Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. P.K. κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 18187/2025, 22/7/2026
print
Τίτλος:
Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. P.K. κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 18187/2025, 22/7/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Γ. Ππεκρή, Ε.Δ.

Αρ. Υπόθεσης: 18187/2025

 

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού

Κατηγορούσα Αρχή

ν

 

1.     P.K.

2.     T.S.S.

Κατηγορούμενοι

Ημερομηνία: 22 Ιουλίου 2026

Εμφανίσεις:

Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Γ. Αργυρού.

Για Κατηγορούμενο 1: κα Δ. Χριστοδούλου.

Για Κατηγορούμενο 2: κα Δ. Πιττάλη.

Κατηγορούμενοι 1 και 2 παρόντες.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

[Ι] Εισαγωγή

 

Μέσα στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης, ο 1ος κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τρεις κατηγορίες και συγκεκριμένα για τα αδικήματα της συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος (1η κατηγορία), της πλαστοπροσωπίας (2η κατηγορία) και της παραμονής στη Δημοκρατία μετά τη λήξη της άδειας παραμονής του (3η κατηγορία), κατά παράβαση των σχετικών προνοιών του Ποινικού Κώδικα και της οικείας νομοθεσίας.

 

Ο 2ος κατηγορούμενος, αντιμετωπίζει από κοινού με τον 1ο κατηγορούμενο την 1η κατηγορία και επιπρόσθετα την 4η κατηγορία, αναφορικά με το αδίκημα της παροχής συνδρομής στη διάπραξη ποινικού αδικήματος, κατά παράβαση των σχετικών προνοιών του Ποινικού Κώδικα.

 

Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της 1ης κατηγορίας, οι κατηγορούμενοι, μεταξύ άγνωστης ημερομηνίας και της 16ης Νοεμβρίου 2025 στη Λεμεσό, συνωμότησαν μεταξύ τους να διαπράξουν κακούργημα, δηλαδή πλαστοπροσωπία. Σύμφωνα επίσης με τις λεπτομέρειες επί του κατηγορητηρίου σε σχέση με τις κατηγορίες 2 και 3, ο 1ος κατηγορούμενος, την 17η Νοεμβρίου 2025 στη Λεμεσό, με σκοπό την καταδολίευση του Αστ. [ ], ψευδώς παρέστησε τον εαυτό του ως τον 2ο κατηγορούμενο, ενώ μεταξύ 25.10.2023 – 22.11.2025 στη Λεμεσό, ενώ ήταν αλλοδαπός και βρισκόταν στην Κύπρο με άδεια παραμονής και εργασίας μέχρι την 24.10.2023, παρέμεινε στη Δημοκρατία χωρίς να εξασφαλίσει σχετική άδεια. Τέλος, σύμφωνα με τις λεπτομέρειες επί του κατηγορητηρίου που αφορούν στην 4η κατηγορία, ο 2ος κατηγορούμενος, την 17.11.2025 στη Λεμεσό, παρείχε συνδρομή στον 1ο κατηγορούμενο να διαπράξει το ποινικό αδίκημα της πλαστοπροσωπίας.

 

[ΙΙ] Ακροαματική Διαδικασία και Προσκομισθείσα Μαρτυρία

 

Ο 1ος κατηγορούμενος παραδέχθηκε ενοχή στις κατηγορίες 2 και 3, ενώ αρνήθηκε ενοχή στην 1η κατηγορία. Ο 2ος κατηγορούμενος, αρνήθηκε ενοχή στις κατηγορίες 1 και 4 που αντιμετωπίζει και η υπόθεση προχώρησε σε ακρόαση σε σχέση με τις εν λόγω κατηγορίες.

 

Για σκοπούς απόδειξης της υπόθεσης, η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε έξι μάρτυρες. Μετά το πέρας της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής, το Δικαστήριο εξέτασε κατά πόσο έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των κατηγορουμένων και αφού εξέδωσε σχετική ενδιάμεση απόφαση, τους κάλεσε σε απολογία. Αφού επεξηγήθηκαν σε αυτούς τα δικαιώματά τους, επέλεξαν να τηρήσουν το δικαίωμα της σιωπής και δεν κάλεσαν οποιονδήποτε μάρτυρα.

 

Η ακρόαση της υπόθεσης ολοκληρώθηκε με τις αγορεύσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων των δύο πλευρών, οι οποίοι επιχειρηματολόγησαν προς υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεών τους, παραπέμποντας το Δικαστήριο σε σχετική νομολογία και αρχές, αλλά και στα όσα, κατά την εισήγησή τους, προκύπτουν από την ενώπιον του Δικαστηρίου προσκομισθείσα μαρτυρία. Ειδική αναφορά στο περιεχόμενο των εισηγήσεων των ευπαίδευτων συνηγόρων θα γίνει κατωτέρω, όπου τούτο ήθελε κριθεί σκόπιμο.

 

Με την υπόμνηση ότι  δεν είναι αναγκαίο το Δικαστήριο να παραθέτει ολόκληρη τη μαρτυρία που παρουσίασε η κάθε πλευρά ή να αναφέρεται σε όλες τις πτυχές της, καθώς είναι καταγεγραμμένη στα πρακτικά του Δικαστηρίου, συνοψίζω κατωτέρω την προσκομισθείσα μαρτυρία, υπενθυμίζοντας, ότι μέσα στο πλαίσιο της παρούσας, μαρτυρία προσέφερε μόνο η Κατηγορούσα Αρχή.[1]

 

Αστ. [ ], Σ.Χ. («ΜΚ1»)

 

Η ΜΚ1 είναι η ανακρίτρια της υπόθεσης και κατέθεσε ως Τεκμήρια 1 – 3, την κατάθεσή της, καθώς επίσης και τα δύο διαβατήρια τα οποία ανταποκρίνονται στα στοιχεία των κατηγορουμένων, υποδεικνύοντας, ότι κατόπιν σχετικού ελέγχου, διαπιστώθηκε η γνησιότητά τους. Ως ανέφερε, ενώ ο 1ος κατηγορούμενος τελούσε υπό κράτηση, φιλικό του πρόσωπο μετέβη στα κρατητήρια για να του παραδώσει το διαβατήριό του και ο επί καθήκοντι αστυνομικός διαπίστωσε ότι επρόκειτο για διαφορετικό πρόσωπο, οπότε ενημερώθηκε η ΥΑΜ.

 

 Η ΜΚ1 αναγνώρισε τους κατηγορουμένους ως τα πρόσωπα στα οποία αναφέρεται στην κατάθεσή της και ανέφερε επίσης, ότι ο 1ος κατηγορούμενος συνελήφθη αρχικά για το αδίκημα της παράνομης εργοδότησης και έδωσε τα στοιχεία του 2ου κατηγορούμενου, ωστόσο κατά το διάστημα που αυτός τελούσε υπό κράτηση, διαφάνηκε ότι διέμενε παράνομα στην Κυπριακή Δημοκρατία, χρησιμοποιώντας τα στοιχεία του 2ου κατηγορούμενου, ο οποίος διαμένει νόμιμα στην Κυπριακή Δημοκρατία.

 

Αντεξεταζόμενη, η ΜΚ1 ανέφερε ότι έλαβε κατάθεση από τον 2ο κατηγορούμενο, ο οποίος ανέφερε ότι απουσίαζε στο εξωτερικό, ωστόσο δεν ήξερε για πόσο καιρό. Ανέφερε επίσης, ότι καταθέσεις λήφθηκαν από συγκατοίκους των κατηγορουμένων και από τον εργοδότη τους.

Η ΜΚ1 συμφώνησε ότι τα δύο διαβατήρια τα οποία κατέθεσε ως τεκμήρια βρίσκονταν σε τσάντα που παραδόθηκε στην Αστυνομία, εντούτοις δεν θυμόταν ποιος από τους συγκατοίκους των κατηγορουμένων παρέδωσε την εν λόγω τσάντα, καθώς δεν την παρέλαβε η ίδια. Σύμφωνα με τους συγκατοίκους των κατηγορουμένων, ως ανέφερε η ΜΚ1, η τσάντα βρισκόταν σε ένα δωμάτιο, αλλά δεν ήξεραν που ακριβώς, καθώς κοιμούνταν όλοι δίπλα-δίπλα.

 

Υπεβλήθη στην ΜΚ1 ότι ένας εκ των συγκατοίκων έβαλε το Τεκμήριο 2 στην επίδικη τσάντα, η οποία ανήκε στον 2ο κατηγορούμενο, με τη μάρτυρα να απαντά ότι ίσως αυτό να ισχύει, αλλά δεν παύει να ισχύει ότι τα στοιχεία που έδωσε ο 1ος κατηγορούμενος, ανήκαν στον 2ο κατηγορούμενο.

 

Αστ. [ ], Δ.Π. («ΜΚ2»)

 

Ως μέρος της κυρίως εξέτασής του, ο ΜΚ2 υιοθέτησε την κατάθεσή του, η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο 4, όπου αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι υπηρετεί στην Αστυνομική Διεύθυνση Λεμεσού και ότι την 22.11.2025 υπηρετούσε στον Σταθμό Πόλεως στα κρατητήρια. Κατά την εν λόγω ημερομηνία, προσήλθε στον χώρο υποδοχής των κρατητηρίων ο D., ο οποίος του έδωσε μία βαλίτσα πλάτης για να παραδοθεί στον φίλο του ο οποίος είναι κρατούμενος, με το όνομα K.P., παραδίδοντας το διαβατήριο με τα στοιχεία K.P. αρ. Διαβ. S [ ] ημερ. γέννησης 24.6.1996.

 

Ο ΜΚ2 προέβη σε έλεγχο της εν λόγω βαλίτσας, διαπιστώνοντας ότι σε αυτήν υπήρχε και δεύτερο διαβατήριο, με στοιχεία για το πρόσωπο του T.S., αρ. διαβ. P [ ] ημερ. γέννησης 23.3.1991, όνομα το οποίο ανταποκρινόταν στο όνομα προσώπου το οποίο βρισκόταν υπό κράτηση, με διαφορετική φωτογραφία. Από περαιτέρω έλεγχο, ο ΜΚ2 διαπίστωσε ότι στο διαβατήριο του K.P. υπήρχε η φωτογραφία του ατόμου που βρισκόταν υπό κράτηση ως ο  T.S. από την Ινδία για το αδίκημα της παράνομης απασχόλησης.

 

Ο ΜΚ2 αναγνώρισε τον 1ο κατηγορούμενο ως το πρόσωπο στο οποίο αναφέρεται στην κατάθεσή του, καθώς επίσης και τα Τεκμήρια 2 και 3, ως τα διαβατήρια τα οποία παρέλαβε.

Αντεξεταζόμενος, ο ΜΚ2 ανέφερε ότι ρώτησε τον D. σε ποιον ανήκε η βαλίτσα, με αυτόν να του απαντά ότι ανήκε στο πρόσωπο που ήταν υπό κράτηση, δηλαδή τον 1ο κατηγορούμενο, ενώ δεν γνώριζε ποια η σχέση του D. με τον 1ο κατηγορούμενο, ούτε ποιος του έδωσε τη τσάντα για να την παραδώσει. Στην δε υποβολή ότι ο 2ος κατηγορούμενος απουσίαζε στο εξωτερικό εκείνο το διάστημα, ο μάρτυρας απάντησε ότι δεν το γνωρίζει, ούτε και γνώριζε κατά πόσο η τσάντα ανήκε στον 2ο κατηγορούμενο, πέραν του ότι παραδόθηκε για να δοθεί στον K.P. και του ότι εντός της υπήρχαν τα αναφερόμενα διαβατήρια, καθώς επίσης και ρουχισμός.

 

Αστ. [ ], Χ.Κ. («ΜΚ3»)

 

Ο ΜΚ3 κατά την κυρίως εξέτασή του υιοθέτησε και κατέθεσε ως Τεκμήριο 5 την κατάθεσή του, όπου αναφέρει ότι την 8.12.2025 έλαβε ανακριτική κατάθεση με τη βοήθεια διερμηνέα από τον T.S., ΔΕΑ [ ], με ημερ. γέννησης 23.3.1991. Επιπρόσθετα, κατέθεσε την ανακριτική κατάθεση του T.S. ως Τεκμήριο 6 (ως προς τη λήψη της) και αναγνώρισε τον 2ο κατηγορούμενο ως το πρόσωπο από το οποίο έλαβε ανακριτική κατάθεση.

 

Κατά την αντεξέτασή του, ο ΜΚ3 ανέφερε ότι ξεκίνησε την ανακριτική κατάθεση του κατηγορουμένου 2 αφού επέστησε την προσοχή στο νόμο και επιβεβαίωσε ότι κατάλαβε, εφόσον υπήρχε διερμηνέας.

 

Ως επίσης ανέφερε, ο 2ος κατηγορούμενος του είπε ότι  το Τεκμήριο 3  είχε δηλωθεί ως απωλεσθέν στην Ινδία. Ερωτηθείς εάν προέβη σε οποιεσδήποτε ενέργειες προς επιβεβαίωση του εν λόγω ισχυρισμού, ο μάρτυρας απάντησε ότι η δική του δουλειά ήταν να λάβει κατάθεση και δεν γνώριζε κατά πόσο διερευνήθηκε ο συγκεκριμένος ισχυρισμός, εξηγώντας ότι για κάθε υπόθεση υπάρχει εξεταστής, τον οποίο βοηθούν στο έργο του τα μέλη του ΤΑΕ.

 

Ο ΜΚ3 ανέφερε επίσης ότι δεν έλαβε κατάθεση από οποιονδήποτε συγκάτοικο των κατηγορουμένων, ούτε και γνώριζε τα ονόματά τους, ενώ δεν ζήτησε την προσκόμιση οποιουδήποτε εγγράφου από τον 2ο κατηγορούμενο, πλην όμως κατέγραψε τον ισχυρισμό του για να διερευνηθεί.

D.S.N. («ΜΚ4»)

 

Κατά την κυρίως εξέτασή του ο ΜΚ4 αναγνώρισε και υιοθέτησε την κατάθεσή του, η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο 10, με τη διαφοροποίηση ότι την περί ης ο λόγος τσάντα, δεν την παρέλαβε από το δωμάτιο, αλλά από πλυντήριο αυτοκινήτων.

 

Ως αναφέρει ο ΜΚ4 στην εν λόγω ανακριτική του κατάθεση, μεταξύ άλλων, μερικές φορές διαμένει σε διαμέρισμα όπου διαμένουν άλλοι επτά Ινδοί, ενόψει του ότι είναι κοντά στην εργασία του. Στο εν λόγω διαμέρισμα διαμένει ο K.P., ο οποίος βρίσκεται υπό κράτηση επειδή εργαζόταν παράνομα σε πλυντήριο αυτοκινήτων και ο οποίος του ζήτησε, καλώντας τον τηλεφωνικώς από τη φυλακή, να του πάρει τη τσάντα του από το διαμέρισμα. Ένεκα του ότι δεν μπορούσε να πάει στο διαμέρισμα κατά τη δεδομένη χρονική στιγμή, του έδωσε την εν λόγω τσάντα ο συγκάτοικος του και την 22.11.2025 πήγε στο Αστυνομικό Τμήμα, όπου ζήτησε τον K. για να του δώσει τη τσάντα.  

 

Ως επίσης ο ΜΚ4 ανέφερε κατά την κυρίως εξέτασή του, ο K. του ζήτησε να πάει στο πλυντήριο αυτοκινήτων και ένας φίλος του, έφερε εκεί τη τσάντα. Αναγνωρίζοντας τους κατηγορουμένους 1 και 2, ως τα πρόσωπα με τα οποία διαμένει, ο ΜΚ4 ανέφερε επιπρόσθετα ότι ο 2ος κατηγορούμενος έφυγε από την Κύπρο σε κάποια χρονική περίοδο, μεταξύ Νοεμβρίου και Δεκεμβρίου, για περίπου ένα μήνα, διότι παντρευόταν ο αδερφός του.

 

Αντεξεταζόμενος, ο ΜΚ4 ανέφερε ότι διαμένουν όλοι στο ίδιο διαμέρισμα, το οποίο είναι δύο υπνοδωματίων. Τα άτομα τα οποία έμεναν στα υπνοδωμάτια είχαν τα ντουλάπια τους, ενώ οι υπόλοιποι είχαν τα πράγματά τους μέσα στις τσάντες τους. Ως περαιτέρω ανέφερε, δεν έμενε στο ίδιο υπνοδωμάτιο με τον 2ο κατηγορούμενο και δεν γνώριζε αν αυτός είχε τα πράγματά του στο υπνοδωμάτιό του, καθώς δεν παρεμβαίνει στα πράγματα των άλλων.

 

Αναφορικά με τη τσάντα που μετέφερε στα κρατητήρια, ανέφερε πως είχε δει ξανά τη συγκεκριμένη τσάντα διότι ανήκε στον 1ο κατηγορούμενο, ο οποίος του ζήτησε να πάρει τη τσάντα από το πλυντήριο αυτοκινήτων όπου εργαζόταν, απορρίπτοντας την υποβολή ότι παρέλαβε τη τσάντα από το διαμέρισμα. Ως επίσης υπέδειξε, ο 2ος κατηγορούμενος έχει άλλη εργασία.

 

Αναφέρθηκε περαιτέρω κατά την αντεξέταση του ΜΚ4, ότι προτού να παραδώσει την αναφερόμενη τσάντα, έλεγξε, ως του είχε ζητήσει ο 1ος κατηγορούμενος, αν εντός της βρισκόταν κάποιο χρηματικό ποσό και κάποια έγγραφα, τα οποία ωστόσο δεν επιθεώρησε λεπτομερώς, απλώς είδε ότι ήταν εκεί. Στον Αστυνομικό Σταθμό, ο Αστυφύλακας τα έλεγξε ένα προς ένα και του τα υπέδειξε.

 

Ο ΜΚ4 ανέφερε επίσης ότι όταν έγινε το συμβάν ενημέρωσε τον 2ο κατηγορούμενο, ο οποίος δεν γνώριζε ότι μέσα στη τσάντα βρισκόταν και το δικό του διαβατήριο και ο οποίος του ανέφερε ότι ο 1ος κατηγορούμενος συνελήφθη επειδή ήταν παράνομος. Τέλος, ανέφερε ότι δεν γνώριζε, είτε ο ίδιος, είτε ο 2ος κατηγορούμενος, ότι ο 1ος κατηγορούμενος, χρησιμοποιούσε τα στοιχεία του 2ου κατηγορουμένου.

 

Α/Λοχ. Θ.Χ. («ΜΚ5»)

 

Ο ΜΚ5 υπηρετεί στο ΤΑΕ Λεμεσού και κατά την κυρίως εξέτασή του αναγνώρισε και κατέθεσε την κατάθεσή του ως μέρος της κυρίως εξέτασης του (Τεκμήριο 11). Σε αυτήν, μεταξύ άλλων, αναφέρεται ότι έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον P.K. από την Ινδία με αρ. Διαβ. S [ ] και ημερ. γέννησης 24.6.1996 με τη βοήθεια διερμηνέα αναφορικά με τα εναντίον του διερευνώμενα αδικήματα. Ο ΜΚ5 αναγνώρισε τον 1ο κατηγορούμενο ως το πρόσωπο από το οποίο έλαβε κατάθεση, την οποία κατέθεσε ως Τεκμήριο 12(α) και (β).

 

Αντεξεταζόμενος, ο μάρτυρας ανέφερε ότι δεν προέβη σε οποιαδήποτε άλλη ενέργεια σε σχέση με την παρούσα υπόθεση.

 

Αστ. [ ] Β.Β. («ΜΚ6»)

 

Ο ΜΚ6 υπηρετεί στην Υπηρεσία Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Λεμεσού («ΥΑΜ Λεμεσού») και μέσα στο πλαίσιο της κυρίως εξέτασής του υιοθέτησε και κατέθεσε τη γραπτή του κατάθεση (Τεκμήριο 13). Σε αυτήν, μεταξύ άλλων, αναφέρει ότι την 17.11.2025 μέλη της ΥΑΜ Λεμεσού διενήργησαν επιχείρηση για πάταξη της παράνομης απασχόλησης-εργοδότησης, κατά την οποία συνελήφθη, μεταξύ άλλων προσώπων, ο T.S. υπήκοος Ινδίας, με ημερ. γέννησης 23.3.1991, ΔΕΑ [ ].

 

Αφού οι αλλοδαποί παρουσιάστηκαν στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού, αφέθηκαν ελεύθεροι με όρους, όπως το να παραδώσουν τα ταξιδιωτικά τους έγγραφα στην Αστυνομία και μεταφέρθηκαν στα κρατητήρια της ΑΔΕ Λεμεσού, προκειμένου να εκπληρώσουν τους όρους.

 

Την 22.11.2025, ο ΜΚ6 ενημερώθηκε από τον Ε/Αστ. [ ], ότι αλλοδαπό πρόσωπο παρουσιάστηκε στα κρατητήρια, με σκοπό να παραδώσει βαλίτσα με προσωπικά αντικείμενα σε υπόδικο με το όνομα K., μαζί με ινδικό διαβατήριο με τα στοιχεία K.Ρ., ημερ. γέννησης 24.6.1996 και Αρ. Διαβ. S [ ]. Από έλεγχο που έγινε από τον Ε/Αστ. [ ], δεν υπήρχε υπόδικος με το όνομα αυτό, ενώ από έλεγχο της αναφερόμενης βαλίτσας, εντοπίστηκε ένα ινδικό διαβατήριο στο όνομα T.S., υπήκοος Ινδίας, με ημερ. γέννησης 23.3.1991 και αριθμό P [ ]. Ακολούθως, ο Ε/Αστ. [ ] διαπίστωσε, ότι το πρόσωπο που βρισκόταν υπό κράτηση ομοιάζει με το πρόσωπο που βρίσκεται στο διαβατήριο με τα στοιχεία του K.P.

 

Ο ΜΚ6 μετέβη στα κρατητήρια, όπου διαπίστωσε ότι ο αλλοδαπός που συνελήφθη για το αδίκημα της παράνομης απασχόλησης, δηλαδή ο T.S., κατά τη σύλληψή του έδωσε ψεύτικα στοιχεία, ενώ τα αληθή του στοιχεία είναι K.P., υπήκοος Ινδίας, Αρ. Διαβ. S [ ]. Από έλεγχο που ο ΜΚ6 διενήργησε, διαπίστωσε ότι ο K.P. διαμένει παράνομα στη Δημοκρατία, καθότι η άδεια παραμονής του έληξε την 24.10.2023. Ανακρινόμενο, το εν λόγω πρόσωπο, ανέφερε ότι το διαβατήριο του T.S. που βρέθηκε στην κατοχή του, του το έδωσε ο ίδιος, καθώς είναι φίλος του, για να το χρησιμοποιεί κατά τους ελέγχους, καθ’ ότι έχει σε ισχύ άδεια παραμονής και εργασίας.

 

Ο S., συνεχίζει ο ΜΚ6, είναι κάτοχος άλλου σε ισχύ διαβατηρίου και από έλεγχο, διαπιστώθηκε ότι το εν λόγω πρόσωπο αποχώρησε την 3.11.2025 από τη Δημοκρατία και δεν είχε ακόμα επιστρέψει, η δε άδεια παραμονής και εργασίας του, είναι σε ισχύ. Σε σχέση με το διαβατήριο που παρουσίασε ο K.P. με αριθμό Ρ [ ], αυτό δεν εντοπίστηκε στο σύστημα αφιξοαναχωρήσεων της Αστυνομίας, ούτε υπήρχε εντός αυτού σφραγίδα άφιξης.

 

Καθ’ υπόδειξη των Τεκμηρίων 2 και 3, ο ΜΚ6 ανέφερε ότι το Τεκμήριο 3 είναι το διαβατήριο που αναφέρεται στον T.S., στο οποίο αναφέρεται στην κατάθεση του, ενώ το Τεκμήριο 2 είναι το διαβατήριο που ανήκει στον 1ο κατηγορούμενο. Ανέφερε επίσης, ότι τον 2ο κατηγορούμενο πρώτη φορά τον είδε εντός Δικαστηρίου, ενώ δεν προέβη σε άλλες ενέργειες σε σχέση με την παρούσα υπόθεση.

 

Κατά την αντεξέτασή του, ο μάρτυρας ανέφερε ότι δεν έλαβε μέρος στην επιχείρηση στην οποία αναφέρεται στην κατάθεσή του και δεν γνωρίζει αν ο κατηγορούμενος υπέδειξε το διαβατήριο του κατά τη σύλληψή του. Ως επίσης ανέφερε, ο 1ος κατηγορούμενος του ανέφερε ότι το διαβατήριο του είχε δοθεί από τον ίδιο τον T.S. την επόμενη μέρα στα κρατητήρια της ΑΔΕ Λεμεσού, ενώ βρισκόταν υπό κράτηση.

 

Στην υποβολή ότι ο 1ος κατηγορούμενος δεν γνωρίζει καλά αγγλικά και ότι τα όσα αναφέρει ο ΜΚ6, είναι δικά του συμπεράσματα, ο μάρτυρας διαφώνησε, ενώ συμφώνησε ότι το Τεκμήριο 3 δεν ήταν δηλωμένο στην άδεια παραμονής του 2ου κατηγορουμένου, σημειώνοντας, ότι το συγκεκριμένο διαβατήριο δεν εμφανίζεται πουθενά.

 

[ΙΙΙ] Παραδεκτά Γεγονότα

 

Μέσα στο πλαίσιο της υπόθεσης, δηλώθηκαν, κατατέθηκαν και εγκρίθηκαν, ως παραδεκτά γεγονότα, τα ακόλουθα:

 

-          Η κατάθεση του K.R. κατατέθηκε ως προς την αλήθεια του περιεχομένου της ως Τεκμήριο 7. Σε αυτήν αναφέρεται ότι ο καταθέτων κλήθηκε να προσέλθει στο ΤΑΕ Λεμεσού για να βοηθήσει τον Α/Λοχ. [ ] να λάβει ανακριτική κατάθεση από τον K.Ρ.

-          Η κατάθεση του Αστ. [ ] Ι.Ε., κατατέθηκε ως Τεκμήριο 8 ως προς την αλήθεια του περιεχομένου της. Σε αυτήν ο καταθέτων αναφέρει ότι την 22.11.2025 συνέλαβε τον K.P. στα κρατητήρια της ΑΔΕ Λεμεσού.

 

-          Το ένταλμα σύλληψης του K.P. κατατέθηκε ως Τεκμήριο 9, ως προς την αλήθεια του περιεχομένου του.

 

[IV] Αξιολόγηση Μαρτυρίας

 

Παρακολουθώντας τους μάρτυρες να προσφέρουν δια ζώσης την μαρτυρία τους στο εδώλιο του μάρτυρα, το Δικαστήριο, δύναται να αξιολογεί τη συνολική εμφάνιση και συμπεριφορά τους, με βάση, μεταξύ άλλων, τη λογική, την ποιότητα και την πειστικότητα της μαρτυρίας που προσκόμισαν, την αμεσότητα και σαφήνεια των απαντήσεων τους ή την ύπαρξη ουσιαστικών αντιφάσεων σε αυτές.[2]

 

Η αξιολόγηση της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα δεν περιορίζεται αποκλειστικώς στην αποτίμηση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα ξεχωριστά, αλλά συσχετίζεται, αντιπαραβάλλεται και διερευνάται, μέσα από την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων,[3] η δε αξιοπιστία των μαρτύρων εκτιμάται αυτοτελώς και ανεξαρτήτως επιπέδου απόδειξης.[4]

 

Κατά την αξιολόγηση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα, λαμβάνεται υπόψη, ότι  με βάση τη νομολογία, είναι ανάγκη μια μαρτυρία να τίθεται στη βάσανο της αξιολόγησης από απόψεως περιεχομένου και να μην γίνεται αποδεκτή ή να απορρίπτεται μόνο βάσει της εξωτερικής εντύπωσης που προκαλεί ο μάρτυρας.[5]

Επουσιώδεις αντιφάσεις δεν πλήττουν την αξιοπιστία ενός μάρτυρα,[6] ενώ ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς και δεν είναι επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα.[7]

 

Σύμφωνα δε με τη σχετική επί του θέματος νομολογία, η αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται στη βάση της μαρτυρίας η οποία σχετίζεται με τα επίδικα θέματα και δεν περιλαμβάνει κάθε πτυχή της μαρτυρίας.[8]

 

Έχοντας κατά νου τα ανωτέρω, προχωρώ σε αξιολόγηση των μαρτύρων τους οποίους είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω μέσα στο πλαίσιο της παρούσας.

 

Η εντύπωση που απεκόμισα από την ΜΚ1 ήταν θετική, καθώς η μάρτυρας απάντησε με σταθερότητα και φυσικότητα σε όλες τις ερωτήσεις που της υποβλήθηκαν κατά την αντεξέτασή της και δεν έχω εντοπίσει οποιεσδήποτε ουσιώδεις αντιφάσεις στη μαρτυρία της, ούτε αναδύθηκε να έχει οποιοδήποτε κίνητρο ή συμφέρον από την έκβαση της υπόθεσης. Συνεπακόλουθα, αποδέχομαι τη μαρτυρία της εξ ολοκλήρου.

 

Ομοίως, ο ΜΚ2 άφησε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο, καθότι απάντησε με σταθερότητα και φυσικότητα σε όλες τις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν κατά την αντεξέτασή του και δεν έχω εντοπίσει οποιεσδήποτε ουσιώδεις αντιφάσεις στη μαρτυρία του, ούτε αναδύθηκε να έχει οποιοδήποτε κίνητρο ή συμφέρον από την έκβαση της υπόθεσης. Όπως μάλιστα ανέφερε αντεξεταζόμενος, ενισχύοντας την ειλικρίνειά του, δεν γνώριζε κατά πόσο η τσάντα που του δόθηκε στα κρατητήρια ανήκε στον 2ο κατηγορούμενο, πέραν του ότι παραδόθηκε για να δοθεί στον Kumar Parmeet. Συνεπακόλουθα, αποδέχομαι τη μαρτυρία του εξ ολοκλήρου.

 

Αναφορικά με τους ΜΚ3 και ΜΚ5, σημειώνω ότι έκαναν θετική εντύπωση στο Δικαστήριο, καθότι κατέθεσαν με σταθερότητα και φυσικότητα ενώπιον του Δικαστηρίου, εξήγησαν δε, τον περιορισμένο ρόλο τους στην όλη διερεύνηση της υπόθεσης και ουδέν κίνητρο αναδύθηκε από τη μαρτυρία τους, ως προς την ύπαρξη συμφέροντος από πλευράς τους, σε σχέση με την παρούσα υπόθεση. Τέλος, δεν έχω εντοπίσει οιεσδήποτε ανακολουθίες στη μαρτυρία τους, την οποία αποδέχομαι εξ ολοκλήρου.

 

Ο ΜΚ4 έκανε επίσης θετική εντύπωση στο Δικαστήριο, καθώς απάντησε σε όλες τις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν με αυθορμητισμό και χωρίς υπεκφυγές, ήταν δε παραστατικός και σχολαστικός και δεν μου έδωσε την εντύπωση ότι ήρθε στο Δικαστήριο με σκοπό να αποκρύψει γεγονότα ή να μεταφέρει ανακρίβειες, παρά τη σχέση συγκατοίκησης που είχε με τους κατηγορουμένους. Το δε γεγονός ότι ο ΜΚ4 ανέφερε πως παρέλαβε την επίδικη τσάντα από το πλυντήριο αυτοκινήτων όπου εργαζόταν ο 1ος κατηγορούμενος και όχι από το υπνοδωμάτιό του, δεν διαφοροποιεί το ουσιώδες του πράγματος, ήτοι ότι ο 1ος κατηγορούμενος ζήτησε από τον ΜΚ4 να του παραδώσει στα κρατητήρια τη τσάντα του.

 

Εκείνο το σημείο της μαρτυρίας του ΜΚ4, πάνω στο οποίο δεν θεωρώ ότι μπορώ να βασιστώ, είναι η θέση που εξέφρασε κατά την αντεξέτασή του, ότι δηλαδή ο 2ος κατηγορούμενος δεν γνώριζε ότι ο 1ος κατηγορούμενος χρησιμοποιούσε τα στοιχεία του, καθώς αποτελεί προσωπική εκτίμηση του μάρτυρα, χωρίς οποιαδήποτε τεκμηρίωση.

 

Ως εκ των άνω, αποδέχομαι μερικώς τη μαρτυρία του ΜΚ4, δηλαδή εξαιρουμένου του σημείου στο οποίο γίνεται σαφής αναφορά πιο πάνω.

 

Ο ΜΚ6 μου έκανε θετική εντύπωση, καθώς απάντησε με σαφήνεια, αυθορμητισμό και σταθερότητα σε όλες τις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν, ενώ δεν έχω εντοπίσει οποιεσδήποτε ανακολουθίες στη μαρτυρία του, ούτε και αναδύθηκε από τη μαρτυρία του, να είχε οποιοδήποτε συμφέρον από την έκβαση της υπόθεσης. Ως εκ τούτου, η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή.

 

Αναφορικά με το μέρος της μαρτυρίας του ΜΚ6 το οποίο αποτελεί εξ ακοής μαρτυρία, ήτοι την αναφορά του στα λεγόμενα του 1ου κατηγορουμένου και ειδικότερα, ότι ο 1ος κατηγορούμενος του ανέφερε ότι το διαβατήριο που είχε στην κατοχή του, του είχε δοθεί από τον ίδιο τον T.S., επανέρχομαι κατωτέρω.

 

Οι κατηγορούμενοι, επέλεξαν να τηρήσουν το δικαίωμα της σιωπής και δεν κάλεσαν οποιονδήποτε μάρτυρα. Η επιλογή τους αυτή σε καμία περίπτωση δεν οδηγεί το Δικαστήριο στην εξαγωγή οποιωνδήποτε ενοχοποιητικών συμπερασμάτων, αφής στιγμής το τεκμήριο της αθωότητας εμπεριέχει σιωπηρά το δικαίωμα της σιωπής και συνεπακόλουθα το δικαίωμα της μη αυτοενοχοποίησης. Το βάρος αποδείξεως ενοχής πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, εξακολουθεί να βαραίνει την Κατηγορούσα Αρχή.[9]

 

Συγχρόνως, τούτο δεν βαραίνει την Κατηγορούσα Αρχή με το βάρος αποδείξεως των υποβολών της Υπεράσπισης προς τους μάρτυρες κατηγορίας, καθώς, ως έχει νομολογηθεί, οι υποβολές  είναι αναγκαίες, ώστε να δοθεί η ευκαιρία στον μάρτυρα να απαντήσει και περαιτέρω να τεθεί η υπόθεση της άλλης πλευράς, ενώ παραμένουν μετέωρες, σε περίπτωση που δεν ακολουθήσει η προσκόμιση σχετικής αποδεκτής μαρτυρίας.[10] 

 

Αναφορικά με την αξιολόγηση ανακριτικής κατάθεσης κατηγορουμένου προσώπου, παραπέμπω στην Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας (1989) 2 Α.Α.Δ. 109) και στην  Μ. ΓΙΩΡΚΑΣ ν ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποιν. Εφ. Αρ. 27/2021. Το απαύγασμα της νομολογίας συνιστάται στο ότι η εκτίμηση κατάθεσης κατηγορουμένου προσώπου ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, μέσα στο πλαίσιο της συνολικής αξιολόγησης της μαρτυρίας που τίθεται ενώπιόν του και έχει τη δυνατότητα να προσδώσει, όπως αυτό κρίνει ότι επιβάλλεται, διαφορετική βαρύτητα, σε διαφορετικά μέρη της κατάθεσης κατηγορουμένου προσώπου, ή και να απορρίψει ένα ή περισσότερα μέρη αυτής.

 

Στην κατάθεση του 1ου κατηγορουμένου, αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι ο 1ος κατηγορούμενος γνώριζε ότι διέμενε παράνομα στην Κυπριακή Δημοκρατία και επειδή ήθελε να μπορεί να εργάζεται και να κυκλοφορεί χωρίς πρόβλημα, συμφώνησε με τον 2ο κατηγορούμενο, ο οποίος ήταν συγκάτοικος του και βρισκόταν νόμιμα στην Κύπρο, να του δώσει το διαβατήριό του, καθώς μοιάζουν λίγο, επομένως σκέφτηκαν ότι δεν θα είχαν πρόβλημα. Αναφέρεται περαιτέρω, ότι όταν ο 1ος κατηγορούμενος συνελήφθη από την Αστυνομία έδωσε τα στοιχεία του 2ου κατηγορούμενου, ο οποίος απουσίαζε κατά τον συγκεκριμένο χρόνο στο εξωτερικό, ελπίζοντας ότι έτσι θα τους ξεγελούσε. Αναφέρει επίσης ότι το διαβατήριο με αρ. P [ ] του το έδωσε ο 2ος κατηγορούμενος, ενώ το δικό του είναι το διαβατήριο με αρ. S [ ].

 

Πρόκειται, επί της ουσίας, για ενοχοποιητική κατάθεση συγκατηγορούμενου προσώπου, το οποίο δεν κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου, υπό οποιαδήποτε ιδιότητα.

 

Ως υπεδείχθη στη Νεάρχου ν Αστυνομίας (1996) 2 ΑΑΔ 38, αποτελεί βασική αρχή, ότι το περιεχόμενο της κατάθεσης ενός κατηγορουμένου δεν είναι αποδεκτό για να αποδείξει την ενοχή συγκατηγορούμενου.

 

Παρόμοιο θέμα απασχόλησε στην xxx Petrov ν Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. Αρ. 162/2021 ημερ. 8.6.2021, ECLI:CY:AD:2021:D361, όπου πρωτοδίκως είχε γίνει αποδεκτή η κατάθεση μάρτυρα κατηγορίας, συγκατηγορούμενου του εφεσείοντα, στην οποία ενέπλεκε τον τελευταίο και την οποία ωστόσο ο μάρτυρας δεν είχε υιοθετήσει ενόρκως στο Δικαστήριο και δεν του είχε επιδειχθεί. Ανατρέποντας την Τουμάζου ν Δημοκρατίας (2015) 2 ΑΑΔ 904, στη βάση σφάλματος αρχής, το Ανώτατο Δικαστήριο κατέληξε ότι η κατάθεση εκτός Δικαστηρίου, εναντίον συγκατηγορουμένου, δεν μπορεί να προσαχθεί ως μαρτυρία για την απόδειξη του περιεχομένου της, επισημαίνοντας, πως αν κάτι τέτοιο γινόταν δεκτό, θα είχε ως αποτέλεσμα να μετατρέπονται οι καταθέσεις σε μαρτυρία για την αλήθεια του περιεχομένου τους, υπό τον μανδύα της εξ ακοής μαρτυρίας.

 

Αναφορικά με τα κριτήρια αξιολόγησης μαρτυρίας συνεργού παραπέμπω στην Zacharia v The Republic (1962) CLR 52, για σκοπούς πληρότητας, επισημαίνοντας ωστόσο, ότι στην προκειμένη περίπτωση, πρόκειται για κατηγορούμενο πρόσωπο το οποίο επέλεξε να τηρήσει το δικαίωμα της σιωπής και δεν υιοθέτησε την ανακριτική του κατάθεση, όχι για μάρτυρα κατηγορίας.

 

Των ανωτέρω λεχθέντων, δεν αποδίδεται οποιαδήποτε βαρύτητα στην ανακριτική κατάθεση του 1ου κατηγορουμένου, πέραν των όσων δεν έτυχαν αμφισβήτησης.

 

Σε συνέχεια της κατάληξης μου αυτής, δεν μπορεί να αποδοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα στην εξ ακοής μαρτυρία που προσέφερε ο ΜΚ6, στην οποία γίνεται αναφορά πιο πάνω. Εξηγώ.

 

Εξ ακοής μαρτυρία δεν αποκλείεται από οποιασδήποτε δικαστική διαδικασία, απλώς και μόνο διότι είναι εξ ακοής. Το Δικαστήριο, αξιολογεί τη βαρύτητα που θα προσδώσει σε τέτοια μαρτυρία, λαμβανομένων πάντοτε υπόψη των αρχών που διέπουν το ζήτημα, αλλά και των σχετικών νομοθετικών διατάξεων του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9.[11]

 

Κατά την αξιολόγηση της βαρύτητας που θα προσδοθεί σε εξ ακοής μαρτυρία, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη, με βάση το άρθρο 27 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ.9, το σύνολο των περιστάσεων από τις οποίες μπορεί εύλογα να συναχθεί συμπέρασμα αναφορικά με την αποδεικτική αξία της εν λόγω μαρτυρίας και ειδικά τις παραμέτρους που αναφέρονται στο εδάφιο (2). Σύμφωνα δε με το εδάφιο (3) του αρ. 27, λαμβάνεται υπόψη το κατά πόσο ο διάδικος θα μπορούσε να προσκομίσει την καλύτερη δυνατή μαρτυρία και δεν το έπραξε.

 

Επιπρόσθετα, θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη και το συμφέρον της δικαιοσύνης, δηλαδή οι σκοποί της ορθής απονομής της δικαιοσύνης, το οποίο περιλαμβάνει πρωτίστως τη διασφάλιση δίκαιης δίκης και ακριβοδίκαιης μεταχείρισης των διαδίκων.[12] 

Στην προκειμένη περίπτωση, η συγκεκριμένη εξ ακοής μαρτυρία, σχετίζεται με τα λεγόμενα του 1ου κατηγορουμένου, ο οποίος δεν κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου, ώστε να αντεξετασθεί και να αξιολογηθεί η αξιοπιστία του, ούτε και υιοθέτησε την κατάθεσή του, στην οποία γίνεται όμοια αναφορά με την αποδιδόμενη σε αυτόν εξ ακοής μαρτυρία.

 

Έχοντας λοιπόν κατά νου τις αρχές που διέπουν την αξιολόγηση εξ ακοής μαρτυρίας, την ανάγκη για διασφάλιση δίκαιης δίκης και ακριβοδίκαιης μεταχείρισης των διαδίκων, σε συνάρτηση με τα τα περιστατικά της υπόθεσης, καθώς επίσης και το γεγονός ότι δεν δόθηκε εξήγηση στο Δικαστήριο αναφορικά με το κατά πόσο η Κατηγορούσα Αρχή θα μπορούσε να προσκομίσει την καλύτερη δυνατή μαρτυρία και δεν το έπραξε, δεν αποδίδω οποιαδήποτε βαρύτητα στη συγκεκριμένη εξ ακοής μαρτυρία.

 

Διαφορετική προσέγγιση επί του θέματος, θεωρώ ότι θα απέληγε σε καταστρατήγηση των αρχών δικαίου που αφορούν στην αποδεκτότητα μαρτυρίας συγκατηγορούμενου προσώπου, λαμβανομένων πάντοτε υπόψη των ειδικών περιστατικών της παρούσας υπόθεσης.

 

Έχω επίσης διέλθει την ανακριτική κατάθεση που λήφθηκε από τον 2ο κατηγορούμενο η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο 6. Σε αυτήν, ο 2ος κατηγορούμενος αρνείται ότι έδωσε το διαβατήριό του στον 1ο κατηγορούμενο για να μπορεί να εργάζεται στην Κυπριακή Δημοκρατία, όπου διέμενε παράνομα. Αναφέρει επίσης, ότι είχε απωλέσει το παλιό του διαβατήριο στην Ινδία, όπου ακυρώθηκε, πλην όμως το εντόπισε κάποιος και του επιστράφηκε. Στο μεταξύ, έλαβε καινούριο διαβατήριο και όταν ήρθε στην Κύπρο είχε μαζί του και τα δύο διαβατήρια. Όταν ταξίδεψε τον Νοέμβριο στην Ινδία για να παραστεί στον γάμο του αδερφού του, άφησε το παλιό του διαβατήριο μέσα στη τσάντα του στο υπνοδωμάτιό του, όπου διαμένει με τον K.P.

 

Έχοντας κατά νου τα ανωτέρω και αντιπαραβάλλοντας το περιεχόμενο της εν λόγω κατάθεσης με την υπόλοιπη μαρτυρία η οποία τέθηκε ενώπιόν μου, ούτε και σε αυτήν αποδίδω οποιαδήποτε βαρύτητα, αποδέχομαι δε τα όσα αναφέρονται σε αυτήν και δεν τέθηκαν υπό αμφισβήτηση, όπως το γεγονός ότι οι κατηγορούμενοι ήταν συγκάτοικοι και το ότι ο 2ος κατηγορούμενος βρισκόταν στο εξωτερικό κατά τον χρόνο της σύλληψης του 1ου κατηγορουμένου.

 

[V] Ευρήματα Δικαστηρίου

 

Από την αξιολόγηση της ενώπιόν μου προσκομισθείσας μαρτυρίας, καθώς επίσης και τα μη αμφισβητούμενα και παραδεκτά γεγονότα, διαφαίνεται ότι η πραγματική υπόσταση των ουσιωδών, σε σχέση με την παρούσα υπόθεση, γεγονότων, έχει ως εξής:

 

Την 17.11.2025, μέλη της ΥΑΜ Λεμεσού διενήργησαν επιχείρηση για πάταξη της παράνομης απασχόλησης-εργοδότησης, κατά την οποία συνελήφθη, μαζί με άλλα πρόσωπα, ο 1ος κατηγορούμενος, ο οποίος έδωσε στην Αστυνομία τα στοιχεία του 2ου κατηγορούμενου, ο οποίος απουσίαζε κατά τον συγκεκριμένο χρόνο στο εξωτερικό. Συγκεκριμένα, παρουσίασε τα στοιχεία του T.S., υπηκόου Ινδίας, με ημερ. γέννησης 23.3.1991, ΔΕΑ [ ].

 

Αφού τα συλληφθέντα πρόσωπα παρουσιάστηκαν στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού, αφέθηκαν ελεύθερα με όρους, όπως το να παραδώσουν τα ταξιδιωτικά τους έγγραφα στην Αστυνομία, και μεταφέρθηκαν στα κρατητήρια της ΑΔΕ Λεμεσού, προκειμένου να εκπληρώσουν τους όρους.

 

Την 22.11.2025, ο ΜΚ4 παρουσιάστηκε στα εν λόγω κρατητήρια, με σκοπό να παραδώσει τσάντα με προσωπικά αντικείμενα στον υπόδικο με το όνομα K. μαζί με ινδικό διαβατήριο με τα στοιχεία K.Ρ., ημερ. γέννησης 24.6.1996 και Αρ. Διαβ. S [ ]. Από έλεγχο που έγινε από τον Ε/Αστ. [ ], δεν υπήρχε υπόδικος με το όνομα αυτό, ενώ από έλεγχο της αναφερόμενης τσάντας, εντοπίστηκε ένα ινδικό διαβατήριο στο όνομα T.S., υπήκοος Ινδίας με ημερ. γέννησης 23.3.1991 και αριθμό P [ ]. Διαπιστώθηκε επίσης από τον Ε/Αστ. [ ], ότι το πρόσωπο που βρισκόταν υπό κράτηση ομοιάζει με το πρόσωπο που βρίσκεται στο διαβατήριο με τα στοιχεία του K.P.

 

Ακολούθως, διαπιστώθηκε από τον ΜΚ6, ότι ο αλλοδαπός που συνελήφθη για το αδίκημα της παράνομης απασχόλησης, δηλαδή ο T.S., κατά τη σύλληψή του έδωσε ψεύτικα στοιχεία, ενώ τα αληθή του στοιχεία είναι K.P., υπήκοος Ινδίας, Αρ. Διαβ. S [ ]. Από έλεγχο που ο ΜΚ6 διενήργησε, διαπίστωσε ότι η άδεια παραμονής του έληξε την 24.10.2023.

 

Από περαιτέρω έλεγχο, διαπιστώθηκε ότι ο T.S. αποχώρησε την 3.11.2025 από τη Δημοκρατία και δεν είχε ακόμα επιστρέψει, η δε άδεια παραμονής και εργασίας του, ήταν σε ισχύ. Το διαβατήριο που παρουσίασε ο K.P. με αριθμό Ρ [ ] δεν εντοπίστηκε στο σύστημα αφιξοαναχωρήσεων της Αστυνομίας, ούτε υπήρχε εντός αυτού σφραγίδα άφιξης.

 

[VΙ] Νομική Πτυχή και Συμπεράσματα Δικαστηρίου

 

Στις ποινικές υποθέσεις η Κατηγορούσα Αρχή φέρει το βάρος αποδείξεως, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, της ύπαρξης κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι.[13]

 

Κενά αναφορικά με την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων, που συνιστούν και αποδεικνύουν το αδίκημα, αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη.[14] Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής.[15] 

 

Εάν στο τέλος της υπόθεσης υπάρχει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας.[16]

 

Παράλληλα, δεν αποτελεί υποχρέωση της Κατηγορούσας Αρχής το να αναιρέσει ή αποκρούσει κάθε πιθανή υπεράσπιση που ενδεχομένως θα επικαλεστεί ο κατηγορούμενος.[17]

 

Η 1η κατηγορία αφορά στο αδίκημα της συνομωσίας προς διάπραξη κακουργήματος, κατά παράβαση των αρ. 371, 360, 20 και 21 του Ποινικού Κώδικα.

 

Η 4η κατηγορία αφορά στο αδίκημα της παροχής συνδρομής στη διάπραξη ποινικού αδικήματος, κατά παράβαση των αρ. 20, 21, 360 και 35 του Ποινικού Κώδικα.

 

Το αδίκημα της συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος, το οποίο αφορά η 1η κατηγορία, ποινικοποιείται δια του αρ. 371 του Ποινικού Κώδικα, το οποίο διαλαμβάνει τα ακόλουθα:

 

«Όποιος συνωμοτεί με άλλο να διαπράξει κακούργημα ή να διενεργήσει πράξη σε οποιοδήποτε μέρος του κόσμου η οποία αν διενεργόταν στη Δημοκρατία θα ήταν κακούργημα και η οποία είναι ποινικό αδίκημα σύμφωνα με τους νόμους που ισχύουν στον τόπο όπου σκοπεύεται να διενεργηθεί, είναι ένοχος κακουργήματος και αν δεν προνοείται κάποια άλλη ποινή, υπόκειται σε φυλάκιση επτά χρόνων ή προκειμένου για κακούργημα που επισύρει κατά ανώτατο όριο ποινή κατώτερη από τη φυλάκιση επτά χρόνων, σε τέτοια κατώτερη ποινή».

 

Επιπρόσθετα, σύμφωνα με το αρ. 20 του Ποινικού Κώδικα:

 

«Όταν διαπράττεται ποινικό αδίκημα, καθένας από τους ακόλουθους θεωρείται ότι συμμετέσχε στη διάπραξη και θεωρείται ότι είναι ένοχος για αυτό και δύναται να διωχτεί ως αυτουργός σύμφωνα με τα ακόλουθα:

 

(α) εκείνος που διενεργεί πράγματι την πράξη ή παράλειψη, η οποία συνιστά το ποινικό αδίκημα.

 

(β) εκείνος που διαπράττει ή παραλείπει να διαπράξει κάτι με σκοπό να καταστήσει δυνατή τη διάπραξη ποινικού αδικήματος από άλλο ή να παρέχει βοήθεια για τη διάπραξη τέτοιου αδικήματος από άλλον.

 

(γ) εκείνος που παρέχει βοήθεια σε άλλον ή που παρακινεί αυτόν κατά τη διάπραξη ποινικού αδικήματος.

 

(δ) εκείνος που συμβουλεύει ή που προάγει άλλον για διάπραξη ποινικού αδικήματος.

 

Στην τέταρτη περίπτωση ο υπαίτιος δύναται να διωχτεί είτε ως αυτουργός του ποινικού αδικήματος είτε σε ποινικό αδίκημα της παροχής συμβουλής ή της προαγωγής για διάπραξη τέτοιου αδικήματος.

 

Καταδίκη για το αδίκημα της παροχής συμβουλής ή της προαγωγής για διάπραξη ποινικού αδικήματος, συνεπάγει ίδιες συνέπειες από κάθε άποψη, καθώς και καταδίκη για διάπραξη τέτοιου αδικήματος.

 

Εκείνος που προάγει άλλο στη διενέργεια πράξης ή παράλειψης τέτοιας φύσης ώστε, αν γινόταν από τον ίδιο θα διενεργείτο από αυτό κάποιο ποινικό αδίκημα, είναι ένοχος ποινικού αδικήματος του ίδιου είδους και υπόκειται στην ίδια ποινή, όπως αν είχε διενεργήσει ο ίδιος τέτοια πράξη ή παράλειψη δύναται να διωχτεί δε όπως αν είχε διενεργήσει το ίδιος τέτοια πράξη ή παράλειψη».

 

Το αδίκημα της συνωμοσίας συντελείται από τη στιγμή που δύο ή περισσότερα πρόσωπα συμφωνούν να διαπράξουν αδίκημα ή να επιτύχουν νόμιμο σκοπό με παράνομα μέσα και δεν είναι αναγκαίο για τη συμπλήρωση του συγκεκριμένου αδικήματος να έχει τελεστεί οτιδήποτε, πέραν από τη συμφωνία. Η ύπαρξη τέτοιας συμφωνίας είναι θέμα πραγματικό και εξαρτάται από τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης.

 

Η συνωμοσία, εκτός της ύπαρξης συμφωνίας, περιλαμβάνει και το στοιχείο της πρόθεσης (mens rea) και συνεπώς η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδεικνύει όχι μόνο τη συμφωνία μεταξύ των κατ' ισχυρισμό συνωμοτών να εκτελέσουν ένα παράνομο σκοπό (αποδεικνυόμενης είτε με λόγια είτε άλλο τρόπο επικοινωνίας μεταξύ τους), αλλά επιπρόσθετα θα πρέπει να αποδεικνύει την πρόθεση στη σκέψη καθενός κατ’ ισχυρισμό συνωμότη να εκτελέσει τον παράνομο σκοπό.[18]

 

Επανερχόμενη στα περιστατικά της παρούσας, έχοντας κατά νου τη μαρτυρία η οποία τέθηκε ενώπιόν μου και τα ευρήματα στα οποία κατέληξα, δεν δύναμαι να καταλήξω σε συμπέρασμα ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, ότι τα αδικήματα που αφορούν οι κατηγορίες 1 και 4, έχουν διαπραχθεί από τους κατηγορουμένους.

 

Ειδικότερα, η μαρτυρία η οποία τέθηκε ενώπιόν μου και έγινε αποδεκτή, δεν μπορεί να οδηγήσει το Δικαστήριο σε ασφαλές συμπέρασμα, ότι οι κατηγορούμενοι, με πρόθεση, συμφώνησαν μεταξύ τους, όπως ο 1ος κατηγορούμενος χρησιμοποιεί τα στοιχεία του 2ου κατηγορούμενου, με σκοπό την πλαστοπροσωπία, και ότι ο 2ος κατηγορούμενος παρείχε συνδρομή στον 1ο κατηγορούμενο για να διαπράξει το αδίκημα της πλαστοπροσωπίας.

 

Υπενθυμίζεται, ότι σύμφωνα με τη νομολογία, εάν στο τέλος της ημέρας, υπάρχει έστω υποβόσκουσα αμφιβολία («lurking doubt»), τότε η αθώωση είναι αναπόφευκτη.[19]

 

Για σκοπούς πληρότητας της παρούσας, σημειώνω ότι η επιχειρηματολογία της ευπαίδευτης συνηγόρου υπεράσπισης του 2ου κατηγορουμένου, περί ελλιπούς διερεύνησης της υπόθεσης και παραβίασης του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη, δεν βρίσκει σύμφωνο το Δικαστήριο.

 

Στην ανακριτική κατάθεση του 2ου κατηγορουμένου, ο τελευταίος αναφέρει ότι είχε απωλέσει το παλιό του διαβατήριο στην Ινδία, όπου ακυρώθηκε, πλην όμως το εντόπισε κάποιος και του επιστράφηκε. Στο μεταξύ, έλαβε καινούριο διαβατήριο και όταν ήρθε στην Κύπρο είχε μαζί του και τα δύο διαβατήρια. Όταν ταξίδεψε, άφησε πίσω το παλιό του διαβατήριο και συνελήφθη στο αεροδρόμιο Λάρνακας, όταν επέστρεψε στην Κύπρο.

 

Ο δε ΜΚ6, συμφώνησε, ότι το διαβατήριο που παρουσίασε ο K.P. με αριθμό Ρ [ ] δεν εντοπίστηκε πουθενά, ούτε υπήρχε εντός αυτού σφραγίδα άφιξης, ούτε και ήταν δηλωμένο στην άδεια παραμονής του 2ου κατηγορούμενου. Τα ανωτέρω, δεν αμφισβητήθηκαν από πλευράς Κατηγορούσας Αρχής.

 

Ως εκ των άνω και δοθέντος του ότι ο 1ος κατηγορούμενος παραδέχθηκε χρήση του εν λόγω διαβατηρίου, δεν θεωρώ ότι η παράλειψη της Αστυνομίας να προβεί σε οποιεσδήποτε άλλες ενέργειες σε σχέση με το συγκεκριμένο διαβατήριο, αποτελεί πλημμελή διερεύνηση η οποία απολήγει σε παραβίαση των δικαιωμάτων του 2ου κατηγορουμένου σε δίκαιη δίκη. Ούτε και διαφάνηκε ότι δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο όλη η ουσιώδης και σχετική με την υπόθεση μαρτυρία.[20]

 

Περαιτέρω, ούτε η υποβολή ότι ο 1ος κατηγορούμενος δεν γνωρίζει καλά αγγλικά μπορεί να οδηγήσει σε τέτοιο συμπέρασμα, λαμβανομένου υπόψη του ότι αφενός μεν έχω αποδεχθεί τη μαρτυρία του ΜΚ6, αφετέρου δε, οι υποβολές θέσεων προς τους μάρτυρες παραμένουν μετέωρες, σε περίπτωση που δεν ακολουθήσει η προσκόμιση αποδεκτής μαρτυρίας, που να αποδεικνύει του λόγου το αληθές.[21] 

Υπενθυμίζεται, ότι για να στοιχειοθετηθεί επαρκώς ισχυρισμός περί ελλιπούς διερεύνησης και κατ’ επέκταση παραβίασης του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη, τυχόν παραλείψεις κατά το ανακριτικό έργο πρέπει να θέτουν τον κατηγορούμενο σε μειονεκτική θέση έναντι της Κατηγορούσας Αρχής και το βάρος απόδειξης, ότι όντως ο κατηγορούμενος έχει τεθεί σε μειονεκτική θέση, το φέρει η υπεράσπιση, στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων.[22]

 

Εν προκειμένω, ουδεμία σχετική προς τα ανωτέρω μαρτυρία προσκομίστηκε από την Υπεράσπιση.

 

[VIΙ] Κατάληξη Δικαστηρίου

 

Υπό το φως όλων των πιο πάνω, καταλήγω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει την υπόθεσή της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας εναντίον των κατηγορουμένων 1 και 2 στις κατηγορίες 1 και 4.

 

Συνεπακόλουθα, οι κατηγορούμενοι 1 και 2 απαλλάσσονται και αθωώνονται από τις κατηγορίες 1 και 4, ως έκαστος αντιμετωπίζει.

 

 

 

Υπ.) ..................................

                                                                                       Χρ. Γ. Ππεκρή, Ε.Δ.

Πιστό Αντίγραφο

 

Πρωτοκολλητής

 



[1] Χρυσούλλα Καννάουρου κ.α. v Ανδρέα Στατιώτη (1990) 1 Α.Α.Δ. 35.

[2] Ομήρου v. Δημοκρατίας (2001) 2 Α.Α.Δ. 506, Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρας (1992) 1 Α.Α.Δ. 1056, Σκορδέλλη και Άλλων ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 101/13 ημερ. 6.6.2016 & MOSSA (MUSSA) MOHAMMED MUSTAFA ν. Ανδρέα Κακουρή κ.α. (2002) 1 ΑΑΔ 165.

 

[3] Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρας (1992) 1 Α.Α.Δ. 1056, Σκορδέλλη και Άλλων ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 101/13 ημερ. 6.6.2016 & MOSSA (MUSSA) MOHAMMED MUSTAFA ν. Ανδρέα Κακουρή κ.α. (2002) 1 ΑΑΔ 165.

 

[4] Αθανασίου κ.α. ν Κουνούνη (1997) 1 Α.Α.Δ. 614.

 

[5] Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ v. Πολυβίου (2009) 1 Α.Α.Δ. 339.

 

[6] Σ.Κ. ν. Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού (2010) 2 ΑΑΔ 304.

 

[7] Χρίστου ν. Khoreva (2002) 1 Α.Α.Δ. 454.

 

[8] Al Ittihad Al Watani κ.α. ν. Παπαδόπουλου (2000) 1(Γ) ΑΑΔ 1924).

 

[9] Charalambous v. The Republic (1985) 2 C.L.97.

 

[10] Rabiul Hossain ν Αστυνομίας (2015) 2 ΑΑΔ 895.

[11] Βλ. αρ. 23, 24 και 27 του Περί Αποδείξεως Νόμου και επίσης Θεοπίστη Τουμαζή ν. Vandita Dixit, Πολ. Έφεση 274/2010 ημερ. 5.5.15 & Λευκόνοικο Χρηματιστηριακή Λτδ ν. Χρυστάλλα άλλως Στάλω Χριστοδούλου (2016) 1 ΑΑΔ 1779.

 

[12] Νικηφόρου v. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ.19/2022, ημερ. 6.3.23, ECLI:CY:AD:2023:B79.

 

[13] Σιακόλα ν. Αστυνομίας (2013) 2 ΑΑΔ 110.

 

[14] Γεν. Eισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Aνδρέα Σάζου (2001) 2 ΑΑΔ 18, Λοΐζου v. Αστυνομίας (1989) 2 Α.Α.Δ. 363, Γεν. Εισαγγελέας ν. Σπύρου (2002) 2 Α.Α.Δ. 71.

 

[15] Φλουρής v. Αστυνομίας (1989) 2 Α.Α.Δ. 401.

 

[16] Τούμπας v. Δημοκρατίας (1984) 2 C.L.R. 110.

 

[17] Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας (2012) 2 ΑΑΔ 296.

 

 

[18] Λαζάρου ν. Δημοκρατίας (2010) 2 Α.Α.Δ. 633.

 

[19] Givikut Chashvili v Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. Αρ. 94/2020 ημερ. 4.7.2022, ECLI:CY:AD:2022:B289.

 

[20] Θεμιστοκλέους v. Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις υπ' αρ. 176/2018 και 202/2018, 11/1/2019.

 

[21] Rabiul Hossain ν. Αστυνομίας (2015) 2 ΑΑΔ 895.

 

[22] Νικολάου ν. Δημοκρατίας Π.Ε. Αρ. 23/2013 ημερ. 22.5.2014.

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο