ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. K. S. κ.α., Υπόθεση αρ. 7402 / 2025, 18/9/2026
print
Τίτλος:
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. K. S. κ.α., Υπόθεση αρ. 7402 / 2025, 18/9/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.

 

Υπόθεση αρ. 7402 / 2025

 

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ

 

 

v.

 

1.   K. S.

2.   B. Y.

 

__________________________

 

Ημερομηνία: 18 Σεπτεμβρίου 2026

Εμφανίσεις:

Π. Αβρααμίδης, για την Κατηγορούσα Αρχή

Δ. Χριστοδούλου (κα), για Κατηγορούμενους 1 και 2

Κατηγορούμενοι 1 και 2: παρόντες

 

 

 

ΠΟΙΝΗ

 

Κατόπιν ομολογίας ενοχής, το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινές στις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν οι Κατηγορούμενοι 1 και 2:

 

1η Κατηγορία: ότι ο Κατηγορούμενος 1, μεταξύ 6.6.2022 και 15.6.2025, στη Λεμεσό, ενώ ήταν αλλοδαπός, δηλαδή υπήκοος από την Ινδία, παρέμεινε στη Δημοκρατία χωρίς να έχει εξασφαλίσει την άδεια του Διευθυντή του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης [παραμονή στη Δημοκρατία μετά τη λήξη της άδειας παραμονής, άρθρο 19(λ) Κεφ.105.]

 

2η Κατηγορία: ότι ο Κατηγορούμενος 1, την 15.6.2026, στη Λεμεσό, ενώ ήταν αλλοδαπός, δηλαδή υπήκοος από την Ινδία, διεξήγαγε επάγγελμα ως κουρέας, στο κουρείο που κατονομάζεται, υπό την εργοδότηση του Κατηγορούμενου 2, χωρίς την απαιτούμενη γραπτή άδεια του Διευθυντή του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης [διεξαγωγή επαγγέλματος χωρίς γραπτή άδεια, άρθρο 19(1)(κ) Κεφ.105.]

 

3η Κατηγορία: ότι ο Κατηγορούμενος 2, την 15.6.2026, στη Λεμεσό, εργοδότησε αλλοδαπό, δηλαδή τον Κατηγορούμενο 1, χωρίς την απαιτούμενη από τον Νόμο άδεια [παράνομη εργοδότηση αλλοδαπού, άρθρο 14Β(1)(2)(3) Κεφ.105.]

 

Για το αδίκημα της παράνομης εργοδότησης (3η Κατηγορία), η προβλεπόμενη στον νόμο[1] ποινή είναι η φυλάκιση μέχρι τα 5 έτη ή και οι €20.000. Το Δικαστήριο μπορεί πρόσθετα να εκδώσει ορισμένα διατάγματα. Ο νομοθέτης, με τον τροποποιητικό ν.46(Ι)/2021, είχε αυξήσει την προβλεπόμενη ποινή, που μέχρι τότε ήταν η φυλάκιση μέχρι τα 3 έτη ή και η χρηματική ποινή μέχρι τις Λ.Κ.5.000,00. Η επαύξηση ήταν της έκτασης που δίδει το μήνυμα ότι απαιτείται η επιβολή αυστηρότερων ποινών για την αποτροπή του φαινομένου της παράνομης εργοδότησης αλλοδαπών.  Για το αδίκημα της διεξαγωγής επαγγέλματος χωρίς άδεια ή άλλως της παράνομης απασχόλησης (2η Κατηγορία) όπως και το αδίκημα της παράνομης παραμονής στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας (1η Κατηγορία), η προβλεπόμενη στον νόμο ποινή είναι η φυλάκιση μέχρι τους 12 μήνες ή και η χρηματική ποινή μέχρι Λ.Κ.1.000 που αντιστοιχεί σε €1.708,60[2].

 

Είναι υπόψη του Δικαστηρίου οι αρχές επιμέτρησης των ποινών, όπως συντίθενται με βάση τη νομολογία. Η επιμέτρηση αρχίζει από την ανώτατη προβλεπόμενη στον νόμο ποινή[3], ωστόσο η ποινή, κατά την επιβολή της, πρέπει να εξατομικεύεται. Για τον σκοπό αυτό, λαμβάνονται υπόψη οι περιστάσεις που περιβάλλουν τη διάπραξη του συγκεκριμένου αδικήματος και η έκταση της βλάβης που προκλήθηκε σε πραγματικό χρόνο, ως πιο αντικειμενικοί παράγοντες, από τους οποίους προσδιορίζεται η κλίμακα έντασης ή σοβαρότητας του αδικήματος[4]. Περαιτέρω λαμβάνονται υπόψη και πιο υποκειμενικοί ή μεταβλητοί παράγοντες που άπτονται του προσώπου του κατηγορουμένου και δυνατόν να λειτουργήσουν είτε ως ελαφρυντικοί είτε να συγκρατούν την επιείκεια. Η επιμέτρηση δεν ακολουθεί μαθηματικό τύπο∙ υπηρετεί την αρχή της αναλογικότητας, ως αποτέλεσμα της εφαρμογής της οποίας η ανώτατη προβλεπόμενη στον νόμο ποινή επιφυλάσσεται για τα χειρότερα αδικήματα του είδους τους[5], ενώ η ποινή που τελικά επιβάλλεται πρέπει να είναι ανάλογη με τη σοβαρότητα του κάθε αδικήματος. Όπου είναι εφικτό, γίνεται στάθμιση με τυχόν καθοδηγητικά πλαίσια που δίδει η νομολογία, για περιπτώσεις που ομοιάζουν. Η εξατομίκευση της ποινής, που είναι καθήκον του Δικαστηρίου, δεν μπορεί να εξουδετερώνει οποιονδήποτε από τους σκοπούς της ποινής[6], αλλά και η ποινή, κατά την επιβολή της, δεν θα πρέπει να αποσυνδέεται από την πραγματική διάσταση της εγκληματικότητας στην κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Το Δικαστήριο, συνηθέστερα, καταλήγει να κινείται στα ανώτατα όρια της ποινής, όταν η φύση του εγκλήματος είναι τέτοια ώστε να επιβάλλονται εξαιρετικά μέτρα αποτροπής χάριν της προστασίας του κοινωνικού συνόλου και παράλληλα το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου είναι βεβαρημένο[7]. Γίνεται πάντοτε προσπάθεια αποφυγής της ποινής φυλάκισης, όπου δεν είναι απολύτως αναγκαία∙ όπου είναι απολύτως αναγκαία, η έκτασή της περιορίζεται όσο το δυνατόν, ώστε να εξυπηρετηθούν οι σκοποί για τους οποίους επιβάλλεται.

 

Τα γεγονότα που εκτέθηκαν από την κατηγορούσα Αρχή είναι ως οι λεπτομέρειες των κατηγοριών και πληρέστερα αναφέρονται στα πρακτικά της διαδικασίας. Από τα γεγονότα, προκύπτει ότι η επιχείρηση του Κατηγορούμενου 2 είναι ένα κουρείο που συνιστά επιχείρηση μικρής κλίμακας. Η απασχόληση του Κατηγορούμενου 1 δεν εντασσόταν σε κάποιο οργανωμένο ή συστηματικό σχέδιο εκμετάλλευσης της παράνομης εργασίας. Ο Κατηγορούμενος 1 απασχολήθηκε στο κουρείο απροκάλυπτα και αμείβονταν κανονικά. Βεβαίως, η ευθύνη του εργοδότη να ελέγχει το καθεστώς απασχόλησης και παραμονής των αλλοδαπών εργαζομένων του, σε συνεχή βάση, είναι αυξημένη και δεν αναιρείται από κάποιαν εσφαλμένη αντίληψη, άγνοια ή αμέλεια. Τα προαναφερόμενα στοιχεία λαμβάνονται υπόψη, όχι προς υποβάθμιση της σοβαρότητας, αλλά προς διαφοροποίηση της περίπτωσης από σοβαρότερες περιπτώσεις όπου υπάρχει, πρόσθετα, πρόθεση καταστρατήγησης της νόμιμης εργασίας ή συστηματική και οργανωμένη δράση. Σε σχέση δε με τον Κατηγορούμενο 1, η συνέχιση της παραμονής του στη Δημοκρατία και μετά τη λήξη της άδειας παραμονής του και η συνακόλουθη ανάγκη για άσκηση επαγγελματικής δραστηριότητας, για τα προς το ζην, συνιστούν σοβαρή παραβίαση της μεταναστευτικής νομοθεσίας. Η περίοδος παραμονής χωρίς άδεια ήταν από την 6.6.2022 και ήταν μεγάλη. Λήφθηκαν όλα τα μέτρα που θα ήταν δυνατό να ληφθούν, για τη νομιμοποίησή του. Προσκομίστηκε η πρώτη σελίδα προσφυγής που καταχωρίστηκε με τον αριθμό Τ367/2026, την 11.9.2026, η οποία είναι ορισμένη την 21.9.2026, η οποία δεν ενημερώνει το Δικαστήριο για το αντικείμενό της ή για οποιεσδήποτε προοπτικές επιτυχίας.

 

Πρόσθετα λαμβάνονται υπόψη, για αμφότερους τους Κατηγορούμενους:

 

Η απολογία και η συνεργασία με τις Αρχές, στον βαθμό που υπήρχε και υπό τις περιστάσεις που υπήρξεˑ

 

το λευκό ποινικό μητρώο, για τον καθένα ξεχωριστά, στον βαθμό που μπορεί να ληφθεί υπόψη για τέτοιας φύσης αδικήματαˑ

 

οι προσωπικές συνθήκες, όπως εκτέθηκαν για τον καθένα ξεχωριστά. Περιλαμβάνουν τις ηλικίες, τις οικογενειακές και κοινωνικές περιστάσεις τους. Αμφότεροι οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 είναι νεαροί, αλλοδαπής καταγωγής.

 

Λαμβάνεται υπόψη, για τον κάθε ένα από τους Κατηγορούμενους 1 και 2, και η παραδοχή στο Δικαστήριο, η οποία συμβάλλει στην εξοικονόμηση πολύτιμου δικαστικού χρόνου.

 

Λαμβάνεται επίσης υπόψη η περίοδος που ο Κατηγορούμενος 1 παρέμεινε υπό κράτηση, από την 16.6.2025 μέχρι και την 26.6.2025.

 

Η νομολογία έχει διαμορφώσει καθοδήγηση ως προς την ποινική μεταχείριση των αδικημάτων παράνομης εργοδότησης αλλοδαπών, με ουσιώδες σημείο αναφοράς, μεταξύ άλλων, το καθεστώς παραμονής του εργοδοτουμένου κατά τον χρόνο της παράνομης απασχόλησης. Στις περιπτώσεις όπου ο αλλοδαπός βρίσκεται παράνομα στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας, είτε διότι εισήλθε παράνομα είτε διότι, ενώ εισήλθε νόμιμα, στη συνέχεια κατέστη παράνομα διαμένων, η νομολογία καταδεικνύει ότι η ενδεικνυόμενη ποινή για τον εργοδότη είναι η ποινή φυλάκισης (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Μονιάτη (2000) 2 ΑΑΔ 553 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Μιχαήλ (2001) 2 ΑΑΔ 74). Αντίθετα, όπου ο αλλοδαπός βρίσκεται νόμιμα στη Δημοκρατία αλλά απασχολείται χωρίς την απαιτούμενη άδεια ή κατά παράβαση των όρων του καθεστώτος παραμονής του, η νομολογία καταδεικνύει ότι συνήθως επιβάλλεται χρηματική ποινή (βλ. Lin Qinlong v. Αστυνομίας (2006) 2 ΑΑΔ 501, καθώς και Mohamad Samer v. Αστυνομίας, ΠΕ 218/2023, 4.6.2026). Η πιο πάνω διάκριση επαναβεβαιώθηκε πολύ πρόσφατα στην Tamang v. Αστυνομίας, ΠΕ146/2026, 30.6.2026. Στην υπόθεση εκείνη η εφεσείουσα είχε εισέλθει νόμιμα στη Δημοκρατία ως οικιακή βοηθός, πλην όμως, μετά την αποδέσμευσή της από την προηγούμενη εργοδότρια και την παρέλευση της προθεσμίας που της είχε δοθεί για εξεύρεση νέου εργοδότη, κατέστη παράνομα διαμένουσα. Το Εφετείο, παραπέμποντας στις Μιχαήλ (ανωτέρω) και Μονιάτη (ανωτέρω), επανέλαβε ότι στις περιπτώσεις παράνομης εργοδότησης αλλοδαπών που βρίσκονται παράνομα στη Δημοκρατία η ποινή που ενδείκνυται να επιβάλλεται στους εργοδότες είναι η φυλάκιση. Στον εργοδότη στην εκεί πρωτόδικη υπόθεση είχαν επιβληθεί συντρέχουσες ποινές φυλάκισης τριών μηνών, με αναστολή της εκτέλεσής τους. Η ορθότητα, όμως, της ποινής του εργοδότη δεν αποτελούσε αντικείμενο της έφεσης στην Tamang (ανωτέρω), η οποία αφορούσε την ποινική μεταχείριση της αλλοδαπής εργαζομένης, αναφορικά με την ποινή φυλάκισης της οποίας δεν είχε επιτραπεί, αντίστοιχα, η αναστολή της εκτέλεσης. Συναφώς, η πιο πάνω νομολογιακή κατεύθυνση έχει τη βάση της στη σοβαρότητα με την οποία αντιμετωπίζεται η παράνομη εργοδότηση και στην αυξημένη ευθύνη που φέρει ο εργοδότης, συγκριτικά με τον παρανόμως διαμένοντα ή εργαζόμενο. Στις Μονιάτη (ανωτέρω) και Μιχαήλ (ανωτέρω) τονίστηκε ότι η βαρύτερη ποινή που προβλέπεται νομοθετικά για τον εργοδότη, σε σύγκριση με εκείνην που προβλέπεται για τον παρανόμως διαμένοντα ή εργαζόμενο αλλοδαπό, εκφράζει την εντονότερη αποδοκιμασία της συμμετοχής του εργοδότη στο εν λόγω φαινόμενο. Στη Μιχαήλ (ανωτέρω), ειδικότερα, η αλλοδαπή εργαζόμενη παρέμενε στη Δημοκρατία μετά τη λήξη της άδειάς της και εργαζόταν στο εστιατόριο του εφεσίβλητου. Ενώ σε εκείνην είχε επιβληθεί άμεση φυλάκιση, στον εργοδότη είχε επιβληθεί πρόστιμο. Το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι δεν υπήρχαν ουσιαστικά διαφοροποιητικά στοιχεία που να δικαιολογούν τέτοια διαφορετική ποινική μεταχείριση και ότι, υπό τα δεδομένα εκείνης της υπόθεσης, η ποινή φυλάκισης ήταν αναπόφευκτη και για τον εργοδότη. Η ίδια προσέγγιση απαντάται σε σειρά αποφάσεων που ακολούθησαν. Στη Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ευαγόρου (Αρ. 2) (2001) 2 ΑΑΔ 285, το πρόστιμο που είχε επιβληθεί σε ιδιοκτήτη εστιατορίου για παράνομη εργοδότηση τριών αλλοδαπών αντικαταστάθηκε με ποινή φυλάκισης δύο μηνών. Υπογραμμίστηκε ότι η εξατομίκευση της ποινής δεν μπορεί να εξουδετερώνει την ανάγκη αποτροπής και ότι, όταν απαιτείται αποτρεπτική ποινή, η βαρύτητα των προσωπικών περιστάσεων περιορίζεται. Στη Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Πάγκαλου (2001) 2 ΑΑΔ 304, παρά τη σχετικά περιορισμένη απασχόληση του αλλοδαπού και τις προσωπικές περιστάσεις του εργοδότη, η χρηματική ποινή αντικαταστάθηκε επίσης με φυλάκιση. Στη Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Αθανασίου (2001) 2 ΑΑΔ 311, ο εφεσίβλητος επικαλέστηκε έκτακτη ανάγκη της συγκεκριμένης ημέρας, κατά την οποία προσέλαβε τον αλλοδαπό, καθώς και το λευκό ποινικό του μητρώο και την παραδοχή του. Το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι τα στοιχεία αυτά δεν διαφοροποιούσαν ουσιωδώς την υπόθεση από εκείνες στις οποίες η χρηματική ποινή είχε αντικατασταθεί κατ’ έφεση με φυλάκιση και, συγκεκριμένα, διέκρινε την περίπτωση από την Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Πιρίκκη (2001) 2 ΑΑΔ 279. Στη Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Γραμματικού (2001) 2 ΑΑΔ 467, εξάλλου, παρά το ότι η εργοδότηση χαρακτηριζόταν μεμονωμένη και περιστασιακή, το πρόστιμο που είχε επιβληθεί στον εργοδότη αντικαταστάθηκε με άμεση φυλάκιση δύο μηνών. Ιδιαίτερη σημασία αποδόθηκε στο ότι ο παρανόμως διαμένων αλλοδαπός είχε ήδη τιμωρηθεί με ποινή φυλάκισης, με το Ανώτατο Δικαστήριο να επαναλαμβάνει ότι η επιβολή φυλάκισης στον εργοδοτούμενο πρέπει, κατά κανόνα, να συνοδεύεται από ανάλογη ποινική μεταχείριση του εργοδότη. Στην ίδια κατεύθυνση κινήθηκε και η Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ζαννέττου (2001) 2 ΑΑΔ 438. Το Δικαστήριο έχει πλήρη επίγνωση της πιο πάνω νομολογιακής γραμμής. Ως εκ τούτου, η περιορισμένη διάρκεια μιας παράνομης εργοδότησης, η απουσία προηγούμενων καταδικών, η παραδοχή ή οι προσωπικές περιστάσεις του εργοδότη δεν μπορούν, από μόνες τους, να θεωρηθούν τέτοια ουσιώδη διαφοροποιητικά στοιχεία ώστε να μεταβάλλουν τη νομολογιακά ενδεικνυόμενη επιλογή της ποινής. Τα στοιχεία αυτά παραμένουν ασφαλώς σχετικά για σκοπούς εξατομίκευσης, δεν μπορούν όμως να προσλάβουν τέτοια βαρύτητα ώστε να εξουδετερώνουν τη σοβαρότητα του αδικήματος και την ανάγκη αποτροπής. Χρήσιμη, μέσα σε αυτό ακριβώς το πλαίσιο και όχι ως έκφραση διαφορετικής νομολογιακής γραμμής, είναι και η Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Πιρίκκη (2001) 2 ΑΑΔ 279. Εκεί ο αλλοδαπός είχε εισέλθει νόμιμα ως επισκέπτης, αλλά παρέμεινε στη Δημοκρατία μετά τη λήξη της άδειας παραμονής του και, ως εκ τούτου, κατά τον ουσιώδη χρόνο διέμενε παράνομα. Στον ίδιο επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης δύο μηνών, ενώ στον εφεσίβλητο χρηματική ποινή £400. Το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε την έφεση του Γενικού Εισαγγελέα κατά της χρηματικής ποινής ως δήθεν έκδηλα ανεπαρκούς. Η κατάληξη στην Πιρίκκη (ανωτέρω) συνδεόταν, όμως, άμεσα με ιδιαίτερα και ουσιώδη πραγματικά δεδομένα. Ο εφεσίβλητος δεν ήταν ο πραγματικός εργοδότης και οικονομικός ωφελούμενος από την απασχόληση, αλλά επιστάτης εργοληπτικής εταιρείας, ο ρόλος του οποίου χαρακτηρίστηκε δευτερεύων. Δεν γνώριζε ότι ο αλλοδαπός βρισκόταν παράνομα στη Δημοκρατία, ενώ η εταιρεία, η οποία ήταν ο πραγματικός εργοδότης και προς το οικονομικό συμφέρον της οποίας έγινε η πρόσληψη, δεν είχε διωχθεί. Ήταν υπό το σύνολο αυτών των ιδιαίτερων περιστάσεων, μαζί με το λευκό ποινικό μητρώο και τις προσωπικές και οικονομικές περιστάσεις του εφεσίβλητου, που κρίθηκε ότι το πρόστιμο δεν ήταν έκδηλα ανεπαρκές. Η περιορισμένη εμβέλεια της Πιρίκκη (ανωτέρω) επιβεβαιώθηκε λίγο αργότερα στην Αθανασίου (ανωτέρω), όπου το Ανώτατο Δικαστήριο τη διέκρινε ρητά και επέβαλε φυλάκιση. Η Πιρίκκη (ανωτέρω), επομένως, δεν αποδυναμώνει την αρχή ότι, όταν ο εργοδοτούμενος βρίσκεται παράνομα στη Δημοκρατία, η φυλάκιση αποτελεί την ενδεικνυόμενη ποινή για τον εργοδότη. Καταδεικνύει, όμως, ότι η νομολογιακή αυτή καθοδήγηση εφαρμόζεται επί των πραγματικών δεδομένων κάθε υπόθεσης και δεν απαλλάσσει το Δικαστήριο από το καθήκον εξέτασης τυχόν ουσιωδών διαφοροποιητικών περιστάσεων. Το είδος και το ύψος της ποινής παραμένουν πρωτίστως ευθύνη του πρωτόδικου Δικαστηρίου, το οποίο οφείλει να επιβάλει ποινή που να βρίσκεται εντός του νομολογιακού πλαισίου αλλά συγχρόνως να είναι και ανάλογη προς την πραγματική σοβαρότητα της συγκεκριμένης εγκληματικής συμπεριφοράς.

 

Στην παρούσα υπόθεση, το Δικαστήριο εκκινεί από τη σαφή νομολογιακή θέση ότι, όταν η παράνομη εργοδότηση αφορά αλλοδαπό ο οποίος, κατά τον ουσιώδη χρόνο, διαμένει παράνομα στη Δημοκρατία, η φυλάκιση αποτελεί την ενδεικνυόμενη κατ’ είδος ποινή για τον εργοδότη. Η κατεύθυνση αυτή δεν λειτουργεί ως άκαμπτος κανόνας ούτε απαλλάσσει το Δικαστήριο από το καθήκον εξατομίκευσης. Αποτελεί, όμως, ουσιώδη παράμετρο της επιμέτρησης, η οποία δεν μπορεί να παραμερίζεται χωρίς πραγματικά δεδομένα ικανά να διαφοροποιήσουν ουσιωδώς τη συγκεκριμένη περίπτωση.

 

Ο Κατηγορούμενος 1 βρισκόταν, κατά τον ουσιώδη χρόνο, παράνομα στη Δημοκρατία, για ιδιαίτερα μεγάλο χρονικό διάστημα. Η παραμονή του χωρίς άδεια δεν ήταν αποτέλεσμα πρόσκαιρης διοικητικής εκκρεμότητας ούτε ολιγοήμερης υπέρβασης του επιτρεπόμενου χρόνου παραμονής. Είχε αρχίσει από την 6.6.2022 και εξακολουθούσε κατά τον χρόνο που ενδιαφέρει την παρούσα διαδικασία. Ήταν για περίπου τρία χρόνια. Το στοιχείο αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς, ακριβώς, το παράνομο καθεστώς παραμονής του εργοδοτουμένου είναι εκείνο που, κατά τη νομολογία που προαναφέρθηκε, διακρίνει τις περιπτώσεις στις οποίες η φυλάκιση θεωρείται ενδεικνυόμενη για τον εργοδότη από εκείνες στις οποίες η παραμονή είναι νόμιμη και η παρανομία περιορίζεται στους όρους ή στην άδεια απασχόλησης. Το Δικαστήριο, με προηγούμενες αποφάσεις του, έδειξε επιείκεια και στις περιπτώσεις όπου υπήρξε μεταβλητότητα στο καθεστώς λόγω διοικητικών εκκρεμοτήτων, που, όμως, δρομολογήθηκαν άμεσα προς νομιμοποίηση, σε συνάρτηση και με δεδομένα που δεν έδειξαν απασχόληση αλλοδαπών με πλήρη αδιαφορία για τη νομιμότητα ή με ενεργή προσπάθεια στήριξης της παράνομης εργασίας.

 

Δεν παραγνωρίζεται ότι έγιναν ενέργειες και εδώ με σκοπό τη νομιμοποίηση του καθεστώτος του Κατηγορούμενου 1. Μέχρι τον χρόνο επιβολής της ποινής, όμως, δεν είχε επέλθει οποιαδήποτε μεταβολή του νομικού του καθεστώτος και η ενημέρωση ήταν εξ αρχής ότι είχαν εξαντληθεί όλα τα περιθώρια, ώστε οι προσπάθειες που γίνονταν να φαίνονται προσχηματικές. Η προσκόμιση της πρώτης σελίδας της διοικητικής προσφυγής Τ367/2026 αποδεικνύει την ύπαρξη εκκρεμούς δικαστικού διαβήματος, όχι το αντικείμενο, τη νομική βάση ή τις προοπτικές επιτυχίας του. Δεν μπορεί, συνεπώς, να εξομοιωθεί με μεταγενέστερη νομιμοποίηση ούτε να αποδοθεί σε αυτήν η βαρύτητα που είχε το διαφορετικό πραγματικό δεδομένο στην Tamang, όπου η μεταγενέστερη αίτηση για άδεια παραμονής και εργασίας είχε, όχι απλώς υποβληθεί, αλλά εγκριθεί.

 

Η διάσταση είναι, στα δεδομένα αυτής της υπόθεσης, ουσιώδης. Η μεταγενέστερη διοικητική ή δικαστική προσπάθεια δεν αναιρεί τον παράνομο χαρακτήρα της παραμονής και της εργασίας κατά τον ουσιώδη χρόνο. Ούτε περιορίζει την αυτοτελή υποχρέωση του εργοδότη να εξακριβώνει, πριν και κατά τη διάρκεια της απασχόλησης, ότι το πρόσωπο που εργοδοτεί δικαιούται νόμιμα να παραμένει και να εργάζεται στη Δημοκρατία. Μπορεί να συνεκτιμηθεί στο πλαίσιο της συνολικής σημερινής εικόνας· δεν μπορεί, όμως, υπό τα συγκεκριμένα δεδομένα, να μεταβάλει το βασικό σημείο αφετηρίας. Στην ίδια κατεύθυνση, συνεκτιμάται ότι ο Κατηγορούμενος 2 δεν βρίσκεται ο ίδιος εκτός του μεταναστευτικού συστήματος ούτε παρουσιάζεται ως πρόσωπο για το οποίο οι σχετικές διαδικασίες ήταν άγνωστες ή εξ αντικειμένου δυσπρόσιτες. Είναι αλλοδαπός, υπήκοος Πακιστάν, ο οποίος διαμένει και δραστηριοποιείται επαγγελματικά στη Δημοκρατία. Το γεγονός αυτό νοείται πως δεν χρησιμοποιείται προς επαύξηση της ποινικής του ευθύνης λόγω της καταγωγής του. Είναι σχετικό μόνο στο μέτρο που, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις, δεν προσφέρεται έρεισμα για να αντιμετωπιστεί η παράλειψη ελέγχου της νομιμότητας της παραμονής και της εργασίας του Κατηγορούμενου 1 ως αποτέλεσμα πλήρους άγνοιας του συστήματος που διέπει την παραμονή και απασχόληση αλλοδαπών.

 

Δεν παραγνωρίζονται, από την άλλη, τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της συγκεκριμένης εργοδότησης. Πρόκειται για επιχείρηση μικρής κλίμακας. Η απασχόληση αφορούσε ένα πρόσωπο, γινόταν απροκάλυπτα και με κανονική αμοιβή. Δεν προέκυψε οργανωμένο ή συστηματικό σχέδιο αξιοποίησης παράνομης εργασίας, ούτε εκμετάλλευση της οικονομικής ή μεταναστευτικής ευαλωτότητας του Κατηγορούμενου 1. Τα στοιχεία αυτά είναι ουσιώδη και μειώνουν αισθητά την πραγματική ένταση της συγκεκριμένης παραβατικής συμπεριφοράς. Δεν είναι, όμως, τέτοια ώστε να δικαιολογούν μεταβολή του είδους της ποινής που υποδεικνύει η νομολογία. Όπως ήδη προκύπτει από τις αποφάσεις που αναφέρθηκαν, η απουσία προηγούμενων καταδικών, η παραδοχή, οι προσωπικές περιστάσεις, ακόμη και ο περιορισμένος ή περιστασιακός χαρακτήρας της απασχόλησης, δεν επαρκούν αφ’ εαυτών για να εξουδετερώσουν τη νομολογιακή κατεύθυνση όταν ο εργοδοτούμενος διαμένει παράνομα στη Δημοκρατία. Η εξατομίκευση εξακολουθεί να λειτουργεί, αλλά στο συγκεκριμένο επίπεδο επενεργεί, κυρίως, στη διάρκεια της στερητικής της ελευθερίας ποινής.

 

Η κατάληξη αυτή βρίσκεται σε πλήρη συμφωνία με τη γενικότερη προσέγγιση ότι η ποινή φυλάκισης πρέπει να αποφεύγεται όπου δεν είναι αναγκαία και, όπου είναι αναγκαία, να περιορίζεται στην έκταση που απαιτούν οι σκοποί της ποινής. Στην παρούσα περίπτωση, η αναγκαιότητα ως προς το είδος της ποινής προκύπτει από τη φύση της παράβασης, το παράνομο καθεστώς του εργοδοτουμένου, την αυξημένη ευθύνη που ο νομοθέτης αποδίδει στον εργοδότη και τη σταθερή νομολογιακή καθοδήγηση που αφορά, ακριβώς, αυτό το πραγματικό πλαίσιο. Η αναλογικότητα επενεργεί ακολούθως στη διάρκειά της. Υπό το σύνολο των δεδομένων, και ιδίως έχοντας υπόψη ότι η συγκεκριμένη περίπτωση βρίσκεται σαφώς χαμηλότερα στην κλίμακα σοβαρότητας από περιπτώσεις συστηματικής, οργανωμένης ή εκμεταλλευτικής χρήσης παράνομης εργασίας, κρίνεται ότι αρμόζουσα και αναλογική ποινή για τον Κατηγορούμενο 2 είναι ποινή φυλάκισης τριών μηνών.

 

Ως προς τον Κατηγορούμενο 1, η αξιολόγηση είναι διαφορετική. Η μακρά παράνομη παραμονή του στη Δημοκρατία και η απασχόλησή του χωρίς την απαιτούμενη άδεια συνιστούν σοβαρές και αυτοτελείς παραβάσεις της μεταναστευτικής νομοθεσίας. Η σοβαρότητα αυτή δεν μειώνεται από τις μεταγενέστερες προσπάθειες ρύθμισης του καθεστώτος του. Υπάρχει, εντούτοις, ένα πρόσθετο και ουσιώδες στοιχείο που αφορά ειδικά τη δική του ποινική μεταχείριση. Ο Κατηγορούμενος 1 παρέμεινε ήδη υπό κράτηση από 16.6.2025 μέχρι και 26.6.2025. Πρόκειται για πραγματική στέρηση της προσωπικής του ελευθερίας η οποία, ανεξαρτήτως της νομικής βάσης υπό την οποία έλαβε χώρα, αποτελεί στοιχείο που δεν μπορεί να αγνοηθεί κατά τη συνολική επιμέτρηση της ποινής. Η επιβολή ποινής λαμβάνει υπόψη το σύνολο των συνεπειών που έχουν ήδη επέλθει σε συνάρτηση με την υπόθεση. Συνεκτιμώνται επίσης η παραδοχή, το λευκό ποινικό μητρώο, η συνεργασία με τις Αρχές και οι προσωπικές του περιστάσεις. Τα στοιχεία αυτά δεν μεταβάλλουν αναδρομικά την παρανομία της παραμονής ή της απασχόλησής του. Επιδρούν, όμως, στη σημερινή αναλογική αποτίμηση της ποινής. Η διαφορετική ποινική μεταχείριση του Κατηγορούμενου 1 και του Κατηγορούμενου 2 δεν συνιστά ανεξήγητη ανισότητα ούτε αναντιστοιχία. Οι δύο Κατηγορούμενοι δεν βρίσκονται στην ίδια θέση. Ο νομοθέτης προβλέπει σαφώς βαρύτερη ποινική μεταχείριση για τον εργοδότη και η νομολογία έχει επανειλημμένα αποδώσει στην ευθύνη του αυξημένη βαρύτητα. Παράλληλα, ο Κατηγορούμενος 1 έχει ήδη υποστεί πραγματική στέρηση της ελευθερίας του για αριθμό ημερών, γεγονός που διαφοροποιεί ουσιωδώς τη δική του συνολική ποινική μεταχείριση. Υπό τα δεδομένα αυτά, δεν δικαιολογείται η προσθήκη νέας στερητικής της ελευθερίας ποινής στον Κατηγορούμενο 1. Η ποινική απαξία των δικών του παραβάσεων μπορεί να αποτυπωθεί επαρκώς με χρηματικές ποινές, το ύψος των οποίων λαμβάνει ουσιωδώς υπόψη και την κράτηση που ήδη υπέστη.

 

Σημειώνεται, τέλος, ότι η επιλογή της ποινής δεν μπορεί να επηρεάζεται από το κατά πόσο η επιβολή φυλάκισης θα διευκόλυνε οποιαδήποτε μελλοντική διοικητική ενέργεια των αρμόδιων μεταναστευτικών Αρχών σε περίπτωση αποτυχίας της εκκρεμούς προσφυγής. Η ποινή επιβάλλεται αποκλειστικά για την τιμώρηση των αδικημάτων ενώπιον του Δικαστηρίου, με βάση τη σοβαρότητά τους και τις περιστάσεις του παραβάτη. Η τυχόν απέλαση ή άλλη διοικητική συνέπεια αποτελεί διακριτό ζήτημα, το οποίο διέπεται από το οικείο νομικό πλαίσιο.

 

Επιβάλλονται, συνεπώς, οι ακόλουθες ποινές:

 

Για τον Κατηγορούμενο 1:

 

1η Κατηγορία: χρηματική ποινή €500.

 

2η Κατηγορία: χρηματική ποινή €500.

 

Για τον Κατηγορούμενο 2:

 

3η Κατηγορία: ποινή φυλάκισης τριών μηνών.

 

Εξετάζεται το ενδεχόμενο αναστολής της εκτέλεσης της εναπομείνασας ποινής φυλάκισης. Η εξουσία του Δικαστηρίου να αναστείλει την εκτέλεση της ποινής φυλάκισης ρυθμίζεται από τον περί της Υφ' όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμος 95/1972. Η εν λόγω εξουσία αφορά οποιαδήποτε ποινή φυλάκισης η οποία δεν υπερβαίνει τα τρία έτη. Με τον τροποποιητικό ν.186(1)/2003, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για αναστολή της ποινής φυλάκισης είχε διευρυνθεί, ώστε να μπορεί να αποφασίζεται στη βάση του συνόλου των περιστάσεων της υπόθεσης και των προσωπικών περιστάσεων του Κατηγορουμένου. Πρακτικά, το βασικό ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσον, ισοζυγίζοντας το σύνολο των περιστάσεων, θα μπορούσαν ή έπρεπε, αυτοί οι παράγοντες, να επενεργήσουν φυσιολογικά στο να δοθεί δικαιολογημένα στον Κατηγορούμενο μια «δεύτερη ευκαιρία»[8]. Δεν υπάρχει γενικός κανόνας. Η κάθε υπόθεση κρίνεται στη βάση των δικών της περιστατικών. Θεωρούνται εκ νέου οι συνθήκες διάπραξης του αδικήματος και οι προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορούμενου και αποδίδεται κατά κάποιον τρόπο «διπλή βαρύτητα» σ’ αυτούς[9]. Είναι απαραίτητο να εξετάζεται κατά πόσο η ποινή, φέρουσα αναστολή, θα αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος, εξυπηρετώντας τους πολλαπλούς σκοπούς της ποινής[10].

 

Ο Κατηγορούμενος 2 είναι νεαρός, πρωτόπειρος παραβάτης, με λευκό ποινικό μητρώο. Παραδέχθηκε την κατηγορία και δεν προκύπτει προηγούμενη ομοειδής παραβατική συμπεριφορά. Επανεξετάζονται, επίσης, οι πραγματικές συνθήκες της εργοδότησης. Επρόκειτο για απασχόληση ενός προσώπου σε επιχείρηση μικρής κλίμακας, χωρίς οργανωμένο ή συστηματικό σχέδιο παράνομης εργασίας, χωρίς εκμετάλλευση της οικονομικής ή μεταναστευτικής θέσης του εργαζομένου και με κανονική καταβολή αμοιβής. Τα στοιχεία αυτά δεν απέτρεψαν, και δεν θα μπορούσαν να αποτρέψουν, την επιλογή της φυλάκισης ως αρμόζουσας ποινής. Στο διαφορετικό, όμως, στάδιο της αναστολής αποτελούν μέρος της συνολικής εικόνας που πρέπει να επανεκτιμηθεί. Απέναντι στα πιο πάνω τίθενται η σοβαρότητα του αδικήματος, η αυξημένη ευθύνη του εργοδότη, το μακρό παράνομο καθεστώς παραμονής του εργοδοτουμένου και η ανάγκη αποτελεσματικής γενικής αποτροπής. Οι παράγοντες αυτοί έχουν δεν επιτρέπεται να εξουδετερωθούν με την αναστολή της ποινής. Η αναστολή, εντούτοις, δεν μεταβάλλει το είδος της επιβληθείσας ποινής ούτε αναιρεί την κρίση ότι η φυλάκιση αποτελεί την προσήκουσα κύρωση. Το ερώτημα είναι αν, υπό το σύνολο των συγκεκριμένων περιστάσεων και με δεδομένη τη βραχεία διάρκεια της ποινής που ήδη επιμετρήθηκε, η αναστολή της εκτέλεσής της αφήνει άθικτη την ποινική απαξία που αυτή εκφράζει και εξακολουθεί να υπηρετεί την αποτροπή, παράλληλα με τον αναμορφωτικό σκοπό της ποινής. Κρίνεται ότι αυτό συμβαίνει στην παρούσα περίπτωση. Η εγκληματική συμπεριφορά, μολονότι αρκετά σοβαρή ώστε να επιβάλλει ποινή φυλάκισης, δεν συνοδεύεται από στοιχεία οργανωμένης, επαναλαμβανόμενης ή εκμεταλλευτικής δράσης. Ο Κατηγορούμενος 2 είναι πρωτόπειρος και δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου προηγούμενη συμπεριφορά που να καταδεικνύει ότι μια τέτοια ευκαιρία έχει ήδη δοθεί και αποτύχει ή ότι η προοπτική συμμόρφωσης είναι απομακρυσμένη. Η διατήρηση της ποινής φυλάκισης, σε συνδυασμό με την τριετή περίοδο αναστολής και τις συνέπειες που ο Νόμος συνδέει με τυχόν νέα παραβατική συμπεριφορά, εξακολουθεί να εκφράζει με σαφήνεια τη σοβαρότητα του αδικήματος και να υπηρετεί ουσιαστικά την ειδική και γενική αποτροπή. Υπό το σύνολο των περιστάσεων, η παροχή στον Κατηγορούμενο 2 της δυνατότητας αυτής συνιστά δικαιολογημένη «δεύτερη ευκαιρία» και δεν απομειώνει τη βαρύτητα της επιβληθείσας ποινής.

 

Εκδίδεται διάταγμα με το οποίο η ποινή φυλάκισης που επιβλήθηκε στον Κατηγορούμενο 2 αναστέλλεται για περίοδο τριών ετών από σήμερα.

 

[εξηγείται η αναστολή]

 

Η συνολική χρηματική ποινή που επιβλήθηκε στον Κατηγορούμενο 1 να αφαιρεθεί από την εγγύηση αρ.201970 ημερ.26.6.2025.

 

 

(Υπ.) ……………………….

Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.

Πιστό Αντίγραφο

ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ

 

 

 

 



[1] άρθρο 14Β Κεφ.105.

[2] άρθρο 19 Κεφ.105.

[3] Λεβέντης ν. Αστυνομίας (1999) 2 ΑΑΔ 632, Δημοκρατία ν. Κυριάκου (1990) 2 ΑΑΔ 264, 270, Souilmi v. Αστυνομίας (1992) 2 ΑΑΔ 248, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Πέτρου (1993) 2 ΑΑΔ 9, Λαζάρου ν. Δημοκρατίας (1992) 2 ΑΑΔ 129.

[4] Μιχαηλίδης v. Δημοκρατίας, ΠΕ 161/2020, 11.5.2022, ECLI:CY:AD:2022:B182, Γιαννακού ν. Δημοκρατία, ΠΕ 235/2023, 19.7.2024, Μιχαηλίδης v. Δημοκρατίας (1991) 2 ΑΑΔ 391, Δημοκρατία v. Κυριάκου (1990) 2 ΑΑΔ 264.

[5] Γενικός Εισαγγελέας v. Κυριάκου (2008) 2 ΑΑΔ 562, Ιακώβου ν. Αστυνομίας, ΠΕ 159/2024, 8.11.2024.

[6] Θεοχάρους ν. Αστυνομίας (2008) 2 ΑΑΔ 575.

[7] John v. Κυπριακής Δημοκρατίας (Αρ. 2) (1998) 2 ΑΑΔ 417, Antoniou v. Police (1983) 2 CLR 319.

[8] Ξενοφώντος ν. Αστυνομία, ΠΕ 9/2024, 19.07.2024, Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας (2010) 2 ΑΑΔ 22.

[9] Ξενοφώντος ν. Αστυνομία, ΠΕ 9/2024, 19.07.2024, Γενικός Εισαγγελέας ν. Καραολή, ΠΕ 230/19, 27.04.2021, ECLI:CY:AD:2021:B177, Γενικός Εισαγγελέας ν. Μυλωνά, ΠΕ 65/2017, 14.12.2018, ECLI:CY:AD:2018:B537, Αριστοδήμου ν. Δημοκρατίας, ΠΕ 121/17, 21.09.2017, ECLI:CY:AD:2017:D311, Ιωσήφ ν. Δημοκρατίας (2012) 2 ΑΑΔ 930, Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας (2010) 2 ΑΑΔ 22.

[10] Γενικός Εισαγγελέας ν. Περατικού (1997) 2 ΑΑΔ 373, Σώζου ν. Αστυνομίας (2016) 2 ΑΑΔ 260.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο