ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.
ΕΕΕ 9 / 2025
Αναφορικά με την Ευρωπαϊκή Εντολή Έρευνας (ΕΕΕ) που εξέδωσε το District Court of Zvolen, της Σλοβακικής Δημοκρατίας, για δικαστική συνδρομή σχετικά με τη λήψη μαρτυρίας από τον κατηγορούμενο M. A. H., με εικονοτηλεδιάσκεψη
Ημερομηνία: 26 Αυγούστου 2026
Εμφανίσεις:
χωρίς εμφάνιση
_________________
Αίτημα ημερομηνίας 17.8.2026 για περαιτέρω εικονοτηλεδιάσκεψη
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Η Ευρωπαϊκή Εντολή Έρευνας (ΕΕΕ) αρ. 9/2025 εκδόθηκε από την αρμόδια Αρχή της Σλοβακικής Δημοκρατίας για τη διενέργεια εικονοτηλεδιάσκεψης προς εξέταση του κατηγορουμένου M. A. H., ο οποίος διαμένει στη Λεμεσό, στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας ενώπιον του District Court of Zvolen. Το αίτημα, όπως τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, αφορούσε την εξέταση του πιο πάνω προσώπου υπό την ιδιότητα του κατηγορουμένου μέσω εικονοτηλεδιάσκεψης από το Δικαστήριο του κράτους έκδοσης. Η εικονοτηλεδιάσκεψη είχε αρχικά οριστεί για τις 20.10.2025 και ώρα 13:00 και η αιτούμενη συνδρομή είχε προσδιοριστεί σε διάρκεια μίας ώρας.
Ακολούθως, στο πλαίσιο εκτέλεσης της ίδιας ΕΕΕ, παρασχέθηκε η απαιτούμενη συνδρομή και πραγματοποιήθηκαν εικονοτηλεδιασκέψεις σε περισσότερες ημερομηνίες και για χρονικό διάστημα που υπερέβη ουσιωδώς την αρχικά προβλεφθείσα διάρκειαˑ ειδικότερα ήταν πολλαπλάσιος χρόνος. Ο κατηγορούμενος εμφανίστηκε κατ’ επανάληψη μέσω των εγκαταστάσεων του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού και η εξέτασή του από το Δικαστήριο του κράτους έκδοσης έλαβε χώρα στο πλαίσιο των εν λόγω συνεδριών, με παράλληλη δέσμευση χρόνου του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού.
Με ηλεκτρονική επιστολή ημερομηνίας 17.8.2026 υποβλήθηκε αίτημα για την πραγματοποίηση νέας εικονοτηλεδιάσκεψης στις 16.9.2026, το οποίο τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου για τη λήψη σχετικής απόφασης. Στο υπό εξέταση αίτημα, παρατηρείται πως δεν προσδιορίζεται ότι η ζητούμενη νέα συνεδρία αφορά την περαιτέρω εξέταση του κατηγορουμένου προς συλλογή αποδεικτικού υλικού. Δεν αναφέρεται ποιο είναι το αντικείμενο τυχόν περαιτέρω εξέτασης, ούτε ότι παρέμεινε ανεκτέλεστο μέρος του ερευνητικού μέτρου που περιγράφεται στην ΕΕΕ 9/2025. Ούτε εξηγείται κατά πόσον πρόκειται για συνέχιση προηγούμενης εξέτασης ή, αντίθετα, για συμμετοχή του κατηγορουμένου σε μεταγενέστερη συνεδρίαση της δίκης του. Το ζήτημα που ανακύπτει από το υπό εξέταση αίτημα, το οποίο οδηγεί και στην ανάγκη έκδοσης αιτιολογημένης απόφασης, δεν είναι κατά πόσον μπορεί να συμφωνηθεί νέα ημερομηνία εικονοτηλεδιάσκεψης, αλλά κατά πόσον το μεταγενέστερο αίτημα της 17.8.2026 εξακολουθεί να αποτελεί εκτέλεση του συγκεκριμένου ερευνητικού μέτρου που διατάχθηκε με την ΕΕΕ 9/2025 ή αν, με αυτήν, επιδιώκεται πλέον διαφορετικός ή πρόσθετος σκοπός.
Η ΕΕΕ αποτελεί μηχανισμό δικαστικής συνεργασίας στηριζόμενο στην αρχή της αμοιβαίας αναγνώρισης. Δεν αποτελεί, όμως, γενικό μηχανισμό δικαστικής συνδρομής για οποιαδήποτε μορφή διασυνοριακής συμμετοχής σε ποινική διαδικασία. Κατά το άρθρο 1(1) της Οδηγίας 2014/41/ΕΕ, η ΕΕΕ είναι δικαστική απόφαση που εκδίδεται ή επικυρώνεται από δικαστική αρχή κράτους μέλους για την εκτέλεση ενός ή περισσότερων συγκεκριμένων ερευνητικών μέτρων σε άλλο κράτος μέλος προς λήψη αποδεικτικών στοιχείων. Την ίδια ουσιαστική προϋπόθεση μεταφέρει στο κυπριακό δίκαιο ο περί της Ευρωπαϊκής Εντολής Έρευνας σε Ποινικές Υποθέσεις Νόμος, Ν. 181(I)/2017, σύμφωνα με τον οποίον η ΕΕΕ έχει ως σκοπό την εκτέλεση ενός ή περισσότερων συγκεκριμένων ερευνητικών μέτρων σε άλλο κράτος μέλος για τη λήψη αποδεικτικών στοιχείων. Η φύση της ΕΕΕ ως μέσου συλλογής αποδείξεων αποτελεί στοιχείο του καθ’ ύλην πεδίου εφαρμογής της.
Ειδικότερα ως προς την εικονοτηλεδιάσκεψη, το άρθρο 24(1) της Οδηγίας 2014/41/ΕΕ προβλέπει ρητά τη δυνατότητα έκδοσης ΕΕΕ για την εξέταση υπόπτου ή κατηγορουμένου με εικονοτηλεδιάσκεψη ή άλλο είδος οπτικοακουστικής μετάδοσης. Αντίστοιχη ρύθμιση περιλαμβάνεται στον εγχώριο νόμο. Η εξέταση αυτή υπόκειται σε ειδικές εγγυήσεις. Μεταξύ άλλων, ο ύποπτος ή κατηγορούμενος πρέπει να συναινεί, ενώ οι πρακτικές ρυθμίσεις της εξέτασης συμφωνούνται μεταξύ της Αρχής έκδοσης και της Αρχής εκτέλεσης. Η κυπριακή Αρχή εκτέλεσης έχει, μεταξύ άλλων, καθήκον να κλητεύει τον κατηγορούμενο προς εξέταση, να διασφαλίζει την ταυτότητά του και να μεριμνά για την τήρηση των θεμελιωδών αρχών του δικαίου της Δημοκρατίας. Ως προς την αναφορά του άρθρου 25(3) σε «πρακτικές ρυθμίσεις» προσεγγίζεται πως η ημερομηνία, η ώρα, η διάρκεια και οι τεχνικές λεπτομέρειες της εικονοτηλεδιάσκεψης δεν αποτελούν καθαυτές το ερευνητικό μέτρο, αλλά τον τρόπο εκτέλεσής του. Κατά συνέπεια, η απλή μεταβολή ημερομηνίας ή η ανάγκη συνέχισης μιας εξέτασης που πράγματι παραμένει ημιτελής δεν απαιτεί, άνευ ετέρου, νέα ΕΕΕ και μπορεί να εντάσσεται στις πρακτικές ρυθμίσεις για την ολοκλήρωση του ίδιου ερευνητικού μέτρου. Το ζήτημα διαφοροποιείται, όμως, όταν το ερευνητικό μέτρο έχει ήδη εκτελεστεί και ζητείται μεταγενέστερη συνεδρία χωρίς να προκύπτει ότι αυτή αποτελεί συνέχιση της ίδιας εξέτασης ή ότι εξυπηρετεί συγκεκριμένο περαιτέρω αποδεικτικό σκοπό.
Το ζήτημα του πεδίου εφαρμογής του άρθρου 24 εξετάστηκε πρόσφατα από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) και στην απόφαση της 18.12.2025, C-325/24, Bissilli, EU:C:2025:989. Τέθηκε, μεταξύ άλλων, κατά πόσον μπορεί να χρησιμοποιηθεί ΕΕΕ για την εξέταση κατηγορουμένου μέσω εικονοτηλεδιάσκεψης κατά τη διάρκεια της ίδιας της ποινικής δίκης, όταν η εκτέλεση του ερευνητικού μέτρου έχει συγχρόνως ως αποτέλεσμα την παρουσία ή συμμετοχή του κατηγορουμένου στη δίκη. Το ΔΕΕ απάντησε καταφατικά, αλλά με ουσιώδη προϋπόθεση. Στις σκέψεις 55 και 56 έκρινε, κατ’ ουσίαν, ότι δεν θα ήταν συμβατό με τον σκοπό της Οδηγίας να αποκλείεται η έκδοση ΕΕΕ για συγκεκριμένο ερευνητικό μέτρο προς συλλογή αποδεικτικών στοιχείων απλώς και μόνον επειδή η εκτέλεσή του έχει παράλληλα ως αποτέλεσμα την παράσταση του κατηγορουμένου στη δίκη. Απεναντίας, στη σκέψη 57 το ΔΕΕ έθεσε σαφώς το εξωτερικό όριο του θεσμού, ότι δηλαδή η ΕΕΕ δεν μπορεί να έχει ως σκοπό τη διασφάλιση της παράστασης του κατηγορουμένου στη δίκη όταν δεν συντρέχει αποδεικτικός σκοπός. Η αρχή αυτή περιλήφθηκε και στο διατακτικό της απόφασης. Τα άρθρα 3, 22 και 24 της Οδηγίας ερμηνεύθηκαν υπό την έννοια ότι μπορεί να εκδοθεί ΕΕΕ για εξέταση του κατηγορουμένου μέσω εικονοτηλεδιάσκεψης κατά τη διάρκεια της δίκης του, ακόμη και όταν η εκτέλεση του μέτρου συνεπάγεται συγχρόνως την παράστασή του στη δίκη, εφόσον το μέτρο έχει αποδεικτικό σκοπό και η εκτέλεσή του δεν υπερβαίνει ό,τι είναι αναγκαίο για τη συλλογή αποδεικτικών στοιχείων. Περαιτέρω, στη σκέψη 60 της Bissilli, το ΔΕΕ συνέδεσε ακριβώς τις πρακτικές ρυθμίσεις του άρθρου 24(3) με την απαίτηση αυτή. Η Αρχή εκτέλεσης, όταν συμφωνεί τις πρακτικές ρυθμίσεις της εικονοτηλεδιάσκεψης, πρέπει να μπορεί να διασφαλίζει ότι η εκτέλεση του μέτρου δεν υπερβαίνει το αναγκαίο για τη συλλογή αποδεικτικών στοιχείων. Η ίδια απόφαση επιβεβαιώνει πως δεν επιτρέπεται στην Αρχή εκτέλεσης να δημιουργεί πρόσθετους, γενικούς λόγους άρνησης πέραν εκείνων που προβλέπει η Οδηγία. Το ΔΕΕ έκρινε, μεταξύ άλλων, ότι η εκτέλεση ΕΕΕ για εξέταση κατηγορουμένου με εικονοτηλεδιάσκεψη δεν μπορεί να απορρίπτεται μόνον επειδή το ίδιο μέτρο δεν θα ήταν διαθέσιμο σε παρόμοια εγχώρια υπόθεση, ούτε με επίκληση γενικών κατευθυντήριων γραμμών χωρίς εξατομικευμένη εξέταση των περιστάσεων. Η αρχή αυτή, όμως, προϋποθέτει ότι υπάρχει ενώπιον της αρχής εκτέλεσης ΕΕΕ η οποία πράγματι εμπίπτει στο καθ’ ύλην πεδίο εφαρμογής της Οδηγίας. Δεν καθιστά δηλαδή μία ήδη εκτελεσθείσα ΕΕΕ διαρκή βάση για κάθε μεταγενέστερη συμμετοχή του κατηγορουμένου στη δίκη του.
Συναφώς διαφορετικό είναι το ζήτημα του δικαιώματος του κατηγορουμένου να παρίσταται στη δίκη του. Το άρθρο 8(1) της Οδηγίας (ΕΕ) 2016/343 επιβάλλει στα κράτη μέλη να διασφαλίζουν το δικαίωμα των υπόπτων και κατηγορουμένων να παρίστανται στη δίκη τους. Η έκταση του δικαιώματος αυτού σε σχέση με την τηλεδιάσκεψη αποτέλεσε αντικείμενο και της απόφασης του ΔΕΕ της 4.7.2024 στην C-760/22, FP κ.λπ. (Δίκη μέσω τηλεδιάσκεψης), EU:C:2024:574. Το ΔΕΕ επισήμανε στη σκέψη 28 ότι η Οδηγία 2016/343 θεσπίζει ελάχιστους κοινούς κανόνες και δεν προβαίνει σε πλήρη εναρμόνιση της ποινικής δικονομίας. Ειδικότερα, το άρθρο 8(1) δεν ρυθμίζει το ζήτημα κατά πόσον τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν ότι ο κατηγορούμενος δύναται, κατόπιν ρητού αιτήματός του, να συμμετέχει στη δίκη του μέσω εικονοτηλεδιάσκεψης. Το ζήτημα αυτό παραμένει, κατά το ΔΕΕ, στο πεδίο του εθνικού δικαίου. Στη σκέψη 29 το ΔΕΕ διευκρίνισε ότι, ακριβώς επειδή το άρθρο 8(1) δεν ρυθμίζει τον συγκεκριμένο τρόπο συμμετοχής, δεν εμποδίζει τα κράτη μέλη να επιτρέπουν σε κατηγορούμενο, κατόπιν ρητού αιτήματός του, να συμμετέχει στη δίκη μέσω εικονοτηλεδιάσκεψης. Η Οδηγία δεν αποκλείει την τηλεδιάσκεψη. Δεν απονέμει, όμως, στον κατηγορούμενο και αυτοτελές ενωσιακό δικαίωμα να απαιτήσει η παράστασή του να πραγματοποιηθεί με συγκεκριμένο τεχνικό τρόπο και, πολύ περισσότερο, δεν δημιουργεί αυτοτελή υποχρέωση δικαστικής Αρχής άλλου κράτους μέλους να διαθέτει εγκαταστάσεις τηλεδιάσκεψης ανεξαρτήτως της νομικής βάσης της διασυνοριακής συνδρομής. Το ΔΕΕ υπογράμμισε περαιτέρω, στις σκέψεις 30 και 31, ότι όταν το εθνικό δίκαιο επιτρέπει εξ αποστάσεως συμμετοχή πρέπει να διασφαλίζεται πλήρως το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη, η αρχή του τεκμηρίου αθωότητας και τα δικαιώματα υπεράσπισης. Ειδικότερα, ο κατηγορούμενος πρέπει να είναι σε θέση να παρακολουθεί τη διαδικασία και να ακούγεται χωρίς τεχνικά εμπόδια, καθώς και να επικοινωνεί αποτελεσματικά και εμπιστευτικά με τον συνήγορό του. Το διατακτικό της απόφασης αποδίδει την ίδια αρχή, ότι το άρθρο 8(1) της Οδηγίας 2016/343 δεν αντιτίθεται σε συμμετοχή μέσω εικονοτηλεδιάσκεψης κατόπιν ρητού αιτήματος του κατηγορουμένου, υπό την προϋπόθεση ότι διασφαλίζεται το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη.
Οι ως άνω αποφάσεις μπορούν να αναγνωστούν συμπληρωματικά και πάντως χωρίς τη σύγχυση του περιεχομένου τους, οδηγώντας και στην κατάληξη. Η FP αφορά το δικαίωμα παράστασης και τον επιτρεπτό τρόπο άσκησής του χωρίς να καθιερώνει δικαίωμα του κατηγορουμένου να απαιτεί εικονοτηλεδιάσκεψη βάσει της Οδηγίας 2016/343. Το ζήτημα του τρόπου εξ αποστάσεως συμμετοχής αφήνεται καταρχήν στο εθνικό δίκαιο, υπό τις εγγυήσεις της δίκαιης δίκης. Η Bissilli αφορά το καθ’ ύλην πεδίο της ΕΕΕ. Η εικονοτηλεδιάσκεψη μπορεί να οργανωθεί μέσω ΕΕΕ όταν αποτελεί μέσο εξέτασης του κατηγορουμένου με αποδεικτικό σκοπό. Η παράλληλη εξασφάλιση της παρουσίας του στη δίκη δεν αναιρεί τη νομιμότητα της ΕΕΕ. Δεν ισχύει, όμως, το αντίστροφο, δηλαδή η επιθυμία ή η ανάγκη του κατηγορουμένου να παρίσταται στη δίκη του δεν μπορεί από μόνη της να καταστήσει την τηλεδιάσκεψη ερευνητικό μέτρο της Οδηγίας 2014/41/ΕΕ.
Υπό το φως των ανωτέρω, σημειώνεται πως η συγκεκριμένη ΕΕΕ 9/2025 δεν αφορούσε γενικά τη διασύνδεση του κατηγορουμένου με το District Court of Zvolen για τη διάρκεια της ποινικής του δίκης. Ζητούσε τη συνδρομή των κυπριακών Αρχών για εξέτασή του ως κατηγορουμένου μέσω εικονοτηλεδιάσκεψης. Το ερευνητικό αυτό μέτρο εκτελέστηκε. Πραγματοποιήθηκαν περισσότερες της μίας συνεδρίες και παρασχέθηκε χρόνος πολλαπλάσιος εκείνου που είχε αρχικά προβλεφθεί, προκειμένου να καταστεί δυνατή η εξέταση του κατηγορουμένου. Παρεμβάλλεται πως το Δικαστήριο δεν θεωρεί ασφαλώς πως η υπέρβαση της αρχικά προβλεφθείσας διάρκειας αποτελεί λόγο άρνησης ή ότι δημιουργεί οποιοδήποτε νομικό κώλυμα. Αναφέρεται στον βαθμό που καταδεικνύει ότι οι πρακτικές ρυθμίσεις προσαρμόστηκαν στην πορεία προκειμένου να διευκολυνθεί η ουσιαστική εκτέλεση του ερευνητικού μέτρου. Ούτε το γεγονός ότι το νέο αίτημα διαβιβάστηκε με ηλεκτρονική επιστολή αποτελεί λόγο μη αποδοχής του και δεν είναι εκεί η εστίαση, εφόσον η απευθείας επικοινωνία μεταξύ των αρμόδιων Αρχών αποτελεί μέρος της λειτουργίας του συστήματος της ΕΕΕ. Το ζήτημα είναι ότι μετά την ήδη συντελεσθείσα εξέταση, ζητείται τώρα, σχεδόν ένα έτος αργότερα, νέα εικονοτηλεδιάσκεψη, χωρίς να προσδιορίζεται ότι ο κατηγορούμενος πρόκειται να εξεταστεί περαιτέρω, χωρίς να αναφέρεται το αντικείμενο τέτοιας εξέτασης και χωρίς να προκύπτει ότι κάποιο μέρος του ερευνητικού μέτρου της ΕΕΕ 9/2025, στο πλαίσιο της οποίας υποβλήθηκε το νέο αίτημα, παρέμεινε ανεκτέλεστο.
Υπό αυτά τα δεδομένα, το Δικαστήριο δεν μπορεί να αντιμετωπίσει το αίτημα της 17.8.2026 ως απλή μεταβολή της ημερομηνίας μιας εκκρεμούς εξέτασης κατά την έννοια των πρακτικών ρυθμίσεων του άρθρου 24(3) της Οδηγίας και αντίστοιχα του άρθρου 25(3) του Ν. 181(I)/2017. Η εξουσία συμφωνίας πρακτικών ρυθμίσεων, όπως προαναφέρθηκε, προϋποθέτει ένα ερευνητικό μέτρο το οποίο να εξακολουθεί να εκτελείται και συνακόλουθα δεν παρέχει και εξουσία επέκτασης του ουσιαστικού αντικειμένου της ήδη εκτελεσθείσας ΕΕΕ.
Η αντίθετη ερμηνεία θα οδηγούσε στο αποτέλεσμα μία ΕΕΕ που εκδόθηκε για συγκεκριμένη εξέταση να λειτουργεί ως ανοικτή και χρονικά απεριόριστη εξουσιοδότηση για κάθε μεταγενέστερη συνεδρία της αλλοδαπής ποινικής δίκης. Τέτοια προσέγγιση δεν συμβιβάζεται ούτε με το άρθρο 1 της Οδηγίας ούτε με την έμφαση της Bissilli στο συγκεκριμένο ερευνητικό μέτρο, στον αποδεικτικό σκοπό και στην απαίτηση η εκτέλεση να μην υπερβαίνει το αναγκαίο για τη συλλογή αποδείξεων. Η ύπαρξη του δικαιώματος του κατηγορουμένου να παρίσταται στη δίκη του δεν οδηγεί σε διαφορετικό αποτέλεσμα. Το Δικαστήριο δεν αμφισβητεί ούτε καλείται να αποφανθεί επί της έκτασης του δικαιώματος του κατηγορουμένου να παρίσταται στη δίκη που διεξάγεται στη Σλοβακική Δημοκρατία. Η διασφάλιση του δικαιώματος αυτού βαρύνει, κατά πρώτο λόγο, το κράτος και το δικαστήριο ενώπιον του οποίου διεξάγεται η ποινική διαδικασία, σύμφωνα με το εφαρμοστέο δίκαιο και τις απαιτήσεις του ενωσιακού δικαίου.
Κατ’ ακολουθία, εάν η ζητούμενη συνεδρία της 16.9.2026 αφορά νέα εξέταση του κατηγορουμένου για αποδεικτικούς σκοπούς, πρόκειται για πρόσθετο ερευνητικό μέτρο του οποίου το αντικείμενο και ο σκοπός πρέπει να προσδιοριστούν δεόντως από την Αρχή έκδοσης. Εάν, αντίθετα, ο σκοπός της ζητούμενης σύνδεσης είναι αποκλειστικά η συμμετοχή ή παράσταση του κατηγορουμένου σε μεταγενέστερη συνεδρίαση της δίκης του, χωρίς να πρόκειται να εξεταστεί προς συλλογή αποδεικτικών στοιχείων, τέτοιο αίτημα δεν εμπίπτει στο καθ’ ύλην πεδίο εφαρμογής της ΕΕΕ, όπως αυτό ερμηνεύθηκε. Σε οποιαδήποτε από τις δύο περιπτώσεις, δεν μπορεί το νέο αίτημα να θεωρηθεί ότι καλύπτεται από την ήδη εκτελεσθείσα ΕΕΕ 9/2025.
Συναφώς διευκρινίζεται, για να είναι απόλυτα σαφές, ότι η κατάληξη στην οποία οδηγείται το Δικαστήριο μέσα από την εκτεθείσα ανάλυση δεν συνιστά άρνηση αναγνώρισης ή εκτέλεσης μίας νέας ΕΕΕ κατά τα άρθρα 11 ή 24(2) της Οδηγίας ή τα αντίστοιχα άρθρα του Ν. 181(I)/2017. Δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου νέα ΕΕΕ προς αναγνώριση ή εκτέλεση. Η ΕΕΕ 9/2025 έχει ήδη αναγνωριστεί και το συγκεκριμένο ερευνητικό μέτρο που περιέγραφε έχει εκτελεστεί. Αυτό που τίθεται τώρα ενώπιον του Δικαστηρίου είναι ένα μεταγενέστερο αίτημα, υποβληθέν μέσω ηλεκτρονικής επικοινωνίας, για νέα εικονοτηλεδιάσκεψη, στο πλαίσιο της υφιστάμενης ΕΕΕ 9/2025, χωρίς να καθίσταται σαφές ότι αυτή εξακολουθεί να αποτελεί μέρος του ίδιου, ανεκτέλεστου ερευνητικού μέτρου, αλλά και χωρίς οποιαδήποτε ένδειξη ότι όλες οι εικονοτηλεδιασκέψεις που προηγήθηκαν από το 2025 και που υπερέβησαν κατά πολύ τον αρχικά ζητηθέντα και υπολογισθέντα χρόνο, άφησαν το αίτημα ή οποιοδήποτε μέρος του ανεκτέλεστο. Επομένως, δεν θεωρείται πως τίθεται ζήτημα δημιουργίας ή επίκλησης πρόσθετου λόγου άρνησης πέραν όσων προβλέπει η Οδηγία. Το ζήτημα κατ’ ακρίβεια προηγείται λογικά των λόγων άρνησης, αφού αφορά το αντικείμενο και τα όρια της ήδη εκτελεσθείσας ΕΕΕ.
Ως εκ των ανωτέρω, το αίτημα που διαβιβάστηκε με την ηλεκτρονική επιστολή ημερομηνίας 17.8.2026 για πραγματοποίηση νέας εικονοτηλεδιάσκεψης στις 16.9.2026 κρίνεται ότι θα πρέπει να οδηγηθεί σε απόρριψη, στο πλαίσιο της ΕΕΕ 9/2025. Η αρμόδια Αρχή του κράτους έκδοσης δύναται, εφόσον επιδιώκεται περαιτέρω εξέταση του κατηγορουμένου προς συλλογή αποδεικτικών στοιχείων, να υποβάλει νέα ή, κατά περίπτωση, συμπληρωματική ΕΕΕ, στην οποία να προσδιορίζονται το ερευνητικό μέτρο, ο αποδεικτικός σκοπός της περαιτέρω εξέτασης και η σχέση της με την εξέταση που έχει ήδη διενεργηθεί. Τυχόν νέα ή συμπληρωματική ΕΕΕ μπορεί να εξεταστεί αυτοτελώς, χωρίς η παρούσα απόφαση να προδικάζει με οποιονδήποτε τρόπο την κρίση επί της αναγνώρισης ή εκτέλεσής της. Για όλους τους λόγους που εξηγήθηκαν, το αίτημα ημερομηνίας 17.8.2026 δεν μπορεί να εγκριθεί ως αίτημα περαιτέρω εκτέλεσης της ΕΕΕ 9/2025 και γι’ αυτό απορρίπτεται.
Δίδονται οδηγίες: να ειδοποιηθεί από την αρμόδια Πρωτοκολλητή η αρμόδια Αρχή του κράτους έκδοσης για την απόφαση του Δικαστηρίου.
(Υπ.) …………………………
Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο