ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.
Αίτηση Προσωποκράτησης αρ.: 288 / 2026
Αναφορικά με τους 1) S. T., 2) Μ. Π. και την αίτηση της Αστυνομίας ημερομηνίας 11.8.2026 για προσωποκράτηση
____________
Ημερομηνία: 11 Αυγούστου 2026
Εμφανίσεις:
Π. Αβρααμίδης για την Αστυνομία
Δ. Χριστοδούλου (κα), για τον 1ο ύποπτο
Δ. Χριστοδούλου (κα), για τον 2ο ύποπτο
Ύποπτος 1: παρών
Ύποπτος 2: παρών
____________
Α Π Ο Φ Α Σ Η
(ex tempore)
Με αίτηση της Αστυνομίας, που υποβάλλεται μέσω του Ανώτερου Υπαστυνόμου Η. Κρέουζου, η Αστυνομία ζητά την κράτηση των φερόμενων ως υπόπτων που κατονομάζονται στην αίτηση, για τη διευκόλυνση των ανακρίσεων σχετικά με τα αδικήματα που αναφέρονται στην αίτηση:
§ Συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος [άρθρο 371 Κεφ.154]
§ Παράνομη κατοχή και μεταφορά πυροβόλου όπλου κατηγορίας Β5 [άρθρα 2, 4(1), 5(1)(α) ν. 113(Ι)/2004]
§ Παράνομη κατοχή και μεταφορά εκρηκτικών υλών την 25.12.2025 [άρθρο 4(4)(δ)(ζ) Κεφ.54]
§ Ρίψη πυροβολισμών σε κατοικημένη περιοχή [άρθρο 374(η) Κεφ.154]
§ Κατοχή πυροβόλων όπλων με σκοπό προξένησης βλάβης [άρθρο 92, Κεφ.154].
Η αίτηση υποστηρίζεται από τον όρκο του Αστ.2666, που κατατέθηκε στο Δικαστήριο σε έγγραφη μορφή, υιοθετήθηκε και μαζί με τις απαντήσεις που έδωσε ο μάρτυρας κατά την ακροαματική διαδικασία συνιστά το σύνολο της ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρίας. Έχει ακουστεί επίσης η επιχειρηματολογία που εκτέθηκε σε σχέση με το υπό εξέταση αίτημα.
Νομικές αρχές
Όπως προκύπτει από τον νόμο[1] και από πάγια νομολογία, ο σκοπός της κράτησης είναι η διευκόλυνση των αστυνομικών ανακρίσεων για το αδίκημα ή τα αδικήματα για τα οποία έγινε η σύλληψη και αναφέρονται στην αίτηση[2]. Η έκδοση διαταγμάτων προσωποκράτησης επηρεάζει την ελευθερία του ατόμου. Διατάγματα τέτοιας φύσης πρέπει πάντοτε να αιτιολογούνται δικαστικά. Οι αρχές που διέπουν την άσκηση της εξουσίας του Δικαστηρίου να διατάσσει την κράτηση ύποπτου για διευκόλυνση των αστυνομικών ανακρίσεων είναι οι εξής[3]:
§ Να υπάρχει μαρτυρία η οποία να αποκαλύπτει πως έχει διαπραχθεί αδίκημα ή αντίστοιχα πως έχουν διαπραχθεί αδικήματα·
§ η υφιστάμενη μαρτυρία να δημιουργεί εύλογη και γνήσια υπόνοια περί του ότι ο ύποπτος εμπλέκεται στη διάπραξη του αδικήματος ή των αδικημάτων·
§ οι ανακρίσεις να μην έχουν ολοκληρωθεί και να ευρίσκονται σε εξέλιξη· και
§ η κράτηση να είναι αναγκαία για τη διευκόλυνση και τη διασφάλιση του μη επηρεασμού των ανακρίσεων.
Οι προαναφερόμενες αρχές συνιστούν προϋποθέσεις τη συνδρομή των οποίων πρέπει να αποδεικνύει η Αστυνομία σωρευτικά. Όσο αφορά το εύλογο της υπόνοιας ή υποψίας, η τελική απόφαση συναρτάται με την ύπαρξη στοιχείων στην κατοχή της Αστυνομίας, τέτοιων που να τείνουν κατά λογική προέκταση να καταδείξουν τη διάπραξη του αδικήματος ή των αδικημάτων και να συνδέσουν τον ύποπτο με αυτό ή με αυτά. Δεν αξιολογείται στο στάδιο αυτό η μαρτυρία ως προς την αποδεικτική της αξία ή τη δραστικότητά της[4]. Δεν απαιτείται η προσαγωγή μαρτυρίας που να αποδεικνύει όλα τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων ή εκ πρώτης όψεως υπόθεση ούτε μαρτυρία που να καταδεικνύει σε άλλο βαθμό και επίπεδο τη σύνδεση του ύποπτου με τη διάπραξη του αδικήματος ή των αδικημάτων. Ο λόγος είναι περί εύλογης υπόνοιας ή υποψίας. Η υπόνοια, για να είναι εύλογη, δεν θα πρέπει να είναι εντελώς θεωρητική ή υποθετική αλλά να είναι συνδεδεμένη με συγκεκριμένο πραγματικό πλαίσιο. Το ζητούμενο είναι να εξισορροπηθεί, από τη μια, η προστασία της ελευθερίας του ατόμου, και από την άλλη η αναγκαιότητα να δίδεται λογική ευκαιρία στις ανακριτικές αρχές να διαλευκάνουν αποτελεσματικά το έγκλημα. Ειδικότερα, ως προς το επίπεδο των στοιχείων που μπορούν να δημιουργήσουν το εύλογο της υποψίας, εξαρτάται από τις περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Ο περιορισμός που επιτρέπεται υπό το άρθρο 5 ΕΣΔΑ και αντίστοιχα από το άρθρο 11 του Συντάγματος, που περιλαμβάνει και την προσωποκράτηση για σκοπούς διευκόλυνσης των ανακρίσεων, δεν προϋποθέτει όπως η Αστυνομία έχει στοιχεία με τέτοιον βαθμό επάρκειας για να απαγγείλει και κατηγορίες[5]. Εάν είχε τέτοια στοιχεία, δεν θα χρειαζόταν και τη διερεύνηση. Θα πρέπει οπωσδήποτε όμως να έχει επαρκή στοιχεία για σκοπούς διερεύνησης. Η επάρκεια για σκοπούς διερεύνησης συνυφαίνεται ακριβώς με την αναγκαιότητα η υποψία ή υπόνοια για την εμπλοκή του υπόπτου στη διάπραξη συγκεκριμένων αδικημάτων να είναι εύλογη (reasonable). Το αντικείμενο της ανάκρισης, κατά τη διάρκεια της αιτούμενης κράτησης νοείται πως είναι ακριβώς η προώθηση της εγκληματολογικής έρευνας μέσω της επιβεβαίωσης ή και της διάλυσης της συγκεκριμένης υποψίας που στηρίζει τη σύλληψη[6]. Το εύλογο της υποψίας στην οποία πρέπει να βασίζεται μια σύλληψη, κατ’ επέκταση και η προσωποκράτηση για σκοπούς διερεύνησης, αποτελεί ουσιαστικό μέρος του περιορισμού του ατομικού δικαιώματος και προσεγγίζεται με ανάλογη αυστηρότητα και στενότητα[7]. Το γεγονός ότι υπάρχει καλόπιστη υποψία δεν αρκεί από μόνο του[8]. Θα πρέπει να είναι και εύλογη. Η εύλογη υποψία προϋποθέτει την ύπαρξη γεγονότων ή πληροφοριών που θα ικανοποιούσαν έναν αντικειμενικό παρατηρητή ότι ο ύποπτος διέπραξε το αδίκημα ή τα αδικήματα[9]. Αυτή η διαδικασία προϋποθέτει αναγκαστικά και ενός βαθμού έλεγχο από πλευράς της Αστυνομίας, εάν είναι εφικτός, της εκ πρώτης όψεως βασιμότητας της καταγγελίας ή της μαρτυρίας για τη διάπραξη των αδικημάτων ή του αδικήματος, ως προς τα βασικά γεγονότα που την συνθέτουν. Κατά την αξιολόγηση του κατά πόσον ικανοποιείται το ελάχιστο πρότυπο για το εύλογο μιας υπόνοιας ή υποψίας, το Δικαστήριο οφείλει, με βάση και τη νομολογία του ΕΔΔΑ, να λαμβάνει υπόψη το γενικό πλαίσιο των γεγονότων της συγκεκριμένης περίπτωσης, συμπεριλαμβανομένης της ιδιότητας του υπόπτου, της σειράς των γεγονότων, του τρόπου με τον οποίον διενεργήθηκαν οι έρευνες και τη συμπεριφορά των Αρχών[10]. Είναι νομολογημένο και σε εγχώρια νομολογία ότι, για τους σκοπούς διαπίστωσης του κατά πόσον η υποψία εναντίον ενός υπόπτου είναι εύλογη ή όχι, η Αστυνομία δεν είναι υποχρεωμένη να αποκαλύπτει είτε ονόματα μαρτύρων είτε άλλες πληροφορίες, αν αυτό θα είχε αρνητικές επιπτώσεις στην πορεία των αστυνομικών ανακρίσεων[11]. Ενδεικτικά, στη Συμιλλίδης v. Αστυνομίας (Αρ.2) (1997) 2 ΑΑΔ 165, υποδείχθηκε πως η προσαγωγή των καταθέσεων ενώπιον του Δικαστηρίου που εξετάζει αίτημα για προσωποκράτηση, είναι δυνατό να υπερφαλαγγίσει ή να εξουδετερώσει, για ευνόητους λόγους, τον σκοπό της αστυνομικής ανάκρισης. Σε περίπτωση που η αίτηση της Αστυνομίας αφορά σε περισσότερα από ένα αδικήματα, το Δικαστήριο δεν οφείλει σε αυτή τη διαδικασία να προβεί σε ξεχωριστή σύνδεση του υπόπτου με έκαστο των αδικημάτων με μικροσκοπική εξέταση[12]. Σε ότι αφορά το γνήσιο της υποψίας, έχει την έννοια ότι αυτή δεν θα πρέπει να αναδύεται από κατάχρηση εξουσίας ή να προσβλέπει προς μια τέτοια κατεύθυνση, δηλαδή σε κράτηση για σκοπούς άλλους από αυτούς για τους οποίους επιτρέπεται τέτοιου είδους περιορισμός της ελευθερίας. Αναφορικά με την αναγκαιότητα της κράτησης, το ζήτημα εξετάζεται πρόσθετα και σε συνάρτηση με τη φύση του ανακριτικού έργου. Σε περίπτωση που διαπιστωθεί κίνδυνος επηρεασμού είτε μαρτύρων είτε καταστροφής τεκμηρίων η εν γένει οιοσδήποτε επηρεασμός, τότε δικαιολογείται η κράτηση. Δεν χρειάζεται να θεμελιωθεί με μαρτυρία ότι πράγματι ο ύποπτος επηρέασε ήδη ή προσπάθησε να επηρεάσει μάρτυρες ή να καταστρέψει τεκμήρια. Κριτήριο αποτελεί το κατά πόσον υπάρχουν πιθανοί κίνδυνοι και λογικά δικαιολογημένος φόβος να επηρεαστεί το ανακριτικό έργο[13]. Αναφορικά με τη χρονική διάρκεια της κράτησης, αυτή μπορεί να συναρτηθεί άμεσα και μόνο με το εναπομείναν ανακριτικό έργο. Το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του τον όγκο του εναπομείναντος έργου και το είδος των ανακριτικών πράξεων· αυτό όχι προς αντιπαραβολή ή ελάττωση της υποχρέωσης των ανακριτικών Αρχών για γρήγορη διεκπεραίωση του ανακριτικού έργου, που εκείνο είναι που θα οδηγήσει και στο ξεκαθάρισμα της θέσης του ύποπτου. Το σύνολο των αρχών έχει επαναληφθεί και σε πρόσφατη εγχώρια νομολογία, χωρίς οποιαδήποτε διαφοροποίηση. Διαφοροποίηση των σχετικών αρχών δεν υφίσταται ούτε στη νομολογία στην οποία παρέπεμψε η συνήγορος των υπόπτων.
Εξέταση
Η αίτηση για προσωποκράτηση πληροί τις τυπικές προϋποθέσεις και μπορεί γι’ αυτό να τύχει ουσιαστικής εξέτασης.
Από όλη τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου προς υποστήριξη της αίτησης, προκύπτουν τα εξής, σε συνάρτηση με τις προαναφερόμενες προϋποθέσεις:
Υπάρχει μαρτυρία η οποία αποκαλύπτει πως έχουν διαπραχθεί τα υπό διερεύνηση αδικήματα, που αναφέρονται στην αίτηση. Ειδικότερα, την 31.3.2026 το πρωί λήφθηκε πληροφορία στο ΚΕΜ Λεμεσού ότι ρίχθηκαν πυροβολισμοί στο κατάστημα που κατονομάζεται, στη Γερμασόγεια, στην αναφερόμενη οδό. Αμέσως μετέβησαν μέλη της Αστυνομίας στη σκηνή, η οποία αποκλείστηκε. Έγιναν επιτόπιες εξετάσεις, από τις οποίες διαπιστώθηκε ότι ρίχθηκε αριθμός πυροβολισμών από πυροβόλο όπλο κατηγορίας Β5, δηλαδή πιστόλι, που έπληξαν τη γυάλινη προθήκη του καταστήματος, με αποτέλεσμα την πρόκληση υλικών ζημιών. Δεν υπήρξε τραυματισμός. Λήφθηκαν τεκμήρια και στάλθηκαν για εξετάσεις. Τα γεγονότα αναδεικνύουν, με φυσιολογικό τρόπο, την ανάγκη διερεύνησης των αδικημάτων που αναφέρονται στην αίτηση.
Σε σχέση με το κατά πόσον η υφιστάμενη μαρτυρία δημιουργεί εύλογη και γνήσια υπόνοια ότι οι δύο ύποπτοι εμπλέκονται στη διάπραξη των υπό διερεύνηση αδικημάτων, τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου δεν εξετάζονται αποσπασματικά, αλλά στο σύνολό τους και υπό τη χρονική και πραγματική αλληλουχία των γεγονότων. Από την εξέταση σειράς πλάνων από κλειστά κυκλώματα παρακολούθησης (ΚΚΒΠ), προκύπτει ότι η μοτοσικλέτα που χρησιμοποιήθηκε κατά τη ρίψη των πυροβολισμών, αμέσως μετά την αναχώρησή της από τη σκηνή, ακολούθησε συγκεκριμένη πορεία και λίγα λεπτά αργότερα, συναντήθηκε σε άλλο σημείο με όχημα μάρκας Mercedes. Η συνάντηση αυτή δεν εμφανίζεται, με βάση τα όσα καταγράφηκαν, ως μια τυχαία παράλληλη παρουσία δύο οχημάτων στον ίδιο χώρο. Προηγήθηκε η άφιξη και η στάθμευση του Mercedes, ο συνοδηγός του κατήλθε και ανέμενε την άφιξη της μοτοσικλέτας και όταν αυτή προσέγγισε το σημείο, κινήθηκε προς αυτήν και παρέμεινε για κάποιο χρονικό διάστημα εκεί, προτού επιστρέψει στο Mercedes. Ακολούθως, τα δύο οχήματα αναχώρησαν από το σημείο. Η χρονική εγγύτητα της συνάντησης προς την τέλεση της επίθεσης, ο τρόπος με τον οποίον αυτή εκτυλίχθηκε και η συμπεριφορά των προσώπων που καταγράφονται στα πλάνα αποτελούν αντικειμενικά δεδομένα τα οποία, ευλόγως, δικαιολογούν την περαιτέρω διερεύνηση του σκοπού και της φύσης της συγκεκριμένης συνάντησης. Το Mercedes ταυτοποιήθηκε, μέσω των αριθμών εγγραφής που διακρίνονται στα πλάνα, ως όχημα ιδιοκτησίας του 1ου υπόπτου. Διευκρίνισε ο μάρτυρας ότι δεν ήταν διακριτά σε όλα τα πλάνα όλα τα νούμερα που συνθέτουν τον αριθμό εγγραφής, αλλά μέρος τους, από συγκεκριμένα πλάνα, γι’ αυτό χρειάστηκε και η ολοκλήρωση της εξέτασης των πλάνων και η περαιτέρω εξέταση του μηχανογραφημένου συστήματος της Αστυνομίας, σε συνάρτηση με το μοντέλο και το χρώμα του οχήματος, όπως αυτά ήταν ορατά στα πλάνα, για να υπάρξει η εν λόγω ταυτοποίηση. Στο παρόν στάδιο, η ιδιοκτησία του οχήματος δεν λογίζεται ως απόδειξη ότι ο 1ος ύποπτος ήταν ο συνοδηγός ή ότι επέβαινε σε αυτό κατά τον επίδικο χρόνο. Αυτό όμως δεν είναι και το απαιτούμενο επίπεδο απόδειξης στην παρούσα διαδικασία. Το στοιχείο της ιδιοκτησίας έχει σημασία που δεν μπορεί να παραγνωριστεί, συνεκτιμώμενο με τη συγκεκριμένη κίνηση του οχήματος και τη συνάντησή του με τη μοτοσικλέτα αμέσως μετά τη διάπραξη των υπό διερεύνηση αδικημάτων. Πρόσθετα, η πληροφορία που περιήλθε στην Αστυνομία δεν περιορίζεται στο ότι κατονομάστηκε ο 2ος ύποπτος ως το πρόσωπο που φέρεται να διενήργησε την επίθεση, αλλά περιέχει και ειδικότερη αναφορά ως προς τον τρόπο της προμήθειας του όπλου, το οποίο φέρεται να είχε εξασφαλιστεί από τον 1ο ύποπτο. Στο πλαίσιο αυτό, η υποψία εναντίον του 1ου υπόπτου δεν στηρίζεται αποκλειστικά στην ιδιοκτησία του Mercedes, αλλά και στον συνδυασμό της σύνδεσης του οχήματός του με τη μεταγενέστερη της επίθεσης συνάντηση και της πληροφορίας που τον συνδέει ειδικότερα με την προμήθεια του όπλου. Ως προς τον 2ο ύποπτο, μετά τη συνάντηση με το Mercedes, η μοτοσικλέτα ακολούθησε πορεία προς την περιοχή όπου βρίσκεται η πατρική του οικία. Η πορεία αυτή, εξεταζόμενη μόνη της, δεν θα ήταν επαρκής για να θεμελιώσει εύλογη υπόνοια ότι ο 2ος ύποπτος ήταν ο οδηγός της μοτοσικλέτας ή ο δράστης της επίθεσης. Αποτελεί όμως ένα πρόσθετο περιστατικό, το οποίο πρέπει να συνεκτιμηθεί με την πληροφορία που λήφθηκε μεταγενέστερα και η οποία κατονομάζει συγκεκριμένα τον 2ο ύποπτο ως τον δράστη, παρέχοντας συγχρόνως περαιτέρω λεπτομέρειες ως προς τον τρόπο προμήθειας του όπλου. Η ύπαρξη τέτοιων ειδικότερων πληροφοριών, σε συνδυασμό με την καταγραφείσα πορεία της μοτοσικλέτας μετά την επίθεση, προσδίδει στην υποψία συγκεκριμένο πραγματικό έρεισμα και δεν την αφήνει στο επίπεδο μιας γενικής, θεωρητικής ή υποθετικής εικασίας.
Η άρνηση οποιασδήποτε εμπλοκής από πλευράς των δύο υπόπτων αποτελεί δεδομένο που λαμβάνεται υπόψη. Ωστόσο δεν είναι έργο του Δικαστηρίου, σε αυτό το στάδιο, να αποφασίσει κατά πόσον η εκδοχή οποιουδήποτε είναι αληθήςˑ ούτε να επιλύσει οριστικά τυχόν αντιφάσεις ή να αξιολογήσει την αξιοπιστία των επιμέρους μαρτυρικών στοιχείων, όπως θα μπορούσε να συμβεί κατά την εκδίκαση σχετικής υπόθεσης. Το ερώτημα είναι κατά πόσο τα στοιχεία που βρίσκονται σήμερα στην κατοχή της Αστυνομίας, θεωρούμενα αντικειμενικά και σωρευτικά, είναι ικανά να δημιουργήσουν εύλογη και γνήσια υπόνοια για την εμπλοκή των δύο υπόπτων στα υπό διερεύνηση αδικήματα. Κρίνεται ότι το όριο αυτό ικανοποιείται, για τους λόγους που εξηγήθηκαν. Δηλαδή, ως προς τον 1ο ύποπτο, υφίσταται η σύνδεση οχήματος που φέρεται ως το όχημά του με τη συνάντηση που έλαβε χώρα σε άμεση χρονική εγγύτητα προς την επίθεση, σε συνδυασμό με την πληροφορία που τον συνδέει με την προμήθεια του όπλου. Ως προς τον 2ο ύποπτο, υφίσταται η καταγραφείσα πορεία της μοτοσικλέτας μετά την επίθεση, η οποία συνεκτιμάται με την ειδικότερη πληροφορία που τον κατονομάζει ως τον δράστη και περιγράφει περιστάσεις σχετικές με την εξασφάλιση του όπλου. Τα στοιχεία αυτά δεν καθιστούν αποδεδειγμένη την εμπλοκή οποιουδήποτε από τους δύο υπόπτους και ούτε κάτι τέτοιο απαιτείται. Αποτελούν όμως συγκεκριμένα γεγονότα και πληροφορίες που, κατά λογική προέκταση, εξεταζόμενα σωρευτικά, θα μπορούσαν να ικανοποιήσουν έναν αντικειμενικό παρατηρητή ότι υφίσταται πραγματική πιθανότητα εμπλοκής τους, η οποία χρήζει περαιτέρω αστυνομικής διερεύνησης. Δεν θα μπορούσαν να αγνοηθούν ή να θεωρηθούν απλώς τυχαία, χωρίς σχετική διερεύνηση. Η υποψία που υφίσταται εναντίον αμφοτέρων είναι βασισμένη σε συγκεκριμένα στοιχεία και κατ’ επέκταση εύλογη και γνήσια, για τους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας.
Οι ανακρίσεις βρίσκονται σε εξέλιξη. Αυτό το γεγονός δεν έχει αμφισβητηθεί. Γίνεται λεπτομερής περιγραφή του ανακριτικού έργου στη μαρτυρία.
Ως προς την αναγκαιότητα της κράτησης, δεν αρκεί για τους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας ούτε η σοβαρότητα των υπό διερεύνηση αδικημάτων ούτε η διαπίστωση ότι το ανακριτικό έργο δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί. Απαιτείται να προκύπτει ότι συγκεκριμένες ανακριτικές πράξεις που εκκρεμούν είναι τέτοιας φύσης ώστε η διενέργειά τους να ενδέχεται ευλόγως να επηρεαστεί εάν οι ύποπτοι αφεθούν ελεύθεροι. Από τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, προκύπτει ότι εκκρεμεί ουσιώδες ανακριτικό έργο το οποίο περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, τη λήψη σημαντικού αριθμού καταθέσεων από πρόσωπα που σχετίζονται με τις υπό διερεύνηση περιστάσεις. Σύμφωνα με τη μαρτυρία, μεταξύ των προσώπων από τα οποία αναμένεται να ληφθούν καταθέσεις υπάρχουν πρόσωπα τα οποία οι ύποπτοι έχουν τη δυνατότητα να προσεγγίσουν. Υπό τα δεδομένα αυτά, ο κίνδυνος επηρεασμού δεν προβάλλεται αφηρημένα ή αποκλειστικά λόγω της φύσης των αδικημάτων, αλλά συνδέεται με συγκεκριμένο και μη ολοκληρωμένο μέρος της έρευνας. Δεν απαιτείται, όπως ήδη αναφέρθηκε, να αποδειχθεί ότι επιχειρήθηκε πράγματι επηρεασμός μάρτυρα. Αρκεί η ύπαρξη πραγματικού και εύλογα δικαιολογημένου κινδύνου να παραβλαφθεί το ανακριτικό έργο. Περαιτέρω, η έρευνα δεν έχει ακόμη καταλήξει στον εντοπισμό και την εξασφάλιση ουσιωδών τεκμηρίων που, κατά τη θέση της Αστυνομίας, συνδέονται άμεσα με τον τρόπο διάπραξης των διερευνώμενων αδικημάτων και ειδικότερα της μοτοσικλέτας που καταγράφηκε σε σχέση με την επίθεση και του πυροβόλου όπλου που χρησιμοποιήθηκε. Η μη ανεύρεση των αντικειμένων αυτών, στο παρόν στάδιο, αποτελεί παράγοντα που πρέπει να συνεκτιμηθεί καθότι η δυνατότητα εντοπισμού και εξασφάλισής τους θα μπορούσε να υπονομευθεί, εάν πρόσωπα που ευλόγως τελούν υπό διερεύνηση ως προς τη σύνδεσή τους με αυτά είχαν τη δυνατότητα να επέμβουν, άμεσα ή έμμεσα, στην πορεία της έρευνας. Περαιτέρω, αναζητείται ακόμα ένα πρόσωπο που ήταν ο οδηγός του οχήματος Mercedes. Τα πιο πάνω δεν οδηγούν στο συμπέρασμα ότι οι ύποπτοι έχουν ήδη επιχειρήσει ή ότι οπωσδήποτε θα επιχειρήσουν να επηρεάσουν μάρτυρες ή να αποκρύψουν ή να καταστρέψουν τεκμήρια. Τέτοια διαπίστωση ούτε απαιτείται ούτε προκύπτει από την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία. Εκείνο που εξετάζεται είναι κατά πόσο, με βάση τα συγκεκριμένα δεδομένα της έρευνας και τις ανακριτικές πράξεις που απομένουν, υπάρχει λογικός κίνδυνος επηρεασμού του ανακριτικού έργου. Κρίνεται ότι τέτοιος κίνδυνος υφίσταται. Συνεκτιμώνται συναφώς ότι οι έρευνες, παρά την περί του αντιθέτου διατύπωση της υπεράσπισης των υπόπτων, βρίσκονται σε πρώιμο και ουσιώδες στάδιο μετά τη σύλληψη των δύο υπόπτων, ότι απομένει η λήψη καταθέσεων από σημαντικό αριθμό προσώπων και ότι εξακολουθούν να αναζητούνται κρίσιμα τεκμήρια. Η αποδέσμευση των υπόπτων πριν από την ολοκλήρωση των συγκεκριμένων αυτών ανακριτικών πράξεων θα δημιουργούσε πραγματική δυνατότητα παρέμβασης σε πηγές της μαρτυρίας ή σε τεκμήρια που ακόμη δεν έχουν περιέλθει στον έλεγχο της Αστυνομίας. Υπό αυτές τις περιστάσεις και σταθμίζοντας το δικαίωμα των υπόπτων στην προσωπική τους ελευθερία έναντι της ανάγκης διασφάλισης της ακεραιότητας των συγκεκριμένων και ήδη προσδιορισμένων ανακριτικών ενεργειών, κρίνεται ότι της κράτησής τους είναι αναγκαία για τη διευκόλυνση και απρόσκοπτη διεξαγωγή των ανακρίσεων και ότι ο ίδιος σκοπός δεν προκύπτει, με βάση τα δεδομένα που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, ότι θα μπορούσε να διασφαλιστεί επαρκώς με την άμεση απόλυσή τους ή με ηπιότερα μέσα.
Δόθηκε έμφαση κατά την αντεξέταση στο τι ήδη έπραξε η Αστυνομία μέχρι σήμερα, από τον Μάρτιο του 2026. Αυτή η παράμετρος δεν είναι απόλυτα σχετική. Η σύλληψη των δύο υπόπτων έγινε σήμερα το πρωί και κατ’ επέκταση και η ανάγκη κράτησής τους για τη διερεύνηση της σχετιζόμενης με αυτούς υπόθεσης που δίδει και το όλο ανακριτικό έργο που περιγράφεται στο Τεκμήριο Β. Δεν παρήλθε τέτοιο χρονικό διάστημα από τη σύλληψη των δύο υπόπτων, που να οδηγεί σε καταχρηστική κράτησή τους χωρίς αξιοποίησή της. Ο μάρτυρας εξάλλου αναφέρθηκε και στον μεγάλο όγκο πλάνων από τα ΚΚΒΠ ώστε να καταλήξουν στην ταυτοποίηση των δύο υπόπτων, αναφορικά με τους οποίους τα εντάλματα σύλληψης εκδόθηκαν την 3.6.2026. Νοείται ότι δεν ελέγχεται η νομιμότητα της έκδοσης των ενταλμάτων στο πλαίσιο αυτής της διαδικασίας. Ο κίνδυνος επηρεασμού μαρτύρων τοποθετείται σε συνάρτηση με το γεγονός ότι δύο κατέστησαν ύποπτοι και δη με τη σύλληψή τους και όχι σε οποιονδήποτε προγενέστερο χρόνο.
Συναφώς και ως προς τη χρονική διάρκεια της αιτούμενης κράτησης, το Δικαστήριο οφείλει να εξετάσει κατά πόσο το σύνολο των 8 ημερών που ζητείται συνδέεται εύλογα και αναλογικά με το ανακριτικό έργο που απομένει να διεκπεραιωθεί. Η διάρκεια της κράτησης δεν μπορεί να καθορίζεται με αναφορά μόνο στη σοβαρότητα των υπό διερεύνηση αδικημάτων ούτε να εγκρίνεται αυτόματα επειδή οι ανακρίσεις βρίσκονται ακόμη σε εξέλιξη. Πρέπει να δικαιολογείται από τον όγκο, τη φύση και τις πρακτικές απαιτήσεις των συγκεκριμένων ανακριτικών ενεργειών που εξακολουθούν να εκκρεμούν. Στην προκειμένη περίπτωση, από τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου προκύπτει ότι απομένει ουσιώδες ανακριτικό έργο. Μεταξύ άλλων, που αναλυτικά αναφέρονται στο Τεκμήριο Β, αναμένεται να ληφθούν συνολικά 43 καταθέσεις, ενώ παράλληλα εκκρεμούν και οι λοιπές ανακριτικές ενέργειες που περιγράφηκαν στη μαρτυρία. Πρόκειται συνεπώς όχι για μία ή για ορισμένες μεμονωμένες πράξεις που θα μπορούσαν ευλόγως να ολοκληρωθούν σε ιδιαίτερα σύντομο χρονικό διάστημα, αλλά για μία σειρά ανακριτικών ενεργειών που πρέπει να προωθηθούν και να ολοκληρωθούν με τη δέουσα επιμέλεια. Λαμβάνεται συναφώς υπόψη ότι η λήψη τόσο σημαντικού αριθμού καταθέσεων απαιτεί και εύλογο χρόνο, για τον εντοπισμό και την εξέταση των προσώπων από τα οποία αυτές θα ληφθούν. Συνεκτιμάται επίσης ότι το ανακριτικό έργο δεν εξαντλείται στη λήψη των καταθέσεων, αλλά περιλαμβάνει και τις λοιπές ενέργειες που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου και οι οποίες πρέπει να διενεργηθούν κατά τη διάρκεια της αιτούμενης περιόδου. Δεν παραγνωρίζεται ότι κάθε ημέρα κράτησης αποτελεί αυτοτελή περιορισμό του θεμελιώδους δικαιώματος των υπόπτων στην προσωπική τους ελευθερία. Για τον λόγο αυτό, το αιτούμενο χρονικό διάστημα εξετάζεται αυστηρά και οπωσδήποτε όχι ως χρόνος που παρέχεται στην Αστυνομία χάριν ευχέρειας ή απλώς για την ολοκλήρωση της διερεύνησης με άνεση. Το ζητούμενο είναι κατά πόσο, με βάση τα δεδομένα που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, οι 8 ημέρες αποτελούν εύλογο χρόνο για την προώθηση των συγκεκριμένων ανακριτικών ενεργειών για τις οποίες η κράτηση κρίθηκε αναγκαία. Έχοντας υπόψη τη φύση των υπό διερεύνηση αδικημάτων και τον αριθμό των καταθέσεων που απομένει να ληφθούν, συνολικά 43, σε συνδυασμό με τη φύση και την έκταση του όλου ανακριτικού έργου που περιγράφηκε, κρίνεται ότι το αιτούμενο διάστημα των 8 ημερών δεν είναι, υπό τις παρούσες περιστάσεις, δυσανάλογο προς τις ανάγκες της έρευνας και δικαιολογείται. Η έγκριση του χρονικού αυτού διαστήματος δεν παρέχει στην Αστυνομία ανεπιφύλακτα ολόκληρη την περίοδο των 8 ημερών ανεξάρτητα από την πρόοδο των ανακρίσεων. Παραμένει καθήκον των ανακριτικών Αρχών να ενεργούν με τη μεγαλύτερη δυνατή ταχύτητα και επιμέλεια και εάν το ανακριτικό έργο για το οποίο κρίθηκε αναγκαία η κράτηση ολοκληρωθεί νωρίτερα ή εκλείψει η αναγκαιότητά της, η συνέχιση της στέρησης της ελευθερίας των υπόπτων δεν θα δικαιολογείται για μόνο τον λόγο ότι δεν έχει εκπνεύσει ακόμη η χρονική περίοδος που καθορίζεται με το παρόν διάταγμα.
Κατάληξη
Για τους λόγους που εξηγήθηκαν, επειδή με βάση τη μαρτυρία που έχει παρουσιαστεί ικανοποιείται στον απαιτούμενο βαθμό η διάπραξη των υπό διερεύνηση αδικημάτων από τους δύο υπόπτους, όπως περιγράφονται στην αίτηση, το εύλογο και γνήσιο της υποψίας αναφορικά με την εμπλοκή τους, η μη ολοκλήρωση του ανακριτικού έργου και η αναγκαιότητα της κράτησης και των δύο υπόπτων, και επειδή ο χρόνος των 8 ημερών με τα δεδομένα που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου δικαιολογείται, και σταθμίζοντας από τη μία το δικαίωμα των δύο υπόπτων στην προσωπική ελευθερία τους και το δημόσιο συμφέρον στη διερεύνηση των συγκεκριμένων σοβαρών αδικημάτων, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου κλίνει υπέρ της έγκρισης της αίτησης και γι’ αυτό η αίτηση εγκρίνεται.
Εκδίδεται διάταγμα με το οποίο ο 1ος ύποπτος και ο 2ος ύποπτος παραπέμπονται σε αστυνομική κράτηση έκαστος για περίοδο 8 ημερών.
(Υπ.) ................................
Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ
[1] Άρθρο 24 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155
[2] Sletkeviciute v. Αστυνομίας, ΠΕ 171/23, 04.07.2024, Θεοφάνους ν. Αστυνομίας, ΠΕ 120/2024 κ.ά., 28.05.2024, Ιγνατίου ν. Αστυνομίας (2004) 2 ΑΑΔ 502.
[3] Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Χριστοφή, ΠΕ 18/2025, 04.02.2025, Sletkeviciute v. Αστυνομίας, ΠΕ 171/23, 04.07.2024, Θεοφάνους ν. Αστυνομίας, ΠΕ 120/2024 κ.ά., 28.05.2024, Ιωσήφ ν. Αστυνομίας, ΠΕ 104/24 κ.ά, 02.05.2024, Ιωσήφ ν. Αστυνομίας, ΠΕ 111/24 κ.ά, 14.05.2024, Yordanova v. Αστυνομίας, ΠΕ 22/24, 19.02.2024, Αριστοδήμου v. Αστυνομίας (2014) 2(Β) ΑΑΔ 667, Ζαννέτου v. Αστυνομίας (2013) 2 ΑΑΔ 652, Mahapini v. Αστυνομίας (2008) 2 ΑΑΔ 330, Stamataris v. The Police (1983) 2 CLR 107.
[4] Συμιλλίδης ν. Αστυνομίας (Αρ. 1) (1997) 2 ΑΑΔ 160, Αντωνίου ν. Αστυνομίας (2005) 2 ΑΑΔ 240.
[5] Petkov and Profirov v. Bulgary, 2014, § 52· Erdagöz v. Turkey, 1997, § 51.
[6] Mehmet Hasan Altan ν. Τurkey, 2018, § 125ˑ Brogan and Others v. the United Kingdom, 1988, §§ 52-54ˑ Labita ν. Italy [GC], 2000, § 155ˑ O'Hara v. The United Kingdom, 2001, § 36.
[7] Selahattin Demirtaş v. Turkey (no. 2) [GC], 2020, § 314ˑ Mehmet Hasan Altan v. Turkey, 2018, § 124ˑ Fernandes Pedroso v. Portugal, 2018, § 87.
[8] Sabuncu and Others v. Turkey, 2020, § 145.
[9] Selahattin Demirtaş v. Turkey (no. 2) [GC], 2020, § 314· Ilgar Mammadov v. Azerbaijan, 2014, § 88ˑ Erdagöz ν. Turkey, 1997, § 51ˑ Fox, Campbell and Hartley ν. The United Kingdom, 1990, § 32.
[10] Ibrahimov and Mammadov ν. Azerbaijan, 2020, §§ 113-131.
[11] Ι.Μ. ν. Αστυνομίας, ΠΕ 40/2023, ECLI:CY:AD:2023:B120, 04.04.2023, Tsirides v. Police (1973) 2 CLR 204.
[12] Ζανέτου v. Αστυνομίας (2013) 2 ΑΑΔ 652.
[13] Πέτρου ν Αστυνομίας (1999) 2 ΑΑΔ 679.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο