ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ
ΣΥΝΘΕΣΗ: Γ. Πετάση-Κορφιώτη, Π.Ε.Δ.
Χρ. Μ. Παπαλλάς, Ε.Δ.
Κ. Ηλία, Ε.Δ.
Υπόθεση αρ. 10742/24
Μεταξύ:-
ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
-και-
Σ.Β
Κατηγορούμενου
Ημερομηνία: 28 Μαΐου 2026
Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Α. Τιμοθέου
Για Κατηγορούμενο: κ. Α. Σαουρής
Κατηγορούμενος παρών
Α Π Ο Φ Α Σ Η
(H διαδικασία στην παρούσα υπόθεση έχει διεξαχθεί ΚΕΚΛΕΙΣΜΕΝΩΝ ΤΩΝ ΘΥΡΩΝ και σύμφωνα με τις οδηγίες του Δικαστηρίου ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η δημοσιοποίηση οποιουδήποτε στοιχείου ή πληροφορίας θα ήταν δυνατό να οδηγήσει στην εξακρίβωση της ταυτότητας των εμπλεκόμενων προσώπων.)
Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τέσσερεις κατηγορίες για σεξουαλική κακοποίηση παιδιού κατά παράβαση των άρθρων 2, 6(4)(α) και 14 του περί της Πρόληψης και Καταπολέμησης της Σεξουαλικής Κακοποίησης, της Σεξουαλικής Εκμετάλλευσης Παιδιών και της Παιδικής Πορνογραφίας Νόμου (Ν. 91(Ι)/2014) και του άρθρου 5(α) του περί της Πρόληψης και της Καταπολέμησης της Βίας των Γυναικών και της Ενδοοικογενειακής Βίας και περί Συναφών Θεμάτων Νόμου (Ν. 115(Ι)/2021).
Συγκεκριμένα, του αποδίδεται ότι στις 2/7/2024, στο Σούνι της επαρχίας Λεμεσού, συμμετείχε σε σεξουαλική πράξη με παιδί, δηλαδή την ανήλικη Σ.Π., γεννηθείσα στις 2/12/2006 (εφεξής «η Παραπονούμενη»), καταχρώμενος τη θέση εμπιστοσύνης, εξουσίας ή επιρροής που είχε πάνω της, δηλαδή τη φίλησε στο μάγουλο και το στόμα (κατηγορία υπ’ αρ. 1), τη φίλησε στο στόμα (κατηγορία υπ’ αρ. 2), έβαλε το χέρι της πάνω στο γεννητικό του όργανο (κατηγορία υπ’ αρ. 3) και διείσδυσε το πέος του μέσα στο στόμα της (κατηγορία υπ’ αρ. 4).
Για σκοπούς απόδειξης της υπόθεσής της, η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε 9 μάρτυρες κατηγορίας.
Αφού κλήθηκε σε απολογία, ο Κατηγορούμενος κατέθεσε ενόρκως και κάλεσε τρείς μάρτυρες υπεράσπισης.
Προσκομισθείσα μαρτυρία
Παραθέτουμε, κατωτέρω, σύνοψη της ενώπιον μας τεθείσας μαρτυρίας, χωρίς να κρίνουμε αναγκαία την λεπτομερή αναπαραγωγή της.
Ο Μ.Κ.1 είναι αρχιαστυφύλακας και εργάζεται στον κλάδο διερεύνησης αδικημάτων σεξουαλικής κακοποίησης ανηλίκων. Στην κατάθεση του, Έγγραφο Α’, την οποία υιοθέτησε, αναφέρει ότι είναι εκπαιδευμένος στο χειρισμό μηχανημάτων λήψης οπτικογραφημένων καταθέσεων από ευάλωτους μάρτυρες. Στις 15/7/2024, στο Σπίτι του Παιδιού έλαβε γραπτή συγκατάθεση από την μητέρα της Παραπονούμενης/Μ.Κ.5 για λήψη οπτικογραφημένης κατάθεσης από την Παραπονούμενη, την οποία συνυπέγραψε λειτουργός από το Σπίτι του Παιδιού (Τεκμήριο 1). Περαιτέρω, την ίδια μέρα, χειρίστηκε την συσκευή οπτικογράφησης για τη λήψη οπτικογραφημένης κατάθεσης από την Παραπονούμενη και υπέγραψε τους τρεις ψηφιακούς δίσκους (Τεκμήριο 2). Στις 17/7/2024 προέβη σε απομαγνητοφώνηση της κατάθεσης της Παραπονούμενης, το κείμενο της οποίας αποδίδει την κατάθεση της χωρίς να έχει αφαιρεθεί ή προστεθεί οτιδήποτε σε ό,τι λέχθηκε και χωρίς οποιαδήποτε αλλοίωση (Τεκμήριο 3). Κατά την προφορική εξέταση του αναφέρθηκε στη διαδικασία λήψης οπτικογραφημένης κατάθεσης λέγοντας ότι ετοιμάστηκαν τρεις ψηφιακοί δίσκοι για λόγους ασφαλείας.
Κατά την αντεξέταση του, πέραν των ανωτέρω αναφερόμενων ενεργειών του, ανέφερε ότι μεταξύ άλλων ήταν παρών στις 23/7/2024 κατά την σύλληψη του Κατηγορούμενου από μέλος της Αστυνομίας συμφωνώντας ότι ο Κατηγορούμενος ανέφερε «μα εγώ με την Σοφία; Εν έκαμα τίποτε μαζί της», ως η σχετική οπισθογράφηση στο ένταλμα σύλληψης. Ανέφερε, περαιτέρω, ότι εξ όσων ενθυμούνταν αμυδρά, ο Κατηγορούμενος έδειχνε έκπληκτος. Ήταν, επίσης, παρών όταν ζητήθηκε από τον Κατηγορούμενο να δώσει γραπτή συγκατάθεση για έρευνα της οικίας του με σκοπό να παραληφθεί ο ηλεκτρονικός υπολογιστής του μετά την απόρριψη σχετικού αιτήματος για έκδοση εντάλματος έρευνας. Συμφώνησε πως ο Κατηγορούμενος δεν έδωσε την συγκατάθεση του γιατί, ως ανέφερε, καταγράφονταν προσωπικά δεδομένα των πελατών του, ως καταγράφεται σε σχετικό ημερολόγιο ενεργείας. Ανέφερε, περαιτέρω, πως κατά τη διάρκεια της ανακριτικής κατάθεσης του Κατηγορουμένου του ζητήθηκε να παραδώσει το κινητό του τηλέφωνο με σκοπό να εξαχθούν οι συνομιλίες που είχε με την Παραπονούμενη, πλην, όμως, αρνήθηκε προβάλλοντας πως στο κινητό του τηλέφωνο είχε πολλά προσωπικά δεδομένα τόσο δικά του όσο και άλλων προσώπων. Ερωτήθηκε, περαιτέρω, κατά πόσο η αναφερόμενη από την Παραπονούμενη Μ.Υ.3 αναζητήθηκε και ο Μ.Κ.1 αναφέρθηκε στο σχετικό ημερολόγιο ενεργείας, Τεκμήριο 4. Τέλος, ανέφερε ότι κατά τη λήψη κατάθεσης από την Μ.Κ.5 δεν της ζητήθηκε να υποδείξει τα τηλεφωνήματα και μηνύματα στα οποία έκανε αναφορά, ημερ. 1/7/2024 και 2/7/2024.
Η Μ.Κ.2 εργάζεται στο Hope for Children και συγκεκριμένα στο Σπίτι του Παιδιού και στην κατάθεση της, Έγγραφο Β’, την οποία υιοθέτησε, αναφέρει ότι είναι κοινωνική λειτουργός και ορίστηκε λειτουργός περίπτωσης σε σχέση με την Παραπονούμενη. Στις 15/7/2024 συνυπέγραψε τη γραπτή συγκατάθεση για τη λήψη οπτικογραφημένης κατάθεσης από την Παραπονούμενη, Τεκμήριο 1, και κατά τη διάρκεια της λήψης της βρισκόταν σε διαφορετικό δωμάτιο από αυτό όπου λαμβανόταν η κατάθεση και παρακολουθούσε τη διαδικασία. Μετά το τέλος της κατάθεσης, υπέγραψε τους τρεις ψηφιακούς δίσκους με την οπτικογραφημένη κατάθεση.
Κατά την αντεξέταση της, ερωτηθείσα κατά πόσο η Μ.Κ.5 αναφέρθηκε σε οποιεσδήποτε συναισθηματικές δυσκολίες της Παραπονούμενης κατά την υπογραφή του Τεκμηρίου 1, ως η σχετική αναφορά σε αυτό, η μάρτυρας υπέδειξε πως δεν ήταν παρούσα κατά την συνάντηση των εξεταστών με την Μ.Κ.5.
Η Μ.Κ.3 είναι η σύζυγος του αδελφού της Παραπονούμενης. Στην κατάθεση της, Έγγραφο Γ’, την οποία υιοθέτησε, ανέφερε ότι τα τελευταία δύο χρόνια περίπου η Παραπονούμενη είχε αρχίσει να παρακολουθείται από τον Κατηγορούμενο, ψυχολόγο, λόγω κάποιων προβλημάτων που υπήρχαν στο σπίτι και χαμηλής αυτοπεποίθησης. Τον Κατηγορούμενο της τον συνέστησε η φίλη της μητέρας της / Μ.Υ.3. Οι συναντήσεις γίνονταν στο σπίτι του, αφού εκεί ήταν το γραφείο του. Στην αρχή ήταν πιο συχνές και στη συνέχεια αραίωσαν. Ανέφερε, δε, πως έτυχε και η ίδια να πάρει εκεί την Παραπονούμενη μια φορά, στις 13/5/2024, κατά την οποία έμεινε στο αυτοκίνητο γιατί είχε μαζί της το μωρό της. Στις 5/7/2024, η αδελφή της Παραπονούμενης, Μ.Κ.4, της είπε ότι η Παραπονούμενη της ανέφερε ότι στις 2/7/2024, όταν πήγε στο σπίτι του Κατηγορούμενου για να του ζωγραφίσει ένα τοίχο, μετά από προτροπή του, του έκανε στοματικό. Στις 8/7/2024 μίλησε με την Παραπονούμενη και η τελευταία της ανέφερε ότι στις 2/7/2024 ο Κατηγορούμενος την παρέλαβε από το σπίτι της και πήγαν μαζί για να αγοράσουν υλικά για να του ζωγραφίσει ένα τοίχο στο σπίτι του που ήθελε ο ίδιος. Στη διαδρομή προς το σπίτι του, η Παραπονούμενη της είπε ότι ο Κατηγορούμενος της ανέφερε ότι θα ήθελε να ντύνεται πιο σέξι και να μην κοιτάζει κάτω όταν περπατά. Όταν πήγαν στο σπίτι του, της είπε να τον περιμένει στο σαλόνι και αυτός, πηγαίνοντας προς το γραφείο του, της έδωσε ένα φιλί. Η Παραπονούμενη της είπε ότι εκείνη την ώρα μάγκωσε και στη συνέχεια ήρθε να την πάρει στο γραφείο του. Όταν πήγαν στο γραφείο του, ο Κατηγορούμενος είχε ανοικτό τον ηλεκτρονικό υπολογιστή του και ήταν ανοικτή μια σελίδα με πορνογραφικό περιεχομένο. Άρχισε να της δείχνει διάφορα βίντεο πορνογραφικού περιεχομένου και την ρωτούσε αν της αρέσει. Του είπε ότι δεν της αρέσουν έτσι πράγματα και την ρώτησε κατά πόσο δεν της αρέσουν ή αν ντρέπεται. Η Παραπονούμενη του είπε ότι δεν της αρέσουν. Στη συνέχεια, της έβαλε το χέρι της στο γεννητικό του όργανο και η Παραπονούμενη ξεκίνησε να του κάνει στοματικό έρωτα. Όταν τελείωσαν, η Παραπονούμενη πρόσεξε ότι είχε αναπάντητες κλήσεις από την μητέρα της και την Μ.Υ.3, οι οποίες την έψαχναν, και επειδή η Παραπονούμενη δεν απαντούσε, η Μ.Υ.3 κάλεσε τον Κατηγορούμενο και ακολούθως ξεκίνησαν και την πήρε στο σπίτι της. Η Παραπονούμενη της είπε, επίσης, ότι πριν φύγουν από το σπίτι του, ο Κατηγορούμενος της είπε ότι επειδή δεν πρόλαβαν, την άλλη φορά θα έκαναν και άλλα πράγματα. Η Μ.Κ.3 ανέφερε, επίσης, ότι μιλώντας με την Παραπονούμενη την περασμένη Δευτέρα, της είπε ότι ένοιωθε τύψεις που δεν το σταμάτησε και το άφησε να προχωρήσει αφού δεν ήθελε να κάνει αυτά που έγιναν. Η Μ.Κ.3 προσπάθησε να την καθησυχάσει για να μην νοιώθει τύψεις λέγοντας ότι η ίδια δεν φταίει σε τίποτε. Επίσης, ως ανέφερε, την έπεισε ώστε να προβεί σε καταγγελία στην Αστυνομία. Τέλος, ανέφερε ότι ψάχνοντας στο διαδίκτυο, διαπίστωσαν ότι ο Κατηγορούμενος δεν είναι εγγεγραμμένος αφού απέκτησε μόνο πτυχίο τετραετούς φοίτησης και δεν έκανε πρακτική.
Κατά την προφορική εξέταση της, η Μ.Κ.3 ανέφερε ότι η Παραπονούμενη ήταν γενικά πάντα πιο κλειστό άτομο, με χαμηλή αυτοπεποίθηση. Οι συναντήσεις της με τον Κατηγορούμενο στην αρχή γίνονταν κάθε βδομάδα, στην πορεία δύο φορές τον μήνα, μετά μια και μετά αραίωσαν. Διαρκούσαν περίπου μια ώρα. Συνήθως, την έπαιρνε η μητέρα της, η οποία περίμενε έξω από την αίθουσα, στο χώρο αναμονής. Ανέφερε, επίσης, ότι η Παραπονούμενη της είχε πει, πριν τα επίδικα περιστατικά, ότι την προέτρεπε ο Κατηγορούμενος να μην κατεβαίνει η μητέρα της επειδή μπορούσε να ακούσει κάτι που είναι προσωπικά δεδομένα, γεγονός που ξέχασε να αναφέρει στην κατάθεση της. Περαιτέρω, η Μ.Κ.3 ανέφερε ότι η Παραπονούμενη ντυνόταν γενικά με φαρδιά ρούχα και δεν ήταν προκλητική.
Σε σχέση με την συζήτηση της με την Μ.Κ.4, ανέφερε ότι στις 4/7/2024 ήταν στο σπίτι της, η ίδια, η Μ.Κ.4 και η Παραπονούμενη και παρακολουθούσαν ένα τηλεοπτικό πρόγραμμα με «τυφλά ραντεβού». Ενόσω το παρακολουθούσαν, η Παραπονούμενη ξεκίνησε συζήτηση λέγοντας ότι κάτι έγινε με κάποιον πιο μεγάλο αλλά δεν θα τους έλεγε κάτι παραπάνω. Αμέσως, η Μ.Κ.3 και η Μ.Κ.4 κοιτάχτηκαν μεταξύ τους λέγοντας με τα μάτια «ΟΚ». Δεν πίεσαν την Παραπονούμενη να τους μιλήσει περαιτέρω γιατί ήταν πάντα κλειστό άτομο και αν την πίεζαν μπορούσε να κλειστεί περισσότερο και να μην τους έλεγε τίποτε για το περιστατικό που ανέφερε. Την επόμενη μέρα, Παρασκευή, η Παραπονούμενη μίλησε με την Μ.Κ.4 και της είπε το συμβάν. Η Μ.Κ.3 μίλησε με τη Μ.Κ. 4 και η Παραπονούμενη ανέφερε στην Μ.Κ.3 τα γεγονότα τη Δευτέρα. Κατά την εξιστόρηση, η Παραπονούμενη ήταν παγωμένη, όπως που να εξιστορούσε μια ιστορία που δεν κατάλαβε τί είχε γίνει. Η Μ.Κ.3 προσπάθησε να την καθησυχάσει λέγοντας της ότι κάποιος άλλος την χειρίστηκε και ότι το πιο σωστό θα ήταν να καταγγείλει το περιστατικό στην Αστυνομία, ενόψει του ότι δεν ήταν πολύ θερμή προς τούτο.
Κατά την αντεξέταση της, η Μ.Κ.3 ανέφερε ότι οι γονείς της Παραπονούμενης είχαν θέματα μεταξύ τους και τσακώνονταν, χωρίς η Παραπονούμενη να έχει πάντα άποψη ως προς το ποιος ευθύνεται. Δέχθηκε ότι από τον καιρό που άρχισε να βλέπει ψυχολόγο υπήρχε κάποια βελτίωση στο θέμα της αυτοπεποίθησης και ήταν πιο ανοικτή στο να μιλήσει μαζί τους. Ως προς την αραίωση των συναντήσεων της Παραπονούμενης με τον Κατηγορούμενο, η Μ.Κ.3 ανέφερε ότι ένας από τους λόγους ήταν το οικονομικό και ότι η Παραπονούμενη δεν της είχε αναφέρει ότι η ίδια ζήτησε να είναι πιο αραιές. Περαιτέρω, η Μ.Κ.3 αντεξετάστηκε σε σχέση με το τηλεοπτικό πρόγραμμα «First Dates» που παρακολουθούσαν και ανέφερε ότι έβλεπαν στο Youtube παλιά επεισόδια. Τη συγκεκριμένη στιγμή, ως ανέφερε, ήταν ένα ζευγάρι με διαφορά ηλικίας και σχολίαζαν το συγκεκριμένο θέμα, το οποίο αποτέλεσε την αφορμή για την αναφορά της Παραπονούμενης. Ως ανέφερε, η Παραπονούμενη δεν μιλούσε για τα προσωπικά της με άντρες λέγοντας ότι αυτή ήταν και η πρώτη φορά που μίλησε σχετικά. Μετά την αναφορά της Παραπονούμενης, η Μ.Κ.3 και η Μ.Κ.4 την ρώτησαν να τους πει τί έγινε αλλά η Παραπονούμενη τους ανέφερε ότι δεν ήθελε να πει κάτι άλλο και έτσι δεν την πίεσαν αφού έστω και αυτή η αναφορά της ήταν κάτι πρωτόγνωρο. Η Μ.Κ.3 ανέφερε, περαιτέρω, ότι πριν τα επίδικα περιστατικά η Παραπονούμενη της ανέφερε για την προτροπή του Κατηγορούμενου να μην κατεβαίνει η μητέρα της κατά τις συναντήσεις τους, λέγοντας ότι ήταν στο αρχικό στάδιο χωρίς, όμως, να θυμάται πότε ακριβώς. Μετά την αναφορά της Παραπονούμενης, την Πέμπτη, η Μ.Κ.3 μίλησε με την Μ.Κ.4 και μοιράστηκαν την ανησυχία τους ως προς το τί έγινε και την Παρασκευή, όταν η Μ.Κ.4 μίλησε με την Παραπονούμενη, έμαθαν το πρόσωπο στο οποίο αναφερόταν. Μετά την συζήτηση με την Παραπονούμενη, η Μ.Κ.3 εντόπισε το μητρώο εγγεγραμμένων ψυχολόγων Κύπρου και διαπίστωσε ότι ο Κατηγορούμενος δεν ήταν εγγεγραμμένος ενώ, εξ όσων η ίδια πληροφορήθηκε από άλλους ψυχολόγους πριν το περιστατικό, για να είναι κάποιος εγγεγραμμένος, πέραν του πτυχίου, απαιτείται πρακτική εξάσκηση, διευκρινίζοντας ότι δεν γνώριζε συγκεκριμένα για τον Κατηγορούμενο. Σε ό,τι αφορά τις τύψεις που, ως ανέφερε, ένοιωθε η Παραπονούμενη, η Μ.Κ.3 ανέφερε πως η Παραπονούμενη δεν ήθελε να το κάνει και ένοιωθε τύψεις που δεν το σταμάτησε και το άφησε να προχωρήσει. Σε σχέση με την καταγγελία στην Αστυνομία, η Μ.Κ.3 ανέφερε ότι στην αρχή η Παραπονούμενη δεν ήταν σίγουρη («δεν ξέρω, να πάω, να μεν πάω») και κατόπιν της συζήτησης με την ίδια και την Μ.Κ.4 τη Δευτέρα πείστηκε τελικά να καταγγείλει το περιστατικό. Ανέφερε, περαιτέρω, ότι όταν μίλησε με την Παραπονούμενη τη Δευτέρα, γνώριζε ήδη από την Παρασκευή τί είχε αναφέρει στη Μ.Κ.4. Τέλος, η Μ.Κ.3 διαφώνησε με την υποβολή ότι έπεσε θύμα παραπλάνησης από την Παραπονούμενη και την Μ.Κ.4 σε σχέση με το περιστατικό, το οποίο δεν συνέβη ποτέ.
Η Μ.Κ.4 είναι η αδελφή της Παραπονούμενης, με την οποία διαμένει από τις 3/7/2024. Στην κατάθεση της, Έγγραφο Δ’, την οποία υιοθέτησε, αναφέρθηκε στον κλειστό χαρακτήρα της Παραπονούμενης και την απόφαση να επισκέπτεται τον Κατηγορούμενο κατά τον τελευταίο ενάμιση χρόνο περίπου κατόπιν σύστασης από την οικογενειακή τους φίλη / Μ.Υ.3. Στις 1/7/2024 πήρε η ίδια, μαζί με την μητέρα τους, την Παραπονούμενη στο σπίτι του Κατηγορούμενου, όπου είναι και το γραφείο του. Όταν έφθασαν, η Παραπονούμενη τους είπε να περιμένουν στο αυτοκίνητο αφού, όπως τους εξήγησε, μίλησαν με τον Κατηγορούμενο και αποφάσισαν μαζί ότι θα ήταν καλύτερα να μην πηγαίνει στο μέρος η μητέρα τους μαζί της επειδή πιθανόν να ακούει κρυφά τί λένε και να μην γίνεται σωστή θεραπεία. Για τον λόγο αυτό, ο Κατηγορούμενος πήρε την Μ.Υ.3 τηλέφωνο και της είπε να παίρνει η ίδια την Παραπονούμενη στις συναντήσεις τους και όχι η μητέρα τους. Την επόμενη μέρα, 2/7/2024, το απόγευμα, την πήρε τηλέφωνο η μητέρα της και της είπε ότι ο Κατηγορούμενος έπιασε την Παραπονούμενη και την πήρε στο σπίτι του για να ζωγραφίσει ένα τοίχο. Εξ όσων γνωρίζει, η Παραπονούμενη, η οποία ξέρει να ζωγραφίζει, κάνει πίνακες και πώλησε τρεις στον Κατηγορούμενο. Στις 3/7/2024, παρέλαβε την Παραπονούμενη από το πατρικό τους και την πήρε στο σπίτι της. Η Παραπονούμενη ήταν μελαγχολική και για μια εβδομάδα περίπου δεν έτρωγε σωστά. Στις 4/7/2024 η Μ.Κ.4 πήγε μαζί με την Παραπονούμενη στο σπίτι της Μ.Κ.3 για να δουν το μωρό της. Εκεί, παρακολουθούσαν στην τηλεόραση την εκπομπή First Dates, ως ανέφερε κατά την κυρίως εξέταση της. Το ζευγάρι στην εκπομπή είχε διαφορά ηλικίας και το σχολίαζαν με την Μ.Κ.3. Η Παραπονούμενη τις ρώτησε ποιο είναι το πρόβλημα και τους είπε ότι της ίδιας μπορεί να της αρέσουν οι πιο μεγάλοι. Την ρώτησαν αν θέλει να τους πει κάτι και τους είπε ότι δεν μπορεί να τους πει γιατί αν τους έλεγε μπορούσε να την δείρουν και να την βρίσουν. Στη συνέχεια τους είπε ότι μπορεί να είναι κάποιος που είναι 45 χρονών αλλά δεν μπορούσε να τους πει κάτι άλλο. Την επόμενη μέρα το πρωί, η Μ.Κ.4 ρώτησε την Παραπονούμενη αν ο 45χρονος άνδρας που ανέφερε ήταν ο Κατηγορούμενος και αυτή της απάντησε θετικά. Μετά την ρώτησε αν έγινε κάτι χωρίς την θέληση της και της απάντησε αρνητικά. Την επόμενη μέρα, 6/7/2024, μίλησε ξανά με την Παραπονούμενη για το θέμα αυτό και της ανέφερε ότι έκανε στοματικό έρωτα στον Κατηγορούμενο την μέρα που την πήρε να ζωγραφίσει τον τοίχο του. Όπως της εξήγησε η Παραπονούμενη, ό,τι έγινε με τον Κατηγορούμενο έγινε με την θέληση της. Της ανέφερε, επίσης, ότι τον θαύμαζε και ζήλευε που η κόρη του έχει τέτοιο πατέρα. Στην συνέχεια, της είπε ότι μετάνιωσε που έγινε ό,τι έγινε με τον Κατηγορούμενο και κατάλαβε ότι δεν ήταν σωστό. Την επόμενη μέρα, 7/7/2024, η Μ.Κ.4 πήγε στην Αστυνομία και έκανε καταγγελία για το πιο πάνω θέμα χωρίς να γνωρίζει οτιδήποτε η Παραπονούμενη και η υπόλοιπη οικογένεια της. Στις 8/7/2024 ανέφερε στην Παραπονούμενη ότι πήγε στην Αστυνομία και τότε αποφάσισε και η ίδια να κάνει καταγγελία. Μετά που έδωσε κατάθεση η Παραπονούμενη στην Αστυνομία, μίλησε ξανά μαζί της και της είπε ότι την ημέρα που την έπαιρνε στο σπίτι του για να ζωγραφίσει τον τοίχο, ο Κατηγορούμενος την ρώτησε αν είναι έτοιμη να κάνει σεξ και η Παραπονούμενη του είπε ναι. Επίσης, της είπε ότι όταν ήταν στο σπίτι του τη συγκεκριμένη μέρα, της έβαλε πορνογραφικό περιεχόμενο στον ηλεκτρονικό υπολογιστή του και της είπε να διαλέξει ποια στάση της αρέσει και του είπε καμιά. Της ανέφερε, επίσης, ότι την συγκεκριμένη μέρα την χάιδευε και της είπε πως αυτό που θέλει να κάνει, να το κάνει και να μην φοβάται τίποτε, ότι οι γυναίκες είναι μόνο για σεξ, «πίπα» και φιλιά, πως θα την κάνει να την θέλουν όλοι οι άντρες και ότι θα ολοκληρώσουν την σεξουαλική επαφή όταν γίνει 18 ετών.
Κατά την προφορική εξέταση της, η Μ.Κ.4 ανέφερε ότι έδωσε και μια δεύτερη κατάθεση, πριν την καταγγελία της Παραπονούμενης. Αναφέρθηκε, περαιτέρω, στον κλειστό χαρακτήρα της Παραπονούμενης και στο ότι συνήθως ήταν η μητέρα της που έπαιρνε την Παραπονούμενη στον Κατηγορούμενο και μερικές φορές η Μ.Υ.3. Ανέφερε πως γνώριζε από την Μ.Υ.3 ότι ο Κατηγορούμενος πήρε τηλέφωνο την ίδια σε σχέση με τη μεταφορά της Παραπονούμενης. Ανέφερε, επίσης, ότι η Παραπονούμενη δεν ξαναπήγε σε κάποιο σπίτι για να ζωγραφίσει και ότι ο Κατηγορούμενος την στήριζε αγοράζοντας πίνακες της. Ο λόγος που πήρε την Παραπονούμενη από το πατρικό τους στο σπίτι της ήταν επειδή ήθελε να μιλήσει μαζί της για το γεγονός ψάχνοντας την κατάλληλη ευκαιρία χωρίς να την πιέσει. Εξήγησε, επίσης, την ιδέα της εκπομπής που παρακολουθούσαν, ότι δηλαδή γνωρίζονταν άγνωστοι μεταξύ τους άνθρωποι, διαφόρων ηλικιών, και είχαν ραντεβού σε εστιατόριο διερευνώντας αν ήθελαν να συνεχίσουν το ραντεβού τους. Σχολίασαν σχετικά με την Μ.Κ.3 ως προς το πώς γίνεται μια κοπέλα 30 χρονών να βγαίνει με έναν πιο μεγάλο της, ηλικίας 55 ετών περίπου. Η Παραπονούμενη εκείνη τη στιγμή διερωτήθηκε ποιό είναι το πρόβλημα λέγοντας ότι η ηλικία είναι απλά ένας αριθμός και ότι δεν επηρεάζει τα αισθήματα. Εκείνην τη στιγμή, ως η Μ.Κ.4 ανέφερε, αυτόματα συναντήθηκαν τα βλέμματα τους με την Μ.Κ.3 συμφωνώντας έτσι να σταματήσουν τη συζήτηση γιατί η Παραπονούμενη δεν θα τους έλεγε οτιδήποτε άλλο. Ανέφερε ότι η σχέση της με την Παραπονούμενη ήταν οριακά σχέση μητέρας‑κόρης, ενόψει της διαφοράς ηλικίας 16 ετών που έχουν μεταξύ τους, και σε αυτό το πλαίσιο θεώρησε ότι στο μυαλό της Παραπονούμενης τα όσα ανέφερε συνιστούσαν ένα τόσο σημαντικό γεγονός που αν τους το εκμυστηρευόταν θα είχε τον ανάλογο αντίκτυπο πάνω της. Στη συνέχεια η Μ.Κ.4 ανέφερε πως κατά την εξιστόρηση των γεγονότων από την Παραπονούμενη στο σπίτι της, η τελευταία ήταν παγωμένη και μουδιασμένη εκφράζοντας παράπονο και προδοσία ταυτόχρονα ενώ σε κάποια στιγμή της είπε πως «είπα ότι θέλω να ζήσω κάτι που εν να με κάνει να νιώσω δυνατή και στο τέλος έκαμεν μου το τούτο τζιαί τούτο». Η θλίψη και το μούδιασμα αυτό κράτησε για αρκετό καιρό μέχρι που η Παραπονούμενη ξεκίνησε κάποιες συνεδρίες με την ψυχολόγο στο Σπίτι του Παιδιού. Σε σχέση με την αναφορά της πως ό,τι έγινε με τον Κατηγορούμενο έγινε με τη θέληση της Παραπονούμενης, η Μ.Κ.4 ανέφερε συγκεκριμένα πως η ίδια ρώτησε την Παραπονούμενη εάν έκανε κάτι που δεν ήθελε ή εάν ο Κατηγορούμενος την πίεσε για κάτι και η Παραπονούμενη αυτόματα της είπε «ό,τι έγινε, έγινε γιατί εν με πίεσε, έκαμα το γιατί ήθελα το». Η Μ.Κ.4 δεν συνέχισε περαιτέρω τη συζήτηση γιατί, ως ανέφερε, δεν ήθελε να φέρει την Παραπονούμενη σε δύσκολη θέση εφόσον και η θέση της ίδιας ήταν δύσκολη. Διευκρίνισε πως η Παραπονούμενη εξέφρασε παράπονο και προδοσία μετά την ερώτησή της κατά πόσο έπραξε τα όσα ανέφερε με τη θέλησή της. Πιο συγκεκριμένα, η Παραπονούμενη της είπε «εγώ είπα του ότι ήθελα να ζήσω κάτι που να με κάμει να είμαι δυνατή τζιαί έκαμεν μου τούτο το πράγμα». Ως προς τον πατέρα της, ανέφερε ότι με την Παραπονούμενη έχουν 45 χρόνια διαφορά και ότι είναι ένας κλασικός και παραδοσιακός τύπος που δεν ήταν κοντά τους, σε σύγκριση με τη νεότερη γενιά, η οποία είναι πιο κοντά στα παιδιά της, κάτι που έλειπε από την Παραπονούμενη. Σε ό,τι αφορά την καταγγελία της στις 7/7/2024, η Μ.Κ.4 ανέφερε ότι από αυτή έγινε στα Κεντρικά της Λεμεσού όπου την ρώτησαν τον λόγο για τον οποίο ήθελε να υποβάλει καταγγελία και, ως ανέφερε, της είπαν ότι δεν μπορούσε να δώσει η ίδια κατάθεση και ότι θα έπρεπε να είναι παρόν το θύμα ή ο κηδεμόνας του. Όταν τους ανέφερε πως η αδελφή της ενδεχομένως να μην ήθελε να δώσει κατάθεση, όντας η ίδια σε απελπιστική ψυχολογική κατάσταση, τους πίεσε σχετικά και της ανέφεραν ότι θα έπρεπε να μιλήσει με μια κοπέλα. Έπειτα, έδωσε κατάθεση και της είπαν ότι θα την ενημέρωναν τις επόμενες μέρες για να δώσει κατάθεση η αδελφή ή η μητέρα της. Όσον αφορά την κατάσταση της Παραπονούμενης μετά που έδωσε κατάθεση στην Αστυνομία, η Μ.Κ.4 ανέφερε πως συνέχισε στο ίδιο μοτίβο μουδιάσματος ωσάν και δεν το ζούσε, είχε ένα ψυχρό βλέμμα και κατά την εξιστόρηση τρέμουλο στη φωνή, το οποίο υποδείκνυε συγκράτηση για να μην κλάψει. Κατά την επιστροφή τους από την Αστυνομία, στο αυτοκίνητο, η Μ.Κ.4 ρώτησε την Παραπονούμενη εάν υπήρχε κάτι άλλο που δεν της είπε και η Παραπονούμενη της ανέφερε πως ο Κατηγορούμενος της είπε ότι «εν να με κάμει μια γυναίκα δυνατή τζιαί να γίνω η δυνατή τζιαί να μεν γίνω γυναικούα όπως εν η μητέρα μας τζιαί η … [Μ.Υ.3]». Σε σχέση με τα όσα ανέφερε η Παραπονούμενη όταν βρισκόταν μπροστά από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή του Κατηγορούμενου, η Μ.Κ.4 προτίμησε να μην πει κάτι αφήνοντας την Παραπονούμενη να εκφραστεί μόνη της, χωρίς να την πιέσει και να τη φέρει σε δύσκολη θέση.
Κατά την αντεξέταση της σε σχέση με την αναφερόμενη πρώτη κατάθεση που έδωσε στις 7/7/2024, η Μ.Κ.4 ανέφερε ότι ήταν της ίδιας φύσης με την κατάθεση της, Έγγραφο Δ’. Ερωτήθηκε, περαιτέρω, ως προς το κατά πόσο ήταν αφύσικο σε μια εκπομπή, ως αυτή στην οποία αναφέρθηκε, να λαμβάνουν μέρος ζευγάρια με τόση διαφορά ηλικίας και η Μ.Κ.4 επέμενε ότι στο συγκεκριμένο επεισόδιο υπήρχε ένα τέτοιο ζευγάρι. Στην υποβολή του συνηγόρου υπεράσπισης πως κατά τη συγκεκριμένη μέρα και ώρα που ανέφερε δεν υπήρχε τέτοιο πρόγραμμα στην τηλεόραση, η Μ.Κ.4 ανέφερε πως παρακολούθησαν το εν λόγω πρόγραμμα στην τηλεόραση μέσω του προγράμματος YouTube. Ανέφερε, περαιτέρω, πως δεν έτυχε να συζητήσει η ίδια με την Παραπονούμενη σε σχέση με άντρες που της αρέσουν, παρά μόνο η τελευταία αναφερόταν σε ηθοποιούς, τραγουδιστές και χορευτές. Όσον αφορά την ψυχολογική παρακολούθηση που λάμβανε η Παραπονούμενη από τον Κατηγορούμενο, η Μ.Κ.4 ανέφερε ότι όντως έβλεπε βελτίωση, ότι είχε περισσότερη αυτοπεποίθηση και όρεξη για να μιλήσει για τον εαυτό της και πως με την πάροδο του χρόνου έγινε πιο σταθερή ως προς τις επαγγελματικές της επιλογές επιθυμώντας να γίνει ψυχολόγος. Συμφώνησε πως η Παραπονούμενη της ανέφερε ότι θαύμαζε τον Κατηγορούμενο και ζήλευε που η κόρη του έχει τέτοιο πατέρα. Σε σχέση με την επιθυμία της να σπουδάσει ψυχολογία, η Μ.Κ. 4 ανέφερε πως η Παραπονούμενη της ανέφερε πως ήθελε να σπουδάσει στη Βουλγαρία και ερωτώντας την σχετικά της ανέφερε πως ο Κατηγορούμενος της είπε ότι σπούδασε και ο ίδιος στη Βουλγαρία και ότι είναι πολύ καλό πανεπιστήμιο και θα τη βοηθούσε να γίνει δυνατή αναφερόμενος σε εμπειρία που είχε με ένα κοιμητήριο κοντά στο σπίτι όπου διέμενε στο οποίο οι μαφιόζοι ταλαιπωρούσαν κόσμο. Ως η Μ.Κ.4 ανέφερε, παρόλο που η εν λόγω αναφορά της Παραπονούμενης την παραξένεψε, δεν της ανέφερε οτιδήποτε λέγοντας ότι δεν μπορούσε να σπάσει τον δεσμό που ανέπτυξε με τον Κατηγορούμενο, ο οποίος άρχισε να της δίνει θάρρος, να βρίσκει τον εαυτό της, να γίνεται πιο κοινωνική και επικοινωνιακή δεχόμενη ότι υπήρχε αποτέλεσμα από αυτή την ψυχοθεραπεία. Αντεξετάστηκε, περαιτέρω, σε σχέση με την επιθυμία της Παραπονούμενης όπως η ίδια και η μητέρα της να παραμείνουν στο αυτοκίνητο την 1/7/2024 λέγοντας ότι όντως της έκανε εντύπωση πλην, όμως, θεώρησε ότι δεν μπορούσε να επέμβει στη σχέση της Παραπονούμενης με τον ψυχοθεραπευτή της, ενώ της δημιουργήθηκαν ερωτήματα ως προς τη σχέση της Παραπονούμενης με τη μητέρα τους καθ' ότι, ως αντιλήφθηκε, η Παραπονούμενη σταμάτησε να έχει εμπιστοσύνη στην τελευταία. Προσέθεσε πως από εκεί που βρίσκονταν ούτε άκουσαν, ούτε υπήρχε περίπτωση να ακούσουν οτιδήποτε συνέβαινε στο γραφείο του Κατηγορούμενου. Όταν τελείωσε η εν λόγω συνάντηση με τον Κατηγορούμενο, η Παραπονούμενη, ως η Μ.Κ.4 ανέφερε, ήταν πολύ καλά ψυχολογικά. Περαιτέρω, η Μ.Κ.4 αντεξετάστηκε σε σχέση με την αναφορά της Μ.Υ.3 ως προς το ότι ο Κατηγορούμενος της είχε ζητήσει να παίρνει η ίδια την Παραπονούμενη στις συνεδρίες, αναφορά η οποία έγινε αρκετά πριν την 1/7/2024.
Σε σχέση με την επικοινωνία που είχε με τη μητέρα της αναφορικά με τα επίδικα γεγονότα, η Μ.Κ.4 ανέφερε πως πέραν της τηλεφωνικής επικοινωνίας τους, είχε λάβει και ένα μήνυμα το οποίο της είχε στείλει προηγουμένως και το οποίο δεν είδε πριν το τηλεφώνημα καθότι κοιμούνταν. Στο μήνυμα αυτό η μητέρα της τής ανέφερε συγκεκριμένα ότι ο Κατηγορούμενος πήρε την Παραπονούμενη για να ζωγραφίσει τον τοίχο του και ότι είναι στο σπίτι του. Ανέφερε σχετικά ότι ήταν μεσημέρι και κοιμούνταν ενόψει του ότι έκανε νυχτερινές βάρδιες στην καφετερία όπου δούλευε. Οι ώρες εργασίας της ήταν ακανόνιστες, κάποιες μέρες δούλευε πρωί και άλλες βράδυ, και κατά συνέπεια κάποιες μέρες μπορεί να κοιμόταν μέχρι τις 14:00-15:00 ή και 12:00 ανάλογα με την βάρδια της την προηγούμενη μέρα. Η Μ.Κ.4 δεν θυμούνταν την ακριβή ώρα που η Μ.Κ.5 της έστειλε το αναφερόμενο μήνυμα. Αυτό που θυμόταν ήταν ότι μίλησαν μετά το μεσημέρι. Ως προς τη μεταφορά της Παραπονούμενης στο σπίτι της, ανέφερε πως δεν της το ζήτησε η Παραπονούμενη, αλλά προθυμοποιήθηκε η ίδια και η Παραπονούμενη συμφώνησε. Ο λόγος που δεν συζήτησε με την Παραπονούμενη την ημέρα που την πήρε στο σπίτι της, ως προς το τι είχε συμβεί, ήταν πως, εφόσον η Παραπονούμενη πέρασε από ένα στάδιο που ήταν αντικοινωνική, δεν μπορούσε αμέσως να ξεκινήσει να της κάνει ερωτήσεις και ανάκριση και ήθελε να της δώσει λίγο χρόνο για να την εμπιστευτεί και να της ανοιχθεί. Ήταν για αυτό τον λόγο που δεν συζήτησε μαζί της ούτε και την επόμενη μέρα, όταν τους έδωσε την αφορμή και την πληροφορία, ενώ περίμενε μέχρι την επόμενη μέρα για να της υποβάλλει μια‑δύο ερωτήσεις. Ως προς την κατάσταση της Παραπονούμενης όταν επέστρεψε από τη συνάντηση της με τον Κατηγορούμενο στις 2/7/2024, η Μ.Κ.4 ανέφερε πως η μητέρα της την ενημέρωσε σχετικά μετά που σχόλασε πως η Παραπονούμενη είχε πάει στο σπίτι σε έξαλλη διάθεση και είπε στη μητέρα της «πώς κάμνετε έτσι, σάμπως τζιαί εβίασεν με, τζιαί εν μπορώ να σας καταλάβω γιατί κλαίτε» και άλλα. Η Μ.Κ.4 προσέθεσε πως αυτό που την ανησύχησε και πήρε την Παραπονούμενη στο σπίτι της ήταν το γεγονός πως η Παραπονούμενη ήταν τότε 17,5 χρονών και ο Κατηγορούμενος πήγε για να την πάρει στο σπίτι του για να ζωγραφίσει τον τοίχο του χωρίς την άδεια της μητέρας της, η οποία εάν το γνώριζε δεν θα την άφηνε. Αντεξεταζόμενη σε σχέση με το μήνυμα που έλαβε η μητέρα της από την Παραπονούμενη, η Μ.Κ.4 επέμενε ότι η μητέρα της δεν είχε ενημερωθεί πριν την συνάντηση της Παραπονούμενης με τον Κατηγορούμενο γιατί ήταν στην εργασία της. Το διάλειμμα της ήταν από τις 09:00 μέχρι τις 09:25, δεύτερο διάλειμμα δεν έκανε, ενώ μόλις το είχε μάθει έστειλε στην ίδια μήνυμα και μίλησαν μετά στο τηλέφωνο. Η Μ.Κ.4 ανέφερε περαιτέρω ότι οι συζητήσεις με την Παραπονούμενη για το περιστατικό κράτησαν εβδομάδες, μπορεί και μήνα, ενώ στην πορεία της συζήτησης τους η Παραπονούμενη της ανέφερε πως ένιωθε τύψεις. Προσέθεσε πως πριν πάει στην Αστυνομία, δεν το γνώριζε ούτε η μητέρα της ούτε κάποιος άλλος προκειμένου να μην την σταματήσουν. Στην κατάθεση που έδωσε την Κυριακή 6/7/2024 ανέφερε ότι είπε ό,τι και στο Έγγραφο Δ’. Σε σχέση με τα όσα της ανέφερε η Παραπονούμενη σε συνάρτηση με την ενημέρωση της προς την Μ.Κ.3, ανέφερε ότι δεν μπορούσαν να μιλήσουν την ίδια μέρα και ώρα και περίμενε την κατάλληλη στιγμή. Όσον αφορά τη συζήτηση που είχε με την Παραπονούμενη στο αυτοκίνητο μετά που έδωσαν καταθέσεις, ανέφερε ότι αυτή έλαβε χώρα την επόμενη μέρα, δηλαδή στις 22/7/2024. Κατάλαβε ότι η Παραπονούμενη ήταν παγωμένη και μουδιασμένη από το τρέμουλο της φωνής της και τη στάση του σώματος της. Σε σχέση με την αναφορά της Παραπονούμενης προς την ίδια ότι ο Κατηγορούμενος την χάιδευε, η Μ.Κ.4 ανέφερε κατά την αντεξέταση της ότι η Παραπονούμενη δεν της ανέφερε σε ποιο μερος του σώματος της την χάιδευε και ούτε η ίδια την ρώτησε, εφόσον δεν ήταν σίγουρη εάν ήθελε να μάθει. Στη συνέχεια ανέφερε ότι το χάιδεμα έλαβε χώρα στο αυτοκίνητο του Κατηγορούμενου πριν μεταβούν στο σπίτι του. Τέλος, η Μ.Κ.4 ανέφερε ότι έτυχε και σε μια άλλη περίπτωση να αφήσει την Παραπονούμενη στο Mall για να την μεταφέρει ο ίδιος ο Κατηγορούμενος στη συνέδρια τους, έχοντας της πει ότι είχε την άδεια της μητέρας της προς τούτο. Η Μ.Κ.4 δεν συμφώνησε με την τελική υποβολή ότι η ίδια έπεσε θύμα παραπλάνησης από την Παραπονούμενη ως προς το ότι αυτά που της ανέφερε συνέβηκαν.
Η Μ.Κ.5, μητέρα της Παραπονούμενης, υιοθέτησε την κατάθεσή της, Έγγραφο Ε’, όπου αναφέρει πως εδώ και ενάμιση χρόνο, περίπου, η Παραπονούμενη είχε κάποια θέματα και δεν ήθελε να πηγαίνει σχολείο, ούτε να της μιλά κάποιος. Η ίδια ανησύχησε γιατί κλειδωνόταν στο δωμάτιό της και αφού συζήτησε με την Παραπονούμενη, ξεκίνησε να την παρακολουθεί ο Κατηγορούμενος πριν από περίπου 1,5 χρόνο, περί το τέλος του 2022, κατόπιν σύστασης του από την φίλη της, Μ.Υ.3. Η Μ.Κ.5 ανέφερε ότι η ίδια έπαιρνε την Παραπονούμενη στο σπίτι του Κατηγορούμενου και περίμενε έξω στο καθιστικό μέχρι να τελειώσουν οι συνεδρίες, οι οποίες διαρκούσαν περί την μια ώρα. Οι συνεδρίες λάμβαναν χώρα περίπου μια φορά την εβδομάδα και στους 6 μήνες, περίπου, η Παραπονούμενη παρουσίασε βελτίωση και στη συνέχεια σταμάτησαν για κάποιο χρονικό διάστημα. Τον Μάη του 2023, η Παραπονούμενη ήταν πολύ θλιμμένη, ενόψει της απώλειας του παππού και της γιαγιάς της, και ζήτησε από την Μ.Κ.5 να την ξαναπάρει στον Κατηγορούμενο. Την πήρε η ίδια μια φορά περί τον Ιούνιο και μια φορά η Μ.Κ.3. Ακολούθως ήταν καλύτερα και σταμάτησε πάλι. Περί τα μέσα Ιουνίου 2024 είχαν κάποια θέματα στο σπίτι με τον σύζυγό της και η Παραπονούμενη ξεκίνησε και πάλι να κλείνεται στο εαυτό της οπότε και της ζήτησε από μόνη της να την πάρει στον Κατηγορούμενο για να μιλήσουν. Πριν κλείσουν ραντεβού, της είπε η Παραπονούμενη ότι ήρθε ο Κατηγορούμενος και την πήρε από το Mall της Λεμεσού και την πήρε στο γραφείο του για να μιλήσουν και μετά την έφερε πίσω χωρίς να της πει περισσότερες λεπτομέρειες για τη συνάντησή τους. Η Μ.Κ.5 αντέδρασε και της ζήτησε να μην επαναληφθεί και πως όταν θέλει να πηγαίνει να της λέει να την παίρνει η ίδια. Η Παραπονούμενη της ζήτησε να της κλείσει ραντεβού με τον Κατηγορούμενο και της έκλεισε την 1/7/2024. Κατ' εκείνη την ημέρα την πήρε η ίδια με την Μ.Κ.4 και περίμεναν στο αυτοκίνητο επειδή η Μ.Κ.4 κάπνιζε ενώ η Παραπονούμενη πήγε μόνη της μέσα στο σπίτι του. Η εν λόγω συνάντηση διήρκησε περίπου μια ώρα και ακολούθως η Παραπονούμενη πήγε στο αυτοκίνητο και έφυγαν και ήταν καλά. Στις 2/7/2024 της έστειλε μήνυμα η Παραπονούμενη και της είπε ότι θα πήγαινε ο Κατηγορούμενος να την πιάσει για να την πάρει στα McDonald's να πάρει το χαρτί υγείας της σε σχέση με αίτηση που έκανε για να δουλέψει εκεί το καλοκαίρι και μετά θα πήγαιναν να αγοράσουν μπογιές για να του μπογιατίσει τον τοίχο του γραφείου του. Το εν λόγω μήνυμα της το έστειλε στις 10:27. Η ίδια υποψιάστηκε ότι κάτι δεν πάει καλά, πανικοβλήθηκε και πήρε τηλέφωνο την Παραπονούμενη 2 με 3 φορές και δεν της απαντούσε. Ακολούθως, πήρε τηλέφωνο την Μ.Υ.3, της ανέφερε τι συνέβη και της είπε ότι δεν της άρεσαν αυτά που έκανε ο Κατηγορούμενος. Η Μ.Υ.3 της είπε ότι είναι ανησυχητικό αυτό και ότι θα τον έπαιρνε τηλέφωνο η ίδια. Ακολούθως, η Μ.Υ. 3 την κάλεσε και της είπε ότι της απάντησε ο Κατηγορούμενος, στον οποίο ανέφερε ότι η Μ.Κ.5 ανησυχούσε για την Παραπονούμενη, και πως άκουσε τον Κατηγορούμενο να λέει στην Παραπονούμενη γιατί δεν το είπε στη μητέρα της και να φύγουν αμέσως για να την πάρει πίσω. Ακολούθως, η Παραπονούμενη πήρε τηλέφωνο την Μ.Κ.5 και της είπε ότι μόλις ξεκινήσουν για να την πάρει πίσω ο Κατηγορούμενος, θα της έστελνε μήνυμα. Περί ώρα 16:00 ο Κατηγορούμενος κατέβασε την Παραπονούμενη στο σπίτι τους και έφυγε κατευθείαν. Η Παραπονούμενη μπήκε στο σπίτι και της έκανε παρατήρηση ως προς τον λόγο που τηλεφώνησε στην Μ.Υ.3 και η μάρτυρας έκλαιγε, λέγοντας πως είχε ανησυχήσει, ενώ η Παραπονούμενη κλειδώθηκε στο δωμάτιο της. Τις επόμενες μέρες η Παραπονούμενη έμεινε στο διαμέρισμα της Μ.Κ.4. Στις 4/7/2024, επειδή η μάρτυρας ήταν πολύ συγχυσμένη και ήθελε να σταματήσει ο Κατηγορούμενος να παίρνει την κόρη της μόνος του χωρίς να την ενημερώνουν, τον πήρε τηλέφωνο και μίλησαν για λίγα λεπτά. Του είπε ότι αυτό που έγινε προχθές πρέπει να σταματήσει και τον ρώτησε εάν αυτός ανέχεται να έρχεται κάποιος να παίρνει την κόρη του και να λείπουν ώρες. Αυτός της ανέφερε ότι πρέπει να αρχίσει να έχει εμπιστοσύνη στην Παραπονούμενη και ότι την έχει πολύ σφικτά καθώς και ότι τώρα που θα πάει για σπουδές δεν θα την βλέπει τι θα κάνει. Η ίδια του μιλούσε με ψηλό τόνο στη φωνή της και αυτός της απάντησε «εντάξει, εντάξει» και της το έκλεισε. Σκέφτηκε πως δεν θα ξανά έπαιρνε την Παραπονούμενη κοντά του αφού ερχόταν και την έπαιρνε χωρίς την άδεια της. Την επόμενη εβδομάδα της τηλεφώνησε ο γιος της, σύζυγος της Μ.Κ. 3, και της ζήτησε να πάει στο σπίτι τους. Αφού μετέβη εκεί, παρόντες ήταν ο ίδιος, η Μ.Κ. 3 και η Μ.Κ. 4 και της ανέφεραν τι τους είπε η Παραπονούμενη, ότι, δηλαδή, στις 2/7/2024 όταν η Παραπονούμενη πήγε με τον Κατηγορούμενο για να μπογιατίσουν το γραφείο του, αυτός της ζήτησε να του κάνει στοματικό έρωτα και η Παραπονούμενη του έκανε χωρίς να της πουν περισσότερες λεπτομέρειες. Η Μ.Κ.5 θύμωσε πάρα πολύ. Ανέφερε, επίσης, ότι όταν πήρε τηλέφωνο τον Κατηγορούμενο στις 4/7/2024, δεν ήξερε αυτά που είχαν γίνει με την Παραπονούμενη. Η ίδια ήταν πολύ στεναχωρημένη και δεν ήξερε τι να κάνει, ενώ δύο μέρες μετά πήγε στο σπίτι της η Παραπονούμενη με την Μ.Κ.4 και μίλησαν. Δεν θύμωσε στην Παραπονούμενη και την ρώτησε πώς έγινε αυτό με τον Κατηγορούμενο και της είπε ότι ο Κατηγορούμενος έπαιξε με το μυαλό της γιατί την ρώτησε ποιο φύλο της αρέσει, η Παραπονούμενη του απάντησε ότι δεν ξέρει και αυτός της είπε ότι θα της έδειχνε για να αποφασίσει και στη συνέχεια της έδειξε και του έκανε στοματικό έρωτα. Προσέθεσε, δε, ότι η Παραπονούμενη έλεγε συνέχεια πως ο Κατηγορούμενος έπαιξε με το μυαλό της ενώ ήταν πολύ στεναχωρημένη και πολύ κλειστή στον εαυτό της. Την ρώτησε εάν ο Κατηγορούμενος τη βίασε και της απάντησε αρνητικά. Εξ όσων γνωρίζει, η Παραπονούμενη δεν είχε ποτέ σεξουαλική επαφή με οποιονδήποτε. Η Μ.Κ.4 της ανέφερε ότι κατάγγειλε ήδη το περιστατικό στην Αστυνομία και πως θα έπρεπε να πάει και η ίδια. Έτσι πήγαν ξανά μαζί για να το καταγγείλουν.
Κατά την προφορική εξέταση της ανέφερε πως στο σπίτι είχαν κάποια οικογενειακά θέματα με τον σύζυγό της, τα οποία επηρέασαν την Παραπονούμενη, η οποία ήταν ένα αδύνατο και ευαίσθητο μωρό. Ενόσω βρισκόταν έξω από το γραφείο του Κατηγορούμενου περιμένοντας να τελειώσει η συνέδρια του με την Παραπονούμενη, η ίδια ασχολούνταν με το κινητό της ή με κάποια τηλεφωνήματα για να περάσει η ώρα. Οι συνεδρίες γίνονταν στο γραφείο το οποίο ήταν αριστερά από το καθιστικό και η ίδια καθόταν στο καναπέ, ο οποίος ήταν κοντά στην πόρτα της εισόδου. Δεν είχε οποιαδήποτε επαφή με το γραφείο λέγοντας πως έπρεπε να μιλήσουν τόσο δυνατά για να τους ακούσει, όπως και ότι κάποτε της έκανε παρατήρηση η Παραπονούμενη πως ακούνε το τηλέφωνο της και δεν μπορούν να συγκεντρωθούν. Σε σχέση με την βελτίωση που παρουσίασε η Παραπονούμενη από την ψυχανάλυση, ανέφερε πως ήταν πολύ καλύτερα και στις επιδόσεις της στο σχολείο και στο σπίτι αφού δεν ήταν συνέχεια στο δωμάτιο της, και έδειξε ενδιαφέρον για να σπουδάσει αναφέροντας της τρεις επιλογές. Ως ανέφερε, στην αρχή ήθελε να σπουδάσει ψυχολογία γιατί της είπε ο Κατηγορούμενος, μετά όμως άλλαξε γνώμη και θα αποφάσιζε μετά που θα τελείωνε το σχολείο. Για κάποιο διάστημα σταμάτησαν τις συνεδρίες για τον λόγο ότι η Παραπονούμενη ήταν καλά και της έλεγε ότι δεν χρειάζονταν. Σε σχέση με το περιστατικό που ο Κατηγορούμενος παρέλαβε την Παραπονούμενη από το Mall, η Μ.Κ.5 ανέφερε πως η Παραπονούμενη έλεγε από μέρες προηγουμένως ότι ήθελε να έρθει ο Κατηγορούμενος να την πάρει και η ίδια ήταν ανένδοτη λέγοντας της να περιμένει να δει τις ώρες της δουλειάς της, να κανονίσει τα ραντεβού και να την πάρει η ίδια. Παρ' όλα αυτά, κανόνισε και την πήραν στο Mall από όπου την πήρε ο Κατηγορούμενος. Αυτή ήταν και η πρώτη φορά που την παρέλαβε. Σε σχέση με τη μετάβαση τους στα McDonald's, η Μ.Κ.5 ανέφερε ότι ήταν η πρώτη φορά που ο Κατηγορούμενος πήρε την Παραπονούμενη σε άλλον χώρο εκτός από το Σούνι όπου γινόταν η ψυχοθεραπεία. Η Μ.Κ. 5 ανέφερε, περαιτέρω, ότι η Παραπονούμενη ζωγραφίζει ωραία και κατά τις πρώτες συνεδριάσεις της με τον Κατηγορούμενο του έδειξε κάποιους πίνακες της και προκειμένου να την εμψυχώσει και για να τη βοηθήσει αγόρασε δύο πίνακες της, γεγονός που της έδωσε θάρρος. Ανέφερε εντούτοις ότι δεν ξαναέτυχε η Παραπονούμενη να μπογιατίσει τοίχο ή κάτι παρόμοιο. Ως προς το ωράριο της εργασίας της, ανέφερε ότι κατά τον τότε χρόνο σχόλανε κάποιες φορές στις 15:30 και κάποτε 16:30 ενώ απαγορευόταν κατά τη διάρκεια της εργασίας της να έχει το κινητό τηλέφωνο μαζί της. Το μήνυμα που της έστειλε η Παραπονούμενη στις 10:27 το είδε μετά που σχόλασε καθότι στάλθηκε μετά το διάλειμμα της. Όσον αφορά την υποψία της μετά το μήνυμα ότι κάτι δεν πήγαινε καλά, ανέφερε πως προέκυψε γιατί ο Κατηγορούμενος για κάποια ραντεβού έλεγε πως δεν είχε χρόνο ούτε για φαΐ, λόγω της δουλειάς που είχε και διερωτήθηκε πώς είχε χρόνο να παραλάβει την Παραπονούμενη, να την πάρει στα McDonald's για την αίτηση της, μετά για μπογιές και μετά να πάνε στο σπίτι του ενώ η απόσταση από το Mcdonald's μέχρι το Σούνι, όπου είναι το γραφείο του, είναι περίπου μισή ώρα. Αυτός ήταν και ο λόγος που, ως ανέφερε, πανικοβλήθηκε σε συνδυασμό με κάποιες αναφορές της Παραπονούμενης ότι της αρέσουν οι μεγαλύτεροι άντρες ενώ δεν έβγαινε καθόλου από το σπίτι και πολύ σπάνια πήγαινε σε γενέθλια, στα McDonald's ή στο Mall, με δύο φίλες της. Όταν η Παραπονούμενη επέστρεψε στο σπίτι, μετά από τη συνάντηση της με τον Κατηγορούμενο, η Μ.Κ.5 ανέφερε ότι ήταν αντιδραστική, της είπε "γιατί να παίρνεις τηλέφωνο και να κλαίεις, πήρες την [Μ.Υ.3] και η [Μ.Υ.3] πήρε τον [Κατηγορούμενο] και γιατί να κλαίεις και είμαι μεγάλη» και πήγε στο δωμάτιο της. Ως προς τον λόγο που διέμενε τις επόμενες μέρες στο διαμέρισμα της Μ.Κ.4, η Μ.Κ.5 ανέφερε πως η Παραπονούμενη δεν ήθελε να έρθει στο σπίτι και απ' ό,τι της είπαν αργότερα φοβόταν να της μιλήσει γιατί νόμιζε ότι θα την έδιωχνε από το σπίτι ενόψει του ότι η προσέγγιση της ίδιας ήταν αυστηρή και δεν έδινε στην Παραπονούμενη ελευθερία να πηγαίνει όπου θέλει και να κάνει ό,τι θέλει ενώ της μιλούσε συνέχεια για τα κακά που συμβαίνουν. Κατά την τηλεφωνική συζήτηση της με τον Κατηγορούμενο, ανέφερε ότι ήταν κάπως βιαστικός να κλείσει το τηλέφωνο. Ως προς τον τόνο της ίδιας, ανέφερε ότι είχε τόσο άγχος γιατί φοβήθηκε ότι κάτι θα συνέβαινε και ήταν τόσο ανήσυχη που δεν μπορούσε να μιλήσει πιο ήρεμα. Κατά τη συνάντηση της με τον γιο της, την Μ.Κ.3 και την Μ.Κ.4 η ίδια θύμωσε πάρα πολύ και έκλαιγε διερωτώμενη γιατί να συμβεί αυτό το πράγμα από τη στιγμή που έδειξε εμπιστοσύνη ενώ στις αρχές ο Κατηγορούμενος ήταν καλός και την βοήθησε πάρα πολύ. Σε σχέση με τη μετέπειτα συζήτησή της με την Παραπονούμενη, η Παραπονούμενη ανέφερε πως ο Κατηγορούμενος, μεταξύ των άλλων που της είπε, την ρώτησε και κατά πόσο της αρέσει να είναι τρεις στο κρεβάτι αποσκοπώντας στο να την βοηθήσει να ξεχωρίσει τι θέλει. Θεώρησε ότι ο Κατηγορούμενος ξεγέλασε την κόρη της γιατί ενώ την έπαιρνε εκεί για να την βοηθήσει, αυτός την παραπλάνησε σε σχέση με τις σεξουαλικές πράξεις. Ανέφερε, περαιτέρω, ότι κατά τη διάρκεια των συνεδριάσεων του Κατηγορούμενου με την Παραπονούμενη, η ίδια πήρε τηλέφωνο τον Κατηγορούμενο μια με δύο φορές σε σχέση με κάποια πράγματα που έκανε η Παραπονούμενη στα ρούχα της, π.χ. να τα διαμορφώνει, ή όταν είχε κάποια αντίδραση στο σπίτι προκειμένου να της μιλήσει. Σε σχέση με τον επαγγελματικό προσανατολισμό της Παραπονούμενης, η Μ.Κ.5 ανέφερε πως δεν συζήτησε η ίδια με τον Κατηγορούμενο αλλά έλεγε στην Παραπονούμενη ότι ήταν καλή και της ταίριαζε η ψυχολογία.
Η Μ.Κ.5 αντεξετάστηκε σε σχέση με τη συνάντηση της με την Μ.Κ.9 λέγοντας ότι η ίδια μόνο μια φορά είχε πάει για συνεδρίαση κατά την οποία της είχε αναφέρει κάποια πράγματα σε σχέση με τα οικογενειακά προβλήματα και την αποστασιοποίηση και συμπεριφορά του πατέρα. Ερωτούμενη κατά πόσο ανέφερε στη Μ.Κ. 9 ότι υπήρχαν δυσκολίες στην επικοινωνία της με την Παραπονούμενη γιατί η ίδια είχε εκρήξεις θυμού και της φώναζε, η Μ.Κ. 5 ανέφερε ότι δεν φώναζε στην Παραπονούμενη, η οποία κλείστηκε στον εαυτό της βλέποντας τις διαφωνίες που είχε με τον πατέρα της χωρίς να μπορεί να διακρίνει ποιος έφταιγε. Ως προς τη σχέση της ίδιας με την Παραπονούμενη, ανέφερε ότι μετά τις συνεδρίες, κατά τις οποίες ο Κατηγορούμενος την βοήθησε πάρα πολύ, οι σχέσεις τους ήταν καλές, η Παραπονούμενη έβγαινε από το δωμάτιο της και όταν ερχόταν από τη δουλειά τής έκανε καφέ και ήταν ευχάριστη. Γενικότερα, ανέφερε ότι οι σχέσεις της με την Παραπονούμενη ήταν καλές και ότι ο πατέρας της ήταν αποστασιοποιημένος. Στη συνέχεια της αντεξέτασής της ανέφερε πως γενικότερα ήταν ο πατέρας που φώναζε και η ίδια το μόνο για το οποίο θύμωνε με την Παραπονούμενη αφορούσε σε κάτι που ήξερε ότι της έλεγε ψέματα, στο σχολείο και στο ότι ήθελε να πάει με κάποιες συμμαθήτριες της. Στις περιπτώσεις αυτές, η Μ.Κ.5 αντιδρούσε και θύμωνε. Ανέφερε, περαιτέρω, ότι η Παραπονούμενη δεν έπαιρνε το μέρος της λέγοντας ότι είχε αδυναμία στον πατέρα της, χωρίς όμως να έχουν ιδιαίτερη επικοινωνία, και κάποιες φορές της έλεγε ότι έφταιγε και η ίδια. Μετά που άρχισε να βλέπει τον Κατηγορούμενο, άλλαξε. Ως ανέφερε, μετά που η Παραπονούμενη πήγε στο γυμνάσιο η κατάσταση της ήταν «χάλια», δηλαδή ήταν κλειστή στον εαυτό της και στο δωμάτιο της, αντιδρούσε, κυρίως όταν είχαν κάποια θέματα, και βλέποντας τον Κατηγορούμενο σημείωσε αρκετή βελτίωση. Σε σχέση με την Μ.Υ.3 ανέφερε ότι την γνωρίζει αρκετά χρόνια και έχουν κοινωνικές επαφές. Ως προς τις αναφορές του Κατηγορούμενου ως προς το ποιο φύλο αρέσει στην Παραπονούμενη και εάν της αρέσει να είναι τρία άτομα στο κρεβάτι, η Μ.Κ.5 ανέφερε ότι η Παραπονούμενη τα ανέφερε στην ίδια μετά που πήγε για κατάθεση και ότι ο Κατηγορούμενος της τα έλεγε αυτά κατά τις συνεδριάσεις τους, χωρίς να της αναφέρει πότε συγκεκριμένα άρχισε να της τα λέει. Ως προς τον λόγο που την 1/7/2025 παρέμεινε με την Μ.Κ.4 στο αυτοκίνητο, η Μ.Κ.5 ανέφερε ότι δεν μπήκε μέσα τόσο γιατί η Μ.Κ.4 κάπνιζε όσο και γιατί είχε προηγηθεί η παρατήρηση της Παραπονούμενης ότι δήθεν κρυφάκουγε. Σε σχέση με το μήνυμα που έλαβε την επόμενη μέρα στις 10:27, ανέφερε ότι κατ' εκείνη την ημέρα έκανε διάλειμμα διάρκειας 20 λεπτών στις 09:25 και πως μέχρι να σχολάσει δεν είχε έρθει ξανά σε επαφή με το κινητό της, ως η σχετική πολιτική της εταιρείας όπου εργοδοτείται. Στη συνέχεια της αντεξέτασης της, δεν ενθυμούνταν κατά πόσο εκείνην τη μέρα (2/7/2024) μίλησε με την Μ.Κ.4 γιατί ήταν πολύ ταραγμένη και πως το μόνο που θυμούνταν ήταν ότι πήρε τηλέφωνο την Μ.Υ.3 καθώς και ότι προηγουμένως πήρε τηλέφωνο την Παραπονούμενη 2‑3 φορές συνεχόμενες. Συμφώνησε πως στη βάση των όσων της είχε αναφέρει η Μ.Υ.3, ο Κατηγορούμενος δεν φαινόταν να ήξερε ότι η ίδια δεν γνώριζε για τη συνάντηση του με την Παραπονούμενη. Ανέφερε πως ο λόγος που δεν πήρε τον Κατηγορούμενο τηλέφωνο την ίδια μέρα, μετά που επέστρεψε η Παραπονούμενη στο σπίτι, ήταν επειδή ήταν πολύ συγχυσμένη, αγχωμένη και η Παραπονούμενη της θύμωσε. Του τηλεφώνησε την επόμενη μέρα όταν σχόλασε, ήταν μόνη της στο σπίτι και είχε χρόνο. Ερωτούμενη κατά πόσο κατά τη διάρκεια της συζήτησης αυτής του ανέφερε ότι η Παραπονούμενη ήθελε να πάει διακοπές στην Αγία Νάπα με μια φίλη της, την οποία η ίδια δεν ενέκρινε για τον χαρακτήρα της και ανησυχούσε, δέχτηκε ότι του το ανέφερε, πλην, όμως, υποστήριξε πως η εν λόγω επικοινωνία έγινε προηγουμένως, κατά τη διάρκεια των προηγουμένων συνεδριάσεων. Ανέφερε, περαιτέρω, ότι οι συζητήσεις της ίδιας με τον Κατηγορούμενο σε σχέση με τα ρούχα της Παραπονούμενης έγιναν στις αρχικές συνεδρίες κατά τις οποίες την βοήθησε πάρα πολύ. Στη συνέχεια της αντεξέτασης της, επανέλαβε ότι κατά τις συνεδριάσεις της Παραπονούμενης με τον Κατηγορούμενο έτυχε δύο φορές να του τηλεφωνήσει, τη μία σε σχέση με τα ρούχα της και την άλλη σε σχέση με την Αγία Νάπα. Πέραν των τηλεφωνικών συζητήσεων που είχε μαζί του, ανέφερε ότι συζητούσε πολύ λίγο μαζί του όταν τελείωναν οι συνεδριάσεις, μπροστά στην Παραπονούμενη, και ότι οι εν λόγω συζητήσεις έγιναν μόνο δύο φορές στην αρχή. Ως προς τη συζήτηση σε σχέση με την Αγία Νάπα, η Μ.Κ.5 ανέφερε ότι έλαβε χώρα καλοκαίρι όταν ήταν κλειστά τα σχολεία, απορρίπτοντας κατηγορηματικά ότι έλαβε χώρα στις 4/7/2024. Υποστήριξε, συναφώς, πως η εν λόγω επικοινωνία έγινε πολύ πριν τις 4/7/2024. Αντεξετάστηκε, επίσης, ως προς το κατά πόσο άκουγε το τί διαλαμβανόταν εντός του γραφείου του Κατηγορούμενου κατά τις συνεδριάσεις του με την Παραπονούμενη, λέγοντας πως δεν άκουγε αφού έβλεπε βίντεο στο κινητό της, μιλούσε στο τηλέφωνο και την περισσότερη ώρα ήταν στο Facebook. Η μάρτυρας απέρριψε την υποβολή ότι η Παραπονούμενη της ανέφερε ότι κρυφάκουγε γιατί η Μ.Κ.5 σχολίαζε πράγματα που η Παραπονούμενη έλεγε για τον πατέρα της και αναφέρθηκε σε περιστατικό κατά το οποίο έγινε αναφορά στον πατέρα της. Ερωτούμενη ως προς το κατά πόσο η Παραπονούμενη είχε την αίσθηση ότι δεν ήταν αγαπητή, ανέφερε ότι πριν τις συνεδριάσεις το ένοιωθε σε σχέση με τον πατέρα της και την ίδια, όχι με άλλους. Ανέφερε, σχετικά, ότι προσέφερε αγάπη στην Παραπονούμενη, αλλά επειδή είχαν ακόμα 2 παιδιά στο σπίτι, δούλευε από το πρωί μέχρι το απόγευμα, είχε τις δουλειές της και ενώ της μιλούσε, η Παραπονούμενη ήταν τόσο κλειστή στον εαυτό της που δεν της μιλούσε επειδή φοβόταν ότι η ίδια ήταν αυστηρή και θεωρούσε ότι δεν θα την συμβούλευε καλά. Σε υποβολή ότι η Παραπονούμενη δεν ανέφερε στην ίδια πως ο Κατηγορούμενος της είπε ότι θα τη βοηθούσε να επιλέξει το φύλο που της αρέσει ή κατά πόσο της αρέσει να είναι τρία άτομα στο κρεβάτι, η ίδια επέμενε ότι η Παραπονούμενη τα ανέφερε στην ίδια μια μέρα όταν ήταν μόνες τους και η ίδια δεν ήταν καλά. Αυτή, ανέφερε, ήταν η πρώτη και τελευταία φορά, χωρίς να θυμάται ακριβώς πότε έγινε, πλην, όμως, ήταν μετά που η Παραπονούμενη πήγε στο σπίτι της Μ.Κ.4. Σε σχέση με την αναφορά της ότι ο Κατηγορούμενος δεν είχε χρόνο για ραντεβού, ανέφερε ότι το γνώριζε από σχετική αναφορά της Μ.Υ.3 σε σχέση με δικό της ραντεβού. Σε υποβολή ότι η Μ.Υ.3 δεν της είπε τέτοιο πράγμα, η Μ.Κ.5 επέμενε ότι έγινε αυτή η συζήτηση, ότι δηλαδή η Μ.Υ.3 τον έπαιρνε τηλέφωνο και της έλεγε πως δεν έχει χρόνο. Ερωτούμενη ως προς το γιατί δεν ανέφερε στην κατάθεσή της ότι στις 10:27, όταν στάλθηκε το μήνυμα από την Παραπονούμενη, η ίδια ήταν στην εργασία της, δεν είχε το κινητό της μαζί της και είδε το μήνυμα μετά που σχόλασε, ανέφερε ότι κατά τη λήψη της κατάθεσης της έτρεμε και νόμιζε ότι είχε κάνει σχετική αναφορά στην Αστυνομία. Προσέθεσε, δε, ότι ήταν τόσο συγχυσμένη που δεν έδωσε σημασία στο τι γράφτηκε όταν υπέγραψε την κατάθεσή της.
Η Μ.Κ.6 είναι αστυφύλακας και εργάζεται στον Κλάδο Διερεύνησης Αδικημάτων Σεξουαλικής Κακοποίησης Ανηλίκων του Αρχηγείου Αστυνομίας τα τελευταία 2,5 χρόνια. Στην κατάθεση της, Έγγραφο Στ’, την οποία υιοθέτησε, ανέφερε ότι είναι ειδικά εκπαιδευμένη στην ειδική συνέντευξη και λήψη οπτικογραφημένων καταθέσεων από ευάλωτους και ανήλικους μάρτυρες. Στις 15/7/2024 στον ειδικά διαμορφωμένο χώρο λήψης οπτικογραφημένων καταθέσεων στο Σπίτι του Παιδιού έλαβε οπτικογραφημένη κατάθεση από την Παραπονούμενη, μετά από γραπτή συγκατάθεση που λήφθηκε από τη μητέρα της, Μ.Κ.5, και την οποία συνυπέγραψε λειτουργός από το Σπίτι του Παιδιού (βλ. Τεκμήριο 1). Κατά την προφορική της εξέταση αναγνώρισε τόσο το Τεκμήριο 1 όσο και τους ψηφιακούς δίσκους, Τεκμήριο 2, και την απομαγνητοφώνηση της οπτικογραφημένης κατάθεσης, Τεκμήριο 3.
Κατά την αντεξέταση της, ρωτήθηκε σε σχέση με τον τύπο ερωτήσεων που υπέβαλλε στην Παραπονούμενη και αναφέρθηκε στο πρωτόκολλο σε σχέση με το οποίο έτυχε εκπαίδευσης λέγοντας ότι αφήνεται το παιδί να ολοκληρώσει και στη συνέχεια γίνονται διευκρινιστικές ή άλλου τύπου ερωτήσεις. Ανέφερε, περαιτέρω, ότι πριν τη λήψη της οπτικογραφημένης κατάθεσης δεν γνώριζε οτιδήποτε σε σχέση με την καταγγελία και πως κατά τη λήψη της κατάθεσης η ψυχολογική κατάσταση της Παραπονούμενης ήταν καλή.
Η Μ.Κ.7, Παραπονούμενη, στην οπτικογραφημένη κατάθεση της, Τεκμήριο 3, ανέφερε ότι μετά το περιστατικό με τον Κατηγορούμενο διέμενε με την αδελφή της επειδή δεν ένοιωθε πολύ άνετα να μένει με τους γονείς της. Στον ελεύθερο της χρόνο, ζωγραφίζει. Λόγω των θεμάτων της οικογένειας της, πήγε σε ψυχολόγο πριν περίπου ενάμιση χρόνο. Στην αρχή, την βοήθησε πολύ σε σχέση με την οικογένεια της, τους φίλους της και ως προς το πώς να αποκτήσει αυτοπεποίθηση. Πρόσφατα, είχαν συζητήσει για το σεξ θεωρώντας η ίδια ότι ήταν απλά μια συζήτηση και ότι επειδή ήταν ο ψυχολόγος της θα έπρεπε να του τα αναφέρει όλα. Σε ερώτηση του Κατηγορούμενου κατά πόσο είχε καινούριους φίλους ή αγόρι, του ανέφερε ότι δεν είχε επαφή με κάποιο αγόρι ενώ ο Κατηγορούμενος γνώριζε ότι της αρέσουν οι πιο μεγάλοι άνδρες. Σε αυτό το πλαίσιο την ρώτησε αν ήθελε να της μάθει πώς να φιλά και πώς να «κάμνει σεξουαλικά πράματα». Η ίδια του είπε «οκ», γιατί θεωρούσε ότι ήταν για το καλό της. Μετά από τη συνεδρία αυτή, της είπε να του κάνει ένα σχέδιο σε ένα τοίχο και του είπε εντάξει και έπειτα την πήρε από το σπίτι της και πήγαν στο δικό του για αυτό τον σκοπό. Εκεί, την πήρε πάνω στο γραφείο του και της έβαλε «porn» στην υπολογιστή του. Την ρώτησε αν της αρέσει και του είπε όχι, καθώς και αν ντρέπεται και του απάντησε θετικά. Μετά άρχισε να την φιλά και τον φίλησε και η ίδια πίσω και μετά του έκανε στοματικό. Ακολούθως, τους πήρε η μητέρα της τηλέφωνο και είπε ότι ανησυχεί και ότι πρέπει να πάνε στο σπίτι, οπόταν ο Κατηγορούμενος την πήρε στο σπίτι της. Η ίδια ένοιωσε πολλή προδοσία μετά που συνειδητοποίησε τί έκανε γιατί ο Κατηγορούμενος την παραπλάνησε να νομίζει ότι η ίδια ήθελε το πράγμα αυτό και ότι είναι για το καλό της λέγοντας της, μάλιστα, να μην το πει σε κανένα. Της ανέφερε σχετικά ότι είχε πολλούς ανθρώπους που τον πρόδωσαν. Η ίδια δεν ήθελε να τον «προδώσει» οπόταν δεν είπε τίποτε σε κανένα εκείνη τη μέρα. Μετά, ανοίχθηκε στην αδελφή της και της είπε ότι έγινε κάτι με έναν άντρα πιο μεγάλο της, σχεδόν 45 χρονών. Ανέφερε, περαιτέρω, ότι οι συναντήσεις τους γίνονταν στο γραφείο του Κατηγορούμενου, το οποίο βρίσκεται στο σπίτι του και πιο συγκεκριμένα αριστερά της κύριας εισόδου. Το σπίτι, ανέφερε, δεν είναι τελειωμένο και στη δεξιά πλευρά του σαλονιού, στο οποίο βρίσκεται η κύρια είσοδος, υπάρχει μια σκάλα, η οποία κατεβαίνει κάτω όπου βρίσκεται το σαλόνι, η κουζίνα και το υπνοδωμάτιο του Κατηγορούμενου. Σε σχέση με τη συζήτηση για το σεξ, η Παραπονούμενη ανέφερε ότι δεν ξεκίνησε από κάπου συγκεκριμένα, δηλαδή δεν προέκυψε κάποια συζήτηση για το θέμα αυτό. Απλώς ο Κατηγορούμενος την είχε ρωτήσει αν έχει ή αν γνώρισε κάποιο αγόρι πρόσφατα, του απάντησε αρνητικά, και μετά την ρώτησε αν ξέρει να φιλά, να κάμνει «πίπα» και σεξ. Προσέθεσε ότι όταν την έπαιρνε σπίτι του, της είπε ότι οι γυναίκες είναι καλές μόνο για σεξ. Ξεκίνησε να τον επισκέπτεται τον χειμώνα όταν ήταν στη Β’ Λυκείου, 16 ετών. Οι συζητήσεις για το σεξ ξεκίνησαν πρόσφατα, μια μέρα πριν το περιστατικό, το οποίο συνέβη στις 2/7/2024, ημέρα Τρίτη, δηλαδή την 1/7/2024. Την προηγούμενη μέρα, δηλαδή τη Δευτέρα, είχε ραντεβού για συνεδρία και την Τρίτη έκλεισαν ραντεβού για να πάνε να πάρουν μπογιές για τον τοίχο. Η συνάντησή τους την 1/7/2024 έλαβε χώρα στις 18:00 και στις 2/7/2024 ο Κατηγορούμενος πήγε για να την παραλάβει περίπου η ώρα 13:00 από το σπίτι της ενώ της είχε στείλει σχετικό μήνυμα. Ως ανέφερε, έτυχε ακόμα μια φορά να την παραλάβει από το σπίτι της για συνεδρίαση. Το ότι της άρεσαν οι πιο μεγάλοι άντρες του το ανέφερε η ίδια πριν από κάποιους μήνες, όταν το είχε συνειδητοποιήσει από μόνη της, και του το ανέφερε επειδή τον εμπιστευόταν, πολύ πριν τη συζήτηση περί σεξ. Η ερώτηση του Κατηγορούμενου αν ξέρει να φιλά και να κάνει «πίπα», έλαβε χώρα την προηγούμενη μέρα πριν το περιστατικό. Όταν την ρώτησε αν θέλει να της μάθει να κάνει σεξουαλικά πράγματα, η ίδια τον ρώτησε «πώς», ο Κατηγορούμενος δεν της απάντησε και μετά προχώρησαν σε άλλο θέμα. Ανέφερε ότι «οκ» του είπε την επόμενη μέρα, όταν έγινε το περιστατικό. Συγκεκριμένα, την ρώτησε αν νιώθει άνετα και η ίδια του είπε «οκ», αν και δεν ένιωθε άνετα, αλλά του είπε «οκ» επειδή ήταν ο ψυχολόγος της και νόμιζε ότι ήταν για το καλό της. Ως διευκρίνισε στη συνέχεια, είπε «οκ» όταν την φίλησε. Αναφερόμενη στο φιλί, η Παραπονούμενη ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος είχε διαδικτυακό ραντεβού και της είπε να περιμένει κάτω, ενώ προτού ο Κατηγορούμενος πάει πάνω της είπε «δώσμου ένα φιλούι» και τη φίλησε πρώτα στο μάγουλο και μετά στο στόμα. Μετά, όταν πήγαν πάνω την ξαναφίλησε και προχώρησαν στο στοματικό. Το φιλί αυτό είχε διάρκεια λίγα δευτερόλεπτα. Διευκρίνισε ότι μετά που τελείωσε από το διαδικτυακό ραντεβού, ο Κατηγορούμενος πήγε κάτω, είπε στην ίδια να πάει πάνω και πήγε στο γραφείο του όπου στην οθόνη του ηλεκτρονικού υπολογιστή προβαλλόταν «porn». Εκείνη την ώρα την φίλησε και μετά προχώρησε στο στοματικό. Σε ό,τι αφορά τον ηλεκτρονικό υπολογιστή, στην αρχή δεν πρόσεξε τι υπήρχε στην οθόνη αλλά όταν έκατσε δίπλα του, της έδειξε και έβαλε βίντεο. Ως ανέφερε, κάθονταν δίπλα‑δίπλα, πίσω από το γραφείο και μπροστά από την οθόνη. Το «porn» έδειχνε «παρτούζες». Εκείνη την ώρα την ρώτησε αν της αρέσει αυτό το πράγμα και του είπε όχι και όταν την ρώτησε αν ντρέπεται του είπε ναι. Ο ίδιος της είπε να μην ντρέπεται για κάτι που της αρέσει και ότι αφού δεν πειράζει κανένα, να μην ντρέπεται για εκείνο που κάνει. Η ίδια δεν απάντησε κάτι εκείνη τη στιγμή. Τότε ξεκίνησε να την φιλά με τη γλώσσα. Ήταν για την ίδια άβολο και ήταν με τη συγκατάθεσή της. Ενώ την φιλούσε, της έβαλε το χέρι της πάνω στο παντελόνι του, στο «erection» του και μετά την έβαλε να γονατίσει. Ο ίδιος έβγαλε το παντελόνι του και κατέβασε το εσώρουχό του. Οι καρέκλες τους βρίσκονταν απέναντι, φιλιόντουσαν ενώ κάθονταν στην καρέκλα και όταν την έβαλε να γονατίσει στο έδαφος, εκείνος στάθηκε και έβαλε στο στόμα της το πέος του και του έκανε στοματικό. Η Παραπονούμενη εκείνη την ώρα δεν ένιωθε κάτι, ένιωθε ότι ήταν ένα όνειρο, χωρίς να του αναφέρει οτιδήποτε, ενώ ο Κατηγορούμενος εκείνη τη στιγμή της έλεγε ότι την αγαπά και ότι είναι πολύ σέξι. Σε σχέση με την προδοσία και την παραπλάνηση που ανέφερε, εξήγησε ότι επειδή ο Κατηγορούμενος ήξερε ότι ήθελε να σπουδάσει ψυχολόγος, της είπε ότι αν θέλει να γίνει καλή ψυχολόγος και να ζήσει τη ζωή της όπως θέλει πρέπει να ντύνεται σέξι και να μην ντρέπεται για τίποτα. Επειδή του είπε ότι ήθελε να γίνει σαν εκείνον, δηλαδή καλός ψυχολόγος, της είπε ότι θα την μάθαινε να ήταν όπως τον ίδιο. Η συζήτηση αυτή έγινε πριν το περιστατικό. Ανέφερε πως κατά τη στιγμή του στοματικού έρωτα, ο Κατηγορούμενος δεν φορούσε φανέλα όπως ούτε και όταν της έδωσε το πρώτο φιλί όταν ήταν κάτω. Η πράξη που περίγραψε διήρκησε περίπου 5 λεπτά, ενώ ο Κατηγορούμενος εκσπερμάτωσε μέσα στο στόμα της και της είπε ότι είναι καλό για την υγεία της αν καταπιεί μετά το σπέρμα. Μετά ο Κατηγορούμενος πήρε σάντουιτς να φάει, την ρώτησε αν ήθελε και η ίδια να φάει και του είπε όχι γιατί ένιωθε ότι δεν μπορούσε. Μετά το περιστατικό, ο ίδιος ανέβασε το παντελόνι του και έκατσαν στις καρέκλες του γραφείου του, έβλεπαν τηλεοπτικές εκπομπές στον ηλεκτρονικό υπολογιστή και συζητούσαν μέχρι που τηλεφώνησε η μητέρα της και την πήγε στο σπίτι. Σε σχέση με την αναφορά στην αδελφή της, ανέφερε ότι έγινε την επόμενη μέρα όταν ήταν με την Μ.Κ.3 και την Μ.Κ.4 και έβλεπαν την εκπομπή «Power of Love» ή κάτι άλλο με τυφλά ραντεβού. Η Παραπονούμενη ρώτησε την Μ.Κ.3 πώς νιώθει κάποιος όταν είναι ερωτευμένος γιατί νόμιζε ότι ήταν ερωτευμένη μετά από το περιστατικό και επειδή ένιωσε πολύ περίεργα. Τους είπε, επίσης, ότι γίνεται κάτι με ένα πιο μεγάλο της, την ρώτησαν με ποιον αλλά δεν ήθελε να πει γιατί ένιωθε πολύ άβολα. Την επόμενη μέρα είπε στην Μ.Κ.4 ότι ήταν με τον ψυχολόγο της. Ακολούθως, βρήκε στο διαδίκτυο ότι ο ψυχολόγος δεν γίνεται να κάνει κάτι με ένα πελάτη του και έμαθε ότι ο Κατηγορούμενος δεν ήταν καν εγγεγραμμένος ως ψυχολόγος. Μετά τη συζήτηση της με την Μ.Κ.4 συνειδητοποίησε ότι ήταν λάθος ενώ το είπε και στην Μ.Υ. 3, η οποία ήξερε τον Κατηγορούμενο και αυτή της είπε ότι έγινε κάτι παρόμοιο και με άλλη κοπέλα, η οποία ήταν κόρη μιας πελάτισσάς της. Η Παραπονούμενη ανέφερε, περαιτέρω πως ο Κατηγορούμενος ήταν γενικότερα σοβαρός και η ίδια πολύ ντροπαλή, ενώ όποτε πήγαινε εκεί, ένιωθε κάτι περίεργο, δηλαδή αγχωνόταν να πάει, χωρίς, όμως, να ξέρει το γιατί. Σε σχέση με την ερώτησή της ως προς το πώς νιώθει κάποιος όταν είναι ερωτευμένος, διευκρίνισε ότι με αυτήν εννοούσε κατά πόσο η καρδία κτύπα δυνατά ή το νιώθεις μέσα σου. Ο λόγος που το ρώτησε ήταν γιατί ένιωθε και η ίδια κάτι περίεργο θεωρώντας ότι ήταν τύψεις που νόμιζε ότι ήταν αγάπη για τον Κατηγορούμενο. Ανέφερε πως μετά το περιστατικό θα κανόνιζαν για τον τοίχο και το σχέδιο αλλά τελικά δεν ξαναμίλησαν. Ερωτούμενη κατά πόσο το στοματικό έγινε με τη θέλησή της ή όχι, ανέφερε ότι εκείνη την ώρα δεν είπε κάτι αλλά ένιωθε κάπως άβολα. Περαιτέρω, ανέφερε ότι εκείνη τη στιγμή έτρεμε και ανέφερε στον Κατηγορούμενο ότι δεν ήξερε γιατί τρέμει και αυτός της είπε πως είναι επειδή ζούσε μια εμπειρία. Μετά το περιστατικό ένιωθε πολλές τύψεις. Ερωτούμενη κατά πόσο όταν συνέβηκε το περιστατικό με το στοματικό είπε στον Κατηγορούμενο να σταματήσει, απάντησε αρνητικά. Περαιτέρω ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος της είπε πως επειδή δεν είχε κλείσει ακόμη 18 ετών, δεν θα έκαναν σεξ ενώ η ίδια δεν του απάντησε τίποτα. Ανέφερε ότι ήθελε να ασχοληθεί επαγγελματικά με την ψυχολογία.
Κατά την προφορική εξέτασή της, ανέφερε πως η συζήτησή της με τον Κατηγορούμενο για το σεξ ήταν απρόοπτη και γι' αυτό ένιωθε άβολα. Διευκρίνισε ότι η πρώτη ερώτηση σε σχέση με το θέμα αυτό ήταν περί τα μέσα του χρόνου που έκανε συνεδρίες, όταν την ρώτησε αν είχε ολοκληρωμένη σχέση, δηλαδή αν έχει κάνει σεξ με αγόρι και του απάντησε πως δεν έκανε. Πρόσθεσε στη συνέχεια πως ο Κατηγορούμενος την ρωτούσε συνέχεια αν είχε αγόρι και απαντούσε αρνητικά. Η ίδια ένιωθε άβολα γιατί ένιωθε πίεση αφού δεν θεωρούσε ότι έπρεπε να έχει σχέση στην ηλικία που ήταν. Μετά την αναφορά της προς τον Κατηγορούμενο ότι της άρεσαν οι πιο μεγάλοι άντρες, ο Κατηγορούμενος την ρώτησε πόσο πιο μεγάλοι και η ίδια του είπε περίπου 25 - 30 - 40 χρονών. Η εν λόγω αναφορά έγινε κάποιους μήνες πριν το περιστατικό. Ο Κατηγορούμενος τότε χαμογέλασε και της είπε «χαίρομαι που το παραδέχεσαι». Η συζήτηση ως προς το κατά πόσο ήθελε να της μάθει να φιλά και να κάνει σεξουαλικά πράγματα έλαβε χώρα μια μέρα πριν το περιστατικό ενώ μετά που της ανέφερε ότι θα της μάθαινε ο ίδιος, τον ρώτησε «πώς», πλην, όμως εκείνος δεν της απάντησε και η ίδια ένιωσε άβολα. Ως προς την αναφορά ότι απάντησε «εντάξει» θεωρώντας ότι ήταν για το καλό της, εξήγησε πως την αντιλαμβανόταν στο πλαίσιο του ότι της έλεγε συνέχεια πως θέλει να την κάνει γυναίκα, να της μάθει πως να συμπεριφέρεται σαν κανονική γυναίκα και ότι θα την έκανε σαν τον ίδιο, έξυπνη με εμπειρία. Η ίδια αντιλαμβανόταν ότι θα την έκανε πιο δυναμική ως άνθρωπο και όχι στο σεξουαλικό κομμάτι. Αυτά έλαβαν χώρα σε συνεδρίες ένα με δύο μήνες περίπου πριν το περιστατικό αλλά και μια μέρα πριν το περιστατικό. Ως προς το πως προέκυψε το να του βάψει τον τοίχο, η Παραπονούμενη ανέφερε ότι το θεώρησε φυσιολογικό ενόψει του ότι του είχε πωλήσει κάποιους πίνακες, ο Κατηγορούμενος ήξερε ότι της αρέσει η τέχνη και θα ήταν για την ίδια μια καινούργια εμπειρία. Ερωτούμενη σε σχέση με το βίντεο στον ηλεκτρονικό υπολογιστή, η Παραπονούμενη ανέφερε ότι ήταν μια κοπέλα με δύο άντρες και έκαναν παρτούζα. Επανέλαβε πως ο υπολογιστής βρισκόταν πάνω στο γραφείο του Κατηγορούμενου, ο Κατηγορούμενος βρισκόταν πίσω από το γραφείο και της είπε να κάτσει ακριβώς δίπλα του, σε δεύτερη καρέκλα επίσης πίσω από το γραφείο. Σε εκείνο το στάδιο, ανέφερε, πέραν των πιο πάνω, ότι την είχε ρωτήσει αν είχε αγγίξει ποτέ τον εαυτό της και του απάντησε αρνητικά ενώ ο ίδιος την ρώτησε γιατί και γιατί να ντρέπεται για κάτι που της αρέσει χωρίς η ίδια να του είχε πει ποτέ ότι της αρέσει κάτι τέτοιο. Πριν βάλει πορνογραφικό περιεχόμενο στον υπολογιστή, ενώ η ίδια ήταν κάτω στο υπόγειο του σπιτιού του, ο Κατηγορούμενος πρώτα την φίλησε στο στόμα και μετά στο μάγουλο και η ίδια τον φίλησε πίσω ενώ ένιωθε πολύ άβολα και φόβο γιατί ήταν μόνοι τους μέσα στο σπίτι, και τη φίλησε ξαφνικά ενώ δεν το περίμενε. Ως ανέφερε, ένιωθε πάρα πολύ άβολα επειδή μπορούσε να τη βιάσει εκείνη τη στιγμή, πάγωσε και δεν μπορούσε να μιλήσει. Ενώ ο Κατηγορούμενος την πίεζε να τον φιλήσει πίσω, η ίδια δεν το έκανε και την ρώτησε γιατί. Στη συνέχεια της μαρτυρίας της περιέγραψε τον χώρο του Κατηγορούμενου. Κατά τη διάρκεια του στοματικού, η Παραπονούμενη ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος της έλεγε ότι ήταν πάρα πολύ όμορφη, ότι την αγαπά και ότι ήταν πολύ καλή στο στοματικό ενώ η ίδια έκανε απλά ό,τι της έλεγε. Στον υπολογιστή έδειχνε μια κοπέλα που έκανε στοματικό σε ένα από τους άντρες και ο Κατηγορούμενος της είπε «έλα να μου το κάνεις και εσύ τούτο». Εκείνη τη στιγμή η ίδια δεν του είπε τίποτα, είχε παγώσει και επειδή φοβόνταν να εκφραστεί έκανε απλά ό,τι της έλεγε. Το εν λόγω περιστατικό είχε διάρκεια περίπου 5 λεπτά και ο Κατηγορούμενος της είπε να τον αφήσει να εκσπερματώσει μέσα στο στόμα της, να το καταπιεί και ότι είναι υγιές. Η ίδια τον άφησε να το κάνει χωρίς να του πει τίποτα. Δεν της άρεσε καθόλου και ένιωθε ντροπή. Μετά το στοματικό της έβαλε να βλέπει εκπομπές στον υπολογιστή, Φάρμα και Survivor, καθόταν σιωπηλή και κτύπησε το τηλέφωνό του. Ήταν η φίλη της μητέρας της, η Μ.Υ.3, η οποία του είπε ότι η μητέρα της προσπαθεί να την πάρει τηλέφωνο. Το τηλέφωνο της ίδιας ήταν στο αθόρυβο, όπως της είχε πει να πράξει ο Κατηγορούμενος. Η Μ.Υ.3 τους είπε ότι η μητέρα της την ψάχνει και κλαίει γιατί αγχώθηκε ότι κάτι της συνέβη. Ο Κατηγορούμενος ρωτούσε την Παραπονούμενη συνέχεια αν είπε κάτι επειδή της είχε πει, τόσο πριν όσο και μετά, να μην το πει σε κανένα. Η ίδια του είπε όχι και αυτός της είπε να την πάρει σπίτι αμέσως. Ενώ η ίδια έβλεπε εκπομπές ο Κατηγορούμενος έτρωγε σάντουιτς. Μετά το στοματικό ο Κατηγορούμενος πήγε να πλυθεί και όταν ήρθε πίσω της έβαλε τις εκπομπές και την ρώτησε αν ήθελε να φάει κάτι και του είπε όχι. Στη διαδρομή προς το σπίτι της, ο Κατηγορούμενος της είπε να μην το πει σε κανένα και την ρώτησε αν τον εμπιστεύεται. Η ίδια δεν του απάντησε γιατί ήταν ταραγμένη και αναρωτιόταν αν εκείνο που έκανε ήταν σωστό. Ως ανέφερε, νόμιζε ότι ήταν σωστό επειδή είχε παραπλανηθεί ότι ήταν για το καλό της. Ως προς την προδοσία που ανέφερε ότι ένιωθε, ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος ήταν ο μόνος στον οποίο μπορούσε να απευθυνθεί για να του πει τι νιώθει και τι περνά και θεωρούσε ότι ήταν ο μόνος που την καταλάβαινε. Μετά το περιστατικό ένιωθε προδοσία, πολλή μοναξιά και ότι δεν είχε σωτηρία. Ο Κατηγορούμενος ένιωθε ότι ήταν ο σωτήρας της και τον είχε όπως τον πατέρα της. Ως προς την παραπλάνηση, ανέφερε ότι της έλεγε ότι ήταν έξυπνη, όμορφη, ότι ήθελε να την κάνει γυναίκα και την έκανε να πιστέψει ότι αυτό που πήγαινε να κάνει ήταν σωστό και καλό για την ίδια. Διευκρίνισε, επίσης, ότι της είπε να μην το πει σε κανένα μια μέρα πριν το περιστατικό και μετά το περιστατικό μέσα στο αυτοκίνητο. Πριν παρκάρει έξω από το σπίτι της, της είπε, επίσης, ότι πολλοί άνθρωποι τον πρόδωσαν και να μην το κάνει και η ίδια. Αυτή του απάντησε «εντάξει» χωρίς να ξέρει για ποιο πράγμα μιλούσε επειδή του είχε εμπιστοσύνη και δεν θεώρησε ότι θα της έκανε κάτι κακό. Σε σχέση με την αναφορά του Κατηγορούμενου ότι οι γυναίκες είναι καλές μόνο για το σεξ, η Παραπονούμενη ανέφερε πως όταν ήρθε να την πάρει από το σπίτι της και ήταν στον δρόμο, άρχισε να την ρωτά αν τον έβρισκε όμορφο ως άντρα. Δεν του είχε απαντήσει επειδή εκείνη την ώρα ένιωθε πάρα πολύ άβολα γιατί ήταν μόνοι στο αυτοκίνητο και ο ίδιος την πίεζε. Μετά ακολούθησε η πιο πάνω αναφορά χωρίς να του πει η Παραπονούμενη οτιδήποτε. Σε σχέση με την αναφορά της πως κατά τη διάρκεια του στοματικού ένιωθε ότι ήταν απλά ένα όνειρο, ανέφερε πως ένιωθε ότι δεν το ζούσε όντως αυτό το πράγμα, το μυαλό της ήταν θολό, πάγωσε και ήταν σαν κάτι που δεν έζησε ποτέ. Σε σχέση με το ότι ήθελε να γίνει ψυχολόγος και την αναφορά του Κατηγορούμενου ότι θα την μάθαινε να ήταν όπως τον ίδιο, η Παραπονούμενη ανέφερε ότι θεωρούσε πως θα την βοηθούσε να είναι καλή ψυχολόγος και πιο δυναμικός άνθρωπος όπως τον ίδιο. Η συζήτηση σε σχέση με την επαγγελματική επιλογή της Παραπονούμενης έγινε στην αρχή των συνεδριών και η αναφορά ότι θα την έκανε όπως τον ίδιο έγινε πριν από πολύ μεγάλο διάστημα. Συνειδητοποίησε πως το ότι του έκανε στοματικό ήταν λάθος όταν το έλεγε στην αδελφή της μετά από κάποιες μέρες. Αναφέρθηκε, περαιτέρω, στη συνάντηση της με την Μ.Υ. 3, της όποιας ο Κατηγορούμενος ήταν ο ψυχολόγος. Ανέφερε, επίσης, ότι ένιωθε περίεργα από την πρώτη μέρα που πήγε στο γραφείο του και έπειτα κάθε φορά που πήγαινε αγχωνόταν. Ως ανέφερε ο λόγος που ρώτησε τις Μ.Κ3 και Μ.Κ.4 για το πώς είναι όταν νιώθεις ερωτευμένος ήταν επειδή μετά από αυτό που έγινε μεταξύ τους ένιωθε ότι και η ίδια τον αγαπά και, επειδή ήταν παραπλανημένη, οι τύψεις που ένιωθε νόμιζε ότι ήταν αγάπη και δεν ήθελε να παραδεχτεί ότι έκανε κάτι λάθος. Σε σχέση με την αναφορά του Κατηγορούμενου ότι επειδή δεν έκλεισε ακόμη τα 18 δεν θα έκαναν σεξ, η Παραπονούμενη ανέφερε ότι δεν θυμόταν ακριβώς πότε της το είπε και η ίδια δεν του απάντησε κάτι.
Κατά την αντεξέτασή της, ανέφερε ότι η απόφαση να επισκεφθεί ψυχολόγο ήταν δική της και ότι το σκεφτόταν για μήνες. Τα οικογενειακά θέματα αφορούσαν τη σχέση του πατέρα και της μητέρας της αλλά και την ίδια αφού ήταν μπροστά. Πριν αρχίσει τις συναντήσεις ήταν πολύ αντικοινωνική, η σχέση της με τον πατέρα της δεν ήταν καλή και δεν μιλούσαν σχεδόν καθόλου ενώ με την μητέρα της ήταν πιο καλή και μιλούσαν κάθε μέρα, λέγοντας η μιά στην άλλη τα προβλήματά τους. Ως προς τη σχέση της με την Μ.Κ.3, ανέφερε ότι ήταν πολύ καλή και μεταξύ τους συζητούσαν τα διάφορα ζητήματα της καθημερινότητας. Με τους μεγαλύτερους αδελφούς της δεν μιλούσαν σχεδόν καθόλου γιατί είχαν τις δικές τους οικογένειες και δεν ήταν πολύ κοντά. Ανέφερε, επίσης, ότι ένιωθε ότι όλοι ήταν εναντίον της ειδικά μετά το περιστατικό με τον Κατηγορούμενο, αλλά και πριν πάει σε αυτόν. Διευκρίνισε ότι ένιωθε αποκομμένη από την οικογένειά της, εκτός από την αδελφή και την μητέρα της. Οι σχέσεις τους παρέμειναν οι ίδιες και μετά το περιστατικό. Ανέφερε, περαιτέρω, ότι είχε μια φίλη στο σχολείο και σπάνια έκαναν παρέα έξω από το σχολείο, ενώ αναφέρθηκε και σε μια άλλη φίλη της, την Γ., με την οποία δεν ήταν πολύ καλές φίλες επειδή μπορεί μερικές φορές να ζήλευε τη φιλία της με την άλλη φίλη της. Ως προς τα ψυχολογικά προβλήματα που είχε, ανέφερε ότι δεν ένιωθε καλά και είχε κάποιου είδους κατάθλιψη. Όσον αφορά τις σχέσεις της με την οικογένειά της, η Παραπονούμενη ανέφερε πως ο Κατηγορούμενος επέμενε στο να κτίσει μια καλή σχέση με τον πατέρα της, πράγμα που προσπάθησε για αρκετό καιρό, πλην, όμως, δεν έγινε κατορθωτό καθώς δεν ανταποκρίθηκε ο πατέρας της. Συμφώνησε ότι μετά από τις συναντήσεις της με τον Κατηγορούμενο και αυτά που την συμβούλευε να κάνει, ένιωθε σιγά-σιγά να βελτιώνεται η ψυχολογική της κατάσταση, δηλαδή να είναι πιο ανοικτή και να μην είναι κλειστή στον εαυτό της καθώς πιο κοινωνική από ό,τι ήταν προηγουμένως. Σε αυτό το πλαίσιο βελτιώθηκαν και οι βαθμοί της στο σχολείο. Δέχτηκε, επίσης ότι την δυνάμωσε ως άνθρωπο. Αντεξετάστηκε, περαιτέρω, σε σχέση με τη συζήτησή τους για το σεξ. Δέχτηκε ότι κατά τις συναντήσεις τους μιλούσαν σε σχέση με τις επαφές των φίλων της με αγόρια και σε σχέση με την ίδια την ρωτούσε γενικά αν είναι ετεροφυλόφιλη ή ομοφυλόφιλη και η ίδια του έλεγε ότι της αρέσουν τα αγόρια. Ανέφερε, περαιτέρω, ότι θεωρούσε τον Κατηγορούμενο πολύ καλό ψυχολόγο γιατί την βοήθησε σε πολλά άλλα θέματα και σε αυτό το πλαίσιο το ότι την πίεζε να βρει αγόρι δεν το θεωρούσε ακραίο. Της έλεγε ότι στην ηλικία της είναι φυσιολογικό να κάνει σεξ, πως πολλοί στην ηλικία της το κάνουν οπόταν θα έπρεπε να κάνει και η ίδια. Της υποβλήθηκε ότι η ίδια δεν είχε κανένα πρόβλημα να μιλά για σχέσεις, είτε με το ίδιο είτε με το αντίθετο φύλο, και ότι η ίδια είχε πει στον Κατηγορούμενο ότι είχε πειραματιστεί με μια φίλη της. Η Παραπονούμενη ανέφερε πως δεν θυμόταν να του είπε τέτοιο πράγμα όμως ανέφερε ότι είχε φιλήσει μια φίλη της με την οποία ήταν κολλητή χωρίς αυτό να σήμαινε κάτι. Εξήγησε, περαιτέρω, τους λόγους που δεν ένιωσε άβολα να μιλήσει σχετικά στην Μ.Κ.9. Ανέφερε, επίσης ότι διέκοψε τις επισκέψεις της στον Κατηγορούμενο για 6 μήνες και μετέπειτα συνέχισε. Ανέφερε ότι είχε αποφασίσει να σπουδάσει ψυχολογία πριν ξεκινήσει τις συναντήσεις με τον Κατηγορούμενο. Με την αδελφή της διέμενε για ένα μήνα περίπου ενώ ξεκίνησε να μένει μαζί της κάποιες μέρες μετά το περιστατικό επειδή ένιωθε άβολα να μένει με τους γονείς της μετά που έμαθαν για αυτό. Επανέλαβε ότι η συζήτησή τους περί σεξ στην οποία αναφέρθηκε στην οπτικογραφημένη της κατάθεση, έγινε μια μέρα πριν το περιστατικό. Διευκρίνισε ότι ο Κατηγορούμενος την ρώτησε αν είχε ολοκληρωμένη σχέση περί τα μέσα του χρονικού διαστήματος που την παρακολουθούσε ενώ μια μέρα πριν το περιστατικό την ρώτησε αν θέλει να την μάθει πώς να φιλά και να κάνει σεξουαλικά πράγματα. Περαιτέρω, ερωτούμενη σχετικά ανέφερε πως όταν την ρώτησε αν θέλει να την μάθει να φιλά και να κάνει σεξουαλικά πράγματα, εκείνη την στιγμή δεν είπε τίποτε και δεν είπε «οκ» στο να της μάθει πώς να φιλά και σεξουαλικά πράγματα. Τον ρώτησε «πώς» και αυτός δεν της απάντησε. Στη συνέχεια, αφού της έγινε αναφορά στην οπτικογραφημένη κατάθεσή της πως «οκ» του είπε την μέρα που έγινε το περιστατικό, ανέφερε πως δεν ενθυμούταν μια συγκεκριμένη στιγμή να είπε «οκ», ότι δεν είπε «οκ» την μέρα που έγινε το περιστατικό και πως όταν της είπε να του κάνει στοματικό έρωτα δεν είπε τίποτε, πράγμα που εκείνη τη μέρα το θεωρούσε ως «οκ».
Σε σχέση με τις επισκέψεις της στον Κατηγορούμενο, ανέφερε ότι στην αρχή πήγαινε κάθε εβδομάδα και αργότερα έγιναν πιο αραιές. Δεχόμενη ότι η συζήτηση περί του αν ήθελε να την μάθει να φιλά και να κάνει σεξουαλικά πράγματα και η αναφορά ότι οι γυναίκες είναι καλές μόνο για σεξ, έγιναν την προηγούμενη μέρα του περιστατικού, ρωτήθηκε γιατί την επόμενη μέρα έκλεισαν ραντεβού να πάνε να αγοράσουν μπογιές για τον τοίχο. Ανέφερε σχετικά ότι το μυαλό της δεν πήγε στο ότι θα το έκανε όντως, ότι δηλαδή θα την μάθαινε να κάνει σεξουαλικές πράξεις ή να φιλά τη στιγμή που της είπε να βάψει τον τοίχο του, θεωρώντας τα δύο πράγματα πολύ διαφορετικά. Στη συνέχεια ρωτήθηκε κατά πόσο μέχρι τη στιγμή που πήγε στο σπίτι του υπήρχε οτιδήποτε που να την έκανε να θεωρεί ότι υπήρχε κίνδυνος ο Κατηγορούμενος να επιθυμεί οτιδήποτε σεξουαλικό όταν θα πήγαιναν στο σπίτι του. Η Παραπονούμενη ανέφερε ότι όταν την παρέλαβε από το σπίτι της και στο αυτοκίνητο της είπε ότι οι γυναίκες είναι μόνο καλές για σεξ και «πίπα» και την ρώτησε αν της αρέσει ο ίδιος, ένιωσε ότι κάτι μπορεί να γίνει. Ερωτούμενη κατά πόσο ζήτησε για τη δική της ασφάλεια να την επιστρέψει πίσω, ανέφερε ότι το σκέφτηκε αλλά από την άλλη σκέφτηκε και ότι ο Κατηγορούμενος θα αρνούνταν και ότι μπορεί την βίαζε εκείνη την ώρα ή να της επιτιθόταν και είχε παγώσει. Στη βάση του ότι τα McDonalds ήταν περίπου 10 λεπτά περπάτημα από το σπίτι της, ανέφερε ότι δεν σκέφτηκε να επιτρέψει πίσω επειδή η εκεί μετάβαση τους ήταν πριν να αρχίσει να της λέει ότι οι γυναίκες είναι μόνο καλές για σεξ και να της κάνει παράξενες ερωτήσεις, οι οποίες ξεκίνησαν όταν ήταν στον αυτοκινητόδρομο προς το σπίτι του. Στο ίδιο πλαίσιο ανέφερε ότι δεν σκέφτηκε να καλέσει τη μητέρα της ή την αδελφή της επειδή είχε παγώσει ολόκληρη και έτρεμε, μέχρι και που έφτασαν στο σπίτι του ενώ συνέχισε να είναι παγωμένη και όταν έφτασαν στο σπίτι του. Δέχθηκε πως κατά τη διαδρομή προς το σπίτι του Κατηγορούμενου σταμάτησαν στο Σούνι σε ένα φούρνο και της έδωσε λεφτά για να πάρει αλμυρά και καφέ. Στη συνέχεια είπε ότι ανέφερε στην μητέρα της ότι θα πήγαινε να μπογιατίσει τον τοίχο του Κατηγορούμενου μια μέρα προηγουμένως από κοντά και την ίδια μέρα σε μήνυμα. Δέχθηκε ότι μια μέρα πριν το περιστατικό εντόπισε κάποια σχέδια στο διαδίκτυο και τα έστειλε τον Κατηγορούμενο για να αποφασίσει ποιο ήθελε να κάνει στον τοίχο του. Ήταν ο Κατηγορούμενος που την ρώτησε αν ήθελε να μπογιατίσει τον τοίχο του και η ίδια απάντησε οκ και πως θα της άρεσε γιατί δεν το είχε ξανακάνει. Την ικανοποίησε αρκετά το ότι αγόρασε προηγουμένως πίνακες από την ίδια. Ερωτούμενη πότε αγόρασαν τις μπογιές ανέφερε ότι πήγαν να τις αγοράσουν μετά το περιστατικό. Όταν επέστρεψαν στο σπίτι μετά την αγορά των μπογιών, τότε ήταν που τηλεφώνησε η Μ.Υ.3. Συμφώνησε ότι χρειάστηκαν περίπου 30 ‑ 40 λεπτά για να φτάσουν από το σπίτι της στο σπίτι του.
Στη συνέχεια ανέφερε πως όταν αρχικά έφτασαν στο σπίτι του, η ίδια έκατσε στον καναπέ, στην κουζίνα, και ο ίδιος πήγε να κάνει μπάνιο αλλά προηγουμένως πήγε και την φίλησε. Σε σχέση με αυτό δεν θυμόταν να ανέφερε «οκ», ενώ ανέφερε πως όταν την φίλησε δεν είπε τίποτε, έμεινε σιωπηλή γιατί είχε παγώσει και ο Κατηγορούμενος την ρώτησε «γιατί δεν με φιλάς πίσω». Ως ανέφερε, την πίεζε να τον φιλήσει πίσω αλλά η ίδια δεν το έκανε. Στη συνέχεια ανέφερε ότι δεν θυμόταν εάν ήταν πριν το μπάνιο ή μετά που την φίλησε. Μετά το μπάνιο πήγε πάνω στο γραφείο του, όπου είχε δουλειά μέσω Skype, ως ο ίδιος της ανέφερε, λέγοντας της μετά που θα τελείωνε να πήγαινε και η ίδια. Στη συνέχεια της αντεξέτασης ανέφερε ότι δεν ανταπέδωσε το φιλί στο στόμα. Σε σχέση με τη διαδικτυακή συνάντηση η Παραπονούμενη δεν θυμόταν πόση ώρα ακριβώς διήρκησε. Ερωτούμενη ως προς τον λόγο που δεν τηλεφώνησε είτε στη μητέρα της είτε στην Μ.Κ.4 είτε στα αδέλφια της κατά το χρόνο που ο Κατηγορούμενος ήταν απασχολημένος με το Skype, η Παραπονούμενη απάντησε ότι δεν το σκέφτηκε εκείνη την ώρα να τηλεφωνήσει σε κάποιον. Ως περαιτέρω ανέφερε, όταν ο Κατηγορούμενος τελείωσε τη δουλειά του στο Skype είτε κατέβηκε είτε της φώναξε να πάει η ίδια πάνω. Θεώρησε ότι θα πήγαινε πάνω σε σχέση με το μπογιάτισμα, χωρίς να καταλάβει για ποιο τοίχο της μιλούσε. Ως ανέφερε, της είπε ότι θα έβαφε ένα τοίχο εκεί που ήταν η σκάλα, πλην, όμως, επειδή είχε πολλούς τοίχους δεν ήταν σίγουρη για ποιο συγκεκριμένο μιλούσε. Ερωτούμενη κατά πόσο, έχοντας προηγηθεί αυτά που ανέφερε στο κάτω μέρος του σπιτιού και νοουμένου ότι όταν πήγε πάνω ο Κατηγορούμενος δεν φορούσε φανέλα, θέλησε να του πει ότι δεν αισθάνεται καλά και ότι είχε παγώσει, ανέφερε ότι δεν του είπε κάτι τέτοιο επειδή εκείνη την ώρα θα μπορούσε να της είχε αρνηθεί και να γινόταν οτιδήποτε. Ανέφερε στη συνέχεια ότι δεν σκέφτηκε λύση ενώ φοβόταν και ένιωθε παγωμένη. Περαιτέρω, ανέφερε πως με αυτά που της είπε στο αυτοκίνητο, ο Κατηγορούμενος ήταν άλλος άνθρωπος και δεν ήταν ο ίδιος άνθρωπος με αυτόν που του είχε εμπιστοσύνη. Παγωμένη ένιωθε και όταν είδε αυτά που προβάλλονταν στην οθόνη του υπολογιστή του. Ως δέχτηκε, ο φόβος και το πάγωμα που ένιωθε την έκαναν να θέλει να φύγει και ερωτούμενη κατά πόσο σκέφτηκε να ανοίξει την πόρτα ανέφερε ότι θα μπορούσε να το κάνει αλλά μπορεί ο Κατηγορούμενος να είχε όπλο μαζί του και να έκανε το οτιδήποτε για να την κάνει να μείνει. Στη συνέχεια ανέφερε ότι έβαλε το χέρι της πάνω στο γεννητικό του όργανο. Αναφέρθηκε σε αγγλικές λέξεις κατά την οπτικογραφημένη κατάθεση της επειδή ένιωθε άβολα. Επέμενε στη συνέχεια ότι η ίδια δεν φίλησε πότε τον Κατηγορούμενο πίσω και υποδεικνύοντας της την σχετική αναφορά στην οπτικογραφημένη κατάθεση της περί του ότι τον φίλησε και η ίδια πίσω, ανέφερε ότι δεν το θυμόταν αλλά και να τον φίλησε πίσω ήταν επειδή μπορεί να την πίεσε. Στη συνέχεια προσέθεσε πως την πίεζε συνέχεια να τον φιλήσει πίσω. Υποδεικνύοντας της το Τεκμήριο 5, η Παραπονούμενη ανέφερε ότι ήταν μαζί με τον Κατηγορούμενο όταν αγόρασαν τα πράγματα που αναγράφονται σε αυτό. Ανέφερε περαιτέρω ότι δεν άκουσε τις κλήσεις της μητέρας της επειδή ο Κατηγορούμενος της είπε να βάλει το κινητό της στο αθόρυβο, όταν πήγαν πάνω στο γραφείο του. Το είχε τοποθετήσει πάνω στο γραφείο του μπροστά της, χωρίς όμως να μπορεί να βλέπει ότι την καλούσαν επειδή η θήκη του κινητού κάλυπτε την οθόνη. Ως περαιτέρω ανέφερε, δεν είχε ελέγξει μετέπειτα τις κλήσεις στο κινητό της ενώ πρόσθεσε πως ο Κατηγορούμενος μετά από τηλεφώνημα της Μ.Υ.3 την ρωτούσε ξανά και ξανά εάν το είπε στη μητέρα της και ότι αγχώθηκε. Ερωτούμενη κατά πόσο είπε στη μητέρα της, όταν επέστρεψε στο σπίτι, «πώς κάμνετε έτσι; Σάμπως τζιαί βιάσεν με», ανέφερε ότι δεν το είπε και ότι αυτό που είπε ήταν «γιατί αγχώθηκες τόσο; Δεν έγινε τίποτε». Ανέφερε, επίσης, ότι από την πρώτη μέρα που επισκέφθηκε τον Κατηγορούμενο είχε κακό προαίσθημα αλλά μετά την είχε όντως βοηθήσει, τον θεωρούσε σαν πατέρα της και ένα πολύ σημαντικό άνθρωπο για την ίδια και του είχε εμπιστοσύνη ξεπερνώντας έτσι το κακό ένστικτο που ένιωθε. Όταν ήταν στον αυτοκινητόδρομο, μετά τις αναφορές του, σταμάτησε να του έχει εμπιστοσύνη. Σε σχέση με τη διάταξη του γραφείου, ανέφερε ότι όταν πήγε, οι δύο καρέκλες βρίσκονταν δίπλα-δίπλα πίσω από το γραφείο και ήταν εύκολο να κινηθούν επειδή είχαν τροχάκια. Σε σχέση με την ερώτηση της προς την Μ.Κ.3 ως προς το πώς νιώθει κανείς όταν είναι ερωτευμένος, ανέφερε ότι την ρώτησε γιατί ένιωθε πολλές τύψεις μετά το περιστατικό και ήθελε να ξέρει εάν αυτό που ένιωθε ήταν αγάπη προς τον Κατηγορούμενο ή τύψεις ή οτιδήποτε άλλο. Ανέφερε στη συνέχεια ότι θεωρούσε φυσιολογικό το ότι της άρεσαν οι μεγαλύτεροι άντρες και ήταν σε αυτό το πλαίσιο που ρώτησε τις Μ.Κ.3 και Μ.Κ.4 ποιο είναι το πρόβλημα με το τηλεοπτικό ζευγάρι με διαφορά ηλικίας. Ανέφερε, όμως, ότι αυτό δεν σημαίνει ότι ήθελε τον Κατηγορούμενο. Ερωτούμενη κατά πόσο ήξερε τη διαφορά του να είναι κάποιος ερωτευμένος από το να είναι προδομένος, ανέφερε πως ήξερε το συναίσθημα της προδοσίας αλλά δεν ήξερε το αίσθημα του έρωτα και γι' αυτό ρώτησε τη Μ.Κ.3 σχετικά. Ανέφερε, επίσης, ότι η ίδια ήθελε να γίνει καταγγελία στην Αστυνομία, πλην, όμως, δεν πήγε με την Μ.Κ.4 γιατί δεν ήξερε ότι πήγε να καταγγείλει. Σε υποβολή ότι ρώτησε την Μ.Υ.3 τι είναι ο στοματικός έρωτας και όταν η τελευταία την ρώτησε τι εννοεί και γιατί την ρωτούσε τέτοιο πράγμα, της είπε ότι έκανε στοματικό έρωτα με τη θέλησή της στον Κατηγορούμενο, η Παραπονούμενη ανέφερε πως δεν της είπε πως ήταν με τη θέλησή της. Ερωτούμενη σε σχέση με το πώς ένιωσε όταν επέστρεψε στο σπίτι της, ανέφερε ότι ένιωθε ότι έκανε κάτι που την έκανε γυναίκα ή κάτι που το κάνουν όλες οι κοπέλες στην ηλικία της και ένιωθε αυτοπεποίθηση γι' αυτό που έκανε, χωρίς ακόμη να καταλάβει ότι έκανε κάτι λάθος. Επανέλαβε περαιτέρω ότι ο Κατηγορούμενος της έλεγε ότι αυτό που θα έκανε θα την έκανε να είναι γυναίκα και να συμπεριφέρεται σωστά σαν γυναίκα. Έχοντας της πει και ότι οι γυναίκες είναι καλές μόνο για σεξ και «πίπα», με αυτή την παραπλάνηση, όταν το έκανε, όντως ένιωθε ότι ήταν γυναίκα, όπως της είπε. Ανέφερε, περαιτέρω, ότι παραπλανώντας την ο Κατηγορούμενος της είπε «εσύ πρέπει να κάνεις εκείνες τις συγκεκριμένες πράξεις για να νιώσεις γυναίκα, για να είσαι γυναίκα» και έτσι ένιωσε γυναίκα αφού το έκανε. Σε σχέση με τα αρνητικά συναισθήματα και το πάγωμα που της προκάλεσαν οι αναφορές του στο αυτοκίνητο, ότι όλες οι γυναίκες είναι για σεξ, σε συνάρτηση με τα όσα ανέφερε προηγουμένως, η Παραπονούμενη ανέφερε ότι δεν περίμενε ότι θα την έπαιρνε σπίτι του και να της πει να του κάνει στοματικό, πλην, όμως, όταν έγινε, θεώρησε ότι μπορεί να ήταν για το καλό της και για να την κάνει να νιώσει γυναίκα όπως της είχε πει. Έτσι, στην αρχή θεωρούσε ότι έκανε κάτι σωστό, ενώ μετά όταν το είπε στην αδελφή της συνειδητοποίησε ότι ήταν λάθος. Διευκρίνισε ότι το συνειδητοποίησε η ίδια κατά τη διάρκεια της συζήτησης με την αδελφή της. Ανέφερε περαιτέρω ότι κατά τη συζήτησή της με την Μ.Υ.3, όταν της έλεγε τι συνέβη έκλαιγε και εκείνη την ώρα συνειδητοποίησε ότι ήταν λάθος και δεν ήθελε να ξαναπάει στον Κατηγορούμενο. Ως ανέφερε, όταν μίλησε με την Μ.Υ.3, η αδελφή της δεν είχε ακόμα πάει να καταγγείλει. Ανέφερε, περαιτέρω, ότι η Μ.Υ. 3 δεν της είπε συγκεκριμένα ότι ο Κατηγορούμενος έκανε σε μια άλλη κοπέλα στοματικό, αλλά αυτό που της είπε ήταν ότι έκανε κάτι παρόμοιο με μια άλλη κοπέλα, χωρίς να ξέρει τι ήταν αυτό. Σε υποβολή ότι η Μ.Υ. 3 αυτό που της είπε ήταν ότι συζητούσε και με άλλες κοπέλες τα προσωπικά τους θέματα και μια άλλη κοπέλα της είχε πει ότι ένιωσε και αυτή άβολα, η Παραπονούμενη συμφώνησε. Σε σχέση με τις ερωτήσεις που της υποβλήθηκαν για την εκδρομή στην Αγία Νάπα, η Παραπονούμενη απάντησε πως δεν θυμόταν. Περαιτέρω, ανέφερε ότι η μητέρα της την έπαιρνε στις συνεδρίες και καθόταν έξω από την πόρτα του γραφείου, σε καναπέ. Νόμιζε ότι η μητέρα της άκουγε το τι διαλαμβανόταν, πλην, όμως, ανέφερε ότι τελικά δεν άκουγε και ότι είχαν τσακωθεί για αυτό 2‑3 φορές. Συμφώνησε ότι θεωρούσε ότι η μητέρα της άκουγε επειδή της έλεγε πράγματα τα οποία η Παραπονούμενη έλεγε στον Κατηγορούμενο. Σε σχέση με την αναφορά της πως ο Κατηγορούμενος της είπε να μην το πει σε κανένα, ανέφερε πως δεν κατάλαβε σε ποιο πράγμα αναφερόταν. Σε σχέση με την αναφορά της ως προς το τι θα έκαναν όταν θα έκλεινε 18 χρονών, η Παραπονούμενη ανέφερε πως ο Κατηγορούμενος της είπε ξεκάθαρα ότι δεν θα έκαναν σεξ πριν τα 18, οπόταν σίγουρα εάν ήταν 18 ετών θα την έβαζε να κάνουν σεξ. Ερωτούμενη πώς θα την έβαλε, ανέφερε πως όπως την παραπλάνησε την πρώτη φορά να του κάνει στοματικό έτσι θα την παραπλανούσε να του κάνει σεξ. Ερωτούμενη κατά πόσο ο Κατηγορούμενος της ανέφερε οποιοδήποτε πρόβλημα υγείας πέραν του ποδιού του, απάντησε αρνητικά και ούτε είδε να έχει στο σώμα του κάτι διαφορετικό κατά το περιστατικό. Ερωτούμενη πιο συγκεκριμένα κατά πόσο είδε κάτι που φαινόταν όπως το σωληνάκι λίγο πιο πάνω από το «erection» του, η Παραπονούμενη ανέφερε ότι δεν είχε δεί κάτι.
Ο Μ.Κ.8 είναι αρχιαστυφύλακας και κατά τον επίδικο χρόνο εργαζόταν στον Κλάδο Διερεύνησης Αδικημάτων Σεξουαλικής Κακοποίησης Ανηλίκων του Αρχηγείου Αστυνομίας. Ήταν ο ανακριτής της υπόθεσης. Στην κατάθεσή του, Έγγραφο Z’, την οποία υιοθέτησε, ανέφερε ότι στις 23/7/2024 συνέλαβε δυνάμει δικαστικού εντάλματος τον Κατηγορούμενο (βλ. Τεκμήριο 6) και αφού του επέστησε την προσοχή του στον Νόμο απάντησε «μα έγινε με τη Σοφία; Εν έκανα τίποτε μαζί της». Του δόθηκε, επίσης, έγγραφο δικαιωμάτων (βλ. Τεκμήρια 7 και 8). Την ίδια μέρα ο Μ.Κ.8 έλαβε από τον Κατηγορούμενο ανακριτική κατάθεση (βλ. Τεκμήριο 9). Κατέθεσε, περαιτέρω, ως Τεκμήριο 10 ημερολόγιο ενεργείας ημερομηνίας 23/7/2024, σύμφωνα με το οποίο την ίδια μέρα ζήτησε από τον Κατηγορούμενο γραπτή συγκατάθεση για έρευνα της οικίας του. Ο Κατηγορούμενος ανέφερε πως δεν επιθυμούσε να δώσει τη συγκατάθεση του αφού στον υπολογιστή τον οποίο έψαχνε η Αστυνομία υπήρχαν προσωπικά δεδομένα των πελατών του. Ως περαιτέρω καταγράφεται, ενημερώθηκε προηγουμένως από άλλον αστυφύλακα και ο τότε δικηγόρος του Κατηγορούμενου, ο οποίος ανέφερε ότι δεν θα δινόταν συγκατάθεση από τον πελάτη του και η Αστυνομία θα έπρεπε να αποταθεί για την έκδοση εντάλματος. Ενημερώθηκε, δε, ότι δεν εκδόθηκε ένταλμα έρευνας από το Δικαστήριο.
Κατά την αντεξέτασή του, ο Μ.Κ.8 ρωτήθηκε σε σχέση με τις καταθέσεις της Μ.Κ.4 και ανέφερε ότι υπήρχε μια μόνο κατάθεση. Ερωτούμενος κατά πόσο καταγράφηκε οποιαδήποτε καταγγελία για την υπόθεση, ανέφερε πως στις 7/7/2024 η Μ.Κ.4 μετέβηκε στο ΤΑΕ Λεμεσού όπου προέβη σε καταγγελία σχετικά με την υπόθεση. Ανέφερε πως υπάρχει συγκεκριμένο έντυπο καταχώρησης καταγγελιών και παραπόνων στο οποίο καταγράφεται μια σύντομη περιγραφή της καταγγελίας, χωρίς πολλές λεπτομέρειες, τα στοιχεία του θύματος, οτιδήποτε είναι γνωστό από τα μέλη της Αστυνομίας που λαμβάνουν την καταγγελία, τα στοιχεία των συνοδών και του μέρους της Αστυνομίας που δέχεται την καταγγελία, καθώς επίσης και του υπόπτου, εάν είναι γνωστά. Το εν λόγω έντυπο σε σχέση με την καταγγελία της Μ.Κ.4 καταχωρήθηκε ως Τεκμήριο 11. Σε σχέση με την Μ.Υ.3, ο μάρτυρας ανέφερε ότι εξ όσων θυμόταν είχε μιλήσει μαζί της, δεν επιθυμούσε να προβεί σε κατάθεση όταν κλήθηκε και ό,τι ειπώθηκε κατά τη συνομιλία τους τα κατέγραψε στο Τεκμήριο 4. Σε σχέση με την κατάθεση του Κατηγορούμενου, ο Μ.Κ.8 δεν μπορούσε να αναφέρει την κατάσταση στην οποία βρισκόταν ο Κατηγορούμενος πέραν του ότι ήταν συνεργάσιμος. Ανέφερε, περαιτέρω, ότι εξ όσων θυμούνταν δεν υπήρχε επικοινωνία με τον πατέρα της Παραπονούμενης. Ο Μ.Κ.8 αντεξετάστηκε, επίσης, σε σχέση με την απόρριψη του αιτήματος για έκδοση εντάλματος έρευνας και αναφέρθηκε στο σχετικό πρακτικό του Δικαστηρίου λέγοντας πως δεν θυμόταν αν ο Κατηγορούμενος ενημερώθηκε για το περιεχόμενο του όρκου που υποστήριξε το αίτημα για την έκδοση του εντάλματος. Αντεξετάστηκε σχετικά με την ικανότητα του να εξέταζε τον υπολογιστή του Κατηγορούμενου μόνο σε σχέση με το βίντεο που η Παραπονούμενη ανέφερε ότι της έδειξε και ο Μ.Κ.8 ανέφερε πως ο υπολογιστής θα έπρεπε να σταλεί σε εξειδικευμένο εργαστήριο και πως ο ίδιος δεν είχε τις γνώσεις να τον εξετάσει στη σκηνή.
Κατά την επανεξέταση του, ανέφερε πως δεν θυμόταν αν ανέφερε στον Κατηγορούμενο το λόγο για τον οποίο επιδίωκαν την έκδοση του εντάλματος σημειώνοντας, ωστόσο, πως για την απόρριψη του εντάλματος είχε ενημερωθεί και ο Κατηγορούμενος αλλά και ο τότε δικηγόρος του.
Η Μ.Κ.9 είναι κλινική ψυχολόγος και εργάζεται στο Σπίτι του Παιδιού. Κατέθεσε το βιογραφικό της ως Τεκμήριο 12 και την έκθεση ψυχολογικής αξιολόγησης που ετοίμασε σε σχέση με την Παραπονούμενη ως Τεκμήριο 13, την οποία υιοθέτησε. Σύμφωνα με το Τεκμήριο 13, πραγματοποιήθηκαν τρεις ψυχοδιαγνωστικές κλινικές συνεντεύξεις με την Παραπονούμενη και ξεχωριστές συναντήσεις με τους γονείς για τη λήψη του οικογενειακού και αναπτυξιακού ιστορικού. Τα μέσα που χρησιμοποιήθηκαν για την ψυχολογική αξιολόγηση της Παραπονούμενης ήταν η κλινική παρατήρηση, η ημι-δομημένη κλινική συνέντευξη και το ιστορικό. Λήφθηκαν, επίσης, πληροφορίες από την Υπεύθυνη Περίπτωσης στο Σπίτι του Παιδιού. Σύμφωνα με το ιστορικό, η μητέρα ανέφερε ότι υπήρχαν ανέκαθεν έντονες διαπροσωπικές δυσκολίες στην οικογένεια με τεταμένη συγκρουσιακή και αποξενωμένη σχέση μεταξύ των γονέων. Ο πατέρας διατηρούσε αποστασιοποιημένη σχέση με όλα τα μέλη της οικογένειας και δεν εμπλεκόταν στις οικογενειακές δραστηριότητες ή την ανατροφή των παιδιών. Παρουσίαζε, επίσης, δυσκολία στη διαχείριση του θυμού του με αποτέλεσμα να υπήρχαν συχνά λεκτικά ξεσπάσματα και άκομψοι χαρακτηρισμοί προς όλα τα μέλη. Σε κάποιες περιπτώσεις αναφέρθηκε ότι υπήρχε και σωματική βία από τον πατέρα προς τα μεγαλύτερα παιδιά όπου η Παραπονούμενη ήταν μάρτυρας. Από την άλλη, ο πατέρας ανέφερε ότι υπήρχαν φυσιολογικές δυσκολίες για μη σοβαρά ζητήματα, ενώ ανέφερε ότι με τα υπόλοιπα μέλη διατηρούσε καλή σχέση. Η μητέρα ανέφερε, περαιτέρω, ότι η Παραπονούμενη είχε αδυναμία στον πατέρα της, πλην, όμως, η σχέση τους ήταν απόμακρη με σχεδόν καθόλου επικοινωνία. Η σχέση της μητέρας με την Παραπονούμενη περιγράφηκε λιγότερο απομακρυσμένη, με δυσκολίες στην επικοινωνία και συνδιαλλαγή μιας και κατά διαστήματα η μητέρα παρουσίαζε εκρήξεις θυμού και φώναζε στην Παραπονούμενη, ως παραδέχθηκε η ίδια. Η σχέση τους φάνηκε να επιδεινώθηκε κατά την περίοδο των συναντήσεων της Παραπονούμενης με τον Κατηγορούμενο. Μεταξύ των αδελφών, οι σχέσεις ήταν καλές όμως απομακρυσμένες ενώ η Παραπονούμενη ήταν πιο κοντά με την μοναδική αδελφή της, μιας και εύρισκε περισσότερα κοινά λόγω φύλου. Σε ότι αφορά το σχολικό περιβάλλον, η Παραπονούμενη ήταν ευπροσάρμοστη με καλή επίδοση ενώ στο λύκειο παρατηρήθηκε μείωση του ενδιαφέροντος της για τα μαθήματα και αδιαφορία. Αναφέρθηκε, επίσης, ότι η Παραπονούμενη, μετά την πανδημία Covid-19 και πιθανόν λόγω των διαπληκτισμών μεταξύ των γονέων, τις πολλές ώρες εργασίες τους και τον πρόσφατο θάνατο των πατρικών παππού και γιαγιάς, παρουσίαζε σχολική άρνηση, κοινωνική απόσυρση και μειωμένο ενδιαφέρον για το σχολείο και οποιαδήποτε δραστηριότητα.
Σύμφωνα με τις κλινικές παρατηρήσεις της Μ.Κ.9, η Παραπονούμενη ήταν συνεργάσιμη και ομιλητική, παρουσίαζε φυσιολογική διακύμανση στο συναίσθημα, το οποίο ήταν σύντονο με το περιεχόμενο των συζητήσεων και υπήρχε συνοχή στον ειρμό και το περιεχόμενο της σκέψης της. Η Παραπονούμενη φάνηκε να ήταν επηρεασμένη από τη δυσχέρεια στη σχέση των γονέων και ως εκ τούτου εμφάνιζε την ανάγκη να αναλαμβάνει ρόλο προστάτη προς τη μητέρα με αποτέλεσμα να ενισχυθεί η αποξένωση προς τον πατέρα, κάτι το οποίο αντιλήφθηκε πρόσφατα και προσπάθησε να ισορροπήσει τις σχέσεις της με τον κάθε γονέα ξεχωριστά. Ως γενική εικόνα, φάνηκε από τις περιγραφές της Παραπονούμενης ότι ένιωθε αισθήματα αποξένωσης από την οικογένεια και κατά διαστήματα βίωνε έντονη λύπη. Παράλληλα, παρουσίαζε περιστασιακά διαστρεβλωμένες πεποιθήσεις, οι οποίες περιλάμβαναν την αρνητική απόδοση των προθέσεων των άλλων, εχθρότητα και φαντασιώσεις αποκοπής της από το σύστημα της οικογένειας. Όσον αφορά την εκπαίδευση και το κοινωνικό περιβάλλον, με την έναρξη της εφηβείας, η Παραπονούμενη άρχισε να απομακρύνεται από τους φίλους της και να μειώνεται η σχολή της επίδοση. Αντιμετώπιζε δυσκολία στην κοινωνική ενσωμάτωση και στη δημιουργία και διατήρηση σχέσεων. Ως προς τη σχέση της με το αντίθετο φύλο, παρατηρήθηκε να υπήρχε μια γενικότερη συστολή, έχοντας συνάψει μερικές πλατωνικές σχέσεις με αγόρια στο παρελθόν χωρίς, όμως, να προχωρήσουν σε κάτι περισσότερο. Αναφορικά με τη σχέση της Παραπονούμενης με τον Κατηγορούμενο, στην αρχή η σχέση τους περιγράφηκε ως επαγγελματική και η Παραπονούμενη λάμβανε υποστήριξη ως προς την αποτελεσματική διαχείριση των διαφόρων δυσκολιών της. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα την ενίσχυση της θεραπευτικής σχέσης, προσφέροντας της αίσθημα ασφάλειας και εμπιστοσύνης προς τον Κατηγορούμενο.
Η Μ.Κ.9 παρατήρησε από τις αφηγήσεις της Παραπονούμενης ότι ο Κατηγορούμενος είχε σημαντική επίδραση στην ψυχοσυναισθηματική κατάσταση της, παρέχοντας της συναισθηματική εμπερίεξη, θετική ενίσχυση και αποδοχή, που ενδεχομένως η Παραπονούμενη να είχε ανάγκη. Συγκεκριμένα τα σχόλια του προς την ίδια («όμορφη», «έξυπνη», «bye αγάπη μου», «bye μωρό μου») και η παραγγελία διάφορων έργων τέχνης της Παραπονούμενης φάνηκε να ενίσχυαν την αυτοπεποίθηση της. Όλα τα πιο πάνω, εκλαμβάνονταν ως φροντιστικά από την ίδια, η οποία, σε συνδυασμό με το ότι ο Κατηγορούμενος της είχε εκμυστηρευθεί προσωπικές του εμπειρίες, πίστευε ότι κατείχε μια ξεχωριστή θέση στη ζωή του και παράλληλα φάνηκε να τον θεωρούσε ως πρότυπο ταυτίζοντας τον, πιθανόν, με γονική φιγούρα.
Η σχέση τους τις τελευταίες φορές που συναντήθηκαν, ως η Παραπονούμενη περιέγραψε, φαίνεται, σύμφωνα με την Μ.Κ.9, να εξελίχθηκε εκτός θεραπευτικών πλαισίων. Η Παραπονούμενη ανέφερε ότι κατά τη διάρκεια των περιστατικών πίστευε πως αυτά που συνέβαιναν είχαν ως σκοπό την προσωπική της ανάπτυξη, μιας και έτσι της είχε παρουσιαστεί από τον Κατηγορούμενο, με αποτέλεσμα να διατηρούσε μια ουδέτερη στάση παρόλη την αμηχανία που αισθανόταν εξαιτίας της αλλαγής του πλαισίου. Κατά την έκθεση της στο πορνογραφικό υλικό, περιέγραψε να αισθανόταν ιδιαίτερα άβολα ενώ κατά τη διάρκεια της πεολειχίας ένιωθε ενθουσιασμό επειδή έκανε κάτι καινούριο με ένα άτομο που εμπιστευόταν, ταυτόχρονα, όμως, παρουσίαζε τρόμο. Στο τέλος, εξέφρασε να αισθανόταν μπερδεμένη για αυτό που είχε συμβεί με αμφιθυμικά συναισθήματα. Πριν να αποχαιρετιστούν, ο Κατηγορούμενος επιβράβευσε λεκτικά τις ικανότητες της Παραπονούμενης στην πεολειχία και την παρότρυνε να μην μιλήσει για αυτό που συνέβη μεταξύ τους σε κάποιο άλλο άτομο αφού στο παρελθόν κάποια άλλα άτομα τον είχαν προδώσει.
Με την επιστροφή της στο σπίτι, η Παραπονούμενη ένοιωθε αυτοπεποίθηση και όμορφα, μέχρι που συζήτησε αποσπασματικά, την ίδια αλλά και την επόμενη μέρα, όσα διαδραματίστηκαν με την αδελφή της. Μέσα από τις συζητήσεις τους αντιλήφθηκε ότι ο Κατηγορούμενος την είχε εκμεταλλευθεί και ξεκίνησε να νοιώθει αμφιθυμία και σύγχυση. Επιπλέον, όπως ανέφερε, η εμπειρία αυτή την έκανε να μην εμπιστεύεται τόσο εύκολα τους άλλους και να προσέχει με ποια άτομα συναναστρέφεται. Ένοιωθε, επίσης, πληγωμένη επειδή θεωρούσε τον ύποπτο ως ένα πρότυπο που την πρόδωσε και δεν θα ήθελε να τον ξαναδεί. Κατά τη διάρκεια της αξιολόγησης δεν παρατηρήθηκε να υπήρχαν κλινικές εκπτώσεις στην ψυχοσυναισθηματική κατάσταση της Παραπονούμενης που να συνδέονται με τα καταγγελλόμενα περιστατικά, πιθανόν λόγω της άμεσης αποκάλυψης και στήριξης της.
Σύμφωνα με τα συμπεράσματα της Μ.Κ.9, μεγαλώνοντας η Παραπονούμενη μέσα σε ένα ιδιαίτερα συγκρουσιακό περιβάλλον, με αρκετή αποξένωση μεταξύ των μελών της οικογένειας, καλλιεργήθηκε συναισθηματική ευαλωτότητα, η οποία εκδηλώθηκε έντονα κατά την περίοδο της εφηβείας με διάφορες ψυχοσυναισθηματικές δυσκολίες. Η Παραπονούμενη φάνηκε να αναζητούσε ένα πατρικό πρότυπο για να καλύψει το συναισθηματικό κενό που πιθανόν να επέφερε η αποστασιοποιημένη σχέση της με τον πατέρα, ενώ ταυτόχρονα έψαχνε ένα περιβάλλον όπου θα ήταν αποδεκτή και θα ένοιωθε εμπιστοσύνη. Η ένταξη της σε ψυχοθεραπευτικό πλαίσιο φάνηκε αρχικά να της προσέφερε την κατάλληλη ανακούφιση και πλαισίωση για να μπορέσει να αντιμετωπίσει τις προαναφερόμενες δυσκολίες. Παρόλα αυτά, φάνηκε ότι η θεραπευτική συμμαχία και εμπιστοσύνη που είχαν καλλιεργηθεί σε συνδυασμό με τη θέση εξουσίας του Κατηγορούμενου χρησιμοποιήθηκαν ως εργαλεία για να εκτυλιχθούν τα αναφερόμενα καταγγελλόμενα περιστατικά. Ως εκ τούτου, η Παραπονούμενη τα θεώρησε ως προέκταση του θεραπευτικού πλαισίου και αναγκαίο στάδιο για την προσωπική της ανάπτυξη, παρόλο που κατά τη διάρκεια τους ένοιωθε αμφιθυμικά συναισθήματα για αυτά που συνέβαιναν. Εν τέλει, αντιλήφθηκε ότι έτυχε εκμετάλλευσης, προκαλώντας της συναισθηματική δυσφορία και ενισχύοντας την δυσπιστία της προς τα κίνητρα των άλλων ανθρώπων. Δεν παρατηρήθηκε κατά τη διάρκεια της αξιολόγησης η Παραπονούμενη να ανέπτυξε κάποια ψυχολογική διαταραχή ως αποτέλεσμα των καταγγελόμενων περιστατικών.
Κατά την προφορική εξέταση της, η Μ.Κ.9 εξήγησε πως η ψυχολογική αξιολόγηση σκοπό έχει την αντίληψη της ψυχικής κατάστασης ενός ατόμου και τη διερεύνηση του κατά πόσο υπάρχει κάποιο είδος ψυχικής νόσου που χρήζει θεραπείας. Περαιτέρω, εξήγησε πώς καθορίζεται ο αριθμός των ψυχοδιαγνωστικών συνεντεύξεων και η χρονική διάρκεια τους, τη σημασία της λήψης οικογενειακού και αναπτυξιακού ιστορικού, τις έννοιες της κλινικής παρατήρησης και της ημιδομημένης κλινικής συνέντευξης, το πώς καθορίζεται η επιλογή των μέσων που θα χρησιμοποιηθούν σε κάθε ψυχολογική αξιολόγηση, την έννοια των ψυχοπιεστικών γεγονότων καθώς και την αναφορά της ότι η Παραπονούμενη παρουσίαζε φυσιολογική διακύμανση στο συναίσθημα το οποίο ήταν σύντονο με το περιεχόμενο των συζητήσεων. Περαιτέρω, ερωτήθηκε ως προς το τί μεσολάβησε ώστε η Παραπονούμενη να αντιληφθεί την αποξένωση προς τον πατέρα. Η Μ.Κ.9 ανέφερε πως μέσω της θεραπευτικής διαδικασίας που είχε επεξηγήσει προηγουμένως, η Παραπονούμενη μπόρεσε να αντιληφθεί την απομάκρυνση την οποία είχε με τον πατέρα της και πως έκανε προσπάθειες για να υπάρχουν πιο ισορροπημένοι ρόλοι μεταξύ της ίδιας με τον πατέρα και την μητέρα της. Η Μ.Κ.9 ανέφερε πως τα μέλη της οικογένειας μεταξύ τους ήταν απομακρυσμένα, παράλληλα, όμως, υπήρχε το νοιάξιμο και η αγάπη. Είχαν, δηλαδή, δυσκολία στην ουσιαστική και λειτουργική επικοινωνία και οι δυναμικές στην οικογένεια δεν ενίσχυαν την υγιή συνδιαλλαγή μεταξύ των μελών. Η Παραπονούμενη αρκετές φορές λόγω αυτού ένιωθε απομακρυσμένη ή ότι δεν ανήκε στο συγκεκριμένο πλαίσιο, ενώ κάποιες φορές λόγω των συγκρούσεων μεταξύ του πατέρα και της μητέρας ένιωθε ότι χρειάζεται να πάρει το μέρος κάποιου και έπαιρνε το μέρος της μητέρας σε μια προσπάθεια να την προστατεύσει. Η Μ.Κ.9 εξήγησε, περαιτέρω, την αναφορά της σε διαστρεβλωμένες πεποιθήσεις λέγοντας ότι λόγω της κατάστασης στο σπίτι η Παραπονούμενη κατά διαστήματα ένιωθε ότι δεν ανήκει, ότι δεν την ακούν τα μέλη της οικογένειας της, δεν την θέλουν, ότι δεν μπορεί να ταιριάξει ή να καλυφθούν οι συναισθηματικές της ανάγκες και κάποιες φορές σκεφτόταν ότι θα ήταν καλύτερα να φύγει. Συνεπώς, παρόλο που αντιλαμβανόταν ότι την αγαπούσαν και την νοιάζονταν, λόγω των συγκυριών, αρκετές φορές είχε αυτές τις σκέψεις. Εξήγησε, περαιτέρω, πως συναισθηματική εμπερίεξη, αναφορικά με τη σχέση παιδιού με γονέα για παράδειγμα, είναι να μπορεί ένας γονέας να καταλάβει τα συναισθήματα του παιδιού, να τα αναγνωρίσει και να τα αντέξει δείχνοντας του λειτουργικούς τρόπους διαχείρισης και βοηθώντας το να αναπτύξει τεχνικές που μελλοντικά θα είναι βοηθητικές στη ζωή του για να μπορεί να αντιμετωπίζει τις διάφορες καταστάσεις που θα του τύχουν. Σε ό,τι αφορά τη σχέση της Παραπονούμενης με τον Κατηγορούμενο, η Μ.Κ.9 ανέφερε πως φαίνεται να είχε δημιουργηθεί μια σχέση ασφάλειας μεταξύ τους, η οποία παρείχε στην Παραπονούμενη τη συναισθηματική ασφάλεια που χρειαζόταν ώστε να αντιμετωπίσει τις διάφορες δυσκολίες που είχε. Περαιτέρω, ανέφερε πως πιθανόν η θεραπευτική σχέση που είχε αναπτυχθεί αρχικά με τον Κατηγορούμενο να την βοηθούσε να καλυφθούν κάποια κενά που υπήρχαν από το πρότυπο του πατέρα και έτσι η Παραπονούμενη ένιωθε πιο κοντά του. Το ότι η Παραπονούμενη έλαβε φροντίδα και κάλυψε το συναισθηματικό κενό με το αίσθημα ασφάλειας που ένοιωθε με τον Κατηγορούμενο καθώς και το ότι ο Κατηγορούμενος της είχε εκμυστηρευτεί προσωπικές εμπειρίες του κάνοντας την να νιώθει ότι είχε μια ξεχωριστή θέση στη ζωή του, σε συνδυασμό με τις διάφορες αναφορές της Παραπονούμενης για το πώς εξελισσόταν η σχέση τους στην πορεία, με κάποια σχόλια ή παραγγελία διάφορων έργων τέχνης της, συνέτειναν στο να υπάρξει συναισθηματική προσκόλληση. Περαιτέρω, η Μ.Κ.9 ανέφερε πως συμβαίνει συχνά να παρουσιάζονται αμφιθυμικά συναισθήματα όταν γίνεται κάτι που από τη μια μπορεί να προκαλεί ένα συναίσθημα αβεβαιότητας ή άγχους, ειδικά όταν είναι κάτι άγνωστο, ενώ από την άλλη να προκαλεί περιέργεια ή και αμηχανία. Εξήγησε, στη συνέχεια, την έννοια των αμφιθυμικών συναισθημάτων λέγοντας ότι κατά τη διάρκεια των περιστατικών η Παραπονούμενη ένιωθε αμηχανία, ενώ παράλληλα σε κάποιες στιγμές ένιωθε ενθουσιασμό και τρόμο, δηλαδή συναισθηματική φόρτωση που έφερνε και τρέμουλο στο σώμα. Εξήγησε, περαιτέρω, ότι ο τρόμος προκαλείται από αρνητικά συναισθήματα, δηλαδή φόβο, άγχος, πανικό, αλλά και από μια συναισθηματική συμφόρηση ή αμφιθυμία, όπου το συναίσθημα εκφράζεται και μέσω του σώματος με τρέμουλο. Η Παραπονούμενη και το σώμα της θα μπορούσαν να αντιδράσουν με διάφορους τρόπους και ο συγκεκριμένος τρόπος ήταν ένας από τους αναμενόμενους. Περαιτέρω, εξήγησε ότι η Παραπονούμενη δεν αντιλήφθηκε εξαρχής πως ο Κατηγορούμενος την εκμεταλλεύθηκε αλλά το αντιλήφθηκε κατόπιν συζήτησης με την αδελφή της. Ανέφερε πώς ενόψει της σχέσης εμπιστοσύνης και ασφάλειας που υπήρχε μεταξύ της και του Κατηγορούμενου, η Παραπονούμενη αντιλήφθηκε, και, όπως είπε, της λέχθηκε, ότι τα συμβάντα που εκτυλίχθηκαν ήταν στο πλαίσιο της θεραπείας, θεωρώντας ως ένα σημείο ότι τα γεγονότα ήταν εντάξει, ενώ, στην πορεία, μετά την αποσπασματική αποκάλυψη στην αδελφή της, ξεκίνησε να αντιλαμβάνεται και άλλες διαστάσεις που μπορεί να είχε το συγκεκριμένο συμβάν και αυτό της προκάλεσε συναισθήματα και σύγχυση για το κατά πόσο όντως αυτό που συνέβη ήταν κάτι αναμενόμενο στο συγκεκριμένο πλαίσιο. Η Μ.Κ.9 ανέφερε, επίσης, πως κατά την ψυχολογική αξιολόγηση δεν παρατηρήθηκε η Παραπονούμενη να παρουσίαζε συμπτώματα οποιασδήποτε ψυχικής διαταραχής και ούτε να υπάρχουν έντονες δυσκολίες στην καθημερινότητα. Ως, περαιτέρω, ανέφερε, η ανάπτυξη ψυχικής διαταραχής δεν είναι κάτι σύνηθες και ως παρατηρείται, τόσο στη βιβλιογραφία όσο και εμπειρικά, το ποσοστό ανάπτυξης ψυχικής διαταραχής είναι μικρό. Λόγω αυτού, δεν είναι αναμενόμενο πάντα όταν συμβαίνει κάτι να μεταφράζεται στο συναισθηματικό κομμάτι με μια κάποιου είδους παθολογία. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η Παραπονούμενη μετά την αποκάλυψη φάνηκε να υποστηρίχθηκε ούτως ώστε να νιώσει προστατευμένη και ασφαλής ενώ δεν ανέφερε πως ένιωσε απειλή ή φόβο για τη ζωή της, μειώνοντας έτσι αισθητά τα ποσοστά για την ανάπτυξη κάποιου είδους ψυχικής διαταραχής σε σχέση με το περιστατικό ως τραυματική εμπειρία. Στη συνέχεια η Μ.Κ.9 εξήγησε την έννοια της συναισθηματικής ευαλωτότητας λέγοντας πως λόγω του ότι η Παραπονούμενη μεγάλωσε σε ένα ιδιαίτερα συγκρουσιακό περιβάλλον με αποξένωση και συναισθηματική απομάκρυνση στα μέλη της οικογένειας ήταν πιο ευάλωτη για διάφορα πράγματα που θα μπορούσαν να συμβούν στη ζωή της ενώ περαιτέρω υποστήριξε πως κατά την εφηβεία η ευαλωτότητα γίνεται πιο έντονη. Σε σχέση με την θεραπευτική συμμαχία και εμπιστοσύνη που είχαν καλλιεργηθεί σε συνδυασμό με τη θέση εξουσίας του Κατηγορούμενου, η μάρτυρας εξήγησε πως η θεραπευτική συμμαχία είναι ένας από τους τρόπους με τον οποίο γίνεται η συναισθηματική σύνδεση στο θεραπευτικό πλαίσιο, όπου το άτομο μπορεί άνετα και με ασφάλεια να μιλήσει για τα πράγματα που το απασχολούν. Επιπρόσθετα, εκ των πραγμάτων υπάρχει θέση εξουσίας ενός ενήλικου ατόμου έναντι ενός ανήλικου, η οποία είναι επιπρόσθετη στο ότι στη σχέση μεταξύ θεραπευτή και θεραπευόμενου υπάρχει ανισορροπία, η οποία, εάν δεν υπάρχουν ξεκάθαρα όρια και κανόνες, μπορεί να φέρει μη υγιείς εξελίξεις στη θεραπευτική σχέση. Η Μ.Κ.9 ερωτήθηκε, τέλος, σε σχέση με το πότε διαμορφώνεται η σεξουαλική ταυτότητα στη ζωή ενός παιδιού. Ανέφερε ότι η σεξουαλική ταυτότητα, η οποία εμπεριέχει τον σεξουαλικό προσανατολισμό και την ταυτότητα φύλου, βρίσκεται σε ένα φάσμα και ιδιαίτερα στην εφηβεία υπάρχει μια εξερεύνηση και ένας πειραματισμός ούτως ώστε τα παιδιά να ανακαλύψουν το σώμα και τις προτιμήσεις τους. Η διακύμανση και η εξερεύνηση μπορεί να υπάρξει και μετά την ενηλικίωση, ανάλογα με το πλαίσιο όπου μεγαλώνει το κάθε άτομο και το πόσο ελεύθερα μπορεί να εξερευνήσει το σώμα του και τη σεξουαλικότητα του.
Κατά την αντεξέταση της, η Μ.Κ.9 ανέφερε ότι ο αξιολογητής δεν εισέρχεται σε ρόλο διερεύνησης ως προς το κατά πόσο τα συμβάντα ή τα γεγονότα που περιγράφονται έχουν όντως συμβεί ή είναι αλήθεια. Σε σχέση με την αναφορά της μητέρας ότι η Παραπονούμενη είχε αδυναμία στον πατέρα της, η Μ.Κ.9 ανέφερε πως είναι πιθανό τα παιδιά να αναπτύσσουν μια συναισθηματική αδυναμία σε κάποιον από τους γονείς ακόμα και όταν έχουν συναισθήματα απογοήτευσης ή απομάκρυνσης, ακόμα και όταν το συγκεκριμένο άτομο δεν είναι ενεργά εμπλεκόμενο στη ζωή του παιδιού. Ανέφερε, δε, ότι το συναίσθημα αποξένωσης ή συναισθηματικής απομάκρυνσης από την οικογένεια που ένιωθε η Παραπονούμενη είχε να κάνει με το ότι συναισθηματικά κάποιες ανάγκες που είχε φαίνεται να μην καλύπτονταν και γι' αυτό είχε και τις διαστρεβλωμένες σκέψεις στις οποίες αναφέρθηκε, οι οποίες δεν ήταν μόνιμες. Προσέθεσε πως φάνηκε ότι η Παραπονούμενη σκεφτόταν και είχε αυτά τα συναισθήματα τόσο προηγουμένως όσο και μετά τα επίδικα περιστατικά. Εξήγησε ότι η Παραπονούμενη αντιλαμβανόταν ότι μπορούσε η οικογένειά της να της παρέχει κάποια πράγματα τα οποία είχε ανάγκη, όμως σε κάποιες άλλες στιγμές κάποια άλλα πράγματα που, επίσης, είχε ανάγκη ήταν δύσκολο να της τα προσφέρουν. Στην περίπτωση της αποκάλυψης φάνηκε να μπόρεσε να μιλήσει στην αδελφή της και να μπόρεσε να την ακούσει η αδελφή της, πράγμα που πιθανόν να προσέφερε εμπιστοσύνη και ασφάλεια. Ερωτούμενη σε σχέση με μηχανισμούς συμπεριφοράς για την επιδίωξη προσοχής, η Μ.Κ.9 ανέφερε ότι τα παιδιά και οι ενήλικες προτιμούν να εμπλέκονται σε συμπεριφορές στις οποίες θα είναι πρωταγωνιστές με ένα όμορφο και ευχάριστο φακό που θα φέρνει όμορφα συναισθήματα και στα ίδια και στους άλλους, χωρίς να αποκλείεται ότι υπάρχουν περιπτώσεις όπου ένα παιδί θα κάνει ζημιά γιατί ίσως είναι ο τρόπος που θα συνδεθεί με την οικογένεια, εάν δεν υπάρχει άλλος. Στη συνέχεια, η Μ.Κ.9 ανέφερε ότι θέση εξουσίας και ανισορροπίας στη σχέση υπάρχει εκ των πραγμάτων όταν πρόκειται για κάποιον ενήλικα και ένα παιδί και όταν πρόκειται για ένα θεραπευτή και τον θεραπευόμενο. Εξ ου και χρειάζονται συγκεκριμένα πλαίσια, κανονισμοί και όρια, για να μπορεί να υπάρχει εξισορροπημένη επικοινωνία μεταξύ των μελών. Εξήγησε, περαιτέρω, ότι η θέση εξουσίας δεν έχει να κάνει με το πόσο συχνά ή αραιά βλέπουμε κάποιον αλλά με τη θέση, το επάγγελμα ή την ηλικία. Αναφορικά με τη σχέση μεταξύ θεραπευτή και θεραπευόμενου, ανέφερε πως σίγουρα ο θεραπευτής και το άτομο που είναι θεραπευόμενο, είναι συνεργάτες και συνοδοιπόροι σε μια διαδικασία με πολύ συγκεκριμένο πλαίσιο, όρια και κανόνες και εργάζονται μαζί για να υπάρξει βελτίωση στη ψυχική υγεία του ατόμου. Σε σχέση με την επιδίωξη του ψυχολόγου για ενίσχυση της αυτοπεποίθησης του θεραπευόμενου, η Μ.Κ.9 ανέφερε ότι είναι χρησιμότερο να ενισχυθεί η αυτοεκτίμηση και η αυτοεικόνα του ατόμου παρά η αυτοπεποίθηση του, η οποία εμφανίζεται σε συγκεκριμένες καταστάσεις και για συγκεκριμένα πράγματα. Προσέθεσε, δε, ότι τις πλείστες φορές αυτό χρειάζεται να γίνει από το ίδιο το άτομο, το θεραπευόμενο, παρά μέσω σχολίων από κάποιο άλλο άτομο. Σε σχέση με τη συνομιλία της Παραπονούμενης με την αδελφή της, η Μ.Κ.9 ανέφερε ότι η Παραπονούμενη ξεκίνησε να βλέπει διαφορετικά τα γεγονότα που είχαν συμβεί, χωρίς, όμως, να σημαίνει απαραίτητα πως τα έβλεπε με ένα καινούργιο φακό, εφόσον είχε αναφέρει ότι σε κάποιες φάσεις των περιστατικών ένιωθε αμήχανα, σύγχυση και άβολα πέραν του ενθουσιασμού και της αυτοπεποίθησης. Συνεπώς, η Μ.Κ.9 προέβαλε ότι με τη συζήτηση ίσως η Παραπονούμενη μπόρεσε να εξηγήσει γιατί δεν ένιωθε μόνο ευχάριστα συναισθήματα και υπήρχε αυτή η αμφιθυμία.
Αφού κλήθηκε σε απολογία, ο Κατηγορούμενος έδωσε ένορκη μαρτυρία. Κατά την κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι στις 2/7/2024 ήταν ψυχοθεραπευτής, σύμβουλος ψυχικής υγείας και ταυτόχρονα ξεκινούσε μια κατασκευαστική εταιρεία με μεταλλικές κατασκευές. Ανέφερε ότι σπούδασε το επάγγελμα του συμβούλου ψυχικής υγείας στη Σόφια της Βουλγαρίας και ότι είναι εγγεγραμμένος στον σύνδεσμο ψυχολόγων ενώ κατέθεσε τα διπλώματά του και στο ΚΥΣΑΤΣ το 2004. Κατέθεσε σχετικά το Τεκμήριο 14. Αφού αναγνώρισε την κατάθεση του, Τεκμήριο 9, αναφέρθηκε στην κόρη του και στο ότι το γραφείο του βρίσκεται στο σπίτι του προσθέτοντας ότι κάτω είναι το σπίτι και πάνω το γραφείο του. Εκτός από το γραφείο, πάνω υπάρχουν ακόμα δύο δωμάτια και τουαλέτα. Το κάτω με το πάνω μέρος, όπου βρίσκεται το γραφείο, συνδέονται με εσωτερική σκάλα, η οποία βρίσκεται στο κέντρο του σπιτιού και είναι ορατή και από τους δύο ορόφους. Σε σχέση με την απάντηση του στην ερώτηση 14, ανέφερε πως κάνει διαδικτυακές συνεδρίες συνήθως όταν ο ασθενής δεν μπορεί να παραστεί αυτοπροσώπως στο γραφείο ή εαν είναι στο εξωτερικό. Σε σχέση με την διάρκεια των συνεδριών και την ερώτηση 15, ανέφερε ότι η διάρκεια της συνεδρίας κατά το πλείστον εξαρτάται από το θέμα συζήτησης, δηλαδή από το κατά πόσο το πρόβλημα που έχουν να αντιμετωπίσουν στη συγκεκριμένη συνεδρία μπορεί να λυθεί στα 45 λεπτά ή αν υπάρχει κάτι για το οποίο χρειάζονται περαιτέρω εξηγήσεις ή συμβουλές, οπόταν η συνεδρία μπορεί να πάρει μια ώρα ή και περισσότερο. Σε σχέση με την Παραπονούμενη, ανέφερε πως η πρώτη τους συνάντηση ήταν στις 8/11/2022 και πως κατά το πλείστον κρατούσε σημειώσεις κατά τη διάρκεια των συνεδριών τους. Συμφωνώντας με τα όσα ανέφερε στην ερώτηση 17, ότι ο λόγος που την πήρε κοντά του η μητέρα της ήταν επειδή ήταν σε άθλια ψυχολογική κατάσταση, ανέφερε ότι η Παραπονούμενη ήταν απομονωμένη από τον κόσμο, δεν είχε σχεδόν καθόλου φίλους, στην οικογένειά της ήταν σχεδόν αποκομμένη από τους πάντες, ήταν πολύ κλειστή στον εαυτό της, δεν είχε καθόλου σχέσεις με τον πατέρα της και άλλοτε έκλαιγε και άλλοτε ήταν καλά. Ανέφερε, περαιτέρω, ότι η ρίζα αυτής της ψυχολογικής κατάστασης ήταν κατά το πλείστον τα προβλήματα που αντιμετώπιζε η μητέρα με τον πατέρα, το ότι υπήρχαν συχνά εντάσεις στο σπίτι, σχεδόν καθημερινά τσακώνονταν και γενικά το κλίμα που επικρατούσε στο σπίτι δεν ήταν καθόλου καλό, και υπήρχαν ενδοοικογενειακά προβλήματα. Σε σχέση με την ερώτηση 18 στην οποία ερωτήθηκε για το πόσες συνεδρίες έκαναν με την Παραπονούμενη και απάντησε «περίπου 10, δεν θυμάμαι ακριβώς δεν ήταν τακτικά», ανέφερε πως όταν έδιδε την κατάθεση του δεν είχε μαζί του τις σημειώσεις του ενώ, τώρα που τις έχει, διαπίστωσε ότι ήταν περίπου 15, ίσως και περισσότερες. Πρόσθεσε ότι η τελευταία συνεδρίαση πριν την συνεδρίαση την 1/7/2024 ήταν περίπου δύο εβδομάδες προηγουμένως. Στην αρχή ξεκινήσαν εντατικά μέχρι που είδε ότι υπήρχε μια καλυτέρευση στη συμπεριφορά της Παραπονούμενης, διορθώθηκε η χαμηλή αυτοπεποίθησή, η αυτοεκτίμησή και ο σεβασμός που είχε για το άτομό της, οι σχέσεις της με τον πατέρα της βελτιώθηκαν και γενικά άρχισε να εξοικειώνεται με το γύρω περιβάλλον της και στο σχολείο να αρχίζει να μίλα με φίλους, να προσπαθεί να κάνει καινούργιους φίλους και ήταν κάπως καλύτερα, οπόταν άρχισαν να αραιώνουν τις συνεδρίες τους. Περαιτέρω, ανέφερε πως η Παραπονούμενη του ζητούσε διάφορες συμβουλές μέσω της εφαρμογής «messenger» ή μηνύματος, π.χ πώς θα αντιμετώπιζε κάποιες καταστάσεις που γίνονταν στο σπίτι και κάποια συναισθήματα που ένιωθε. Προσέθεσε ότι συνηθίζεται να του ζητούν συμβουλές οι πελάτες του μέσω μηνυμάτων. Σε σχέση με την αγορά πινάκων από την Παραπονούμενη ανέφερε ότι ήθελε να ενισχύσει την αυτοπεποίθησή της θεωρώντας ότι ήταν καθήκον του να το κάνει και πως όταν τους αγόρασε, η ίδια ενθουσιάστηκε. Σε σχέση με τα όσα συνέβησαν στις 2/7/2024, ανέφερε ότι πήγε και πήρε την Παραπονούμενη από το σπίτι της στο Ζακάκι γύρω στις 12:30 - 13:00. Γνώριζε πού ήταν το σπίτι της αφού δύο εβδομάδες πριν την πήρε στο σπίτι της μετά από συνεδρία για την οποία την είχε παραλάβει προηγουμένως από το Mall, όπου την πήγε η αδελφή της. Σε σχέση με το περιστατικό αυτό, δεν υπήρξε κάποια αντίδραση. Μετά που την παρέλαβε στις 2/7/2024, την μετέφερε στα McDonald’s, όπου ήθελε να δώσει κάποια χαρτιά σε σχέση με αίτηση για εργασία που έκανε. Ο ίδιος την περίμενε στο αυτοκίνητο για περίπου 15 - 20 λεπτά. Ακολούθως, όδευσαν προς το Σούνι, σταμάτησαν σε φούρνο στο Καντού για να πάρει φαΐ η Παραπονούμενη γιατί πεινούσε και πήγαν στο σπίτι γιατί ο ίδιος είχε μια διαδικτυακή συνεδρία με κάποιον από την Ελλάδα. Κατά τη διάρκεια της συνεδρίας, η Παραπονούμενη βρισκόταν στο κάτω μέρος του σπιτιού. Έπειτα, πήγαν να αγοράσουν τις μπογιές που χρειαζόταν η Παραπονούμενη από ένα μαγαζί στην Ερήμη ή Επισκοπή. Ανέφερε σχετικά ότι το Τεκμήριο 5 είναι η απόδειξη από τις μπογιές και τα πινέλα που πήραν. Την εν λόγω απόδειξη δεν την είχε μαζί του όταν έδιδε κατάθεση και την έψαξε μετά την κράτηση του. Σε σχέση με τη μη αναφορά στην κατάθεση του ότι μεσολάβησε η επίσκεψη στα McDonalds, στο φούρνο και η διαδικτυακή συνάντηση προτού πάνε για μπογιές, ανέφερε ότι έβαλε τις σκέψεις του σε μια τάξη μετά που πήγε στο σπίτι και κάθισε και σκέφτηκε πιο φρόνιμα το πώς πήγε η όλη κατάσταση, ενόψει του ότι είχαν περάσει ήδη 20 και πλέον μέρες από τη συγκεκριμένη μέρα και δεν ήταν δυνατόν να τα θυμάται όλα. Το ότι βρήκε την απόδειξη τον βοήθησε να τα βάλει σε μια τάξη χρονικά. Μετά τις μπογιές, ως ανέφερε, πήγαν στο σπίτι του. Η απόσταση από το συγκεκριμένο κατάστημα στο σπίτι του είναι περίπου 7 ‑ 8 λεπτά αναλόγως της κίνησης. Όταν επέστρεψαν στο σπίτι με τις μπογιές, δεν είδε την Παραπονούμενη να κάνει οτιδήποτε με αυτές και ο ίδιος κατά τις 15:00 είχε άλλη συνάντηση με ένα ζευγάρι ξένων, το οποίο ενδιαφέρονταν να κάνει λιώμενο σπιτάκι, και ήταν πάλι στο γραφείο μαζί τους. Την εν λόγω συνάντηση δεν την ανέφερε στην κατάθεση του γιατί, όπως είπε, όταν πήγε σπίτι και έβαλε το μυαλό του σε μια τάξη άρχισε να θυμάται πράγματα και καταστάσεις. Διευκρίνισε ότι οι εν λόγω πελάτες είναι αυτοί που αναφέρονται στην απάντηση 31 και ότι τους είδε για περίπου μισή ώρα με 25 λεπτά. Όταν τελείωσε με τους πελάτες και είδε ότι η Παραπονούμενη καθόταν κάτω, της είπε ότι τελείωσε κι αν ήθελε να πάει να ξεκινήσει. Πήγε πάνω, κάθισε στο γραφείο, στην καρέκλα δίπλα του, όπως έκαναν και στις συνεδρίες, και ο ίδιος συνέχισε με τα σχέδιά του για ένα λιώμενο σπίτι, αναφορικά με τα οποία έπρεπε να παραδώσει κάποιο πρότυπο καθώς και μια προσφορά. Ο ίδιος ασχολούνταν με το computer και η Παραπονούμενη έβλεπε τη Φάρμα ή κάτι παρόμοιο. Ερωτούμενος αν η Παραπονούμενη ζωγράφισε κάτι απάντησε πως δεν ασχολήθηκε καθόλου και ούτε την ρώτησε γιατί δεν ζωγράφισε όση ώρα ήταν στο σπίτι του. Σε σχέση με το θέμα της συζήτησης του με την Παραπονούμενη την 1/7/2024, ανέφερε ότι κατά το πλείστον η συζήτηση τους αφορούσε τα προβλήματα που αντιμετώπιζε στο σπίτι και τις εξετάσεις της για το μετέπειτα της ζωής της. Σε σχέση με τον επαγγελματικό προσανατολισμό της Παραπονούμενης, δεν θυμόταν αν στην αρχή των συνεδριάσεων τους του είπε ότι επιθυμεί να γίνει ψυχολόγος και ότι είχε αλλάξει πολλές απόψεις μέχρι να καταλήξει στο να σπουδάσει ψυχολογία. Ερωτώμενος για τα μηνύματα που αντάλλαξε με την Παραπονούμενη, ανέφερε ότι ήταν «10, 15, 20» περίπου. Σε σχέση με την επίδικη ημερομηνία, υποστήριξε ότι το προηγούμενο βράδυ, η Παραπονούμενη του είχε στείλει σχέδια ως προς το τι θα έκανε πάνω στον τοίχο του σπιτιού της σκάλας και του είχε πει ότι είχε ενημερώσει σχετικά τη μητέρα της. Αν και ο Κατηγορούμενος δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει πώς η Παραπονούμενη αποφάσισε να πάει σπίτι του να ζωγραφίσει τον τοίχο, ανέφερε πως η Παραπονούμενη εξέφρασε την επιθυμία να ζωγραφίσει σε μεγάλη επιφάνεια και ο ίδιος της πρότεινε αν ήθελε να ζωγραφίσει τον τοίχο της σκάλας. Όταν του έστειλε τα σχέδια, ο Κατηγορούμενος της είπε να διαλέξει ποιο θέλει και να το κάνει. Σε σχέση με την τηλεφωνική επικοινωνία του με τη μητέρα της Παραπονούμενης και την ερώτηση 40, ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι η μητέρα της τον πήρε με πρόσχημα ότι η Παραπονούμενη ήταν κλεισμένη στο δωμάτιό της γιατί μάλωσαν επειδή ήθελε να πάει στην Αγία Νάπα με μια συγκεκριμένη φίλη της, η οποία δεν ήταν και το καλύτερο πρότυπο, και ότι μύριζε τσιγάρα και ο ίδιος της είπε «οκ δεν θα πάει η [Παραπονούμενη] με τη Γ… στην Αγία Νάπα, δεν υπάρχει λόγος να γίνει αυτό το πράγμα, ειδικά με την Γ…». Ως περαιτέρω ανέφερε, «ξεκίνησε με τη σύγχυση και μετά επεκτάθηκε στο θέμα της Αγίας Νάπας.» Κατά το εν λόγω τηλεφώνημα, του ανέφερε ότι γνώριζε για τη συνάντηση του με την Παραπονούμενη και τη ζωγραφιά.
Ανέφερε, περαιτέρω, ότι στις αρχές των συναντήσεων τους υπήρξαν συζητήσεις σε σχέση με το αν η Παραπονούμενη είχε αγόρι και σεξουαλική επαφή. Του είπε ότι δεν είχε σχέσεις και ότι είχε πειραματιστεί αλλά τίποτα το ιδιαίτερο. Ως προς το ότι κατά τη συνάντηση την 1/7/2024 την ρωτήσε αν ήθελε να της μάθει πώς να φιλά, πώς να γλύφει και πώς να κάνει στοματικό έρωτα, ανέφερε ότι είναι ψέμα, όπως και το ότι στις 2/7/2024, πριν ανεβεί πάνω για το ραντεβού που είχε στο γραφείο του, την φίλησε στο μάγουλο και στο στόμα. Σε σχέση με το αν υπήρξε βίντεο ακατάλληλου περιεχομένου στον υπολογιστή του εκείνη την ημέρα, απάντησε αρνητικά. Ανέφερε, επίσης, πως είναι ψέμα και πως δεν έγινε κάτι τέτοιο, όπως ούτε και το ότι στη συνέχεια έβαλε το χέρι της πάνω στο γεννητικό του όργανο, πάνω από τα ρούχα, και ακολούθως την έβαλε να γονατίσει και της έβαλε το γεννητικό του όργανο μέσα στο στόμα της, στο οποίο εκσπερμάτωσε. Ούτε και το ότι κατά τη διάρκεια που του έκανε στοματικό έρωτα της έλεγε διάφορα λόγια, ότι την αγαπά και ότι είναι σέξι. Ερωτούμενος αν προσφωνούσε την Παραπονούμενη «μωρό μου», «αγάπη μου», ανέφερε πως συνήθως έχει μια πατρική φιγούρα απέναντι στους πελάτες του, ειδικά όταν πρόκειται για άτομα μικρής ηλικίας, λόγω και της κόρης του, χωρίς όμως να υπάρχει οτιδήποτε πονηρό. Ανέφερε, περαιτέρω, ότι αγόρασε κάποιους πίνακες και προσκάλεσε την Παραπονούμενη να βάψει τον τοίχο για να ενισχύσει την αυτοεκτίμηση και την αυτοπεποίθησή της. Αναφερόμενος στην Παραπονούμενη υποστήριξε ότι ήταν ένα μωρό που δεν μιλούσε με κανένα, ήταν αποξενωμένο και δεν ένιωθε ότι αξίζει. Περαιτέρω, ανέφερε ότι δεν υπήρξε κάποια πελάτισσα με την οποία να συνέβη το ίδιο με τα όσα ισχυρίστηκε η Παραπονούμενη. Τέλος, ανέφερε ότι λόγω κλειστής αορτής έχει ένα bypass, το οποίο είναι αρκετά ορατό μέσα από το δέρμα, λίγο πιο πάνω από τα γεννητικά του όργανα.
Κατά την αντεξέταση του, ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι είναι εγκεκριμένος και ως ψυχολόγος και ως εκπαιδευτικός ψυχολόγος και εγγεγραμμένος στο σύνδεσμο ψυχολόγων και ότι από το 2007 εξασκεί το επάγγελμα. Αντεξετάστηκε σε σχέση με την εξάσκηση του επαγγέλματος του και αναφέρθηκε σε πρόγραμμα που έφερε από την Αμερική ενώ το 2019 αποφάσισε να γραφτεί στο Συμβούλιο Εγγραφής Ψυχολόγων επειδή ήθελε να ασκήσει το επάγγελμά του ως σύμβουλος ψυχικής υγείας και ψυχοθεραπευτής. Ερωτούμενος κατά πόσο εγγράφηκε επειδή προηγήθηκε μια ποινική καταδίκη ως προς το ότι ασκούσε το επάγγελμα του χωρίς άδεια, συμφώνησε σημειώνοντας ότι υπήρχε και κατηγορία στην οποία αθωώθηκε. Σε υποβολή ότι σε ποινική υπόθεση για κατηγορία άσκησης επαγγέλματος ψυχολόγου χωρίς άδεια καταδικάστηκε στις 11/05/2023 και του επιβλήθηκε πρόστιμο €200, δέχτηκε ότι του επιβλήθηκε πρόστιμο για το λόγο ότι δεν ήταν εγγεγραμμένος στο σύνδεσμο ψυχολόγων. Συμφώνησε, στη συνέχεια, πως ο λόγος που καταδικάστηκε ήταν γιατί δεν ήταν εγγεγραμμένος στο Συμβούλιο Εγγραφής, στο οποίο εγγράφηκε σε μεταγενέστερο χρόνο. Ανέφερε, περαιτέρω, σε σχέση με τις ερωτήσεις 25, 26, 28 και 30 του Τεκμηρίου 9, όπου απαντούσε «δεν θυμάμαι», πως δεν σκέφτηκε εκείνη την ώρα να συμβουλευτεί τις σημειώσεις του.
Ανέφερε, επίσης, πως για τα ραντεβού που προγραμματίζει με πελάτες δεν έχει κάποιο ημερολόγιο και ότι τα ραντεβού διευθετούνται κατόπιν τηλεφωνήματος. Εκτός από την Παραπονούμενη είχε ακόμα «δύο, τρεις, τέσσερεις» πελάτες και ήταν σε θέση να θυμάται πότε θα πήγαινε ο καθένας για συνεδρία. Σε σχέση με την δεοντολογία των ψυχολόγων ανέφερε πως την γνωρίζει αν και δεν είναι υποχρεωμένος να την ακολουθεί γιατί δεν είναι ψυχολόγος αλλά σύμβουλος ψυχικής υγείας. Εγγράφηκε στο Συμβούλιο Εγγραφής Ψυχολόγων για να μπορεί να ασκεί το επάγγελμα του σύμβουλου ψυχικής υγείας. Ως ανέφερε, ο σύμβουλος ψυχικής υγείας δεν υπάγεται σε κάποιον δεοντολογικό κώδικα, όπως ούτε ο ψυχοθεραπευτής. Ως περαιτέρω ανέφερε, δεν θεωρεί υποχρέωση του να ακολουθήσει τη δεοντολογία των ψυχολόγων όπως υφίσταται στην Κύπρο γιατί στο εξωτερικό ακολουθείται άλλη δεοντολογία. Συμφώνησε ότι ήταν λόγω της πεποίθησής του αυτής που ανέπτυξε μια πιο στενή σχέση με την Παραπονούμενη και αγόρασε πίνακες, προσθέτοντας ότι το κάνει σχεδόν με όλους τους πελάτες του. Προσέθεσε, επίσης, ότι ακολουθεί μια δική του δεοντολογία και ένα δικό του τρόπο θεραπείας καθώς και ότι με τους ασθενείς του προτιμά να είναι συνοδοιπόρος παρά αυστηρά επαγγελματίας απέναντι τους. Ανέφερε, δε, ότι υπάρχει και βιβλιογραφία, περισσότερο αμερικάνικη και γερμανική, η οποία υποστηρίζει ότι με αυτή την προσέγγιση ενισχύονται τα κενά που έχει ο καθένας ανάλογα με το περιστατικό που αντιμετωπίζει. Επανέλαβε ότι αγόρασε πίνακες από την Παραπονούμενη για να ενισχύσει την αυτοεκτίμηση και αυτοπεποίθησή της και ερωτούμενος κατά πόσο αυτός ήταν ο στόχος των συνεδριών, συμφώνησε λέγοντας περαιτέρω ότι με πράξεις μπορεί κάποιος να ενισχυθεί ακόμα καλύτερα παρά μόνο με λόγια καθώς και ότι ο κάθε ψυχολόγος καθορίζει τη δική του θεωρία στην τελική. Σε σχέση με τις συμβουλές μέσω μηνυμάτων ή της εφαρμογής «messenger», ανέφερε ότι η εν λόγω προσέγγιση είναι επαγγελματική επειδή θα πάρει κάποιος τον ψυχολόγο του για να του εξηγήσει πως θα αντιμετωπίσει κάποια κατάσταση την στιγμή που υφίσταται ενώ δεν μπορεί να γίνει αυτό μέσω ραντεβού, ειδικά όταν πρόκειται για συναισθήματα. Ερωτήθηκε περαιτέρω σε σχέση με το ότι δεν έδωσε συμπληρωματική κατάθεση όταν εντόπισε την απόδειξη, Τεκμήριο 5, σε συνάρτηση με το ότι παρών κατά την λήψη της κατάθεσης του ήταν και ο τότε δικηγόρος του, και ανέφερε ότι δεν γνώριζε ότι μπορούσε να δώσει συμπληρωματική κατάθεση. Σε σχέση με το πρόγραμμα του στις 2/7/2024, ερωτώμενος γιατί, αφού ήταν τόσο πιεσμένο, είπε στην Παραπονούμενη να πάει εκείνη την ημέρα για να μπογιατίσει τη σκάλα, ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι δεν θα τον ενοχλούσε η Παραπονούμενη και ότι η σκάλα είναι εκτός του γραφείου, το οποίο είναι κανονικό δωμάτιο με πόρτα που κλείνει και δεν έχει καμία σχέση με τη σκάλα αφού προηγείται ένα σαλόνι. Ανέφερε, περαιτέρω, πως κατά τη διάρκεια της διαδικτυακής συνάντησης του με το ζευγάρι, η Παραπονούμενη θα μπορούσε να κάνει το σχέδιο με μολύβι. Σε σχέση με τον ηλεκτρονικό υπολογιστή του, ανέφερε πως έχει μόνον ένα, ο οποίος ενώνεται με δύο οθόνες, στην μια εκ των οποίων έβλεπε τα σχέδια για τα λιώμενα και στο άλλο η Παραπονούμενη βίντεο. Δεν θεώρησε σημαντικό να ρωτήσει την Παραπονούμενη γιατί δεν σχεδίασε επειδή δεν ήταν υπάλληλός του και μπορεί να μην ήθελε να το κάνει. Ερωτώμενος ως προς το λόγο που ήθελε να ενισχύσει την αυτοπεποίθηση της Παραπονούμενης σε συνάρτηση με το ότι ήταν καλύτερα, ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι πριν την 1/7/2024 είχαν ξανά συνεδρία με την Παραπονούμενη κατά την οποία άρχισαν ξανά τα προβλήματα στο σπίτι και άρχισε να πέφτει ψυχολογικά. Λόγω και του άγχους που είχε για τις εξετάσεις της, τα συναισθήματά της περιπλέκονταν ακόμα περισσότερο. Ερωτούμενος γιατί δεν αναφέρθηκε στην κατάθεση του στους πελάτες για τα λιωμένα, ανέφερε ότι δεν το θεώρησε αναγκαίο αφού οι ερωτήσεις ήταν συγκεκριμένες αναφορικά με την Παραπονούμενη και τις κατηγορίες που αντιμετώπιζε. Ανέφερε πως θα περιέγραφε τη σχέση του με την Παραπονούμενη καθ’ όλη τη διάρκεια των συνεδριών ως πατρική, δεν ήταν αντιδραστική και φαινόταν να άκουγε αλλά δεν έμενε για πολύ προσηλωμένη. Αυτό ίσχυσε καθ' όλη τη διάρκεια των συνεδριών. Ενώ στην αρχή ήταν συχνές οι συνεδρίες και η κατάσταση κύλησε πολύ πιο ομαλά, ακολούθως η Παραπονούμενη κατρακύλησε υποδεικνύοντας ότι είχε παλινδρομήσεις. Τότε, ο ίδιος είτε της έδινε συμβουλές μέσω διαδικτύου και μηνυμάτων είτε άρχιζαν ξανά οι συνεδρίες. Ο Κατηγορούμενος συμφώνησε ότι βοήθησε την Παραπονούμενη σε πολλούς τομείς στη ζωή της καθώς και ότι ήταν ένα άτομο που εκτιμούσε, όπως και ο ίδιος εκείνη. Ερωτούμενος ως προς το λόγο που η Παραπονούμενη ανέφερε όσα ανέφερε, απάντησε πως «ξέροντας τη [Παραπονούμενη], ίσως να ξεκίνησε με κάτι που ήθελε να πιάσει μιαν εντύπωση και μετά να μην μπορούσε να κάνει πίσω όταν έπιασε έκταση η κατάσταση.». Σε υποβολή ότι λόγω της σχέσης που είχε αναπτύξει με την Παραπονούμενη και της εμπιστοσύνης που του είχε δείξει, ήταν σίγουρος κατόπιν της πλύσης εγκέφαλου που της έκανε, ότι δεν θα προέβαινε σε καταγγελία, ανέφερε πως γνωρίζοντας την Παραπονούμενη, ήξερε ότι δεν μπορεί να κρατήσει μυστικό και συνεπώς αποκλειόταν να έκανε τέτοιο πράγμα και να ήταν σίγουρος ότι δεν θα το έλεγε, γιατί δεν υπήρχε περίπτωση η Παραπονούμενη να μην έλεγε αν γινόταν κάτι. Υπέδειξε δε πως η Παραπονούμενη είχε μια μυθομανία, είτε φανταζόταν πράγματα είτε σκεφτόταν ή οτιδήποτε άλλο, και πως έλεγε πράγματα για τον πατέρα της που δεν είχαν συμβεί.
Κατά την επανεξέταση του, σε σχέση με την ποινική υπόθεση στην οποία καταδικάστηκε και του επιβλήθηκε ποινή, ανέφερε ότι αθωώθηκε σε κάποιες κατηγορίες.
Η Μ.Υ. 1 ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος είναι ψυχολόγος τόσο της ίδιας όσο και του γιού και της κόρης της / Μ.Υ.2. Ο γιος της είναι σήμερα 20 ετών και παρακολουθείτο από τον Κατηγορούμενο από την ηλικία των 9 ετών για 3 χρόνια. Η κόρη της, Μ.Υ. 2, άρχισε να επισκέπτεται τον Κατηγορούμενο από την ηλικία των 9 – 10 ετών, είναι σήμερα 14 ετών και εξακολουθεί να παρακολουθείται από αυτόν. Η Μ.Υ 1 ανέφερε ότι λόγω της συμβολής του Κατηγορούμενου παρατήρησε πάρα πολλή διαφορά και στα δύο της παιδιά, τα οποία μετέφερε εκεί η ίδια. Κάποιες φορές περιμένει έξω, κάποιες φορές η κόρη της είναι μόνη της και κάποιες φορές συμμετέχει και η ίδια στη συνεδρία. Ανέφερε, επίσης, πως είναι πάρα πολύ ευχαριστημένη από τη βελτίωση και δεν είδε κάτι κακό. Πέραν των συνεδριών, η Μ.Υ. 2 μπορεί να επικοινωνήσει με τον Κατηγορούμενο μέσω μηνύματος, της απαντά εκείνη τη στιγμή και κανονίζουν συνεδρία.
Η Μ.Υ. 1 δεν αντεξετάστηκε.
Η Μ.Υ. 2 ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος είναι ο ψυχολόγος της και πήγε κοντά του για πρώτη φορά πριν από 6 χρόνια, όταν την πήρε η μητέρα της λόγω οικογενειακών προβλημάτων μετά τον χωρισμό των γονέων της. Πήγαινε κάθε μήνα, δύο φορές μπορεί και μία. Κατά τις συνεδριάσεις τους, ο Κατηγορούμενος έκανε αστεία, η ίδια ένιωθε άνετα και το κλίμα ήταν χαλαρό. Η μητέρα της, όταν την έπαιρνε, κάποιες φορές την περίμενε έξω, κάποιες φορές έπρεπε να φύγει και μετά πήγαινε πίσω για να την παραλάβει και κάποιες φορές ήταν μαζί της κατά την συνεδρίαση. Η Μ.Υ. 2 ανέφερε πως πλέον νοιώθει πολύ καλύτερα, ο Κατηγορούμενος της έδωσε πολλές συμβουλές και όποτε ήταν στα κάτω της προσπαθούσε να την ανεβάσει, πράγμα που κατάφερε.
Η Μ.Υ. 2 επίσης δεν αντεξετάστηκε.
Η Μ.Υ. 3 ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος είναι ο ψυχολόγος της εδώ και 6 χρόνια περίπου. Γνωρίζει την Παραπονούμενη και όλη την οικογένεια της, είναι πελάτισσες της και η ίδια συνέστησε τον Κατηγορούμενο στην Παραπονούμενη ενόψει του ότι την έβλεπε να βασανίζεται από κάποια πράγματα που για την ίδια δεν ίσχυαν. Γενικά, η Παραπονούμενη ήταν άτομο που δεν μιλούσε σε κανένα, φορώντας ακουστικά στα αφτιά της. Όποτε μπορούσε έπαιρνε η ίδια την Παραπονούμενη στον Κατηγορούμενο. Την πήρε αρχικά δύο φορές και μετά κάποιες άλλες φορές. Την πρώτη φορά που η Παραπονούμενη πήγε στον Κατηγορούμενο η Μ.Υ. 3 ήταν έξω με την μητέρα της Παραπονούμενης και άκουγαν αυτά που του έλεγε. Συγκεκριμένα, την άκουσαν να του λέει ότι μιλούν πίσω από την πλάτη της, ότι της κάνουν bulling, ότι δεν την αγαπά κανένας και άκουσε τον Κατηγορούμενο να της λέει, ενώ η ίδια έκλαιγε, ότι αυτό που περιέγραφε δεν συνέβαινε στην πραγματικότητα και ότι είναι στο μυαλό της αφού υπάρχουν άτομα που την αγαπούν. Η Μ.Υ 3 ανέφερε, επίσης, ότι οι σχέσεις της Παραπονούμενης με τον πατέρα της δεν ήταν καλές και ήταν απομακρυσμένος. Η Παραπονούμενη ήταν περισσότερο με την μητέρα της και οι σχέσεις τους ήταν καλές με λίγες εντάσεις. Με την αδελφή της, Μ.Κ. 4, η Παραπονούμενη είχε κάποιες διαφορές. Η μάρτυρας ανέφερε περαιτέρω πως όταν πήρε την Παραπονούμενη στον Κατηγορούμενο δεν είχε γενικά ιδιαίτερη σχέση με τον γύρω κόσμο, ήταν κλεισμένη, δεν μιλούσε καθόλου, παρά μόνο στην ίδια. Η ίδια είχε πολύ καλές σχέσεις με την Παραπονούμενη και την είχε όπως την κόρη της. Σε σχέση με την επικοινωνία της με την Μ.Κ.5 κατά τα επίδικα περιστατικά, η Μ.Υ. 3 ανέφερε ότι η Μ.Κ. 5 της έστειλε αρχικά μήνυμα και επειδή ήταν με πελάτισσα εκείνη την ώρα δεν της απάντησε. Ακολούθως, την πήρε τηλέφωνο και ήταν πανικοβλημένη και αγχωμένη και της είπε «εσύ θεωρείς σωστό να είναι από το πρωί με τον [Κατηγορούμενο];». Η ίδια της είπε ότι δεν είχε ιδέα πότε πήγε και γιατί. Όταν η Μ.Κ. 5 της είπε «πιάνω την και δεν απαντά, τι να σκεφτώ;», η Μ.Υ. 3 της είπε ότι η Παραπονούμενη γενικά δεν απαντά το τηλέφωνο της οπόταν δεν ήταν κάτι για το οποίο θα έπρεπε να πανικοβληθεί. Αφού της ζήτησε να τηλεφωνήσει στον Κατηγορούμενο, το έπραξε και αφού τον ρώτησε αν ήταν εκεί η Παραπονούμενη, ο Κατηγορούμενος ρώτησε την Παραπονούμενη αν το ανέφερε στην μητέρα της και η ίδια του απάντησε «ναι είπα της το». Η Παραπονούμενη ακουγόταν μια χαρά εκείνη την στιγμή. Ακολούθως, την επόμενη ή την μεθεπόμενη μέρα, είτε Σάββατο είτε Κυριακή, η μάρτυρας συναντήθηκε με την Παραπονούμενη στο Mall και της θύμωσε λέγοντας της πως είχε δίκαιο η μητέρα της που φοβήθηκε. Τότε, η Παραπονούμενη της ανέφερε «είπα της το, ήνταλως κάμνετε έτσι σάμπως και βίασε με ο άνθρωπος». Ως ανέφερε, η Παραπονούμενη ήταν πολύ καλά, χαρούμενη και καλοντυμένη ενώ συνήθως δεν ντυνόταν καλά. Η Μ.Υ 3 την ρώτησε να της πει τι έγινε και θύμωσε η μητέρα της ενώ η ίδια ήταν τόσο χαρούμενη και η Παραπονούμενη της είπε ότι την βοήθησε ο Κατηγορούμενος και καταλάβει τί είναι και τί θέλει. Ρωτώντας την πώς την βοήθησε, η Παραπονούμενη της ανέφερε ότι του έκανε στοματικό. Αμέσως, και πριν η Μ.Υ. 3 αντιδράσει, η Παραπονούμενη της είπε «μην φανταστείς, είναι με τη θέλησή μου». Η Μ.Υ. 3 έμεινε στήλη άλατος και της είπε «πες μου δεν είναι τούτο που εννοείς, εφίλησες τον;». Τότε, η Παραπονούμενη της είπε «όχι, δεν ξέρεις τι είναι το στοματικό;», και η Μ.Υ. 3 της απάντησε «όχι, πες μου». Η Μ.Υ. 3 της θύμωσε λέγοντας της πως «αν όντως εσυνέβηκε τούτο το πράγμα γιατί είσαι τόσο happy, νομίζεις ας πούμε αν όντως γίνεται τούτο το πράγμα νομίζεις αγαπά σε;» καθώς και ότι αν την σεβόταν και την αγαπούσε δεν θα γινόταν κάτι τέτοιο. Μετά που της θύμωσε, η Παραπονούμενη βούρκωσε και στη συνέχεια έκλαιγε, αν και στην αρχή της συνάντησης ήταν χαρούμενη.
Ερωτούμενη κατά πόσο γνώριζε αν υπήρξε παρόμοιο περιστατικό με άλλην κοπέλα και τον Κατηγορούμενο, η Μ.Υ. 3 απάντησε αρνητικά. Μετά το περιστατικό, η Μ.Κ. 5 πήγε στην Μ.Υ. 3 να της κάνει τα νύχια της και ενώ μιλούσαν και η Παραπονούμενη καθόταν στο σαλόνι, η Μ.Κ. 5 της είπε πως ήθελε μια χάρη, δηλαδή να ρωτήσει και την άλλη κοπέλα που συνέστησε στον Κατηγορούμενο μήπως ξανασυνέβηκε αυτό το πράγμα. Η Μ.Υ. 3 ρώτησε την άλλη κοπέλα αν ένιωσε άβολα και της απάντησε θετικά, πλην όμως, ως η Μ.Υ. 3 ανέφερε, εκείνη ως άνθρωπος έχει χαμηλή αυτοπεποίθηση. Η άλλη κοπέλα της ανέφερε, επίσης, πως θα ξαναπήγαινε στον Κατηγορούμενο καθότι την βοήθησε πάρα πολύ. Ρώτησε, επίσης, την μητέρα της κοπέλας και της είπε ότι είναι ευχαριστημένη πολύ και ότι αποκλείεται να συνέβηκε κάτι. Τα όσα έμαθε τα μετέφερε στην Παραπονούμενη. Σε σχέση με την κοπέλα, η Μ.Υ. 3 ανέφερε ότι δεν ήταν με τον Κατηγορούμενο που ένιωσε άβολα αλλά ένοιωθε άβολα επειδή έπρεπε να μιλήσει για οικογενειακά της θέματα. Τέλος, η Μ.Υ. 3 ανέφερε πως η ίδια δεν ήθελε να δώσει κατάθεση επειδή ένοιωθε άβολα και ήταν στη μέση και ό,τι είχε να πει τα είπε στον αστυνομικό/Μ.Κ.8.
Κατά την αντεξέταση της, η Μ.Υ. 3 επέμεινε ότι η Παραπονούμενη της είπε ότι είχε κάνει στοματικό έρωτα στον Κατηγορούμενο με τη θέλησή της. Ερωτούμενη σε σχέση με την αναφορά της στην Παραπονούμενη σε σχέση με την άλλη κοπέλα, ανέφερε πως δεν τα είπε στην Παραπονούμενη αλλά στην μητέρα της. Συμφώνησε, δε, ότι ακόμα και αν έγινε κάτι παράνομο ή μεμπτό, αυτό αφορούσε την ίδια την κοπέλα, αν θα προέβαινε σε καταγγελία ή όχι. Σε σχέση με την αναφορά της ότι η Παραπονούμενη βασανιζόταν για πράγματα που δεν συνέβαιναν στην πραγματικότητα, όπως το αν την αγαπά ο πατέρας της, συμφώνησε ότι αυτό συνέβαινε λόγω της κατάστασης και των θεμάτων που είχε με τη χαμηλή αυτοεκτίμηση της και ήταν και ο λόγος που πήγε στον Κατηγορούμενο εξ αρχής.
Αξιολόγηση μαρτυρίας
Έχουμε διεξέλθει με μεγάλη προσοχή το σύνολο της μαρτυρίας που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, συμπεριλαμβανομένων των τεκμηρίων που κατατέθηκαν. Με μεγάλη προσοχή έχουμε, επίσης, μελετήσει το περιεχόμενο των τελικών αγορεύσεων των ευπαιδεύτων συνηγόρων επί του προκειμένου. Δεν θεωρούμε ότι θα εξυπηρετούσε, για τους σκοπούς της παρούσας απόφασης, η επανάληψη της επιχειρηματολογίας των συνηγόρων. Άλλωστε, τα θέματα αυτά είναι που θα απασχολήσουν το Δικαστήριο στη συνέχεια, ενώ δεδομένη παραμένει πάντοτε η νομολογιακή αρχή ότι δεν αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της αιτιολόγησης δικαστικής απόφασης ειδική αναφορά ή διαπραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται (βλ. Οδυσσέα ν. Αστυνομίας (1999) 2 Α.Α.Δ. 490).
Η αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι μια λεπτή και παράλληλα σημαντική εκδήλωση της δικαστικής κρίσης γιατί μέσα από αυτήν το Δικαστήριο, αφού μορφώσει άποψη για την αξιοπιστία των μαρτύρων, θα διαμορφώσει την κρίση του και θα οδηγηθεί στα συμπεράσματά του ως προς τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση. Σύμφωνα με τα όσα έχουν λεχθεί στην Ομήρου ν. Δημοκρατίας (2001) 2 Α.Α.Δ. 506, η αξιολόγηση πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο, την ποιότητα και την πειστικότητα της μαρτυρίας, σε σύγκριση και με την υπόλοιπη μαρτυρία (βλ. επίσης, μεταξύ άλλων, ΧΧΧ ν. Δημοκρατίας Ποιν. Έφεση 177/2017, ημερ. 20.12.2018, ECLI:CY:AD:2018:B550 και Rana ν. Δημοκρατίας (2004) 2 Α.Α.Δ. 489).
Έχουμε δε κατά νου την πάγια αρχή της νομολογίας πως το Δικαστήριο δύναται να αποδεχθεί μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα και να απορρίψει άλλο, αφού προηγουμένως αιτιολογήσει την προσέγγιση του αυτή (βλ. Ιωσηφίδης ν. Αστυνομίας (2014) 2 Α.Α.Δ. 307 και Ευθυμίου ν. Αστυνομίας (2001) 2 Α.Α.Δ. 1).
Αποτελεί, επίσης, νομολογιακή αρχή ότι μικροαντιφάσεις ή μικρές ανακρίβειες δεν πλήττουν την αξιοπιστία των μαρτύρων αλλά, πολλές φορές, την ενδυναμώνουν γιατί ακριβώς δεικνύουν έλλειψη προσχεδιασμού (βλ. Μαρκίτσης ν. Αστυνομίας (2016) 2 Α.Α.Δ. 353, Μιχαήλ ν. Αστυνομίας (2011) 2 Α.Α.Δ. 345 και Παύλου ν. Αστυνομίας (1998) 2 Α.Α.Δ. 68).
Τέλος, αναφορά αξίζει να γίνει στην υπόθεση Σιβιτανίδης κ.α. ν. Δημοκρατίας (2011) 2 Α.Α.Δ. 166 όπου υποδείχθηκε πως τα ευρήματα αξιοπιστίας είναι αλληλένδετα με τη συνολική εκτίμηση της μαρτυρίας και των προεκτάσεων της και συναρτάται με την αντικειμενική όψη των πραγμάτων (βλ. Στυλιανίδη ν. Χατζηπιέρα (1992) 1 (Β) Α.Α.Δ. 1056 και Μουζάκης ν. Αστυνομίας (1995) 2 Α.Α.Δ. 220).
Έχουμε παρακολουθήσει με μεγάλη προσοχή όλους τους μάρτυρες στη ζωντανή τους παρουσία ενώ κατέθεταν ενώπιον του Δικαστηρίου. Είχαμε, επίσης, την ευκαιρία, ως αναφέρεται πιο πάνω, να εξετάσουμε με προσοχή το σύνολο της προσκομισθείσας μαρτυρίας και των τεκμηρίων.
Ξεκινούμε το έργο της αξιολόγησης από τους Μ.Κ.1, M.K.6 και M.K.8, οι οποίοι είναι αστυνομικοί που είχαν εμπλοκή στη διερεύνηση της υπόθεσης. Έχουμε σχηματίσει θετική εντύπωση και για τους τρεις μάρτυρες και αποδεχόμαστε τη μαρτυρία τους. Προσήλθαν στο Δικαστήριο προκειμένου να καταθέσουν σε σχέση με τις ενέργειες τους στο πλαίσιο διερεύνησης της υπόθεσης και έπραξαν τούτο με σαφήνεια και πληρότητα. Ο κ. Σαουρής, άλλωστε, στην αγόρευση του δέχτηκε ότι οι μάρτυρες αστυνομικοί ήταν μάρτυρες της αλήθειας.
Ειδικότερα, σε σχέση με τoν Μ.Κ.1 σημειώνουμε πως οι ενέργειες του αφορούσαν, μεταξύ άλλων, τη λήψη γραπτής συγκατάθεσης από τη μητέρα της Παραπονούμενης για τη λήψη οπτικογραφημένης κατάθεσης από αυτήν (βλ. Τεκμήριο 1), τον χειρισμό της συσκευής οπτικογράφησης κατά τη λήψη της οπτικογραφημένης κατάθεσης (βλ. Τεκμήριο 2) αλλά και τη διαδικασία που ακολούθησε μετά την ολοκλήρωση της κατάθεσης, ετοιμάζοντας το σχετικό κείμενο της απομαγνητοφώνησης (βλ. Τεκμήριο 3). Κατά την αντεξέταση του δεν αμφισβητήθηκε οτιδήποτε αφορά στον τρόπο χειρισμού της συσκευής, ούτε και στη διαδικασία ετοιμασίας του κειμένου απομαγνητοφώνησης. Περαιτέρω, σημειώνουμε ότι η αντεξέταση του Μ.Κ.1 σε σχέση με τα όσα έλαβαν χώρα κατά την εκτέλεση του εντάλματος σύλληψης του Κατηγορουμένου περιορίστηκε στην υποβολή διευκρινιστικών ερωτήσεων, όπως και σε σχέση με την άρνηση του Κατηγορουμένου να δώσει στην Αστυνομία πρόσβαση στον ηλεκτρονικό του υπολογιστή και στο κινητό τηλέφωνο του μετά την απόρριψη του αιτούμενου εντάλματος έρευνας από το Δικαστήριο. Ως προς το τελευταίο ζήτημα, παρατηρούμε πως τα όσα ο μάρτυρας ανέφερε στο Δικαστήριο προκύπτουν από σχετικό ημερολόγιο ενεργείας. Παρομοίως, τα όσα ο μάρτυρας υποστήριξε σε σχέση με τη συνάντηση που είχε η Παραπονούμενη με την Μ.Υ.3 και την απροθυμία της τελευταίας να δώσει κατάθεση στην Αστυνομία επιβεβαιώνονται από σχετικό ημερολόγιο ενεργείας (βλ. Τεκμήριο 4). Σε γενικότερο πλαίσιο δεν έχουμε διαπιστώσει οτιδήποτε το μεμπτό στη μαρτυρία του Μ.Κ.1 και, συνεπώς, αυτή γίνεται αποδεκτή στην ολότητα της.
Η Μ.Κ.2 ήταν η αστυφύλακας η οποία έλαβε την οπτικογραφημένη κατάθεση από την Παραπονούμενη στο Σπίτι του Παιδιού (βλ. Τεκμήριο 2). Στο πλαίσιo της μαρτυρίας της αναγνώρισε την υπογραφή της επί των Τεκμηρίων 1 και 2, ενώ αναγνώρισε παράλληλα και το Τεκμήριο 3, ήτοι την απομαγνητοφώνηση της οπτικογραφημένης κατάθεσης. Η μάρτυρας αναφέρθηκε σε συγκεκριμένο Πρωτόκολλο το οποίο ακολουθείται κατά την λήψη οπτικογραφημένης κατάθεσης σε τέτοιες περιπτώσεις για το οποίο έλαβε σχετική εκπαίδευση, ενώ εξήγησε με επάρκεια τον τρόπο που ενήργησε στην υπό κρίση περίπτωση. Η Μ.Κ.6 άφησε θετική εικόνα στο Δικαστήριο αφού παρέθεσε με σαφήνεια και πληρότητα τις ενέργειες στις οποίες προέβη στο πλαίσιο των καθηκόντων της χωρίς υπεκφυγές και δεν υπέπεσε σε οποιαδήποτε αντίφαση. Η μαρτυρία της ήταν σαφής και σταθερή και δεν έχουμε διαπιστώσει οτιδήποτε το μεμπτό σε αυτή. Συνεπώς, η μαρτυρία της γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο.
Ο Μ.Κ.8 ήταν ο ανακριτής της υπόθεσης και το πρόσωπο που προχώρησε στη σύλληψη του Κατηγορούμενου (βλ. Τεκμήριο 6) και την παράδοση του εντύπου δικαιωμάτων συλληφθέντων σε αυτόν (βλ. Τεκμήριο 7). Έλαβε, επίσης, από τον Κατηγορούμενο την ανακριτική κατάθεση ημερ. 23.7.2024 (βλ. Τεκμήριο 9), ενώ στο πλαίσιο της μαρτυρίας του αναγνώρισε το ημερολόγιο ενεργείας, επίσης ημερομηνίας 23.7.2024 (βλ. Τεκμήριο 10) αναφορικά με την άρνηση του Κατηγορούμενου να δώσει τη συγκατάθεση του για διενέργεια έρευνας στην οικία του έτσι ώστε να παραληφθεί ο ηλεκτρονικός υπολογιστής του, επικαλούμενος πως σε αυτόν ήταν αποθηκευμένα προσωπικά δεδομένα πελατών του. Περαιτέρω, αναφέρθηκε στο ημερολόγιο ενεργείας ημερ. 19.7.2024 (βλ. Τεκμήριο 4) και στην επικοινωνία που είχε με την Μ.Υ.3, η οποία, ωστόσο, δεν επιθυμούσε να δώσει κατάθεση στην Αστυνομία.
Ο μάρτυρας εξήγησε με πληρότητα τις ενέργειες στις οποίες προέβη ενώ σε γενικότερο πλαίσιο σημειώνουμε πως κατέθεσε με ειλικρίνεια και τρόπο αντικειμενικό σε σχέση με τα όσα έπραξε κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του. Απάντησε στις ερωτήσεις που του τέθηκαν χωρίς υπεκφυγές και δεν υπέπεσε σε οποιαδήποτε αντίφαση ικανή να πλήξει την αξιοπιστία του. Επίσης, εξετάζοντας τη μαρτυρία του δεν εντοπίζουμε οποιαδήποτε προσπάθεια ευνοϊκής μεταχείρισης της Παραπονούμενης ή δυσμενούς χειρισμού του Κατηγορουμένου. Συνεπώς, κρίνουμε τον Μ.Κ. 8 αξιόπιστο μάρτυρα και αποδεχόμαστε τη μαρτυρία του.
Η Μ.Κ.2, είναι η κοινωνική λειτουργός η οποία ορίστηκε ως η λειτουργός περίπτωσης, συνυπέγραψε την γραπτή δήλωση συγκατάθεσης που έδωσε η μητέρα της Παραπονούμενης για λήψη οπτικογραφημένης κατάθεσης από αυτήν (βλ. Τεκμήριο 1) και έθεσε την υπογραφή της στους ψηφιακούς δίσκους. Η μαρτυρία της σε σχέση με τις ενέργειες της αυτές γίνεται αποδεκτή αφού επί της ουσίας δεν αμφισβητήθηκε και σε κάθε περίπτωση επιβεβαιώνεται από το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 1 και 2.
Η Μ.Κ.3, σύζυγος του αδελφού της Παραπονούμενης, μας άφησε πολύ θετική εντύπωση. Κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας της, λαμβάνουμε υπόψη τη συγγενική σχέση της με την Παραπονούμενη. Δεν διαπιστώνουμε ωστόσο οποιαδήποτε πρόθεση ή προσπάθεια της να αλλοιώσει τα όσα ανέφερε προς υποστήριξη της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής. Αντίθετα, διαπιστώνουμε ότι η μάρτυρας αναφέρθηκε στα όσα η ίδια γνώριζε θετικά χωρίς υπερβολές και με σταθερότητα ενώ η μαρτυρία της συνάδει με το σύνολο της υπόλοιπης μαρτυρίας.
Τα όσα η Μ.Κ.3 ανέφερε σε σχέση με τα θέματα που αντιμετώπιζε η οικογένεια της Παραπονούμενης, τον κλειστό χαρακτήρα της τελευταίας, την βελτίωση που παρουσίασε μετά τις επισκέψεις της στον Κατηγορούμενο όπως και την αραίωση των συναντήσεων τους δεν αμφισβητήθηκαν. Σε σχέση με τα όσα διεμήφθησαν στην οικία της στις 4/7/2024, η μαρτυρία της Μ.Κ.3 ήταν ξεκάθαρη και λεπτομερής. Αναφέρθηκε στο συγκεκριμένο τηλεοπτικό πρόγραμμα και στην εφαρμογή μέσα από την οποία το παρακολουθούσαν και περιέγραψε λεπτομερώς τη σκηνή που προβαλλόταν και την συναφή συζήτηση της με την Μ.Κ.4, η οποία αποτέλεσε την αφορμή για την αναφορά της Παραπονούμενης, ότι δηλαδή συνέβη κάτι με την ίδια και έναν μεγαλύτερο άντρα. Ο κ. Σαουρής αμφισβήτησε ότι στην εν λόγω εκπομπή συμμετείχε ζευγάρι με ηλικιακή διαφορά. Πέραν του ότι αντίθετη μαρτυρία δεν προσφέρθηκε, η Μ.Κ.3 ήταν κατηγορηματική και σαφής περί τούτου. Σημειώνεται, δε, ότι η Μ.Κ.3 δεν θυμόταν αν τη συγκεκριμένη στιγμή η Παραπονούμενη ανέφερε ότι της αρέσουν οι μεγαλύτεροι άντρες, ως η σχετική αναφορά της Μ.Κ.4. Η δε Παραπονούμενη κατά την μαρτυρία της δέχθηκε ότι της άρεσαν οι μεγαλύτεροι άντρες ενώ ουδόλως ερωτήθηκε ως προς το κατά πόσο προέβη στην εν λόγω αναφορά κατ’ εκείνο το στάδιο στην οικία της Μ.Κ.3. Ουσιαστικά, η μόνη θετική μαρτυρία επί της εν λόγω αναφοράς προσφέρθηκε από την Μ.Κ.4, ενώ δεν προκύπτει από την σχετική απάντηση της Μ.Κ.3 η εν λόγω προτίμηση της Παραπονούμενης να της ήταν κάτι εντελώς άγνωστο.
Η Μ.Κ.3 αναφέρθηκε, επίσης, με λεπτομέρεια στα όσα επακολούθησαν της αναφοράς της Παραπονούμενης. Ανέφερε, δηλαδή, ότι την προέτρεψαν με την Μ.Κ.4 να τους πει τί έγινε, ότι η Παραπονούμενη δεν ήθελε να πει κάτι περαιτέρω και ότι δεν την πίεσαν περισσότερο και σταμάτησαν τη συζήτηση. Η Μ.Κ.3 επαρκώς εξήγησε ότι λόγω του κλειστού χαρακτήρα της, η Παραπονούμενη δεν μιλούσε για τα προσωπικά της θέματα, όπως το αν της άρεσε κάποιος ή αν ήθελε να έχει σχέση, και η αναφορά στην οποία προέβη στις 4/7/2024 στην οικία της ήταν η πρώτη για το θέμα αυτό, χαρακτηρίζοντας την, μάλιστα, η Μ.Κ.3 ως κάτι «πρωτόγνωρο». Σε αυτό το πλαίσιο και για αυτούς τους λόγους, τόσο η Μ.Κ.3 όσο και η Μ.Κ.4 ανέφεραν ότι μετά την αναφορά της Παραπονούμενης κοιτάχτηκαν μεταξύ τους συμφωνώντας να μην πιέσουν την Παραπονούμενη να τους πει οτιδήποτε περαιτέρω, αφήνοντας της χρόνο και χώρο για να νοιώσει έτοιμη, αφού σε αντίθετη περίπτωση, ως αμφότερες ανέφεραν, θα κλεινόταν στον εαυτό της και δεν θα τους έλεγε οτιδήποτε άλλο.
Μετά την εν λόγω συνάντηση, η Μ.Κ.3 ανέφερε ότι μίλησε με την Μ.Κ.4, τόσο πριν όσο και μετά που η Μ.Κ.4 μίλησε με την Παραπονούμενη. Έπειτα, η Μ.Κ.3 συναντήθηκε με την Παραπονούμενη, την Δευτέρα, 8/7/2024. Ανέφερε, συγκεκριμένα, ότι κατά την εξιστόρηση των περιστατικών στην ίδια, η Παραπονούμενη ήταν παγωμένη, χωρίς συναίσθημα και σφιγμένη («μαγκωμένη»), καθώς και ότι η Παραπονούμενη της ανέφερε ότι δεν ήθελε να πράξει όσα έπραξε και ένοιωθε τύψεις που δεν το σταμάτησε και το άφησε να προχωρήσει. Η Μ.Κ.3 αντεξετάστηκε σε σχέση με το ότι δεν υπέβαλε στην Παραπονούμενη διευκρινιστικές ερωτήσεις, όπως το γιατί δεν πήρε τηλέφωνο τη μητέρα της, την ίδια ή την αδελφή της ή γιατί δεν απάντησε το τηλέφωνο στην μητέρα της. Η Μ.Κ.3 ανέφερε ότι άφησε την Παραπονούμενη να της πει τί έγινε χωρίς να επεμβαίνει η ίδια με ερωτήσεις επεξηγώντας, επαρκώς και πειστικά, ότι για την ίδια ήταν σημαντικό να εστιάσει αφενός στο να βοηθήσει την Παραπονούμενη ως προς το πώς θα προχωρούσε, πείθοντας την να καταγγείλει το περιστατικό στην Αστυνομία, και αφετέρου στο να είναι δίπλα της συναισθηματικά. Σημειώνεται, δε, ότι στην Μ.Κ.3 δεν τέθηκε η αναφορά της Παραπονούμενης ότι την ρώτησε πώς είναι όταν κάποιος είναι ερωτευμένος. Λαμβανομένου υπόψη του ρόλου της Μ.Κ.3, η αξιοπιστία της ουδόλως κλονίστηκε και τα όσα ανέφερε σε σχέση με τον τρόπο που η ίδια ενήργησε κρίνονται υπό τις περιστάσεις λογικά, χωρίς να καταδεικνύεται οποιοδήποτε αθέμιτο ή αλλότριο κίνητρο της. Τέτοια υποβολή, εξάλλου, δεν της υποβλήθηκε, αλλά αυτό που της υποβλήθηκε ήταν ότι η ίδια ήταν θύμα παραπλάνησης.
Η Μ.Κ.3 αντεξετάστηκε, τέλος, σε σχέση με το ότι, ως ανέφερε, κατόπιν αναζήτησης στο διαδίκτυο διαπίστωσε ότι ο Κατηγορούμενος δεν ήταν εγγεγραμμένος ψυχολόγος και δεν είχε κάνει πρακτική άσκηση. Ως ανέφερε, προέβη στην εν λόγω αναζήτηση το βράδυ, μετά τη συζήτηση της με την Παραπονούμενη. Εξήγησε ότι εντόπισε το μητρώο εγγεγραμμένων ψυχολόγων και διαπίστωσε ότι το όνομα του Κατηγορούμενου δεν περιλαμβανόταν σε αυτό, ενώ ανέφερε ότι γνώριζε από συζήτηση που είχε με την δική της ψυχολόγο ότι για να εγγραφεί κάποιος ως ψυχολόγος θα πρέπει, πέραν του πτυχίου του, να ολοκληρώσει και πρακτική άσκηση, πράγμα που, εξ όσων προκύπτει συμπέρανε, ο Κατηγορούμενος δεν έπραξε. Παρά την αντεξέταση της, τα όσα η μάρτυς ανέφερε επιβεβαιώνονται από το Τεκμήριο 14, το οποίο κατέθεσε ο ίδιος ο Κατηγορούμενος. Το εν λόγω τεκμήριο είναι πιστοποιητικό για την εγγραφή του ως πτυχιούχος ψυχολόγος, και όχι ψυχολόγος, ενώ ο Κατηγορούμενος ουδόλως ανέφερε ότι διενήργησε πρακτική άσκηση (βλ. περί Εγγραφής Ψυχολόγων Νόμος του 1995 (68(Ι)/1995), άρθρο 8).
Κρίνουμε ότι η μαρτυρία της Μ.Κ.3 ήταν συμπαγής, λογική και πειστική και ως εκ τούτου γίνεται αποδεκτή, έχοντας υπόψη και την περί τούτου θέση στη γραπτή αγόρευση του κ. Σαουρή.
Η Μ.Κ.4 είναι η αδελφή της Παραπονούμενης, παράγοντας που λαμβάνεται υπόψη κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας της. Η εντύπωση που αποκομίσαμε ήταν θετική.
Οι θέσεις της περί του κλειστού χαρακτήρα της Παραπονούμενης, της βελτίωσης που σημείωσε μετά τις επισκέψεις της στον Κατηγορούμενο, του συντηρητικού χαρακτήρα του πατέρα τους και της απουσίας ουσιαστικής σύνδεσης με αυτόν, σε αντίθεση με τη σχέση που ο Κατηγορούμενος είχε με την κόρη του, καθώς και τα όσα της ανέφερε η Παραπονούμενη για την επιθυμία της να σπουδάσει στην Βουλγαρία δεν αμφισβητήθηκαν. Ειδικότερα, ως προς τις σχέσεις της Παραπονούμενης με τον πατέρα τους, η Μ.Κ.4 ανέφερε ότι η Παραπονούμενη θαύμαζε τον Κατηγορούμενο και ζήλευε που η κόρη του είχε τέτοιο πατέρα εξηγώντας πως η Παραπονούμενη με τον πατέρα τους έχουν 45 χρόνια διαφορά ενώ ο Κατηγορούμενος με την κόρη του περίπου 20, προσθέτοντας ότι ο πατέρας τους ήταν παραδοσιακός και δεν ήταν κοντά τους, σε αντίθεση με τις νεότερες γενιές.
Το πρώτο ζήτημα που απασχόλησε κατά την αντεξέταση της αφορούσε στην κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία την Κυριακή, 7/7/2024, πριν την υποβολή καταγγελίας από την Παραπονούμενη. Η αναφορά του περιστατικού στην Αστυνομία κατά την εν λόγω ημερομηνία από την Μ.Κ.4 επιβεβαιώνεται από το Τεκμήριο 11.
Ακολούθως, η Μ.Κ.4 αντεξετάστηκε σε σχέση με την προβολή ζευγαριού με διαφορά ηλικίας στην εκπομπή που παρακολουθούσαν στις 4/7/2024 στην οικία της Μ.Κ.3. Ενέμεινε κατηγορηματικά ότι το εν λόγω ζευγάρι είχε ηλικιακή διαφορά και ότι παρακολουθούσαν την εν λόγω εκπομπή μέσω συγκεκριμένης εφαρμογής. Η Μ.Κ.4 αναφέρθηκε, λεπτομερώς και πειστικά, στα όσα εξελίχθηκαν στην οικία της Μ.Κ.3. Τα όσα προέβαλε συνάδουν με τα όσα ανέφερε η Μ.Κ.3 προσθέτοντας, θετικά και χωρίς αμφιταλαντεύσεις, ότι η Παραπονούμενη τους ανέφερε κατά την εν λόγω συζήτηση ότι μπορεί και η ίδια να ένοιωθε αισθήματα για κάποιον πιο μεγάλο, δηλαδή να της αρέσουν οι πιο μεγάλοι άνδρες.
Η Μ.Κ.4 αντεξετάστηκε, επίσης, σε σχέση με το ότι την 1/7/2024 πήρε, μαζί με την Μ.Κ.5, την Παραπονούμενη στον Κατηγορούμενο και την περίμεναν έξω από το σπίτι του, στο αυτοκίνητο. Ενέμεινε στη θέση ότι από εκεί που βρισκόταν σταθμευμένο το όχημα τους δεν μπορούσαν να ακούσουν οτιδήποτε, θέση που στη βάση των όσων τέθηκαν ενώπιον μας κρίνεται λογική. Αντεξετάστηκε, επίσης, σε σχέση με την αναφορά της Μ.Υ.3 προς την ίδια ότι αρκετά πριν τα επίδικα περιστατικά ο Κατηγορούμενος τηλεφώνησε στην Μ.Υ.3 και της είπε να παίρνει η ίδια την Παραπονούμενη στις συναντήσεις τους και όχι η μητέρα της. Παρά την υποβολή του κ. Σαουρή ότι η Μ.Υ.3 δεν της είπε τέτοιο πράγμα επειδή δεν έγινε, η Μ.Υ.3 ουδόλως ερωτήθηκε περί τούτου ενώ ανέφερε ότι έπαιρνε την Παραπονούμενη στον Κατηγορούμενο όποτε μπορούσε, αρχικά δύο φορές και μετέπειτα κάποιες άλλες φορές. Ως προκύπτει από τη μαρτυρία της Μ.Κ.4, η ίδια γνώριζε μόνο μια τέτοια φορά.
Η Μ.Κ.4 αντεξετάστηκε, περαιτέρω, σε σχέση με την ενημέρωση που έλαβε από τη μητέρα της στις 2/7/2024 περί του ότι ο Κατηγορούμενος πήρε την Παραπονούμενη στο σπίτι του για να ζωγραφίσει ένα τοίχο. Η Μ.Κ.4 ανέφερε ότι πριν το τηλεφώνημα της μητέρας της, το οποίο έγινε μετά το μεσημέρι, έλαβε από την ίδια μήνυμα, το οποίο, όμως, δεν είχε δει προηγουμένως γιατί κοιμούνταν. Η Μ.Κ.4 αναφέρθηκε σχετικά, λεπτομερώς και με επάρκεια, στις βάρδιες και τις διάφορες ώρες εργασίας της λέγοντας ότι ήταν ακανόνιστες με αποτέλεσμα κάποιες μέρες να κοιμούνταν μέχρι τις 14:00-15:00 ή τις 12:00, ανάλογα με την εργασία της. Τη συγκεκριμένη μέρα, ως ανέφερε, την ξύπνησε το τηλεφώνημα της μητέρας της. Αργότερα, η Μ.Κ.4 ενημερώθηκε από τη μητέρα της, Μ.Κ.5, πως όταν η Παραπονούμενη επέστρεψε στο σπίτι, ήταν σε έξαλλη διάθεση διαμαρτυρόμενη για την αντίδραση της Μ.Κ.5, ενώ τις επόμενες μέρες, όταν η Μ.Κ.4 συζήτησε με την Παραπονούμενη, η τελευταία ένοιωθε τύψεις.
Η Μ.Κ.4 προσέθεσε ότι οι συζητήσεις της με την Παραπονούμενη κράτησαν βδομάδες, μπορεί και μήνα. Συναφώς, η Μ.Κ.4 ανέφερε πως η Παραπονούμενη την επομένη ημέρα της κατάθεσης της, ήτοι στις 22/7/2024, ενώ ήταν μαζί στο αυτοκίνητο, της μετέφερε την αναφορά του Κατηγορούμενου ότι θα την έκανε δυνατή. Συγκεκριμένα, ως ανέφερε, η Παραπονούμενη της ανέφερε πως ο Κατηγορούμενος της είπε ότι «εν να [την] κάνει μια γυναίκα δυνατή τζιαί να γίν[ει] η δυνατή τζιαί να μεν γίν[ει] γυναικούα όπως εν η μητέρα [τους] τζιαί η [Μ.Υ.3].». Της ανέφερε, επίσης, πως του είπε ότι ήθελε να ζήσει κάτι που θα την έκανε δυνατή και αυτός της έκανε αυτό το πράγμα («εγώ είπα του ότι ήθελα να ζήσω κάτι που να με κάμει να είμαι δυνατή τζιαί έκαμεν μου τούτο το πράγμα»). Στην κατάθεση της, Έγγραφο Γ’ αλλά και κατά την κυρίως εξέταση της, η Μ.Κ.4 ανέφερε, περαιτέρω, πως μετά που η Παραπονούμενη έδωσε κατάθεση στην Αστυνομία, της ανέφερε ότι ενόσω ο Κατηγορούμενος την έπαιρνε στο σπίτι του την ρώτησε αν είναι έτοιμη να κάνει σεξ και η Παραπονούμενη του απάντησε θετικά, καθώς, επίσης, και ότι την χάιδευε. Περαιτέρω, όταν της έβαλε να δει το βίντεο με το πορνογραφικό περιεχόμενο της είπε να διαλέξει ποια στάση της αρέσει και του απάντησε καμιά καθώς και ότι την συγκεκριμένα μέρα, την παρότρυνε να κάνει αυτό που θέλει και να μην φοβάται τίποτε, της είπε ότι οι γυναίκες είναι μόνο για σεξ, ότι θα την κάνει να την θέλουν όλοι οι άντρες και ότι θα ολοκλήρωναν την σεξουαλική επαφή όταν γινόταν 18 ετών. Η Μ.Κ.4 κατά την αντεξέταση της ερωτήθηκε σε σχέση με τον χάδι και ανέφερε ότι η Παραπονούμενη δεν της ανέφερε πού την χάιδευε ο Κατηγορούμενος, αλλά ούτε και την ρώτησε, επειδή, ως ανέφερε, δεν ήταν σίγουρη εάν ήθελε να μάθει, ενώ δεν αντεξετάστηκε περαιτέρω.
Τέλος, θα πρέπει να σημειωθεί ότι η Μ.Κ.4 ανέφερε ότι έτυχε να αφήσει την Παραπονούμενη στο Mall για να την μεταφέρει ο ίδιος ο Κατηγορούμενος στο σπίτι του για συνεδρία. Το γεγονός αυτό το δέχεται και ο Κατηγορούμενος προσθέτοντας ότι το περιστατικό αυτό συνέβη δύο βδομάδες πριν τα επίδικα περιστατικά και ότι επέστρεψε την Παραπονούμενη στο σπίτι της.
Κρίνουμε ότι η μαρτυρία της Μ.Κ.4 ήταν σταθερή, πειστική και λογική. Ουδόλως προκύπτει από το σύνολο της μαρτυρίας της ότι επηρεάστηκε ή επηρέασε την Παραπονούμενη προς συγκεκριμένη κατεύθυνση ενώ η μαρτυρία της εστιάστηκε στα όσα η ίδια γνώριζε θετικά σε σχέση με τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση. Η μαρτυρία της, επομένως, γίνεται αποδεκτή.
Αναφορικά με την αξιοπιστία της Μ.Κ.4 σχετική είναι η θέση του κ. Σαουρή στην γραπτή του αγόρευση του ότι «αναφορικά με τις Μ.Κ. 3, 4 και 5, εκτός από κάποια σημεία όπως ότι η Μ.Κ.4 έδωσε 2 καταθέσεις και το τι ειπώθηκε στο τηλεφώνημα της Μ.Κ.5 με τον κατηγορούμενο και κάποια άλλα σημεία που αμφισβητήθηκαν έντονα στην αντεξέταση η υπόλοιπη μαρτυρία τους είναι δεκτή.». Ουσιαστικά, ο κ. Σαουρής δέχτηκε ότι η Παραπονούμενη προέβη στις αναφορές που οι πιο πάνω μάρτυρες κατηγορίες ανέφεραν. Οι εν λόγω αναφορές της Παραπονούμενης, κατά την εισήγηση του κ. Σαουρή, καταδεικνύουν το ψεύδος της. Ως προς την αναφορά της Μ.Κ.4 σε χάδι, συγκεκριμένα, ο κ. Σαουρής ανέφερε τα εξής στην προφορική του αγόρευση: «Αυτό με δεδομένο ότι η αδελφή της δεν είχε κανένα λόγο να πει κάτι διαφορετικό από αυτό που της ανέφερε η παραπονούμενη δείχνει ότι η παραπονούμενη ΜΚ7 πραγματικά προέβηκε σε τελείως ψευδείς αναφορές.». Η Παραπονούμενη, όμως, ουδόλως αντεξετάστηκε ως προς τα κίνητρα της να προβεί σε αυτή την ψευδή αναφορά ή στην καταγγελία γενικότερα, ζήτημα που αναλύουμε εκτενέστερα πιο κάτω.
Η Μ.Κ.5 ήταν η μητέρα της Παραπονούμενης, παράγοντα που έχουμε υπόψη κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας της. Και για την μάρτυρα αυτή έχουμε σχηματίσει θετική εντύπωση.
Τα όσα προέβαλε η Μ.Κ.5 σε σχέση με την απόμακρη στάση του πατέρα και την βελτίωση που σημείωσε η Παραπονούμενη μετά τις επισκέψεις της στον Κατηγορούμενο δεν αμφισβητήθηκαν.
Η Μ.Κ.5 αντεξετάστηκε σε συνάρτηση με τις αναφορές της στην Μ.Κ.9, οι οποίες καταγράφονται στην έκθεση της τελευταίας, Τεκμήριο 13. Μεταξύ άλλων εκεί αναφέρεται ότι η Μ.Κ.5 κατά διαστήματα παρουσίαζε εκρήξεις θυμού και φώναζε στην Παραπονούμενη. Κατά την αντεξέταση της, η Μ.Κ.5 δεν δέχθηκε ότι φώναζε γενικά στην Παραπονούμενη, πλην, όμως, διευκρίνισε ότι θύμωνε στην Παραπονούμενη για κάτι που ήξερε ότι της έλεγε ψέματα, για το σχολείο και στις περιπτώσεις που ήθελε να πάει κάπου με συμμαθήτριες της και η ίδια δεν το ενέκρινε. Τα όσα η Μ.Κ.5 υποστήριξε συνάδουν με τα όσα σχετικά καταγράφονται στην έκθεση της Μ.Κ.9. Το κατά πόσο ο πατέρας έδερνε «τα μεγαλύτερα παιδιά» ή μόνο ένα από αυτά, αναφορά επί της οποίας η Μ.Κ.5 αντεξετάστηκε, είναι, φρονούμε, επουσιώδες και όχι άμεσα σχετικό με τα επίδικα θέματα. Η αποστασιοποιημένη και απόμακρη στάση του πατέρα, εξάλλου, ουδόλως αμφισβητήθηκε. Ως προς το κατά πόσο οι σχέσεις της Μ.Κ.5 με την Παραπονούμενη βελτιώθηκαν ή επιδεινώθηκαν μετά τις συναντήσεις της με τον Κατηγορούμενο, η Μ.Κ.9 στην έκθεση της καταγράφει πως «η σχέση τους φάνηκε να επιδεινώθηκε κατά την περίοδο των συναντήσεων του παιδιού με τον ύποπτο» (βλ. Τεκμήριο 13, σελ. 2), ενώ η Μ.Κ.5 υποστήριξε κατά την μαρτυρία της ότι η σχέση τους βελτιώθηκε αφού όταν σχόλανε από την δουλειά η Παραπονούμενη της έφτιαχνε καφέ και μιλούσαν, κάτι που δεν συνέβαινε προηγουμένως. Σε σχέση με το ζήτημα αυτό, θα πρέπει καταρχάς να σημειωθεί ότι η αναφορά της Μ.Κ.9 αφορά στη δική της εκτίμηση των σχέσεων της Μ.Κ.5 με την Παραπονούμενη, η οποία, μάλιστα, δεν διατυπώθηκε με κατηγορηματικό και αδιάσειστο τρόπο, αλλά μάλλον ως μια εκτίμηση («φάνηκε») στο πλαίσιο σκιαγράφησης του οικογενειακού ιστορικού της Παραπονούμενης. Η γενικότερη κατάσταση στην οικογένεια της Παραπονούμενης αποτελεί ζήτημα το οποίο θα μας απασχολήσει εκτενέστερα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας της Μ.Κ.9, ενώ αναφορικά με τις σχέσεις της Παραπονούμενης με την Μ.Κ.5 σημειώνουμε πως δεν αμφισβητήθηκε ότι ήταν γενικά καλύτερες σε σύγκριση με τις σχέσεις με τον πατέρα της. Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και η αναφορά της Μ.Κ.9 ότι η Παραπονούμενη «εμφάνιζε την ανάγκη να αναλαμβάνει ρόλο προστάτη προς τη μητέρα» (βλ. Τεκμήριο 13, σελ. 3), ενώ η Μ.Κ.5 ανέφερε ότι η Παραπονούμενη δεν έπαιρνε το μέρος της. Το ζήτημα αυτό και πάλι αφορά στην ψυχολογική αξιολόγηση της Παραπονούμενης σε συνάρτηση με την οικογενειακή κατάσταση, χωρίς κατ’ ανάγκη, λογικά και αναμενόμενα, να σημαίνει ότι η Μ.Κ.5 συμφωνούσε με, ή αποδεχόταν, τα όποια συμπεράσματα.
Υποβλήθηκε στην Μ.Κ.5 ότι η Παραπονούμενη δεν της είπε ποτέ πώς ο Κατηγορούμενος την ρωτούσε ποιό φύλο της αρέσει ή αν της αρέσει να είναι τρία άτομα στο κρεβάτι. Η Μ.Κ.5 κατηγορηματικά απάντησε πως η Παραπονούμενη τα ανέφερε και στην ίδια μετά που προχώρησαν σε καταγγελία, μια μέρα όταν ήταν μόνες τους, προσθέτοντας, ως της ανέφερε η Παραπονούμενη, ότι ο Κατηγορούμενος της τα έλεγε κατά τις συνεδρίες τους. Η Μ.Κ.5 εξήγησε περαιτέρω τον λόγο που η Παραπονούμενη δεν τα είχε αναφέρει εξαρχής στην ίδια, αλλά παρά μόνο μετά που μίλησε με τα αδέλφια της. Ως η Μ.Κ.5 ανέφερε, η Παραπονούμενη φοβόταν ότι αν της τα έλεγε θα την έδιωχνε από το σπίτι ενώ τα αδέλφια της τής εξήγησαν ότι η Μ.Κ.5 θα την στήριζε ό,τι και να γίνει.
Σε σχέση με τις συζητήσεις της Μ.Κ.5 με την Παραπονούμενη αναφορικά με το να μην κατεβαίνει η Μ.Κ.5 στο χώρο του Κατηγορούμενου όταν έκαναν συνεδρίες επειδή κρυφάκουγε, η Μ.Κ.5 αρνήθηκε ότι άκουγε τί διαλαμβανόταν μεταξύ της Παραπονούμενης και του Κατηγορούμενου και αναφέρθηκε στα όσα έλεγε η ίδια στην Παραπονούμενη για να την πείσει περί τούτου, ότι δηλαδή ασχολούνταν με το κινητό της. Η Παραπονούμενη ανέφερε σχετικά ότι νόμιζε πως η Μ.Κ.5 άκουγε και είχαν τσακωθεί για αυτό 2-3 φορές, αλλά, ως ανέφερε κατά τη μαρτυρία της, στην πραγματικότητα δεν άκουγε, θέση που συνάδει με τα όσα προέβαλε η Μ.Κ.5. Δεν διαφεύγει της προσοχής μας ότι η Μ.Υ.3 ανέφερε πως την πρώτη φορά που πήγε η Παραπονούμενη στον Κατηγορούμενο, η ίδια και η Μ.Κ.5 ήταν στον χώρο αναμονής και άκουγαν την Παραπονούμενη. Η Μ.Κ.5 δεν ερωτήθηκε σε σχέση με αυτή την πρώτη συνάντηση και ούτε της υποβλήθηκε οτιδήποτε σχετικό ή συγκεκριμένο. Αντίθετα, οι ερωτήσεις κατά την αντεξέταση της κινήθηκαν σε γενικό πλαίσιο και δεν θεωρούμε ότι η αξιοπιστία της έχει κλονιστεί καθ’ οιονδήποτε τρόπο.
Αναφορικά με το μήνυμα που η Μ.Κ.5 έλαβε από την Παραπονούμενη στις 2/7/2024, η ώρα 10:27, η Μ.Κ.5 εξήγησε πειστικά ότι στην εργασία της δεν επιτρέπεται να έχει το κινητό τηλέφωνο μαζί της και ότι στις 2.7.2024 έκανε μόνο ένα διάλειμμα, πριν τη λήψη του εν λόγω μηνύματος, στις 9:25. Επομένως, υποστήριξε, λογικά, ότι δεν είχε δει το μήνυμα μέχρι που σχόλασε περί τις 15:00-16:00. Σε σχέση με την μη αναφορά στην κατάθεση της ότι είδε το εν λόγω μήνυμα μετά που σχόλασε, η Μ.Κ.5 ανέφερε ότι κατά τη λήψη της κατάθεσης της ήταν πολύ ταραγμένη, θέση που σε συνάρτηση με την εν λόγω αναφορά κρίνεται λογική χωρίς να αναιρείται η αξιοπιστία των όσων ανέφερε τόσο στην κατάθεση όσο και κατά τη μαρτυρία της. Αν και η Παραπονούμενη ανέφερε κατά την αντεξέταση της ότι πέραν του μηνύματος είχε αναφέρει στην Μ.Κ.5 και την προηγούμενη μέρα ότι θα πήγαινε να ζωγραφίσει τον τοίχο του Κατηγορούμενου και ότι θα την έπαιρνε στα McDonald’s σε σχέση με το πιστοποιητικό της, δεν θεωρούμε ότι αναιρείται η θέση της Μ.Κ.5 ότι μέχρι τη λήψη του μηνύματος δεν γνώριζε τα όσα διεμήφθησαν καθότι, αφενός, η Μ.Κ.5 δεν αντεξετάστηκε επί της εν λόγω ενημέρωσης της και, αφετέρου, ουδόλως διευκρινίστηκε κατά την αντεξέταση της Παραπονούμενης το κατά πόσο είχε αναφέρει στην Μ.Κ.5 την προηγούμενη μέρα ότι η συνάντηση με τον Κατηγορούμενο είχε διευθετηθεί και θα λάμβανε χώρα την συγκεκριμένη μέρα και ώρα.
Η Μ.Κ.5 αντεξετάστηκε, περαιτέρω, σε σχέση με τις ενέργειες της στις 2/7/2024 λέγοντας ότι πήρε την Παραπονούμενη 2-3 συνεχόμενες φορές τηλέφωνο χωρίς να της απαντήσει και μετά πήρε τηλέφωνο την Μ.Υ.3, η οποία τηλεφώνησε στον Κατηγορούμενο και τον άκουσε να ρωτά την Παραπονούμενη γιατί δεν το είχε πει στην μητέρα της. Το κατά πόσο η Μ.Υ.3 συμμερίστηκε την ανησυχία της Μ.Κ.5 πριν τηλεφωνήσει στον Κατηγορούμενο είναι, θεωρούμε, περιθωριακής, αν όχι άνευ, σημασίας. Η Μ.Κ.5 χωρίς περιστροφές δέχτηκε πως από αυτά που της είπε η Μ.Υ.3 φαινόταν ότι ο Κατηγορούμενος δεν ήξερε ότι η ίδια δεν γνώριζε για την εκεί επίσκεψη της Παραπονούμενης. Περαιτέρω, αξίζει να σημειωθεί ότι η Μ.Κ.5 δεν αντεξετάστηκε σε σχέση με την αναφορά στην κατάθεση της, Έγγραφο Ε’, ότι μετά που μίλησε με την Μ.Υ.3 την πήρε τηλέφωνο η Παραπονούμενη και της είπε ότι μόλις ξεκινούσαν με τον Κατηγορούμενο για να την επιστρέψει στο σπίτι της, θα της έστελνε μήνυμα. Ούτε και η Παραπονούμενη ερωτήθηκε σχετικά.
Η Μ.Κ.5 αντεξετάστηκε, επίσης, σε σχέση με την τηλεφωνική επικοινωνία που είχε με τον Κατηγορούμενο. Εξήγησε πειστικά ότι δεν τον πήρε τηλέφωνο στις 2/7/2024, μετά που επέστρεψε η Παραπονούμενη στο σπίτι, επειδή ήταν πολύ συγχυσμένη και αγχωμένη ενώ η Παραπονούμενη της είχε θυμώσει που πήρε τηλέφωνο την Μ.Υ.3 και η ίδια έκλαιγε. Αν και στην κατάθεση της, Έγγραφο Ε’, η Μ.Κ.5 αναφέρει ότι του τηλεφώνησε την Πέμπτη, 4.7.2024, ήτοι 2 μέρες μετά τα επίδικα περιστατικά, κατά την αντεξέταση της ανέφερε ότι του τηλεφώνησε την επόμενη μέρα μετά τη λήψη του μηνύματος της Παραπονούμενης. Δεν θεωρούμε ότι το ζήτημα αυτό αποτελεί αντίφαση ικανή να πλήξει την αξιοπιστία της με οποιοδήποτε τρόπο. Το ουσιώδες, εξάλλου, είναι το ότι τηλεφώνησε στον Κατηγορούμενο πριν ενημερωθεί για το τί συνέβη, θέση που δεν αμφισβητήθηκε. Η θέση της Υπεράσπισης ήταν ότι κατά την εν λόγω τηλεφωνική επικοινωνία η Μ.Κ.5 ανέφερε στον Κατηγορούμενο ότι η Παραπονούμενη ήθελε να πάει διακοπές στην Αγία Νάπα με μια φίλη της, την οποία η Μ.Κ.5 δεν ενέκρινε για τον χαρακτήρα της και ανησυχούσε. Η Μ.Κ.5 δέχτηκε ότι έκανε αυτή τη συζήτηση με τον Κατηγορούμενο πλην, όμως, ήταν κατηγορηματική πως η εν λόγω συζήτηση δεν έγινε εκείνη τη μέρα αλλά σε προγενέστερο χρόνο, όταν η Παραπονούμενη τον επισκεπτόταν για συνεδριάσεις, ενώ επέμεινε ότι, κατά την εν λόγω τηλεφωνική συζήτηση τους, αναφέρθηκε στο ότι πήρε την Παραπονούμενη χωρίς την άδεια της. Ομοίως, η Μ.Κ.5 ανέφερε πως και οι συζητήσεις της με τον Κατηγορούμενο για τα ρούχα της Παραπονούμενης έγιναν προηγουμένως, κατά τις αρχικές συνεδρίες του με την Παραπονούμενη.
Η Μ.Κ.5 αντεξετάστηκε, περαιτέρω, σε σχέση με την αναφορά της ότι η Μ.Υ.3 καλούσε τον Κατηγορούμενο για συνεδρίαση και ο τελευταίος της έλεγε ότι δεν είχε χρόνο. Η Μ.Κ.5 επέμεινε κατά την αντεξέταση της ότι έτσι έγινε και αξιοσημείωτο είναι ότι η Μ.Υ.3 ουδέν διαφορετικό προέβαλε, αλλά ούτε και ερωτήθηκε σχετικά. Ο δε Κατηγορούμενος, αν και ανέφερε γενικά ότι είχε 3-4 πελάτες και απασχολούνταν παράλληλα με τη νέα επιχείρηση λιώμενων σπιτιών, ουδόλως αναφέρθηκε συγκεκριμένα στο κατά πόσο είχε γενικά χρόνο για τη διευθέτηση ραντεβού, είτε γενικά με θεραπευόμενους του, είτε συγκεκριμένα με την Μ.Υ.3.
Κρίνουμε ότι η αξιοπιστία της Μ.Κ.5 δεν έχει κλονισθεί και ότι η μαρτυρία της παρουσιάζει εγγενή λογική και συνοχή. Γίνεται, επομένως, αποδεκτή, έχοντας προς τούτο υπόψη και τις συναφείς θέσεις που προβλήθηκαν στη γραπτή αγόρευση του κ. Σαουρή.
Προχωρούμε στην αξιολόγηση της μαρτυρίας της Μ.Κ.9, η οποία κατέθεσε ως εμπειρογνώμονας – κλινική ψυχολόγος.
Η προσέγγιση της μαρτυρίας εμπειρογνώμονα, έχει αναλυθεί σε πληθώρα αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. ενδεικτικά Φιλίππου ν. Οδυσσέως (1989) 1 C.L.R 1, Θεοσκέπαστη Φαρμ ν. Δημοκρατίας (1990) 1 Α.Α.Δ 984) και συνοψίστηκε πολύ πρόσφατα στην Robert Keith Stark κ.ά. ν. David Marsland κ.ά., Πολιτική Έφεση αρ 233/2019, ημερ. 6.5.2025.
Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα των Ηλιάδη & Σάντη - Το Δίκαιο της Απόδειξης - Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές 2014 στη σελίδα 276, προκειμένου να καταθέσει κανείς ως πραγματογνώμονας πρέπει να καταδείξει ότι η μαρτυρία του είναι αναγκαία για την υπόθεση και ότι κατέχει τα απαιτούμενα προσόντα για κάτι τέτοιο. Αυτό αποφασίζεται από το Δικαστήριο μετά από άσκηση διακριτικής ευχέρειας και εξέτασης των γνώσεων και εμπειρίας του μάρτυρα στο συγκεκριμένο θέμα που καλείται να καταθέσει.
Σύμφωνα με την πιο πάνω νομολογία θα πρέπει πρώτα το Δικαστήριο να πεισθεί ότι ο μάρτυρας είναι εμπειρογνώμονας στον τομέα που καταθέτει και στη συνέχεια να εξετάσει αν με τη μαρτυρία του, έχει δώσει τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια, έτσι ώστε να το καταστήσει ικανό να ελέγξει την ακρίβεια των συμπερασμάτων του, προκειμένου να σχηματίσει τη δική του ανεξάρτητη κρίση με την εφαρμογή των κριτηρίων πάνω στα γεγονότα που έχουν αποδειχθεί με μαρτυρία.
Όπως αναφέρεται στην προαναφερθείσα νομολογία, για να κριθεί ένας μάρτυρας ως εμπειρογνώμονας, απαιτείται να έχει τα αναγκαία επιστημονικά προσόντα που να τον καταστούν ικανό έτσι ώστε να διαφωτίσει το Δικαστήριο για τα επίδικα ζητήματα της υπόθεσης. Είναι σημαντικό να αποδειχθεί ότι ο εμπειρογνώμονας, έχει αποκτήσει είτε κατόπιν σπουδών, είτε λόγω εμπειρίας, επαρκή γνώση του αντικειμένου ώστε η γνώμη του να καθίσταται πολύτιμη (of value) στην επίλυση των επίδικων θεμάτων (βλ. Σιακόλα ν. Αστυνομίας (2013) 2 Α.Α.Δ 110).
Όπως έχει προσφάτως λεχθεί στην Παντελή ν. Iacovou Brothers (Construction) Limited, Πολιτική Έφεση αρ. 111/2017, απόφαση ημερ. 13.3.2024, η μαρτυρία εμπειρογνώμονα αξιολογείται όπως και κάθε άλλη μαρτυρία. Οι κανόνες αξιολόγησης είναι οι ίδιοι τόσο για τις μαρτυρίες εμπειρογνωμόνων όσο και για τις συνήθεις μαρτυρίες. Ως έχει επισημανθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο στην απόφαση Κοινοτικό Συμβούλιο Ομόδους ν. Κονναρή (2011) 1 Α.Α.Δ. 2298, αποτελεί βασική και πάγια νομολογιακή αρχή ότι για σκοπούς αξιολόγησης της μαρτυρίας εμπειρογνωμόνων ισχύουν οι ίδιοι κανόνες που ισχύουν στην περίπτωση κάθε άλλου μάρτυρα, πλην του ότι, κατά παρέκκλιση του γενικού κανόνα, εμπειρογνώμονες δύνανται να εκφέρουν γνώμη στον τομέα ειδίκευσής τους. Το καθήκον του εμπειρογνώμονα είναι να εφοδιάσει το Δικαστήριο με όλες τις απαραίτητες, για σκοπούς ελέγχου της ορθότητας των συμπερασμάτων του, επιστημονικές πληροφορίες, έτσι ώστε το Δικαστήριο να είναι σε θέση, εφαρμόζοντας αυτές τις πληροφορίες στα γεγονότα της ενώπιον του υπόθεσης που έχουν αποδειχθεί, να σχηματίσει τη δική του κρίση (βλ. Πιττάλης κ.ά. v. Ianira Enterprises Ltd. κ.ά. (1997) 1 Α.Α.Δ. 814, Cybarco Ltd. ν. Kovascik (2001) 1 Α.Α.Δ. 2013 και Κοινοτικό Συμβούλιο Ομόδους v. Κονναρή (πιο πάνω)).
Θα πρέπει εξαρχής να λεχθεί πως η εμπειρογνωμοσύνη της Μ.Κ.9 δεν αμφισβητήθηκε και σε κάθε περίπτωση το Δικαστήριο ικανοποιείται πως με βάση τα ακαδημαϊκά της προσόντα και την εμπειρία της στο συγκεκριμένο τομέα, ως αυτά εκτίθενται στο βιογραφικό της σημείωμα (βλ. Τεκμήριο 12), είναι πρόσωπο που κατέχει τα αναγκαία προσόντα ώστε να καταθέσει ως ειδικός στον τομέα της κλινικής ψυχολογίας.
Η Μ.Κ.9 προέβη στη ψυχολογική αξιολόγηση της Παραπονούμενης κατόπιν παραπομπής της στο Σπίτι του Παιδιού. Η μάρτυρας μας έκανε εξαιρετική εντύπωση αφού με άνεση, σαφήνεια, σταθερότητα και λεπτομέρεια εξήγησε τον τρόπο με τον οποίο ενήργησε και το πως κατέληξε στα όσα περιγράφει στην Έκθεσή της (βλ. Τεκμήριο 13). Δεν έχουμε καμία αμφιβολία ότι απώτερος στόχος και σκοπός της ήταν να βοηθήσει το Δικαστήριο ώστε με τη σειρά του να καταλήξει στα δικά του συμπεράσματα παρέχοντας προς τούτο τα απαραίτητα επιστημονικά εχέγγυα. Η μάρτυρας έδωσε επαρκείς και τεκμηριωμένες εξηγήσεις για τον τρόπο διεξαγωγής της συνέντευξης και τα συμπεράσματα στα οποία κατέληξε και σε κανένα σημείο δεν έχει κλονιστεί η αξιοπιστία της. Δεν έχουμε, επίσης, εντοπίσει οτιδήποτε το μεμπτό στη μαρτυρία της και ειδικότερα, δεν έχουμε διαπιστώσει οποιαδήποτε προσπάθεια μεροληψίας υπέρ της Παραπονούμενης. Σημαντικό είναι, μάλιστα, να λεχθεί, πως, ως εξήγησε η Μ.Κ.9, ο σκοπός της αξιολόγησης είναι η εκτίμηση της ψυχολογικής κατάστασης του παιδιού, χωρίς τούτο να σημαίνει ότι ο ρόλος της επεκτείνεται στη διακρίβωση του κατά πόσο τα επίδικα περιστατικά έλαβαν χώρα ή όχι.
Στην έκθεση ψυχολογικής αξιολόγησης που ετοίμασε, Τεκμήριο 13, η μάρτυρας αναφέρεται στο ιστορικό της Παραπονούμενης στη βάση των πληροφοριών που έλαβε από την ίδια και τους γονείς της, αφού, όπως εξήγησε, το ιστορικό είναι ένα πολύ χρήσιμο εργαλείο στο πλαίσιο μιας ψυχολογικής αξιολόγησης καθότι παρέχει πληροφορίες αναφορικά με την αναπτυξιακή πορεία του παιδιού, την οικογενειακή κατάσταση κατά τη διάρκεια του μεγαλώματος, την επίδοση και την ανταπόκριση του παιδιού στο εκπαιδευτικό πλαίσιο, τις ψυχοσυναισθηματικές και κοινωνικές ανάγκες που μπορεί να υπήρξαν, στοιχεία που υποβοηθούν ώστε ο κλινικός ψυχολόγος να έχει μια πιο ολοκληρωμένη εικόνα για την ψυχική εικόνα του ατόμου που αξιολογείται. Στην έκθεση της Μ.Κ.9 παρατίθενται, επίσης, με λεπτομέρεια τα κλινικά ευρήματα, τα συμπεράσματα και οι εισηγήσεις της, λεπτομερής αναφορά στα οποία γίνεται πιο πάνω.
Μεγάλο μέρος της μαρτυρίας της Μ.Κ.9 αφορούσε στις σχέσεις της Παραπονούμενης με τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας της και κυρίως με τους γονείς της. Στη βάση των όσων η μάρτυρας ανέφερε, εκείνο το οποίο προκύπτει, ως άλλωστε υποστηρίχθηκε και από την Παραπονούμενη αλλά και τις Μ.Κ.4 και Μ.Κ.5, είναι το ότι η Παραπονούμενη δεν είχε καμία ουσιαστική σχέση με τον πατέρα της ενώ με τη μητέρα της η σχέση τους ήταν λιγότερο απομακρυσμένη, πλην, όμως, με δυσκολίες στην επικοινωνία και συνδιαλλαγή. Με τα αδέλφια της οι σχέσεις ήταν μεν καλές αλλά απόμακρες, εξαιτίας της μεγάλης διαφοράς ηλικίας, με εξαίρεση τη σχέση της με την Μ.Κ.4. Ειδικότερα, η Μ.Κ.9 αναφέρθηκε στην ύπαρξη διαστρεβλωμένων πεποιθήσεων της Παραπονούμενης, οι οποίες περιλάμβαναν την αρνητική απόδοση των κινήτρων των άλλων και φαντασιώσεις αποκοπής της από το σύστημα της οικογένειας. Σε γενικότερο πλαίσιο προκύπτει ότι ανέκαθεν υπήρχαν έντονες διαπροσωπικές δυσκολίες στην οικογένεια με συγκρουσιακή και αποξενωμένη σχέση μεταξύ των γονέων, στοιχείο που δεν αμφισβητήθηκε από την Υπεράσπιση. Είναι επί αυτού του υποβάθρου που η Μ.Κ.9 κατέληξε, ως λεπτομερώς επεξήγησε, στη διαπίστωση ότι η Παραπονούμενη κατέστη συναισθηματικά ευάλωτη αναζητώντας ένα πατρικό πρότυπο για να καλύψει το συναισθηματικό κενό που πιθανόν να επέφερε η αποστασιοποιημένη σχέση με τον πατέρα της και έχοντας την ανάγκη να γίνει αποδεκτή, να νοιώθει εμπιστοσύνη και ασφάλεια και να λαμβάνει θετική ενίσχυση και συναισθηματική εμπερίεξη.
Η Μ.Κ.9, και πάλιν άρτια, επεξήγησε την σχέση που η Παραπονούμενη ανέπτυξε με τον Κατηγορούμενο, την οποία χαρακτήρισε ως φροντιστική. Ως ανέλυσε, αρχικά η σχέση μεταξύ των δύο ήταν επαγγελματική με την Παραπονούμενη να λαμβάνει υποστήριξη από τον Κατηγορούμενο ως προς την αποτελεσματική διαχείριση των διαφόρων δυσκολιών που αντιμετώπιζε και να εισπράττει ασφάλεια και εμπιστοσύνη. Η σχέση αυτή, ωστόσο, εξελίχθηκε με τον Κατηγορούμενο να αποκτά σημαντική θέση στη ψυχοσυναισθηματική κατάσταση της Παραπονούμενης, τόσο μέσα από τα σχόλια του προς την ίδια όσο και μέσα από την αγορά διαφόρων έργων τέχνης της, κινήσεις που φάνηκε να ενίσχυαν την αυτοπεποίθηση της. Σε αυτή την κατάσταση συνέβαλε και το ότι ο Κατηγορούμενος της είχε εκμυστηρευθεί προσωπικές του εμπειρίες, στοιχείο που δεν αμφισβητήθηκε και συνάδει με συναφείς αναφορές της Παραπονούμενης, με αποτέλεσμα η τελευταία να θεωρούσε ότι κατείχε μια ξεχωριστή θέση στη ζωή του. Παράλληλα, τον θεωρούσε ως πρότυπο ταυτίζοντας τον πιθανόν με γονεϊκή φιγούρα και τούτο ως αποτέλεσμα της ανάγκης που είχε να γεμίσει το συναισθηματικό κενό που της δημιουργούσε η κατάσταση στην οικογένεια της.
Κατά τη μαρτυρία της Μ.Κ.9, απασχόλησε η φύση της σχέσης που δημιούργησε η Παραπονούμενη με τον Κατηγορούμενο και ειδικότερα η αναφορά της Μ.Κ.9 ότι η σχέση τους εξελίχθηκε εκτός θεραπευτικών πλαισίων ενόψει των διαφόρων σχολίων και του τρόπου με τον οποίο ο Κατηγορούμενος αποκαλούσε την Παραπονούμενη, την επικοινωνία τους μέσω μηνυμάτων, την αγορά διαφόρων έργων τέχνης της από τον ίδιο και την μεταφορά της με το αυτοκίνητο του χωρίς να υπάρχει οποιοσδήποτε ιδιαίτερος λόγος ή ανάγκη προς τούτο. Η μάρτυρας εξήγησε ότι η εν λόγω προσέγγιση άφηνε την θεραπευτική σχέση χωρίς ξεκάθαρα όρια και κανόνες, ενώ θα ήταν χρησιμότερο και θεμιτό να βοηθούνταν η Παραπονούμενη ώστε να βελτίωνε η ίδια την αυτοεκτίμηση και αυτοεικόνα της με την χρήση τεχνικών για την ενίσχυση της, και όχι μέσω των σχολίων οποιουδήποτε τρίτου. Ο Κατηγορούμενος στη μαρτυρία του, από την άλλη, υπεραμύνθηκε της προσέγγισης που υιοθέτησε για την ενίσχυση της αυτοπεποίθησης της Παραπονούμενης λέγοντας ότι υπήρχε σχετική βιβλιογραφία, χωρίς, όμως, να γίνει οποιαδήποτε συγκεκριμένη παραπομπή ή αναφορά σε οποιαδήποτε λεπτομέρεια, για να καταλήξει στο ότι ο κάθε επαγγελματίας επιλέγει τον δικό του τρόπο και τεχνική.
Το κατά πόσο οι μέθοδοι που χρησιμοποίησε ο Κατηγορούμενος κατά τις συνεδρίες εμπίπτουν ή όχι σε αποδεκτό επαγγελματικό πλαίσιο εκφεύγει των εδώ επίδικων θεμάτων. Το ουσιώδες είναι ότι η Παραπονούμενη σημείωσε βελτίωση κατόπιν των συνεδριών που είχε με τον Κατηγορούμενο, η οποία σε συνάρτηση με την κατάσταση στην οποία βρισκόταν πριν τον επισκεφθεί, την διαφορά ηλικίας μεταξύ τους, το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος γνώριζε πολλά στοιχεία για την ίδια, και ειδικότερα τις πολύ προσωπικές σκέψεις και συναισθήματα της, ενώ και ο ίδιος μοιραζόταν δικά του θέματα μαζί της, κατέταξε τον Κατηγορούμενο σε θέση εμπιστοσύνης και εξουσίας έναντι της Παραπονούμενης δημιουργώντας, ως η Μ.Κ.9 πειστικά επεξήγησε, ανισορροπία στη σχέση τους. Η θέση εμπιστοσύνης και επιρροής, άλλωστε, του Κατηγορούμενου έναντι της, Παραπονούμενης δεν αμφισβητείται από την Υπεράσπιση, ως ο κ. Σαουρής δήλωσε στο Δικαστήριο στο στάδιο των τελικών αγορεύσεων, υποστηρίζοντας, έτι περαιτέρω, ότι συνιστούσε εκ των ων ουκ άνευ προϋπόθεση για τη θεραπευτική σχέση. Η Μ.Κ.9 με σαφήνεια εξήγησε ότι η θεραπευτική συμμαχία και εμπιστοσύνη που καλλιεργήθηκαν σε συνδυασμό με τη θέση εξουσίας του Κατηγορούμενου, ιδιαίτερα λόγω της διαφοράς ηλικίας μεταξύ τους, είχαν χρησιμοποιηθεί ως εργαλεία για να εκτυλιχθούν τα όσα η Παραπονούμενη ανέφερε, θέση που πέραν της επιστημονικής τεκμηρίωσης της κρίνεται και λογική.
Πέραν των πιο πάνω, τόσο στην έκθεση όσο και κατά την προφορική μαρτυρία της, η Μ.Κ.9 εξήγησε με τρόπο που ικανοποιεί απόλυτα το Δικαστήριο τη στάση της Παραπονούμενης τόσο κατά την εξέλιξη των περιστατικών όσο και μετά που αυτά έλαβαν χώρα, κατά τις συζητήσεις που είχε κυρίως με την Μ.Κ.4 και την Μ.Υ.3. Επί του προκειμένου, η Μ.Κ.9 ανέφερε πως λόγω της πιο πάνω αναφερθείσας σχέσης εμπιστοσύνης και ασφάλειας που ανέπτυξε με τον Κατηγορούμενο, η Παραπονούμενη αρχικά θεώρησε πως τα όσα συνέβησαν με τον Κατηγορούμενο ήταν προέκταση του θεραπευτικού πλαισίου και συνιστούσαν αναγκαίο στάδιο για την προσωπική της ανάπτυξη, ως άλλωστε της είχε παρουσιάσει ο Κατηγορούμενος τα όσα της ζήτησε να πράξει ή έπραξε ο ίδιος. Η Μ.Κ.9 αναφέρθηκε ειδικά στα αμφιθυμικά συναισθήματα που βίωσε η Παραπονούμενη κατά την εξέλιξη των περιστατικών και πως η ίδια αντιλήφθηκε ότι έτυχε εκμετάλλευσης από τον Κατηγορούμενο κατόπιν μετέπειτα συζητήσεων. Συγκεκριμένα, η Μ.Κ.9 εξήγησε επαρκώς και παραστατικά ότι η Παραπονούμενη κατά τη διάρκεια των περιστατικών ένιωθε αμηχανία, ενώ σε κάποιες στιγμές ένιωθε ενθουσιασμό και τρόμο που έφερνε τρέμουλο στο σώμα, κατάσταση που, ως επιστημονικά εξήγησε, παρατηρείται σε καταστάσεις κατά τις οποίες βιώνεται κάτι πρωτόγνωρο. Αυτό επεξηγεί, κατά τη μάρτυρα, την αναφορά της Παραπονούμενης πως κατά τη διάρκεια της πεολειχίας ένοιωθε ενθουσιασμό και παράλληλα φόβο εξηγώντας ότι ο τρόμος θα μπορούσε να προέλθει από αρνητικά συναισθήματα ή από συναισθηματική συμφόρηση ή αμφιθυμία. Η εν λόγω διαπίστωση επεξηγεί την ταυτόχρονη ύπαρξη ενθουσιασμού και τρόμου, θέση που κρίνουμε αρκούντως αιτιολογημένη και λογική. Ακόμα και μετά τα περιστατικά, σύμφωνα με τα όσα η Μ.Κ.9 ανέφερε, η Παραπονούμενη θεωρούσε ως ένα σημείο ότι τα συμβάντα ήταν αποδεκτά ενώ στην πορεία, μετά την αποκάλυψη στην οποία προέβη αποσπασματικά στη Μ.Κ.4, ξεκίνησε να αντιλαμβάνεται και άλλες διαστάσεις του συμβάντος, προκαλώντας, έτσι, συναισθήματα σύγχυσης ως προς το κατά πόσο αυτό που συνέβη ήταν κάτι αναμενόμενο στο συγκεκριμένο πλαίσιο ή όχι. Τούτη η σύγχυση εντάσσεται κατά την κρίση μας στη διαδικασία συνειδητοποίησης από την Παραπονούμενη του τί είχε πραγματικά συμβεί και ποιες προεκτάσεις είχε, διαδικασία που, ως είναι λογικό και προκύπτει και από τη μαρτυρία της Μ.Κ.9, δεν μπορεί παρά να ήταν σταδιακή.
Πέραν των πιο πάνω, η Μ.Κ.9 ανέφερε πως κατά την αξιολόγηση της Παραπονούμενης δεν διαπιστώθηκε να ανέπτυξε κάποια ψυχολογική διαταραχή. Διευκρίνισε, ωστόσο, ότι η ανάπτυξη ψυχολογικής διαταραχή δεν είναι κάτι σύνηθες και πως, σύμφωνα με τη βιβλιογραφία και την εμπειρία της, το ποσοστό ανάπτυξης ψυχικής διαταραχής ή κατάθλιψης κατόπιν ενός τραυματικού γεγονότος είναι μικρό, ιδιαίτερα στη συγκεκριμένη περίπτωση όπου φάνηκε πως η Παραπονούμενη υποστηρίχθηκε από την οικογένεια και άλλους φορείς ώστε να νοιώσει ασφάλεια ενώ δεν παρουσιάστηκε απειλή για τη ζωή της.
Καταλήγοντας, κρίνουμε ότι η Μ.Κ. 9 επεξήγησε στο Δικαστήριο με επάρκεια και επιστημονική τεκμηρίωση τα συμπεράσματα της, δίδοντας στο Δικαστήριο τα εχέγγυα για να εξάξει τα δικά του συμπεράσματα. Έχοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω, κρίνουμε ότι μπορούμε να στηριχθούμε στη μαρτυρία της, την οποία κρίνουμε αξιόπιστη, και ανάγουμε τα συμπεράσματα της σε δικά μας ευρήματα. Σημειώνουμε, ταυτόχρονα, πως η μαρτυρία της δεν μπορεί να υποκαταστήσει την κρίση του Δικαστηρίου ως προς την αξιοπιστία της Παραπονούμενης, η οποία αποτελεί τη βασική μάρτυρα γεγονότων της παρούσας υπόθεσης. Όπως έχει υποδειχθεί στην Νικολάου ν. Δημοκρατίας (2000) 2 Α.Α.Δ. 390, «η διακρίβωση των γεγονότων, η αξιολόγηση της μαρτυρίας και η τελική ετυμηγορία περί ενοχής ή μη του κατηγορούμενου ανήκει στο δικαστήριο και δεν γίνεται ανεκτή καμία εξωγενής παρέμβαση σε αυτό το έργο» (βλ. επίσης Ομήρου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 91/2017, ημερ. 2.8.2018), ECLI:CY:AD:2018:B214.
Η παρούσα υπόθεση αφορά αδικήματα σεξουαλικής κακοποίησης παιδιού με βάση τον Ν. 91(Ι)/2014, τα οποία σύμφωνα με τη μαρτυρία που προσκομίστηκε από την Κατηγορούσα Αρχή έλαβαν χώρα στις 2/7/2024. Πηγή για τα γεγονότα της υπόθεσης, ως τέθηκαν από την Κατηγορούσα Αρχή, παραμένει η Παραπονούμενη / Μ.Κ.7, η οποία, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της, βίωσε τα γεγονότα που την αφορούν όταν ήταν σε ηλικία 17½ ετών, ενώ κατά την μαρτυρία της στο Δικαστήριο ήταν πλέον ενήλικο πρόσωπο.
Είναι γνωστός ο κανόνας πρακτικής που ίσχυε σε όλες τις περιπτώσεις τέτοιους είδους αδικημάτων και ότι για να επιτευχθεί καταδίκη απαιτείτο ενισχυτική μαρτυρία, ασχέτως αν κάτι τέτοιο προνοείτο νομοθετικά. Παρά ταύτα όμως, το Δικαστήριο μπορούσε να προχωρήσει σε καταδίκη με βάση μόνο τη μαρτυρία της παραπονούμενης, αφού πρώτα προειδοποιούσε τον εαυτό του για τον κίνδυνο που υπάρχει σε μια τέτοια περίπτωση.
Στην Σάββα v. Δημοκρατίας (1993) 2 Α.Α.Δ. 258, σελ. 269 λέχθηκαν τα ακόλουθα σχετικά:
«Πριν προχωρήσουμε στους λόγους εφέσεως θα θέλαμε να παρατηρήσουμε ότι το Κακουργιοδικείο ορθά καθοδηγήθηκε ως προς τις αρχές που διέπουν το θέμα της απόδειξης σεξουαλικών αδικημάτων. Σε τέτοιες περιπτώσεις η μαρτυρία της παραπονουμένης χρειάζεται ενίσχυση σαν θέμα πρακτικής (βλ. Μεϊτανής v. Δημοκρατίας (1967) 2 Α.Α.Δ. 31, Γενικός Εισαγγελέας v. Πέτρου (1972) 2 Α.Α.Δ. 81, Πετεινός v. Αστυνομίας (1961) Α.Α.Δ. 330).
Ωστόσο παρά την ύπαρξη του πιο πάνω κανόνα πρακτικής η καταδίκη σε πρέπουσα υπόθεση μπορεί να θεμελιωθεί με βάση μόνο τη μαρτυρία της παραπονουμένης (βλ. Θεοδώρου v. Αστυνομίας (1971) 2 Α.Α.Δ. 245) αφού προηγουμένως το Δικαστήριο προειδοποιήσει κατάλληλα τον εαυτό του για τον κίνδυνο που ενυπάρχει όταν βασίζεται μόνο πάνω στην χωρίς ενίσχυση μαρτυρία της παραπονουμένης (βλ. R v. Henery and Manning (1969) Cr. App. R. (C.A.) 150).»
Ωστόσο, ο πιο πάνω κανόνας πρακτικής που ίσχυε στις περιπτώσεις σεξουαλικών αδικημάτων έχει καταργηθεί με κάποια νομοθετήματα στα οποία προβλέπεται πλέον ρητά ότι δεν απαιτείται ενισχυτική μαρτυρία και το Δικαστήριο μπορεί πλέον να καταδικάσει βασιζόμενο στη μαρτυρία της παραπονούμενης και μόνο, εκτός σε συγκεκριμένες περιπτώσεις όπου η μαρτυρία παρουσιάζει αδυναμίες. Σε αυτές τις περιπτώσεις είναι επιθυμητό να αναζητείται ενισχυτική μαρτυρία και αν δεν υπάρχει τότε να γίνεται η σχετική, ανάλογα με την περίπτωση, αυτοπροειδοποίηση (βλ. Ε.Α. v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 231/2018, ημερ. 19.11.2019), ECLI:CY:AD:2019:B473.
Στην Σ.Σ. v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση 97/2022 κ.α. 16/11/2022 η οποία αφορούσε αδικήματα σεξουαλικής φύσεως τα οποία εδράζονταν τόσο στο Ποινικό Κώδικα όσο και στο Νόμο 91(Ι)/2014, αναφέρθηκαν τα εξής:
«Η υποχρέωση πλέον για αναζήτηση ενισχυτικής μαρτυρίας δεν δημιουργείται, όπως συνέβαινε με βάση τον καταργηθέντα κανόνα πρακτικής, από το γεγονός και μόνο ότι ο μάρτυρας είναι παραπονούμενος σε σεξουαλικό αδίκημα. Η ανάγκη για αναζήτηση ενισχυτικής μαρτυρίας προκύπτει από τα χαρακτηριστικά και τις ιδιαιτερότητες της μαρτυρίας του συγκεκριμένου μάρτυρα και όχι από τη φύση του αδικήματος.»
Απόλυτα σχετικό, επίσης, είναι και το ακόλουθο απόσπασμα από την Σ.Σ. v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 147/2016, ημερ. 20.11.2019, ECLI:CY:AD:2019:B477:
«Το ζητούμενο είναι το δικαστήριο να αισθάνεται βέβαιο, επειδή έχει εντοπίσει και ενισχυτική μαρτυρία, ή να αισθάνεται εξίσου ασφαλές να καταδικάσει, έστω και χωρίς ενισχυτική μαρτυρία. Αυτά όμως πρέπει να εξετάζονται κατά συγκεκριμένο τρόπο και πρέπει να φαίνονται κατά τρόπο πειστικό μέσα στην απόφαση, ως το αποτέλεσμα ενός συμπαγούς και συγκεκριμένου σκεπτικού, εδραζόμενου στα δεδομένα που τέθηκαν ενώπιον του δικαστηρίου.»
Το άρθρο 21(1) του Ν.91(Ι)/2014 προβλέπει ότι «ανεξάρτητα από τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου νόμου, για σκοπούς απόδειξης των αδικημάτων που προβλέπονται στον παρόντα Νόμο δεν απαιτείται ενισχυτική μαρτυρία». Επίσης, το άρθρο 29 του Ν. 115(Ι)/2021, ο οποίος εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση δυνάμει του άρθρου 5 αυτού, προνοεί ότι «για την απόδειξη αδικήματος βίας κατά γυναίκας δεν είναι απαραίτητη η αναζήτηση ενισχυτικής μαρτυρίας της ένορκης ή ανώμοτης μαρτυρίας παιδιού ή της ένορκης μαρτυρίας γυναίκας, ούτε η αυτοπροειδοποίηση του Δικαστηρίου για τον κίνδυνο καταδίκης με μόνη την ένορκη ή ανώμοτη μαρτυρία παιδιού ή την ένορκη μαρτυρία γυναίκας.».
Στην Ν.Σ. v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 99/2021, ημερ. 11/5/2022, ECLI:CY:AD:2022:B183, λέχθηκαν τα εξής:
«Το ζητούμενο, σε όλες τις περιπτώσεις, είναι κατά πόσο από το ενώπιον του μαρτυρικό υλικό, είτε αυτό συνίσταται σε ένορκη μαρτυρία, είτε ανώμοτη κατάθεση, με ή χωρίς ενίσχυση, το εκδικάζον δικαστήριο αισθάνεται τη βεβαιότητα ότι είναι ασφαλές να καταδικάσει. Κρίνει δηλαδή κατά πόσο αξιόπιστη μαρτυρία είναι της ποιότητας εκείνης που του σεπιτρέπει να προχωρήσει σε ευρήματα γεγονότων στη βάση της, χωρίς ενίσχυση ή ότι, παρά το αξιόπιστο της, εγγενή χαρακτηριστικά της δεν του επιτρέπουν να αισθάνεται την αναγκαία προς τούτο ασφάλεια. Απόφαση καθοριστική για την έκβαση κάθε τέτοιας υπόθεσης, που πρέπει να αιτιολογείται δεόντως. Όπως αναφέρεται στη Σ.Σ. κ.ά. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. Αρ.147-148/2016, ημερ.20.11.2019, «Αυτά όμως πρέπει να εξετάζονται κατά συγκεκριμένο τρόπο και πρέπει να φαίνονται κατά τρόπο πειστικό μέσα στην απόφαση, ως αποτέλεσμα ενός συμπαγούς και συγκεκριμένου σκεπτικού, εδραζομένου στα δεδομένα που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου».
Επομένως, με βάση τις πιο πάνω νομοθετικές πρόνοιες δεν απαιτείται η αναζήτηση ενισχυτικής μαρτυρίας ή αυτοπροειδοποίηση του Δικαστηρίου για την αποδοχή της μαρτυρίας του παραπονούμενου προσώπου όταν αισθάνεται τη βεβαιότητα να καταδικάσει, λαμβάνοντας υπόψη την ποιότητα της μαρτυρίας του. Διατηρεί, όμως, διακριτική ευχέρεια να αναζητήσει ενισχυτική μαρτυρία ή να αυτοπροειδοποιηθεί σε κατάλληλες περιπτώσεις και όταν το κρίνει ορθό.
Στην Ε.Α. ν. Δηµοκρατίας (πιο πάνω), δίδεται καθοδήγηση και παραδείγματα για το πότε προκύπτει η ανάγκη για αναζήτηση ενισχυτικής μαρτυρίας ή απαιτείται η αυτοπροειδοποίηση. Λέχθηκαν τα εξής σχετικά:
«Στην Makanjuola (ανωτέρω) η ανάγκη έχει συγκεκριµενοποιηθεί. Προκειµένου να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια το Δικαστήριο για αναζήτηση ενισχυτικής µαρτυρίας θα πρέπει να υπάρχει έρεισµα στη συγκεκριµένη µαρτυρία που να υποδηλώνει ότι η µαρτυρία του συγκεκριµένου µάρτυρα δυνατόν να µην είναι αξιόπιστη. Έχουµε ήδη αναφερθεί στο παράδειγµα του καθυστερηµένου παραπόνου. Μια άλλη περίπτωση θα µπορούσε να είναι η ύπαρξη προηγούµενης αντιφατικής δήλωσης του µάρτυρα. Ο Lord Taylor, CJ στην Makanjuola, ανέφερε σχετικά τα ακόλουθα κατά τρόπο ενδεικτικό: «The judge will often consider that no special warning is required at all. Where, however, the witness has been shown to be unreliable, he or she may consider it necessary to urge caution. In a more extreme case if the witness is shown to have lied, to have made previous false complaints or to bear the defendant some grudge, a stronger warning may be thought appropriate and the judge may suggest it would be wise to look for some supporting material before acting on the impugned witness’s evidence. We stress that these observations are merely illustrative of some, not all of the factors, which judges may take into account in measuring where a witness stands in the scale of reliability and what response they should make at that level in their directions to the jury. »
Αφ’ ης στιγµής το Δικαστήριο αποφασίσει να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια για να αναζητήσει ενισχυτική µαρτυρία και τέτοια µαρτυρία δεν εντοπιστεί, εναπόκειται και πάλι στη διακριτική του ευχέρεια ο τρόπος διατύπωσης και η ένταση της αυτοπροειδοποίησης, ανάλογα µε τις περιστάσεις της υπόθεσης, τα εγειρόµενα θέµατα, το περιεχόµενο και την ποιότητα της µαρτυρίας του συγκεκριµένου µάρτυρα. ∆εν απαιτείται προδιαγεγραµµένος τύπος.»
Αναφορά στο πλαίσιο αυτό αξίζει να γίνει και στην Γ.Χ. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 148/19, ημερ. 25.2.2021, ECLI:CY:AD:2021:B61, όπου αφού υπέδειξε την κατάργηση της πρόνοιας στον περί Αποδείξεως Νόμο, Κεφ. 9, σε σχέση με την αναζήτηση ενίσχυσης για τη μαρτυρία παιδιού, το Ανώτατο Δικαστήριο σημείωσε ότι «…όπως αποφασίστηκε στην υπόθεση Κ.Χ. ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 272/2017, ημερομηνίας 26.9.2019, ECLI:CY:AD:2019:B397, «…το Δικαστήριο δεν εμποδίζεται σε κατάλληλες περιπτώσεις ως το ίδιο κρίνει ορθό να προβεί σε τέτοια αυτοπροειδοποίηση ή να αναζητήσει ενίσχυση, ακριβώς λόγω του ελλοχεύοντος κινδύνου που περικλείει η μαρτυρία ανήλικου παιδιού, ιδιαίτερα σε υποθέσεις σεξουαλικής φύσεως»».
Όλες οι πιο πάνω αρχές επαναλήφθηκαν στην Δ.Β.Γ.Κ. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 3/2022, ημερ. 29.2.2024.
Έχοντας τα πιο πάνω υπόψη, προχωρούμε με την αξιολόγηση της μαρτυρίας της Μ.Κ.7 συνολικά και αφού λάβουμε υπόψη μας τόσο το περιεχόμενο της, την υπόλοιπη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον μας καθώς επίσης και τη θέση της Υπεράσπισης, όπως αυτή διαφάνηκε από την αντεξέταση της, ότι, δηλαδή, η καταγγελία της είναι ψευδής (βλ. Τεβλετιάν v. Αστυνομίας (2006) 2 Α.Α.Δ. 512 και Σ.Σ. v. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 147-148/16, ημερ. 20.11.2019).
Έχουμε διεξέλθει την μαρτυρία της Παραπονούμενης με πολλή προσοχή και λάβαμε υπόψη την εντύπωση που αποκομίσαμε από αυτήν, ενώ κατέθετε ενόρκως. Έχουμε, επίσης, αντιπαραβάλει τη μαρτυρία της με την υπόλοιπη μαρτυρία που δόθηκε τόσο για την Κατηγορούσα Αρχή όσο και για την Υπεράσπιση αλλά και όλες τις εισηγήσεις της Υπεράσπισης.
Σημειώνουμε εξαρχής ότι παρά το νεαρό της ηλικίας της, έχουμε αποκομίσει την εντύπωση ενός συγκροτημένου προσώπου, το οποίο, με πλήρη συνοχή και λογική στα λεγόμενα της, υποστήριξε τις θέσεις της. Η Παραπονούμενη μας άφησε θετική εντύπωση και θεωρούμε ότι προσήλθε στο Δικαστήριο με σκοπό να πει την αλήθεια. Οι απαντήσεις της ήταν πηγαίες, αυθόρμητες, πειστικές και δεν διαπιστώσαμε κατά την αντεξέτασή της να υπέπεσε σε αντιφάσεις επί ουσιωδών ζητημάτων ικανές να προκαλέσουν ρήγμα στην αξιοπιστία της. Ούτε διαπιστώσαμε ότι δίσταζε να απαντήσει σε οποιαδήποτε ερώτηση της υποβαλλόταν. Επίσης, για όσα ζητήματα ερωτήθηκε και δεν γνώριζε την απάντηση ή αδυνατούσε να θυμηθεί, ευθέως το δήλωνε χωρίς να υπεκφεύγει και δεν θεωρούμε ότι η στάση της αυτή εξυπηρετούσε οποιοδήποτε αλλότριο σκοπό.
Κάνουμε αρχή με το ζήτημα των σχέσεων της Παραπονούμενης με τους γονείς της και τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας της. Αποτέλεσε κοινό τόπο ότι αφορμή για την έναρξη των επισκέψεων της Παραπονούμενης στον Κατηγορούμενο και την αναζήτηση επαγγελματικής βοήθειας ήταν τα διάφορα προβλήματα που υπήρχαν μεταξύ των γονέων της, ως αποτέλεσμα των οποίων η Παραπονούμενη ήταν κλειστή στον εαυτό της και δεν είχε αυτοπεποίθηση. Η Παραπονούμενη αναφέρθηκε τόσο στην απόμακρη σχέση που είχε με τον πατέρα της όσο και στην λιγότερο αποστασιοποίημενη σχέση με τη μητέρα της καθώς και τη μη ύπαρξη ιδιαίτερης σχέσης με τα αδέλφια της, με εξαίρεση την Μ.Κ.4. Όλα όσα υποστήριξε η Παραπονούμενη στο πλαίσιο αυτό συνάδουν με τα όσα ανέφεραν οι λοιποί μάρτυρες κατηγορίας αλλά και ο Κατηγορούμενος.
Ο κ. Σαουρής υποστήριξε στην γραπτή του αγόρευση ότι η αναφορά της Παραπονούμενης πως όταν μίλησε με την Μ.Κ.9 «ένοιωθ[ε] ότι ούλλοι ήταν εναντίον [της] ειδικά μετά που τούτο που έγινε με τον [Κατηγορούμενο]» είναι αντίθετη με τις αναφορές της Μ.Κ.4 και της Μ.Κ.5 περί της συμπαράστασης τους προς την Παραπονούμενη ενώ στο ίδιο πλαίσιο, κατά τον κ. Σαουρή, εντάσσεται και η διαπίστωση της Μ.Κ.9 πως η Παραπονούμενη ένοιωθε αποξενωμένη από την οικογένεια της (βλ. Τεκμήριο 13). Πέραν του ότι τα όσα υποστήριξε ο κ. Σαουρής εν συνόλω βασίζονται σε μια μικροσκοπική προσέγγιση της μαρτυρίας της Παραπονούμενης, την οποία, ως και οι σχετικές νομολογιακές αρχές, δεν υιοθετούμε, σημειώνουμε τα εξής:
Καταρχάς, ο Κατηγορούμενος κατά την κυρίως εξέταση του δέχτηκε ότι η Παραπονούμενη «στην οικογένειά της ήταν σχεδόν αποκομμένη από τους πάντες, ήταν πολύ κλειστή στον εαυτό της, δεν είχε καθόλου φίλους, καθόλου σχέσεις με τον πατέρα της», ως και η ίδια υποστήριξε. Επιπρόσθετα, η Μ.Υ.3 ανέφερε πως οι σχέσεις της Μ.Κ.7 με τον πατέρα της ήταν δεν ήταν καλές ενώ με την μητέρα της ήταν καλύτερες, αν και είχαν λίγες εντάσεις, και με την αδελφή της / Μ.Κ.4 έμεναν στο ίδιο δωμάτιο. Πρόσθεσε, δε, ότι η Παραπονούμενη «βασανιζόταν από πράγματα που δεν ίσχυαν», προφανώς εννοώντας ότι αντιλαμβανόταν τα διάφορα ζητήματα με τρόπο που δεν ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα, και ότι όταν πήγε στον Κατηγορούμενο δεν είχε ιδιαίτερη σχέση «με τον γύρω κόσμο» επεξηγώντας πως πολλές φορές που έτυχε να επισκεφτεί το σπίτι τους, η Παραπονούμενη ήταν γενικά μόνη της. Επομένως, τα όσα η Παραπονούμενη ανέφερε υποστηρίζονται από τα όσα η Μ.Υ.3 υποστήριξε αλλά και εξηγήθηκαν επιστημονικά μέσα από τη μαρτυρία της Μ.Κ.9 και, συγκεκριμένα, τις διαπιστώσεις της περί διαστρεβλωμένων πεποιθήσεων. Ως η Μ.Κ.9 εξήγησε, οι διαστρεβλωμένες πεποιθήσεις της Παραπονούμενης δημιουργήθηκαν λόγω της κατάστασης στην οικογένεια της με αποτέλεσμα κατά διαστήματα να νιώθει ότι δεν ανήκει, ότι δεν την ακούνε τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας της, ότι δεν την θέλουν και ότι δεν μπορεί να ταιριάξει ή να καλυφθούν οι συναισθηματικές της ανάγκες, παρόλο που αντιλαμβανόταν ότι την αγαπούσαν και την νοιάζονταν. Επομένως, όχι μόνο δεν θεωρούμε ότι υπάρχει αντίφαση στα λεγόμενα της Παραπονούμενης, αλλά, αντίθετα, θεωρούμε ότι τα όσα ανέφερε συνιστούν το πραγματικό υπόβαθρο, το οποίο υποστηρίζει και τεκμηριώνει τις διαπιστώσεις της Μ.Κ.9.
Αποτελεί κοινό τόπο ότι ως αποτέλεσμα των συνεδριών που η Παραπονούμενη είχε με τον Κατηγορούμενο βελτιώθηκε η ψυχική της κατάσταση, τονώθηκε η αυτοεκτίμηση της, έγινε πιο κοινωνική και παρατηρήθηκε βελτίωση στην σχολική απόδοση της.
Αναφορικά με τη σχέση που η Παραπονούμενη ανέπτυξε με τον Κατηγορούμενο, παρατηρούμε ότι η μαρτυρία της επί του προκειμένου ήταν λεπτομερής και συμπαγής. Η Παραπονούμενη υποστήριξε ότι ο Κατηγορούμενος ήταν ο μόνος στον οποίο μπορούσε να απευθυνθεί, να πει τι νιώθει και τι περνά αφού θεωρούσε ότι ήταν ο μόνος που την καταλάβαινε. Εναργέστερα, ανέφερε πως για την ίδια ο Κατηγορούμενος ήταν ο σωτήρας της και ότι τον είχε «όπως τον πατέρα της». Σε αυτό το πλαίσιο, σχετική είναι η αναφορά της Μ.Κ.4 πως η Παραπονούμενη της είχε αναφέρει ότι ζήλευε την κόρη του Κατηγορούμενου, δηλώνοντας έτσι τον θαυμασμό της προς το πρόσωπο του, καθώς και η αναφορά της περί σπουδών ψυχολογίας στην Βουλγαρία, όπως ο Κατηγορούμενος. Περαιτέρω, η Παραπονούμενη τον εκτιμούσε ιδιαίτερα ως προς τις ικανότητες του λέγοντας ότι τον θεωρούσε «πολλά καλό ψυχολόγο». Είναι σε αυτό το πλαίσιο που εντάσσεται το ότι εξακολούθησε να τον επισκέπτεται και δεν αποτάθηκε σε άλλο ψυχολόγο, παρόλο που, ως ανέφερε, αγχωνόταν όταν τον επισκεπτόταν και αισθανόταν άβολα όταν την ρωτούσε πιεστικά κατά πόσο είχε αγόρι.
Η πιο πάνω στάση της Παραπονούμενης εντάσσεται στο γενικότερο πλαίσιο της σχέσης της με τον Κατηγορούμενο. Ως η Μ.Κ.9 ανέφερε, και δεν αμφισβητήθηκε, ο Κατηγορούμενος απευθυνόταν στην Παραπονούμενη χρησιμοποιώντας τις λέξεις «όμορφη», «έξυπνη», «αγάπη μου», «μωρό μου» και, συναφώς, ο Κατηγορούμενος δέχθηκε ότι διατηρούσε μια πατρική φιγούρα απέναντι στους πελάτες του, στο πλαίσιο της οποίας εντάσσονται και αυτές οι αναφορές και η γενικότερη στάση του απέναντι στην Παραπονούμενη. Δεν αμφισβητήθηκε, δε, ότι ο Κατηγορούμενος προέβη σε αγορά κάποιων πινάκων ζωγραφικής που είχε ετοιμάσει η Παραπονούμενη προκειμένου, ως ο ίδιος υποστήριξε, να ενισχύσει την αυτοπεποίθηση της, πράγμα που δεν αμφισβητείται ότι συνέβη στην Παραπονούμενη για πρώτη φορά. Όλα αυτά, λαμβάνοντας υπόψη και την βελτίωση που παρατηρήθηκε στη διάθεση και την γενικότερη ψυχολογική κατάσταση της Παραπονούμενης σε συνάρτηση με την συναισθηματική ευαλωτότητα που την χαρακτήριζε, σύμφωνα με τα όσα η Μ.Κ.9 υποστήριξε, την ηλικία της, το συναισθηματικό κενό που ένοιωθε, την προβληματική σχέση με τον πατέρα της και την ηλικία του Κατηγορούμενου, υποστηρίζουν επαρκώς κατά την κρίση μας και στοιχειοθετούν πλήρως την αντίληψη που η Παραπονούμενη ανέφερε ότι είχε για τον Κατηγορούμενο. Το ότι η Παραπονούμενη είχε εμπιστοσύνη στον Κατηγορούμενο και το ότι ο τελευταίος είχε επιρροή σε αυτήν το δέχτηκε, άλλωστε, και ο κ. Σαουρής τόσο στη γραπτή όσο και στην προφορική του αγόρευση.
Ουδόλως αμφισβητήθηκε ότι μέχρι τα επίδικα περιστατικά η Παραπονούμενη δεν είχε οποιεσδήποτε πραγματικές σεξουαλικές σχέσεις ή επαφές. Η δε Παραπονούμενη με απόλυτη πειστικότητα και χωρίς αμφιταλαντεύσεις ανέφερε ότι κάποιους μήνες πριν το κατ’ ισχυρισμό περιστατικό, ο Κατηγορούμενος την ρωτούσε αν διατηρεί σχέσεις με κάποιο αγόρι ή είχε σεξουαλικές επαφές με την ίδια να αισθάνεται πίεση από τις επίμονες ερωτήσεις του και να απαντά αρνητικά. Συγκεκριμένα, κατά την αντεξέταση της, η Παραπονούμενη ανέφερε ότι κατά τις συναντήσεις με τον Κατηγορούμενο μιλούσαν για τις ερωτικές σχέσεις των φίλων της και, όσον αφορά την ίδια, την ρωτούσε γενικά αν είναι ομοφυλόφιλη ή ετεροφυλόφιλη και η ίδια του έλεγε ότι τις αρέσουν τα αγόρια. Επανειλημμένα, δε, ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος επέμενε στο ότι «έπρεπε» να έχει αγόρι, συζήτηση που την πίεζε. Ως ανέφερε, της έλεγε πως «σε έτσι ηλικία είναι νορμάλ να κάνεις σεξ, ότι πολλοί στην ηλικία [της] κάνουν, οπόταν πρέπει να κάνει και [η ίδια]» ενώ εξήγησε πειστικά και επαρκώς πως εξακολούθησε να τον επισκέπτεται γιατί σε άλλα ζητήματα την είχε πράγματι βοηθήσει. Σχετικά με την αναφορά στην οπτικογραφημένη κατάθεση της πώς πρόσφατα είχαν συζητήσει για σεξ, κατά την αντεξέταση της διευκρίνισε πως εκείνη ήταν η πρώτη φορά που την ρώτησε αν έκανε ποτέ σεξ, απάντησε αρνητικά και της είπε ότι «έπρεπε» να αρχίσει να κάνει σεξ, νοιώθοντας η ίδια άβολα. Η Παραπονούμενη ανέφερε, περαιτέρω, στον Κατηγορούμενο, κάποιους μήνες πριν τα επίδικα περιστατικά, πως προτιμά τους μεγαλύτερους άντρες, επηρεασμένη προς τούτο από το διαδίκτυο. Τόσο οι συζητήσεις για την ύπαρξη προηγούμενης σχέσης ή ερωτικών επαφών όσο και η εν λόγω προτίμηση της Παραπονούμενης δεν αμφισβητήθηκαν. Η Παραπονούμενη ανέφερε κατά την κυρίως εξέταση της πως όταν είπε στον Κατηγορούμενο ότι της άρεσαν οι πιο μεγάλοι άνδρες, αυτός χαμογέλασε και της είπε «χαίρομαι που το παραδέχεσαι». Διευκρίνισε, δε, κατά την αντεξέταση της πως με αυτή την αναφορά της δεν εννοούσε ότι της άρεσε ο ίδιος ο Κατηγορούμενος.
Η Παραπονούμενη ανέφερε, περαιτέρω, ότι ένα με δύο μήνες πριν τα επίδικα περιστατικά ο Κατηγορούμενος της έλεγε ότι θέλει να την κάνει γυναίκα και πως πρέπει να μάθει να συμπεριφέρεται ως «κανονική» γυναίκα. Συγκεκριμένα, η Παραπονούμενη κατά την αντεξέταση της ανέφερε τα εξής: «Έλεεν μου ότι με τούτο που θα κάνει θα με κάνει να είμαι γυναίκα, να είμαι, να συμπεριφέρομαι σωστά σαν γυναίκα...». Ανέφερε, επίσης, πως της ανέφερε ότι «με το να κάνεις σεξουαλικές πράξεις, με τις συγκεκριμένες σεξουαλικές πράξεις γίνεσαι γυναίκα.». Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται και η αναφορά της Παραπονούμενης προς την Μ.Κ.4 ότι ο Κατηγορούμενος της είπε ότι «εν να [την] κάμει μια γυναίκα δυνατή τζιαί να γίν[ει] η δυνατή τζιαί να μεν γίν[ει] γυναικούα όπως εν η μητέρα [τους] τζιαί η … [Μ.Υ.3]».
Περαιτέρω, εκτιμώντας τις ικανότητες του, ως λέχθηκε και πιο πάνω, η Παραπονούμενη ανέφερε στην οπτικογραφημένη κατάθεση της ότι είχε πει στον Κατηγορούμενο ότι ήθελε να γίνει καλή ψυχολόγος όπως τον ίδιον και ο Κατηγορούμενος της ανέφερε ότι θα την έκανε όπως αυτόν, δηλαδή έξυπνη και με εμπειρία.
Εμφανώς είναι, λοιπόν, που προκύπτει, σύμφωνα με τα όσα η Παραπονούμενη ανέφερε, ότι ο Κατηγορούμενος την είχε πείσει πως με το να κάνει τα όσα σεξουαλικής φύσεως εξελίχθηκαν στις 2/7/2024 θα γινόταν «γυναίκα», μιας και η Παραπονούμενη μέχρι τότε δεν είχε σεξουαλικές σχέσεις. Ουσιαστικά, το να κάνει η Παραπονούμενη τις εν λόγω σεξουαλικές πράξεις αποτελούσε προέκταση και κάποιου είδους κλιμάκωση των επίμονων αναφορών του Κατηγορούμενου ότι «έπρεπε» να είχε αγόρι και να γίνει «γυναίκα», τις οποίες η Παραπονούμενη εκλάμβανε ως μέρος της δικής της προσωπικής ανάπτυξης.
Το αποκορύφωμα αυτής της συζήτησης, σύμφωνα με τη μαρτυρία της Παραπονούμενης, ήταν την προηγούμενη μέρα του περιστατικού, ήτοι την 1/7/2024, όταν ο Κατηγορούμενος την ρώτησε αν ήθελε να την μάθει ο ίδιος να φιλά και να κάνει σεξουαλικά πράγματα. Σε σχέση με τα όσα διεμήφθησαν κατά την μέρα εκείνη, είναι καταρχάς αποδεκτό ότι ο Κατηγορούμενος είχε προγραμματισμένη συνεδρία με την Παραπονούμενη. Στην εν λογω συνεδρία μετέφερε την Παραπονούμενη η Μ.Κ. 5 μαζί με την Μ.Κ.4, οι οποίες παρέμειναν στο αυτοκίνητο και δεν εισήλθαν στην οικία του Κατηγορούμενου. Ως η Παραπονούμενη ανέφερε, κατά την εν λόγω συνεδρία ο Κατηγορούμενος την ρώτησε αν ξέρει πώς να φιλά κάποιον στο στόμα ή να κάνει σεξουαλικές πράξεις και όταν η ίδια του απάντησε αρνητικά, ο Κατηγορούμενος της είπε ότι θα την μάθαινε ο ίδιος. Τότε, η Παραπονούμενη τον ρώτησε «πώς» και αυτός δεν απάντησε. Παρά την σχετική αντεξέταση της, η Παραπονούμενη ενέμεινε στην εν λόγω θέση ενώ δεν θεωρούμε ότι η αρχική τοποθέτηση της κατά την οπτικογραφημένη κατάθεση της, ότι δηλαδή του είπε «οκ», δύναται να αναιρέσει τα πιο πάνω αφού λίγα λεπτά μετά η Παραπονούμενη ρητώς ανέφερε ότι δεν του απάντησε «οκ», αλλά τον ρώτησε «πως», θέση που επανέλαβε και κατά τη μαρτυρία της στο Δικαστήριο. Το ουσιώδες, άλλωστε, είναι πως η Παραπονούμενη θεώρησε ότι σκοπός του Κατηγορουμένου ήταν το «δικό της καλό». Συναφώς, κατά την κυρίως εξέταση της εξήγησε πως είχε αυτή την αντίληψη «[ε]πειδή [της] έλεγε συνέχεια ότι θέλει να [την] κάμει γυναίκα, και ότι πρέπει να μάθ[ει] πώς να συμπεριφέρ[ετ]αι σαν γυναίκα κανονική και ότι θα [την] κάνει σαν τον ίδιο, έξυπνη με εμπειρία…», διευκρινίζοντας ότι δεν είχε καταλάβει ότι ο Κατηγορούμενος αναφερόταν στο σεξουαλικό κομμάτι αλλά νόμιζε ότι θα την έκανε πιο δυναμική ως άνθρωπο. Προς τούτο κατατείνει και η απόκριση της («πώς») αφού από αυτή προκύπτει ότι δεν είχε αντιληφθεί πώς ήταν δυνατό ο ψυχολόγος της ο ίδιος να την μάθαινε αυτά τα πράγματα.
Κατά την εν λόγω συνεδρία, διευθέτησαν, επίσης, όπως την επόμενη μέρα, 2/7/2024, συναντηθούν για την αγορά μπογιών προκειμένου η Παραπονούμενη να ζωγραφίσει έναν τοίχο στο σπίτι του Κατηγορούμενου. Το γεγονός αυτό δεν αμφισβητήθηκε.
Ερωτούμενη κατά την αντεξέταση της σε σχέση με τη διευθέτηση του εν λόγω ραντεβού, ενόψει του ότι είχαν προηγηθεί συζητήσεις με τον Κατηγορούμενο σε σχέση με τις ερωτικές της σχέσεις, οι οποίες την έκαναν να νοιώθει άβολα, καθώς και η ερώτηση του κατά πόσο ήθελε να την μάθει να φιλά και να κάνει σεξουαλικά πράγματα, η Παραπονούμενη ανέφερε τα εξής: «Το μυαλό μου δεν επήε ότι θα το έκανε όντως, ότι θα μου μάθαινε πώς να φιλώ ή να κάνω σεξουαλικές πράξεις που τη στιγμή που μου είπε αν θέλω να του βάψω τον τοίχο. Τούτα τα δύο τα πράγματα είναι πολλά διαφορετικά». Υποστήριξε, δε, ότι θεώρησε φυσιολογικό να πάει στο σπίτι του για να ζωγραφίσει τον τοίχο του ενόψει του ότι του είχε ήδη πωλήσει κάποιους πίνακες και ο Κατηγορούμενος ήξερε ότι της αρέσει η τέχνη. Το θεώρησε, συνεπώς, ως μια καινούρια εμπειρία. Συμφωνώντας με αυτό το πλαίσιο, ο Κατηγορούμενος αναφέρθηκε στην επιθυμία της Παραπονούμενης να ζωγραφίσει κάτι μεγάλο προσθέτοντας ότι ήταν ο ίδιος που της πρότεινε να ζωγραφίσει τον τοίχο του με σκοπό να ενισχύσει την αυτοεκτίμηση και αυτοπεποίθησή της γιατί, ως ανέφερε, «δεν είχε καθόλου». Ίδια ήταν και η θέση της Παραπονούμενης ως προς το ότι ήταν ο Κατηγορούμενος που την ρώτησε αν ήθελε να ζωγραφίσει τον τοίχο του.
Ως η Παραπονούμενη δέχθηκε κατά την αντεξέταση της και υποστήριξε και ο Κατηγορούμενος κατά την μαρτυρία του, η Παραπονούμενη την 1/7/2024 εντόπισε κάποια σχέδια στο διαδίκτυο και τα έστειλε στον Κατηγορούμενο για να αποφασίσει ποιο ήθελε να του φτιάξει.
Στις 2/7/2024, ως, επίσης, ο Κατηγορούμενος δέχεται, περί τις 12:30-13:00, παρέλαβε την Παραπονούμενη από το σπίτι της. Ακολούθως, ως αμφότεροι ανέφεραν, μετέβηκαν στα McDonald’s για να αφήσει η Παραπονούμενη κάποιο πιστοποιητικό και ο Κατηγορούμενος την περίμενε στο αυτοκίνητο. Ακολούθως, κατευθύνθηκαν προς το σπίτι του Κατηγορούμενου και στη διαδρομή σταμάτησαν σε ένα φούρνο. Στο δρόμο προς το σπίτι του Κατηγορούμενου, ως η Παραπονούμενη ανέφερε, ο Κατηγορούμενος ξεκίνησε να την ρωτά αν τον έβρισκε όμορφο ως άνδρα και της είχε αναφέρει ότι «οι γυναίκες εν καλές μόνο για σεξ και πίπες».
Η Παραπονούμενη αντεξετάστηκε ως προς το γιατί δεν αντέδρασε και ανέφερε πως μετά τις εν λόγω αναφορές του Κατηγορούμενου, πάγωσε και έτρεμε. Κατόπιν σχετικών ερωτήσεων του κ. Σαουρή ανέφερε πως, παρά το ότι σκέφτηκε να του πει να την επιστέψει στο σπίτι της, θεώρησε ότι ο Κατηγορούμενος θα αρνούνταν και ότι μπορεί να την βίαζε ή να της επιτιθόταν ή να την έπαιρνε κάπου που δεν ήξερε. Ομοίως, δεν σκέφτηκε να τηλεφωνήσει στην μητέρα ή την αδελφή της, παρά το ότι δέχτηκε ότι είχε το κινητό της στη διάθεση της. Στη συνέχεια ανέφερε πως παρ’ όλο που ήθελε να φύγει, δεν άνοιξε την πόρτα ούτε και έφυγε επειδή «μπορεί να είχε όπλο μαζί του, μπορεί να έκανε οτιδήποτε για να [την] κάνει να μείν[ει]». Οι αναφορές της Παραπονούμενης σε σχέση με τις πιθανές αντιδράσεις του Κατηγορούμενου ουδεμία σημασία μπορούν να έχουν και δεν γίνονται αποδεκτές αφού ξεκάθαρα αποτελούν δικές της εικασίες, δεν υπάρχει οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία που να τις υποστηρίζει και σύμφωνα με τα όσα καταγράφονται στην έκθεση της Μ.Κ.9, Τεκμήριο 13, η Παραπονούμενη δεν αισθάνθηκε στην πραγματικότητα υπαρκτή απειλή για τη ζωή της. Το ουσιώδες είναι ότι ούτε αντέδρασε αλλά ούτε και ζήτησε από τον Κατηγορούμενο καθ’ οιονδήποτε στάδιο να την επιστρέψει στην οικία της, όπως και το ότι δεν αναζήτησε βοήθεια από οποιοδήποτε οικείο της ενώ, σύμφωνα με τα όσα καταγράφονται στην έκθεση της Μ.Κ.9 και δεν αμφισβητήθηκαν, δεν ένοιωσε απειλή για τη ζωή της, κάτι το οποίο συνάδει και δικαιολογείται ενόψει της μεταξύ τους σχέσης, ως περιγράφεται πιο πάνω.
Όταν έφτασαν στο σπίτι του, ο Κατηγορούμενος, ως και ο ίδιος δέχεται, είχε ένα διαδικτυακό ραντεβού στο γραφείο του, το οποίο βρίσκεται στον πάνω όροφο του σπιτιού του, και είπε στην Παραπονούμενη, ως η τελευταία υποστήριξε, να μείνει στον κάτω όροφο. Η Παραπονούμενη ανέφερε, επίσης, ότι πριν ο Κατηγορούμενος πάει πάνω, της είπε «δώσμου ένα φιλούι» και την φίλησε στο στόμα και στο μάγουλο. Σε εκείνο το στάδιο, ως η Παραπονούμενη ανέφερε στην οπτικογραφημένη κατάθεση της, ο Κατηγορούμενος δεν φορούσε φανέλα και όταν την ρώτησε αν ένοιωθε άνετα του είπε «οκ», αν και δεν το εννοούσε. Ως εξήγησε κατά τη μαρτυρία της, του απάντησε με αυτόν τον τρόπο επειδή ήταν ο ψυχολόγος της και νόμιζε ότι ήταν για το καλό της. Κατά την προφορική εξέταση της προσέθεσε ότι την φίλησε ξαφνικά και η ίδια τον φίλησε πίσω, παρά το ότι ένοιωθε πολύ άβολα και φόβο επειδή πάγωσε και ο Κατηγορούμενος την πίεζε ρωτώντας την γιατί δεν τον φιλούσε πίσω.
Στη συνέχεια, η Παραπονούμενη ανέφερε πως μετά που ο Κατηγορούμενος τελείωσε με την διαδικτυακή συνάντηση, της είπε να πάει πάνω, πράγμα που έπραξε θεωρώντας ότι την καλούσε σε σχέση με τον τοίχο, τον οποίο μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν της είχε υποδείξει. Ως εξήγησε, ο Κατηγορούμενος της είπε ότι θα έβαφε ένα τοίχο στο χώρο της σκάλας αλλά, επειδή είχε πολλούς, δεν ήταν σίγουρη για ποιον συγκεκριμένο μιλούσε. Το ότι ο Κατηγορούμενος είπε στην Παραπονούμενη να πάει πάνω το δέχεται και ο ίδιος. Όταν πήγε στο γραφείο του, ως ανέφερε, ο Κατηγορούμενος δεν φορούσε φανέλα και η ίδια εξακολουθούσε να αισθάνεται φόβο, να είναι παγωμένη και να μην ξέρει τί να κάνει, εξ ου και δεν του ανέφερε οτιδήποτε. Εξακολούθησε να αισθάνεται το ίδιο και όταν, ως ανέφερε στην οπτικογραφημένη κατάθεση της, είδε στην οθόνη του υπολογιστή του Κατηγορούμενου να προβάλλεται πορνογραφικό υλικό με δυο άντρες και μια γυναίκα.
Κατά την προφορική εξέταση της ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος καθόταν πίσω από το γραφείο και της είπε να βάλει το κινητό της στο αθόρυβο και να κάτσει δίπλα του. Τότε, την ρώτησε αν της άρεσε αυτό που προβαλλόταν, η ίδια του απάντησε αρνητικά και όταν την ρώτησε αν ντρέπεται του απάντησε θετικά γιατί όντως ένοιωθε άβολα. Ακολούθως, την ρώτησε αν άγγιξε ποτέ τον εαυτό της και αφού του απάντησε αρνητικά την ρώτησε γιατί ντρεπόταν για κάτι που της αρέσει, ενώ, ως υποστήριξε, δεν του είχε πει προηγουμένως κάτι τέτοιο. Εκείνη τη στιγμή, ως η Παραπονούμενη ανέφερε, στον υπολογιστή ήταν μια κοπέλα που έκανε στοματικό σε έναν από τους άντρες και ο Κατηγορούμενος της είπε «έλα να μου το κάνεις και εσύ τούτο». Επίσης, ο Κατηγορούμενος ξεκίνησε να την φιλά με την γλώσσα και ως ανέφερε στην οπτικογραφημένη κατάθεση της τον φίλησε και η ίδια πίσω διευκρινίζοντας ότι το φιλί αυτό ήταν με την συγκατάθεση της.
Η Παραπονούμενη αντεξετάστηκε σε σχέση με τα φιλιά του Κατηγορούμενου, τόσο ενώ βρισκόταν στο κάτω μέρος του σπιτιού του όσο και όταν πήγε στο γραφείο του. Ανέφερε, συγκεκριμένα, κατά την αντεξέταση της πως δεν τον φίλησε ποτέ η ίδια πίσω, ειδικά όταν ήταν στο γραφείο του. Ως διεφάνη στη συνέχεια της αντεξέτασης της, δεν μπορούσε να θυμηθεί το φιλί στο γραφείο, στο οποίο αναφέρθηκε στην οπτικογραφημένη κατάθεση της, λέγοντας ότι πέρασαν σχεδόν δύο χρόνια και ότι «[είπε] μόνο για το φιλί κάτω που ήταν η κουζίνα». Αντεξεταζόμενη, ανέφερε, επίσης, πως δεν θυμούνταν να τον φίλησε πίσω «αλλά και να τον φίλησ[ε] πίσω ήταν επειδή μπορεί να [την] επίεσε» ενώ στη συνέχεια προσέθεσε πως «και να [την] επίεσε το ότι τον φίλησ[ε] πίσω αφού [την] επίεσε ήταν δική [της] κίνηση.» Σε σχέση με το κατά πόσο ανταπέδωσε το φιλί του Κατηγορούμενου, διαπιστώνουμε, πράγματι, κάποια διάσταση μεταξύ των αναφορών της. Κατά την κρίση μας, όμως, το πλέον σημαντικό σε σχέση με τις κατηγορίες που ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει είναι το κατά πόσο ο ίδιος φίλησε την Παραπονούμενη καταχρώμενος την εμπιστοσύνη της και τη θέση του έναντι της. Το κατά πόσο η Παραπονούμενη ανταπέδωσε τα φιλιά του Κατηγορούμενου εντάσσεται στο γενικότερο πλαίσιο της σχέσης τους και, ειδικότερα, τα όσα είχαν λάβει χώρα στις 2/7/2024, τα οποία κλιμακωτά οδήγησαν την Παραπονούμενη στην διενέργεια των σεξουαλικών πράξεων που ανέφερε. Σε αυτό το πλαίσιο, λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο των αναφορών της Παραπονούμενης καθώς και τη θέση της, την οποία αναλύουμε πιο κάτω, σε σχέση με τους λόγους που έκανε στον Κατηγορούμενο στοματικό έρωτα, δεχόμαστε ότι η Παραπονούμενη ανταπέδωσε τα φιλιά του Κατηγορούμενου, τα οποία ξεκίνησαν κατόπιν πρωτοβουλίας του ιδίου.
Σημειώνουμε, περαιτέρω, πως δεν εντοπίζουμε και ούτε διαφαίνεται η Παραπονούμενη να απέφυγε σκόπιμα να απαντήσει ή ότι υπήρχε οποιοσδήποτε αλλότριος σκοπός σε σχέση με το ότι κατά τη μαρτυρία της αδυνατούσε να θυμηθεί το φιλί που έλαβε χώρα στο γραφείο. Η εν λόγω αδυναμία, άλλωστε, δεν αποτελεί από μόνη της λόγο αναξιοπιστίας (βλ. Σ.Π. ν. Δημοκρατίας (2014) 2 Α.Α.Δ. 468) ενώ το φιλί στο κάτω μέρος της οικίας του επιβεβαιώθηκε και κατά την αντεξέταση της Παραπονούμενης.
Στη συνέχεια, ως η Παραπονούμενη ανέφερε, ο Κατηγορούμενος έβαλε το χέρι της στο πέος του, πάνω από το παντελόνι, την έβαλε να γονατίσει και του έκανε στοματικό έρωτα. Κατά τη διάρκεια του στοματικού, ως ανέφερε, της έλεγε ότι την αγαπά, ότι είναι πολύ σέξι και ότι ήταν πολύ καλή στο στοματικό ενώ στη συνέχεια της είπε να τον αφήσει να εκσπερματώσει στο στόμα της και να καταπιεί, πράγμα που έπραξε, αφού, ως της είπε, ήταν υγιές. Κατά τον εν λόγω χρόνο, ως η Παραπονούμενη ανέφερε στην οπτικογραφημένη κατάθεση της, είπε στον Κατηγορούμενο «εν ηξέρω γιατί τρέμω» και αυτός της απάντησε «εν που ζεις μιαν εμπειρία». Ο κ. Σαουρής εισηγήθηκε στη γραπτή του αγόρευση πως η Παραπονούμενη προέβη στην εν λόγω αναφορά κατόπιν πιέσεως ένεκα του επίμονου τρόπου με τον οποίο ερωτούνταν. Δεν συμφωνούμε. Ουδόλως προκύπτει ότι η Παραπονούμενη απάντησε με τον τρόπο αυτό επειδή πιέστηκε, πέραν του ότι ουδόλως τέθηκε το επιστημονικό υπόβαθρο για μια τέτοια εισήγηση. Εν πάση περιπτώσει, η εν λόγω αναφορά της Παραπονούμενης συνάδει με τα συναισθήματα που ανέφερε ότι είχε εκείνη τη στιγμή. Η Παραπονούμενη ανέφερε στην οπτικογραφημένη κατάθεση της πως κατά τη διάρκεια του στοματικού έρωτα «δεν ένιωθε κάτι» και πως «ένιωθε πως ήταν απλά ένα όνειρο» εξηγώντας πως το μυαλό της ήταν θολό και ότι είχε παγώσει. Το, δε, τρέμουλο και το πάγωμα, ως προκύπτει από την επιστημονική μαρτυρία της Μ.Κ.9, αποτελούν σωματικές εκφράσεις του φόβου.
Ακολούθως, ως η Παραπονούμενη ανέφερε κατά την κυρίως εξέταση της, ο Κατηγορούμενος πήγε να πλυθεί και όταν επέστρεψε της έβαλε τηλεοπτικές εκπομπές. Κατά την αντεξέταση της διευκρίνισε, όμως, ότι μεταξύ του στοματικού, αφενός, και των τηλεοπτικών εκπομπών αφετέρου, πήγαν σε κατάστημα για την αγορά των μπογιών, γεγονός στο οποίο αναφέρθηκε και ο Κατηγορούμενος και δεν αμφισβητείται. Σχετικό είναι το Τεκμήριο 5, το οποίο παρουσίασε η Υπεράσπιση και δεν παρουσιάστηκε οτιδήποτε που να αμφισβητεί το περιεχόμενο του. Σύμφωνα με το Τεκμήριο 5, οι μπογιές και τα πινέλα αγοράστηκαν στις 14:47. Ο κ. Σαουρής εισηγήθηκε στη γραπτή του αγόρευση ότι υπήρχε «ανακρίβεια» στις αναφορές της Παραπονούμενης ως προς την ώρα της αγοράς τους. Σημαντικό είναι να λεχθεί ότι η Παραπονούμενη δεν αναφέρθηκε σε συγκεκριμένη ώρα, αλλά προσδιόρισε την αγορά των μπογιών σε συνάρτηση με άλλα γεγονότα. Ουδέν μεμπτό εντοπίζουμε και σημειώνουμε ότι η Παραπονούμενη επανήλθε στο ζήτημα αυτό κατόπιν σχετικών ερωτήσεων κατά την αντεξέταση της και προσέθεσε περισσότερες λεπτομέρειες μετά που ο κ. Σαούρης επανήλθε στο ίδιο θέμα. Επομένως, έχοντας αυτά υπόψη, δεν συμφωνούμε με την εισήγηση του κ. Σαουρή πως καταδεικνύεται το εσκεμμένο ψεύδος της Παραπονούμενης από το γεγονός αυτό. Θα πρέπει, δε, να σημειωθεί ότι τόσο η Παραπονούμενη όσο και ο Κατηγορούμενος τοποθέτησαν χρονικά με την ίδιο τρόπο τα όσα εξελίχθηκαν, με εξαίρεση, βεβαίως, τα φιλιά και τον στοματικό έρωτα, τα οποία ο Κατηγορούμενος αρνήθηκε ότι έλαβαν χώρα.
Ενόσω η Παραπονούμενη παρακολουθούσε τις τηλεοπτικές εκπομπές, η Μ.Υ.3 τηλεφώνησε στον Κατηγορούμενο, γεγονός που δέχεται και ο Κατηγορούμενος. Το τηλέφωνο της Παραπονούμενης ήταν αθόρυβο και εκ των υστέρων αντιλήφθηκε ότι είχε αναπάντητες κλήσεις από την μητέρα της / Μ.Κ.5, ενώ ουδόλως ερωτήθηκε ως προς το κατά πόσο μετά το τηλεφώνημα της Μ.Υ.3 επικοινώνησε η ίδια με την Μ.Κ.5. Ως η Παραπονούμενη ανέφερε, σε εκείνο το στάδιο ο Κατηγορούμενος την ρωτούσε εάν το είχε πει στην μητέρα της και του απάντησε αρνητικά. Σημειώνουμε, δε, πως δεν θεωρούμε καθόλου παράδοξο, ως ο κ. Σαουρής εισηγήθηκε, η Παραπονούμενη να μην είδε το κινητό της όταν την καλούσε η μητέρα της λόγω της θήκης μέσα στην οποία βρισκόταν.
Κατά την διαδρομή προς το σπίτι της, η Παραπονούμενη ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος της είπε να μην πει σε κανένα τί συνέβη, την ρώτησε αν τον εμπιστεύεται και της είπε ότι πολλοί άνθρωποι τον πρόδωσαν προτρέποντας την να μην κάνει το ίδιο. Κατά την κυρίως εξέταση της, ανέφερε, επίσης, ότι ο Κατηγορούμενος προέβη στην εν λόγω αναφορά και μία μέρα πριν τα επίδικα περιστατικά. Η ίδια, ως ανέφερε, δεν του απάντησε γιατί ήταν ταραγμένη και συγχυσμένη και δεν κατάλαβε ακριβώς τί να μην πει ενώ, ως περαιτέρω ανέφερε, ένιωθε ότι έκανε κάτι σωστό. Η στάση της αυτή ουδόλως είναι αντιφατική αλλά επεξηγήθηκε επιστημονικά από την Μ.Κ.9 μέσω των αναφορών της σε αμφιθυμικά συναισθήματα, ως αναλύεται πιο πάνω.
Σε σχέση με τα όσα διεμήφθησαν στην οικία της Παραπονούμενης όταν έφτασε εκεί, κατά την αντεξέταση της αρνήθηκε ότι είπε στην Μ.Κ.5 «πώς κάμνετε έτσι; Σάμπως τζιαί βίασεν με», λέγοντας πως αυτό που της είπε ήταν «γιατί αγχώθηκες τόσο; Δεν έγινε τίποτε». Δεν θεωρούμε ότι οι εν λόγω αναφορές διαφέρουν επί της ουσίας και δεν έχει ιδιαίτερη αυτοτελή αξία το κατά πόσο η Παραπονούμενη χρησιμοποίησε το ένα ή το άλλο λεκτικό. Το ουσιώδες είναι ότι η ίδια η Παραπονούμενη δέχτηκε ότι μετά τα επίδικα περιστατικά ένοιωθε σύγχυση αλλά ταυτόχρονα και αυτοπεποίθηση, μέχρι που αντιλήφθηκε τις πραγματικές διαστάσεις τους.
Η θέση της Παραπονούμενης περί σύγχυσης τεκμηριώνεται μέσα από την ερώτηση της προς την Μ.Κ.3 ως προς το πώς νοιώθει κανείς όταν είναι ερωτευμένος προκειμένου να καταλάβει αν ένοιωθε αγάπη προς τον Κατηγορούμενο ή τύψεις, ζήτημα που στην Μ.Κ.3 δεν τέθηκε. Τα όσα δε η Παραπονούμενη ανέφερε ότι διεμήφθησαν στην οικία της Μ.Κ.3 στις 4/7/2024 συναδουν με τα όσα οι Μ.Κ.3 και Μ.Κ.4 κατέθεσαν στο Δικαστήριο. Αξίζει στο σημείο αυτό να υπενθυμίσουμε ότι, σύμφωνα με τα όσα ανέφεραν τόσο η Μ.Κ.3 όσο και η Μ.Κ.4, κατά την εν λόγω συνάντηση, υπό τις συνθήκες που περιγράφηκαν πιο πάνω, η Παραπονούμενη τους ανέφερε ότι μπορεί και στην ίδια να άρεσαν οι πιο μεγάλοι άνδρες και ότι έγινε κάτι με έναν πιο μεγάλο άνδρα. Είναι σε αυτό το πλαίσιο που εντάσσεται, θεωρούμε, η αναφορά της Παραπονούμενης προς την Μ.Κ.4, ως καταγράφεται στο έντυπο καταχώρισης καταγγελίας, Τεκμήριο 11, ότι δηλαδή η Παραπονούμενη της ανέφερε ότι ερωτεύτηκε τον Κατηγορούμενο. Ως η Παραπονούμενη εξήγησε, διερωτούνταν κατά πόσο αυτό που ένοιωθε μετά τα επίδικα περιστατικά ήταν επειδή και η ίδια αγαπούσε τον Κατηγορούμενο εφόσον, ως ανέφερε με αφοπλιστική ειλικρίνεια, «δεν ήθελ[ε] να παραδεχτ[εί] ότι όντως κάτι έκαν[ε]… λάθος».
Κάνουμε μια παρένθεση εδώ για να σημειώσουμε πως στο έντυπο καταγγελίας, Τεκμήριο 11, αναγράφεται πως η Παραπονούμενη προέβη στην πιο πάνω αναφορά προς την Μ.Κ.4 στις 2/7/2024. Οι αναφορές στο έντυπο αυτό αποδίδονται στην Μ.Κ.4 και συνιστούν εξ ακοής μαρτυρία δευτέρου βαθμού αφού καταγράφηκαν και υπογράφηκαν από αστυφύλακα. Η εν λόγω αστυφύλακας δεν κλήθηκε στο Δικαστήριο ενώ, από την άλλη, ουδόλως αμφισβητήθηκε, είτε κατά τη μαρτυρία της Μ.Κ.4 είτε της Μ.Κ.3, ότι η Παραπονούμενη τους μίλησε για πρώτη φορά στις 4/7/2024.
Η σύγχυση που ένοιωθε η Παραπονούμενη μετά τα επίδικα περιστατικά, αλλά και ο φόβος, το πάγωμα και το τρέμουλο που προέβαλε ότι αισθανόταν κατά τη διάρκεια τους, βρίσκουν έρεισμα στην κοινή λογική και εξηγούνται επιστημονικά μέσα από τη μαρτυρία της Μ.Κ.9. Το αίσθημα φόβου που επιφέρει πάγωμα και τρέμουλο είναι λογικό και αναμενόμενο να υπήρχε ενόψει της σχέσης της Παραπονούμενης με τον Κατηγορούμενο ως θεραπευτή της, την διαφορά ηλικίας τους, το ότι δεν είχε προηγούμενες σεξουαλικές επαφές και την πρωτόγνωρη για την ίδια φύση των όσων εκτυλίχθηκαν. Μετά, δε, τα περιστατικά, ως και πάλι η Παραπονούμενη ανέφερε, ένοιωθε αυτοπεποίθηση, στη βάση του ότι, ως της είχε πει ο Κατηγορούμενος, είχε γίνει πλέον «γυναίκα», μέχρι που αντιλήφθηκε τις πραγματικές διαστάσεις των όσων έλαβαν χώρα.
Η Παραπονούμενη προέβαλε ότι αντιλήφθηκε ότι αυτό που έκανε ήταν λάθος τόσο όταν μιλούσε με την Μ.Κ.4, χωρίς, όμως, να διευκρινίσει πότε συγκεκριμένα, όσο και κατά την συζήτηση της με την Μ.Υ.3. Θα πρέπει να λεχθεί πως, αφενός, οι συζητήσεις της με την Μ.Κ.4 κράτησαν για κάποιες μέρες μετά τα επίδικα περιστατικά και η συζήτηση της με την Μ.Υ.3 έλαβε χώρα μόνο ελάχιστες μέρες μετά, κατά το σαββατοκυρίακο, ενώ, από την άλλη, ως λέχθηκε και πιο πάνω, η διαδικασία συνειδητοποίησης ήταν σταδιακή. Δεν θεωρούμε, λοιπόν, παράδοξο η Παραπονούμενη να συνειδητοποιούσε τι πραγματικά έγινε τόσο κατά τις συζητήσεις της με την Μ.Κ.4 όσο και με την Μ.Υ.3. Η σταδιακή συνειδητοποίηση των πραγματικών διαστάσεων των όσων συνέβησαν επιβεβαιώνεται, άλλωστε, από την αναφορά της Μ.Κ.3 πως όταν μίλησε με την Παραπονούμενη την Δευτέρα, 8/7/2024, η Παραπονούμενη ήταν παγωμένη, «όπως που να εξιστορούσε μια ιστορία που δεν καταλάβαινε τί έγινε», ενώ ήταν μόνο μεταγενέστερα, όταν μίλησε με την μητέρα της / Μ.Κ.5, που η Παραπονούμενη ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος έπαιξε με το μυαλό της.
Ως προς το κατά πόσο η Παραπονούμενη ανέφερε στην Μ.Υ.3 ότι τα όσα έπραξε ήταν με την θέληση της, η Παραπονούμενη αρνήθηκε ότι είπε τέτοιο πράγμα ενώ η Μ.Υ.3, όπως και η Μ.Κ.4, στη μαρτυρία τους υποστήριξαν το αντίθετο. Ουσιωδώς και πέραν του αν η Παραπονούμενη προέβη στην εν λόγω αναφορά ή όχι, η Παραπονούμενη κατά τη μαρτυρία της δεν υποστήριξε ότι έπραξε με τη βία τα όσα περιέγραψε. Αντίθετα, κατά την αντεξέταση της ανέφερε τα εξής: «όταν μου είπε να του κάνω τζιείνο το πράγμα δεν είπα τίποτε. Τούτο εκείνη τη μέρα θεωρώ ότι, το θεωρούσα σαν ''οκ''.». Η θέση της, βασικά, ήταν πως έπραττε ότι της έλεγε ο Κατηγορούμενος θεωρώντας, ως και οι υποδειξεις του τελευταίου, ότι «ήταν για το καλό της». Είναι σε αυτό το πλαίσιο που θεωρούμε ότι η Παραπονούμενη αντιλαμβανόταν τις αναφορές της προς την Μ.Κ.4, αλλά και στην οπτικογραφημένη κατάθεση της, περί του ότι ό,τι έπραξε το έπραξε με τη θέληση της.
Δεν μας διαφεύγει πως κάποιες αναφορές της Παραπονούμενης, τις οποίες είτε ανέφερε η ίδια κατά την μαρτυρία της είτε η Μ.Κ.4, δεν περιλαμβάνονται στην οπτικογραφημένη κατάθεση της. Ενδεικτικά παραπέμπουμε στην αναφορά του Κατηγορούμενου προς την ίδια ως προς το κατά πόσο άγγιζε τον εαυτό της, το τί έδειχνε το βίντεο με το πορνογραφικό περιεχόμενο, την προτροπή του Κατηγορούμενου να του κάνει το ίδιο και το ότι πήγαν να αγοράσουν τις μπογιές μετά το περιστατικό. Εν πρώτοις, παρατηρούμε ότι οι επιπρόσθετοι ισχυρισμοί που προβλήθηκαν συνάδουν με τον πυρήνα των όσων η Παραπονούμενη ανέφερε στην οπτικογραφημένη κατάθεση της και συνιστούν κατά βάση επιπρόσθετες λεπτομέρειες. Ουσιώδεις, σε σχέση με τις κατηγορίες που ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει, παραμένουν οι πράξεις του ιδίου, ήτοι τα φιλιά, ο στοματικός έρωτας και οι περιστάσεις κάτω από τις οποίες τα περιστατικά αυτά εκτυλίχθηκαν. Στα ζητήματα αυτά, ευθαρσώς είναι που η Παραπονούμενη αναφέρθηκε στην οπτικογραφημένη της κατάθεση. Πέραν τούτου, λαμβάνουμε υπόψη το ότι, ως η Παραπονούμενη ανέφερε κατά την αντεξέταση της, κατά τη λήψη της οπτικογραφημένης κατάθεσης ένοιωθε άβολα καθώς και το ότι η οπτικογραφημένη κατάθεση λήφθηκε λίγες μέρες μετά τα επίδικα περιστατικά, πράγμα που συνέβαλε στο ότι «ψυχικά δεν [ήταν] καλά εκείνη την ώρα», ως ανέφερε. Προσθέτουμε, δε, ότι σε αντίθεση με τη σχετική εισήγηση του κ. Σαουρή περί ελαφρότητας, η κατάσταση της Παραπονούμενης κατά την οπτικογραφημένη κατάθεση της, την οποία παρακολουθήσαμε με προσοχή, καταδεικνύει την αμηχανία της. Εν πάση περιπτώσει, η μη αναφορά όλων των παρεμφερών ή σχετικών λεπτομερειών εξαρχής και η μη πανομοιότυπη επανάληψη των όσων εκτυλίχθηκαν σε κάθε επόμενη αναφορά, κατά την άποψη μας, περιορίζει, αν δεν εκμηδενίζει, το ενδεχόμενο τα όσα η Παραπονούμενη ανέφερε να συνιστούσαν μια κατασκευασμένη εκδοχή (βλ. Α.Σ. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. Αρ. 156/2017, ημερ. 10/3/2021), ECLI:CY:AD:2021:B89.
Η Παραπονούμενη κατά την αντεξέταση της ερωτήθηκε ως προς το κατά πόσο κατά τον στοματικό έρωτα είδε ο Κατηγορούμενος να είχε κάποιο πρόβλημα ή κάτι διαφορετικό και απάντησε αρνητικά. Έπειτα, ο κ. Σαουρής της υπέβαλε πως αν το περιστατικό που περιέγραψε λάμβανε όντως χώρα, θα έπρεπε να είχε δει «ένα εμφανές πρόβλημα που έχει ο Κατηγορούμενος και θα εφαίνετουν αν είχε βγαλμένη τη φανέλα όπως λες στο κορμί του» με την Παραπονούμενη και πάλι να απαντά ότι ο Κατηγορούμενος δεν είχε κάτι. Αμέσως μετά, η Παραπονούμενη ερωτήθηκε κατά πόσο ο Κατηγορούμενος «είχε κάτι που εφαίνετουν όπως το σωληνάκι λίγο πάνω από το erection του» και η Παραπονούμενη κατηγορηματικά και πάλι απάντησε πως δεν είχε τίποτε. Πέραν του ότι οι αναφορές στις ερωτήσεις του κ. Σαουρή δεν συγκεκριμενοποιήθηκαν, ως παραδείγματος χάριν το πόσο εμφανές ήταν το εν λόγω σημάδι ή σωληνάκι, οι διαστάσεις και το χρώμα του, συνεκτιμώντας το σύνολο της μαρτυρίας της, δεν θεωρούμε ότι η Παραπονούμενη δεν ήταν ειλικρινής. Εν πάση περιπτώσει, όπως αναλύεται και πιο κάτω, δεν θεωρούμε ότι μπορούμε να προσδώσουμε στο στοιχείο αυτό ιδιαίτερη βαρύτητα.
Τέλος, αναφορά αξίζει να γίνει και στην υποβολή καταγγελίας. Ως η Μ.Κ.4 υποστήριξε, στις 7/7/2024 μετέβη στην Αστυνομία χωρίς να ενημερώσει την Παραπονούμενη προηγουμένως, ενώ, ως η Μ.Κ.3 ανέφερε, η Παραπονούμενη ήταν στην αρχή διστακτική να καταγγείλει το περιστατικό στην Αστυνομία και ήταν κατόπιν συζήτησης της με την ίδια και την Μ.Κ.4, στις 8/7/2024, που πείσθηκε να πάει στην Αστυνομία. Η εν λόγω διστακτικότητα της Παραπονούμενης δεν θεωρούμε ότι υποστηρίζει τη θέση του Κατηγορούμενου περί ψευδούς καταγγελίας ή τη θέση περί του ότι η Παραπονούμενη κατασκεύασε μια ψευδή ιστορία την οποία, μετά που έλαβε διαστάσεις στην οικογένεια της, δεν μπορούσε να αναιρέσει. Η Παραπονούμενη διαφώνησε με την υποβολή του κ. Σαουρή πως δεν ήθελε να καταγγελθεί η υπόθεση στην Αστυνομία εξηγώντας πως η Μ.Κ.4 πήγε να καταγγείλει το περιστατικό χωρίς η ίδια να το ξέρει. Πέραν του ότι η εικόνα της Παραπονούμενης κατά τη μαρτυρία της στο Δικαστήριο κάθε άλλο παρά ψευδή και κατασκευασμένη ιστορία είναι που καταδεικνύει, ο φόβος και η διστακτικότητα για την υποβολή καταγγελίας, ιδιαίτερα, όταν πρόκειται για νεαρά άτομα, είναι λογικός και φυσιολογικός, ως αναγνωρίζεται και νομολογιακά (βλ. Αντωνίου ν. Αστυνομίας (2008) 2 Α.Α.Δ. 766), ενώ στην προκειμένη περίπτωση λαμβάνουμε υπόψη και το ότι οι πραγματικές διαστάσεις των όσων συνέβηκαν, ως αναλύεται πιο πάνω, έγιναν σταδιακά αντιληπτές από την Παραπονούμενη.
Έχοντας υπόψη το σύνολο της μαρτυρίας της Παραπονούμενης και αντιπαραβάλλοντας την με το σύνολο της υπόλοιπης μαρτυρίας που προσκομίσθηκε τόσο από την πλευρά της Κατηγορούσας Αρχής όσο και από την πλευρά του Κατηγορούμενου, δεν έχουμε αμφιβολία ότι τα όσα ανέφερε σε σχέση με τα τεκταινόμενα στις 2/7/2024 αλλά και προηγουμένως ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα.
Δεν παραγνωρίζουμε, επίσης, ότι η Παραπονούμενη προέβη σε κάποιες αναφορές κατά την αντεξέταση της ως προς τις πιθανές αντιδράσεις του Κατηγορουμένου σε περίπτωση που αντιδρούσε κατά την εξέλιξη των γεγονότων στις 2/7/2024, οι οποίες δεν βρίσκουν έρεισμα σε οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία. Παρ’ όλα αυτά, διαπιστώνουμε, χωρίς να έχουμε κανένα ενδοιασμό ή αμφιβολία προς τούτο, ότι η Παραπονούμενη περιέγραψε τα όσα έλαβαν χώρα, τόσο στις 2/7/2024 όσο και προηγουμένως, με λεπτομέρεια, συνοχή και λογική. Περαιτέρω, στα όσα έπραξε ή ανέφερε σε άλλους ουδόλως εντοπίζουμε οποιοδήποτε στοιχείο υπερβολής. Μεγάλο μέρος των όσων ανέφερε, εξάλλου, συνάδουν με τα όσα ανέφερε και ο Κατηγορούμενος. Επιπρόσθετα, το πώς αισθανόταν κατά την εξέλιξη των γεγονότων στις 2/7/2024, αλλά και μετά από αυτά, εξηγήθηκε και τεκμηριώθηκε από την Μ.Κ.9 και προς τούτο έχουμε ιδιαίτερα υπόψη τη θέση της περί της ύπαρξης αμφιθυμικών συναισθημάτων, δηλαδή ενθουσιασμού και τρόμου ταυτόχρονα.
Σημαντικό είναι, δε, να τονιστεί πως παρά τις υποβολές της Υπεράσπισης ότι τα όσα ανέφερε δεν έγιναν, ουδόλως υποβλήθηκε στην Παραπονούμενη η θέση του Κατηγορούμενου ότι κατασκεύασε αυτή τη δήθεν ψευδή ιστορία και ότι όταν κατάλαβε τί έπραξε δεν μπορούσε να την αναιρέσει. Ούτε η έτερη θέση του Κατηγορούμενου στην προφορική του μαρτυρία περί μυθομανίας της Παραπονούμενης τέθηκε στην ίδια κατά την αντεξέταση της ή αναδείχθηκε με οποιοδήποτε τρόπο. Σε καθε περίπτωση, υπό το πρίσμα του συνόλου της μαρτυρίας αλλά και των όσων αποτελούν κοινό έδαφος μεταξύ των δύο πλευρών, θέσεις περί ψευδούς καταγγελίας δεν βρίσκουν λογικό έρεισμα. Έτι περαιτέρω, σε σχέση με τη θέση της Υπεράσπισης ως προς το ότι η Παραπονούμενη προέβη στις εν λόγω αναφορές για να προσελκύσει την προσοχή της οικογένειας της, η οποία τέθηκε στην Μ.Κ. 9, η Παραπονούμενη ερωτήθηκε μόνο ως προς το κατά πόσο οι σχέσεις της με την οικογένεια της άλλαξαν μετά τα επίδικα περιστατικά. Η Παραπονούμενη, αν και δέχτηκε ότι είχε τη στήριξη της οικογένειας της σε σχέση με την καταγγελία της και νοιώθει ευγνώμων, πειστικά ανέφερε ότι κατ’ ουσία οι σχέσεις τους παρέμειναν οι ίδιες σημειώνοντας ότι απλά συναντιούνται πιο συχνά. Ουσιωδώς, στην Παραπονούμενη δεν υποβλήθηκε, αλλά ούτε και προκύπτει, ότι επιθυμούσε ή είχε ανάγκη να προσελκύσει την προσοχή της οικογένειας της κατασκευάζοντας αυτήν την ιστορία. Ούτε και οποιοσδήποτε άλλος λόγος ή κίνητρο διαπιστώνεται, ο οποίος θα μπορούσε λογικά να οδηγήσει την Παραπονούμενη στο να κατασκευάσει τα όσα προέβαλε. Αν και προκύπτει ότι ο Κατηγορούμενος σύμφώνησε με την μητέρα της Παραπονούμενης πως αυτή δεν θα έπρεπε να πάει στην Αγία Νάπα με μια φίλη της, ουδόλως αναδύεται από τη μαρτυρία της Παραπονούμενης αλλά ούτε και υποβλήθηκε στην ίδια ότι είχε οποιοδήποτε εκδικητικό ή αλλότριο κίνητρο για να πλήξει τον Κατηγορούμενο. Το αντίθετο είναι που προκύπτει έχοντας υπόψη τη βελτίωση που σημείωσε κατόπιν των επισκέψεων της στον Κατηγορούμενο και την εκτίμηση που είχε προς το πρόσωπό του.
Εν τέλει, αυτό που προκύπτει από την μαρτυρία της Παραπονούμενης είναι, αφενός, η τεράστια επιρροή που είχε στο άτομο της ο Κατηγορούμενος και, αφετέρου, η απουσία δικών της αντιστάσεων, κριτικής σκέψης και άμεσης αντίδρασης στα όσα εξελίχθηκαν, ιδιαίτερα λόγω της μεταξύ τους σχέσης.
Στην παρούσα περίπτωση, έχουμε αναζητήσει ενισχυτική μαρτυρία όπως αυτή έχει ερμηνευθεί νομολογιακά (βλ. Παρμαξής v. Δημοκρατίας (1997) 2 Α.Α.Δ. 224), αλλά είναι προφανές ότι δεν υπάρχει τέτοιου είδους μαρτυρία, δηλαδή, μαρτυρία που να καταδεικνύει ότι, όχι μόνο διαπράχθηκαν τα αδικήματα αλλά αυτά διαπράχθηκαν από τον Κατηγορούμενο (βλ. Meitanis v. The Republic (1967) 2 C.L.R. 31). Σημειώνουμε, δε, ότι στην Καϊλής ν. Δημοκρατίας (2004) 2 Α.Α.Δ 251 τονίστηκε ότι η αναζήτηση ενισχυτικής μαρτυρίας δεν οδηγεί σε συμπέρασμα ότι το Δικαστήριο έχει ενδόμυχες αμφιβολίες.
Έχοντας, ωστόσο, κατά νου το σύνολο της μαρτυρίας της Παραπονούμενης, την οποία έχουμε λεπτομερώς αναλύσει και αξιολογήσει, και έχοντας αυτοπροειδοποιηθεί καταλλήλως για τους κινδύνους που ελλοχεύουν στο να αποδεχθούμε την εκδοχή της χωρίς ενισχυτική μαρτυρία κρίνουμε, χωρίς οποιοδήποτε ενδοιασμό, ότι η ποιότητα της μαρτυρίας της είναι τέτοια που μας επιτρέπει να βασιστούμε απόλυτα σε αυτήν στην απουσία ενισχυτικής μαρτυρίας. Η Παραπονούμενη, όπως αναφέραμε πιο πάνω, μας άφησε θετική εντύπωση και στην βάση των όσων έχουμε αναφέρει κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας της δεν παρουσιάζονται οποιαδήποτε ρήγματα ή ενδείξεις αναξιοπιστίας. Η ποιότητα της μαρτυρίας της είναι τέτοια που μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι είναι αξιόπιστη και νοιώθουμε ότι είναι ασφαλές να βασιστούμε σε αυτή και να προβούμε σε σχετικά ευρήματα. Όπως αναφέραμε πιο πάνω, η απουσία ενισχυτικής μαρτυρίας δεν αποστερεί τη δυνατότητα από το Δικαστήριο να βασιστεί μόνο στη μαρτυρία της Παραπονούμενης, εφόσον η μαρτυρία της ήταν τέτοιας ποιότητας ώστε ακόμα και η αυτοπροειδοποίηση μας να καθίσταται αχρείαστη (βλ. Γ.Ι. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. Αρ. 44/2019, ημερ. 18.9.2020, Δ.Σ.Δ. ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 271/2022, ημερ. 20/12/2023).
Συνεκτιμώντας όλα τα πιο πάνω, για τους λόγους που προσπαθήσαμε να εξηγήσουμε, αποδεχόμαστε, στο βαθμό που αναφέραμε πιο πάνω, τη μαρτυρία της Παραπονούμενης σε σχέση με τα επίδικα γεγονότα ως αξιόπιστη.
Προχωρούμε στην αξιολόγηση της μαρτυρίας του Κατηγορούμενου, ο οποίος έδωσε ένορκη μαρτυρία. Τον παρακαλουθήσαμε με κάθε προσοχή. Τόσο η στάση του στο εδώλιο του μάρτυρα όσο και το περιεχόμενο της μαρτυρίας του δεν έπεισαν το Δικαστήριο ότι κατέθετε την αλήθεια, ως αναλυτικότερα επεξηγείται αμέσως πιο κάτω.
Κάνουμε αρχή με το ζήτημα της από μέρους του άσκησης του επαγγέλματος του ψυχολόγου. Στην κατάθεση του, Τεκμήριο 9, ερωτηθείς για την απασχόληση του, απάντησε πως είναι ψυχοθεραπευτής – σύμβουλος ψυχικής υγειας (βλ. Ερ. 5), και πως είναι «εγγεγραμμένος στον κατάλογο της Κυβέρνησης ή στο Υπουργείο Υγείας ή στο Υπουργείο Παιδείας», καθώς και ότι είναι «επίσης εγγεγραμμένος και στον σύνδεσμο ψυχολόγων και μπορεί να ασκεί το επάγγελμα του» (βλ. Ερ. 7). Αντεξεταζόμενος ανέφερε πως είναι εγκεκριμένος ως ψυχολόγος και εκπαιδευτικός ψυχολόγος και επανέλαβε πως ειναι εγγεγραμμένος στο Σύνδεσμο Ψυχολόγων. Ερωτηθείς γιατί ενεγράφη στο Συμβούλιο Εγγραφής το 2019, ενώ δραστηριοποιείται από το 2007, αρχικά ανέφερε πως στο διάστημα που μεσολάβησε δεν ήταν «ακριβώς» ψυχολόγος και προχώρησε στην εγγραφή του γιατί πλέον επιθυμούσε να ασκήσει το επάγγελμα του συμβούλου ψυχικής υγείας. Όταν δε ερωτήθηκε κατά πόσον τον Μάιο του 2023 καταδικάστηκε για το αδίκημα της άσκησης επαγγέλματος ψυχολόγου χωρίς άδεια, διαπιστώθηκε μια προσπάθεια απο μέρους του να αποφύγει να τοποθετηθεί, αν και εν τελει δέχθηκε ότι είχε παραδεχθεί την εν λόγω κατηγορία και πως η εγγραφή του στο Συμβούλιο Εγγραφής Ψυχολόγων έγινε σε χρόνο μεταγενέστερο της καταχώρησης της εν λόγω υπόθεσης. Η προφορική μαρτυρία του Κατηγορούμενου επί του προκειμένου δεν ήταν ξεκάθαρη. Από το Τεκμήριο 14 που προσκόμισε, όμως, το οποίο δεν αμφισβητήθηκε, προκύπτει ξεκάθαρα ότι είναι εγγεγραμμένος ως πτυχιούχος ψυχολόγος και όχι ως ψυχολόγος, ως και η Μ.Κ.3 υποστήριξε, από το 2019.
Την ίδια στιγμή και παρά το ότι ενεγράφη στο Συμβούλιο Εγγραφής Ψυχολόγων, όταν ερωτήθηκε εάν γνωρίζει τους κανόνες δεοντολογίας των ψυχολόγων, υποστήριξε πως αν και τους γνωρίζει δεν είναι υποχρεωμένος να συμμορφώνεται με αυτούς αφού δεν είναι ψυχολόγος αλλά σύμβουλος ψυχικής υγείας, υποστηρίζοντας πως όταν κάποιος ενεργεί ως σύμβουλος «απλώς καθοδηγεί και συμβουλεύει». Πέραν του ότι η υπό κρίση θέση του παρέμεινε ατεκμηρίωτη και σαφώς δεν κρίνεται πειστική, καθισταται προφανές πως προωθήθηκε από τον Κατηγορούμενο με μοναδικό σκοπό να δικαιολογήσει τη σχέση που ανέπτυξε με την Παραπονούμενη, σε συνάρτηση με τα όσα επί του προκειμένου υποστήριξε η Μ.Κ.9, αναφερόμενος, μάλιστα, γενικά και αόριστα σε βιβλιογραφία που υποστηρίζει τη μέθοδο που χρησιμοποιούσε, την οποία δεν παρουσίασε με αποτέλεσμα η θέση του να παραμένει εντελώς ανυπόστατη.
Αναφέρουμε τα πιο πάνω χωρίς να διαλανθάνει την προσοχή μας ότι το κρίσιμο στην προκειμένη περίπτωση είναι, ως λέχθηκε και πιο πάνω, το κατά πόσο ο Κατηγορούμενος καταχράστηκε την εμπιστοσύνη που του είχε η Παραπονούμενη, καθώς και τη θέση εξουσίας που είχε έναντι της, πράττοντας τα όσα του αποδίδονται, χωρίς να καθίσταται επίδικη η συμμόρφωση του ή μη με οποιουσδήποτε επαγγελματικούς κώδικες.
Οι πιο πάνω αναφορές του, όμως, δεν είναι άνευ σημασίας. Κατά την κρίση μας, οι πιο πάνω θέσεις προωθήθηκαν με απώτερο σκοπό ο Κατηγορούμενος να πείσει ότι δεν επρόκειτο περί μιας μη οριοθετημένης σχέσης αλλά για ένα ορθό και αποδεκτό επαγγελματικό πλαίσιο, το οποίο διασφάλιζε την αποτελεσματική θεραπεία της Παραπονούμενης. Για τους λόγους που εξηγούμε πιο πάνω, οι θέσεις του δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτές σημειώνοντας παράλληλα πως η Μ.Κ.9, η μαρτυρία της οποίας έγινε δεκτή από την Υπεράσπιση δια της γραπτής αγόρευσης του κ. Σαουρή, υποστήριξε πως η αγορά πινάκων από την Παραπονούμενη, η μεταφορά της με το όχημα του υπό τις περιστάσεις που διενεργήθηκε, και, μάλιστα, όχι μόνο μια φορά, η προσφώνηση της με φράσεις όπως «αγάπη μου» και «μωρό μου», όντας δεδομένη η ανισορροπία στη σχέση τους και η ξεκάθαρη υπεροχή και εξουσία του Κατηγορούμενου έναντι της Παραπονούμενης, άφησε την σχέση τους χωρίς ξεκάθαρα όρια και κανόνες. Υπό αυτή την έννοια, η Μ.Κ.9 αναφέρθηκε σε «μη αποδεκτό επαγγελματικό πλαίσιο». Η μη οριοθετημένη αυτή σχέση αποτελούσε, λοιπόν, σύμφωνα με την Μ.Κ.9, το υπόβαθρο ή το εργαλείο που καθιστούσε εφικτή και πιο εύκολη την κατάχρηση της εμπιστοσύνης της Παραπονούμενης.
Ανεξαρτήτως, λοιπόν, του αν υπάρχει κάποια βιβλιογραφία που υποστηρίζει τις μεθόδους που ακολούθησε ο Κατηγορούμενος, θέση την οποία ως λέχθηκε πιο πάνω δεν αποδεχόμαστε, αποτελεί μη αμφισβητούμενο και αποδεκτό γεγονός στη βάση της μαρτυρίας της Μ.Κ.9 ότι η σχέση της Παραπονούμενης με τον Κατηγορούμενο δεν ήταν οριοθετημένη επιτρέποντας στον Κατηγορούμενο να εμπλέκεται ο ίδιος ενεργά σε ζητήματα που άπτονταν της σεξουαλικής ζωής της Παραπονούμενης επηρεάζοντας την αθέμιτα. Πέραν της αποδοχής της μαρτυρίας της Μ.Κ.9 σημειώνουμε επιπλέον, ίσως εκ του περισσού, πως ουδόλως ο Κατηγορούμενος υποστήριξε και ουδόλως τεκμηριώθηκε ενώπιον μας το ότι οι μέθοδοι που χρησιμοποίησε παρείχαν ασφαλή εχέγγυα προς διασφάλιση του ότι ο θεραπευτής δεν θα εκμεταλλευόταν με οποιονδήποτε τρόπο την εμπιστοσύνη του θεραπευόμενου, η οποία, ως λογικά προκύπτει, ήταν απαραίτητη για την θεραπεία.
Οι συνθήκες κάτω από τις οποίες άρχισε να τον επισκέπτεται η Παραπονούμενη, οι λόγοι που την οδήγησαν να αναζητήσει τη βοήθεια του και η βελτίωση που παρατηρήθηκε στην Παραπονούμενη λόγω της δικής του συμβολής αποτελούν κοινό τόπο. Στο ίδιο πλαίσιο, δεν αμφισβητείται ότι στο πλαίσιο των συνεδριών τους έγιναν συζητήσεις αναφορικά με τυχόν σεξουαλικές επαφές της Παραπονούμενης και το κατά πόσο είχε αγόρι όπως και το ότι στο θεραπευτικό πλαίσιο αντάλλαζαν μηνύματα με την Παραπονούμενη για θέματα που την απασχολούσαν. Παρομοίως, είναι αποδεκτό από τον Κατηγορούμενο πως κατά τη συνεδρία της 1/7/2024 είχαν συμφωνήσει με την Παραπονούμενη όπως στις 2/7/2024 την μεταφέρει από το σπίτι της στο δικό του προκειμένου να του ζωγραφίσει ένα τοίχο στη σκάλα της οικίας του, κατόπιν δικής του προτροπής. Κοινό τόπο αποτελεί και το ότι, αφού προηγήθηκε μήνυμα που απέστειλε στην Παραπονούμενη στις 2/7/2024, μετέβηκε στο σπίτι της από όπου την παρέλαβε και την μετέφερε αρχικά στα McDonald’s και ακολούθως πήγαν στο σπίτι του, έχοντας πρώτα σταματήσει σε φούρνο, όπως και ότι οταν έφθασαν εκεί ο Κατηγορούμενος ανέβηκε στο γραφείο του λόγω μιας διαδικτυακής συνάντησης που είχε, με την Παραπονούμενη να τον περιμένει στο κάτω μέρος του σπιτιού του.
Μελετώντας τις θέσεις που προέβαλε ως προς τα όσα συνέβησαν στις 2/7/2024, παρατηρούμε πως στην προφορική του μαρτυρία ο Κατηγορούμενος έκανε αναφορά σε συνάντηση που είχε με ζευγάρι αλλοδαπών που ενδιαφέρονταν για την κατασκευή λιώμενου σπιτιού. Αντεξεταζόμενος υποστήριξε ότι στην κατάθεση του έκανε αναφορά στην εν λόγω συνάντηση παραπέμποντας προς τούτο στην ερώτηση 31. Αν και στην απάντηση που έδωσε ο Κατηγορούμενος δεν διαπιστώνεται σαφής αναφορά επί του προκειμένου, κρίνουμε ότι το όλο ζήτημα δεν υπέχει ιδιαίτερης σημασίας μιας και, πέραν του ότι είναι κοινώς αποδεκτό πως η Παραπονούμενη μετέβηκε στην οικία του τη συγκεκριμένη ημερομηνία, δεν διαπιστώνεται ουσιώδης διάσταση μεταξύ της μαρτυρίας του Κατηγορούμενου και της Παραπονούμενης ως προς το χρονικό πλαίσιο κατά το οποίο ήταν και οι δύο στον ίδιο χώρο του σπιτιού του. Συγκεκριμένα, η Παραπονούμενη αναφέρθηκε σε φιλί του Κατηγορούμενου προτού ο ίδιος ανέβει στο γραφείο του και η ίδια παραμείνει στο κάτω μέρος του σπιτιού του, συνάντηση που ο Κατηγορούμενος δεν αμφισβήτησε. Επίσης, η Παραπονούμενη αναφέρθηκε σε φιλιά και στον στοματικό έρωτα ενόσω βρίσκονταν και οι δύο στο γραφείο του μετά που τελείωσε τις δουλειές του, συνάντηση που και πάλι ο Κατηγορούμενος δεν αμφισβήτησε. Με άλλα λόγια, το κύριο αμφισβητούμενο είναι το κατά πόσο κατά τις πιο πάνω συναντήσεις τους στην οικία του Κατηγορουμένου συνέβησαν οι σεξουαλικές πράξεις τις οποίες ανέφερε η Παραπονούμενη και όχι αυτές καθ’ εαυτές οι συναντήσεις τους στο κάτω μέρος του σπιτιού και στο γραφείο. Επομένως, το κατά πόσο ο Κατηγορούμενος συνάντησε και δύο αλλοδαπούς, ενόσω η Παραπονούμενη ήταν στο κάτω μέρος του σπιτιού του, είναι περιθωριακής, αν όχι άνευ, σημασίας.
Για τους λογους που επεξηγούμε, κρίνουμε πως η μαρτυρία του Κατηγορούμενου σε σχέση με τα όσα έλαβαν χώρα στην οικία του κατά την επίδικη ημερομηνία δεν ήταν ειλικρινής, ενώ εγείρονται διάφορα ερωτηματικά σε σχέση με την εκδοχή του. Ερωτηθείς γιατί κάλεσε τη συγκεκριμένη μέρα την Παραπονούμενη για τη ζωγραφιά στον τοίχο μιας και το πρόγραμμα του ήταν βαρυφορτωμένο με συναντήσεις, ο Κατηγορούμενος απάντησε πως η παρουσία της Παραπονούμενης δεν θα τον ενοχλούσε αφού η σκάλα ήταν εκτός του γραφείου. Την ίδια στιγμή, αν και μετεφερε την Παραπονούμενη στην οικία του για το σκοπό αυτό και μόνο, ως η θέση του, ουδέν ενδιαφέρον επέδειξε για το θέμα αυτό αφού ουδόλως ανέφερε ότι της υπέδειξε πού ακριβώς θα ζωγράφιζε και όταν πλέον πήγε στο γραφείο του, ως ο ίδιος ανέφερε, ούτε καν την ρώτησε γιατί δεν είχε αρχίσει με το πρόχειρο σχέδιο με μολύβι μέχρι να τελείωνε τη συνάντηση του. Η θέση του πως δεν θεώρησε σημαντικό να την ρωτήσει κάτι τέτοιο αφού δεν ήταν υπάλληλος του δεν πείθει δεδομένης της μεταφοράς της Παραπονούμενης στο σπίτι του για το σκοπό αυτό και των όσων είχαν προηγηθεί την προηγούμενη ημέρα κατά τη μεταξύ τους συνεννόηση για το βάψιμο του τοίχου και την επιλογή του σχεδίου. Ούτε και πειστικά εξήγησε γιατί όταν πλέον αποχώρησε το ζευγάρι και είπε στην Παραπονούμενη «αν θέλεις έλα να ξεκινήσεις», ως υποστήριξε, η Παραπονούμενη βρέθηκε εν τελει να κάθεται στο γραφείο του, όπως έκαναν και στις συνεδρίες, και να παρακολουθεί τηλεοπτικές εκπομπές, ενώ η σκάλα ήταν εκτός του γραφείου.
Ουδεμία πειστική ή λογική εξήγηση δόθηκε απο τον Κατηγορούμενο σε σχέση με τα πιο πάνω, τα οποία αποτελούν σημαντικά ζητήματα στο όλο πλέγμα γεγονότων που αφηγήθηκε, με τρόπο ώστε η εκδοχή του να είναι έκθετη σε απόρριψη.
Πέραν των ως άνω, το Δικαστήριο δεν έχει ικανοποιηθεί σε σχέση με τα όσα ο Κατηγορούμενος υποστήριξε ως προς τους λόγους της, κατά τον ίδιο, υποβολής ψευδούς καταγγελίας από την Παραπονούμενη, ιδιαίτερα έχοντας υπόψη την κοινώς αποδεκτή βελτίωση της κατάστασης της και την εκτίμηση που η ίδια έτρεφε για αυτόν. Επί του προκειμένου ο Κατηγορούμενος αναφέρθηκε στο ενδεχόμενο η Παραπονούμενη να ξεκίνησε μια ιστορία ώστε να κάνει εντύπωση και μετά, λόγω της έκτασης που έλαβε το ζήτημα, να μην μπορούσε να «κάνει πίσω», όπως και σε τάσεις μυθομανίας της Παραπονούμενης. Τέτοια θέση ουδόλως τέθηκε είτε στην Παραπονούμενη είτε σε οποιαδήποτε από τις Μ.Κ. 3, 4 και 5, όπως ούτε και στην Μ.Κ.9, αν και ο ίδιος ο Κατηγορούμενος ισχυρίστηκε πως άτομα που την γνωρίζουν μπορούν να επιβεβαιώσουν την τάση της Παραπονούμενης να «φαντάζεται πράγματα», ενώ αξιοσημείωτο είναι πως ο Κατηγορούμενος δεν ανέφερε σχετικά παραδείγματα όταν κλήθηκε να το πράξει. Η δε θέση του πως αφορούν προσωπικά δεδομένα της Παραπονούμενης αποτελούσε κατά την κρίση μας ένα εύσχημο τρόπο για να αποφύγει να απαντήσει και δεν κρίνεται λογική. Στο πλαίσιο αυτό δεν μας διαφεύγουν οι αναφορές της Μ.Κ.9 περί διαστρεβλωμένων πεποιθήσεων της Παραπονούμενης σε σχέση με τον πατέρα της. Παρόλα αυτά, σε κανένα σημείο της μαρτυρίας της Παραπονούμενης, όπως ούτε και της Μ.Κ.9, συνδέθηκε το στοιχείο αυτό με την υποβολή της υπό κρίση καταγγελίας από την Παραπονούμενη, με τρόπο ώστε να μην δικαιολογείται περαιτέρω ενασχόληση μας με το ζήτημα αυτό.
Σε ό,τι αφορά στη θέση του Κατηγορούμενου περί διενέργειας bypass, το οποίο βρίσκεται σε σημείο κοντά στα γεννητικά του όργανα, σημειώνουμε πως σε αντίθεση με τα όσα υποβλήθηκαν στην Παραπονούμενη περί ύπαρξης σωληνακίου στο σημείο του «erection», χωρίς να προσδιοριστεί εάν ήταν κάτω από το δέρμα ή όχι, ο Κατηγορούμενος έκανε αναφορά σε σημάδι που είναι αρκετά ορατό στο συγκεκριμένο σημείο. Η υπό κρίση τοποθέτηση πέραν του ότι αποτελεί την υποκειμενική του άποψη, δεν προσδιορίστηκε επαρκώς και ούτε προσκομίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε σχετική φωτογραφία ή ιατρική βεβαίωση. Επομένως, αν και ο Κατηγορούμενος δεν αντεξετάστηκε από τη συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής επί του συγκεκριμένου ζητήματος, ενόψει των πιο πάνω και στην απουσία επαρκούς τεκμηρίωσης της θέσης του, δεν μπορούμε να αποδόσουμε στο στοιχείο αυτό ιδιαίτερη βαρύτητα και να δεχτούμε την εισήγηση του κ. Σαουρή πως το εν λόγω σωληνάκι ή σημάδι αποτελούσε ένα αντικειμενικό στοιχείο για τη διακρίβωση των όσων έλαβαν χώρα ή όχι, ικανό να πλήξει την αξιοπιστία της Παραπονούμενης και να ενισχύσει τη θέση του Κατηγορούμενου.
Για όλους τους πιο πάνω λόγους, λοιπόν, η εκδοχή του Κατηγορούμενου επί των γεγονότων της υπόθεσης στην έκταση ειδικά που αφορά στο επίδικο περιστατικό δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή.
Οι Μ.Υ.1 και Μ.Υ.2 είναι πρόσωπα που τυγχάνουν παρακολούθησης από τον Κατηγορούμενο υπό την ιδιότητα του ψυχολόγου. Αναφέρθηκαν στη συνεργασία που είχαν μαζί του και τα θετικά αποτελέσματα τα οποία διαπίστωσαν από αυτή. Η μαρτυρία τους δεν αμφισβητήθηκε και συνεπώς γίνεται αποδεκτή, αν και με αυτήν δεν πρόσθεσαν οτιδήποτε που αφορά στο επίδικο περιστατικό.
Στρεφόμενοι στη Μ.Υ.3, θα πρέπει να σημειωθεί εξαρχής ότι πρόκειται για άτομο που για 6 χρόνια περίπου έχει σχέση θεραπευτή και θεραπευόμενου με τον Κατηγορούμενο και προφανώς τον εμπιστευόταν αφού τον είχε συστήσει στην Παραπονούμενη όπως και σε άλλες πελάτιδες της. Πρόκειται, επίσης, για φιλικό πρόσωπο τόσο της Παραπονούμενης όσο και της μητέρας της και ως ανέφερε, χωρίς να αμφισβητηθεί, έχει ιδιαίτερη σχέση με την Παραπονούμενη αναφέροντας ότι «την είχε όπως την κόρη της». Είναι σε αυτό το πλαίσιο που εντάσσουμε την απροθυμία της να δώσει κατάθεση στην Αστυνομία (βλ. Τεκμήριο 4).
Κατά την αντεξέταση της, θέση της κας Τιμοθέου ήταν πως πράγματι η Παραπονούμενη της είπε ότι είχε κάνει στοματικό έρωτα στον Κατηγορούμενο χωρίς όμως να της πει ότι ήταν με τη θέληση της. Η Μ.Υ.3 επέμεινε ότι η Παραπονούμενη προέβη στην εν λόγω αναφορά. Αξιοσημείωτο είναι πως σύμφωνα με την μαρτυρία της Μ.Κ.4 η Παραπονούμενη προέβη σε αντίστοιχη αναφορά και προς αυτή, χωρίς προφανώς η θέση της Μ.Κ.4 να αμφισβητηθεί από μέρους της Κατηγορούσας Αρχής. Σε σχέση με την αναφορά της Μ.Υ.3 ότι και μια άλλη κοπέλα που επισκεπτόταν τον Κατηγορούμενο ένοιωσε άβολα, σε σχετική υποβολή συμφώνησε ότι δεν μπορούσε να γνωρίζει πώς η Παραπονούμενη το αντιλήφθηκε, θέση που συνάδει με τα όσα η Παραπονούμενη υποστήριξε επί του προκειμένου.
Δεν θεωρούμε ότι πρόθεση της Μ.Υ.3 ήταν να αλλοιώσει τη μαρτυρία της προς εξυπηρέτηση της μιας ή της άλλης πλευράς και λαμβάνοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω καθώς και την περιορισμένη αντεξέταση της, δεν εντοπίζουμε οτιδήποτε που να κλονίζει την αξιοπιστία της. Ως εκ τούτου, η μαρτυρία της γίνεται αποδεκτή.
Ευρήματα του Δικαστηρίου
Στη βάση της αποδεκτής μαρτυρίας ως τυγχάνει καταγραφής πιο πάνω, καταλήγουμε ότι τα γεγονότα της υπόθεσης μπορούν να συνοψισθούν ως εξής:
Η Παραπονούμενη γεννήθηκε στις 2.12.2006 και είναι θυγατέρα της Μ.Κ. 5 και αδελφή της Μ.Κ.4.
Ο Κατηγορούμενος σπούδασε ψυχολογία και κατά τον επίδικο χρόνο ήταν εγγεγραμμένος ως πτυχιούχος ψυχολόγος.
Λόγω διαφόρων προβλημάτων στην οικογένεια της Παραπονούμενης και ειδικότερα των τεταμένων σχέσεων των γονέων της, οταν η Παραπονούμενη ήταν 16 ετών και φοιτούσε στη Β’ Λυκείου, ήτοι περί το τέλος του 2022, ξεκίνησε να επισκέπτεται τον Κατηγορούμενο. Κατά τον εν λόγω χρόνο, η Παραπονούμενη ήταν κλειστή στον εαυτό της, χωρίς καθόλου αυτοπεποίθηση και είχε αποστασιοποιημένες σχέσεις με την οικογένεια της και ειδικότερα τον πατέρα της.
Η Μ.Υ.3, οικογενειακή φίλη της Παραπονούμενης, ήταν το πρόσωπο που τους συνέστησε τον Κατηγορούμενο, ο οποίος ήταν και δικός της ψυχολόγος.
Οι συνεδρίες της Παραπονούμενης με τον Κατηγορούμενο λάμβαναν χώρα αρχικά περίπου μια φορά τη βδομάδα, ενώ 6 μήνες μετά, διακόπηκαν για κάποιο χρονικό διάστημα λόγω του ότι η Παραπονούμενη παρουσίαζε βελτίωση. Τον Μάιο του 2023 οι συνεδρίες άρχισαν και πάλι με πρωτοβουλία της Παραπονούμενης, η οποία δεν ένιωθε καλά ενόψει της απώλειας του παππού και της γιαγιάς της. Ακολούθως, ήταν καλύτερα και σταμάτησε πάλι για κάποιο διάστημα.
Οι συνεδρίες γίνονταν στο γραφείο του Κατηγορούμενου, το οποίο βρίσκεται εντός της οικίας του.
Η οικία του Κατηγορούμενου αποτελείται από υπόγειο, όπου βρίσκεται το σαλόνι, η κουζίνα και ένα μπάνιο, και στον πάνω όροφο είναι το γραφείο του και δυο άλλα δωμάτια. Τα δύο επίπεδα ενώνονται με μια σκάλα που βρίσκεται στο κέντρο της οικίας και είναι εκτός του χώρου του γραφείου του.
Η Παραπονούμενη μετέβαινε εκεί συνήθως με την μητέρα της / Μ.Κ.5, ενώ κάποιες φορές την μετέφεραν και οι Μ.Κ. 3, Μ.Κ. 4 και Μ.Υ. 3. Η Μ.Κ. 5 παρέμενε έξω στο καθιστικό περιμένοντας την Παραπονούμενη να τελειώσει.
Ως αποτέλεσμα των συνεδριών της με τον Κατηγορούμενο, η Παραπονούμενη απέκτησε αυτοπεποίθηση και βελτιώθηκαν οι κοινωνικές σχέσεις της και οι επιδοσεις της στο σχολείο. Ο δε Κατηγορούμενος την προέτρεπε να βελτιώσει τη σχέση με τον πατέρα της με τον οποίο ήταν εντελώς απόμακρη.
Η Παραπονούμενη ασχολείτο με την ζωγραφική και ο Κατηγορούμενος είχε αγοράσει 2-3 πίνακες της.
Ο Κατηγορούμενος αποκαλούσε την Παραπονούμενη «όμορφη», «έξυπνη», «μωρό μου», «αγάπη μου» και της είχε εκμυστηρευθεί προσωπικές του εμπειρίες. Η Παραπονούμενη τον έβλεπε ως σωτήρα της και τον θαύμαζε, ενώ ζήλευε που η κόρη του είχε τέτοιο πατέρα.
Σε μία απο τις συνεδρίες κάποιους μήνες πρίν από το επίδικο περιστατικό, η Παραπονούμενη ανέφερε στον Κατηγορούμενο πως της αρέσουν οι πιο μεγάλοι άνδρες, χωρίς, ωστόσο, το σχόλιο της αυτό να αφορούσε στον Κατηγορούμενο. Αυτός την ρώτησε πόσο πιο μεγάλοι και η Παραπονούμενη του απάντησε 25 – 30 - 40 ετών. Ο Κατηγορούμενος τότε γέλασε και της απάντησε «χαίρομαι που το παραδέχεσαι».
Παράλληλα, στο πλαίσιο των εν λόγω συνεδριών και δη στο μέσο περίπου του χρόνου που την παρακολουθούσε, ο Κατηγορούμενος είχε ρωτήσει την Παραπονούμενη αν ήταν ομοφυλόφιλη ή ετεροφυλόφιλη, όπως και αν είχε ολοκληρωμένη σχέση, με την ίδια να αναφέρει πως δεν είχε επαφή με κάποιο αγόρι. Ο Κατηγορούμενος την ρωτούσε επανειλημμένα αν έχει αγόρι και συνεπεία τούτου η Παραπονούμενη αισθανόταν άβολα αφού δεν θεωρούσε ότι στην ηλικία της έπρεπε να έχει σχέση. Περαιτέρω, ο Κατηγορούμενος της έλεγε πως στην ηλικία της είναι φυσιολογικό να κάνει σεξ και πως πολλοί στην ηλικία της το κάνουν οπότε θα έπρεπε να κάνει και η ίδια.
Κατά τις συνεδρίες η Παραπονούμενη είχε αναφέρει στον Κατηγορούμενο την επιθυμία της να σπουδάσει ψυχολογία. Ο δε Κατηγορούμενος της είπε πως αν θέλει να γίνει καλή ψυχολόγος και να ζήσει τη ζωή της όπως θέλει θα πρέπει να ντύνεται «σέξι» και να μην ντρέπεται.
Στις διάφορες συζητήσεις που είχαν για το σέξ, η Παραπονούμενη θεωρούσε πως θα έπρεπε να αναφέρει τα πάντα στον Κατηγορούμενο αφού ήταν ο ψυχολόγος της.
Περί τα μέσα Ιουνίου 2024 υπήρχαν κάποια θέματα μεταξύ των γονέων της Παραπονούμενης και η Παραπονούμενη άρχισε και πάλι να κλείνεται στον εαυτό της, ενώ ζήτησε απο την μητέρα της να επισκεφθεί ξανά τον Κατηγορούμενο. Προτού η Μ.Κ. 5 διευθετήσει ραντεβού, η Παραπονούμενη της είπε πως εκείνη την περίοδο ο Κατηγορούμενος την είχε παραλάβει από το Mall της Λεμεσού, όπου την μετέφερε η Μ.Κ.4, και την μετέφερε στο γραφείο του για να μιλήσουν και ακολούθως την πήρε πίσω στο σπίτι της.
Η Παραπονούμενη ζήτησε από την Μ.Κ.5 να της διευθετήσει ραντεβού με Κατηγορούμενο και αυτό διευθετήθηκε για την 1/7/2024.
Την 1/7/2024 και περί ώρα 18:00 η Παραπονούμενη είχε επισκεφθεί τον Κατηγορούμενο. Εκεί την είχε μεταφέρει η Μ.Κ. 5 μαζί με την Μ.Κ. 4, οι οποίες την περίμεναν έξω στο αυτοκίνητο, ως η παράκληση της Παραπονούμενης, αφού, όπως τους εξήγησε, είχε μιλήσει με τον Κατηγορούμενο και αποφάσισαν μαζί ότι θα ήταν καλύτερα να μην περιμένει η Μ.Κ.5 έξω από το γραφείο του επειδή ίσως ακούει κρυφά τί λένε και δεν γίνεται σωστή θεραπεία.
Κατά τη διάρκεια της συνεδρίας την 1/7/2024, συζήτησαν, μεταξύ άλλων, για το σεξ και ο Κατηγορούμενος ρώτησε την Παραπονούμενη εάν θέλει να την μάθει να φιλά και να κάνει σεξουαλικές πράξεις. Η Παραπονούμενη τον ρώτησε «πώς», πλήν, όμως, αυτός δεν απάντησε. Η Παραπονούμενη αν και ένιωσε άβολα θεώρησε ότι αυτό θα γινόταν για το καλό της αφού ο Κατηγορούμενος της έλεγε συνέχεια πως θέλει να την κάνει «γυναίκα», να της μάθει να συμπεριφέρεται σαν κανονική «γυναίκα» και όπως τον ίδιο, έξυπνη με εμπειρία. Η Παραπονούμενη αντιλήφθηκε πως ο Κατηγορούμενος θα την έκανε δυναμική ως άνθρωπο και όχι στο σεξουαλικό τομέα. Κατά την ίδια συνεδρία, ο Κατηγορούμενος πρότεινε στην Παραπονούμενη να του ζωγραφίσει ένα τοίχο μέσα στο σπίτι του και η ίδια δέχτηκε, θεωρώντας πως αυτό θα ήταν για την ίδια μια νέα εμπειρία. Έτσι, συμφώνησαν όπως αυτό γίνει την επομενη μέρα, 2/7/2024. Αργότερα την ίδια μέρα, η Παραπονούμενη έστειλε στον Κατηγορούμενο φωτογραφίες με προτεινόμενα σχέδια.
Η Παραπονούμενη δεν είχε στο παρελθόν ζωγραφίσει σε τοίχο ή κάτι ανάλογο, ούτε είχε πωλήσει πίνακες της σε οποιονδήποτε πέραν του Κατηγορούμενου.
Στις 2/7/2024 ο Κατηγορούμενος παρέλαβε την Παραπονούμενη από το σπίτι της περί ώρα 13:00 αφού της είχε στείλει σχετικό μήνυμα.
Προηγουμένως την ίδια μέρα, περι ώρα 10:27, η Παραπονούμενη είχε στείλει μήνυμα στην Μ.Κ. 5 αναφέροντας πως θα πήγαινε ο Κατηγορούμενος να την παραλάβει για να την πάρει στα McDonalds και ακολούθως θα πήγαιναν να αγοράσουν μπογιές για να του ζωγραφίσει ένα τοίχο στο σπίτι του.
Αρχικά την μετέφερε στα McDonald’s ώστε η Παραπονούμενη να παραδώσει κάποια έγγραφα σε σχέση με αίτηση που είχε υποβάλει για καλοκαιρινή εργασία. Ακολούθως, κατευθύνθηκαν προς το σπίτι του Κατηγορούμενου. Καθ’ οδον σταμάτησαν σε φούρνο από όπου η Παραπονούμενη πήρε αλμυρά και καφέ με χρήματα που της έδωσε ο Κατηγορούμενος. Ενώ ήταν στο αυτοκίνητο, ο Κατηγορούμενος της είπε πως οι γυναίκες είναι καλές «μονο για σέξ και πίπα» και την ρώτησε αν τον έβρισκε όμορφο ως άντρα. Η Παραπονούμενη δεν του απάντησε.
Όταν έφθασαν στο σπίτι του, ο Κατηγορούμενος ανέφερε πως είχε διαδικτυακό ραντεβού και είπε στην Παραπονούμενη να περιμένει κάτω, ενώ προτού πάει πάνω της είπε «δώσμου ένα φιλούι» και τη φίλησε πρώτα στο μάγουλο και μετά στο στόμα. Η Παραπονούμενη κάθισε κάτω και περίμενε τον Κατηγορούμενο να τελειώσει. Τη δεδομένη στιγμή ο Κατηγορούμενος δεν φορούσε φανέλα και ήταν γυμνός από τη μέση και πάνω.
Όταν το διαδικτυακό ραντεβού τελίωσε, ο Κατηγορούμενος την κάλεσε να πάει πάνω, οπότε εισήλθαν στο γραφείο του και κάθισαν στις δυο καρέκλες δίπλα‑δίπλα, πίσω από το γραφείο και μπροστά από την οθόνη του ηλεκτρονικού υπολογιστή. Ο Κατηγορούμενος συνέχισε να είναι γυμνός από τη μέση και πάνω και ζήτησε από την Παραπονούμενη να βάλει το κινητό της στο αθόρυβο.
Στην οθόνη υπήρχε βίντεο με πορνογραφικό περιεχόμενο και πιο συγκεκριμένα μια γυναίκα επιδιδόταν σε σεξουαλικές πράξεις με δυο άντρες. Στην αρχή η Παραπονούμενη δεν πρόσεξε τι προβαλλόταν στην οθόνη αλλά όταν έκατσε δίπλα του, της υπέδειξε το βίντεο. Ο Κατηγορούμενος την ρώτησε αν της αρέσει αυτό που βλέπει και του απάντησε αρνητικά, ενώ όταν την ρώτησε αν ντρέπεται του είπε ναι. Ο Κατηγορούμενος την ρώτησε εάν έχει αγγίξει ποτέ τον εαυτό της, η ίδια του απάντησε αρνητικά και αυτός την ρώτησε γιατί και της είπε να μην ντρέπεται για κάτι που της αρέσει καθώς και ότι αφού δεν πειράζει κανένα, να μην ντρέπεται για εκείνο που κάνει. Η ίδια δεν απάντησε κάτι εκείνη τη στιγμή. Στον υπολογιστή έδειχνε μια κοπέλα που έκανε στοματικό σε ένα από τους άντρες και ο Κατηγορούμενος της είπε «έλα να μου το κάνεις και εσύ τούτο». Εκείνη τη στιγμή η ίδια δεν του είπε τίποτα, είχε παγώσει και έκανε απλά ό,τι της έλεγε. Τότε ξεκίνησε να την φιλά με τη γλώσσα και, ενώ την φιλούσε, ο Κατηγορούμενος έβαλε το χέρι της πάνω στο παντελόνι του, στο σημείο του γεννητικού του οργάνου το οποίο ήταν σε στύση. Ακολούθως, την έβαλε να γονατίσει και αυτός έβγαλε το παντελόνι του, κατέβασε το εσώρουχό του, στάθηκε όρθιος και έβαλε στο στόμα της το πέος του.
Η Παραπονούμενη προέβηκε σε πεοληχεία ενώ ο Κατηγορούμενος της έλεγε ότι την αγαπά, ότι είναι πάρα πολύ όμορφη και σέξι και ότι ήταν πολύ καλή στο στοματικό, ενώ η ίδια έκανε απλά ό,τι της έλεγε ο Κατηγορούμενος. Το εν λόγω περιστατικό είχε διάρκεια περίπου 5 λεπτά. Η Παραπονούμενη έτρεμε και ανέφερε στον Κατηγορούμενο ότι δεν ήξερε γιατί τρέμει και αυτός της είπε πως είναι επειδή ζούσε μια εμπειρία. Ο Κατηγορούμενος της είπε να τον αφήσει να εκσπερματώσει μέσα στο στόμα της, να καταπιεί και ότι είναι υγιές. Η ίδια τον άφησε να το κάνει χωρίς να του πει τίποτα.
Ακολούθως, μετέβηκαν μαζί σε κάταστημα στην περιοχή Επισκοπής ώστε να αγοράσουν πινέλα και μπογιές, όπως και έπραξαν (βλ. Τεκμήριο 5). Επέστρεψαν στο σπίτι του Κατηγορούμενου και η Παραπονούμενη παρακολουθούσε τηλεοπτικές εκπομπές στον ηλεκτρονικό υπολογιστή του Κατηγορούμενου.
Σε κάποια στιγμή, ο Κατηγορούμενος πήρε σάντουιτς να φάει, την ρώτησε αν ήθελε και η ίδια να φάει και του είπε όχι γιατί ένιωθε ότι δεν μπορούσε.
Η Μ.Κ.5 είδε το μήνυμα της Παραπονούμενης όταν είχε πλέον σχολάσει και λόγω του ότι πανικοβλήθηκε, κάλεσε την Παραπονούμενη 2-3 φορές, η οποία δεν απάντησε. Ακολούθως, μίλησε με την Μ.Υ.3 στην οποία ανέφερε τι είχε συμβεί και πως δεν της άρεσε η συμπεριφορά του Κατηγορούμενου. Η Μ.Υ.3 επικοινώνησε με τον Κατηγορούμενο στον οποίο ανέφερε πως η Μ.Κ.5 ανησυχούσε και άκουσε τον Κατηγορούμενο να ρωτά την Παραπονούμενη αν το είπε στην μητέρα της και πως θα την έπαιρνε στο σπίτι της. Ο Κατηγορούμενος ρωτούσε συνεχώς την Παραπονούμενη αν είχε πει κάτι. Ακολούθως, η Παραπονούμενη κάλεσε την Μ.Κ. 5 αναφέροντας πως θα την πήγαινε σπίτι ο Κατηγορούμενος.
Κάποια στιγμή ο Κατηγορούμενος ανέφερε στην Παραπονούμενη πως ότι επειδή δεν είχε κλείσει ακόμη τα 18 δεν θα έκαναν σεξ.
Στη διαδρομή προς το σπίτι της, ο Κατηγορούμενος είπε στην Παραπονούμενη να μην το πει σε κανένα και την ρώτησε αν τον εμπιστεύεται. Η ίδια δεν του απάντησε γιατί ήταν ταραγμένη και αναρωτιόταν αν εκείνο που έκανε ήταν σωστό. Προτού σταθμεύσει έξω από το σπίτι της, της είπε, επίσης, ότι πολλοί άνθρωποι τον πρόδωσαν και να μην το κάνει και η ίδια. Αυτή του απάντησε «εντάξει» χωρίς να ξέρει για ποιο πράγμα μιλούσε επειδή του είχε εμπιστοσύνη και δεν θεώρησε ότι θα της έκανε κάτι κακό.
Όταν η Παραπονούμενη έφθασε στην οικία της, αντέδρασε και θύμωσε στην Μ.Κ.5.
Στις 3/7/2024 η Μ.Κ. 4 παρέλαβε την Παραπονούμενη από το πατρικό τους και την πήρε στο σπίτι της. Η Παραπονούμενη ήταν μελαγχολική.
Την ιδια ημέρα η Μ.Κ.5, η οποία δεν είχε ακόμα ενημερωθεί για τα όσα έλαβαν χώρα στις 2/7/2024, μίλησε τηλεφωνικώς με τον Κατηγορούμενο αναφέροντας του πως δεν συμφωνούσε με την μεταφορά της Παραπονούμενης στο σπίτι του και αυτός της απάντησε πως είναι πολύ αυστηρή και πως θα πρέπει να δείξει εμπιστοσύνη στην κόρη της.
Στις 4/7/2024 η Μ.Κ.4 πήγε μαζί με την Παραπονούμενη στο σπίτι της Μ.Κ.3, όπου παρακολουθούσαν την εκπομπή First Dates, η οποία αφορά στη διευθέτηση συναντήσεων διαφόρων ζευγαριών. Το ζευγάρι στο συγκεκριμένο επεισόδιο που παρακολουθούσαν είχε διαφορά ηλικίας, γεγονός που σχολίαζαν η Μ.Κ.3 με την Μ.Κ. 4. Η Παραπονούμενη τις ρώτησε ποιό είναι το πρόβλημα και τους είπε ότι και της ίδιας μπορεί να της αρέσουν οι πιο μεγάλοι καθώς και ότι συνέβη κάτι με την ίδια και ένα μεγαλύτερο άντρα. Την ρώτησαν αν θέλει να τους πει κάτι και τους είπε ότι δεν μπορεί να τους πει γιατί αν τους έλεγε μπορούσε να την δείρουν και να την βρίσουν. Στη συνέχεια τους είπε ότι μπορεί να είναι κάποιος που είναι 45 χρονών.
Την επόμενη μέρα το πρωί, η Μ.Κ.4 ρώτησε την Παραπονούμενη αν ο 45χρονος άνδρας που ανέφερε ήταν ο Κατηγορούμενος και αυτή της απάντησε θετικά. Μετά την ρώτησε αν έγινε κάτι χωρίς την θέληση της και της απάντησε αρνητικά. Την επόμενη μέρα, 6/7/2024, μίλησε ξανά με την Παραπονούμενη για το θέμα αυτό και της ανέφερε ότι έκανε στοματικό έρωτα στον Κατηγορούμενο την μέρα που την πήρε να ζωγραφίσει τον τοίχο του.
Περί τις 6 ή 7/7/2024 η Παραπονούμενη συναντήθηκε με την Μ.Υ.3 στην οποία ανέφερε πως όταν μετέβηκε στο σπίτι του Κατηγορούμενου, του είχε κάνει στοματικό έρωτα με τη θέληση της. Αν και στην αρχή της συζήτησης φαινόταν χαρούμενη, στην συνέχεια έκλαιγε.
Η Παραπονούμενη αντιλήφθηκε τις πραγματικές διαστάσεις των όσων έλαβαν χώρα κατά τις συζητήσεις της με την Μ.Κ.4 και την Μ.Υ.3. Ειδικότερα ένοιωθε προδοσία αφού η ίδια είχε αναφέρει στον Κατηγορούμενο πως ήθελε να ζήσει κάτι που να την κάνει δυνατή και αυτός ενήργησε με τον τρόπο που περιγράφεται πιο πάνω.
Η Μ.Κ. 5 ενημερώθηκε για το συμβάν την επομενη βδομάδα από τις Μ.Κ.3 και Μ.Κ.4 και τον αδελφό της Παραπονούμενης, σύζυγο της Μ.Κ.3.
Στις 7/7/2024, η Μ.Κ.4 μετέβηκε στην Αστυνομία και ανέφερε το περιστατικό (βλ. Τεκμήριο 11), χωρίς να γνωρίζει οτιδήποτε η Παραπονούμενη και η υπόλοιπη οικογένεια της.
Στις 8/7/2024 η Παραπονούμενη μίλησε με την Μ.Κ.3 και η Μ.Κ. 4 της ανέφερε ότι πήγε στην Αστυνομία. Τότε αποφάσισε και η ίδια να κάνει καταγγελία, όπως και έγινε, οπότε στις 15.7.2024 λήφθηκε η οπτικογραφημένη κατάθεση της Παραπονούμενης στο Σπίτι του Παιδιού.
Σύμφωνα με την έκθεση της Μ.Κ.9, Τεκμήριο 13, μεγαλώνοντας σε ένα ιδιαίτερα συγκρουσιακό περιβάλλον, καλλιεργήθηκε στην Παραπονούμενη συναισθηματική ευαλωτότητα. Η Παραπονούμενη αναζητούσε ένα πατρικό πρότυπο για να καλύψει το συναισθηματικό κενό που πιθανόν να επέφερε η αποστασιοποιημένη σχέση με τον πατέρα της, ενώ ταυτόχρονα έψαχνε ένα περιβάλλον όπου θα ήταν αποδεκτή και θα ένοιωθε εμπιστοσύνη. Η σχέση της με τον Κατηγορούμενο φάνηκε αρχικά να της προσφέρει την κατάλληλη ανακούφιση και πλαισίωση. Η Παραπονούμενη αρχικά θεώρησε τα όσα εκτυλίχθηκαν στις 2/7/2024 ως προέκταση του θεραπευτικού πλαισίου και αναγκαίο στάδιο για την προσωπική της ανάπτυξη, αν και κατά τη διάρκεια τους ένοιωθε αμφιθυμικά συναισθήματα. Εν τέλει, αντιλήφθηκε ότι ο Κατηγορούμενος την εκμεταλλεύθηκε προκαλώντας της συναισθηματική δυσφορία και ενισχύοντας την δυσπιστία της προς τα κίνητρα των άλλων ανθρώπων ενώ δεν ανέπτυξε κάποια ψυχολογική διαταραχή.
Νομική Πτυχή και Συμπεράσματα του Δικαστηρίου
Στην βάση, λοιπόν, των πιο πάνω ευρημάτων του Δικαστηρίου, θα προχωρήσουμε να εξετάσουμε κατά πόσο η Kατηγορούσα Aρχή έχει αποδείξει την υπόθεση της στον απαραίτητο βαθμό, ήτοι πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. μεταξύ άλλων Χαρίτωνος και άλλων v. Δημοκρατίας (1971) 2 C.L.R. 40, Λοϊζου v. Αστυνομίας (1989) 2 Α.Α.Δ. 363, Σωτηριάδης v. Αστυνομίας (1991) 2 Α.Α.Δ. 482 και Γενικός Εισαγγελέας v. Σπύρος Σπύρου (2002) 2 Α.Α.Δ. 71).
Ως έχει ήδη σημειωθεί, οι κατηγορίες που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος στηρίζονται στο άρθρο 6(4)(α) του Ν. 91(Ι)/2014. Σύμφωνα δε με τις πρόνοιες του άρθρου 5 του Ν. 95(Ι)/2021 το υπό κρίση αδίκημα συνιστά αδίκημα κατά γυναίκας.
Το άρθρο 6(4)(α) του Ν. 91(Ι)/2014 προβλέπει τα εξής:
«6(4) Όποιος συμμετέχει σε σεξουαλική πράξη με παιδί όταν -
(α) γίνεται κατάχρηση θέσης εμπιστοσύνης, εξουσίας ή επιρροής επάνω στο παιδί, είναι ένοχος κακουργήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης διά βίου.
………………………………………….»
Στις ερμηνευτικές διατάξεις η φράση «θέση εμπιστοσύνης, εξουσίας ή επιρροής» ερμηνεύεται να περιλαμβάνει –
«(α) σχέση συγγένειας εξ αίματος ή εξ αγχιστείας μέχρι του τρίτου βαθμού μεταξύ του θύματος και του προσώπου που διαπράττει ποινικό αδίκημα που προβλέπεται στον παρόντα Νόμο, ή
(β) οποιαδήποτε άλλη σχέση μεταξύ του θύματος και του προσώπου αυτού, λόγω της θέσης του ή της ιδιότητάς του περιλαμβανομένης της σχέσης του με τον κηδεμόνα του παιδιού, εκπαιδευτικό, εργοδότη, υπεύθυνο οποιουδήποτε δημόσιου ή ιδιωτικού ιδρύματος το οποίο φιλοξενεί παιδιά ή στο οποίο περιορίζονται ή κρατούνται πρόσωπα δυνάμει οποιουδήποτε νόμου ή απόφασης διοικητικών ή δικαστικών αρχών, καθώς και με άλλα πρόσωπα με ανάλογη θέση ή ιδιότητα.»
Η «κατάχρηση θέσης εξουσίας, εμπιστοσύνης ή επιρροής ή ευάλωτης θέσης» ερμηνεύεται, στο άρθρο 2 του Νόμου, να περιλαμβάνει την περίπτωση όπου το θύμα δεν έχει άλλη πραγματική ή παραδεκτή επιλογή από το να υποστεί ή να υποκύψει στη συγκεκριμένη κατάχρηση.
«Παιδί» σημαίνει, σύμφωνα με το άρθρο 2 του Νόμου, πρόσωπο ηλικίας κάτω των δεκαοχτώ ετών, ενώ η «σεξουαλική πράξη» ερμηνεύεται να περιλαμβάνει πράξη η οποία εύλογα θεωρείται:
«(α) ως εκ της φύσεώς της σεξουαλική, ανεξάρτητα από το σκοπό του προσώπου που προβαίνει σε αυτή, ή
(β) δυνατό να είναι ως εκ της φύσεώς της σεξουαλική και οι περιστάσεις υπό τις οποίες διενεργείται την καθιστούν σεξουαλική.»
Έχουμε καταγράψει τα ευρήματα του Δικαστηρίου αναφορικά με τα γεγονότα της υπόθεσης. Καθίσταται προφανές πως κατά την 2/7/2024, οπότε και έλαβε χώρα το επίδικο περιστατικό, η Παραπονούμενη ήταν παιδί εν τη εννοία του Ν. 91(Ι)/2014, ο δε Κατηγορούμενος ήταν το πρόσωπο που την παρακολουθούσε ως ψυχολόγος, και ως εκ τούτου κατείχε θέση εμπιστοσύνης και επιρροής έναντι της, στοιχείο που δεν αμφισβητείται από την Υπεράσπιση. Προσθέτουμε πως με βάση τη μαρτυρία της Παραπονούμενης, η ίδια έβλεπε τον Κατηγορούμενο όχι μόνο ως τον ψυχολόγο της αλλά και ως σωτήρα της.
Ενεργώντας με τον τρόπο που τυγχάνει λεπτομερούς καταγραφής πιο πάνω, προκύπτει ότι ο Κατηγορούμενος καταχράστηκε τη θέση εμπιστοσύνης και επιρροής έναντι της Παραπονούμενης θέτοντάς την σε θέση που δεν είχε άλλη επιλογή παρά να υποστεί τις συγκεκριμένες πράξεις του.
Από τα όσα τέθηκαν ενώπιον μας, διαφάνηκε πως μεταξύ της Παραπονούμενης και του Κατηγορούμενου υπήρχε σχέση εξουσίας και ανισορροπία έχοντας υπόψη τη διαφορά ηλικίας μεταξύ τους, το γεγονός ότι επρόκειτο για σχέση ενήλικα και ανήλικου καθώς και θεραπευτή με θεραπευόμενο. Λαμβάνουμε, επίσης, ιδιαίτερα υπόψη το ότι η Παραπονούμενη αναζητούσε πατρικό πρότυπο για να καλύψει το συναισθηματικό κενό που υπήρχε λόγω της αποστασιοποιημένης σχέσης της με τον πατέρα της και ήταν συναισθηματικά ευάλωτη. Τούτων δοθέντων και με δεδομένη τη βελτίωση της κατάστασης της ως αποτέλεσμα των συνεδριών της με τον Κατηγορούμενο, η Παραπονούμενη τον θαύμαζε, τόσο ως άτομο όσο και ως ψυχολόγο, σε βαθμό, μάλιστα, που τον θεωρούσε σωτήρα της και σκεφτόταν να σπουδάσει και η ίδια ψυχολογία στο ίδιο πανεπιστήμιο με αυτόν.
Ο Κατηγορούμενος γνώριζε πως στην Παραπονούμενη άρεσαν οι πιο μεγάλοι άντρες, ενώ στις διάφορες κατά καιρούς συζητήσεις που είχαν την ρωτούσε επανειλημμένα εάν είχε σεξουαλικές επαφές. Κατόπιν της αρνητικής απάντησης της Παραπονούμενης, ο Κατηγορούμενος της υπεδείκνυε πως θα έπρεπε να έχει σεξουαλικές επαφές και να ντύνεται «σέξι». Τούτο επανέλαβε και την 1/7/2024 κατά τη συνεδρία που είχαν αναφέροντας της περαιτέρω πως ήθελε να την κάνει «γυναίκα», δυνατή με εμπειρία, όπως ο ίδιος. Έτι περαιτέρω, την ρώτησε εάν ήθελε να την μάθει να φιλά και να κάνει σεξουαλικές πράξεις.
Κατά την ίδια συνάντηση, διευθετήθηκε και η μετάβαση τους στην οικία του την επόμενη μέρα, 2/7/2024, με πρόσχημα το βάψιμο τοίχου του. Η Παραπονούμενη δεν είχε κάνει προηγουμένως κάτι τέτοιο, ενώ ο Κατηγορούμενος ήταν το μοναδικό πρόσωπο που είχε αγοράσει πίνακες της. Πηγαίνοντας προς την οικία του, της ανέφερε πως οι γυναίκες είναι καλές «μόνο για σεξ και πίπα» και ενώ βρίσκονταν εκεί την ρωτούσε εάν αγγίζει τον εαυτό της και εάν της άρεσε το βίντεο πορνογραφικού περιεχομένου που της υπέδειξε, ενώ της είπε πως δεν πρέπει να ντρέπεται. Ακολούθως, της είπε να κάνει και στον ίδιο την ερωτική σκηνή που προβαλλόταν, δηλαδή στοματικό έρωτα, ενώ κατά τη διάρκεια της πεολειχίας της έλεγε πως είναι πολύ όμορφη και καλή σε αυτό που έκανε. Όταν, δε, του είπε πως δεν ήξερε γιατί έτρεμε, της απάντησε πως ήταν επειδή ζούσε μια νέα εμπειρία. Εν τέλει, εκσπερμάτωσε στο στόμα της και της είπε πως ήταν υγιές.
Οι πράξεις στις οποίες προέβη ο Κατηγορούμενος έναντι της Παραπονούμενης, ήτοι το φιλί στο στόμα, η τοποθέτηση του χεριού της στο γεννητικό του όργανο και η διείσδυση του πέους του στο στόμα της Παραπονούμενης αποτελούν αναμφίβολα σεξουαλικές πράξεις που τελέστηκαν σε παιδί. Έχοντας δε υποψη τις περιστάσεις υπό τις οποίες δοθηκε το φιλί στο μάγουλο, κρίνουμε πως και αυτό κατέστη σεξουαλική πράξη εν τη εννοία του άρθρου 6 του Νόμου (βλ. A.R.R. v Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. Αρ. 20/2022, ημερ. 30.4.2024).
Εν ολίγοις, από τα πιο πάνω προκύπτει μια σταδιακή προσπάθεια του Κατηγορούμενου η οποία κατέληξε στο να διαμορφώσει την πεποίθηση στην Παραπονούμενη πως με το να συμμετάσχει στις σεξουαλικές πράξεις που έλαβαν χώρα στις 2/7/2024 θα αποκτούσε την απαραίτητη σεξουαλική εμπειρία και θα γινόταν «γυναίκα» και δη δυνατή. Εν τέλει, όλα όσα ο Κατηγορούμενος έπραξε και έλεγε στην Παραπονούμενη συνέτειναν στο να θεωρήσει πως «ήταν για το καλό της» που της πρότεινε και συμμετείχε ` στις σεξουαλικές πράξεις που έλαβαν χώρα στις 2/7/2024. Καταδεικνύεται, συνεπώς, σαφέστατα η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ, αφενός, της άσκησης επιρροής του Κατηγορούμενου επί της Παραπονούμενης και, αφετέρου, της διαμόρφωσης της βούλησης της τελευταίας προς τον σκοπό τέλεσης των όσων έλαβαν χώρα στις 2/7/2024. Όταν, δε, πλέον η Παραπονούμενη συζήτησε με τρίτα άτομα τα όσα έλαβαν χώρα, άρχισε να αντιλαμβάνεται τις πραγματικές διαστάσεις τους και, κατ’ ουσία, το ότι έτυχε σεξουαλικής εκμετάλλευσης από τον Κατηγορούμενο.
Θέση, άλλωστε, του κ. Σαουρή ήταν πως σε περίπτωση που ήθελε γίνει αποδεκτή η μαρτυρία της Παραπονούμενης, τότε τα συστατικά αδικήματα των κατηγοριών που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος πληρούνται.
Και κάτι τελευταίο. Αποτέλεσε θέση και των δύο πλευρών πως στη βάση των κατηγοριών που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος, ήτοι για σεξουαλική κακοποίηση όταν αυτή γίνεται υπό συνθήκες κατάχρησης θέσης εμπιστοσύνης, εξουσίας ή επιρροής επάνω σε παιδί, δεν τίθεται θέμα συγκατάθεσης από μέρους του παιδιού. Προσθέτουμε πως αυτό προκύπτει, άλλωστε, αβίαστα από το λεκτικό του εδαφίου (4)(α) του άρθρου 6 σε αντίθεση με τα εδάφια (1) και (3) αυτού που αφορούν την περίπτωση όπου παιδί το οποίο δεν έχει φτάσει στην ηλικία συναίνεσης, γίνει μάρτυρας σεξουαλικών πράξεων ή απεικόνισης σεξουαλικών πράξεων ή όπου τελείται σεξουαλική πράξη με παιδί το οποίο δεν έχει φτάσει στην ηλικία συναίνεσης, πάντοτε, βεβαίως, υπό την επιφύλαξη του άρθρου 12 του Νόμου που κάνει λόγο για συναινετικές πράξεις μόνο στις ακόλουθες τρείς περιπτώσεις:
«(1) Συναινετικές σεξουαλικές δραστηριότητες όπως καθορίζονται στα εδάφια (1) και (3) του άρθρου 6, στο εδάφιο (3) του άρθρου 7, στα εδάφια (1) και (5) του άρθρου 8 και στα εδάφια (1) και (2) του άρθρου 9 μεταξύ δύο παιδιών τα οποία δεν έχουν φτάσει στην ηλικία συναίνεσης και τα οποία έχουν παρόμοια ηλικία και παρόμοιο βαθμό ψυχολογικής και σωματικής ανάπτυξης ή ωριμότητας, και οι οποίες δραστηριότητες δεν περιλαμβάνουν οποιαδήποτε κακοποίηση ή βία ή εκμετάλλευση ή εξαναγκασμό δεν συνιστούν ποινικό αδίκημα δυνάμει του παρόντος Νόμου.
(2) Συναινετικές σεξουαλικές δραστηριότητες όπως καθορίζονται στα εδάφια (1) και (3) του άρθρου 6, στο εδάφιο (3) του άρθρου 7, στα εδάφια (1) και (5) του άρθρου 8 και στα εδάφια (1) και (2) του άρθρου 9, μεταξύ ενός ενήλικα και ενός παιδιού το οποίο δεν έχει φτάσει στην ηλικία συναίνεσης, όπου η διαφορά ηλικίας μεταξύ των δύο δεν υπερβαίνει τα τρία (3) χρόνια και οι οποίες δραστηριότητες δεν περιλαμβάνουν οποιαδήποτε κακοποίηση ή βία ή εκμετάλλευση ή εξαναγκασμό δεν συνιστούν ποινικό αδίκημα δυνάμει του παρόντος Νόμου.
(3) Συναινετικές σεξουαλικές δραστηριότητες, όπως καθορίζονται στα εδάφια (1) και (3) του άρθρου 6, στο εδάφιο (3) του άρθρου 7, στα εδάφια (1) και (3) του άρθρου 8 και στα εδάφια (1) και (2) του άρθρου 9, δεν συνιστούν ποινικό αδίκημα δυνάμει του παρόντος Νόμου σε περίπτωση που έχει συναφθεί γάμος όπως προβλέπεται στο άρθρο 15 του περί Γάμου Νόμου, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται, μεταξύ παιδιού και του προσώπου που διενήργησε την πράξη και εφόσον στην εν λόγω πράξη δεν περιλαμβάνεται οποιαδήποτε κακοποίηση ή βία ή εκμετάλλευση ή εξαναγκασμός».
Στην προκειμένη περίπτωση, επαναλαμβάνουμε πως οι επίδικες κατηγορίες στηρίζονται στο άρθρο 6(4)(α) όπου δεν τίθεται θέμα ύπαρξης συναίνεσης, ενώ σε κάθε περίπτωση δεν ισχύει ουδεμία από τις πιο πάνω περιπτώσεις. Σχετική επί του προκειμένου είναι και η υπόθεση Δ.Σ.Δ. ν. Αστυνομίας (πιο πάνω).
Για όλους τους πιο πάνω λόγους κρίνουμε ότι η Κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει την υπόθεση της για όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας.
Κατά συνέπεια ο Κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει.
(Υπ.) .................................................
Γ. Πετάση-Κορφιώτη, Π.Ε.Δ.
(Υπ.) ..............................................
Χρ. Μ. Παπαλλάς, Ε.Δ.
(Υπ.) .................................................
Κ. Ηλία, Ε.Δ.
Πιστό αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο