντήσεις κατά τις οποίες καθορίστηκε ο τρόπος δράσης τους. Τα ξημερώματα της επίδικης ημερομηνίας, ο κατηγορούμενος 1 και ο εφεσείων μετέβηκαν στην πολυκατοικία και αφού εισήλθαν στο κτίριο, περίμεναν να ανοίξει η παραπονούμενη την πόρτα του διαμερίσματος της. Όταν αυτή το έπραξε, οι δύο δράστες της επιτέθηκαν και την μετέφεραν με τη βία στην κουζίνα, την χτύπησαν επανειλημμένα στο κεφάλι και στην κοιλιά και ο κατηγορούμενος 1 την χτυπούσε με μεγάλο κατσαβίδι. Ενώ ο Κατηγορούμενος 1 ερευνούσε το σπίτι, ο εφεσείων την κρατούσε ακινητοποιημένη και της έδεσαν τα πόδια και της έκλεισαν το στόμα. Έκλεψαν το χρηματικό ποσό των €150 και κοσμήματα συνολικής αξίας €16.550 και αποχώρησαν. Το θύμα είχε υποστεί σοβαρούς τραυματισμούς και κρίθηκε αναγκαία η διασωλήνωσή της. Ο εφεσείων, ο οποίος βαρύνετο με δύο προηγούμενες καταδίκες και ζήτησε όπως ληφθεί υπόψη και άλλη μία υπόθεση εκκρεμούσα εναντίον του η οποία αφορούσε σε κατηγορίες για αδικήματα που στρέφονταν κατά της περιουσίας πολιτών, είχε συνεργαστεί με την Αστυνομία και είχε παραδεχθεί την διάπραξη των αδικημάτων μέσω θεληματικών καταθέσεων ενώ είχε άμεσα παραδεχθεί και ενώπιον του Δικαστηρίου τα όσα του καταλογίζονταν. Το πρωτόδικο Δικαστήριο επέβαλε συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 8 ετών για το αδίκημα της ληστείας και για τις πράξεις που σκοπεύουν την πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης, 3 ετών για το αδίκημα της συνομωσίας και 12 μηνών σε έκαστη των κατηγοριών και κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου και πλαστοπροσωπίας. Το Ανώτατο Δικαστήριο, αν και επικύρωσε τις ποινές που είχαν επιβληθεί, χαρακτήρισε αυτές ως επιεικείς.
Στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Τσαπατσάρη κ.α. (2000) 2 Α.Α.Δ. 304, το Ανώτατο Δικαστήριο παραμερίζοντας τις ποινές που είχαν επιβληθεί στους εφεσίβλητους, οι οποίοι ήταν ηλικίας περίπου 20 ετών, με προηγούμενες καταδίκες, επεσήμανε πως το πρωτόδικο Δικαστήριο υποβάθμισε τη σοβαρότητα του αδικήματος της ληστείας σε βαθμό που οι επιβληθείσες ποινές φυλάκισης δύο ετών στην κατηγορία της ληστείας να ήταν καταφανώς ανεπαρκείς. Έκρινε ως αρμόζουσες τις ποινές φυλάκισης των 4 ετών, τις οποίες και επέβαλε στους εφεσίβλητους.
Στην Ποράς κ.α. ν. Αστυνομίας (2005) 2 Α.Α.Δ. 452, οι εφεσείοντες, ηλικίας 20 και 19 ετών αντίστοιχα, παραδέχθηκαν ενώπιον Επαρχιακού Δικαστηρίου το αδίκημα της ένοπλης ληστείας. Πρωτόδικα τους επιβλήθηκαν ποινές φυλάκισης 4 και 3 ½ ετών. Το Ανώτατο Δικαστήριο σημείωσε ότι η πρωτόδικη απόφαση δεν εμπεριείχε οποιοδήποτε σφάλμα αρχής, αφού σ΄ αυτή ορθά τονίστηκε η σοβαρότητα και έξαρση του αδικήματος της ληστείας, με την επισήμανση πως για την ένοπλη ληστεία ο Νόμος προβλέπει ισόβια φυλάκιση. Εντούτοις, αφού έλαβε υπόψη του τον πρόχειρο σχεδιασμό του εγκλήματος, τα μέσα που χρησιμοποιήθηκαν, ήτοι ομοιώματα όπλων, την απουσία τραυματισμού, το πολύ νεαρό της ηλικίας τους και τα ιδιαίτερα προβλήματα που αυτοί αντιμετώπιζαν, έκρινε ότι αισθητά μικρότερης έκτασης ποινή θα εξυπηρετούσε όλους τους σκοπούς και μείωσε τις ποινές σε 3 και 2 ½ έτη αντίστοιχα. Να σημειωθεί ότι ο Ποράς είχε μια προηγούμενη καταδίκη ενώ ο έτερος εφεσείων ήταν λευκού ποινικού μητρώου.
Επίσης, στις υποθέσεις Χρίστου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 58/2015, ημερ. 31.1.2018, ECLI:CY:AD:2018:B49 και Asem Ali Ahmed Faraq v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 20/2014, ημερ. 26.6.2015, επιβλήθηκαν ποινές φυλάκισης 10 ετών στο αδίκημα της ληστείας μετά από ακροαματική διαδικασία.
Στην υπόθεση Παπέττας ν. Αστυνομίας (2013) 2 Α.Α.Δ. 236 ποινή φυλάκισης 3,5 ετών που επιβλήθηκε στον εφεσείοντα για το αδίκημα της ληστείας αντικαταστάθηκε με αυτήν των 2 ετών. Ο εφεσείων, ηλικίας 20 ετών, προέβηκε σε άμεση παραδοχή, κάτι το οποίο συνέβαλε τα μέγιστα στην εξιχνίαση και απονομή δικαιοσύνης, ήταν λευκού ποινικού μητρώου, εξαρτημένος στην κάνναβη, επέστρεψε όλα τα χρήματα που απέσπασε από τους παραπονουμένους και είχε καταχωρηθεί αναστολή ποινικής δίωξης σε συγκατηγορούμενο του χωρίς καταγραφή των λόγων αυτής.
Σε σχέση με το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, παραπέμπουμε στην Μαληκκίδης (πιο πάνω), όπου, μετά από παραδοχή, επιβλήθηκε στον εφεσείοντα, στην κατηγορία της νομιμοποίησης εσόδων, ποινή φυλάκισης 6 ετών. Οι επιλήψιμες πράξεις του είχαν σχέση με οικονομικές ατασθαλίες σε έργα του Συμβουλίου Αποχετεύσεως Πάφου, του οποίου ήταν γενικός διευθυντής. Αποκόμισε ίδιον προσωπικό όφελος και νομιμοποίησε παράνομα το συνολικό ποσό των €498.000. Η νομιμοποίηση των πιο πάνω εσόδων ήταν εκτεταμένης μορφής, κάλυπτε μία περίοδο δέκα ετών και αφορούσε σε οχτώ διαφορετικές περιπτώσεις. Το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε την πιο πάνω ποινή.
Στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Μαυρόπουλου, Ποιν. Εφ. 240/2024, ημερ. 29.4.2025, το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε επιβάλει στον εφεσίβλητο, κατόπιν παραδοχής, συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 2 ετών για 15 ξεχωριστές περιπτώσεις νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, με το συνολικό ποσό να ανέρχεται σε €2.500.000 περίπου. Η δράση του εφεσίβλητου εκτεινόταν σε περίοδο 1,5 έτους. Το ανώτατο όριο ποινής ήταν ποινή φυλάκισης 5 ετών, ενώ το γενεσιουργό αδίκημα παρέμεινε άγνωστο. Ο εφεσίβλητος ήταν λευκού ποινικού μητρώου, ηλικίας 47 ετών, με προβλημα υγείας στην καρδία. Λαμβάνοντας υπόψη το συνολικό χρηματικό ποσό στο οποίο αφορούσαν οι κατηγορίες και τον επαγγελματικό και συστηματικό τρόπο δράσης του εφεσίβλητου, το Εφετείο αύξησε τις επιβληθείσες ποινές σε 3 χρόνια.
Στην Davidescu κ.ά. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 197/2018 και 198/2018, ημερ. 8.7.2019, ποινή φυλάκισης 6 ετών που επιβλήθηκε πρωτόδικα στους εφεσείοντες, κατόπιν παραδοχής, για το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, για ένα ποσό της τάξης των €310.000 περίπου, επικυρώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο. Οι εφεσείοντες ήταν μέλη διεθνούς κυκλώματος, οι οποίοι δημοσίευαν στο διαδίκτυο υπηρεσίες πώλησης αγαθών ή ενοικιάσεις ακινήτων και ζητούσαν από τα υποψήφια θύματά τους, να τους εμβάσουν χρήματα για τις συναλλαγές σε τραπεζικούς λογαριασμούς που άνοιξαν σε διάφορες τράπεζες της Κύπρου, τα οποία και κατακρατούσαν, χωρίς να υλοποιείται η συναλλαγή.
Στην Θεοφάνους(πιο πάνω), το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε ποινή φυλάκισης 5 ετών, που επιβλήθηκε στον εφεσείοντα, μετά από παραδοχή, για το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, ύψους €571.145. Η παραπονούμενη υπέστη ζημιά ίση με το πιο πάνω ποσό και δεν αποζημιώθηκε.
Στην Βακανά (πιο πάνω), ο εφεσίβλητος αντιμετώπισε συνολικά 14 κατηγορίες, μεταξύ των οποίων και κατηγορία νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, αναφορικά με το συνολικό ποσό των €383.304,49 που είχε αποσπάσει. Οι ποινές φυλάκισης 2 ετών με τριετή αναστολή, που του επιβλήθηκαν από το Επαρχιακό Δικαστήριο, κρίθηκαν ως έκδηλα ανεπαρκείς και αντικαταστάθηκαν με ποινές φυλάκισης, με μεγαλύτερη αυτή των 4 ετών. Το Ανώτατο Δικαστήριο επισήμανε ότι, ενόψει της καθυστέρησης, θα επέβαλλε ποινές μειωμένες απ' ό,τι κανονικά θα άρμοζε, που θα μπορούσε να είναι, υπό τις περιστάσεις, ακόμη και το όριο της ποινικής δικαιοδοσίας του εκδικάσαντος Δικαστηρίου.
Εξετάζοντας τις περιστάσεις διάπραξης του αδικήματος της ληστείας βρίσκουμε πως είναι ιδιαίτερα επιβαρυντικές για τον Κατηγορούμενο 2. Εν πρώτοις σημειώνεται πως οι ενέργειες του ήταν προμελετημένες και προσχεδιασμένες. Το 2022 είχε γνωριστεί με τον παραπονούμενο μέσω facebook και συνομίλησε μαζί του σχετικά με ζητήματα που αφορούσαν κρυπτονομίσματα. Οι δύο τους είχαν συναντηθεί άλλες τρεις φορές πριν την επίδικη και αντάλλαξαν χρήματα με σκοπό την αγορά κρυπτονομισμάτων. Εκμεταλλευόμενος τη σχέση αυτή, στις 23.12.2024 είχε γραπτή επικοινωνία με τον παραπονούμενο, μέσω της εφαρμογής Telegram, όπου του ζήτησε να βρεθούν η ώρα 18:00 ώστε ο παραπονούμενος να του δώσει χρήματα με σκοπό την αγορά κρυπτονομισμάτων. Ο παραπονούμενος αρνήθηκε και έτσι διευθέτησαν συνάντηση στις 24.12.2024 σε τοποθεσία που θα έστελνε ο Κατηγορούμενος 2 στον παραπονούμενο, κοντά σε μπυραρία στην περιοχή Γερμασόγεια της Επαρχίας Λεμεσού. Ο παραπονούμενος αφού έλαβε την τοποθεσία από τον Κατηγορούμενο 2, μετέβηκε με το αυτοκίνητό του εντός του οποίου βρισκόταν και η μητέρα του, στην τοποθεσία που του έστειλε ο Κατηγορούμενος 2 και αφού στάθμευσε, είδε τον Κατηγορούμενο 2 μαζί με άλλο πρόσωπο να πλησιάζουν το αυτοκίνητό του πεζοί και να εισέρχονται εντός αυτού. Ο Κατηγορούμενος 2 κάθισε στη θέση του συνοδηγού η οποία ήταν άδεια, ενώ το άλλο πρόσωπο κάθισε στη θέση πίσω από τον παραπονούμενο, δίπλα από την μητέρα του παραπονούμενου. Η μητέρα του παραπονούμενου κρατούσε μια τσάντα ώμου του παραπονούμενου εντός της οποίας ήταν το χρηματικό ποσό των €100,000 σε διάφορα χαρτονομίσματα. Ακολούθως, ο Κατηγορούμενος 2 ζήτησε από τον παραπονούμενο να του δείξει τα χρήματα που είχε φέρει μαζί του για την αγορά των κρυπτονομισμάτων και ο παραπονούμενος ενώ στην αρχή αρνήθηκε ζητώντας να δει πρώτα την συναλλαγή των νομισμάτων στον λογαριασμό του, στη συνέχεια αφού ο Κατηγορούμενος 2 τον διαβεβαίωσε ότι τα κρυπτονομίσματα θα του τα μετέφερε φιλικό του πρόσωπο στον λογαριασμό του, πείστηκε και είπε στην μητέρα του να του δώσει την τσάντα την οποία κρατούσε, εντός της οποίας υπήρχε το χρηματικό ποσό των €100,000, για να τα δείξει στον Κατηγορούμενο 2. Μόλις ο παραπονούμενος πήρε την τσάντα από την μητέρα του και έδειξε τα χρήματα στον Κατηγορούμενο 2, ο Κατηγορούμενος 2 του άρπαξε την τσάντα με τα χρήματα από τα χέρια του και ξαφνικά ο παραπονούμενος ένιωσε σπρώξιμο και ο Κατηγορούμενος 2 τον χτύπησε στο κεφάλι, και αμέσως όλα θόλωσαν και άρχισε να αιμορραγεί από το κεφάλι και την μύτη του. Στη συνέχεια, ο παραπονούμενος προσπάθησε να αποτρέψει τον Κατηγορούμενο 2 από το να διαφύγει από το όχημα του μαζί με τα χρήματα τραβώντας τον από το σακάκι, όμως ο Κατηγορούμενος 2 εξακολουθούσε να τον χτυπά και κατάφερε να εξέλθει του αυτοκινήτου μαζί με την τσάντα και το χρηματικό ποσό των €100,000 και τρέχοντας τράπηκε πεζός σε φυγή.
Υπό το φως των ως άνω, καθίσταται προφανές πως η παρούσα περίπτωση δεν αφορά μια στιγμιαία παράνομη συμπεριφορά αλλά τουναντίον, η εν γένει συμπεριφορά του Κατηγορούμενου 2 αποκαλύπτει προσχεδιασμό και εκτέλεση του σχεδίου της ληστείας με τη χρήση βίας και τη συμμετοχή τρίτου προσώπου, στοιχεία που λειτουργούν επιβαρυντικά κατά την επιμέτρηση της ποινής που θα του επιβληθεί. Περαιτέρω, έντονα προβάλλει το στοιχείο της εξαπάτησης του παραπονούμενου με σκοπό όχι μόνο ο παραπονούμενος να μεταβεί σε τόπο που του υπέδειξε ο Κατηγορούμενος 2 αλλά και να έχει μαζί του το ποσό των 100,000 ευρώ σε μετρητά και έτι περαιτέρω να τον εμπιστευτεί ώστε να του δείξει τα χρήματα προτού ο Κατηγορούμενος 2 προχωρούσε δήθεν στη μεταφορά των κρυπτονομισμάτων.
Αξίζει, επίσης, να σημειωθεί πως ενώ ο Κατηγορούμενος 2 τραυμάτισε τον παραπονούμενο ο οποίος αιμορραγούσε, όταν ο τελευταίος προσπάθησε να τον σταματήσει από το να διαφύγει από το όχημα, ο Κατηγορούμενος 2 εξακολούθησε να τον χτυπά, ενώ στη συνέχεια εγκατέλειψε τη σκηνή αδιαφορώντας πλήρως για την κατάσταση του παραπονούμενου. Ήταν, δε, ευτύχημα που τα τραύματα που υπέστηκε ο παραπονούμενος δεν ήταν σοβαρά. Στο πλαίσιο αυτό λαμβάνουμε υπόψη ότι ο Κατηγορούμενος 2 δεν προσφέρθηκε να αποζημιώσει τον παραπονούμενο σε σχέση με τα τραύματα που του προκάλεσε.
Συνυπολογίζουμε, επίσης, το μεγάλο ύψος του ποσού που κλάπηκε, το οποίο δεν έχει επιστραφεί στον παραπονούμενο. Στο πλαίσιο αυτό δεν μας διαφεύγει η συγκατάθεση του Κατηγορούμενου 2 στην έκδοση των διαταγμάτων δήμευσης και πως με την ρευστοποίηση του οχήματος του Κατηγορούμενου 2 θα εισπραχθεί κάποιο, μη δυνάμενο να προσδιοριστεί, ποσό το οποίο, ακολούθως, και θα καταβληθεί στον παραπονούμενο. Πέραν τούτων, όμως, ο Κατηγορούμενος 2 από τη διάπραξη των αδικημάτων μέχρι και την έκδοση των πιο πάνω διαταγμάτων, ουδέν έπραξε προς αποζημίωση του παραπονούμενου που να καταδεικνύει την έμπρακτη μεταμέλεια του. Υπενθυμίζουμε πως, ως η κα Πιερούδη προέβαλε, μετά τη ληστεία ο Κατηγορούμενος 2 διέθεσε το μεγαλύτερο μέρος του ποσού στους δανειστές του, αγόρασε αυτοκίνητο και κατέθεσε μέρος αυτού σε τράπεζα στις μη ελεγχόμενες από την Δημοκρατία περιοχές. Μετά τη σύλληψη και την παραδοχή του, ουδέν έπραξε για να διευθετήσει αν μη τι άλλο το ποσό που ήταν κατατεθειμένο να δοθεί στον παραπονούμενο ενώ, ως αναφέρεται και πιο πάνω, το ποσό που δύναται να εισπραχθεί από τη δήμευση του οχήματος, ως ο Νόμος ορίζει, δεν μπορεί να προσδιοριστεί. Υπό αυτά τα δεδομένα, λοιπόν, δεν υπήρξε μέχρι σήμερα αποζημίωση του παραπονούμενου και ως εκ τούτου ο εν λόγω παράγοντας αποτιμάται στο πλαίσιο αυτό.
Σημειώνουμε, συναφώς, πως η θέση της συνηγόρου Υπεράσπισης περί μη αποκόμισης οφέλους από τον Κατηγορούμενο 2, δεν μας βρίσκει σύμφωνους. Ο Κατηγορούμενος 2 απέσπασε από τον παραπονούμενο υπό τις συνθήκες που περιγράφονται πιο πάνω το ποσό των €100,000 το οποίο, ως η θέση του, διέθεσε με τον τρόπο που περιέγραψε η κα Πιερούδη, ήτοι για αποπληρωμή δανείου που εξασφάλισε από εγκληματική οργάνωση (€60,000), αποταμίευση (€20,000) και αγορά οχήματος καταβάλλοντας το ποσό των €19,500. Υπό αυτά τα δεδομένα, λοιπόν, η υπό κρίση εισήγηση στερείται οποιουδήποτε ερείσματος.
Στο πλαίσιο επιμέτρησης της ποινής που θα επιβληθεί στον Κατηγορούμενο 2 δεν παραγνωρίζουμε τη θέση της Υπεράσπισης πως αυτός ενήργησε υπό κράτος φόβου και κατόπιν απειλών που δέχθηκε για τη ζωή του και της οικογένειας του. Το στοιχείο αυτό, όμως, ουδόλως αλλοιώνει τη σοβαρότητα των όσων έπραξε αφού, σε κάθε περίπτωση, όφειλε να αποταθεί στις αστυνομικές αρχές και όχι να εμπλακεί στα υπό κρίση αδικήματα (βλ. Ιωάννου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 110/2019, ημερ. 29.9.2020). Ούτε και έχουμε πεισθεί ότι επρόκειτο για υποκίνηση που θα συνιστούσε μετριαστικό παράγοντα εφόσον οι περιστάσεις της υπόθεσης δεν το δικαιολογούν. Αυτό που έντονα προκύπτει από τα γεγονότα είναι πως ο Κατηγορούμενος 2 αυτόβουλα και οικειοθελώς διέπραξε τα αδικήματα που παραδέχτηκε αναλαμβάνοντας τον εντοπισμό του παραπονούμενου, την παραπλάνηση του και εν τέλει τη διάπραξη της ληστείας.
Αναφορικά με την κατηγορία της νομιμοποίησης εσόδων λαμβάνουμε υπόψη το ύψος του ποσού στο οποίο αφορά η κατηγορία σε συνάρτηση με τα όσα τυγχάνουν καταγραφής πιο πάνω.
Έχοντας τονίσει τη σοβαρότητα των αδικημάτων που παραδέχθηκε ο Κατηγορούμενος 2, θα πρέπει να λεχθεί ότι αποτελεί καθήκον του Δικαστηρίου όπως στο έργο εξατομίκευσης της ποινής λαμβάνει υπόψη του όλα τα ελαφρυντικά στοιχεία που έχουν παρουσιαστεί από την υπεράσπιση, περιλαμβανομένων των ατομικών συνθηκών του παραβάτη καθώς και εκείνων που πηγάζουν από τα γεγονότα της υπόθεσης, έτσι ώστε η ποινή να μην συνιστά απλώς τιμωρία, αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη (βλ. Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας (1989) 2 Α.Α.Δ. 224).
Όπως, όμως, έχει επανειλημμένα τονιστεί, η διαδικασία εξατομίκευσης της ποινής δεν πρέπει να συνεπάγεται εξουδετέρωση είτε της σοβαρότητας του αδικήματος, είτε του στοιχείου της αποτροπής, σε περιπτώσεις όπου συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή (βλ. Παναγιώτου ν. Αστυνομίας (2012) 2 Α.Α.Δ. 557). Η εξατομίκευση της ποινής επιτυγχάνεται μέσα και όχι έξω από το πλαίσιο των αρχών που διέπουν τον καθορισμό της ποινής (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευαγόρου (2001) 2 Α.Α.Δ. 285).
Η παραδοχή του Κατηγορούμενου 2, σε συνδυασμό με την απολογία του, ως αυτή εκφράσθηκε μέσω της συνηγόρου του, καταδεικνύει τη συνείδηση των πράξεων του καθώς και τη μεταμέλεια του. Ως υπογραμμίστηκε στην Abed ν. Δημοκρατίας (2007) 2 Α.Α.Δ. 127, «σε εγκλήματα προσχεδιασμένα και όπου ο σκοπός είναι η παράνομη απόσπαση οικονομικού οφέλους χωρίς σεβασμό στην προσωπικότητα και ακεραιότητα των θυμάτων μόνο η παραδοχή και η απολογία αποτελούν σοβαρό παράγοντα που λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής. Οι υπόλοιποι παράγοντες είναι περιθωριακοί». Παράλληλα, με την παραδοχή του Κατηγορούμενου 2 περισώθηκε πολύτιμος δικαστικός χρόνος, στοιχείο που σύμφωνα με τα όσα υποδείχθηκαν στην Χαρτούμπαλλος ν. Δημοκρατίας (2002) 2 Α.Α.Δ. 28, θα πρέπει να λειτουργήσει προς όφελος του κατά την επιμέτρηση της ποινής (βλ. Νικολάου ν Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 45/2019, 3.7.2020 και Γενικός Εισαγγελέας ν Πέτρου, Ποιν. Έφ. 71/2022, ημερ. 1.12.2022).
Ως έχει υποδειχθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο στην Inhoo v. Αστυνομίας (2008) 2 Α.Α.Δ. 441, η παραδοχή και η μεταμέλεια αποτελούν μεν μετριαστικό παράγοντα, πλην, όμως, όταν η μαρτυρία για απόδειξη του αδικήματος είναι συντριπτική, η παραδοχή είναι μικρής σημασίας έως και ανύπαρκτη. Στην προκειμένη περίπτωση, ως προκύπτει από τα γεγονότα που έχουν τεθεί ενώπιον μας, ο παραπονούμενος γνώριζε τον Κατηγορούμενο 2 ενώ παράλληλα το γενετικό υλικό του Κατηγορούμενου 2 εντοπίστηκε στο χερούλι της πόρτας του συνοδηγού εσωτερικά του αυτοκινήτου του παραπονούμενου, επομένως υπήρχε επαρκής μαρτυρία ενοχοποιητική για τον Κατηγορούμενο 2. Αποδίδουμε, συναφώς, ανάλογη σημασία στην παραδοχή του (βλ. Κατσαπάου ν. Δημοκρατίας (2012) 2 Α.Α.Δ. 318 και Παύλου ν. Δημοκρατία, Ποιν. Έφ. 44/2016, ημερ. 4.4.2019, ECLI:CY:AD:2019:B130).
Δεν παραγνωρίζουμε, επίσης, ότι κατά τη σύλληψη του, ο Κατηγορούμενος 2 ευθύς εξαρχής προέβη σε απολογία για τα όσα διέπραξε και στο πλαίσιο της ανακριτικής του κατάθεσης παραδέχτηκε την διάπραξη της ληστείας και την απόσπαση ποσού €100,000 από τον παραπονούμενο, αναφερόμενος στις, κατά τον ίδιο, περιστάσεις τέλεσης του εν λόγω αδικήματος και πως συγκατατέθηκε στη λήψη των παρειακών του επιχρισμάτων. Την ίδια στιγμή, όμως, δεν μας διαφεύγει ότι συνελήφθη τρεις περίπου μήνες μετά την έκδοση σχετικού εντάλματος σύλληψης, αφού είχε διαφύγει στα κατεχόμενα και αφού προσπάθησε να μεταβεί στην Τουρκία μέσω θαλάσσης. Σημειώνουμε, περαιτέρω, την πρόθεση του να καταθέσει ως μάρτυρας κατηγορίας εναντίον του Κατηγορούμενου 1.
Το λευκό ποινικό μητρώο του Κατηγορούμενου 2 αποτελεί, με βάση τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και του Εφετείου, σημαντικό παράγοντα μετριασμού της ποινής εφόσον αποτελεί ένδειξη της στάσης του και του σεβασμού του κατηγορούμενου προς τους Νόμους (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Ματθαίου (1994) 2 Α.Α.Δ. 1).
Προς όφελος του Κατηγορούμενου 2 λαμβάνουμε υπόψη και τις προσωπικές και οικογενειακές του περιστάσεις, ως προκύπτουν από την έκθεση του τμήματος Κοινωνικής Ευημερίας αλλά και τα όσα τέθηκαν ενώπιον μας από την συνήγορο του. Έχουμε, βέβαια, υπόψη τη γενική αρχή της νομολογίας σε σχέση με αδικήματα που βρίσκοντια σε έξαρση και απαιτείται αυστηρή αντιμετώπιση, οι προσωπικές περιστάσεις έχουν περιορισμένη μόνο σημασία (βλ. Cotorceanu (πιο πάνω)).
Συνεκτιμώντας και σταθμίζοντας όλα όσα αναφέρονται πιο πάνω, σε συνδυασμό με τη σοβαρότητα των αδικημάτων και το στοιχείο της αποτροπής που προέχει σε υποθέσεις αυτής της φύσης, και χωρίς να παραγνωρίζουμε το καθήκον για εξατομίκευση της ποινής, κρίνουμε πως η μόνη αρμόζουσα ποινή είναι αυτή της φυλάκισης, το ύψος της οποίας θα αντανακλά όλα τα πιο πάνω. Κρίνουμε πως οποιαδήποτε άλλη ποινή δεν θα εξυπηρετούσε τις ανάγκες του Νόμου και θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα. Όλα τα ελαφρυντικά του Κατηγορούμενου 2, ως λεπτομερώς αναφέρθηκαν πιο πάνω, δεν θεωρούμε ότι είναι τέτοια ώστε να διαφοροποιούν το είδος της αρμόζουσας ποινής, πλην, όμως, διαδραματίζουν ρόλο στο ύψος της ποινής φυλάκισης που θα του επιβληθεί, όπως θα διαφανεί πιο κάτω.
Επιβάλλουμε, λοιπόν, στον Κατηγορούμενο 2 τις ακόλουθες ποινές:
- Στην 2η κατηγορία, ποινή φυλάκισης 5 ετών.
- Στην 6η κατηγορία, ποινή φυλάκισης 2,5 ετών.
Οι ποινές φυλάκισης να συντρέχουν.
Στις πιο πάνω ποινές να ληφθεί υπόψη ο χρόνος κράτησης του Κατηγορούμενου 2 από τις 13.3.2025.
Περαιτέρω εκδίδονται εκ συμφώνου τα ακόλουθα διατάγματα:
Α. Διάταγμα δήμευσης για είσπραξη του συνολικού ποσού των €100.000 ως έσοδο του Κατηγορούμενου 2 από παράνομες δραστηριότητες.
Β. Διάταγμα αναστολής είσπραξης του ποσού των €80,500, το οποίο ισοδυναμεί με τη διαφορά των εσόδων που ο Κατηγορούμενος 2 απεκόμισε από τη διάπραξη των αδικημάτων και του ποσού που έχει εντοπιστεί ως ρευστοποιήσιμη περιουσία άμεσα ή έμμεσα συνδεδεμένη με τον Κατηγορούμενο 2 αξίας €19.500 ως η αξία του αυτοκινήτου με αρ. εγγραφής ΝΝΤ 989.
Γ. Διάταγμα επιστροφής του ποσού που θα εισπραχθεί στον παραπονούμενο ήτοι στον Gia Huy Ngugen, αρ. λιθουανικής ταυτότητας 14898711, ΔΕΑ 5786994.
Τα Τεκμήρια να παραμείνουν στην κατοχή της Αστυνομίας.
(Υπ.)…………………………….………
Γ. Πετάση - Κορφιώτη, Π.Ε.Δ.
(Υπ.)…………………………….………
Χρ. Μ. Παπαλλάς, Ε.Δ.
(Υπ.)…………………………….………
Κ. Ηλία, Ε.Δ.
Πιστόν Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο